Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Προδικαστικά ερωτήματα * Παραδεκτό * Ερωτήματα μη αφορώντα συγκεκριμένα τεχνικά σημεία και υποβληθέντα χωρίς καμία διευκρίνιση του πραγματικού και κανονιστικού πλαισίου
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 177 Οργανισμός (ΕΚ) του Δικαστηρίου, άρθρο 20]
Περίληψη
Η ανάγκη επιτεύξεως ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που να είναι χρήσιμη στο εθνικό δικαστήριο απαιτεί το δικαστήριο αυτό να προσδιορίζει το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει ή, τουλάχιστον, να διευκρινίζει τα πραγματικά ενδεχόμενα επί των οποίων στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά.
Τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέχονται με τις αποφάσεις περί παραπομπής δεν χρησιμεύουν μόνο στο να καθιστούν δυνατό στο Δικαστήριο να δίδει χρήσιμες απαντήσεις, αλλά και στο να παρέχουν τη δυνατότητα στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στους λοιπούς ενδιαφερομένους διαδίκους να υποβάλλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Στο Δικαστήριο εναπόκειται να μεριμνά για τη διασφάλιση της δυνατότητας αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι, βάσει της προαναφερθείσας διατάξεως, μόνον οι αποφάσεις περί παραπομπής κοινοποιούνται στους ενδιαφερομένους διαδίκους.
Είναι αληθές ότι η απαίτηση να προσδιορίζει το εθνικό δικαστήριο το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο των ερωτημάτων που υποβάλλει είναι λιγότερο επιτακτική σε περίπτωση κατά την οποία τα ερωτήματα αφορούν συγκεκριμένα τεχνικά σημεία και παρέχουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να δώσει μια χρήσιμη απάντηση, έστω και αν το εθνικό δικαστήριο δεν έχει προβεί σε εξονυχιστική περιγραφή της καταστάσεως από νομική και πραγματική άποψη.
Πάντως, είναι προφανώς απαράδεκτη η αίτηση ενός εθνικού δικαστηρίου για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, εφόσον η απόφαση περί παραπομπής δεν περιέχει καμία ένδειξη ως προς τη νομική και πραγματική κατάσταση της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί ούτε ως προς τους λόγους για τους οποίους φρονεί ότι οι απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα είναι αναγκαίες για τη λύση της διαφοράς.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-326/95,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal Civel da Comarca de Lisboa προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Banco de Fomento e Exterior SA
και
Amandio Mauricio Martins Pechim,
Maria da Luz Lima Barros Raposo Pechim,
Confeccoes Texteis de Vouzela, Ld.a (CTV),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 59, 90 και 92 της Συνθήκης ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, Πρόεδρο, Κ. Ν. Κακούρη, D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet και G. Hirsch, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή), P. J. G. Kapteyn, C. Gulmann, J. L. Murray, P. Jann, H. Ragnemalm, L. Sevon και M. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση μη φέρουσα ημερομηνία που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Οκτωβρίου 1995, το Tribunal Civel da Comarca de Lisboa ζήτησε από το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, να δώσει απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα που έθεσαν το ζεύγος Pechim και η Confeccoes Texteis de Vouzela Ld.a (στο εξής: καθών της κύριας δίκης) ως προς την ερμηνεία των άρθρων 59, 90 και 92 της Συνθήκης ΕΚ.
2 Η Banco de Fomento e Exterior SA (στο εξής: BFE) κίνησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαδικασία εκτελέσεως οφειλής κατά των καθών της κύριας δίκης.
3 Από τα έγγραφα που διεβίβασε το εθνικό δικαστήριο προκύπτει ότι, κατά τους καθών της κύριας δίκης, η διαδικασία που ακολούθησε η BFE είναι πλημμελής λόγω του ότι το νομοθετικό διάταγμα 41957, της 13ης Νοεμβρίου 1958 [Diario do Governo (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Πορτογαλίας), 2ο εξάμηνο του 1958, σ. 558], το οποίο απονέμει στην BFE πολυάριθμα προνόμια, μεταξύ των οποίων την εξουσία να προβαίνει στην είσπραξη των οφειλών κατά τη διαδικασία εκτελέσεως που προβλέπεται για φορολογικά ζητήματα και να θεωρεί προς τούτο ως εκτελεστό τίτλο το πιστοποιητικό της οφειλής που εκδίδεται βάσει των βιβλίων της τράπεζας, δεν συμβιβάζεται με τους κοινοτικούς κανόνες περί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και του ανταγωνισμού. Κατά συνέπεια, οι καθών της κύριας δίκης πρότειναν στο εθνικό δικαστήριο να υποβάλει στο Δικαστήριο να ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Πρέπει η Banco de Fomento e Exterior να θεωρηθεί ως 'επιχείρηση' και ειδικότερα ως 'δημόσια επιχείρηση' , ιδίως κατά την έννοια των άρθρων 90 και 92 της Συνθήκης της Ρώμης;
2) Μπορεί η προνομιακή μεταχείριση της Banco de Fomento e Exterior έναντι των ανταγωνιστών της να θεωρηθεί ως 'κρατική ενίσχυση' κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης της Ρώμης;
3) Πρέπει τα εν λόγω προνόμια να θεωρηθούν ως περιορισμός της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εντός της Κοινότητας, κατά την έννοια του άρθρου 59 της Συνθήκης της Ρώμης;
4) Έχουν τα προαναφερθέντα άρθρα (59, 90, παράγραφος 1, και 92, παράγραφος 1) της Συνθήκης της Ρώμης άμεσο αποτέλεσμα, ώστε να μπορεί να τα επικαλεστεί ο καθού η εκτέλεση στην παρούσα υπόθεση;
5) Υποσκελίζουν και καταργούν οι κανόνες της Συνθήκης της Ρώμης τις αντιθέτου περιεχομένου διατάξεις του εθνικού δικαίου;"
4 Με τη διάταξη περί παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία προκειμένου να εξετασθούν τα προδικαστικά ερωτήματα που πρότειναν οι καθών.
5 Πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 177, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, οσάκις ανακύπτει προδικαστικό ερώτημα ενώπιον δικαστηρίου ενός κράτους μέλους, το δικαστήριο αυτό δύναται, εάν φρονεί ότι η απόφαση επί του ζητήματος αυτού είναι αναγκαία για την έκδοση της αποφάσεώς του, να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού.
6 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η ανάγκη επιτεύξεως ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που να είναι χρήσιμη στο εθνικό δικαστήριο, απαιτεί το δικαστήριο αυτό να προσδιορίζει το πραγματικό και το κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει ή, τουλάχιστον, να διευκρινίζει τα πραγματικά ενδεχόμενα επί των οποίων στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993, C-320/90, C-321/90 και C-322/90, Telemarsicabruzzo κ.λπ., Συλλογή 1993, σ. Ι-393, σκέψη 6, διατάξεις της 19ης Μαρτίου 1993, C-157/92, Banchero, Συλλογή 1993, σ. Ι-1085, σκέψη 4, της 9ης Αυγούστου 1994, C-378/93, La Pyramide, Συλλογή 1994, σ. Ι-3999, σκέψη 14, και της 23ης Μαρτίου 1995, C-458/93, Saddik, Συλλογή 1995, σ. Ι-511, σκέψη 12).
7 Επιπλέον, υπογραμμίζεται ότι τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέχονται με τις αποφάσεις περί παραπομπής δεν χρησιμεύουν μόνο στο να καθιστούν δυνατό στο Δικαστήριο να δίδει χρήσιμες απαντήσεις, αλλά και στο να παρέχουν τη δυνατότητα στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στους λοιπούς ενδιαφερομένους διαδίκους να υποβάλλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Στο Δικαστήριο εναπόκειται να μεριμνά για τη διασφάλιση της δυνατότητας αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι, βάσει της προαναφερθείσας διατάξεως, μόνον οι αποφάσεις περί παραπομπής κοινοποιούνται στους ενδιαφερομένους διαδίκους (απόφαση της 1ης Απριλίου 1982, 141/81, 142/81 και 143/81, Holdijk κ.λπ., Συλλογή 1982, σ. 1299, σκέψη 6, και διάταξη Saddik, προπαρατεθείσα, σκέψη 13).
8 Είναι αληθές ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η απαίτηση να προσδιορίζει το εθνικό δικαστήριο το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο των ερωτημάτων που υποβάλλει είναι λιγότερο επιτακτική σε περίπτωση κατά την οποία τα ερωτήματα αφορούν συγκεκριμένα τεχνικά σημεία και παρέχουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να δώσει μια χρήσιμη απάντηση, έστω και αν το εθνικό δικαστήριο δεν έχει προβεί σε εξονυχιστική περιγραφή της καταστάσεως από νομική και πραγματική άποψη (απόφαση της 3ης Μαρτίου 1994, C-316/93, Vaneetveld, Συλλογή 1994, σ. Ι-763, σκέψη 13).
9 Εντούτοις, τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
10 Πράγματι, διαπιστώνεται ότι η απόφαση περί παραπομπής δεν περιέχει καμία ένδειξη που να ανταποκρίνεται στις προμνησθείσες απαιτήσεις.
11 Συγκεκριμένα, με την απόφαση περί παραπομπής το εθνικό δικαστήριο δεν παρέχει καμία ένδειξη ως προς τη νομική και πραγματική κατάσταση της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί ούτε ως προς τους λόγους για τους οποίους φρονεί ότι οι απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα τα οποία διατύπωσαν οι καθών της κύριας δίκης είναι αναγκαίες για την επίλυση της διαφοράς. Το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο μπορεί να συναχθεί μόνο από την ανάλυση των υπομνημάτων των διαδίκων της κύριας δίκης.
12 Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 92 του Κανονισμού Διαδικασίας, ότι τα υποβληθέντα στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα είναι προδήλως απαράδεκτα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
13 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
Η αίτηση του Tribunal Civel da Comarca de Lisboa για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη.
Λουξεμβούργο, 13 Μαρτίου 1996.
Full & Egal Universal Law Academy