Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Ασφαλιστικά μέτρα * Προϋποθέσεις παραδεκτού * Παραδεκτό της κύριας προσφυγής * Δεν εξετάζεται * Όρια
(Συνθήκη ΕΚΑΕ, άρθρα 157 και 158 Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 PAR 2)
Περίληψη
Το πρόβλημα του παραδεκτού της κύριας προσφυγής δεν μπορεί, καταρχήν, να εξετάζεται στο πλαίσιο της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, διότι άλλως προδικάζεται η απόφαση του Πρωτοδικείου επί της κύριας υποθέσεως. Το ζήτημα αυτό πρέπει να εξετάζεται κατά την εκδίκαση της κύριας προσφυγής, πλην της περιπτώσεως όπου αυτή είναι, εκ πρώτης όψεως, προδήλως απαράδεκτη. Εφόσον συμβαίνει τούτο, διότι, επί παραδείγματι, ο προσφεύγων προσβάλλει με προσφυγή ακυρώσεως απόφαση απευθυνθείσα προς κράτος μέλος, η οποία δεν μπορεί, εκ πρώτης όψεως, να θεωρηθεί ότι τον αφορά ατομικώς, η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να απορριφθεί.
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-219/95 R,
Marie-Therese Danielsson, Pierre Largenteau και Edwin Haoa, κάτοικοι Ταϊτής, Γαλλική Πολυνησία, εκπροσωπούμενοι από τον Phon van den Biesen, δικηγόρο 'Αμστερνταμ, και τον Denis Waelbroeck, δικηγόρο Βρυξελλών, επικουρουμένους κατά την έγγραφη διαδικασία από τους Gerrit Betlem και Sven Deimann, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τα γραφεία των Dei Greng, 31, Grand-rue,
αιτούντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους Richard Wainwright, κύριο νομικό σύμβουλο, και Thomas Cusack, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gomez de la Cruz, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
υποστηριζομένης από τη
Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από την Catherine de Salins, υποδιευθύντρια της διευθύνσεως νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τους Marc Fonbaustier και Jean-Francois Dobelle, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Γαλλίας, 9, boulevard du Prince Henri,
παρεμβαίνουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων με την οποία ζητείται, αφενός, να ανασταλεί η εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 23ης Οκτωβρίου 1995, αφορώσας τις γαλλικές πυρηνικές δοκιμές, και, αφετέρου, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για τη διατήρηση και προστασία των δικαιωμάτων των αιτούντων δυνάμει της Συνθήκης Ευρατόμ,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1 Οι ατόλλες Μουρουρόα και Φαγκατάουφα ανήκουν στη Γαλλική Πολυνησία. Πρωτεύουσα της Γαλλικής Πολυνησίας είναι το Παπεέτε, στη νήσο Ταϊτή, περίπου 1 200 χλμ. δυτικά-βορειοδυτικά της Μουρουρόα και της Φαγκατάουφα. Η νήσος Pitcairn, η οποία αποτελεί το πλησιέστερο έδαφος που ανήκει σε άλλο κράτος μέλος, το Ηνωμένο Βασίλειο, απέχει περίπου 800 χλμ. προς τα ανατολικά-νοτιοανατολικά.
2 Η Μουρουρόα και η Φαγκατάουφα χρησιμοποιήθηκαν από τις γαλλικές αρχές για την εκτέλεση πυρηνικών δοκιμών από το 1966 έως το 1991, οπότε οι δοκιμές αυτές διακόπηκαν κατόπιν οικειοθελούς προσωρινής αναστολής. Μέχρι το 1974 πραγματοποιούνταν εκρήξεις στην ατμόσφαιρα από τη χρονολογία αυτή και εντεύθεν έχουν πραγματοποιηθεί μόνο υπόγειες δοκιμές.
3 Στις 13 Ιουνίου 1995 οι γαλλικές αρχές ανακοίνωσαν ότι σκόπευαν να προβούν σε μία συμπληρωματική σειρά πυρηνικών δοκιμών στη Μουρουρόα. Στις 28 Ιουλίου 1995 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να μεριμνήσει για τη σχολαστική τήρηση των άρθρων 34 και 35 της Συνθήκης Ευρατόμ (στο εξής: Συνθήκη) (Europe, αριθ. 6532 της 29ης Ιουλίου 1995).
4 Το άρθρο 34 της Συνθήκης ορίζει τα εξής:
"Κάθε κράτος μέλος, σε έδαφος του οποίου πρέπει να πραγματοποιηθούν πειράματα ιδιαιτέρως επικίνδυνα, υποχρεούται να λαμβάνει συμπληρωματικά μέτρα προστασίας της υγείας, για τα οποία ζητεί προηγουμένως τη γνώμη της Επιτροπής.
Η σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής είναι αναγκαία, όταν τα αποτελέσματα αυτών των πειραμάτων δύνανται να εκτείνονται σε έδαφος άλλων κρατών μελών."
5 Το άρθρο 35 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να δημιουργούν τις αναγκαίες εγκαταστάσεις για να διενεργούν διαρκή έλεγχο της περιεκτικότητας σε ραδιενέργεια της ατμόσφαιρας, των υδάτων και του εδάφους, καθώς και έλεγχο της τηρήσεως των βασικών κανόνων τους επιβάλλει επίσης την υποχρέωση να επιτρέπουν στην Επιτροπή να έχει πρόσβαση στις εγκαταστάσεις αυτές και να ελέγχει τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητά τους.
6 Στις 11 Αυγούστου 1995 η Γαλλική Δημοκρατία δέχθηκε να διοργανωθεί σύσκεψη μεταξύ Γάλλων εμπειρογνωμόνων και εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 25 Αυγούστου 1995, και να σταλεί μια αντιπροσωπεία της Επιτροπής στον τόπο των δοκιμών.
7 Στις 5 Σεπτεμβρίου 1995 πραγματοποιήθηκε η πρώτη δοκιμή στη Μουρουρόα.
8 Στις 6 Σεπτεμβρίου 1995 ο Πρόεδρος της Επιτροπής, J. Santer, πληροφόρησε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ότι η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να αποφανθεί ως προς το αν έχει εφαρμογή το άρθρο 34, αλλά επιβεβαίωσε την πρόθεση της Επιτροπής να μετάσχει σε επιστημονική αποστολή αξιολογήσεως.
9 Στο πλαίσιο του άρθρου 35 της Συνθήκης, πραγματοποιήθηκε επί τόπου έλεγχος από τις 18 έως τις 29 Σεπτεμβρίου 1995 και η ομάδα ελέγχου, απαρτιζόμενη από τρεις υπαλλήλους της Επιτροπής, γνωστοποίησε την έκθεσή της στις 3 Οκτωβρίου 1995. Η ομάδα ελέγχου κατέληξε ότι η κατάσταση από πλευράς των βασικών κανόνων ασφαλείας ήταν, ενόψει του ελεγχθέντος συστήματος εποπτείας και των ληφθέντων στοιχείων, γενικώς ικανοποιητική, αλλά επισήμανε εντούτοις ότι δεν της δόθηκε δυνατότητα προσβάσεως σε ορισμένες εγκαταστάσεις και ότι δεν της παρασχέθηκαν ορισμένα στοιχεία.
10 Η δεύτερη πυρηνική δοκιμή της σειράς πραγματοποιήθηκε την 1η Οκτωβρίου 1995.
11 Στις 23 Οκτωβρίου 1995, τέσσερις ημέρες πριν από την τρίτη δοκιμή, η Επιτροπή έλαβε οριστική θέση ως προς το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 34 στις επίμαχες πυρηνικές δοκιμές. Τη θέση αυτή, η οποία παρατίθεται στα πρακτικά της 1 266ης συνεδριάσεως της Επιτροπής στις Βρυξέλλες στις 23 Οκτωβρίου 1995, τα οποία περιλαμβάνονται στη δικογραφία, ανέπτυξε την επομένη ο Πρόεδρος της Επιτροπής ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατά τη συνεδρίαση της ολομέλειας (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, πλήρη πρακτικά της συνεδριάσεως της 24ης Οκτωβρίου 1995, σ. 32 και 33).
12 Επί της ουσίας, η θέση της Επιτροπής, όπως την εξέθεσε ο Santer, είναι ότι το άρθρο 34 έχει εφαρμογή τόσο στα πειράματα για στρατιωτικούς σκοπούς όσο και στα πειράματα για μη στρατιωτικούς σκοπούς και ότι ένα πείραμα πρέπει να θεωρείται ως ιδιαιτέρως επικίνδυνο, υπό την έννοια του άρθρου αυτού, εάν ενέχει αισθητό κίνδυνο σημαντικής εκθέσεως των εργαζομένων ή του πληθυσμού στις ιοντίζουσες ακτινοβολίες. 'Ενα πείραμα που περιλαμβάνει την έκρηξη πυρηνικού βλήματος μπορεί να δημιουργήσει τέτοιου είδους κίνδυνο και, ως εκ τούτου, μπορεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις να θεωρηθεί ως "ιδιαιτέρως επικίνδυνο".
13 Βάσει των στοιχείων αυτών και αφού έλαβε από τις γαλλικές αρχές τις συμπληρωματικές πληροφορίες που είχε ζητήσει, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι πραγματοποιούμενες στη Γαλλική Πολυνησία δοκιμές δεν ενείχαν αισθητό κίνδυνο σημαντικής εκθέσεως των εργαζομένων ή του πληθυσμού σε ακτινοβολίες. Από την επιστημονική αξιολόγηση προέκυψε ότι, ακόμη και στη χειρότερη των περιπτώσεων, θα τηρούνταν οι βασικοί κανόνες. Η Επιτροπή κατέληξε ότι, ως εκ τούτου, το άρθρο 34 δεν έχει εφαρμογή.
14 Η θέση αυτή την οποία έλαβε η Επιτροπή αποτελεί την πράξη της οποίας την ακύρωση ζητούν τρεις ιδιώτες, η Danielsson, ο Largenteau και ο Haoa, κάτοικοι Ταϊτής, με την προσφυγή τους (υπόθεση Τ-219/95) και της οποίας την αναστολή εκτελέσεως ζητούν στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων (υπόθεση Τ-219/95 R). Τα δύο δικόγραφα, της προσφυγής και της αιτήσεως, πρωτοκολλήθηκαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 2 Δεκεμβρίου 1995.
15 Με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων οι αιτούντες ζητούν τα εξής:
* την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 23ης Οκτωβρίου 1995, αφορώσας τις γαλλικές πυρηνικές δοκιμές, μέχρι να αποφανθεί το Πρωτοδικείο επί της κύριας προσφυγής ή μέχρι να εκδώσει η Επιτροπή νέα απόφαση βάσει του άρθρου 34 της Συνθήκης, λαμβάνοντας υπόψη τους εφαρμοστέους κανόνες και τις γενικές νομικές της υποχρεώσεις
* την έκδοση διατάξεως η οποία να υποχρεώνει την Επιτροπή να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για τη διατήρηση και προστασία των δικαιωμάτων που απονέμονται στους αιτούντες από τη Συνθήκη, περιλαμβανομένων των μέτρων που σκοπούν στο να διασφαλισθεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία θα συμμορφωθεί πλήρως προς τις διατάξεις της Συνθήκης, μέχρι να αποφανθεί το Πρωτοδικείο επί της κύριας προσφυγής ή μέχρι να εκδώσει η Επιτροπή νέα απόφαση βάσει του άρθρου 34 της Συνθήκης
* την άμεση αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 23ης Οκτωβρίου 1995, πριν ακόμη υποβάλει η Επιτροπή τις παρατηρήσεις της, μέχρις ότου ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου να είναι σε θέση να αποφανθεί επί της αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων, και
* την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.
16 Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 12 Δεκεμβρίου 1995, η Γαλλική Δημοκρατία ζήτησε να παρέμβει υπέρ της Επιτροπής.
17 Οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους στις 15 Δεκεμβρίου 1995.
Σκεπτικό
18 Δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 157 και 158 της Συνθήκης και του άρθρου 4 της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 319, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί με την απόφαση 93/350/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ L 144, σ. 21), το Πρωτοδικείο μπορεί, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή τη λήψη άλλων αναγκαίων προσωρινών μέτρων.
19 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου ορίζει ότι οι αιτήσεις λήψεως προσωρινών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του μέτρου το οποίο ζητείται. Τα αιτούμενα μέτρα πρέπει να έχουν προσωρινό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι δεν πρέπει να προδικάζουν την απόφαση επί της ουσίας (βλ. τη διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 7ης Νοεμβρίου 1995, Τ-168/95 R, Eridania κ.λπ. κατά Συμβουλίου, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 14).
Επιχειρήματα των διαδίκων
Επί του παραδεκτού της κύριας προσφυγής
20 Οι αιτούντες υποστηρίζουν, πρώτον, ότι η προσβαλλομένη πράξη αποτελεί απόφαση με την οποία η Επιτροπή είτε παρέσχε σύμφωνη γνώμη, υπό την έννοια του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 34, όσον αφορά τις γαλλικές πυρηνικές δοκιμές στη Moυρουρόα, είτε αρνήθηκε να αποφανθεί ότι το άρθρο 34 έχει εφαρμογή στις δοκιμές αυτές. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται περί οριστικής πράξεως εκδοθείσας στο πλαίσιο των διατάξεων της Συνθήκης και παράγουσας έννομα αποτελέσματα.
21 Οι αιτούντες υποστηρίζουν ότι, αντιθέτως προς τη γνώμη που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 34, η σύμφωνη γνώμη την οποία προβλέπει το δεύτερο εδάφιο είναι αναγκαία προκειμένου να επιτραπεί στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να πραγματοποιήσει τα εν λόγω πειράματα. Εν προκειμένω, οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι από ορισμένα επιστημονικά στοιχεία προκύπτει ότι τα αποτελέσματα των δοκιμών ενδέχεται να εκτείνονται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, δηλαδή στη νήσο Pitcairn, και φρονούν ότι, ως εκ τούτου, η Συνθήκη έθετε ως προϋπόθεση τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής. Η σύμφωνη αυτή γνώμη αποτελεί πράξη δυνάμενη να προσβληθεί, ακριβώς όπως μια απόφαση της Επιτροπής που επιτρέπει τη χορήγηση κρατικής ενισχύσεως.
22 Επικουρικώς, εάν η βαλλόμενη πράξη αποτελεί άρνηση εφαρμογής του άρθρου 34 της Συνθήκης, οι αιτούντες υποστηρίζουν ότι η άρνηση αυτή μπορεί να προσβληθεί όπως ακριβώς και η πράξη την οποία αρνήθηκε να εκδώσει το οικείο όργανο (απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Φεβρουαρίου 1961, 30/59, Steenkolenmijnen κατά Ανωτάτης Αρχής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 547).
23 Οι αιτούντες υποστηρίζουν, δεύτερον, ότι η προσβαλλομένη πράξη τούς αφορά ατομικά, υπό την έννοια του άρθρου 146, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης.
24 Kατόπιν προσεκτικής εξετάσεως της πρόσφατης νομολογίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου (συγκεκριμένα, των αποφάσεων του Δικαστηρίου της 16ης Μαΐου 1991, C-358/89, Extramet Industrie κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1991, σ. Ι-2501, και της 18ης Μαΐου 1994, C-309/89, Codorniu κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. Ι-1853, και της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 14ης Σεπτεμβρίου 1995, Τ-480/93 και Τ-483/93, Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσας ακόμη στη Συλλογή), οι αιτούντες φρονούν ότι η απόφαση της Επιτροπής τους αφορά ατομικά, δεδομένου ότι τους θίγει ιδιαίτερα σοβαρά, αφού η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει δεόντως υπόψη τη σοβαρότητα των επιπτώσεων που μπορεί να έχουν για την υγεία τους οι πυρηνικές δοκιμές.
25 Συγκεκριμένα, οι αιτούντες φρονούν ότι ανήκουν στον πληθυσμό για την προστασία του οποίου το άρθρο 30 της Συνθήκης προβλέπει τη θέσπιση των βασικών κανόνων που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο ΙΙΙ και στον οποίο απονέμεται συνεπώς ατομικό δικαίωμα. Οι αιτούντες φρονούν ότι, ως εκ τούτου, εμπίπτουν στον κανόνα του σημείου 67 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά Επιτροπής, κατά τον οποίο "το γεγονός ότι η Επιτροπή υποχρεούται, δυνάμει ειδικών διατάξεων, να λάβει υπόψη τις συνέπειες της πράξεως που προτίθεται να εκδώσει για την κατάσταση ορισμένων ιδιωτών μπορεί να εξατομικεύσει τους ιδιώτες αυτούς". Οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι η υπόθεσή τους διαφέρει από την υπόθεση Greenpeace κ.λπ. κατά Επιτροπής (διάταξη της 9ης Αυγούστου 1995, Τ-585/93, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή), στην οποία οι αιτούντες δεν μπορούσαν να επικαλεστούν την παράβαση διατάξεως η οποία να τους απονέμει πραγματικό ατομικό δικαίωμα προστασίας. Θα ήταν αδιανόητο να μην μπορεί αυτός του οποίου τα ατομικά δικαιώματα απειλούνται ή προσβάλλονται να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως βάσει του άρθρου 146 της Συνθήκης.
26 Προς στήριξη της απόψεώς τους ότι η βαλλόμενη πράξη τούς αφορά ατομικά, οι αιτούντες ισχυρίζονται επίσης ότι δεν διαθέτουν κανένα ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και ότι, ως εκ τούτου, ο ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους δεν επιτρέπονται οι απευθείας προσφυγές των ιδιωτών δεν ισχύει στην περίπτωσή τους. Οι αιτούντες επικαλούνται την απόφαση Les Verts κατά Κοινοβουλίου (απόφαση της 23ης Απριλίου 1986, 294/83, Συλλογή 1986, σ. 1339, σκέψη 23), με την οποία το Δικαστήριο υπογράμμισε την ανάγκη υπάρξεως πλήρους συστήματος ενδίκων μέσων και διαδικασιών, χάρη στο οποίο να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων των θεσμικών οργάνων. Εντός του νοηματικού αυτού πλαισίου, οι αιτούντες υποστηρίζουν τέλος ότι, για την άσκηση προσφυγής κατά των γενικών ή ατομικών πράξεων των εθνικών αρχών, συνήθως αρκεί, εντός των νομικών συστημάτων των κρατών μελών, η ύπαρξη άμεσου και ατομικού συμφέροντος και φρονούν ότι το κοινοτικό δίκαιο πρέπει, όσο το δυνατόν, να ερμηνεύεται σύμφωνα με τις γενικές αρχές που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών.
27 Επιπλέον, το να θεωρηθεί ότι οι αιτούντες δεν νομιμοποιούνται να ασκήσουν τέτοια προσφυγή θα αποτελούσε παράβαση των άρθρων 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (στο εξής: Ευρωπαϊκή Σύμβαση περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων), τα οποία εγγυώνται αντιστοίχως το θεμελιώδες δικαίωμα των ενδιαφερομένων να δικαστεί η υπόθεσή τους από δικαστήριο και το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής, οσάκις προσβάλλονται τα δικαιώματα ή οι ελευθερίες που αναγνωρίζονται από τη Σύμβαση.
28 Οι αιτούντες υποστηρίζουν, τρίτον, ότι η βαλλόμενη απόφαση τους αφορά άμεσα, υπό την έννοια του τετάρτου εδαφίου του άρθρου 146 της Συνθήκης, καθόσον επιτρέπει στη Γαλλική Δημοκρατία να συνεχίσει τις επίμαχες δοκιμές και καθόσον το ενδεχόμενο να αλλάξει γνώμη η Γαλλική Δημοκρατία είναι καθαρώς θεωρητικό (βλ. την απόφαση της 27ης Απριλίου 1995, Τ-442/93, ΑΑC κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-1329, σκέψεις 45 και 46). Επιπλέον, το μέτρο στη λήψη του οποίου αποβλέπουν οι αιτούντες, δηλαδή η άρνηση της Επιτροπής να εκδώσει σύμφωνη γνώμη για τις δοκιμές, τους αφορά άμεσα, δεδομένου ότι το μέτρο αυτό δεν θα άφηνε στη Γαλλική Δημοκρατία άλλη επιλογή από την παύση των πειραμάτων της (βλ. απόφαση της 16ης Ιουνίου 1970, 69/69, Alcan κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 325).
29 Ενόψει των ανωτέρω επιχειρημάτων, οι προσφεύγοντες-αιτούντες φρονούν ότι η κύρια προσφυγή τους δεν είναι, τουλάχιστον, προδήλως απαράδεκτη.
30 'Οσον αφορά τη νομική φύση της προσβαλλόμενης πράξεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, λαμβάνοντας θέση, δεν εξέδωσε σύμφωνη γνώμη, αλλά απλώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 34 της Συνθήκης δεν έχει εφαρμογή. Αφού κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, η Επιτροπή δεν μπορούσε ούτε να εκδώσει ούτε να αρνηθεί να εκδώσει σύμφωνη γνώμη υπό την έννοια του δευτέρου εδαφίου του άρθρου αυτού. Ακόμη και αν είχε καταλήξει στο αντίθετο συμπέρασμα, η Επιτροπή θα μπορούσε μόνο να εκδώσει μη δεσμευτική γνώμη βάσει του πρώτου εδαφίου, δεδομένου ότι οι ιοντίζουσες ακτινοβολίες τις οποίες αφορά το άρθρο 34 δεν μπορούσαν να εκτείνονται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους. Ούτε η μη δεσμευτική γνώμη ούτε, κατά μείζονα λόγο, η απόφαση περί μη εκδόσεως τέτοιας γνώμης είναι δεκτικές προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου.
31 Αφετέρου, η Επιτροπή αμφισβητεί ότι η επίδικη πράξη αφορά άμεσα και ατομικά τους αιτούντες. Μόνον η γνώμη επί των συμπληρωματικών μέτρων προστασίας της υγείας, τα οποία αναφέρει το πρώτο εδάφιο του άρθρου 34, θα μπορούσε να αφορά τους αιτούντες, ως πρόσωπα που κατοικούν στην Ταϊτή, η γνώμη όμως αυτή δεν είναι δεκτική προσφυγής. Το ζήτημα εκδόσεως σύμφωνης γνώμης κατά το δεύτερο εδάφιο τίθεται μόνον αν τα αποτελέσματα των πειραμάτων δύνανται να εκτείνονται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους. Συνεπώς, η απόφαση με την οποία παρέχεται ή δεν παρέχεται αυτή η σύμφωνη γνώμη μπορεί να αφορά άμεσα και ατομικά μόνο τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος αυτό * εν προκειμένω στο Pitcairn και όχι στην Ταϊτή.
32 Επιπλέον, καθόσον οι αιτούντες επικαλούνται το δικαίωμα να δικαστεί η υπόθεσή τους από δικαστήριο και το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής δυνάμει της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως περί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η Επιτροπή φρονεί ότι προβάλλουν ένα επιχείρημα το οποίο δεν είναι λυσιτελές, διότι τα δικαιώματα αυτά δεν μπορούν να προβληθούν παρά μόνον όταν υφίσταται ατομικό δικαίωμα το οποίο ο δικαστής οφείλει να προστατεύσει. Η Επιτροπή αμφισβητεί επίσης τον ισχυρισμό ότι οι αιτούντες δεν διαθέτουν κανένα ένδικο μέσο ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και προσθέτει ότι το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 150 της Συνθήκης εγγυάται τελικά τη δυνατότητα προσβάσεως στα κοινοτικά δικαστήρια, μέσω της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
33 Η δε Γαλλική Κυβέρνηση υποστήριξε, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι οι διατάξεις του κεφαλαίου ΙΙΙ της Συνθήκης δεν έχουν εφαρμογή στις πυρηνικές δοκιμές στον στρατιωτικό τομέα. Εξάλλου, η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβήτησε το ότι η επίδικη θέση την οποία έλαβε η Επιτροπή βάσει του άρθρου 34 της Συνθήκης μπορεί να έχει τον χαρακτήρα αποφάσεως.
Επί του εκ πρώτης όψεως βασίμου της προσφυγής
34 Για να αποδείξουν τους κινδύνους στους οποίους φρονούν ότι μπορεί να εκτεθούν λόγω των επίμαχων δοκιμών, οι αιτούντες επικαλούνται και παραθέτουν ορισμένες δημόσιες επιστημονικές εκθέσεις. Οι αιτούντες διακρίνουν μεταξύ των κινδύνων που απορρέουν από τα βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα και των κινδύνων που απορρέουν από τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα.
35 Μεταξύ των βραχυπροθέσμων αποτελεσμάτων, οι αιτούντες αναφέρονται στη διατάραξη της γεωλογικής δομής και την εκπομπή πτητικών και αερίων προϊόντων σχάσεως στη βιόσφαιρα. Οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι οι πυρηνικές δοκιμές μπορούν να προκαλέσουν ολισθήσεις του εδάφους και ότι, εξάλλου, προκάλεσαν μια σοβαρή υποθαλάσσια ολίσθηση στη Μουρουρόα το 1979, οπότε ένα πυρηνικό βλήμα εξερράγη λόγω εμπλοκής πριν φθάσει στον στόχο του. Δεδομένου ότι η γεωλογική δομή της Μουρουρόα είναι ούτως ή άλλως ασταθής λόγω των σημαντικών ρηγμάτων που προκάλεσαν οι προηγούμενες δοκιμές, είναι πιθανές και άλλες μεγάλες ολισθήσεις εδάφους. Οι αιτούντες υποστηρίζουν ότι αυτές οι ολισθήσεις εδάφους μπορούν να προκαλέσουν και έχουν ήδη προκαλέσει τσουνάμι ή θαλάσσια σεισμικά κύματα, των οποίων τα αποτελέσματα μπορεί να εκτείνονται σε αποστάσεις τόσο μακρινές όσο η Pitcairn και η Ταϊτή και τα οποία απειλούν οικίες όπως αυτή της Danielsson. Οι δοκιμές αυτές θα μπορούσαν επίσης να έχουν ως συνέπεια την απόρριψη ραδιενεργών ουσιών στη θάλασσα, πράγμα το οποίο θα έχει καταστροφικά αποτελέσματα για την τροφική αλυσίδα σε μια ζώνη όπως η Γαλλική Πολυνησία, όπου το ψάρι αποτελεί σημαντικό μέρος της διατροφής.
36 Ενδέχεται επίσης ορισμένα προϊόντα σχάσεως προερχόμενα από πυρηνικά απόβλητα να διεισδύσουν εκ λάθους στη βιόσφαιρα από τα ρήγματα που έχουν προκαλέσει οι εκρήξεις. Το 1987, σύμφωνα με μία από τις παρατιθέμενες μελέτες, απελευθερώθηκε εκ λάθους μικρή ποσότητα ραδιενεργού αερίου, κατόπιν μιας σοβιετικής πυρηνικής δοκιμής στη νήσο Novaya Zemblya και, μετά το ατύχημα αυτό, διαπιστώθηκε μόλυνση του αέρα και του γάλακτος μέχρι απόσταση 2 000 χλμ., δηλαδή σε απόσταση μεγαλύτερη από αυτή που χωρίζει τη Μουρουρόα από την Pitcairn ή την Ταϊτή.
37 Μεταξύ των μακροπροθέσμων αποτελεσμάτων, οι αιτούντες αναφέρονται ιδίως στην προοδευτική διαρροή, μέσω των φυσικών ή άλλων ρηγμάτων, ραδιενεργών ουσιών προερχομένων από δοκιμές και/ή από αποθηκευμένα απόβλητα. Οι αιτούντες υποστηρίζουν ότι τέτοιες διαρροές εμφανίζονται ήδη στη Μουρουρόα σε ποσοστά τα οποία, όπως διαπίστωσαν επιστήμονες, είναι υψηλότερα από αυτά τα οποία ομολογούν οι γαλλικές αρχές και υπογραμμίζουν ότι η γεωλογική δομή της νήσου είναι ακατάλληλη για να συγκρατεί με ασφάλεια τα απόβλητα. Η διαρροή ραδιενεργών ουσιών, επιδεινούμενη από μετεωρολογικά φαινόμενα όπως οι κυκλώνες, μπορεί να βλάψει το θαλάσσιο περιβάλλον της περιοχής και να διεισδύσει στην τροφική αλυσίδα.
38 Οι αιτούντες παραθέτουν επίσης στατιστικές περί της θνησιμότητας από καρκίνο στη Γαλλική Πολυνησία και σε άλλες ζώνες του Νοτίου Ειρηνικού, οι οποίες εμφαίνουν μεγαλύτερη θνησιμότητα από καρκίνο στις ζώνες που βρίσκονται εγγύτερα στη Μουρουρόα, χωρίς να μπορεί να γίνει συσχετισμός μεταξύ των καρκίνων αυτών του και του τρόπου ζωής.
39 Οι αιτούντες υπογραμμίζουν ότι, τόσο ως προς τα βραχυπρόθεσμα όσο και ως προς τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα, οι κίνδυνοι αυξάνουν με κάθε δοκιμή.
40 'Οσον αφορά αυτούς τους πραγματικούς ισχυρισμούς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τα έγγραφα από τα οποία προέρχονται τα αποσπάσματα που παραθέτουν οι αιτούντες κάθε άλλο παρά αποτελούν αποδείξεις υπό την αυστηρή και επιστημονική έννοια του όρου και ότι τα συμπεράσματα που αντλούνται αποτελούν προσπάθειες γενικεύσεων.
41 Οι αιτούντες, προκειμένου να αποδείξουν το εκ πρώτης όψεως βάσιμο των αιτημάτων τους, προβάλλουν τους εξής έξι νομικούς ισχυρισμούς: i) παράβαση του άρθρου 34 της Συνθήκης, ii) παράβαση της οδηγίας 80/836/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1980, περί τροποποιήσεως των οδηγιών για τον καθορισμό των βασικών κανόνων προστασίας της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων από τους κινδύνους που προκύπτουν από ιοντίζουσες ακτινοβολίες (ΕΕ ειδ. έκδ. 12/002, σ. 70), iii) παραβίαση της αρχής της προλήψεως, iv) παραβίαση του διεθνούς εθιμικού δικαίου, v) προσβολή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, vi) παράβαση του άρθρου 162 της Συνθήκης.
42 Προς στήριξη του πρώτου ισχυρισμού, οι αιτούντες εκθέτουν κατ' ουσίαν ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 34 της Συνθήκης, καθόσον ερμήνευσε εσφαλμένως την έκφραση "πειράματα ιδιαιτέρως επικίνδυνα". Ορίζοντας ως τέτοια πειράματα αυτά που ενέχουν "αισθητό κίνδυνο σημαντικής εκθέσεως του πληθυσμού και των εργαζομένων στις ιοντίζουσες ακτινοβολίες", η Επιτροπή έδωσε, κατά τους αιτούντες, ανεπαρκή ορισμό και αγνόησε τους κινδύνους εμμέσων βλαβών λόγω μολύνσεως της ατμόσφαιρας, των υδάτων ή του εδάφους.
43 Στο πλαίσιο του δεύτερου ισχυρισμού τους, οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει δεόντως υπόψη τις αρχές που καθορίζονται στο άρθρο 6 της προπαρατεθείσας οδηγίας 80/836, που αφορούν τους βασικούς κανόνες των οποίων γίνεται μνεία στο κεφάλαιο ΙΙΙ της Συνθήκης. Οι αρχές αυτές είναι τρεις: οι δραστηριότητες που συνεπάγονται έκθεση σε ακτινοβολίες πρέπει να δικαιολογούνται από τα πλεονεκτήματα τα οποία παρέχουν, η έκθεση σε ακτινοβολίες δεν πρέπει να υπερβαίνει το ευλόγως χαμηλότερο δυνατό όριο και δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση των καθοριζομένων ανωτάτων δόσεων. Η Επιτροπή εφάρμοσε μόνο την τελευταία από τις τρεις αυτές αρχές. Παραλείποντας να απαιτήσει από τη Γαλλική Δημοκρατία να αποδείξει ότι οι επίμαχες δραστηριότητες είναι δικαιολογημένες και να προβεί σε μελέτη των επιπτώσεών τους στο περιβάλλον, προκειμένου να προσδιοριστεί εάν η έκθεση υπερέβαινε το ευλόγως χαμηλότερο δυνατό όριο, η Επιτροπή παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των δύο πρώτων αρχών. Επιπλέον, παραλείποντας να απαιτήσει από τη Γαλλική Δημοκρατία να γνωστοποιήσει τα πλήρη ιατρικά στοιχεία όσον αφορά τη Γαλλική Πολυνησία, η Επιτροπή παρέλειψε να εφαρμόσει προσηκόντως τα άρθρα 41 και 42 της προπαρατεθείσας οδηγίας, τα οποία αφορούν τις υποχρεώσεις των κρατών μελών ως προς την προστασία του πληθυσμού στην πράξη.
44 Στο πλαίσιο του τρίτου ισχυρισμού τους, οι αιτούντες επικαλούνται την αρχή της προλήψεως, η οποία καθορίζεται στο άρθρο 130 Ρ, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ. Οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι η αρχή αυτή έχει εφαρμογή στο πλαίσιο του άρθρου 34 της Συνθήκης Ευρατόμ, αλλά ότι έχει εφαρμοστεί εσφαλμένως από την Επιτροπή. Η αρχή αυτή επιβάλλει την υποχρέωση αναλήψεως προληπτικής δράσεως, οσάκις υφίσταται σοβαρός λόγος που γεννά την υποψία ενδεχόμενης βλάβης για την υγεία και για το περιβάλλον συνεπώς, έπρεπε να έχει πραγματοποιηθεί εκτίμηση των επιπτώσεων στην υγεία και στο περιβάλλον από ανεξάρτητη δημόσια αρχή, ενόψει της γνωμοδοτήσεως των ειδικών που επικαλούνται οι αιτούντες με τα επιχειρήματά τους σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά.
45 Στο πλαίσιο του τετάρτου ισχυρισμού τους, οι αιτούντες υποστηρίζουν ότι από το διεθνές εθιμικό δίκαιο συνάγεται πλέον ότι επιβάλλεται η πραγματοποίηση μελέτης των επιπτώσεων στο περιβάλλον και/ή πιθανολογική εκτίμηση της ασφαλείας των πυρηνικών σταθμών των οποίων μελετάται η κατασκευή, των τόπων εναποθέσεως πυρηνικών αποβλήτων και των δραστηριοτήτων που μπορεί να επηρεάσουν το περιβάλλον. Συγκεκριμένα, οι αιτούντες επικαλούνται το άρθρο 206 της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών της 10ης Δεκεμβρίου 1982 για το δίκαιο της θάλασσας, το άρθρο 2 της Συμβάσεως της 25ης Φεβρουαρίου 1991 όσον αφορά την εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον σε διασυνοριακό πλαίσιο (η οποία δεν έχει ακόμη τεθεί σε ισχύ) και την αρχή 17 της δηλώσεως του Ρίo για το περιβάλλον και την ανάπτυξη της 14ης Ιουνίου 1992 πρόκειται για συμβάσεις τις οποίες έχουν υπογράψει η Κοινότητα και η Γαλλική Δημοκρατία. Καθόσον δεν προέβη στην εκτίμηση αυτή, η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει υπόψη τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει από το διεθνές δίκαιο.
46 Στο πλαίσιο του πέμπτου ισχυρισμού τους, οι αιτούντες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή, καθόσον δεν τους προστάτευσε επαρκώς από τους κινδύνους που απορρέουν για την υγεία τους από μία ενδεχόμενη έκθεση στις ακτινοβολίες και από τους κινδύνους που απορρέουν για τη ζωή τους από ενδεχόμενα θαλάσσια σεισμικά κύματα, προσέβαλε το δικαίωμα στη ζωή που τους απονέμεται με το άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως περί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και με το άρθρο 6 του Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών περί των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων.
47 Τέλος, οι αιτούντες φρονούν ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης πράξεως της Επιτροπής είναι ανεπαρκής, καθόσον δεν λαμβάνει υπόψη τα επιστημονικά στοιχεία για τις δραστηριότητες που συνεπάγονται πυρηνικές ακτινοβολίες, η πρόσβαση στα οποία είναι ευχερής, ούτε τις μεθόδους που καθιστούν δυνατή την εκτίμησή τους.
48 Με τις παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων, η Επιτροπή παρατηρεί ότι το άρθρο 34 της Συνθήκης περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο ΙΙΙ, που αφορά την "προστασία της υγείας", και σκοπός του οποίου είναι, σύμφωνα με το άρθρο 30, η εξασφάλιση της προστασίας της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων από τους κινδύνους που προκύπτουν από τις ιοντίζουσες ακτινοβολίες. Κατά την Επιτροπή, δεν υπάρχει λόγος να ληφθούν υπόψη οι ενδεχόμενες βλάβες στο περιβάλλον, όπως οι ολισθήσεις εδαφών ή τα θαλάσσια παλιρροϊκά κύματα, που δεν έχουν καμία συνέπεια συνδεομένη με τις ακτινοβολίες. Επιπλέον, η γνώμη την οποία εκδίδει η Επιτροπή κατά το πρώτο εδάφιο του άρθρου 34 δεν αφορά τα πειράματα αυτά καθαυτά, αλλά τα συμπληρωματικά μέτρα προστασίας της υγείας. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η έκφραση "πειράματα ιδιαιτέρως επικίνδυνα" πρέπει να ερμηνεύεται εντός του πλαισίου αυτού, όπως και η έννοια των πειραμάτων που δύνανται να εκτείνονται σε έδαφος άλλου κράτους μέλους, η οποία χρησιμοποιείται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 34 και η οποία περιορίζεται στα αποτελέσματα των ιοντιζουσών ακτινοβολιών για την υγεία των προσώπων που ζουν στο έδαφος αυτό.
49 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, οι αναλύσεις στις οποίες προέβη ήταν διεξοδικές και βασίζονταν σε πλήρες φάσμα στοιχείων, το οποίο περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, την έκθεση της αποστολής ελέγχου και ορισμένα έγγραφα που είχαν ήδη παρασχεθεί από τις γαλλικές αρχές ή είχαν ληφθεί από ανεξάρτητες πηγές. Στις 17 Οκτωβρίου 1995 η Επιτροπή έλαβε από τις γαλλικές αρχές πρόσθετα στοιχεία, τα οποία επιβεβαιώνονται από το 'Ιδρυμα Υπερουρανίων Στοιχείων της Καρλσρούης. Επί του συνόλου των δεδομένων αυτών στηρίχθηκε η θέση που έλαβε η Επιτροπή στις 23 Οκτωβρίου 1995.
50 Η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβητεί την ύπαρξη των κινδύνων που επικαλούνται οι αιτούντες.
Επί του επείγοντος
51 Οι αιτούντες φρονούν ότι η βλάβη που θα τους προκληθεί σε περίπτωση άμεσης συνεχίσεως των πυρηνικών δοκιμών μπορεί να αποδειχθεί ανεπανόρθωτη. Οι κίνδυνοι για την υγεία είναι σοβαροί και αυξάνουν με κάθε νέα έκρηξη. Δεν είναι δυνατόν να αναμείνουν την έκβαση της κύριας δίκης, δεδομένου ότι η επόμενη δοκιμή θα γίνει πιθανότατα στις ή αμέσως μετά τις 15 Δεκεμβρίου 1995.
52 'Οσον αφορά, ειδικότερα, το αίτημά τους περί αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλόμενης πράξεως, οι αιτούντες υποστηρίζουν κατ' ουσίαν ότι, εφόσον δεν εκδόθηκε καμία έγκυρη απόφαση από την Επιτροπή και, συγκεκριμένα, εφόσον δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία έγκυρη μελέτη των επιπτώσεων των δοκιμών στον πληθυσμό και στο περιβάλλον, δεν μπορούν να είναι βέβαιοι ότι οι δοκιμές δεν θα τους προκαλέσουν σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη.
53 'Οσον αφορά το αίτημα να υποχρεωθεί η Επιτροπή να ενεργήσει, οι αιτούντες υποστηρίζουν ότι απλώς και μόνον η αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως δεν αρκεί, δεδομένου ότι κατά το παρελθόν οι γαλλικές αρχές δεν ανέμειναν τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής για να προβούν στις πυρηνικές δοκιμές.
54 Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από τη Γαλλική Κυβέρνηση, αμφισβητεί ότι θα μπορούσε να προκληθεί στους αιτούντες σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη, εάν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επί της σταθμίσεως των συμφερόντων
55 Οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι το μέτρο που ζητούν να ληφθεί δεν συνεπάγεται κανένα κίνδυνο σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης για την Επιτροπή ή για το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και ότι δεν επιβάλλει επιβάρυνση βαίνουσα πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την εξασφάλιση της προστασίας την οποία δικαιούνται. Το μέτρο αυτό επιβάλλει απλώς στην Επιτροπή και στη Γαλλική Δημοκρατία την υποχρέωση να αναμείνουν την απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση της κύριας δίκης ή μια απόφαση της Επιτροπής που θα εκδοθεί εγκύρως, ενώ τα διακυβευόμενα συμφέροντα των αιτούντων αφορούν την υγεία τους ή ακόμη και τη ζωή τους.
56 Η Επιτροπή δεν ισχυρίζεται ότι το επίμαχο μέτρο θα την επιβάρυνε παράλογα, αλλά υπογραμμίζει το γεγονός ότι η αναστολή ή η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως δεν μπορεί να έχει άλλο αποτέλεσμα από την υποχρέωση εκ νέου εξετάσεως του αν ενδεχομένως έχει εφαρμογή το άρθρο 34 της Συνθήκης και ότι δεν μπορεί να της απονείμει την εξουσία, την οποία δεν διαθέτει, να αρνηθεί την έγκριση των δοκιμών.
57 Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, ενόψει της επίσημης δεσμεύσεώς της να μην προβεί πλέον σε πυρηνικές δοκιμές μετά τον Μάιο του 1996, η αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως θα ματαίωνε οριστικώς τη συνέχιση των επιμάχων δοκιμών, κατά το μέτρο που η απόφαση του Πρωτοδικείου επί της κύριας προσφυγής οπωσδήποτε δεν θα εκδοθεί πριν από αυτή την ημερομηνία.
Εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
Επί του ισχυρισμού ότι η κύρια προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη
58 Κατά πάγια νομολογία, το πρόβλημα του παραδεκτού της κύριας προσφυγής δεν μπορεί, καταρχήν, να εξετάζεται στο πλαίσιο της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, διότι άλλως προδικάζεται η απόφαση του Πρωτοδικείου επί της κύριας υποθέσεως. Το ζήτημα αυτό πρέπει να εξετάζεται κατά την εκδίκαση της κύριας προσφυγής, πλην της περιπτώσεως όπου αυτή είναι, εκ πρώτης όψεως, προδήλως απαράδεκτη (βλ. τη διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Ιουνίου 1991, C-117/91 R, Βοsman κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-3353, σκέψη 7, και, ως πλέον πρόσφατη, την προπαρατεθείσα διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 7ης Νοεμβρίου 1995, Eridania κ.λπ. κατά Συμβουλίου, σκέψη 27).
59 Συνεπώς, εν προκειμένω εναπόκειται στον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή να ελέγξει αν, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από τη Γαλλική Δημοκρατία, το αίτημα της κύριας προσφυγής να ακυρωθεί η θέση την οποία έλαβε το θεσμικό αυτό όργανο στις 23 Οκτωβρίου 1995, με την οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 34 της Συνθήκης Ευρατόμ δεν πρέπει να εφαρμοσθεί όσον αφορά τις παρούσες πυρηνικές δοκιμές στη Γαλλική Πολυνησία, πρέπει να θεωρηθεί, εκ πρώτης όψεως, ως προδήλως απαράδεκτο.
60 Πρέπει να επισημανθεί, καταρχάς, όσον αφορά το υποστατό της προσβαλλομένης πράξεως, ότι την προαναφερθείσα τελική θέση της Επιτροπής, η οποία περιλαμβάνεται στα πρακτικά της 1 266ης συνεδριάσεως του θεσμικού αυτού οργάνου στις Βρυξέλλες στις 23 Οκτωβρίου 1995, τα οποία περιλαμβάνονται στη δικογραφία, ανέπτυξε ο Πρόεδρος της Επιτροπής στις 24 Οκτωβρίου 1995 ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατά τη συνεδρίαση της ολομέλειας (πλήρη πρακτικά των συνεδριάσεων, σ. 32 και 33) και ταυτοχρόνως έγινε η κοινοποίηση προς τις γαλλικές αρχές, όπως επιβεβαίωσαν οι διάδικοι κατά τη συνεδρίαση.
61 'Οσον αφορά το αντικείμενο της προσβαλλομένης πράξεως, προκύπτει ρητώς από τα συνοπτικά πρακτικά και από τις προαναφερθείσες δηλώσεις του Προέδρου της Επιτροπής ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ότι η επίδικη πράξη της Επιτροπής απορρίπτει, εν προκειμένω, την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 34 της Συνθήκης, οι οποίες επιβάλλουν ορισμένες υποχρεώσεις στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, με το σκεπτικό ότι οι επίμαχες πυρηνικές δοκιμές δεν πληρούν την προϋπόθεση που θέτει το άρθρο αυτό για την εφαρμογή του, κατά το μέτρο που δεν είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνες, σύμφωνα με την αξιολόγηση στην οποία προέβη η Επιτροπή.
62 Συναφώς, δεν υπάρχει λόγος να αποφανθεί ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου εκ προοιμίου, στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, επί του ζητήματος αν, σύμφωνα με την ερμηνεία της Επιτροπής, το κεφάλαιο ΙΙΙ της Συνθήκης Ευρατόμ, το οποίο αφορά την προστασία της υγείας, και ιδίως το άρθρο 34, έχει εφαρμογή στις πυρηνικές δραστηριότητες για στρατιωτικούς σκοπούς, πράγμα το οποίο αμφισβήτησε η Γαλλική Κυβέρνηση κατά την ακρόαση των διαδίκων. Πράγματι, η εξέταση του ζητήματος αυτού εμπίπτει στην εκτίμηση της ουσιαστικής νομιμότητας της επίδικης πράξεως.
63 Εν προκειμένω, πρέπει να εξετασθεί εάν, εκ πρώτης όψεως, το ακυρωτικό αίτημα της κύριας προσφυγής μπορεί να θεωρηθεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις παραδεκτού που αφορούν, αφενός, τη φύση της προσβαλλομένης πράξεως και, αφετέρου, την ενεργητική νομιμοποίηση των αιτούντων-προσφευγόντων.
64 'Οσον αφορά, πρώτον, τη φύση της επίδικης πράξεως της Επιτροπής, από το περιεχόμενο της πράξεως αυτής, καθώς και από το νομικό και πραγματικό πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε, προκύπτει εκ πρώτης όψεως ότι η πράξη αυτή μπορεί να χαρακτηρισθεί, βάσει πιθανολογήσεως και σύμφωνα με παγία νομολογία, ως πράξη που έχει χαρακτήρα αποφάσεως, καθόσον περιλαμβάνει την οριστική θέση της Επιτροπής, η οποία αποσκοπεί στη δημιουργία εννόμων αποτελεσμάτων (βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 31ης Μαρτίου 1971, 22/70, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 729, σκέψεις 38 έως 42), αφού, εν πάση περιπτώσει, έχει ως αποτέλεσμα τη μη εφαρμογή του άρθρου 34 της Συνθήκης, το οποίο επιβάλλει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος την υποχρέωση να λαμβάνει συμπληρωματικά μέτρα προστασίας της υγείας, για τα οποία ζητεί προηγουμένως τη γνώμη της Επιτροπής.
65 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη πράξη μπορεί, εκ πρώτης όψεως, να θεωρηθεί ότι έχει χαρακτήρα αποφάσεως.
66 'Οσον αφορά, δεύτερον, την ενεργητική νομιμοποίηση των αιτούντων-προσφευγόντων, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 146, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης Ευρατόμ, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο του ιδίου άρθρου, να ασκεί προσφυγή κατά των αποφάσεων που απευθύνονται σ' αυτό, καθώς και κατά των αποφάσεων που, αν και εκδίδονται ως κανονισμοί ή αποφάσεις που απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο, το αφορούν άμεσα και ατομικά.
67 Στην προκειμένη υπόθεση, οι αιτούντες δεν είναι αποδέκτες της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία απευθύνεται στη Γαλλική Κυβέρνηση. Συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί εάν, παρά ταύτα, η απόφαση αυτή τους αφορά άμεσα και ατομικά.
68 'Οσον αφορά, καταρχάς, το ζήτημα αν η προσβαλλομένη απόφαση τους αφορά ατομικά, αποτελεί πάγια νομολογία ότι "τα υποκείμενα δικαίου πλην των αποδεκτών μιας αποφάσεως δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι η απόφαση τα αφορά ατομικά, παρά μόνον αν τα θίγει λόγω ορισμένων ιδιαιτέρων ιδιοτήτων τους ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τα χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και, ως εκ τούτου, τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο με τον αποδέκτη" (βλ. τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 937, 941, και της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 67/85, 68/85 και 70/85, Van der Kooy κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 219, σκέψη 14, καθώς και την απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Ιουλίου 1995, Τ-447/93, Τ-448/93 και Τ-449/93, ΑΙΤΕC κ.λπ. κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 34).
69 Εν προκειμένω, οι αιτούντες υποστηρίζουν ότι πληρούν την ανωτέρω προϋπόθεση, με το σκεπτικό, κατ' ουσίαν, ότι η προσβαλλομένη απόφαση τους θίγει ιδιαιτέρως σοβαρά και ότι δεν λαμβάνει προσηκόντως υπόψη τις ολέθριες συνέπειες των επιδίκων πυρηνικών δοκιμών για την υγεία τους, μολονότι ανήκουν στον πληθυσμό που αναφέρει το άρθρο 30 της Συνθήκης, η προστασία της υγείας του οποίου πρέπει να διασφαλίζεται, στο πλαίσιο ιδίως της εφαρμογής του άρθρου 34.
70 Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή, καθόσον, εκ πρώτης όψεως, η προσβαλλομένη απόφαση αφορά τους αιτούντες αποκλειστικώς υπό την αντικειμενική τους ιδιότητα ως κατοίκων Ταϊτής, κατά τον ίδιο τρόπο που αφορά κάθε άλλο πρόσωπο που κατοικεί στην Πολυνησία.
71 Συναφώς, ακόμα και αν υποτεθεί ότι είναι δυνατόν, ενδεχομένως, να υποστούν οι αιτούντες ατομική βλάβη λόγω των υποτιθεμένων ολέθριων συνεπειών των επίμαχων πυρηνικών δοκιμών για το περιβάλλον ή για την υγεία του πληθυσμού, το γεγονός αυτό δεν αρκεί, αφ' εαυτού, για να τους εξατομικεύσει κατά τρόπο ανάλογο με τον αποδέκτη της επίδικης αποφάσεως, όπως απαιτεί το προαναφερθέν άρθρο 146, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης, διότι μια βλάβη όπως αυτή που επικαλούνται θα μπορούσε να υποστεί, κατά πανομοιότυπο τρόπο, κάθε πρόσωπο που κατοικεί στην οικεία ζώνη (βλ. την προπαρατεθείσα διάταξη Greenpeace κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψεις 49 έως 55).
72 'Ομως, επισημαίνεται ότι οι αιτούντες δεν προσκομίζουν κανένα στοιχείο που μπορεί να αποδείξει, εκ πρώτης όψεως, ότι η προσβαλλομένη απόφαση τους αφορά λόγω ορισμένων ιδιοτήτων ή ορισμένων πραγματικών στοιχείων που τους χαρακτηρίζουν. Εξάλλου, οι αιτούντες δεν επικαλούνται ότι η απόφαση αυτή προσβάλλει δικαίωμα που ανήκει ειδικά σ' αυτούς και που θα μπορούσε να τους χαρακτηρίζει, από πλευράς της αποφάσεως αυτής, σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο που κατοικεί στην Πολυνησία (βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση Codorniu κατά Συμβουλίου, σκέψεις 20 έως 22, και τη διάταξη της 23ης Νοεμβρίου 1995, C-10/95 Ρ, Asocarne κατά Συμβουλίου, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 43).
73 Συγκεκριμένα, πρέπει να απορριφθεί, εντός του νομικού πλαισίου της παρούσας διαφοράς, η επιχειρηματολογία των αιτούντων ότι το καθού θεσμικό όργανο είχε την υποχρέωση, ενόψει ορισμένων συγκεκριμένων διατάξεων της Συνθήκης, να λάβει υπόψη τις συνέπειες που θα είχε για την κατάστασή τους η πράξη την οποία σκόπευε να εκδώσει, πράγμα το οποίο μπορούσε να τους εξατομικεύσει, σύμφωνα με πάγια νομολογία (βλ. τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 17ης Ιανουαρίου 1985, 11/82, Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 207, σκέψεις 28 επ., και της 26ης Ιουνίου 1990, C-152/88, Sofimport κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-2477, σκέψεις 11 και 12, καθώς και την προπαρατεθείσα απόφαση Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 67).
74 Συγκεκριμένα, εκ πρώτης όψεως, καμία υποχρεώση του τύπου αυτού δεν απορρέει από τις διατάξεις της Συνθήκης που επικαλέσθηκαν οι αιτούντες. Αντιθέτως, από την ανάλυση των σχετικών διατάξεων του κεφαλαίου ΙΙΙ της Συνθήκης προκύπτει σαφώς ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 34, η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να εκτιμά τα αποτελέσματα που είναι δυνατό να προκληθούν από τις επίδικες πυρηνικές δοκιμές για το σύνολο του ενδιαφερομένου πληθυσμού και των ενδιαφερομένων εργαζομένων. Το άρθρο 34, ερμηνευόμενο εντός του συστήματος του κεφαλαίου ΙΙΙ, σε συσχετισμό ιδίως με το άρθρο 30, το οποίο αφορά ακριβώς την προστασία "της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων", επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να επικεντρώσει την εκτίμησή της στο κατά πόσον είναι επικίνδυνα τα πειράματα στα οποία σκοπεί να προβεί ένα κράτος μέλος, στο πλαίσιο της επιδιώξεως του γενικού σκοπού που συνίσταται στη διασφάλιση της προστασίας της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων στο σύνολό τους, μέσω γενικών προληπτικών ενεργειών, στηριζομένων σε λόγους γενικού συμφέροντος. Οσάκις προβαίνει σε τέτοιες ενέργειες, η Επιτροπή δεν είναι δυνατό να υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη την ιδιαίτερη κατάσταση εκάστου των κατοίκων και των εργαζομένων στη γεωγραφική ζώνη την οποία επηρεάζει ένα συγκεκριμένο πείραμα, αν δεν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία που να μπορούν να δικαιολογήσουν αυτή την ατομική εκτίμηση, από πλευράς των επιδιωκομένων σκοπών.
75 Από τα ανωτέρω προκύπτει, εκ πρώτης όψεως, ότι στην προκειμένη υπόθεση η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να λάβει εξατομικευμένα υπόψη την κατάσταση των αιτούντων σε σχέση με την κατάσταση των άλλων κατοίκων της Πολυνησίας, όταν προέβη στην εκτίμηση των κινδύνων που απορρέουν από τις επίμαχες πυρηνικές δοκιμές, προκειμένου να προσδιορίσει αν οι δοκιμές αυτές ήταν ιδιαιτέρως επικίνδυνες, υπό την έννοια του άρθρου 34 της Συνθήκης.
76 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να θεωρηθεί, εκ πρώτης όψεως, ότι η επίδικη απόφαση αφορά τους αιτούντες ατομικώς. Ως εκ τούτου, η κύρια προσφυγή είναι, εκ πρώτης όψεως, προδήλως απαράδεκτη, χωρίς να είναι ανάγκη να εξεταστεί αν οι ενδιαφερόμενοι πληρούν την άλλη προϋπόθεση παραδεκτού που θέτει το άρθρο 146, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης, κατά την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να τους αφορά άμεσα.
77 Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς των αιτούντων, το συμπέρασμα αυτό δεν είναι ασυμβίβαστο με το δικαίωμα εκδικάσεως της υποθέσεως από δικαστήριο, αφού η ένδικη προστασία των ιδιωτών, εντός του κοινοτικού δικονομικού συστήματος, διασφαλίζεται όχι μόνο μέσω των διαφόρων ενδίκων μέσων που μπορούν να ασκήσουν απευθείας ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τη Συνθήκη, αλλά επίσης χάρη στο μηχανισμό της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 150 της Συνθήκης, όταν έχει ασκηθεί ήδη προσφυγή ενώπιον του εθνικού δικαστή, ο οποίος αποτελεί τον κοινοτικό δικαστή του κοινού δικαίου.
78 Συνεπώς, η παρούσα αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να απορριφθεί.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Επιτρέπει στη Γαλλική Δημοκρατία να παρέμβει υπέρ της Επιτροπής.
2) Απορρίπτει την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
3) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 22 Δεκεμβρίου 1995.
Full & Egal Universal Law Academy