Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Αναίρεση * Λόγοι αναιρέσεως * Λόγοι αφορώντες περιστατικά που έχουν οριστικώς κριθεί με απόφαση του Πρωτοδικείου κατά της οποίας ασκήθηκε αναίρεση την οποία απέρριψε το Δικαστήριο * Ισχύς του δεδικασμένου * Απόρριψη
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 168 Α Οργανισμός του Δικαστηρίου ΕΚ, άρθρο 52)
Περίληψη
Πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως όταν όλοι οι λόγοι που προβάλλει ο αναιρεσείων αφορούν περιστατικά που έχουν οριστικώς κριθεί με απόφαση του Πρωτοδικείου κατά της οποίας ασκήθηκε αναίρεση απορριφθείσα από το Δικαστήριο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-397/95 P,
Δημήτριος Κούσιος, πρώην υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενος από τον δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Σακελλαρόπουλο, οδός 3ης Σεπτεμβρίου 122, 104 34 Αθήνα (Ελλάς),
αναιρεσείων
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της διατάξεως που εξέδωσε στις 11 Οκτωβρίου 1995 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τέταρτο τμήμα) στην υπόθεση T-302/94, Κούσιος κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. ΙΙ-723), και με την οποία ζητείται η αναίρεση της διατάξεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Ana Maria Alves Vieira, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενη από τον δικηγόρο Βρυξελλών Denis Waelbroeck, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gomez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-P. Puissochet, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida και C. Gulmann (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Δεκεμβρίου 1995, ο Δ. Κούσιος άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της διατάξεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τέταρτο τμήμα), της 11ης Οκτωβρίου 1995, T-302/94, Κούσιος κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. ΙΙ-723, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη), με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η προσφυγή του με την οποία ζητούσε ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής περί διορισμού του Ρ στη θέση του προϊσταμένου της διοικητικής μονάδας VΙΙ.C.3 από 1ης Δεκεμβρίου 1993.
2 'Οπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, στις 10 Απριλίου 1991 η Επιτροπή αποφάσισε να συστήσει, στο πλαίσιο της ΓΔ VΙΙ, μια νέα διοικητική μονάδα "εναέρια ασφάλεια * έλεγχος εναέριας κυκλοφορίας * βιομηχανική πολιτική" (VΙΙ.C.3).
3 Στις 2 Μαΐου 1991 η Επιτροπή δημοσίευσε προκήρυξη κενής θέσεως COM/64/91 που αφορούσε τη θέση του προϊσταμένου της νέας αυτής διοικητικής μονάδας. Τότε αναπληρωτής προϊστάμενος της διοικητικής μονάδας VΙΙ.Β.3 "ασφάλεια των μεταφορών, έρευνα και τεχνολογία" της ΓΔ VΙΙ, ο Κούσιος υπέβαλε, μεταξύ άλλων, υποψηφιότητα. Βάσει υπηρεσιακού σημειώματος του γενικού διευθυντή, της 4ης Ιουνίου 1991, ο διευθυντής "ανέλαβε τις ευθύνες του προϊσταμένου της διοικητικής μονάδας C.3". Στις 16 Ιουνίου 1991 ο Κούσιος τοποθετήθηκε στη νέα διοικητική μονάδα ως αναπληρωτής προϊστάμενος της διοικητικής μονάδας.
4 Στις 5 Ιουλίου 1991 η Επιτροπή ζήτησε από τα άλλα θεσμικά όργανα να θέσουν υπόψη του προσωπικού τους την προκήρυξη κενής θέσεως COM/64/91. Καμία υποψηφιότητα δεν υποβλήθηκε.
5 Στις 8 Ιουλίου 1991 η προκήρυξη κενής θέσεως "αναδημοσιεύθηκε" τροποποιημένη. Ο Κούσιος υπέβαλε και πάλι υποψηφιότητα. Η νομιμότητα αυτής της "αναδημοσιεύσεως" αποτέλεσε αντικείμενο προσφυγής που άσκησε ο Κούσιος ενώπιον του Πρωτοδικείου (Τ-18/92).
6 Στις 13 Φεβρουαρίου 1992 η Επιτροπή αποφάσισε να μην προβεί, στο στάδιο αυτό, στην πλήρωση της κενής θέσεως της διοικητικής μονάδας VII.C.3, να μη διοργανώσει εσωτερικό διαγωνισμό και να προκηρύξει εξωτερικό διαγωνισμό. Οι αποφάσεις αυτές αποτέλεσαν αντικείμενο μιας δεύτερης προσφυγής που άσκησε ο Κούσιος ενώπιον του Πρωτοδικείου (Τ-68/92).
7 Με απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1994, Κούσιος κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. ΙΙ-171), το Πρωτοδικείο (πέμπτο τμήμα) απέρριψε την προσφυγή στην υπόθεση Τ-18/92. Με την ίδια απόφαση το Πρωτοδικείο έκρινε, στην υπόθεση Τ-68/92, απορρίπτοντας την προσφυγή κατά τα λοιπά, ότι ο λόγος που αφορούσε την έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως περί απορρίψεως της υποψηφιότητας του Κούσιου για την επίμαχη θέση μέσω προαγωγής ήταν βάσιμος (σκέψη 77). Το Πρωτοδικείο έκρινε, επίσης, ότι ο παράνομος χαρακτήρας αυτής της αποφάσεως συνεπάγεται το παράνομο των αποφάσεων να μη διοργανωθεί εσωτερικός διαγωνισμός και να προκηρυχθεί εξωτερικός διαγωνισμός (σκέψη 103). 'Εκρινε, πάντως, ότι η ακύρωση των αποφάσεων αυτών συνιστά υπερβολική κύρωση της διαπραχθείσας παραβάσεως, καθόσον η κύρωση αυτή θα μπορούσε να βλάψει σε δυσανάλογο βαθμό τα δικαιώματα τρίτων (σκέψη 106). Κατόπιν αυτού το Πρωτοδικείο, εκτιμώντας τη ζημία κατά δικαία κρίση, έκρινε ότι η επιδίκαση του ποσού των 2 000 ECU συνιστούσε προσήκουσα ικανοποίηση του προσφεύγοντος (σκέψη 108).
8 Η αίτηση αναιρέσεως που άσκησε ο Κούσιος κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε από το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) με απόφαση της 1ης Ιουνίου 1995, C-119/94 Ρ, Κούσιος κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. Ι-1439).
9 Πριν το Δικαστήριο εκδώσει την απόφασή του ο Κούσιος άσκησε στις 28 Σεπτεμβρίου 1994 νέα προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου, η οποία πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό Τ-302/94, η οποία εστρέφετο κατά του διορισμού ως προϊσταμένου της διοικητικής μονάδας VΙΙ.C.3, από 1ης Δεκεμβρίου 1993, του Ρ, επιτυχόντος του εξωτερικού διαγωνισμού.
10 Η Επιτροπή προέβαλε κατά της εν λόγω προσφυγής ένσταση απαραδέκτου, δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Ο Κούσιος κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις ζητώντας την απόρριψη της ενστάσεως απαραδέκτου.
Η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
11 Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη η προσφυγή του Κούσιου απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
12 Το Πρωτοδικείο υπογράμμισε, καταρχάς, ότι αντικείμενο της προσφυγής ήταν η ακύρωση του διορισμού του Ρ στη θέση του προϊσταμένου της διοικητικής μονάδας VΙΙ.C.3 από 1ης Δεκεμβρίου 1993. Προέβη επίσης στη διαπίστωση ότι μεταξύ των λόγων που προβλήθηκαν προς στήριξη αυτής της προσφυγής, μόνο εκείνος που αφορούσε την παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως, καθόσον ο προσβαλλόμενος διορισμός πραγματοποιήθηκε όσο εκκρεμούσε ακόμα η δικαστική αμφισβήτηση της διοργανώσεως εξωτερικού διαγωνισμού, προβλήθηκε ευθέως κατά της αποφάσεως διορισμού, την ακύρωση της οποίας ζητούσε ο προσφεύγων. Πράγματι, όλοι οι άλλοι λόγοι στρέφονταν κατά των αποφάσεων η νομιμότητα των οποίων είχε ήδη ελεγχθεί στο πλαίσιο των υποθέσεων Τ-18/92 και Τ-68/92, επί των οποίων εξεδώθη η απόφαση του Πρωτοδικείου της 23ης Φεβρουαρίου 1994, η επιβεβαιωθείσα, κατόπιν αναιρέσεως, με την απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Ιουνίου 1995 (σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως).
13 Το Πρωτοδικείο υπογράμμισε σχετικώς, στη σκέψη 45 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, πρώτον, ότι για το μόνο παράνομο που διαπιστώθηκε με την απόφασή του, της 23ης Φεβρουαρίου 1994, την παραβίαση δηλαδή της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως της αποφάσεως περί απορρίψεως της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος, επιβλήθηκε οριστική κύρωση με την επιδίκαση αποζημιώσεως. Πράγματι, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, αφενός, οι αποφάσεις να μη διοργανωθεί εσωτερικός διαγωνισμός και να προκηρυχθεί εξωτερικός διαγωνισμός δεν εβαρύνοντο με καμία ενδογενή έλλειψη νομιμότητας και ότι, αφετέρου, ακόμα και αν το διαπιστωθέν παράνομο συνεπαγόταν το παράνομο των αποφάσεων περί μη διοργανώσεως εσωτερικού διαγωνισμού και περί προκηρύξεως εξωτερικού διαγωνισμού, η ακύρωση των δύο αυτών αποφάσεων θα συνιστούσε υπερβολική κύρωση της διαπραχθείσας παραβάσεως, καθόσον η κύρωση αυτή θα μπορούσε να βλάψει σε δυσανάλογο βαθμό τα δικαιώματα τρίτων. Στην απόφαση που εξέδωσε επί της αιτήσεως αναιρέσεως, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την απόφαση του Πρωτοδικείου υπογραμμίζοντας ότι το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι η μη αιτιολόγηση της απορρίψεως της υποψηφιότητας του αναιρεσείοντος για την εν λόγω θέση δεν δικαιολογούσε την ακύρωση ολόκληρης της διαδικασίας διορισμού και ότι η επιδίκαση αποζημιώσεως συνιστούσε δίκαιη ικανοποίηση της προκληθείσας από αυτή την έλλειψη αιτιολογίας ηθικής βλάβης.
14 Συνεπώς, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η άρνησή του να ακυρώσει τις προπαρασκευαστικές αποφάσεις τις σχετικές με τον διορισμό του Ρ, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η απόφαση περί μη διοργανώσεως εσωτερικού διαγωνισμού και η απόφαση περί προκηρύξεως εξωτερικού διαγωνισμού, είχε περιβληθεί την ισχύ του δεδικασμένου και δεν μπορούσε πλέον να προσβληθεί από τον αναιρεσείοντα. Συνεπώς, οι αποφάσεις αυτές ήταν έγκυρες (σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως).
15 Το Πρωτοδικείο υπογράμμισε, δεύτερον, ότι, όπως προέκυπτε από τη δικογραφία, ο ίδιος ο αναιρεσείων έλαβε μέρος στον εξωτερικό διαγωνισμό που διοργάνωσε η Επιτροπή για την πλήρωση της εν λόγω θέσεως, αλλά δεν περιελήφθη μεταξύ των επιτυχόντων που μπορούσαν να διοριστούν. Συνεπώς, σ' αυτό το στάδιο, δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί ούτε η νομιμότητα της διοργανώσεως εξωτερικού διαγωνισμού ούτε η νομιμότητα της διεξαγωγής του (σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως).
16 Το Πρωτοδικείο, επομένως, έκρινε ότι, κατόπιν αυτών των διευκρινίσεων, ο αναιρεσείων δεν είχε κανένα συμφέρον να αποφανθεί το Πρωτοδικείο επί του λόγου που αφορούσε την παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως, διότι η ενδεχόμενη ακύρωση του διορισμού του Ρ, αφενός, δεν θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια την ακύρωση των προπαρασκευαστικών αποφάσεων και, αφετέρου, δεν θα μπορούσε να δώσει στον αναιρεσείοντα τη δυνατότητα να περιληφθεί μεταξύ των δυνητικών υποψηφίων για έναν νέο διορισμό, διότι μόνον οι επιτυχόντες του εξωτερικού διαγωνισμού θα μπορούσαν, σε μια τέτοια περίπτωση, να διοριστούν στην εν λόγω θέση (σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως).
17 Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, κατά συνέπεια, ότι ο αναιρεσείων δεν είχε κανένα συμφέρον να ζητήσει την ακύρωση του διορισμού του Ρ, διότι μια τέτοια ακύρωση ουδόλως θα επηρέαζε τη νομική του θέση, και αποφάνθηκε ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη και ότι πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή (σκέψεις 49 και 50 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως).
Η αναίρεση
18 Με την αίτηση αναιρέσεως ο Κούσιος ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη είναι άκυρη, ότι η προσφυγή που άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου στην υπόθεση Τ-302/94 είναι παραδεκτή και να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
19 Η Επιτροπή φρονεί ότι η παρούσα αίτηση αναιρέσεως είναι εν μέρει απαράδεκτη και, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμη.
20 Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως ο Κούσιος προβάλλει τρεις λόγους.
21 Με τον πρώτο λόγο προβάλλει το επιχείρημα ότι η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη είναι πεπλανημένη σε ό,τι αφορά το ζήτημα της χρηστής διοικήσεως και την έλλειψη εννόμου συμφέροντος, δεδομένου ότι η μη τήρηση των αρχών της χρηστής διοικήσεως έχει ήδη αναγνωριστεί με τις αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1994 του Πρωτοδικείου και της 1ης Ιουνίου 1995 του Δικαστηρίου. Προσθέτει ότι το νόμιμο συμφέρον του εξακολουθεί να υφίσταται επειδή είναι υπάλληλος της Επιτροπής και ουδέποτε αναγνώρισε ότι συνταξιοδοτήθηκε αυτεπαγγέλτως.
22 Με τον δεύτερο λόγο ο Κούσιος επικαλείται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας αναφορικά με τα δικαιώματα των τρίτων. Υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη εισηγείται την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας έναντι των δικαιωμάτων ενός τρίτου, ξένου προς την υπηρεσία, και όχι έναντι του ιδίου.
23 Με τον τρίτο λόγο ο Κούσιος υποστηρίζει ότι οι επιφυλάξεις που διατύπωσε αναφορικά με την υποψηφιότητά του στους επίμαχους διαγωνισμούς, καθώς και το ότι η παράνομη αποπομπή του και ο διορισμός του ξένου προς την υπηρεσία τρίτου έγιναν την ίδια ημέρα, συγκεκριμένα την 1η Δεκεμβρίου 1993, αποκλείουν την ύπαρξη δεδικασμένου. Ισχυρίζεται ότι δεν πρόκειται ούτε για ταυτότητα προσώπων ούτε για διαφορά, αλλά ότι, ακόμα και σε μια τέτοια περίπτωση, τον σχετικό ισχυρισμό ανατρέπουν οι αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1994 του Πρωτοδικείου και 1ης Ιουνίου 1995 του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι, στην υπόθεση Τ-68/92 περί εξωτερικού διαγωνισμού, υπογραμμίστηκε ότι "δεν τηρήθηκε ο κανονισμός".
24 Πρέπει καταρχάς να τονιστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί, κατά πάσα στάση της δίκης, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως, όταν αυτή είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη.
25 Επιβάλλεται, επίσης, να τονιστεί ότι οι τρεις λόγοι που προβάλλει ο αναιρεσείων με την αίτηση αναιρέσεως αφορούν περιστατικά που έχουν οριστικώς κριθεί με τις αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1994 του Πρωτοδικείου και 1ης Ιουνίου 1995 του Δικαστηρίου. Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως. Πράγματι, όπως ορθώς υπογράμμισε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ο αναιρεσείων δεν μπορεί, στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, να αμφισβητήσει τις διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνουν οι εν λόγω αποφάσεις.
26 'Οσον αφορά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι εξακολουθεί να έχει έννομο συμφέρον διότι παραμένει υπάλληλος της Επιτροπής, πρέπει να προστεθεί ότι, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, το Πρωτοδικείο δεν αναφέρεται σ' αυτό το πραγματικό στοιχείο στην αναιρεσιβαλλόμενη διάταξή του. Πράγματι, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων δεν είχε κανένα έννομο συμφέρον να ζητήσει την ακύρωση του διορισμού στην επίμαχη θέση, διότι δεν είχε επιτύχει στον διαγωνισμό που διοργανώθηκε για την κάλυψη αυτής της θέσεως και, επομένως, δεν περιλαμβανόταν μεταξύ των δυνητικών υποψηφίων σε περίπτωση νέου διορισμού.
27 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπει ότι οι λόγοι οι προέβαλε ο αναιρεσείων προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεώς του είναι προφανώς αβάσιμοι. Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
28 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Κατά το άρθρο 70 του ιδίου κανονισμού, στις διαφορές μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων τους τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους. Εντούτοις, δυνάμει του άρθρου 122 του Κανονισμού αυτού, το άρθρο 70 δεν έχει εφαρμογή επί των αιτήσεων αναιρέσεως που ασκούν οι μόνιμοι ή μη μόνιμοι υπάλληλοι των οργάνων. Επειδή ο αναιρεσείων ηττήθηκε στην αναιρετική δίκη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης.
Λουξεμβούργο, 11 Ιουλίου 1996.
Full & Egal Universal Law Academy