Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Ασφαλιστικά μέτρα * Αναστολή εκτελέσεως * Αναστολή της εκτελέσεως αποφάσεως περί επιβολής προστίμου * Προϋποθέσεις χορηγήσεως * Σύσταση εγγυήσεως * Επιτρέπεται * Όρια * Εξαιρετικές περιστάσεις
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 185 Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 PAR 2)
Περίληψη
Ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής οφείλει να διατάξει την αναστολή της υποχρεώσεως της αιτούσας επιχειρήσεως για σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως εξασφαλίζουσας την καταβολή του προστίμου που της έχει επιβληθεί, μόνον εφόσον συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις.
Ο κίνδυνος πτωχεύσεως, τον οποίο θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια η είσπραξη του προστίμου ή η σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως περιστατικό από το οποίο προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, δεδομένου ότι επί της επιχειρήσεως εφαρμόζεται μια διαδικασία εξυγιάνσεως των προβληματικών επιχειρήσεων, κατά τη διάρκεια της οποίας αποκλείεται η κήρυξή της σε πτώχευση, και ότι, εν πάση περιπτώσει, δηλαδή ακόμη και αν η πτώχευση δεν αποκλειόταν, η διαδικασία εισπράξεως που θα μπορούσε να κινήσει η Επιτροπή υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 192 της Συνθήκης δεν θα ήταν ικανή από μόνη της να την προκαλέσει, αν ληφθούν υπόψη το τεράστιο ύψος των χρεών της επιχειρήσεως, των οποίων ένα απειροελάχιστο μόνον ποσοστό αντιπροσωπεύει η απαίτηση της Επιτροπής, και οι αξιώσεις των λοιπών δανειστών.
Επιπλέον, όσον αφορά τη στάθμιση των σχετικών συμφερόντων, μια κατάσταση υπερχρεώσεως, όπως είναι η οικονομική κατάσταση της αιτούσας, επιβάλλει την παροχή εγγυήσεων με σκοπό τη διασφάλιση των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας.
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-104/95 R,
Τσιμέντα Χαλκίδος ΑΕ, εταιρία ελληνικού δικαίου, με έδρα την Αθήνα (Ελλάδα), εκπροσωπούμενη από τον Παναγιώτη Μπερνίτσα, δικηγόρο Αθήνας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Philippe Dupont, 8-10, rue Mathias Hardt,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους Θεοφάνη Χριστοφόρου και Richard Lyal, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gomez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως 94/815/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 1994, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ (υπόθεση IV/33.126 και 33.322 * Τσιμέντο, ΕΕ L 343, σ. 1), καθόσον με την απόφαση αυτή επιβάλλεται στην αιτούσα πρόστιμο ύψους 1 856 000 ΕCU,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Περιστατικά και διαδικασία
1 Στις 30 Νοεμβρίου 1994 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 94/815/ΕΚ, σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ (υπόθεση IV/33.126 και 33.322 * Τσιμέντο, ΕΕ L 343, σ. 1, στο εξής: απόφαση της Επιτροπής).
2 Κατά το άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής, οι 42 επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων παραγωγής τσιμέντου που απαριθμούνται στο άρθρο αυτό, μεταξύ των οποίων καταλέγεται και η αιτούσα, παρέβησαν τις διατάξεις του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ, επειδή συμμετείχαν σε συμφωνία που είχε ως αντικείμενο τον σεβασμό των εγχώριων αγορών και τη ρύθμιση των μεταφορών τσιμέντου από τη μία χώρα στην άλλη.
3 Κατά το άρθρο 6 της αποφάσεως της Επιτροπής, ορισμένες από αυτές τις επιχειρήσεις παραγωγής τσιμέντου, μεταξύ των οποίων και η προσφεύγουσα, παρέβησαν επίσης, από την 1η Ιουλίου 1981 μέχρι τις 19 Μαΐου 1989, τις διατάξεις του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, επειδή συμμετείχαν, στο πλαίσιο της EPC (Export Policy Committee, Επιτροπής για την Πολιτική Εξαγωγών), σε διαρκή εναρμονισμένη πρακτική όσον αφορά την ανάλυση της καταστάσεως των κοινοτικών αγορών, την κατανομή των αγορών των τρίτων χωρών, τον καθορισμό των τιμών για τα προϊόντα που προορίζονται να εξάγονται σε μακρινές χώρες, την ανταλλαγή εξατομικευμένων στοιχείων σχετικά με τις διαθέσιμες ποσότητες για εξαγωγή και τις πραγματοποιούμενες εξαγωγές προς τρίτες χώρες, με σκοπό την αποτροπή των διεισδύσεων των ανταγωνιστών στις κατ' ιδίαν εθνικές αγορές της Κοινότητας.
4 Με το άρθρο 9 της αποφάσεως της Επιτροπής επιβάλλεται στην αιτούσα, για τις παραβάσεις που διαπιστώνονται στα άρθρα 1 και 6, πρόστιμο ύψους 1 856 000 ECU. Κατά το άρθρο 11, η προθεσμία καταβολής του προστίμου είναι τρίμηνη από την ημερομηνία κοινοποιήσεως της αποφάσεως της Επιτροπής και μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας το ποσό αυτό καθίσταται αυτόματα τοκοφόρο βάσει επιτοκίου 9,25 %.
5 Η απόφαση της Επιτροπής κοινοποιήθηκε αρχικά στην αιτούσα στις 13 Δεκεμβρίου 1994. Η κοινοποίηση όμως αυτή αντικαταστάθηκε με νεότερη, της 8ης Φεβρουαρίου 1995, λόγω σφάλματος που είχε παρεισφρήσει στην απόδοση του κειμένου της αποφάσεως αυτής.
6 Τα έγγραφα κοινοποιήσεως πληροφορούσαν την αιτούσα ότι, αν ασκούσε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή δεν θα ελάμβανε κανένα μέτρο για την είσπραξη του προστίμου ενόσω η υπόθεση θα εκκρεμούσε ενώπιον του Πρωτοδικείου, υπό την προϋπόθεση ότι η απαίτησή της θα καθίστατο τοκοφόρος από την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας καταβολής και ότι θα παρεχόταν, το αργότερο μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία, τραπεζική εγγύηση που θα ήταν αποδεκτή από την Επιτροπή και θα κάλυπτε τόσο το οφειλόμενο κεφάλαιο όσο και τους οφειλόμενους τόκους ή τις οφειλόμενες προσαυξήσεις.
7 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 12 Απριλίου 1995, η αιτούσα άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής.
8 Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 17 Μαΐου 1995, η αιτούσα υπέβαλε, δυνάμει των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης ΕΚ, την παρούσα αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής, καθόσον της επιβάλλει την καταβολή προστίμου ύψους 1 856 000 ECU.
9 Η Επιτροπή υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί της παρούσας αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων στις 29 Μαΐου 1995.
10 Οι διάδικοι παρέσχον προφορικά διευκρινίσεις των ισχυρισμών τους στις 26 Ιουνίου 1995. Κατά τη συνεδρίαση αυτή, η αιτούσα προσκόμισε ορισμένα έγγραφα σχετικά με την οικονομική κατάστασή της, της ζητήθηκε δε να προσκομίσει ορισμένα άλλα έγγραφα και αριθμητικά στοιχεία εντός μιας εβδομάδας.
11 Στις 30 Ιουνίου 1995 η αιτούσα διαβίβασε στο Πρωτοδικείο τα έγγραφα που της είχαν ζητηθεί.
Σκεπτικό
12 Δυνάμει των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκς ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 319, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τις αποφάσεις του Συμβουλίου 93/350/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, της 8ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ L 144, σ. 21), και 94/149/ΕΚΑΧ, ΕΚ, της 7ης Μαρτίου 1994 (ΕΕ L 66, σ. 29), το Πρωτοδικείο μπορεί, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή τη λήψη των αναγκαίων προσωρινών μέτρων.
13 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει ότι οι αιτήσεις λήψεως προσωρινών μέτρων κατά τα άρθρα 185 και 186 της Συνθήκης πρέπει να προσδιορίζουν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως τη λήψη του μέτρου που ζητείται. Τα ζητούμενα μέτρα πρέπει να έχουν προσωρινό χαρακτήρα, δηλαδή δεν πρέπει να προδικάζουν την απόφαση επί της ουσίας (βλ. τη διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 21ης Δεκεμβρίου 1995, Τ-301/94 R, Laakmann Karton κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-1279, σκέψη 10).
Επιχειρήματα των διαδίκων
14 'Οσον αφορά τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, η αιτούσα εκθέτει κατ' αρχάς ότι εν προκειμένω η άσκηση προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου δεν συνεπάγεται την αναστολή της αναγκαστικής εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, βρίσκεται σε πλήρη αδυναμία να προσκομίσει την εγγυητική επιστολή που απαιτεί η Επιτροπή, η δε προσκόμιση της εγγυητικής αυτής επιστολής αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για τη μη λήψη εκ μέρους της Επιτροπής μέτρων εισπράξεως του προστίμου μετά τη λήξη της προθεσμίας καταβολής του. Κατά την αιτούσα όμως, αν ληφθούν υπόψη η άκρως δυσχερής οικονομική κατάστασή της, και ιδιαίτερα το γεγονός ότι το σύνολο των πραγματικών χρεών της ανέρχεται σε 104 730 284 254 δραχμές (δρχ.), καθώς και το γεγονός ότι έχει ήδη υπαχθεί στο εθνικό καθεστώς της ειδικής εκκαθαρίσεως, η εκ μέρους της Επιτροπής είσπραξη του προστίμου ή, εναλλακτικά, η εξασφάλιση της εγγυητικής επιστολής με όλα τα παρεπόμενα έξοδα θα της προκαλούσε σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη, δηλαδή θα οδηγούσε σε πτώχευση της επιχειρήσεως και θα καθίσταντο άνεργοι οι εργαζόμενοι σ' αυτήν.
15 'Οσον αφορά τους ισχυρισμούς που δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως τη ζητούμενη αναστολή εκτελέσεως, η αιτούσα ισχυρίζεται, πρώτον, ότι από την ανάγνωση και μόνο της αποφάσεως της Επιτροπής προκύπτει η ύπαρξη αντιφάσεως μεταξύ του μέρους "πραγματικά περιστατικά" (κεφάλαια 3, 4, 5 και 6), όπου δεν αναφέρεται η ίδια καθόλου, του μέρους "νομική εκτίμηση" (κεφάλαια 8, 9 και 10), όπου απαντούν αόριστες απλώς αναφορές στην αιτούσα, και του διατακτικού της αποφάσεως. Κατά την αιτούσα δηλαδή, η Επιτροπή δεν κατόρθωσε να στοιχειοθετήσει ούτε να αποδείξει εις βάρος της αιτούσας τις υποτιθέμενες παραβάσεις του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Κατά την αιτούσα, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν αφορούν μόνον άλλες επιχειρήσεις. Δεύτερον, η αιτούσα φρονεί ότι η απόφαση της Επιτροπής αντιβαίνει προς το άρθρο 15, παράγραφος 2, πρώτο και τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25), καθόσον η Επιτροπή δεν είχε την εξουσία να της επιβάλει πρόστιμο βάσει της διατάξεως αυτής, αφού δεν είχε αποδείξει την εκ προθέσεως ή εξ αμελείας συμμετοχή της σε συμφωνίες που επηρεάζουν την εσωτερική αγορά. Τέλος, η αιτούσα φρονεί ότι υπό τις συνθήκες αυτές το πρόστιμο που της επιβλήθηκε αποτελεί συγχρόνως παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
16 Η Επιτροπή φρονεί ότι η αιτούσα δεν απέδειξε ότι βρίσκεται σε αδυναμία είτε να καταβάλει το πρόστιμο είτε να συστήσει τραπεζική εγγύηση. Συναφώς η Επιτροπή τονίζει, πρώτον, ότι τα ελληνικά δικαστήρια έχουν επιδικάσει στην αιτούσα, στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της αιτούσας και της ιταλικής εταιρίας τσιμέντων Calcestruzzi, το ποσό των 50 δισεκατομμυρίων δρχ., μολονότι η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ο κύριος δανειστής της αιτούσας, έχει επιτύχει την επιβολή απαγορεύσεως εκποιήσεως, ενεχυράσεως, συμψηφισμού ή εκχωρήσεως της εν λόγω απαιτήσεως εκ μέρους της αιτούσας. Δεύτερον, η Επιτροπή παρατηρεί ότι επί του παρόντος καμία από τις δίκες που εκκρεμούν ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων κατά της αιτούσας δεν την υποχρεώνει οριστικά και αμετάκλητα να εξοφλήσει αμέσως τα χρέη της ούτε της επιβάλλει τον αναγκαστικό πλειστηριασμό περιουσιακών της στοιχείων. Τρίτον, η Επιτροπή τονίζει ότι η αιτούσα έχει υπαχθεί στη ρύθμιση του ελληνικού νόμου για την εξυγίανση των προβληματικών επιχειρήσεων, πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορεί να κηρυχθεί σε πτώχευση ενόσω διαρκεί η διαδικασία εξυγιάνσεως. Τέταρτον, κατά την Επιτροπή, από το σχέδιο ισολογισμού της αιτούσας για το οικονομικό έτος 1994 προκύπτει ότι η αιτούσα έχει έναντι ορισμένων πελατών εσωτερικού απαιτήσεις ύψους 3 190 344 953 δρχ. και ότι συνεπώς μπορεί να διαθέσει το ποσό των 550 000 000 δρχ., που αντιστοιχεί στο επιβληθέν πρόστιμο. Τέλος, η Επιτροπή φρονεί ότι οι περιλαμβανόμενες στη δικογραφία επιστολές δύο όχι ιδιαίτερα μεγάλων τραπεζών δεν αρκούν ως απόδειξη του ότι η αιτούσα δεν είναι σε θέση να παράσχει την τραπεζική εγγύηση που απαιτείται εναλλακτικώς προς την καταβολή του προστίμου.
17 'Οσον αφορά το εκ πρώτης όψεως βάσιμο των ισχυρισμών που προβάλλονται προς στήριξη της προσφυγής στην κύρια δίκη, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η απόφασή της, αντίθετα απ' ό,τι υποστηρίζει η αιτούσα, μνημονεύει την αιτούσα όχι μόνο στο διατακτικό της, αλλά και στο μέρος "πραγματικά περιστατικά" και στο μέρος "νομική εκτίμηση". Εν πάση περιπτώσει, κατά την Επιτροπή, εφόσον με την απόφασή της διαπιστώθηκε ότι η αιτούσα ήταν μεταξύ των ιδρυτικών μελών της ΕPC, η μνεία της EPC και της εναρμονισμένης πρακτικής στο πλαίσιο
της EPC καλύπτει αυτόματα και την αιτούσα. Η Επιτροπή φρονεί ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, οι ισχυρισμοί της αιτούσας δεν φαίνονται, εκ πρώτης όψεως, να είναι βάσιμοι και ότι συνεπώς ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής θα έπρεπε, πριν διατυπώσει οποιαδήποτε κρίση επ' αυτών, να τους εξετάσει κατ' ουσία, πράγμα όμως που θα μπορούσε να προδικάσει σε σημαντικό βαθμό την απόφαση επί της κυρίας υποθέσεως. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εξέταση του ύψους του επιβληθέντος προστίμου από την άποψη της αρχής της αναλογικότητας θα έβαινε πέραν των ορίων που τίθενται στην παρούσα διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων.
Εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
18 Πριν ληφθεί απόφαση επί της παρούσας αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αιτούσα ζητεί, με την αίτηση αυτή, την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής, καθόσον το άρθρο 9 της αποφάσεως αυτής της επιβάλλει πρόστιμο 1 856 000 ECU. Από το έγγραφο κοινοποιήσεως της αποφάσεως της Επιτροπής προκύπτει όμως ότι η Επιτροπή διευκρίνισε στην αιτούσα ότι, σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου, δεν θα λαμβανόταν κανένα μέτρο εισπράξεως του προστίμου, ενόσω η υπόθεση θα εκκρεμούσε ενώπιον του δικαιοδοτικού αυτού οργάνου, υπό την προϋπόθεση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως που να είναι αποδεκτή από την Επιτροπή και να καλύπτει τόσο το κεφάλαιο της οφειλής όσο και τους οφειλόμενους τόκους και τις οφειλόμενες προσαυξήσεις. Επιπλέον, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, αν και η αιτούσα δεν είχε προσκομίσει την εγγυητική επιστολή μέχρι την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας καταβολής του προστίμου, δεν θα ελάμβανε κανένα μέτρο εισπράξεως του προστίμου πριν ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου αποφανθεί επί της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι αντικείμενο της αιτήσεως δεν μπορεί να είναι στην πράξη παρά μόνο η αναστολή της προϋποθέσεως που τέθηκε σχετικά με τη μη άμεση είσπραξη του προστίμου αυτού, δηλαδή της προσκομίσεως εγγυητικής επιστολής σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου.
19 Κατά πάγια νομολογία, η αίτηση αυτή μπορεί να γίνει δεκτή μόνον εφόσον συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις. Η προϋπόθεση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται ως έχουσα στενή σχέση με τις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Κατά συνέπεια, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής πρέπει να εκτιμήσει το επείγον των αιτούμενων προσωρινών μέτρων, αφού εξετάσει αν η εκτέλεση της επίδικης πράξεως πριν την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας θα μπορούσε να προκαλέσει στον αιτούντα τα μέτρα αυτά σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία, η οποία δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί, ακόμη και αν η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρωνόταν από το Πρωτοδικείο. Εν πάση περιπτώσει, στον αιτούντα εναπόκειται να προσκομίσει την απόδειξη του ότι δεν μπορεί να αναμείνει την έκβαση της κυρίας δίκης χωρίς να υποστεί τέτοια ζημία. Επιπλέον, προϋπόθεση για την έκδοση αποφάσεως περί αναστολής είναι ότι η στάθμιση των σχετικών συμφερόντων συνηγορεί υπέρ της χορηγήσεως του μέτρου αυτού (βλ., ως τελευταία σχετική διάταξη, τη διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 17ης Φεβρουαρίου 1995, Τ-308/94 R, Cascades κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-265).
20 'Οσον αφορά τις περιστάσεις που αποδεικνύουν το επείγον, η αιτούσα ισχυρίζεται κατ' ουσία ότι, αν ληφθεί υπόψη η δυσχερέστατη οικονομική κατάστασή της, η είσπραξη του προστίμου από την Επιτροπή ή, εναλλακτικά, η εξασφάλιση εγγυητικής επιστολής με όλα τα παρεπόμενα έξοδα * ακόμη και αν υποτεθεί ότι θα ήταν δυνατή, παρά την άρνηση των τραπεζών στις οποίες είχε απευθυνθεί μέχρι τότε η αιτούσα * θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε πτώχευση της εταιρίας και σε ανεργία των εργαζομένων σ' αυτήν.
21 Συναφώς, πρέπει όμως να τονιστεί ότι η αιτούσα δεν αντέκρουσε τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι έχει υπαχθεί στο άρθρο 44 του ελληνικού νόμου για την εξυγίανση των προβληματικών επιχειρήσεων, πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορεί να κηρυχθεί σε πτώχευση ενόσω διαρκεί η διαδικασία της εξυγιάνσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι δεν έχει αποδειχθεί, ούτε εκ πρώτης όψεως, ότι η άμεση εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής ενέχει τον κίνδυνο πτωχεύσεως της αιτούσας.
22 Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η αιτούσα δεν έχει υπαχθεί στο προαναφερθέν νομικό καθεστώς και ότι συνεπώς υφίσταται πράγματι σοβαρός κίνδυνος πτωχεύσεως, αν ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, το ύψος των χρεών της, η εκ μέρους της Επιτροπής λήψη μέτρων για την είσπραξη του προστίμου δεν μπορεί από μόνη της να έχει το αποτέλεσμα αυτό. Συναφώς επιβάλλεται κατ' αρχάς η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, το πρόστιμο αυτό δεν αντιπροσωπεύει παρά το 0,025 % του συνόλου των χρεών της εταιρίας, πράγμα που άλλωστε δεν αμφισβήτησε η ίδια η αιτούσα. Εξάλλου, από το άρθρο 192, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ προκύπτει ότι η αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής διέπεται από τους κανόνες της πολιτικής δικονομίας του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, εν προκειμένω της Ελλάδας. Κατά συνέπεια, για την είσπραξη του προστίμου από την Επιτροπή είναι αναγκαία η εφαρμογή διαδικασίας προβλεπόμενης από την ελληνική πολιτική δικονομία, κατά την οποία είναι πιθανότατο ότι, εφόσον η αιτούσα είναι υπερχρεωμένη, θα πρέπει να εξεταστούν και πάλι η θέση της Επιτροπής έναντι των άλλων, προνομιούχων ή μη, δανειστών και η σειρά κατατάξεως της απαιτήσεώς της. Κατά συνέπεια, τα μέτρα τα οποία ενδέχεται να λάβει η Επιτροπή για την είσπραξη του προστίμου δεν ενέχουν, εκ πρώτης όψεως, τον κίνδυνο άμεσου επηρεασμού της οικονομικής καταστάσεως της αιτούσας, τουλάχιστον μέχρις ότου αποσαφηνιστεί πλήρως η παρούσα νομική κατάσταση. Συναφώς πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια διαδικασία διεθνούς διαιτησίας σχετικά με τη διαφορά μεταξύ της αιτούσας και της επιχειρήσεως Calcestruzzi και ότι η σχετική απόφαση αναμένεται να εκδοθεί, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε η αιτούσα, τον Ιούλιο του 1995.
23 Επιπλέον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, η στάθμιση των σχετικών συμφερόντων δεν συνηγορεί υπέρ της χορηγήσεως του αιτουμένου προσωρινού μέτρου. Συγκεκριμένα, αν ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις της προκειμένης υποθέσεως, η αναστολή της εκτελέσεως του μέρους της αποφάσεως της Επιτροπής το οποίο επιβάλλει στην αιτούσα την υποχρέωση καταβολής προστίμου θα ήταν, παρά τον προσωρινό της χαρακτήρα, δυσανάλογη σε σχέση με το συμφέρον της Επιτροπής να είναι σε θέση να εισπράξει το πρόστιμο σε περίπτωση απορρίψεως της προσφυγής στην κύρια δίκη και, συνακόλουθα, με το συμφέρον της να προασπίζει τα οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας.
24 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η αιτούσα δεν απέδειξε ότι η εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής ενδέχεται να της προκαλέσει ζημία που δεν θα μπορούσε πλέον να αποκατασταθεί με την εκτέλεση μιας ευνοϊκής γι' αυτήν αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Ούτε απέδειξε ότι η ζημία την οποία ενδεχομένως θα υφίστατο θα ήταν προδήλως δυσανάλογη προς το συμφέρον της καθής να εκτελεστεί η απόφασή της.
25 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί αν οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα που προέβαλε η αιτούσα προς στήριξη της προσφυγής της στην κύρια δίκη είναι εκ πρώτης όψεως βάσιμα.
26 Εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, κατά το άρθρο 108 του Κανονισμού Διαδικασίας, η διάταξη λήψεως ασφαλιστικών μέτρων μπορεί οποτεδήποτε, κατόπιν αιτήσεως διαδίκου, να μεταρρυθμιστεί ή να ανακληθεί λόγω μεταβολής των περιστάσεων. Η αιτούσα θα έχει τη δυνατότητα να προσφύγει και πάλι στο Πρωτοδικείο, σε περίπτωση που θα βρισκόταν εκτεθειμένη, λόγω της εξελίξεως της οικονομικής καταστάσεώς της κατόπιν ιδίως της αποφάσεως του διαιτητικού δικαστηρίου, στον κίνδυνο να υποστεί άμεση ζημία, ενόψει της οποίας δεν θα μπορούσε να υποχρεωθεί να αναμείνει την έκβαση της κύριας δίκης (βλ., ως τελευταία σχετική διάταξη, τη διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 12ης Μαΐου 1995, Τ-79/95 R και T-80/95 R, SNCF και British Railways κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-0000, σκέψη 43).
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 11 Αυγούστου 1995.
Full & Egal Universal Law Academy