Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ασφαλιστικά μέτρα * Προϋποθέσεις παραδεκτού * Εκτίμηση στην περίπτωση αιτήσεως για παροχή προστασίας έναντι μελλοντικής ζημίας που μπορεί να είναι σοβαρή και ανεπανόρθωτη
2. Ασφαλιστικά μέτρα * Αρμοδιότητα του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή * Έκδοση διαταγών προσωρινού χαρακτήρα * Πρόσκληση για την τήρηση των υφισταμένων κανόνων
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 186 Οργανισμός (ΕΚ) του Δικαστηρίου, άρθρο 36]
3. Ασφαλιστικά μέτρα * Προσωρινά μέτρα * Προϋποθέσεις χορηγήσεως * "Fumus boni juris" * Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία * Διακύβευση της τιμής και της επαγγελματικής υπολήψεως ενός υπαλλήλου από πληροφορίες που ανακοινώνονται από συναδέλφους του χωρίς την ενδεδειγμένη αντίδραση του οικείου κοινοτικού οργάνου * Πρόσκληση από τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή προς το οικείο όργανο να παύσει αυτή η ανακοίνωση τέτοιων πληροφοριών * Προσφυγή στην επιβολή χρηματικής ποινής * Αποκλείεται
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 PAR 2)
Περίληψη
1. Η υποβληθείσα από υπάλληλο αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με το άρθρο 186 της Συνθήκης, αίτηση η οποία συνδέεται με αυτοτελές αίτημα αποζημιώσεως για ζημία που ο αιτών ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί από πράξεις οι οποίες, εκ πρώτης όψεως, δεν μπορούν να προσβληθούν στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως, και η οποία σκοπεί στην πρόληψη επελεύσεως μελλοντικών ζημιών, δεν πρέπει, έστω και αν υφίστανται αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό της κύριας προσφυγής, και τούτο λόγω της μη κινήσεως μιας προ της ασκήσεως ένδικης προσφυγής διαδικασίας η οποία να είναι σύμφωνη προς τις επιταγές του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, να απορριφθεί από τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή ως απαράδεκτη.
Πράγματι, το γεγονός ότι ο αιτών δεν κίνησε, ενδεχομένως, την προ της ασκήσεως ένδικης προσφυγής διοικητική διαδικασία δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση, να στερήσει τον ενδιαφερόμενο από τη δυνατότητα να πετύχει τη λήψη μέτρου σκοπούντος στην αποφυγή μελλοντικής ζημίας, η οποία θα μπορούσε να είναι σοβαρή και ανεπανόρθωτη, και τούτο διότι, στο πλαίσιο του κοινοτικού συστήματος ένδικης επιλύσεως των διαφορών, η διαδικασία λήψεως ασφαλιστικών μέτρων έχει, ακριβώς, ως αντικείμενο και σκοπό να καθίσταται δυνατή η άμεση λήψη προσωρινών μέτρων δικαιολογουμένων από τον επείγοντα χαρακτήρα της υποθέσεως, πράγμα που επιρρωννύει την παρεχόμενη από το άρθρο 91, παράγραφος 4, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής χωρίς να έχει τερματιστεί η προ της ασκήσεως ένδικης προσφυγής διαδικασία όταν σ' αυτήν την προσφυγή είναι συνημμένη αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων.
2. Το άρθρο 186 της Συνθήκης παρέχει στον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων κοινοτικό δικαστή την αρμοδιότητα να επιτάσσει τα αναγκαία προσωρινά μέτρα, πράγμα που επιτρέπει στον δικαστή αυτόν να προσφεύγει σε διάφορα είδη παρεμβάσεως προκειμένου να αντιμετωπίζονται οι ειδικές απαιτήσεις κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Η εν λόγω αρμοδιότητα ναι μεν συνεπάγεται, δυνάμει του άρθρου 36 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, την εξουσία εκδόσεως διαταγών προσωρινού χαρακτήρα ουδόλως προδικαζουσών την απόφαση που πρόκειται να εκδοθεί στην κύρια δίκη, πλην όμως συνεπάγεται επίσης την ευχέρεια της απευθύνσεως απλής προσκλήσεως προς τήρηση των υφισταμένων κανόνων, και τούτο διότι μια τέτοια πρόσκληση μπορεί να αποτελεί κατάλληλο μέσο, σύμφωνο προς τις αρχές που διέπουν τη διαδικασία λήψεως ασφαλιστικών μέτρων και ικανό να διασφαλίζει προσωρινώς την κατάλληλη έννομη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούντος.
3. Σε μια κατάσταση, όπου δεν αμφισβητείται, αφενός, ότι αρκετές πληροφορίες και σχόλια προερχόμενα από υπαλλήλους, των οποίων η ταυτότητα δεν είναι, καταρχήν, γνωστή, έχουν δημοσιευθεί στον Τύπο και ότι αυτές οι πληροφορίες και σχόλια θίγουν την προσωπικότητα, την υγεία και τα επαγγελματικά προσόντα ενός συναδέλφου τους και, αφετέρου, ότι το οκείο κοινοτικό όργανο δεν έχει εισέτι λάβει κανένα κατάλληλο μέτρο προκειμένου να αποφευχθεί μια τέτοια διαρροή πληροφοριών, επιβάλλεται ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής, εφόσον τέτοιες πληροφορίες είναι δυνατόν, καθώς θίγουν την τιμή και την επαγγελματική υπόληψη του ενδιαφερομένου, να προκαλέσουν στον εν λόγω υπάλληλο ζημία όχι μόνο σοβαρή αλλά και ανεπανόρθωτη, να καλέσει το κοινοτικό όργανο να λάβει όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου να μην ανακοινωθεί από το προσωπικό του, στο πλαίσιο επαφών με τον Τύπο ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο, καμιά πληροφορία σχετική με τη σταδιοδρομία του ενδιαφερομένου, την προσωπικότητά του, τις γνώμες του ή την υγεία του και η οποία θα μπορούσε να θίξει, άμεσα ή έμμεσα, την προσωπική και επαγγελματική του υπόληψη.
Αντιθέτως, ελλείψει οποιουδήποτε στοιχείου το οποίο να επιτρέπει να υποτεθεί ότι το οικείο κοινοτικό όργανο δεν θα εκπληρώσει τις έναντι του ενδιαφερομένου υποχρεώσεις του σύμφωνα με το περιεχόμενο της διατάξεως περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, η προσφυγή στην επιβολή χρηματικής ποινής, προκειμένου να ασκηθεί πίεση στο κοινοτικό όργανο, αποκλείεται.
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-203/95 R,
Bernard Connolly, μόνιμος υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Everberg (Βέλγιο), εκπροσωπούμενος από τους Jacques Sambon και Pierre-Paul van Gehuchten, δικηγόρους Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Louis Schiltz, 2, rue du Fort Reinsheim,
αιτών,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους Gianluigi Valsesia, κύριο νομικό σύμβουλο, και Julian Currall, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gomez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων με σκοπό, αφενός, να απαγορευθεί στην Επιτροπή να ανακοινώσει στα όργανα του Τύπου τόσο στοιχεία σχετικά με την πειθαρχική διαδικασία που έχει κινηθεί κατά του αιτούντος, για όσο διάστημα η διαδικασία αυτή θα είναι εκκρεμής, όσο και στοιχεία σχετικά με τη σταδιοδρομία του, την προσωπικότητά του, τις γνώμες του ή την υγεία του, καθώς και να υποχρεωθεί το εν λόγω όργανο να λάβει όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου κανένα από τα στοιχεία αυτά να μη δημοσιοποιηθεί και, αφετέρου, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να καταβάλει στον αιτούντα χρηματική ποινή ύψους 100 000 βελγικών φράγκων (BFR) για κάθε παράβαση που θα διαπράττεται μετά την ημερομηνία εκδόσεως της παρούσας διατάξεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 27 Οκτωβρίου 1995, ο αιτών άσκησε, δυνάμει του άρθρου 91, παράγραφος 4, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), προσφυγή με την οποία ζητεί, αφενός, την ακύρωση των αποφάσεων της Επιτροπής σχετικά με την κίνηση κατ' αυτού πειθαρχικής διαδικασίας, τη θέση του σε αργία και την παραπομπή του στο πειθαρχικό συμβούλιο, που φέρουν ημερομηνία, αντιστοίχως, 6 Σεπτεμβρίου 1995, 27 Σεπτεμβρίου 1995 και 4 Οκτωβρίου 1995, και αφετέρου, να υποχρεωθεί το ίδιο όργανο να του καταβάλει ποσό 750 000 BFR ως αποζημίωση. Ο αιτών ζητεί επίσης από το Πρωτοδικείο να διατάξει την δημοσίευση του διατακτικού της αποφάσεως, εξόδοις της Επιτροπής, σε τρία όργανα του Τύπου.
2 Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου επίσης στις 27 Οκτωβρίου 1995, ο αιτών υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 91, παράγραφος 4, του ΚΥΚ, αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων προκειμένου, αφενός, να απαγορευθεί στην Επιτροπή να ανακοινώσει στα όργανα του Τύπου τόσο στοιχεία σχετικά με την πειθαρχική διαδικασία που έχει κινηθεί κατ' αυτού για όσο διάστημα η διαδικασία αυτή θα είναι εκκρεμής όσο και στοιχεία σχετικά με τη σταδιοδρομία του, την προσωπικότητά του, τις γνώμες του ή την υγεία του καθώς και να υποχρεωθεί η Επιτροπή να λάβει όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία ώστε κανένα από τα στοιχεία αυτά να μην δημοσιοποιηθεί, και προκειμένου, αφετέρου, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να του καταβάλει χρηματική ποινή 100 000 BFR για κάθε παράβαση που θα διαπιστώνεται μετά την ημερομηνία εκδόσεως της παρούσας διατάξεως.
3 Η Επιτροπή υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επ' αυτής της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων στις 9 Νοεμβρίου 1995.
4 Πριν εξεταστεί το βάσιμο της υπό κρίση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, πρέπει να υπομνηστεί το ιστορικό της διαφοράς, όπως αυτό προκύπτει από τα υπομνήματα των διαδίκων.
5 Ο αιτών, μόνιμος υπάλληλος βαθμού Α 4, κλιμάκιο 4, της Επιτροπής, είναι προϊστάμενος της μονάδας "ΕΝΣ, εθνικές και κοινοτικές νομισματικές πολιτικές", στη διεύθυνση Δ "Νομισματικά θέματα" της Γενικής Διευθύνσεως Οικονομικές και χρηματοδοτικές υποθέσεις.
6 Στις 24 Απριλίου 1995 ο Connolly υπέβαλε αίτηση αδείας άνευ αποδοχών για περίοδο τριών μηνών, δηλώνοντας ότι οι λόγοι για τους οποίους ζητούσε μια τέτοια άδεια ήταν: α) να βοηθήσει, κατά τη διάρκεια των σχολικών διακοπών, το τέκνο του προκειμένου αυτό να προετοιμαστεί για την εισαγωγή του σε πανεπιστήμιο του Ηνωμένου Βασιλείου, β) να καταστεί δυνατό στον πατέρα του να περάσει λίγο χρόνο μαζί τους, γ) να αφιερώσει ορισμένο χρόνο προβληματιζόμενος πάνω σε θέματα οικονομικής και πολιτικής θεωρίας καθώς και να "αποκαταστήσει τις σχέσεις του με την φιλολογία". Η Επιτροπή του χορήγησε την άδεια αυτή με απόφαση της 2ας Ιουνίου 1995.
7 Με επιστολή της 18ης Αυγούστου 1995, ο Connolly ζήτησε να επανέλθει στην υπηρεσία της Επιτροπής μετά τη λήξη της αδείας του άνευ αποδοχών. Η Επιτροπή τον επανέφερε στη θέση του, από τις 4 Οκτωβρίου 1995, με απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1995.
8 Κατά τη διάρκεια της αδείας του άνευ αποδοχών, ο Connolly δημοσίευσε βιβλίο με τίτλο The rotten heart of Europe. The dirty war for Europe' s money, χωρίς να ζητήσει προηγούμενη άδεια όπως προβλέπεται από το άρθρο 17, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ.
9 Στις αρχές Σεπτεμβρίου, συγκεκριμένα από τις 4 έως τις 10 Σεπτεμβρίου 1995, δημοσιεύθηκε στον ευρωπαϊκό, και κυρίως στον αγγλικό, Τύπο μια σειρά άρθρων σχετικά με το βιβλίο αυτό.
10 Με έγγραφο της 6ης Σεπτεμβρίου 1995, ο De Koster, γενικός διευθυντής προσωπικού και διοικήσεως, ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) πληροφόρησε τον αιτούντα ότι είχε κινηθεί κατ' αυτού πειθαρχική διαδικασία, λόγω ενδεχομένης παραβάσεως των άρθρων 11, 12 και 17 του ΚΥΚ.
11 Η ΑΔΑ κάλεσε τον αιτούντα δύο φορές σε ακρόαση, κατά την έννοια του άρθρου 87, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ, την πρώτη στις 12 και τη δεύτερη στις 26 Σεπτεμβρίου 1995. Και τις δύο φορές ο αιτών κατέθεσε γραπτή δήλωση και αρνήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν.
12 Με απόφαση της ΑΔΑ της 27ης Σεπτεμβρίου 1995, ο Connolly τέθηκε σε αργία από τις 3 Οκτωβρίου 1995.
13 Η υπόθεση παραπέμφθηκε στο πειθαρχικό συμβούλιο στις 4 Οκτωβρίου 1995.
14 Με έγγραφο της 18ης Οκτωβρίου 1995, ο αιτών υπέβαλε στην ΑΔΑ διοικητική ένσταση, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, κατά των αποφάσεων του οργάνου αυτού να κινήσει πειθαρχική διαδικασία και να παραπέμψει την υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο, καθώς και κατά της προαναφερθείσας αποφάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1995 να τεθεί αυτός σε αργία. Εξάλλου, καταγγέλλοντας τις δημοσιευθείσες στον Τύπο δηλώσεις σχετικά με την εντιμότητα, την υγεία και την επαγγελματική του υπόληψη, ο αιτών ισχυρίστηκε, στο ίδιο έγγραφο, ότι η πειθαρχική διαδικασία είχε "κινηθεί σε ένα κλίμα που ακριβώς το άρθρο 24 του ΚΥΚ επιβάλλει στην Επιτροπή να αποφεύγει". Κατά συνέπεια, ο αιτών ζήτησε από το όργανο αυτό να τον "επικουρήσει όσον αφορά κάθε δίωξη κατά των δραστών απειλών, προσβολών, ύβρεων, δυσφημίσεων που είναι πράξεις ασυμβίβαστες με οποιαδήποτε πρωτοβουλία λογικής και αποτελεσματικής διοικήσεως".
Σκεπτικό
15 Δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 4 της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΧ,ΕΟΚ, Ευρατόμ, του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 319, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 93/350/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ L 144, σ. 21), και με την απόφαση 94/149/ΕΚΑΧ, ΕΚ του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 1994 (ΕΕ L 66, σ. 29), το Πρωτοδικείο δύναται, εφόσον εκτιμά ότι οι περιστάσεις το απαιτούν, να διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή να επιτάσσει τη λήψη των αναγκαίων προσωρινών μέτρων.
16 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου προβλέπει ότι στις αιτήσεις λήψεως προσωρινών μέτρων που μνημονεύονται στα άρθρα 185 και 186 της Συνθήκης πρέπει να προσδιορίζεται το αντικείμενο της διαφοράς, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Τα αιτούμενα μέτρα πρέπει να είναι προσωρινού χαρακτήρα καθόσον δεν πρέπει να προδικάζουν την απόφαση επί της ουσίας (βλ., ως πλέον πρόσφατη, τη διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 7ης Νοεμβρίου 1995, Τ-168/95 R, Eridania κ.λπ. κατά Συμβουλίου, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 14).
* Επί του παραδεκτού
17 Η Επιτροπή προβάλλει, κατά κύριο λόγο, το απαράδεκτο της υπό κρίση αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων. Συναφώς, επικαλείται, αφενός, τον σύνδεσμο που παρουσιάζει η αίτηση αυτή με ορισμένα από τα αιτήματα της κύριας προσφυγής τα οποία είναι προφανώς απαράδεκτα και, αφετέρου, την έλλειψη αρμοδιότητας του επιληφθέντος δικαστή.
18 Όσον αφορά τον ισχυρισμό που αντλείται από τον σύνδεσμο μεταξύ της κύριας προσφυγής και της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, η καθής παρατηρεί ότι η κύρια προσφυγή του Connolly είναι εν μέρει απαράδεκτη εφόσον με αυτήν σκοπείται η ακύρωση τριών αποφάσεων της Επιτροπής, εκ των οποίων δύο * συγκεκριμένα αυτές που περιλαμβάνονται στα υπηρεσιακά έγγραφα της 6ης Σεπτεμβρίου 1995 και της 4ης Οκτωβρίου 1995 * είναι προσωρινού χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατό να προσβληθούν. Επομένως, η κύρια προσφυγή είναι παραδεκτή μόνο σε σχέση με το αίτημα της ακυρώσεως της αποφάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1995, με την οποία ο αιτών ετέθη σε αργία. Εξ αυτού έπεται ότι η υπό κρίση αίτηση ασφαλιστικών μέτρων είναι απαράδεκτη και τούτο για τον λόγο ότι δεν παρουσιάζει, κατά την Επιτροπή, κανένα σύνδεσμο με την αίτηση ακυρώσεως της εν λόγω αποφάσεως περί θέσεως σε αργία, αλλά αφορά μάλλον τα άλλα αιτήματα της κύριας προσφυγής που είναι, αυτά καθ' εαυτά, προδήλως απαράδεκτα.
19 Το δικάζον κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστήριο διαπιστώνει ότι, εκ πρώτης όψεως, ένα μέρος των ακυρωτικών αιτημάτων της κύριας προσφυγής είναι προδήλως απαράδεκτο. Πράγματι, η μόνη βλαπτική πράξη την οποία ο αιτών προσβάλλει στο πλαίσιο της κύριας προσφυγής είναι η απόφαση περί θέσεως σε αργία της 27ης Σεπτεμβρίου 1995, απόφαση η οποία, εξάλλου, δεν μνημονεύεται στην αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων. Οι άλλες αποφάσεις της Επιτροπής, των οποίων ο αιτών ζητεί την ακύρωση με την κύρια προσφυγή του, δηλαδή η απόφαση να κινηθεί κατ' αυτού πειθαρχική διαδικασία καθώς και η απόφαση περί παραπομπής στο πειθαρχικό συμβούλιο, με ημερομηνία, αντιστοίχως, 6 Σεπτεμβρίου 1995 και 4 Οκτωβρίου 1995, αποτελούν προπαρασκευαστικές πράξεις ληφθείσες στο πλαίσιο μιας πειθαρχικής διαδικασίας και, ως εκ τούτου, αυτές δεν είναι δυνατόν, prima facie, να προσβληθούν (συναφώς, βλ. ιδίως την απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Ιουνίου 1990, Τ-32/89 και Τ-39/89, Μαρκόπουλος κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-281, σκέψη 21). Εξ αυτού έπεται ότι η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, κατά το μέτρο που συνδέεται με τα αφορώντα τις τελευταίες αυτές αποφάσεις ακυρωτικά αιτήματα, πρέπει να απορριφθεί.
20 Ωστόσο, το δικάζον κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστήριο διαπιστώνει εν προκειμένω ότι η αίτηση για προσωρινά μέτρα συνδέεται με το αίτημα αποζημιώσεως που έχει επίσης υποβληθεί από τον Connolly στο πλαίσιο της ίδιας κύριας προσφυγής. Πράγματι, το αίτημα αυτό αφορά, όπως και η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, μια υλική και ηθική ζημία που ο Connolly υποστηρίζει ότι υπέστη λόγω της δημοσιεύσεως στον Τύπο διαφόρων στοιχείων και σχολίων σχετικών όχι μόνο με την πειθαρχική διαδικασία της οποίας αυτός αποτελεί το αντικείμενο αλλά και το πρόσωπο, την υγεία και τις επαγγελματικές του ιδιότητες.
21 Πρέπει να επισημανθεί ότι είναι δυνατόν να υπάρξουν αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό ενός τέτοιου αιτήματος αποζημιώσεως. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, για να είναι παραδεκτό το αίτημα αποζημιώσεως με το οποίο ένας υπάλληλος ζητεί την αποκατάσταση της ζημίας που εκτιμά ότι έχει υποστεί λόγω ορισμένων πράξεων ενός οργάνου, οι οποίες δεν αποτελούν βλαπτικές πράξεις πρέπει να έχει υποχρεωτικώς προηγηθεί διοικητική διαδικασία σύμφωνα με τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ, διαδικασία η οποία περιλαμβάνει δύο φάσεις, συγκεκριμένα αίτηση και, στη συνέχεια, διοικητική ένσταση κατά της ρητής ή σιωπηράς απορρίψεως της αιτήσεως αυτής (βλ., ιδίως, την απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Οκτωβρίου 1992, Τ-84/91, Meskens κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-2335, σκέψη 33).
22 Εν προκειμένω, ο αιτών, με το αίτημά του αποζημιώσεως, αφενός, αναφέρεται σε επιτραπείσες και μη επιτραπείσες δηλώσεις της Επιτροπής και των υπαλλήλων της οι οποίες, κατ' αυτόν, προσβάλλουν την τιμή και την επαγγελματική του υπόληψη και, αφετέρου, επικαλείται παράβαση του καθήκοντος αρωγής που προβλέπεται από το άρθρο 24 του ΚΥΚ. Ωστόσο, ο αιτών, πριν θέσει υπό την κρίση του Πρωτοδικείου αυτό το αίτημα αποζημιώσεως, δεν υπέβαλε προηγουμένως στην Επιτροπή κανένα ρητό, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, αίτημα με το οποίο να την καλεί να του αποκαταστήσει τη ζημία που αυτός εκτιμά ότι υπέστη ή μπορούσε να έχει υποστεί λόγω των προμνημονευθεισών δηλώσεων. Πράγματι, με την επιστολή που απηύθηνε στην Επιτροπή στις 18 Οκτωβρίου 1995, ο αιτών ζήτησε από το όργανο αυτό να του παράσχει μόνο βοήθεια, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 24 του ΚΥΚ, όσον αφορά κάθε δίωξη εναντίον αυτών που είχαν προβεί στις δηλώσεις ή των υπευθύνων ενεργειών που υπήρξαν ασυμβίβαστες ιδίως με την αρχή της χρηστής διοικήσεως. Προκειμένου, ειδικότερα, περί του ζητήματος της αποζημιώσεως, από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο Connolly αναφέρθηκε στην προμνημονευθείσα ζημία αποκλειστικώς με την επιστολή του της 18ης Οκτωβρίου 1995, όπου επισήμανε ότι τα δημοσιευθέντα στον Τύπο στοιχεία "θίγουν την προσωπική (του) υπόληψη, την υγεία (του) και το επαγγελματικό (του) κύρος". Με το έγγραφο αυτό ο αιτών περιορίστηκε στο να μνημονεύσει τον "εντόνως ζημιογόνο" χαρακτήρα τέτοιων ενεργειών και να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαιώματά του σχετικά με μεταγενέστερη αγωγή αποζημιώσεως. Εν τούτοις, όποιες και αν είναι οι αμφιβολίες που ανακύπτουν από το ζήτημα του παραδεκτού του αιτήματος αποζημιώσεως, αμφιβολίες που θα επιλυθούν από το δικαστήριο που θα εκδικάσει την κύρια προσφυγή, δεν προκύπτει ωστόσο, εκ πρώτης όψεως, ότι, στο πλαίσιο της υπό κρίση διαφοράς, το εν λόγω αίτημα είναι προδήλως απαράδεκτο. Εξ αυτού έπεται ότι η αίτηση λήψεως προσωρινού μέτρου δεν μπορεί, για τον λόγο αυτόν, να απορριφθεί.
23 Εν πάση περιπτώσει, ενόψει της ιδιαιτερότητας της υποθέσεως, φαίνεται λογικό να αναγνωριστεί το έννομο συμφέρον που έχει ο προσφεύγων να εξεταστεί η αίτηση προσωρινών μέτρων από το δικάζον κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστήριο, και τούτο δοθέντος ότι η αίτηση αυτή, αφενός, συνδέεται με αυτοτελές αίτημα αποζημιώσεως για ζημία που ο αιτών προβάλλει ότι υπέστη από πράξεις οι οποίες, prima facie, δεν είναι δυνατό να προσβληθούν με προσφυγή ακυρώσεως, και, αφετέρου, σκοπεί στην πρόληψη επελεύσεως μελλοντικών ζημιών. Πράγματι, το γεγονός ότι ο αιτών παρέλειψε ίσως εν προκειμένω να ακολουθήσει την προ της ασκήσεως ένδικης προσφυγής διοικητική διαδικασία δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση, να τον στερήσει από τη δυνατότητα να πετύχει τη λήψη μέτρου σκοπούντος στην αποφυγή μελλοντικής ζημίας, η οποία θα μπορούσε να είναι σοβαρή και ανεπανόρθωτη. Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, στο πλαίσιο του κοινοτικού συστήματος ένδικης επιλύσεως των διαφορών, η διαδικασία λήψεως ασφαλιστικών μέτρων έχει, ακριβώς, ως αντικείμενο και σκοπό να καθίσταται δυνατή η άμεση λήψη προσωρινών μέτρων δικαιολογουμένων από το επείγον της υποθέσεως. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το άρθρο 91, παράγραφος 4, του ΚΥΚ, το οποίο ρητώς προβλέπει τη δυνατότητα παρεκκλίσεως από τις προϋποθέσεις παραδεκτού μιας προσφυγής που έχουν ακριβώς σχέση με την τήρηση της προ της ασκήσεως της ένδικης προσφυγής διαδικασίας, επιτρέποντας στους υπαλλήλους να ασκούν προσφυγή ενώπιον του κοινοτικού δικαστή αμέσως μετά την υποβολή στην ΑΔΑ διοικητικής ενστάσεως, όταν, στην εν λόγω προσφυγή επισυνάπτεται αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων.
24 Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο απαραδέκτου, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων αποτελεί αίτηση εκδόσεως διαταγής η οποία είναι, αυτή καθ' εαυτή, απαράδεκτη, και τούτο λόγω του ότι το Πρωτοδικείο δεν είναι αρμόδιο να απευθύνει διαταγές στα κοινοτικά όργανα. Επιπλέον, κατά την καθής, τα αιτούμενα προσωρινά μέτρα αφορούν την υποχρέωση τηρήσεως του επαγγελματικού απορρήτου, πράγμα που προβλέπεται ήδη από τον ΚΥΚ και, ως εκ τούτου, τα εν λόγω μέτρα δεν μπορούν να έχουν αυτοτελές περιεχόμενο σε σχέση με την ήδη υφιστάμενη αυτή υποχρέωση.
25 Και ο δεύτερος αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί. Πράγματι, το άρθρο 186 της Συνθήκης αναγνωρίζει στον κοινοτικό δικαστή την αρμοδιότητα να επιτάσσει τα αναγκαία προσωρινά μέτρα, ενώ μια τέτοια αρμοδιότητα συνεπάγεται, δυνάμει του άρθρου 36 του Οργανισμού (ΕΚ) του Δικαστηρίου, εξουσία να εκδίδει διαταγές έχουσες προσωρινό χαρακτήρα και ουδόλως προδικάζουσες την απόφαση που πρόκειται να εκδοθεί στην κύρια δίκη.
Εξάλλου, αντίθετα προς ό,τι ισχυρίζεται η Επιτροπή, το γεγονός ότι ο αιτών αξιώνει, προς προάσπιση των δικαιωμάτων του, την εκ μέρους της διοικήσεως εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αυτή υπέχει δυνάμει των ισχυόντων σχετικών κανόνων (όπως η εκπλήρωση, σε όλα τα επίπεδα, του καθήκοντος της μη διαδόσεως απορρήτων πληροφοριών σχετικών με το προσωπικό), δεν σημαίνει ότι το αιτούμενο μέτρο μπορεί να χαρακτηριστεί ως "διαταγή", κατά την στενή έννοια του όρου και, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί ως άσχετο προς τις αρμοδιότητες του κοινοτικού δικαστή. Πράγματι, πρόκειται για απλή υπόμνηση τηρήσεως κανόνων δικαίου η οποία, αυτή καθ' εαυτή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κάποιο είδος επιταγής, και τούτο εν όψει του γεγονότος ότι η συμμόρφωση της διοικήσεως προς τους σχετικούς κανόνες αποτελεί το σύνηθες πρότυπο της δράσεώς της.
Συναφώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι το δικάζον κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστήριο μπορεί να προβαίνει όχι μόνο σε διάφορες μορφές παρεμβάσεως προκειμένου να ικανοποιούνται οι ειδικές απαιτήσεις κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως, αλλά και σε απλή πρόσκληση προς τήρηση των υφισταμένων διατάξεων. Πράγματι, μια τέτοια πρόσκληση μπορεί να αποτελεί το κατάλληλο μέσον, το οποίο θα ανταποκρίνεται στις αρχές που διέπουν τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και θα είναι ικανό να διασφαλίζει προσωρινώς την κατάλληλη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούντος.
* Επί του fumus boni juris και του επείγοντος
Τα επιχειρήματα των διαδίκων
26 Προς στήριξη της αιτήσεως προσωρινών μέτρων, ο αιτών προβάλλει ένα μόνον ισχυρισμό και δη παράβαση των άρθρων 24 και 87, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, των διατάξεων του παραρτήματος ΙΧ, ιδίως του άρθρου 8, δεύτερο εδάφιο, και των αρχών που έχουν διατυπωθεί με το υπηρεσιακό έγγραφο της 24ης Νοεμβρίου 1983 του Προέδρου της Επιτροπής και ενός μέλους του οργάνου αυτού επιφορτισμένου με ζητήματα προσωπικού, σχετικά με την πολιτική της Επιτροπής επί πειθαρχικής φύσεως θεμάτων, κατά το μέτρο που όλες αυτές οι διατάξεις προβλέπουν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα της πειθαρχικής διαδικασίας.
27 Όσον αφορά την υπό κρίση περίπτωση, η Επιτροπή φέρεται, αφενός, ότι άφησε να κυκλοφορήσει εντός του οργάνου η δήλωση του αιτούντος με ημερομηνία 12 Σεπτεμβρίου 1995 και, αφετέρου, ότι ανακοίνωσε στον Τύπο όλες τις φάσεις της πειθαρχικής διαδικασίας. Πιο συγκεκριμένα, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής φέρεται ότι διέδωσε ότι, στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας, θα ελαμβάνετο απόφαση για τον αιτούντα ύστερα από τη διατύπωση γνώμης του πειθαρχικού συμβουλίου. Εξάλλου, το εν λόγω πρόσωπο φέρεται ότι δήλωσε ότι "the question must be asked whether you have a place in this institution" και ότι "if I had all these fears, I would hand in my resignation this afternoon". Επιπλέον, ο Connolly υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το φύλλο της 8ης Σεπτεμβρίου 1995 της εφημερίδας The Times, ο Πρόεδρος της Επιτροπής φέρεται ότι εδήλωσε ότι "there was no place in his organisation for senior employees who were so vehementely opposed to everything the Union stood for". Εξάλλου, ο αιτών προσκόμισε αντίγραφο του εβδομαδιαίου περιοδικού European Voice της 5ης Οκτωβρίου 1995 όπου περιέχεται ένα σύντομο άρθρο στο οποίο επαναλαμβάνονται ορισμένες δηλώσεις του μέλους της Επιτροπής του αρμόδιου για ζητήματα του προσωπικού. Το εν λόγω πρόσωπο δηλώνει, υπογραμμίζοντας άλλωστε ότι πρόκειται για όλως προσωπικές απόψεις, ότι θεωρεί το περιεχόμενο του βιβλίου του Connolly επιζήμιο για τα συμφέροντα της Κοινότητας. Παρ' όλα αυτά, το εν λόγω μέλος της Επιτροπής προσθέτει ότι η Επιτροπή, ως κοινοτικό όργανο, δεν πρέπει να λάβει μέρος στις συζητήσεις που έχουν προκληθεί από τη δημοσίευση του εν λόγω βιβλίου, και τούτο δοθέντος ότι η διαγωγή του Connolly πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο πειθαρχικής διαδικασίας.
Εξάλλου, κατά τον αιτούντα, η καθής δεν έλαβε κανένα μέτρο για να αποφύγει τη διάδοση και τη δημοσιοποίηση εκ μέρους του δικού της προσωπικού μιας ολόκληρης σειράς πληροφοριών σχετικών όχι μόνο με την εν λόγω πειθαρχική διαδικασία αλλά και το πρόσωπο, την υγεία και την επαγγελματική του υπόληψη.
28 Τέτοιες ενέργειες της Επιτροπής υποστηρίζεται ότι προκάλεσαν σοβαρή ζημία στον αιτούντα. Πράγματι, αφενός, οι προμνημονευθείσες πληροφορίες όσο και άλλες πληροφορίες σχετικές με τον αιτούντα, που δημοσιεύθηκαν στον Τύπο, φέρεται ότι έθιξαν σοβαρώς την τιμή και την υπόληψή του, τόσο την προσωπική όσο και την επαγγελματική. Αφετέρου, μια τέτοια εκστρατεία του Τύπου είχε, κατά τον αιτούντα, ως αποτέλεσμα να περιορίσει την ελευθερία εκτιμήσεως του πειθαρχικού συμβουλίου και να το προσανατολίσει προς μια καταδικαστική απόφαση.
29 Ο Connolly ισχυρίζεται ότι υπάρχει κίνδυνος η ζημία που έχει ήδη υποστεί να επιδεινωθεί σημαντικά αν αυτή η εκστρατεία του Τύπου συνεχιστεί. Επομένως, ο επείγων χαρακτήρας των αιτουμένων μέτρων προκύπτει από την ανάγκη αποφυγής σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας, ιδίως ενόψει του γεγονότος ότι η κατ' αυτού πειθαρχική διαδικασία δεν έχει ακόμα περατωθεί.
30 Η Επιτροπή ανταπαντά ότι η "εκστρατεία του Τύπου" στην οποία αναφέρεται ο αιτών συνίσταται, στην πραγματικότητα, σε τρεις και μόνον δηλώσεις, που έχουν γίνει, αντιστοίχως, από τον Πρόεδρο, το αρμόδιο για ζητήματα προσωπικού μέλος της Επιτροπής και τον εκπρόσωπο της Επιτροπής, δηλώσεις οι οποίες, επιπλέον, είναι σαφώς ανεπίσημες.
Προκειμένου περί των δηλώσεων του εκπροσώπου της Επιτροπής, η καθής παρατηρεί, αφενός, ότι αυτές περιορίζονται στη διευκρίνιση ότι η σχετική με την πειθαρχική κύρωση απόφαση ανήκει στην Επιτροπή, κατόπιν διατυπώσεως γνώμης του πειθαρχικού συμβουλίου, και, αφετέρου, ότι γίνεται μόνον αναφορά στη δυνατότητα επιβολής κυρώσεως σε βάρος του Connolly. Το γεγονός ότι ο εκπρόσωπος υποστήριξε ότι η εκφρασθείσα στο επίμαχο βιβλίο άποψη δεν συμβιβάζεται με την πολιτική της Κοινότητας ουδεμία ασκεί επιρροή από την άποψη της πειθαρχικής διαδικασίας. Προκειμένου περί του σχολίου του Προέδρου της Επιτροπής, όπως αυτό δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 8ης Σεπτεμβρίου 1995 της εφημερίδας The Times, η Επιτροπή παρατηρεί ότι με το σχόλιο αυτό επιδιώχθηκε αποκλειστικώς να υπογραμμιστεί ότι ένα πρόσωπο, το οποίο έχει γνώμες διαμετρικά αντίθετες προς αυτές του εργοδότη του και τις δημοσιοποιεί, οφείλει να προβληματιστεί σχετικά με τη σκοπιμότητα της υποβολής παραιτήσεως. Ομοίως, στη συνέντευξη που το αρμόδιο για ζητήματα προσωπικού μέλος της Επιτροπής παρεχώρησε στο European Voice, το εν λόγω πρόσωπο υπογράμμισε τη διάκριση μεταξύ της προσωπικής του απόψεως και της θέσεως της Επιτροπής στη διενεργούμενη πειθαρχική διαδικασία.
31 Εξάλλου, η καθής υπογραμμίζει ότι όλες οι άλλες δηλώσεις που θα ήταν δυνατό να βλάψουν την υπόληψη του Connolly είναι σχόλια που εκφράστηκαν χωρίς την έγκρισή της και για τα οποία η Επιτροπή ουδόλως είναι υπεύθυνη.
32 Όσον αφορά το επείγον των ζητουμένων μέτρων, η Επιτροπή απαντά ότι, αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται ο αντίδικος, ο Connolly δεν έχει μέχρι τώρα υποστεί καμιά ζημία. Πράγματι, αφενός, τα εν λόγω σχόλια δεν θα μπορούσαν να έχουν, ως άσχετες προς το εν λόγω κοινοτικό όργανο δηλώσεις, κάποια επιρροή στην πειθαρχική διαδικασία η οποία είναι εσωτερική διαδικασία της Επιτροπής και διενεργείται κατά τρόπο αυτοτελή σε σχέση με την καθαρώς πολιτική της δραστηριότητα. Αφετέρου, τα σχόλια με το φερόμενο ως δυσφημιστικό περιεχόμενο δεν πρέπει να θεωρηθούν ως δηλώσεις της Επιτροπής και, ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατό να υφίσταται εν προκειμένω επείγον ώστε να διαταχθεί το εν λόγω κοινοτικό όργανο να θέσει τέρμα σε αυτά. Βάσει όλων αυτών των θεωρήσεων, η Επιτροπή επισημαίνει ότι κανένα στοιχείο δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ότι υφίσταται κίνδυνος σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας και ότι, επομένως, δεν επιβάλλεται η λήψη των ζητουμένων προσωρινών μέτρων.
Η εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστηρίου
33 Στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας του, ο αιτών προβάλλει κατ' ουσίαν δύο αιτιάσεις και συγκεκριμένα παραβίαση του εμπιστευτικού χαρακτήρα της πειθαρχικής διαδικασίας και παράβαση του καθήκοντος αρωγής.
34 Διαπιστώνεται ότι, prima facie, οι προβαλλόμενες από τον αιτούντα διατάξεις του ΚΥΚ ως και οι εκφρασθείσες στο υπηρεσιακό έγγραφο της 24ης Νοεμβρίου 1983 αρχές δεν απαγορεύουν στη διοίκηση να ενημερώνει τον Τύπο σχετικά με την κίνηση μιας πειθαρχικής διαδικασίας ή τη λήψη του μέτρου της θέσεως σε αργία.
35 Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι η υποχρέωση σεβασμού του επαγγελματικού απορρήτου, όπως αυτή προβλέπεται από το άρθρο 17, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ, επιβάλλει σε κάθε υπάλληλο "να τηρεί τη μεγαλύτερη δυνατή διακριτικότητα σε ό,τι αφορά τα γεγονότα και τις πληροφορίες που περιέχονται ενδεχομένως στην αντίληψή του κατά την άσκηση ή επ' ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων του". Εξάλλου, το εν λόγω όργανο υποχρεούται, δυνάμει του καθήκοντός του μέριμνας και της αρχής της χρηστής διοικήσεως, να φροντίζει ώστε οι υπάλληλοι να μην αποτελούν αντικείμενο δηλώσεων που είναι δυνατό να θίγουν την επαγγελματική τους τιμή (απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1974, 53/72, Guillot κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1974, σ. 407, σκέψη 5). Εξ αυτού έπεται ότι, καταρχήν, η διοίκηση οφείλει, αφενός, να αποφεύγει να δίδει στον Τύπο πληροφορίες σχετικά με πειθαρχική διαδικασία, οι οποίες θα μπορούσαν να προκαλέσουν ζημία στον καθού η διαδικασία υπάλληλο, και, αφετέρου, να λαμβάνει όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία για την πρόληψη, εντός του οργάνου, οποιουδήποτε είδους μεταδόσεως πληροφοριών που θα μπορούσαν να έχουν δυσφημιστικό για τον εν λόγω υπάλληλο χαρακτήρα.
36 Εν προκειμένω, πρέπει να επισημανθεί ότι η ανακοίνωση στον Τύπο των αποφάσεων να κινηθεί κατά του Connolly πειθαρχική διαδικασία και να τεθεί αυτός σε αργία ουδεμία προκάλεσε ζημία στον αιτούντα, και τούτο δοθέντος ότι η διαγωγή του, η οποία αποτέλεσε και την αιτία της κινήσεως της διαδικασίας αυτής, συνίσταται στη δημοσίευση του βιβλίου The rotten heart of Europe. The dirty war for Europe' s money, χωρίς προηγουμένη άδεια της διοικήσεως όπως προβλέπεται από το άρθρο 17, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια τέτοια διαγωγή αποτελεί πασίγνωστο γεγονός και ότι η ανακοίνωσή της στον Τύπο δεν μπορεί, όπως είναι επόμενο, να ζημιώσει τον αιτούντα. Πράγματι, οι δηλώσεις του Προέδρου, του αρμόδιου για το προσωπικό μέλους της Επιτροπής και του εκπροσώπου της Επιτροπής αποτελούν την αντίδραση του οργάνου στη διαγωγή ενός υπαλλήλου η οποία είναι, και αυτή επίσης, δημόσια. Εξ αυτού έπεται ότι οι πληροφορίες και τα σχόλια που περιλαμβάνονται μεταξύ εισαγωγικών στις ανακοινώσεις Τύπου και στα άρθρα εφημερίδων και που αποδίδονται στον Πρόεδρο, στο αρμόδιο για το προσωπικό μέλος της Επιτροπής και στον εκπρόσωπο της Επιτροπής, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως δυσφημιστικές, εφόσον αφορούν μια πρόδηλη και γνωστή σύγκρουση απόψεων μεταξύ του αιτούντος και της Επιτροπής, σύγκρουση η οποία έχει ιδίως σχέση με τη νομισματική πολιτική της Ενώσεως. Κατά συνέπεια, στο μέτρο που οι δηλώσεις αυτές δεν αφορούν την προσωπικότητα του Connolly, την ηθική του υπόσταση ή τα επαγγελματικά του προσόντα, δεν μπορούν να θίγουν την εικόνα του εκτός της Επιτροπής.
37 Το γεγονός μάλιστα ότι έγινε λόγος για ενδεχόμενη επιβολή εν προκειμένω της βαρύτερης πειθαρχικής ποινής, δηλαδή για λύση της υπηρεσιακής σχέσεως, δεν φαίνεται ικανό να βλάψει την τιμή και επαγγελματική αξιοπρέπεια του υπαλλήλου, δοθέντος ότι η εν λόγω υπόθεση αποτελεί απλώς ενδεχόμενη συνέπεια της προσαπτομένης παραβάσεως, που προβλέπεται από τις σχετικές διατάξεις.
38 Εξάλλου, οι δηλώσεις αυτές δεν μπορούν να θίξουν ούτε τον νομότυπο χαρακτήρα της πειθαρχικής διαδικασίας όπου, εν πάση περιπτώσει, η διοίκηση είναι αυτή που έχει την πρωτοβουλία. Πράγματι, αφενός, το πειθαρχικό συμβούλιο γνωρίζει τη θέση της διοικήσεως από έγγραφα πολύ πληρέστερα απ' ό,τι αυτές οι δηλώσεις στον Τύπο και, αφετέρου, η διαπίστωση μιας ενδεχομένης εκ μέρους του Connolly παραβάσεως των υποχρεώσεών του και η επιβολή, κατά συνέπεια, πειθαρχικής ποινής ανήκουν στην ίδια τη διοίκηση, κατόπιν μιας επιτρέπουσας την ανάπτυξη των εκατέρωθεν θέσεων διαδικασίας όπου ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος θα μπορέσει, εν πάση περιπτώσει, να προβάλει την άποψή του.
39 Προκειμένου περί των άλλων δηλώσεων στις οποίες κάνει αναφορά ο αιτών, από τα προσκομισθέντα στην παρούσα διαδικασία έγγραφα προκύπτει ότι διάφορα σχόλια σχετικά με την προσωπικότητα, τα επαγγελματικά προσόντα και την υγεία του Connolly δόθηκαν στον Τύπο και αποδίδονται ιδίως σε υπαλλήλους των οποίων η ταυτότητα δεν αποκαλύφθηκε. Όμως, καίτοι το δικάζον κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστήριο δεν μπορεί να καταλογίσει στην Επιτροπή, με βάση την παρούσα συνοπτική διεξαγωγή αποδείξεων, την ευθύνη για μια τέτοια στάση, πρέπει ωστόσο να επισημάνει ότι η έλλειψη οποιουδήποτε μέτρου σκοπούντος στην παρεμπόδιση τέτοιων δηλώσεων ή η λήψη, για τον σκοπό αυτό, μέτρων στερουμένων της αναγκαίας αποτελεσματικότητας συνιστά παράβαση του καθήκοντος μέριμνας και παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως, δυνάμει των οποίων τα όργανα υποχρεούνται να μεριμνούν ώστε οι υπάλληλοι να μην αποτελούν αντικείμενο δηλώσεων δυναμένων να θίξουν την τιμή και την επαγγελματική τους υπόληψη.
40 Δεδομένου ότι διαπιστώθηκε εν μέρει fumus boni juris στην υπό κρίση αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, πρέπει να εξεταστεί αν πληρούται η άλλη προϋπόθεση για τη χορήγηση προσωρινού μέτρου, δηλαδή ο κίνδυνος σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας.
41 Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, το επείγον μιας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την αναγκαιότητα εκδόσεως προσωρινής αποφάσεως προκειμένου να αποφευχθεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στον διάδικο που ζητεί το προσωρινό μέτρο. Στον ζητούντα το μέτρο αυτό διάδικο εναπόκειται να αποδείξει ότι δεν μπορεί να αναμείνει το πέρας της κύριας διαδικασίας χωρίς να υποστεί ζημία συνεπαγόμενη σοβαρές και ανεπανόρθωτες συνέπειες (βλ., όσον αφορά την πρόσφατη νομολογία, την προπαρατεθείσα διάταξη Eridania κ.λπ. κατά Συμβουλίου, σκέψη 33).
42 Εν προκειμένω, ο αιτών επικαλείται κυρίως την ύπαρξη προσβολής της τιμής και της επαγγελματικής του υπολήψεως λόγω των διαφόρων δηλώσεων που έχουν γίνει στον Τύπο. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, σε περίπτωση που η προβαλλομένη ζημία αποδειχθεί, θα είναι, όπως υποστηρίζει ο προσφεύγων, όχι μόνο σοβαρή αλλά και ανεπανόρθωτη. Πράγματι, μια τέτοια ζημία δεν είναι δυνατό, λόγω αυτής ταύτης της φύσεώς της, να αποκατασταθεί, διότι ο ενδιαφερόμενος δυσχερώς θα μπορούσε να βρεθεί εκ νέου σε μια κατάσταση όμοια προς αυτήν στην οποία βρισκόταν πριν από τη διάδοση των φερομένων δυσφημιστικών πληροφοριών που τον αφορούν. Η προβαλλομένη ζημία θα μπορούσε μόνο να αντισταθμιστεί με αποζημίωση.
43 Όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα από τον αιτούντα έγγραφα καθώς και από δηλώσεις των διαδίκων κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, αρκετές πληροφορίες και σχόλια προερχόμενα από υπαλλήλους, των οποίων η ταυτότητα είναι, καταρχήν, άγνωστη, έχουν δημοσιευθεί στον Τύπο και ότι αυτές οι πληροφορίες και σχόλια θίγουν την προσωπικότητα, την υγεία και τα επαγγελματικά προσόντα του Connolly. Από τη δικογραφία προκύπτει επίσης ότι η Επιτροπή δεν έχει μέχρι τώρα λάβει κανένα κατάλληλο μέτρο προκειμένου να αποφευχθεί μια τέτοια διαρροή πληροφοριών ικανών να προκαλέσουν σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία στον αιτούντα.
44 Καθώς, υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος νέων δηλώσεων οι οποίες θα έθιγαν κατά τρόπο ανεπανόρθωτο την τιμή και την επαγγελματική υπόληψη του Connolly, πρέπει να κληθεί η Επιτροπή να λάβει όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία ώστε να μην φανερώνεται στο εξής καμιά πληροφορία σχετικά με τη σταδιοδρομία του ενδιαφερομένου, την προσωπικότητά του, τις απόψεις ή την υγεία του, και η οποία να είναι ικανή να θίξει, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, την τιμή και την επαγγελματική του υπόληψη.
45 Όσον αφορά το αίτημα του αιτούντος με το οποίο ζητεί αυτός από το Πρωτοδικείο να επιβάλει στην Επιτροπή χρηματική ποινή 100 000 BFR για κάθε μετάδοση, κατά παράβαση ιδίως του καθήκοντος μέριμνας προς τους υπαλλήλους της, πληροφοριών που τον αφορούν, το αίτημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να εξετασθεί το ζήτημα της αρμοδιότητας του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστηρίου όσον αφορά την επιβολή σε κοινοτικό όργανο χρηματικής ποινής, αρκεί η διαπίστωση ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν θα εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει έναντι του αιτούντος σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας διατάξεως. Επομένως, το αίτημα για τη λήψη μέτρου όπως η επιβολή χρηματικής ποινής με σκοπό την άσκηση στο οικείο κοινοτικό όργανο πιέσεως προκειμένου να ωθηθεί αυτό στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών του στερείται παντελώς βάσεως και πρέπει να απορριφθεί.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Καλεί την Επιτροπή να λάβει όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία ώστε καμιά πληροφορία σχετική με τη σταδιοδρομία του Connolly, την προσωπικότητά του, τις απόψεις ή την υγεία του, ικανή να θίξει, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, την προσωπική και την επαγγελματική του υπόληψη να μην φανερωθεί από το προσωπικό της στο πλαίσιο επαφών με τον Τύπο ή καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπο.
2) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων.
3) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 12 Δεκεμβρίου 1995.
Full & Egal Universal Law Academy