Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Προσφυγή κατά παραλείψεως * Προθεσμίες * Αδυναμία ασκήσεως λόγω παραλείψεώς τους * Δυνατότητα επικλήσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης * Προϋπόθεση
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 175)
Περίληψη
Ο προσφεύγων, για να μπορεί να επικαλεστεί την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προκειμένου να μην απωλέσει το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά παραλείψεως λόγω παρόδου της προθεσμίας που τάσσει συναφώς το άρθρο 175 της Συνθήκης, πρέπει να μπορεί να προβάλλει προσδοκίες στηριζόμενες σε συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις που του έχουν παράσχει οι κοινοτικές υπηρεσίες, τέτοιες διαβεβαιώσεις δε δεν συνιστούν ούτε οι δημόσιες δηλώσεις γενικού χαρακτήρα στις οποίες προέβη ένα μέλος της Επιτροπής ούτε μεταγενέστερες της οχλήσεως της Επιτροπής επανειλημμένες επαφές μεταξύ αυτής και του ενδιαφερομένου.
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-195/95,
Guerin automobiles, εταιρία γαλλικού δικαίου υπό εκκαθάριση, με έδρα το Alencon (Γαλλία), εκπροσωπούμενη από τον Jean-Claude Fourgoux, δικηγόρο Παρισιού και Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Pierrot Schiltz, 4, rue Beatrix de Bourbon,
προσφεύγουσα-ενάγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους Francisco Enrique Gonzalez Diaz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και Guy Charrier, υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στην Επιτροπή, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gomez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής-εναγομένης,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Επιτροπή παρέλειψε να κοινοποιήσει τις αιτιάσεις κατά της Nissan France SA και, επικουρικώς, να επιδικαστεί αποζημίωση,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
(δεύτερο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τους H. Kirschner, Πρόεδρο, B. Vesterdorf, C. W. Bellamy, A. Καλογερόπουλο και Α. Potocki, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
To ιστορικό της διαφοράς
1 Η προσφεύγουσα-ενάγουσα (στο εξής: προσφεύγουσα), της οποίας η δραστηριότητα συνίστατο στην αγορά και την πώληση αυτοκινήτων και η οποία, με δικαστική απόφαση της 22ας Μαΐου 1995, κηρύχθηκε σε πτώχευση και τέθηκε υπό δικαστική εκκαθάριση, υπέβαλε ενώπιον της Επιτροπής καταγγελία, πρωτοκολληθείσα στις 6 Ιουνίου 1994, στρεφομένη κατά της Νissan France SA, η οποία εισάγει αυτοκίνητα Νissan και είναι θυγατρική της ιαπωνικής κατασκευάστριας εταιρίας.
2 Στην καταγγελία αυτή, η προσφεύγουσα τόνιζε ότι ήταν αντιπρόσωπος της Νissan France, η οποία, στις αρχές του 1991, κατήγγειλε μονομερώς τη σύμβαση αντιπροσωπείας, με χρόνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων της καταγγελίας την αρχή του 1992. Μετά την ως άνω καταγγελία της συμβάσεως, η Νissan France "συνέχισε να επικαλείται το σύστημά της αποκλειστικής διανομής για να αρνηθεί να καταβάλει κάποια αποζημίωση στον Guerin, για να ευνοήσει κατά τρόπο ενέχοντα διακρίσεις έναν άλλο αντιπρόσωπο και για να αρνηθεί επανειλημμένως να του πωλήσει αυτοκίνητα". Η προσφεύγουσα αμφισβήτησε εν συνεχεία το συμβιβαστό της πρότυπης συμβάσεως αντιπροσωπείας, την οποία χρησιμοποιούσε η Νissan France, προς τον κανονισμό (ΕΟΚ) 123/85 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1984, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών διανομής και εξυπηρέτησης των πελατών πριν και μετά την πώληση αυτοκινήτων οχημάτων (ΕΕ 1985, L 15, σ. 16). Η προσφεύγουσα, ισχυριζόμενη ότι λόγω της αποτελεσμάτων της η σύμβαση δεν τυγχάνει του ευεργετήματος του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης, δήλωσε ότι "επαφίεται στην Επιτροπή, η οποία είναι αρμόδια να αποφανθεί για την πρακτική της Νissan, δεδομένου ότι το άρθρο 10 του κανονισμού 123/85 της παρέχει τη δυνατότητα να ανακαλέσει το ευεργέτημα της εξαιρέσεως". Προς τούτο, η προσφεύγουσα κατήγγειλε διάφορες ρήτρες της πρότυπης συμβάσεως αντιπροσωπείας ή πρακτικές απορρέουσες από αυτήν, τις οποίες εφαρμόζει η Νissan France, και δήλωσε ότι η καταγγελία της στηριζόταν σε παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
3 Με έγγραφο της 30ής Ιουνίου 1994, η Επιτροπή απέστειλε αντίγραφο της προμνησθείσας καταγγελίας στη Νissan France παρακαλώντας την να λάβει θέση επί των προβαλλομένων περιστατικών την ίδια ημέρα, η Επιτροπή ενημέρωσε την προσφεύγουσα για την επιστολή αυτή. Δύο μήνες αργότερα, η Νissan France απέστειλε την απάντησή της στην Επιτροπή, η οποία την κοινοποίησε στην προσφεύγουσα τον Σεπτέμβριο του 1994.
4 Με έγγραφο της 21ης Φεβρουαρίου 1995, η προσφεύγουσα γνωστοποίησε στην Επιτροπή τις παρατηρήσεις της επί των απαντήσεων της Νissan France. Διατύπωσε, μεταξύ άλλων, την άποψη ότι "από τη συσχέτιση των αποδεικτικών στοιχείων (...) που στήριζαν την καταγγελία της, την ανάλυση των δύο κειμένων της συμβάσεως και την απάντηση που έδωσε η Νissan, η Επιτροπή ήταν ήδη σε θέση να προβεί σε κοινοποίηση αιτιάσεων". Η προσφεύγουσα, αφού σχολίασε λεπτομερώς τις απαντήσεις της Νissan France, δήλωσε ότι "ζητεί εκ νέου από την Επιτροπή να κοινοποιήσει στη Νissan τις αιτιάσεις που προκύπτουν σαφώς από τη μελέτη του φακέλου", κλείνοντας με τη φράση "διατελούσα στη διάθεσή σας".
5 Η Επιτροπή δεν απάντησε στο έγγραφο αυτό.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
6 Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή-αγωγή, η οποία πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 17 Οκτωβρίου 1995.
7 Με χωριστό δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 4 Δεκεμβρίου 1995, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου, βάσει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας. Η προσφεύγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως αυτής στις 8 Ιανουαρίου 1996.
8 Με την προσφυγή-αγωγή της η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
* να διαπιστώσει την παράλειψη της Επιτροπής,
* επικουρικώς, βάσει του άρθρου 215 της Συνθήκης ΕΚ, να αποφανθεί ότι με την παράλειψη αυτή στοιχειοθετείται η εξωσυμβατική ευθύνη της Επιτροπής έναντι της προσφεύγουσας και ότι η Επιτροπή της οφείλει αποζημίωση ανερχόμενη σε 1 577 188,53 γαλλικά φράγκα (FF),
* να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
9 Η Επιτροπή ζητεί με την ένσταση απαραδέκτου από το Πρωτοδικείο:
* να απορρίψει την προσφυγή-αγωγή ως απαράδεκτη,
* να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
10 Η προσφεύγουσα, με τις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως απαραδέκτου, υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, αφού απορρίψει την ένσταση, μπορεί να αποφανθεί επί των αιτημάτων της προσφυγής-αγωγής που αφορούν τη διαπίστωση της παραλείψεως και την επιδίκαση αποζημιώσεως.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής-αγωγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
Ως προς το αίτημα της διαπιστώσεως της παραλείψεως
11 Η Επιτροπή φρονεί ότι η προσφυγή-αγωγή είναι απαράδεκτη εφόσον ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις και οι προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 175 της Συνθήκης ΕΚ. Συγκεκριμένα, το από 21 Φεβρουαρίου 1995 έγγραφο της προσφεύγουσας δεν μπορεί να θεωρηθεί "πρόσκληση προς ενέργεια", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, δεδομένου ότι είχε ουσιαστικά ως σκοπό να αντικρούσει τα απαντητικά επιχειρήματα που η Νissan France είχε απευθύνει στην Επιτροπή. Επιπλέον, το έγγραφο περιείχε μια φράση * "διατελούσα στη διάθεσή σας" * η οποία αποδεικνύει ότι η προσφεύγουσα θεωρούσε ότι επρόκειτο να συνεχιστεί η συνεργασία με τις υπηρεσίες της Επιτροπής. Η Επιτροπή συνάγει επομένως ότι από το έγγραφο της 21ης Φεβρουαρίου 1995 δεν προέκυπτε σαφώς ότι, εάν δεν ενεργούσε εντός της προβλεπομένης προθεσμίας, θα ασκούνταν κατ' αυτής προσφυγή κατά παραλείψεως.
12 Η Επιτροπή προσθέτει ότι, εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το εν λόγω έγγραφο πρέπει να θεωρηθεί ως όχληση, η υπό κρίση προσφυγή κατά παραλείψεως δεν ασκήθηκε παρά οκτώ σχεδόν μήνες αργότερα. Από το άρθρο 175 της Συνθήκης όμως προκύπτει ότι, στην περίπτωση όπου το οχλούμενο όργανο δεν λάβει θέση εντός δύο μηνών από την όχληση * πράγμα το οποίο δεν αμφισβητεί εν προκειμένω η Επιτροπή * η προσφυγή κατά παραλείψεως μπορεί να ασκηθεί κατά του εν λόγω οργάνου εντός νέας προθεσμίας δύο μηνών. Εν προκειμένω, η νέα αυτή προθεσμία παρήλθε τον Απρίλιο του 1995, η δε προσφεύγουσα δεν απέδειξε την ύπαρξη τυχαίου συμβάντος ή ανωτέρας βίας, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 42, δεύτερο εδάφιο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 46, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού (ΕΚ) του Δικαστηρίου.
13 Αντικρούοντας τα ανωτέρω, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το άρθρο 175 της Συνθήκης δεν επιβάλλει κανένα ειδικό τύπο για την πρόσκληση προς ενέργεια. Αρκεί η πρόσκληση αυτή, στην οποία δεν μπορεί να προσαφθεί ότι διατυπώθηκε με ευγένεια, να είναι επαρκώς σαφής ώστε η Επιτροπή να μην μπορεί να παρερμηνεύσει το περιεχόμενό της. Εν προκειμένω, όμως, η Επιτροπή δεν μπορούσε να αμφιβάλλει ότι το γεγονός ότι δεν έλαβε απόφαση θα εθεωρείτο από την προσφεύγουσα ως παράλειψη και θα μπορούσε να καταλήξει στην άσκηση προσφυγής.
14 Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου, που στηρίζεται στην ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής, η προσφεύγουσα τονίζει ότι οποιαδήποτε ένσταση περί εκπροθέσμου μπορεί να απορριφθεί, στο μέτρο που οι συχνές επαφές με την Επιτροπή που ακολούθησαν την όχληση της δημιούργησαν τη βάσιμη πεποίθηση ότι στο πρόβλημα που είχε υποβάλει στην Επιτροπή επρόκειτο να δοθεί ευνοϊκή λύση (βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Φεβρουαρίου 1993, C-107/91, ENU κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-599). Η προσφεύγουσα φρονεί ότι, βάσει της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, ο καταγγέλλων μπορεί να καθυστερήσει την άσκηση προσφυγής αν του καλλιεργηθεί η πεποίθηση, από εκφρασθείσα εν ονόματι της Επιτροπής σχετική πρόθεση ή βούληση, ότι τελικώς ο φάκελός του θα διεκπεραιωθεί. Στο πλαίσιο αυτό, η προσφεύγουσα παραπέμπει στις επανειλημμένες δημόσιες δηλώσεις του Van Miert, μέλους της Επιτροπής αρμόδιου για ζητήματα ανταγωνισμού, ιδίως δε στο Journal de l' automobile της 13ης Ιανουαρίου 1995 ["είμαι αποφασισμένος να ενεργήσω με ταχύτητα και σταθερή αποφασιστικότητα. Δεν θα υπάρξει επιείκεια (...)"], ή στην άποψή του την οποία διατύπωσε σε απάντηση στο ψήφισμα του Κοινοβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1995, επί της εικοστής τρίτης εκθέσεως της Επιτροπής επί της πολιτικής ανταγωνισμού ["η εδραίωση της εσωτερικής αγοράς προϋποθέτει ότι η Επιτροπή, όπως και τα ίδια τα κράτη μέλη, θα δώσει ιδιαίτερη προσοχή στην αυστηρή τήρηση των υφισταμένων (σε θέματα ανταγωνισμού) κανόνων"]. Εν προκειμένω, η Επιτροπή αναγνώρισε, με την ένσταση απαραδέκτου, ότι η προσφεύγουσα είχε επιδείξει πνεύμα συνεργασίας και ότι μπορούσε να θεωρεί ότι η συνεργασία θα συνεχιζόταν κατά τρόπο που θα προωθούσε τη διεκπεραίωση του φακέλου της, πράγμα το οποίο δικαιολογούσε την αναμονή της.
15 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επιπλέον ότι το Πρωτοδικείο μπορεί να λάβει υπόψη του, εν πάση περιπτώσει, ότι η κοινοποίηση της προσφυγής-αγωγής στην οποία προέβη η Γραμματεία του προς την Επιτροπή συνιστά διαβίβαση μιας χωρίς διφορούμενα προσκλήσεως προς ενέργεια, προς την οποία πρέπει να εξομοιωθεί το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο. Τέλος, τονίζει ότι, δεδομένου ότι η Επιτροπή ουδόλως εκδήλωσε την πρόθεση να άρει την παράλειψή της, της απηύθυνε, διά παν ενδεχόμενο, με έγγραφο της 2ας Ιανουαρίου 1996, νέα όχληση προοριζόμενη να καταλήξει σε νέα προσφυγή κατά παραλείψεως.
Ως προς το αίτημα περί αποζημιώσεως
16 Η Επιτροπή δεν διατυπώνει άποψη επί του σημείου αυτού. Η προσφεύγουσα τονίζει ότι η αγωγή της είναι αυτοτελής έναντι της προσφυγής της. Η άσκηση όμως αγωγής αποζημιώσεως στηριζομένης στην ευθύνη ενός οργάνου, ειδικώς δε της Επιτροπής, παρέχει ευθέως τη δυνατότητα στο Πρωτοδικείο, προβαίνοντας στον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, να θεωρήσει ότι αυτά συνιστούν πταίσμα αρκετά σημαντικό ώστε να μπορεί να θεμελιώσει την ευθύνη αυτή. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι παρέλειψε να λάβει θέση εντός της ταχθείσας προθεσμίας, παρέβη προδήλως την υποχρέωσή της να εξετάσει την καταγγελία κατά τρόπο πλήρη και συνεκτικό αιτιολογώντας επαρκώς τη μη διεκπεραίωση του σχετικού φακέλου.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
17 Το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει εκ προοιμίου ότι, βάσει του άρθρου 114, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν καλείται να αποφανθεί επί ενστάσεως απαραδέκτου προβληθείσας από τον καθού, η διαδικασία συνεχίζεται προφορικά, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως. Εν προκειμένω, όσον αφορά την προσφυγή κατά παραλείψεως, το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς από την εξέταση των εγγράφων της δικογραφίας. Επομένως, παρέλκει η διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας.
18 Ως προς τις προθεσμίες που τάσσονται με το άρθρο 175, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι την εκ μέρους της προσφεύγουσας αποστολή του από 21 Φεβρουαρίου 1995 εγγράφου της * ακόμη και αν υποτεθεί ότι αυτό μπορεί να θεωρηθεί πρόσκληση προς ενέργεια κατά την έννοια του άρθρου 175, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης * επακολούθησε η αποχή της Επιτροπής να λάβει θέση έναντι της προσφεύγουσας, αυτό δε μέχρι την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής στις 17 Οκτωβρίου 1995. Η προσφυγή όμως κατά παραλείψεως έπρεπε να είχε ασκηθεί, βάσει του άρθρου 175, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από της αποστολής του εν λόγω εγγράφου, δηλαδή, το αργότερο, κατά το τέλος Ιουνίου 1995. Επομένως, υπήρξε πρόδηλη υπέρβαση αυτής της προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής.
19 Η προσφεύγουσα, καίτοι η Επιτροπή ανέφερε ρητώς στην ένσταση απαραδέκτου το σχετικό ενδεχόμενο, δεν προέβαλε, με τις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως, την ύπαρξη τυχαίου συμβάντος, ανωτέρας βίας ή συγγνωστής πλάνης, τα οποία θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την εν λόγω υπέρβαση της προθεσμίας.
20 Στον βαθμό που η προσφεύγουσα αναφέρει δημόσιες δηλώσεις του Van Miert ή συχνές επαφές με την Επιτροπή, μεταγενέστερες της οχλήσεως, στις οποίες στηρίχθηκε η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της, οπότε μπόρεσε να θεωρήσει ότι είχε τη δυνατότητα να καθυστερήσει την άσκηση της προσφυγής της, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η έννοια της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προϋποθέτει ότι ο ενδιαφερόμενος έχει προσδοκίες στηριζόμενες σε συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις που του έχουν παράσχει οι κοινοτικές υπηρεσίες (απόφαση του Πρωτοδικείου της 19ης Μαΐου 1994, Τ-465/93, Consorzio gruppo di azione locale "Murgia Messapica" κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-361, σκέψη 67). Ενόψει όμως της γενικότητας των εν λόγω δημοσίων δηλώσεων, δεν μπορεί εν προκειμένω να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή παρέσχε συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις σχετικά με τον ειδικό φάκελο της προσφεύγουσας, διαβεβαιώσεις οι οποίες θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την ανωτέρω διαπιστωθείσα υπέρβαση της προθεσμίας. Επιπλέον, ενδεχόμενες μεταγενέστερες της οχλήσεως επαφές μεταξύ της Επιτροπής και της προσφεύγουσας δεν αποκλείουν την τήρηση των προθεσμιών του άρθρου 175 της Συνθήκης.
21 Όσον αφορά την παραπομπή που κάνει η προσφεύγουσα στην προπαρατεθείσα απόφαση ENU κατά Επιτροπής (σκέψεις 23 και 24), αρκεί να υπενθυμιστεί ότι η "εύλογη προθεσμία" περί της οποίας επρόκειτο στην υπόθεση εκείνη δεν ήταν η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής που προβλέπεται στο άρθρο 175, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, δεδομένου ότι αυτή η προθεσμία των τεσσάρων μηνών είχε απολύτως τηρηθεί στην υπόθεση εκείνη. Επρόκειτο μάλλον για την προθεσμία εντός της οποίας το εμπλεκόμενο κοινοτικό όργανο πρέπει να κληθεί να επιληφθεί του θέματος για να θεωρηθεί ότι έχει εγκύρως οχληθεί. Κατόπιν της διαπιστώσεως αυτής, το επιχείρημα που η προσφεύγουσα επιχειρεί να αντλήσει από την απόφαση ENU κατά Επιτροπής πρέπει να θεωρηθεί αλυσιτελές.
22 Στον βαθμό που η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, τέλος, ότι ακόμη και η κοινοποίηση της προσφυγής συνιστά πρόσκληση προς ενέργεια, οπότε οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 175 της Συνθήκης πληρούνται εν προκειμένω, πρέπει να τονιστεί ότι η συλλογιστική αυτή αντικρούεται τόσο από το γράμμα όσο και από την οικονομία της διατάξεως αυτής. Δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις του παραδεκτού μιας προσφυγής είναι δημοσίας τάξεως, ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί να τις ερμηνεύει ευρέως, όπως θα επιθυμούσε η προσφεύγουσα, και να δέχεται τύποις μια προώρως ασκηθείσα προσφυγή.
23 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η προσφυγή κατά παραλείψεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
24 Αντιθέτως, η ένσταση απαραδέκτου όσον αφορά την αγωγή αποζημιώσεως πρέπει να συνεξεταστεί με την ουσία της αγωγής.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει ως απαράδεκτη την προσφυγή με την οποία ζητείται να διαπιστωθεί παράλειψη της Επιτροπής.
2) Όσον αφορά την αγωγή αποζημιώσεως, η ένσταση απαραδέκτου της εναγομένης θα συνεξεταστεί με την ουσία της αγωγής.
3) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 11 Μαρτίου 1996.
Full & Egal Universal Law Academy