Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Αφορμή για την υποβολή των παρόντων προδικαστικών ερωτημάτων από το High Court of Justice, Queen's Bench Division, αποτελεί το σύστημα εκτροφής που καλείται «σύστημα των μοσχοκλωβών», το οποίο επικρίνεται ως θίγον την υγεία και τη ζωή των ζώων αυτών, καθώς και τη δημόσια ηθική και τη δημόσια τάξη, υπό την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης EK.
2 Το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να προσδιορίσει την έκταση του παρεχομένου στα κράτη μέλη δικαιώματος να αντιτάσσονται για τους λόγους αυτούς στην εξαγωγή ζώων προς άλλα κράτη μέλη και να παρεκκλίνουν, κατ' αυτόν τον τρόπο, από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
3 Το High Court of Justice επισημαίνει επίσης την ύπαρξη διεθνών συμφωνιών και μιας κοινοτικής οδηγίας, οι οποίες θεσπίζουν προδιαγραφές για την προστασία των μόσχων σε διαφορετικά επίπεδα. Κατά συνέπεια, ζητεί συγχρόνως από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του κύρους της οδηγίας 91/629/EOK του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1991, για τη θέσπιση στοιχειωδών κανόνων για την προστασία των μόσχων (1), υπό το φως της Ευρωπαϋκής Συμβάσεως περί προστασίας των ζώων στα εκτροφεία και της συστάσεως του 1988 σχετικά με τα βοοειδή.
I - Το νομικό πλαίσιο της διαφοράς
A - Οι διατάξεις του διεθνούς δικαίου
Η Ευρωπαϋκή Σύμβαση περί προστασίας των ζώων στα εκτροφεία
4 Η Eυρωπαϋκή Σύμβαση περί προστασίας των ζώων στα εκτροφεία (στο εξής: Σύμβαση) «καταρτίστηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης για την προστασία των ζώων στα εκτροφεία, ιδιαίτερα στα σύγχρονα συστήματα εντατικής εκτροφής» (2). Η Σύμβαση, η οποία συνήφθη εντός του πλαισίου αυτού στις 17 Μαρτίου 1976, εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας με την απόφαση 78/923/EOK του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 1978 (3).
5 Κατά το άρθρο της 1, η Σύμβαση εφαρμόζεται «στη διατροφή, τις φροντίδες και τα καταλύματα των ζώων, ιδιαίτερα στα σύγχρονα συστήματα εντατικής εκτροφής».
6 Ο τίτλος I ορίζει τις γενικές αρχές βάσει των οποίων η Σύμβαση διασφαλίζει την προστασία των ζώων στα εκτροφεία. Ο τίτλος II καθιερώνει μια μόνιμη επιτροπή, θεσπίζει τους κανόνες οργανώσεως και λειτουργίας της και προσδιορίζει τις αρμοδιότητές της, ενώ ο τίτλος III οργανώνει τον τρόπο θέσεως σε ισχύ της Συμβάσεως.
7 Οι διατάξεις της Συμβάσεως που αφορούν ειδικότερα τα συστήματα εκτροφής, τους χώρους που προορίζονται για τη στέγαση των ζώων, τη διατροφή και τη φροντίδα τους περιέχονται στα άρθρα 3, 3α, 4 και 6.
8 Σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, η μόνιμη επιτροπή επεξεργάζεται και διατυπώνει συστάσεις προς τα συμβαλλόμενα μέρη με σκοπό την εφαρμογή των αρχών της Συμβάσεως.
9 Με το άρθρο 1 της αποφάσεως 92/583/EOK του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 1992, για τη σύναψη του τροποποιητικού πρωτοκόλλου της Ευρωπαϋκής Συμβάσεως για την προστασία των ζώων στα εκτροφεία (4), εγκρίθηκε ένα τροποποιητικό πρωτόκολλο της Συμβάσεως.
Η σύσταση σχετικά με τα βοοειδή
10 Η σύσταση σχετικά με τα βοοειδή, της 21ης Οκτωβρίου 1988 (στο εξής: σύσταση), ορίζει τις γενικές προϋποθέσεις όσον αφορά την εκτροφή των βοοειδών (5).
11 Σύμφωνα με το άρθρο 20 αυτής, η εν λόγω σύσταση δεν έχει απευθείας εφαρμογή στο εσωτερικό δίκαιο των συμβαλλομένων κρατών και πρόκειται να τεθεί σε εφαρμογή με τον τρόπο που θα κρίνει πρόσφορο κάθε συμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή μέσω της νομοθεσίας του ή της διοικητικής πρακτικής του.
Το παράρτημα Γ: ειδικές διατάξεις για τους μόσχους
12 Το παράρτημα Γ της συστάσεως (στο εξής: παράρτημα), που αφορά ειδικότερα τους μόσχους, υιοθετήθηκε στις 8 Ιουνίου 1993.
B - Οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου
Ο κανονισμός (EOK) 805/68
13 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (6), προβλέπει ένα καθεστώς τιμών και συναλλαγών και, σύμφωνα με το άρθρο του 1, εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στα «βοοειδή ζώντα κατοικίδια».
14 Το άρθρο 22, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, απαγορεύει κάθε ποσοτικό περιορισμό ή μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος στο πλαίσιο του εσωτερικού εμπορίου της Κοινότητας.
Η οδηγία 91/629
15 Η οδηγία 91/629 σκοπεί στη θέσπιση ελαχίστων προδιαγραφών για την προστασία των μόσχων, προκειμένου να εξαλειφθούν οι διαφορές που μπορούν να νοθεύσουν τους όρους του ανταγωνισμού εντός της κοινής οργανώσεως της αγοράς για τα ζώα αυτά (7) και, συγχρόνως, να διασφαλισθεί η καλή διαβίωσή τους (8).
16 Στην πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας υπενθυμίζεται ότι όλα τα κράτη μέλη έχουν επικυρώσει τη Σύμβαση και ότι η Σύμβαση έχει επίσης εγκριθεί με την απόφαση 78/923.
17 Στην έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αναφέρεται ότι η Επιτροπή θα πρέπει, βάσει εκθέσεως της επιστημονικής κτηνιατρικής επιτροπής, να συνεχίσει δραστήρια τις επιστημονικές έρευνες για το καλύτερο σύστημα ή τα καλύτερα συστήματα εκτροφής που εξασφαλίζουν την καλή διαβίωση των μόσχων και ότι, συνεπώς, θα πρέπει να προβλεφθεί μεταβατική περίοδος ώστε να μπορέσει η Επιτροπή να ολοκληρώσει το έργο αυτό.
18 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, ορίζει μια μεταβατική περίοδο τεσσάρων ετών, κατά τη διάρκεια της οποίας όλες οι νέες εκμεταλλεύσεις πρέπει να ανταποκρίνονται στις ελάχιστες προδιαγραφές όσον αφορά τη στέγαση των μόσχων που σταβλίζονται σε ατομικά διαμερίσματα ή που είναι δεμένοι σε χωρίσματα.
19 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μεριμνούν ώστε οι συνθήκες εκτροφής των μόσχων να είναι σύμφωνες προς τις γενικές διατάξεις του παραρτήματος της οδηγίας. Το εν λόγω παράρτημα θεσπίζει κανόνες που αφορούν, μεταξύ άλλων, τις συνθήκες στεγάσεως και τη διατροφή των μόσχων.
20 Το άρθρο 11, παράγραφος 2, επιτρέπει στα κράτη μέλη, σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες της Συνθήκης, να διατηρούν σε ισχύ ή να εφαρμόζουν στο έδαφός τους αυστηρότερες διατάξεις από εκείνες που προβλέπει η οδηγία.
II - Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου
21 Τα πραγματικά περιστατικά, όπως περιγράφονται στη διάταξη περί παραπομπής, είναι τα ακόλουθα:
22 Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών το Ηνωμένο Βασίλειο εξήγε ετησίως από 500 000 έως 600 000 μόσχους σφαγής προς άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας, εκ των οποίων ορισμένα επιτρέπουν την εκτροφή ενός σημαντικού ποσοστού των ζώων αυτών σύμφωνα με το «σύστημα των μοσχοκλωβών».
23 Η έκφραση «μοσχοκλωβός» περιγράφει έναν χώρο στάβλου σαν χωριστό διαμέρισμα, που χρησιμοποιείται για τη στέγαση ενός μόνο μόσχου σφαγής. Κατά το αιτούν δικαστήριο, ο όρος «σύστημα των μοσχοκλωβών» αναφέρεται σε «ένα σύστημα παραγωγής μοσχαρίσιου κρέατος, κατά το οποίο οι μόσχοι εκτρέφονται υπό συνθήκες που δεν πληρούν τις προδιαγραφές που θεσπίζουν η Σύμβαση και η σύσταση όσον αφορά το ελάχιστο πλάτος των μοσχοκλωβών και τη σύνθεση του διαιτολογίου των μόσχων σφαγής (...)» (9).
24 Αυτή η μέθοδος εκτροφής μόσχων απαγορεύεται στο Ηνωμένο Βασίλειο από την 1η Ιανουαρίου 1990, οπότε άρχισε να ισχύει η Welfare of Calves Regulations (κανονιστική απόφαση για την καλή διαβίωση των μόσχων) του 1987.
25 Οι αιτούσες της κύριας δίκης, Royal Society for the Prevention of Cruelty to Animals (στο εξής: RSPCA) και Compassion in World Farming Ltd (στο εξής: CIWF), που είναι οργανώσεις με σκοπό την προστασία των ζώων, «θεωρούν ότι το σύστημα των μοσχοκλωβών βλάπτει την υγεία και την καλή διαβίωση των μόσχων [και] τους υποβάλλει σε περιττές κακουχίες» (10).
26 Κατά συνέπεια, η RSPCA και η CIWF ζήτησαν από τον Υπουργό Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων (στο εξής: υπουργός), να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 36 της Συνθήκης θεσπίζοντας μέτρα για τον περιορισμό των εξαγωγών μόσχων σφαγής προς κράτη μέλη όπου είναι πιθανό να εφαρμόζεται το «σύστημα των μοσχοκλωβών», «το οποίο είναι αντίθετο προς τις προδιαγραφές που ισχύουν στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις διεθνείς προδιαγραφές που προβλέπει η Σύμβαση, στην οποία έχουν συμφωνήσει να προσχωρήσουν όλα τα κράτη μέλη και η Ευρωπαϋκή Κοινότητα» (11).
27 Στην απάντησή του, ο υπουργός δήλωσε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχει εξουσία περιορισμού των εξαγωγών μόσχων σφαγής και ότι, ακόμη κι αν είχε την εξουσία αυτή, για πολιτικούς λόγους, δεν θα επέβαλλε την εν λόγω απαγόρευση.
28 Η RSPCA και η CIWF προσέφυγαν τότε ενώπιον του High Court of Justice (12), το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
III - Τα προδικαστικά ερωτήματα
29 «α) Όλα τα κράτη μέλη έχουν προσχωρήσει στην Ευρωπαϋκή Σύμβαση περί προστασίας των ζώων στα εκτροφεία (στο εξής: Σύμβαση), η οποία καταρτίστηκε το 1976 και εγκρίθηκε με την απόφαση 78/923/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/023, σ. 40).
β) Η σύσταση του 1988 σχετικά με τα βοοειδή (στο εξής: σύσταση) εκδόθηκε από τη συσταθείσα σύμφωνα με τη Σύμβαση μόνιμη επιτροπή, και τέθηκε σε ισχύ σύμφωνα με τις διατάξεις της Συμβάσεως.
γ) Οι προδιαγραφές που έχουν θεσπιστεί από και σύμφωνα με τη Σύμβαση περιέχουν διατάξεις σχετικά με το ελάχιστο πλάτος των μοσχοκλωβών και τη σύνθεση του διαιτολογίου των προοριζομένων για σφαγή μόσχων.
δ) Η οδηγία 91/629/ΕΟΚ του Συμβουλίου θεσπίζει ορισμένες δεσμευτικές ελάχιστες προδιαγραφές για την προστασία των μόσχων, οι οποίες, ως προς ορισμένα ζητήματα, στα οποία περιλαμβάνονται το πλάτος των μοσχοκλωβών και η σύνθεση του διαιτολογίου των μόσχων, είναι λιγότερο αυστηρές από τις προδιαγραφές που έχουν θεσπιστεί από και σύμφωνα με τη Σύμβαση.
ε) Η οδηγία επιτρέπει στα κράτη μέλη να διατηρούν σε ισχύ ή να εφαρμόζουν στο έδαφός τους αυστηρότερες διατάξεις για την προστασία των μόσχων από αυτές που προβλέπει η ίδια.
στ) Από ένα κράτος μέλος (το κράτος μέλος Α) εξάγονται μόσχοι προς ορισμένα άλλα κράτη μέλη (τα κράτη μέλη Β), τα οποία έχουν μεταφέρει στο εσωτερικό τους δίκαιο την οδηγία και/ή την τηρούν, αλλά δεν έχουν μεταφέρει και/ή δεν τηρούν τις προδιαγραφές της ανωτέρω παραγράφου γγ, ενώ το κράτος μέλος Α έχει μεταφέρει στο εσωτερικό του δίκαιο τις προδιαγραφές αυτές και τις τηρεί.
ζ) Στο κράτος μέλος εξαγωγής οι οργανώσεις προστασίας ζώων και μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, υποστηριζόμενες από έγκυρες επιστημονικές απόψεις των κτηνιατρικών κύκλων, θεωρούν ότι η εξαγωγή μόσχων των οποίων οι συνθήκες εκτροφής θα είναι αντίθετες προς τη Σύμβαση είναι βάναυση και ανήθικη.
1) Εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, μπορεί το κράτος μέλος Α να επικαλεστεί το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚ, ιδίως δε τους προβλεπόμενους στο άρθρο αυτό λόγους δημόσιας ηθικής και/ή δημόσιας τάξης και/ή προστασίας της υγείας και της ζωής των ζώων, για να δικαιολογήσει την επιβολή περιορισμών στις εξαγωγές ζώντων μόσχων από το κράτος μέλος Α, ώστε να αποφευχθεί η εκτροφή τους σε μοσχοκλωβούς, σύμφωνα με τις μεθόδους που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη Β;
2) Αν η οδηγία είναι έγκυρη και οι διατάξεις της συνεπάγονται αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, είναι οι διατάξεις αυτές έγκυρες;»
30 Πριν έλθω στα υποβληθέντα ερωτήματα, θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω τα στοιχεία εκείνα τα οποία, όπως αναφέρθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, θα μπορούσαν να είχαν ως αποτέλεσμα να κηρύξει το Δικαστήριο εαυτό αναρμόδιο.
IV - Επί του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων
31 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Γαλλική Κυβέρνηση, παρά το γεγονός ότι δεν προέβαλε ένσταση απαραδέκτου, δήλωσε ότι το πρώτο ερώτημα έχει «θεωρητικό, μάλιστα δε υποθετικό χαρακτήρα» δεδομένου ότι δεν υφίσταται «μέτρο περιορίζον το ενδοκοινοτικό εμπόριο». Πράγματι, η εν λόγω κυβέρνηση φρονεί ότι το εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί να εκφέρει κρίση επί της αναγκαιότητας ή της συμφωνίας προς την αρχή της αναλογικότητας μιας αποφάσεως η οποία δεν έχει ληφθεί.
32 Πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «μόνο στα εθνικά δικαστήρια, στην κρίση των οποίων υποβάλλεται η διαφορά και τα οποία πρέπει να αναλαμβάνουν την ευθύνη της εκδοθησομένης αποφάσεως, εναπόκειται να εκτιμούν, ενόψει των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών κάθε υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, προκειμένου να είναι σε θέση να αποφανθούν επί της υποθέσεως, όσο και τη λυσιτέλεια των υποβαλλομένων στο Δικαστήριο ερωτημάτων (13). Εντεύθεν το Δικαστήριο συνάγει ότι, «εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, καταρχήν, να απαντήσει» (14).
33 Είναι σαφές ότι τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν άμεσα το κοινοτικό δίκαιο, αφού σκοπούν στην ερμηνεία του άρθρου 36 της Συνθήκης και στην κρίση του κύρους της οδηγίας 91/629.
34 Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ότι σ' αυτό εναπόκειται, προκειμένου να κρίνει τη δική του αρμοδιότητα, να ερευνά τις συνθήκες υπό τις οποίες απευθύνθηκε προς αυτό το εθνικό δικαστήριο. Συναφώς, το Δικαστήριο θεωρεί ότι αδυνατεί να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα υποβληθέν από εθνικό δικαστήριο, «όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία ή η εκτίμηση του κύρους ενός κοινοτικού κανόνα που ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης (...) ή ακόμη όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως και το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (...)» (15).
35 Καταρχάς, πρέπει να τονιστεί ότι ο σύνδεσμος μεταξύ των υποβληθέντων ερωτημάτων και της διαφοράς δεν μπορεί σοβαρά να αμφισβητηθεί. Η διαφορά της κύριας δίκης, που εστιάζεται στη θέσπιση μέτρων περιορισμού των εξαγωγών, στηριζομένων σε επιταγές σχετικές με την προστασία των ζώων, δεν μπορεί να διαχωριστεί από τον αντλούμενο από το άρθρο 36 της Συνθήκης ισχυρισμό, που αποτελεί το αντικείμενο του πρώτου ερωτήματος. Ομοίως, το δικαίωμα κράτους μέλους να στηριχθεί στο άρθρο 36 εξαρτάται, τουλάχιστον εν μέρει, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω (16), από την ύπαρξη οδηγίας που εναρμονίζει τον οικείο τομέα, με αποτέλεσμα να έχει αποφασιστική σημασία το ζήτημα του κύρους της οδηγίας 91/629, που καθιερώνει τις ελάχιστες προδιαγραφές για την προστασία των μόσχων.
36 Δεν πρόκειται ούτε για υποθετικό πρόβλημα. Από την έκθεση του πραγματικού και νομικού πλαισίου της διαφοράς, που περιέχει η διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου, προκύπτει σαφώς ότι η προσφυγή της κύριας δίκης αφορά την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει ο υπουργός να αρνηθεί να θεσπίσει μέτρα στηριζόμενα στο άρθρο 36 (17). Από την εξέταση της δικογραφίας της κύριας δίκης προκύπτει ότι η προσφυγή αυτή, η οποία, εξάλλου, κινήθηκε από φορείς που έχουν ως σκοπό την προστασία των ζώων, σκοπεί ακριβώς να επιτύχει την ακύρωση της αποφάσεως του υπουργού (18).
37 Είναι αληθές ότι η διαφορά που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου παρουσιάζει την ιδιομορφία ότι αφορμή για τη γένεσή της δεν αποτέλεσε μια ρητή πράξη της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου αλλά η άρνηση εκδόσεως τέτοιας πράξεως. Επομένως, η έλλειψη υπουργικής αποφάσεως περί απαγορεύσεως ή περί περιορισμού των εξαγωγών των μόσχων προς τα άλλα κράτη μέλη είναι αυτή ακριβώς που προσβάλλεται ενώπιον του High Court of Justice και που αποτέλεσε την αφορμή για την υποβολή των προδικαστικών ερωτημάτων.
38 Συνεπώς, η ερμηνεία που θα δώσει το Δικαστήριο στο άρθρο 36 της Συνθήκης δεν θα παράσχει κατ' ανάγκη στο εθνικό δικαστήριο τη δυνατότητα να αξιολογήσει τη νομιμότητα της κυβερνητικής αποφάσεως.
39 Εάν, βάσει της ερμηνείας αυτής, γίνει δεκτή η ύπαρξη δικαιώματος εφαρμογής ποσοτικών περιορισμών κατά την εξαγωγή ή μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος για τους λόγους που αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, ενδέχεται η απόφαση του Δικαστηρίου να μην είναι χρήσιμη για την επίλυση της διαφοράς, αφού το άρθρο 36 καθιερώνει μόνο μια απλή ευχέρεια θεσπίσεως τέτοιου είδους μέτρων, ενώ, στην περίπτωση αυτή, ο υπουργός δήλωσε ότι δεν θεωρεί σκόπιμο να επιβάλει τέτοιου είδους μέτρα (19).
40 Ωστόσο, οι αντιρρήσεις αυτές δεν αρκούν για να αμφισβητηθεί η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Πράγματι, αν, αντιθέτως, το Δικαστήριο ερμηνεύσει το άρθρο 36 υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει τη θέσπιση περιοριστικών μέτρων υπό τις συνθήκες της παρούσας υποθέσεως, το στοιχείο αυτό θα συνηγορούσε υπέρ της νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως.
41 Επιπλέον, με τα υποβληθέντα ερωτήματα, το High Court of Justice δεν αναμένει από το Δικαστήριο να του παράσχει τη δυνατότητα να κρίνει τη συμφωνία προς την αρχή της αναλογικότητας ενός συγκεκριμένου μέτρου που θέσπισαν οι βρετανικές αρχές. Ζητεί μόνον απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 36 στις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως.
42 Υπό τις συνθήκες αυτές, και εν πάση περιπτώσει, τα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να θεωρηθούν παραδεκτά.
V - Επί της εφαρμογής του άρθρου 36 της Συνθήκης
43 Με το πρώτο του ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν το άρθρο 36 της Συνθήκης επιτρέπει σε κράτος μέλος να επιβάλει περιορισμούς ή να απαγορεύσει την εξαγωγή ζώντων ζώων με προορισμό άλλο κράτος μέλος, με την αιτιολογία ότι η δημόσια ηθική, η δημόσια τάξη ή η υγεία και η ζωή των ζώων αυτών απειλούνται από τις μεθόδους εκτροφής που χρησιμοποιούνται στο κράτος μέλος προορισμού.
44 Πρέπει εκ προοιμίου να τονιστεί ότι, όπως δέχεται η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, «ένα μέτρο περί απαγορεύσεως ή περιορισμού των εξαγωγών ζώντων μόσχων από το Ηνωμένο Βασίλειο θα αποτελούσε ποσοτικό περιορισμό ή μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος υπό την έννοια του άρθρου 34 της Συνθήκης EK» (20).
45 Ωστόσο, στην απόφαση Hedley Lomas το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι «η επίκληση του άρθρου 36 της Συνθήκης επιτρέπει τη διατήρηση περιορισμών επί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων δικαιολογουμένων από λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ζώων (...)» (21). Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην εφαρμοστεί η συλλογιστική αυτή στην περίπτωση κατά την οποία οι λόγοι των οποίων γίνεται επίκληση δικαιολογούν όχι τη διατήρηση, αλλά τη θέσπιση περιορισμών.
46 Μολονότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων είναι αναμφισβήτητα ένας από τους στύλους του κοινοτικού οικοδομήματος, είναι αξιοσημείωτο ότι, προσφάτως, το Δικαστήριο χαρακτήρισε την προστασία της υγείας και της ζωής των ζώων ως «θεμελιώδη απαίτηση, αναγνωριζομένη από το κοινοτικό δίκαιο» (22).
47 Οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια ηθική ή τη δημόσια τάξη, στους οποίους αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο και οι οποίοι διατυπώνονται επίσης στο άρθρο 36, συνιστούν περαιτέρω λόγους ικανούς να δικαιολογήσουν ανεκτή κατά τη Συνθήκη παραβίαση της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
48 Ωστόσο, η επίκληση του άρθρου 36 παύει να δικαιολογείται όταν η κοινοτική ρύθμιση προβλέπει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της προστασίας των συμφερόντων που απαριθμεί το εν λόγω άρθρο (23). Eιδικότερα, εφόσον υπάρχει κανονισμός περί κοινής οργανώσεως αγοράς σε ορισμένο τομέα, τα κράτη μέλη οφείλουν να μη λαμβάνουν κανένα μέτρο που μπορεί να παρεκκλίνει ή να θίγει τη ρύθμιση αυτή (24).
49 Εν προκειμένω, ο τομέας του βοείου κρέατος αποτελεί αντικείμενο κοινής οργανώσεως αγοράς, πλην όμως, όπως έκρινε το Δικαστήριο, «(...) η θέσπιση τέτοιας οργανώσεως, δυνάμει του άρθρου 40 της Συνθήκης, δεν έχει ως αποτέλεσμα να καθιστά ανεφάρμοστη επί των παραγωγών γεωργικών προϋόντων κάθε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία επιδιώκει σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους που καλύπτει η κοινή οργάνωση, αλλά η οποία όμως, επηρεάζουσα τις συνθήκες παραγωγής, δύναται να έχει επιπτώσεις επί του όγκου ή του κόστους της εθνικής παραγωγής και, κατά προέκταση, επί της λειτουργίας της κοινής αγοράς στον οικείο τομέα (...)» (25).
50 Ο προαναφερθείς όμως κανονισμός 805/68 δεν επιδιώκει κανένα σκοπό σχετικό με την προστασία των ζώων.
51 Αντιθέτως, η μέριμνα αυτή αποτελεί τον κεντρικό άξονα της οδηγίας 91/629, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, με σκοπό την εναρμόνιση. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η επίκληση του άρθρου 36 δεν είναι πλέον δυνατή «οσάκις οι κοινοτικές οδηγίες προβλέπουν την εναρμόνιση των αναγκαίων μέτρων για την πραγματοποίηση του ειδικού σκοπού που θα επιδίωκε η επίκληση του άρθρου 36» (26).
52 Επομένως, επιβάλλεται να εξεταστεί το περιεχόμενο της οδηγίας 91/629, προκειμένου να προσδιοριστεί η ελευθερία δράσεως που έχει ένα κράτος μέλος που επιθυμεί να διασφαλίσει την τήρηση των σκοπών του άρθρου 36.
A - Ο βαθμός εναρμονίσεως που επιφέρει η οδηγία 91/629
53 Η εναρμόνιση που πραγματοποιείται διά της εκδόσεως οδηγίας εμποδίζει την εφαρμογή του άρθρου 36 από κράτος μέλος, οσάκις τα προστατευτικά μέτρα που θεσπίζει η οδηγία αφορούν ακριβώς τον τομέα που επιθυμούν να προστατεύσουν οι αρχές που επικαλούνται το άρθρο αυτό.
54 Εν προκειμένω, όπως προαναφέρθηκε, η οδηγία είναι αφιερωμένη ολόκληρη, όπως προκύπτει από τον τίτλο της, στην προστασία των μόσχων. Κατά κύριο λόγο, ορισμένοι από τους κανόνες που θεσπίζει εμπίπτουν ακριβώς στον τομέα του «συστήματος των μοσχοκλωβών». Το άρθρο 3 προβλέπει ελάχιστες προδιαγραφές όσον αφορά τη στέγαση των μόσχων, χαρακτηριστικό των οποίων είναι οι αυστηρώς καθορισμένες διαστάσεις του χώρου. Ομοίως, τα σημεία 11 έως 14 του παραρτήματος της οδηγίας θεσπίζουν τις ελάχιστες προδιαγραφές που εφαρμόζονται όσον αφορά τη διατροφή (27).
55 Ανεξαρτήτως της αξιολογήσεως, ιδίως υπό το φως των κριτηρίων που θεσπίζουν η Σύμβαση και η σύσταση, του βαθμού προστασίας που προκρίθηκε κατ' αυτόν τον τρόπο και ο οποίος εντάσσεται στην προβληματική του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, καθίσταται σαφές ότι οι τομείς εντός των οποίων οι διάδικοι της κυρίας δίκης επιθυμούν να εφαρμοστεί το άρθρο 36 καλύπτονται, στην πραγματικότητα, από την οδηγία.
56 Η ανεπάρκεια του επιπέδου προστασίας την οποία καταγγέλλει η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν πρέπει θεωρηθεί ως ένδειξη ατελούς εναρμονίσεως. Το κριτήριο που στηρίζεται στην εναρμόνιση ενός τομέα, και σκοπεί να καταστήσει δυνατή την οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων που διατηρούν τα κράτη μέλη, κρίνεται με γνώμονα τη σημασία του πεδίου που καλύπτουν οι κοινοτικοί κανόνες, δεδομένου ότι ο βασικός σκοπός της εναρμονίσεως είναι πρωτίστως η προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών σ' έναν δεδομένο τομέα, έστω και αν τούτο πραγματοποιείται σε επίπεδο που κρίνεται χαμηλό.
57 Από την άποψη αυτή, η οδηγία έχει εναρμονίσει πλήρως τις εξουσίες που αναγνωρίζονται στα κράτη μέλη στον οικείο τομέα.
58 Βέβαια, τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να θεσπίζουν μέτρα που προστατεύουν σε μεγαλύτερο βαθμό τη ζωή και την υγεία των ζώων. Η ύπαρξη της ευχέρειας αυτής θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένδειξη περί του ότι η οδηγία αφήνει ορισμένο περιθώριο για την εφαρμογή του άρθρου 36, αφού, δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, «(...) από την ημερομηνία που καθορίζεται στην παράγραφο 1 όσον αφορά την προστασία των μόσχων (28), τα κράτη μέλη μπορούν, τηρουμένων των γενικών κανόνων της Συνθήκης, να διατηρούν ή να εφαρμόζουν στο έδαφός τους αυστηρότερες διατάξεις από αυτές που προβλέπει η παρούσα οδηγία».
59 Ωστόσο, μολονότι η οδηγία αναγνωρίζει στα κράτη μέλη ένα περιθώριο δράσεως στον τομέα τον οποίο αφορά, εντός του οποίου αυτά εξακολουθούν να μπορούν να ασκούν τη σχετική με την προστασία των ζώων αρμοδιότητά τους υπό την έννοια αυστηρότερων προδιαγραφών, από τους χρησιμοποιούμενους όρους προκύπτει ότι η εκ μέρους κράτους μέλους θέσπιση μέτρων συγκρίσιμων με εκείνα της οδηγίας επιτρέπεται μόνον εντός των ορίων του ίδιου του εδάφους και τηρουμένων των αρχών της Συνθήκης.
60 Επομένως, τα μέτρα που επιτρέπονται δυνάμει του άρθρου 11 περιορίζονται από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός ενός στενού γεωγραφικού πλαισίου, χωρίς να μπορούν να έχουν καμία επίπτωση επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου. Εξάλλου, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου έκανε χρήση της δυνατότητας αυτής, απαγορεύοντας την εκτροφή των μόσχων σύμφωνα με το επίμαχο σύστημα.
61 Επομένως, θα ήταν δυνατό να συναχθεί, όπως το έπραξε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου (29), ότι ο χαρακτήρας της οδηγίας 91/629 ως πλήρους ρυθμίσεως καθιστά αδύνατη την επίκληση του άρθρου 36.
62 Επιβάλλεται ωστόσο να τονιστεί, όπως το έπραξε η Επιτροπή (30), ότι, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, ορισμένες από τις επιταγές της διατάξεως αυτής για τη στέγαση των ζώων (31) εφαρμόζονται «(...) από την 1η Ιανουαρίου 1994 και για μια μεταβατική περίοδο τεσσάρων ετών [σε] όλες τις νεόδμητες ή ανοικοδομηθείσες εκμεταλλεύσεις και/ή [σε] όλες τις εκμεταλλεύσεις που τίθενται σε λειτουργία για πρώτη φορά μετά την ημερομηνία αυτή (...)».
63 Επιπλέον, η παράγραφος 4 του άρθρου αυτού διευκρινίζει τα εξής:
«Η διάρκεια χρησιμοποιήσεως των εγκαταστάσεων που έχουν ανεγερθεί:
- πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994 και οι οποίες δεν πληρούν τις απαιτήσεις της παραγράφου 1 (...) δεν υπερβαίνει επ' ουδενί τις 31 Δεκεμβρίου 2003·
- κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, σύμφωνα με την παράγραφο 1, δεν υπερβαίνει επ' ουδενί τις 31 Δεκεμβρίου 2007, εκτός εάν συμμορφωθούν έως τότε με τις απαιτήσεις τις παρούσας οδηγίας.»
64 Επομένως, για λόγους αναγόμενους στην προοδευτική προσαρμογή των γεωργικών εκμεταλλεύσεων στις νέες προδιαγραφές, ο κοινοτικός νομοθέτης επέτρεψε να μην αρχίσουν να εφαρμόζονται αμέσως οι κανόνες σε όλες τις εγκαταστάσεις. Ο κοινοτικός νομοθέτης παρέσχε στις κατασκευασθείσες πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994 εκμεταλλεύσεις τη δυνατότητα να αποφύγουν, μέχρι το τέλος του έτους 2003, την εφαρμογή των κανόνων που ισχύουν για τις εκμεταλλεύσεις που ανεγέρθηκαν μετά την ημερομηνία αυτή και κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου τεσσάρων ετών. Ομοίως, οι εκμεταλλεύσεις που κατασκευάσθηκαν κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου θα πρέπει είναι πλήρως σύμφωνες προς τις σχετικές προδιαγραφές πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2007 (32).
65 Επομένως, είναι δυνατή η συνύπαρξη διαφόρων κατηγοριών γεωργικών εκμεταλλεύσεων, που παρουσιάζουν διαφορετικά επίπεδα προστασίας των μόσχων, οπότε η εναρμόνιση των συνθηκών στεγάσεως των ζώων θα μπορέσει να υλοποιηθεί πραγματικά μόνο κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία. Πράγματι, τότε μόνον όλες οι γεωργικές εκμεταλλεύσεις που περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας θα οφείλουν να τηρούν τους ίδιους κανόνες.
66 Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη μπορούν να είναι αναγκασμένα, για μερικά ακόμη χρόνια, να επιτρέπουν την εκτροφή, την εξαγωγή ή την εισαγωγή μόσχων των οποίων ο τρόπος εκτροφής αντιβαίνει προς τους προστατευτικούς κανόνες της οδηγίας, έστω και μετά την τροποποίησή της.
67 Υπό τις συνθήκες αυτές, μου φαίνεται εύλογο να εφαρμοστεί κατ' επέκταση στην παρούσα υπόθεση η νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία μια οδηγία δεν έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια της αρμοδιότητας που αναγνωρίζει το άρθρο 36 στα κράτη μέλη, εφόσον δεν έχει παρέλθει η προθεσμία που τους τάσσει για τη θέσπιση των διατάξεων που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωσή τους προς αυτή (33).
68 Εν προκειμένω, το άρθρο 3 της οδηγίας δεν τάσσει προθεσμία για τη μεταφορά του κοινοτικού κανόνα στο εθνικό δίκαιο. Προβλέπει την άμεση ή αναβεβλημένη δυνατότητα επιβολής στους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες των υποχρεώσεων που θεσπίζει η οδηγία, ανάλογα με την ημερομηνία κατασκευής ή θέσεως σε λειτουργία της γεωργικής εκμεταλλεύσεως.
69 Ωστόσο, οι δύο περιπτώσεις είναι συγκρίσιμες, υπό την έννοια ότι η ουσιαστική εφαρμογή των προστατευτικών κανόνων που θεσπίζει η οδηγία μπορεί να αναβληθεί.
70 Μέχρι την εκπνοή των προθεσμιών εφαρμογής των συνθηκών στεγάσεως των ζώων που προβλέπει η οδηγία, όπως με τη λήξη μιας προθεσμίας μεταφοράς οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, τα κράτη μέλη διατηρούν τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 36, το οποίο και μπορεί να χρησιμεύσει ως έρεισμα για την ανάληψη δράσεως δικαιολογουμένης από λόγους αναγόμενους στην προστασία της ζωής και της υγείας των ζώων.
71 Πρέπει να προστεθεί ότι στο πλαίσιο της οδηγίας, η οποία δεν έχει τέτοιο σκοπό, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, ως ενδεχόμενη δικαιολόγηση της επικλήσεως του άρθρου 36, οι αναγόμενες στη δημόσια ηθική και στη δημόσια τάξη θεωρήσεις που αναφέρονται στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα.
72 Επιπλέον, μια οδηγία μπορεί ενδεχομένως να εναρμονίζει εξαντλητικά έναν τομέα που αφορά την προστασία των ζώων χωρίς όμως να μπορεί να κατευνάσει κοινωνικά κινήματα που, επειδή κρίνουν ανεπαρκές το επίπεδο της παρεχόμενης προστασίας, μπορούν, παρά ταύτα, να διαταράξουν τη δημόσια τάξη.
73 Για τους διαφόρους αυτούς λόγους, η οδηγία 91/629 δεν αρκεί για να απαγορεύσει την εφαρμογή του άρθρου 36 στην προκειμένη υπόθεση, οπότε φαίνεται αναγκαίο να αποφανθεί το Δικαστήριο σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής.
B - Το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 36
1. Η απόφαση Hedley Lomas
74 Η παρούσα υπόθεση μπορεί να συσχετισθεί από πολλές απόψεις με την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Hedley Lomas.
75 Οι δύο αυτές υποθέσεις αφορούν ειδικά τους τομείς του άρθρου 34 και του άρθρου 36, καθόσον γίνεται επίκληση του άρθρου 36 προς δικαιολόγηση ποσοτικών περιορισμών βασιζομένων σε λόγους προστασίας της ζωής και της υγείας των ζώων.
76 Κατά κύριο λόγο, το πλέον χαρακτηριστικό κοινό σημείο τους έγκειται στο ότι η αιτία του θεσπισθέντος ή αιτουμένου περιοριστικού μέτρου βρίσκεται εκτός του εδάφους του κράτους μέλους που θέσπισε το μέτρο ή από το οποίο ζητείται να το θεσπίσει, αλλά εντός του εδάφους της Κοινότητας.
77 Η περίσταση αυτή περιάγει το οικείο κράτος μέλος σε μια λεπτή κατάσταση, ενόψει του κοινοτικού δικαίου, ιδίως δε της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, η οποία κατάσταση το ωθεί να εκτιμήσει την αναγκαιότητα ή τη σκοπιμότητα επιβολής περιορισμών στις εξαγωγές των αγαθών του προς ένα άλλο κράτος μέλος για λόγους αναγομένους σε μια πρακτική την οποία εν πολλοίς δεν γνωρίζει.
78 Ωστόσο, στην υπόθεση Hedley Lomas, το ζήτημα ήταν αν μπορούσε να γίνει επίκληση του άρθρου 36 από κράτος μέλος για να δικαιολογηθεί ένας περιορισμός των εξαγωγών ζώων προς άλλο κράτος μέλος, για τον λόγο ότι το τελευταίο αυτό κράτος μέλος δεν τηρούσε τις επιταγές μια κοινοτικής οδηγίας η οποία προέβλεπε την αναγκαία για την υλοποίηση του επιδιωκομένου σκοπού εναρμόνιση των μέτρων. Αντιθέτως, εν προκειμένω, ορισμένα κράτη μέλη εκτρέφουν τους μόσχους με το καλούμενο «σύστημα των μοσχοκλωβών» χωρίς ωστόσο να παραβαίνουν τις διατάξεις της οδηγίας που εναρμονίζουν τις προδιαγραφές περί προστασίας.
79 Παρά τις διαφορές αυτές, τα δεδομένα του προβλήματος που θέτει κάθε μία από τις δύο αυτές υποθέσεις θα μπορούσαν να έχουν ως αποτέλεσμα μια ταυτόσημη προσέγγιση.
80 Η επίμαχη στην υπόθεση Hedley Lomas οδηγία υλοποιούσε την πλήρη εναρμόνιση των μέτρων που ήσαν αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με την επίκληση του άρθρου 36 σκοπού, πλην όμως ο υπουργός ισχυριζόταν ότι δεν τηρούνταν πάντοτε από το κράτος μέλος προορισμού.
81 Στην παρούσα υπόθεση, η οδηγία εφαρμόζεται, πλην όμως δεν προβαίνει σε πλήρη εναρμόνιση.
82 Και στις δύο περιπτώσεις, η έλλειψη μέτρων καθιστώντων δυνατή την επίτευξη του σκοπού του άρθρου 36 μπορεί να δικαιολογήσει την επίκληση της διατάξεως αυτής.
83 Ωστόσο, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως Hedley Lomas χαρακτηρίζονταν από αβεβαιότητα όσον αφορά το υποστατό της παραβάσεως της κοινοτικής νομοθεσίας εκ μέρους του κράτους μέλους εισαγωγής, το Δικαστήριο δεν μπορούσε να αποφανθεί ως προς το ζήτημα αυτό ούτε ως προς το γεγονός ότι τα πραγματικά περιστατικά είχαν λάβει χώρα εκτός του εδάφους του κράτους εξαγωγής (34).
84 Το Δικαστήριο φρόντισε να διευκρινίσει επανειλημμένα ότι αυτό ήταν το πλαίσιο εντός του οποίου εξέδωσε την απόφασή του (35). Γι' αυτόν τον λόγο, το αποτέλεσμα της αποφάσεως είναι σχετικό (36). Η απάντηση που έδωσε το Δικαστήριο αφορά μόνο την περίπτωση κατά την οποία η μη τήρηση των επιταγών μιας οδηγίας περί εναρμονίσεως είναι υποθετική (37). Είναι ευνόητο ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να έχει το δικαίωμα να λάβει μονομερώς μέτρα για τον περιορισμό των εξαγωγών.
85 Ενόψει των ιδιομορφιών αυτών, φρονώ ότι η παρούσα υπόθεση ενδείκνυται περισσότερο για την ερμηνεία του άρθρου 36 στην περίπτωση κατά την οποία ένα κράτος μέλος το επικαλείται προκειμένου να αντιταχθεί σε πρακτικές που υφίστανται εκτός του εθνικού του εδάφους.
2. Η επίκληση του άρθρου 36 για την προστασία ορισμένων από τους σκοπούς του έναντι πρακτικών που υφίστανται εκτός του εθνικού εδάφους
86 Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν ένα κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να επικαλείται θεωρήσεις αναγόμενες στη δημόσια ηθική, τη δημόσια τάξη ή την προστασία της υγείας ή της ζωής των ζώων προς δικαιολόγηση περιορισμών των εξαγωγών μόσχων προς κράτη μέλη που εφαρμόζουν για την εκτροφή τους το καλούμενο «σύστημα των μοσχοκλωβών».
87 Όπως εξέθεσα στις προτάσεις μου στην υπόθεση Hedley Lomas (38), φρονώ ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να επικαλείται το άρθρο 36 της Συνθήκης μόνον προκειμένου να εξασφαλίζει εντός του εθνικού του εδάφους τη διαφύλαξη συμφέροντος προστατευομένου από το εν λόγω άρθρο.
88 Στις ίδιες αυτές προτάσεις, παρέθεσα το ακόλουθο απόσπασμα από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Trabucchi επί της υποθέσεως Dassonville: «(...) τα κράτη μπορούν να εφαρμόζουν τις εξαιρέσεις αυτές [που περιλαμβάνονται στο άρθρο 36] μόνον ενόψει της προστασίας των ιδίων συμφερόντων τους και όχι για να προστατεύσουν τα συμφέροντα άλλων κρατών (...). Το άρθρο 36 επιτρέπει σε κάθε κράτος να προστατεύει αποκλειστικώς τα ίδια εθνικά συμφέροντά του. Επομένως, για την προστασία της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, κάθε κράτος μπορεί να εφαρμόζει περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μόνον προκειμένου να προστατεύσει τα δικαιώματα και τα οικονομικά συμφέροντα που περιλαμβάνονται στη σφαίρα αρμοδιότητάς του» (39).
89 Αναφέρομαι απλώς και μόνο στο τμήμα των προτάσεών μου όπου εκτίθενται οι λόγοι που δικαιολογούν, κατά την άποψή μου, μια στενή οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 36 (40).
90 Όπως συνάγεται συναφώς, οι περιορισμοί των εξαγωγών δικαιολογούνται μόνον εάν τα επίμαχα πραγματικά περιστατικά προσβάλλουν τη δημόσια ηθική ή τη δημόσια τάξη του κράτους εξαγωγής.
91 Στο παρόν στάδιο εξελίξεως της ευρωπαϋκής οικοδομήσεως θα ήταν ανεπίτρεπτο να μπορεί ένα κράτος μέλος να επικαλείται τη διάταξη αυτή για να απαγορεύει την εξαγωγή αγαθών, με την αιτιολογία ότι, σύμφωνα με τα δικά του κριτήρια, θα μπορούσε να θιγεί η δημόσια τάξη ή η δημόσια ηθική του κράτους μέλους εισαγωγής.
92 Eν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι το επικρινόμενο από τη CIWF σύστημα εκτροφής των ζώων, μολονότι εφαρμόζεται εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου, παράγει αποτελέσματα στο βρετανικό έδαφος, όπου η κοινή γνώμη, όπως και οι ειδικευμένοι κτηνιατρικοί κύκλοι, εναντιώνονται στη διατήρησή του σε ορισμένα κράτη μέλη.
93 Η κατάσταση διαφέρει όσον αφορά τον σκοπό προστασίας των ζώων. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, η προσβολή της υγείας και της ζωής των μόσχων, που οφείλεται στο σύστημα εκτροφής, επέρχεται εκτός των βρετανικών συνόρων και εκφεύγει της σφαίρας αρμοδιότητας του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.
94 Θα εξετάσω διαδοχικά καθέναν από τους στόχους του άρθρου 36 της Συνθήκης στους οποίους αναφέρεται το προδικαστικό ερώτημα.
Η δημόσια ηθική
95 Μολονότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι έχει εξουσία να αποφαίνεται επί εννοιών όπως της δημόσιας τάξεως (41) ή της δημόσιας ασφαλείας (42), των οποίων ο αυστηρά εθνικός χαρακτήρας είναι συγκρίσιμος με εκείνον της δημόσιας ηθικής, θεωρεί εντούτοις ότι «εναπόκειται καταρχήν σε κάθε κράτος μέλος να καθορίσει τις απαιτήσεις της δημόσιας ηθικής στο έδαφός του, κατά τη δική του κλίμακα αξιών, υπό την μορφή που επέλεξε» (43).
96 Ωστόσο, οι σπάνιες περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της προστασίας της δημόσιας ηθικής υπό την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης αφορούσαν εθνικές ρυθμίσεις ισχύουσες σε τομείς για τους οποίους μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκονται κατά παράδοση και εν γένει στο επίκεντρο των συζητήσεων ως προς το θέμα αυτό στις περισσότερες ευρωπαϋκές κοινωνίες (44).
97 Ωστόσο, ακόμη και στις περιπτώσεις αυτές, το Δικαστήριο δεν παρέλειψε να υπενθυμίσει ότι η αρμοδιότητα των κρατών μελών αναγνωρίζεται «κατ' αρχήν», οπότε το ίδιο διατηρεί ευχέρεια παρεκκλίσεως από τον κανόνα, εφόσον τούτο δικαιολογείται από τα δεδομένα της υποθέσεως.
98 Εξάλλου, οι εκφράσεις που χρησιμοποιεί το Δικαστήριο, οι οποίες περιέχουν ουσιαστικές εκτιμήσεις σχετικά με τις επίμαχες ρυθμίσεις, φαίνονται να καθιστούν πρόδηλη την πρόθεση του Δικαστηρίου να μεριμνά για την αποτροπή παρεκκλίσεων από το περιεχόμενο της έννοιας. Στην απόφαση Henn και Darby, το Δικαστήριο επισήμανε ότι δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί ότι οι επίμαχες νομοθετικές διατάξεις υπάγονταν στην ευχέρεια που έχει αφεθεί στα κράτη μέλη με το άρθρο 36 (45). Στην απόφαση Conegate, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε να γίνει επίκληση λόγων αναγομένων στη δημόσια ηθική προς δικαιολόγηση μιας εθνικής ρυθμίσεως απαγορεύουσας την εισαγωγή ορισμένων άσεμνων ή αισχρών εμπορευμάτων, δεδομένου ότι διαπίστωσε ότι η απρεπής φύση των εμπορευμάτων αυτών δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως αρκετά σοβαρή, εφόσον η νομοθεσία του ενδιαφερομένου κράτους μέλους δεν περιείχε καμία απαγόρευση κατασκευής ή διαθέσεως στο εμπόριο των ιδίων αυτών εμπορευμάτων στο έδαφός του (46).
99 Όπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «(...) το άρθρο 36 δεν έχει ως σκοπό να επιφυλάσσει ορισμένα ζητήματα στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών, αλλά δέχεται το να εισάγουν οι εθνικές νομοθεσίες εξαίρεση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας, στο μέτρο που αυτό εξακολουθεί να δικαιολογείται για την επίτευξη των στόχων που επιδιώκει το εν λόγω άρθρο» (47). Πράγματι, το άρθρο 36, ως εξαίρεση από την αρχή αυτή, πρέπει να νοείται στενά (48).
100 Η δημόσια ηθική, παρά τον ειδικό χαρακτήρα της, δεν μπορεί να διαφύγει πλήρως της εφαρμογής του κανόνα αυτού. Δεν μπορεί να γίνεται επίκληση των λόγων που στηρίζονται στην έννοια αυτή σε κάθε περίπτωση, διότι άλλως υπάρχει κίνδυνος πολλαπλασιασμού των εμποδίων στο ενδοκοινοτικό εμπόριο.
101 Συναφώς, θεωρώ αναγκαίο, ειδικά σε τομείς που δεν τυγχάνουν τόσο γενικής αποδοκιμασίας όσο οι τομείς σχετικά με τους οποίους το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί, να αναγνωρίσει το Δικαστήριο ότι έχει το δικαίωμα να προβαίνει σ' έναν ελάχιστο έλεγχο του περιεχομένου της έννοιας της δημόσιας ηθικής. Το πλεονέκτημα της προσεγγίσεως αυτής θα είναι η αποφυγή του ενδεχομένου να προκρίνεται μια διασταλτική ερμηνεία της έννοιας με αποκλειστικό σκοπό τη δικαιολόγηση καταχρηστικών περιοριστικών μέτρων (49).
102 Ωστόσο, γεγονός παραμένει ότι το περιεχόμενο της δημόσιας ηθικής παρουσιάζει διαφορές από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, διαχρονικώς και σε συνάρτηση με τις κοινωνικοπολιτιστικές τους ιδιομορφίες. Επιπλέον, δεν είναι αποστολή του Δικαστηρίου να αποφαίνεται σχετικά με αξίες που χαρακτηρίζουν τη δημόσια ηθική ενός κράτους μέλους και που, επομένως, προσιδιάζουν σ' αυτό. Κατά συνέπεια, φαίνεται αναγκαίο να αναγνωριστεί στις εθνικές αρχές επαρκής εξουσία εκτιμήσεως για να καθορίζουν τις επιταγές που ενέχει η δημόσια ηθική, εντός των ορίων που επιβάλλει η Συνθήκη (50).
103 Φρονώ ότι το Δικαστήριο έχει συμπληρωματικώς την αποστολή να ερμηνεύει το άρθρο 36 αποκλείοντας από το πεδίο εφαρμογής του τις εθνικές πρακτικές ή ρυθμίσεις που επιδιώκουν σκοπούς οι οποίοι, προδήλως, δεν εμπίπτουν στη δημόσια ηθική.
104 Εν προκειμένω, το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος θεωρεί ότι η αδικαιολόγητη βλάβη που επιφέρει στη ζωή ή την υγεία κατοικιδίων ζώων, έστω και για σκοπούς οικονομικής φύσεως, η χρήση ενός συγκεκριμένου τρόπου εκτροφής εμπίπτει στη δημόσια ηθική του κράτους αυτού δεν φαίνεται να είναι αντιβαίνει προδήλως προς το άρθρο 36.
105 Κατά το αιτούν δικαστήριο, «στο κράτος μέλος εξαγωγής, οι οργανώσεις προστασίας ζώων και μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, ενισχυόμενες από έγκυρες επιστημονικές απόψεις των κτηνιατρικών κύκλων, θεωρούν ότι η εξαγωγή μόσχων των οποίων οι συνθήκες εκτροφής θα είναι αντίθετες προς τη Σύμβαση είναι βάναυση και ανήθικη» (51).
106 Ωστόσο, επιβάλλεται να προστεθεί ότι το γεγονός ότι το σύστημα εκτροφής βλάπτει ανεπιτρέπτως την υγεία ή τη ζωή των ζώων πρέπει να αποδεικνύεται από αντικειμενικά επιστημονικά πορίσματα και ότι τα λαμβανόμενα μέτρα πρέπει να είναι ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό (52), ενώ η εκτίμηση των ζητημάτων αυτών εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο.
107 Το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται ακολούθως στους λόγους δημοσίας τάξεως.
Η δημόσια τάξη
108 Στην απόφαση Bouchereau, το Δικαστήριο, ακολουθώντας μια συλλογιστική που μπορεί να εφαρμοστεί στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, δέχθηκε ότι «η επίκληση από εθνική αρχή της έννοιας της δημοσίας τάξεως, στο μέτρο που μπορεί να δικαιολογήσει ορισμένους περιορισμούς της ελεύθερης κυκλοφορίας των υποκειμένων στο κοινοτικό δίκαιο προσώπων, προϋποθέτει, εν πάση περιπτώσει, την ύπαρξη (...) πραγματικής και αρκούντως σοβαρής απειλής, θίγουσας θεμελιώδη συμφέροντα της κοινωνίας» (53).
109 Στην παρούσα υπόθεση, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν επικαλείται καμία προσβολή της δημοσίας τάξεως. Το μόνο που προκύπτει από τις παρατηρήσεις της αιτούσας και, σε μικρότερο βαθμό, από τη διάταξη περί παραπομπής, είναι ότι «ο βάναυσος χαρακτήρας του συστήματος των μοσχοκλωβών προκάλεσε την έντονη αντίδραση της κοινής γνώμης στο Ηνωμένο Βασίλειο» (54).
110 Από την περιγραφή αυτή του εμφανισθέντος στο Ηνωμένο Βασίλειο κινήματος διαμαρτυρίας κατά της χρήσεως του επίμαχου συστήματος εκτροφής δεν προκύπτουν πραγματικά περιστατικά ικανά να στοιχειοθετήσουν μια πραγματική απειλή για τη δημόσια τάξη. Σε μια τέτοια αλληλουχία, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της προϋποθέσεως αυτής του άρθρου 36 προς δικαιολόγηση ενός περιορισμού των εξαγωγών.
111 Επιπλέον, θεωρώ επικίνδυνο να μπορεί μια αρχή του κοινοτικού δικαίου - εν προκειμένω η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων - να τίθεται υπό αμφισβήτηση για τον λόγο ότι η εφαρμογή της προκαλεί κοινωνική αντίδραση, εάν δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι περιορισμού της εφαρμογής της (55).
112 Συνεπώς, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι μέτρα περιορισμού των εξαγωγών ζώων στηριζόμενα σε κινδύνους προκλήσεως αντιδράσεως εκ μέρους της εθνικής κοινής γνώμης κατά της διατηρήσεως ενός τρόπου εκτροφής που θεωρείται βάναυσος για τα ζώα δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι ανταποκρίνονται σε σκοπό αναγόμενο στη δημόσια τάξη υπό την έννοια του άρθρου 36.
Η προστασία της υγείας και της ζωής των ζώων
113 Το άρθρο 36 δεν επιτρέπει σε κράτος μέλος να περιορίζει τις εξαγωγές του λόγω υφισταμένων στην αλλοδαπή περιστάσεων οι οποίες, έστω κι αν παράγουν αποτελέσματα εντός του πληθυσμού του, δεν θίγουν στο εθνικό του έδαφος το συμφέρον που προστατεύει η διάταξη αυτή.
114 Φρονώ ότι η αρχή αυτή πρέπει να εφαρμοστεί όσον αφορά τον σκοπό προστασίας της υγείας και της ζωής των ζώων.
115 Εάν παρεχόταν στα κράτη μέλη η δυνατότητα να απαγορεύουν ή να περιορίζουν τις εξαγωγές ευρισκομένων στο έδαφός του ζώων με σκοπό την προστασία τους από μεθόδους που βλάπτουν, εκτός των συνόρων του, την υγεία ή τη ζωή τους, τούτο θα ισοδυναμούσε με την παροχή στα κράτη μέλη δικαιώματος ελέγχου, μάλιστα δε μέσου ασκήσεως πιέσεως, όσον αφορά τις μεθόδους ή τις ρυθμίσεις που εφαρμόζουν τα άλλα κράτη μέλη.
116 Ασφαλώς, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν ήθελε να τύχει το άρθρο 36 μιας τόσο ευρείας ερμηνείας. Η επιδιωκόμενη λειτουργία της διατάξεως αυτής, να είναι δηλαδή ένα μέσο στη διάθεση των κρατών μελών κατά των απαραδέκτων αποτελεσμάτων της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων επί των θεμελιωδών εθνικών τους συμφερόντων, αποκλείει μια τέτοια ερμηνεία.
117 Το Δικαστήριο επανέλαβε την εν λόγω αρχή της στενής ερμηνείας του άρθρου 36 στη σκέψη 20 της προαναφερθείσας αποφάσεως Richardt και «Les Accessoires Scientifiques»:
«(...) Όπως επανειλημμένως έκρινε το Δικαστήριο (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Campus Oil Limited, σκέψη 37, ως προς τους περιορισμούς επί των εισαγωγών), το άρθρο 36, ως εξαίρεση από θεμελιώδη αρχή της Συνθήκης, πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να μην επεκτείνει τα αποτελέσματά του πέρα από τον βαθμό που είναι αναγκαίος για την προστασία των συμφερόντων τα οποία σκοπεί να εγγυηθεί. Επομένως, μέτρα που θεσπίστηκαν βάσει του άρθρου 36 δικαιολογούνται μόνον αν εξυπηρετούν το προστατευόμενο από το εν λόγω άρθρο συμφέρον και εφόσον δεν θίγουν πέραν του απολύτως αναγκαίου μέτρου το ενδοκοινοτικό εμπόριο» (56).
118 Δεν υποστηρίζω ότι οι οικονομικής φύσεως απαιτήσεις που θέτει η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων πρέπει να υπερισχύουν της προστασίας της ζωής και της υγείας των ζώων, αλλά απλούστατα ότι το άρθρο 36, ενόψει της λετουργίας του στο πλαίσιο της Συνθήκης, η οποία καθορίζει εν πολλοίς το εδαφικό πεδίο εφαρμογής του, δεν είναι το κατάλληλο μέσο για τη διευθέτηση μιας διαφοράς όπως της αχθείσας ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου.
119 Ο τίτλος XVI της Συνθήκης, που αφορά το περιβάλλον, καθορίζει σκοπούς και οργανώνει διαδικασίες που παρέχουν στην Κοινότητα τη δυνατότητα να θεσπίζει μέτρα εξερχόμενα του κατά κυριολεξία εδαφικού πλαισίου των κρατών μελών.
120 Ο εδαφικός περιορισμός του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 36 ουδόλως θέτει υπό αμφισβήτηση τη χρησιμότητά του στον τομέα της προστασίας της υγείας και της ζωής των ζώων. Πράγματι, το άρθρο αυτό επιτρέπει σ' ένα κράτος μέλος να συνοδεύει τις διατάξεις που έχει θεσπίσει για τη διατήρηση ενός ζωικού είδους το οποίο απειλείται εντός του εθνικού του εδάφους με μέτρα περιορισμού ή απαγορεύσεως των εξαγωγών ζώων του οικείου είδους.
121 Εάν, όπως προτείνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αδυναμία επικλήσεως του άρθρου 36 της Συνθήκης οφείλεται σε άλλους λόγους και όχι στον ατελή χαρακτήρα της εναρμονίσεως που έχει υλοποιηθεί με την οδηγία, δεν θα χρειαστεί να δοθεί απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο αφορά το κύρος της οδηγίας 91/629.
122 Αν, αντιθέτως, το Δικαστήριο κρίνει ότι η οδηγία, δεδομένου ότι συνιστά πλήρη ρύθμιση, αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 36, οφείλω επικουρικώς να εξετάσω τον σύννομο χαρακτήρα της.
VI - Επί του κύρους της οδηγίας
123 Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης προτείνει, επίσης επικουρικώς, να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι η οδηγία δεν ανταποκρίνεται προς τη Σύμβαση και προς τη σύσταση, των οποίων οι σαφείς και ανεπιφύλακτες διατάξεις δεσμεύουν, κατά την άποψή της, την Κοινότητα (57).
124 Αντιθέτως, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Γαλλική Κυβέρνηση, καθώς και το Συμβούλιο και η Επιτροπή, φρονούν ότι από την εξέταση της οδηγίας δεν προκύπτει κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος της.
125 Για την εκτίμηση του κύρους ενός κανόνα του παραγώγου κοινοτικού δικαίου έναντι διεθνών συμβάσεων που έχει συνάψει η Κοινότητα πρέπει να εφαρμόζονται τα κριτήρια που καθόρισε το Δικαστήριο σε σχέση με διαδικασίες αφορώσες την εφαρμογή της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (GATT). Στην απόφασή του της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-280/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι «για να κριθεί αν η προσφεύγουσα μπορεί να επικαλεστεί ορισμένες διατάξεις της GATT προκειμένου να αμφισβητήσει τη νομιμότητα του κανονισμού, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι οι διατάξεις της Γενικής Συμφωνίας έχουν ως αποτέλεσμα να δεσμεύουν την Κοινότητα. Ωστόσο, δέχθηκε επίσης ότι, προκειμένου να εκτιμηθούν οι επιπτώσεις της GATT εντός της κοινοτικής έννομης τάξης, πρέπει να εξετάζεται ταυτοχρόνως το πνεύμα, το γράμμα και η οικονομία της Γενικής Συμφωνίας» (58).
A - Η ενσωμάτωση της Συμβάσεως και της συστάσεως στην κοινοτική έννομη τάξη
126 Κανείς δεν αμφισβητεί την αρμοδιότητα της Κοινότητας για τη σύναψη της Συμβάσεως ή το κύρος της αποφάσεως 78/923, που ενέκρινε τους όρους της Συμβάσεως αυτής (59).
127 Επομένως, η Κοινότητα δεσμεύεται από τη Σύμβαση, η οποία αποτελεί, από της θέσεώς της σε ισχύ, αναπόσπαστο μέρος της κοινοτικής έννομης τάξεως.
128 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι πράξεις ενός οργάνου που έχει συσταθεί με μια τέτοια σύμβαση και είναι επιφορτισμένο με την εφαρμογή της αποτελούν επίσης, λόγω της άμεσης συνδέσεώς τους με τη Σύμβαση που εφαρμόζουν, μέρος της κοινοτικής έννομης τάξεως (60). Εν προκειμένω, η σύσταση και το παράρτημά της Γ θεσπίστηκαν από τη μόνιμη επιτροπή που συστάθηκε κατ' εφαρμογήν του άρθρου 8 της Συμβάσεως. Η εν λόγω επιτροπή έχει επιφορτιστεί «με την επεξεργασία και τη διατύπωση των συστάσεων προς τα συμβαλλόμενα μέρη, που περιέχουν λεπτομερείς διατάξεις με σκοπό την εφαρμογή των αρχών που αναφέρθηκαν στον τίτλο Ι αυτής της Συμβάσεως» (61).
B - Το περιεχόμενο των κανόνων της Συμβάσεως και της συστάσεως
129 Μολονότι οι διατάξεις της Συμβάσεως έχουν διατυπωθεί κατά τρόπο επιτακτικό, δεδομένου ότι το ρήμα «πρέπει» χρησιμοποιείται συστηματικά για τη θέσπιση των αρχών που περιέχει ο τίτλος I (62), το βασικό χαρακτηριστικό των περισσοτέρων από αυτές είναι η αοριστία τους.
130 Έτσι, κατά τη Σύμβαση, η στέγαση του ζώου, η διατροφή του και η φροντίδα του πρέπει να «είναι οι ενδεδειγμένες για τις φυσιολογικές του ανάγκες και τις συνήθειές του, σύμφωνα με την αποκτηθείσα πείρα και τις επιστημονικές γνώσεις» (63). Ομοίως, ο εν λόγω ενδεδειγμένος χαρακτήρας κρίνεται «λαμβανομένου υπόψη του είδους του [ζώου], του βαθμού εξελίξεως, προσαρμογής και εξημερώσεώς του» (64). Η ελευθερία κινήσεων που παρέχεται στο ζώο και η διατροφή του σκοπούν, όπως εκτίθεται, στην αποτροπή του ενδεχομένου «να υποφέρει ή να υποστεί περιττές βλάβες» (65). Ο ίδιος σκοπός επιδιώκεται με την επιβολή της υποχρεώσεως να αποτελούν οι συνθήκες και η κατάσταση της υγείας του ζώου αντικείμενο μιας «σε βάθος εξετάσεως σε επαρκή χρονικά διαστήματα» (66). Η θανάτωση του ζώου στη γεωργική εκμετάλλευση «πρέπει να γίνεται από πρόσωπα διαθέτοντα τις απαραίτητες ικανότητες και (...) χωρίς το ζώο να υποφέρει ή να υφίσταται περιττή ταλαιπωρία» (67). Τέλος, απαγορεύονται η φυσική ή τεχνητή εκτροφή ή οι διαδικασίες εκτροφής οι οποίες προκαλούν ή είναι ικανές να προκαλούν «πόνο ή βλάβη» (68).
131 Οι μόνες πραγματικά συγκεκριμένες διατάξεις αφορούν την ελάχιστη συχνότητα των επιθεωρήσεων των «συνθηκών και [της] καταστάσ[εως] της υγείας του ζώου», καθώς και των τεχνικών εγκαταστάσεων, η οποία ορίζεται σε μία τουλάχιστον φορά την ημέρα όσον αφορά τα ζώα που εκτρέφονται σε σύγχρονα συστήματα εντατικής εκτροφής (69).
132 Επομένως, από τη Σύμβαση δεν προκύπτει κανένας συγκεκριμένος κανόνας ικανός να θέσει υπό αμφισβήτηση το «σύστημα των μοσχοκλωβών», όσον αφορά τα βασικά χαρακτηριστικά του, δηλαδή το ελάχιστο πλάτος των κλωβών και τη σύνθεση του διαιτολογίου των μόσχων. Κατά συνέπεια, η μέριμνα που εκφράζει η Σύμβαση για την ευαισθητοποίηση των συμβαλλομένων μερών όσον αφορά τη διατήρηση συνθηκών εκτροφής οι οποίες δεν θίγουν την καλή διαβίωση των ζώων στους ζωτικούς τομείς δεν εκδηλώνεται με τη θέσπιση κανόνων των οποίων η μη τήρηση με την οδηγία θα μπορούσε να επηρεάσει το κύρος της.
133 Η σύσταση, σύμφωνα με το άρθρο 20 αυτής, «δεν θα είναι απευθείας εφαρμοστέα στο εσωτερικό δίκαιο των μερών, η δε εφαρμογή της θα πραγματοποιηθεί με τον τρόπο που θα κρίνει ενδεδειγμένο κάθε μέρος, δηλαδή μέσω της νομοθεσίας του ή της διοικητικής πρακτικής του».
134 Το παράρτημα Γ, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, της συστάσεως, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της, υπόκειται στο ίδιο καθεστώς όσον αφορά τη θέση του σε ισχύ.
135 Επομένως, οι διατάξεις της συστάσεως δεν μπορούν να τεθούν σε ισχύ εάν κάθε συμβαλλόμενο μέρος δεν λάβει εκτελεστικά μέτρα καθόσον το αφορά. Η ενδεχόμενη δεσμευτική ισχύς της συστάσεως αναστέλλεται μέχρι της εκδόσεως τέτοιων πράξεων, οπότε η οδηγία δεν μπορεί να επηρεάζεται από τη σύσταση. Η εφαρμοστέα διαδικασία σε περίπτωση παραλείψεως εφαρμογής μιας συστάσεως ρυθμίζεται από το άρθρο 9, παράγραφοι 3 και 4, της Συμβάσεως. Εξάλλου, είναι χαρακτηριστικό το ότι η διάταξη αυτή επιτρέπει στην Κοινότητα να θέσει τέρμα στην ισχύ των αποτελεσμάτων της συστάσεως με απλή κοινοποίηση.
136 Ανεξαρτήτως των όρων εφαρμογής της, το ίδιο το περιεχόμενο της συστάσεως αποκλείει την αμφισβήτηση του κύρους της οδηγίας, η οποία ούτε στην περίπτωση αυτή ήταν υποχρεωτικό να συνάδει προς τις διατάξεις της συστάσεως. Οι κανόνες που θεσπίζει η σύσταση, μολονότι είναι πιο συγκεκριμένοι από εκείνους της Συμβάσεως, χαρακτηρίζονται από τη χρήση της δυνητικής εγκλίσεως, τουλάχιστον σε σχέση με τους τομείς που αφορούν το επίμαχο σύστημα εκτροφής.
137 Έτσι, όσον αφορά τον χώρο που έχουν στη διάθεσή τους τα ζώα και τη διατροφή τους, χαρακτηριστικά στοιχεία του επίμαχου συστήματος εκτροφής, το άρθρο 6, παράγραφος 3, πρώτο και τρίτο εδάφιο, της συστάσεως προβλέπει ότι «οι χώροι όπου στεγάζονται τα βοοειδή (...), είτε αυτά είναι προσδεδεμένα είτε βρίσκονται σε χώρους, θα έπρεπε να είναι σχεδιασμένοι έτσι ώστε να παρέχουν στα ζώα ελευθερία κινήσεων που είναι επαρκής ώστε να εξυπηρετούν τις ανάγκες τους χωρίς δυσκολία καθώς και αρκετό χώρο για να ξαπλώνουν, να αναπαύονται, να λαμβάνουν τις κατάλληλες στάσεις για ύπνο ή να τεντώνονται ευχερώς, καθώς και να ανασηκώνονται.
(...)
Τα ζώα (...) θα έπρεπε να μπορούν να βλέπουν και να αγγίζουν άλλα ζώα» (70).
138 Κατά το άρθρο 8, «ο χώρος που έχουν στη διάθεσή τους τα βοοειδή που στεγάζονται ομαδικά θα έπρεπε να υπολογίζεται σε συνάρτηση προς το όλο περιβάλλον τους, την ηλικία τους, το φύλο τους, το ζων βάρος τους, τις ανάγκες του ζωικού κεφαλαίου από απόψεως συμπεριφοράς καθώς και λαμβανομένου υπόψη του αν έχουν ή όχι κέρατα και του μεγέθους της ομάδας. Πρέπει να αποφεύγονται οι υπερβολικά περιορισμένοι χώροι ή η μεγάλη συγκέντρωση ζώων, που έχουν ως αποτέλεσμα ποδοπατήσεις, διαταραχές της συμπεριφοράς ή άλλες» (71).
139 Πρέπει να σημειωθεί ότι ο δυνητικός χαρακτήρας των κανόνων αυτών δεν καθιστά εφικτό να τους αναγνωριστεί η παραμικρή δεσμευτική ισχύς και ότι, αν, αντιθέτως, ο κανόνας έχει τεθεί κατά τρόπο επιτακτικό, η αοριστία του καθιστά δυνατή την αποφυγή της εφαρμογής του.
140 Το άρθρο 10, που αφιερώνεται στη διατροφή, εμπίπτει εν μέρει στην τελευταία αυτή κατηγορία. Το εν λόγω άρθρο ορίζει τα εξής: «Όλα τα ζώα πρέπει να έχουν κατάλληλη πρόσβαση σε επαρκή, θρεπτική, υγιεινή και ισορροπημένη διατροφή κάθε μέρα, καθώς και σε νερό κατάλληλης ποσότητας και ποιότητας, έτσι ώστε να διατηρούνται υγιή και ακμαία και να ικανοποιούν τις ανάγκες τους από απόψεως συμπεριφοράς και φυσιολογίας. Κάθε μέρα θα έπρεπε να τους παρέχεται επαρκής ποσότητα ακατέργαστης χορτονομής, ανάλογα με την ηλικία και τις φυσιολογικές ανάγκες κάθε ζώου» (72).
141 Τέλος, το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει από την ανάγνωση του παραρτήματος Γ.
142 Παραδείγματος χάριν, όσον αφορά τον χώρο που πρέπει να διαθέτουν οι μόσχοι, στο σημείο 4 αναφέρεται ότι «οι διαστάσεις του ατομικού χώρου ή του ατομικού χωρίσματος πρέπει να είναι οι ενδεδειγμένες για το μέγεθος του ζώου» καθώς και ότι «το πλάτος του χώρου δεν θα έπρεπε να είναι μικρότερο από το ύψος του ακρωμίου του μόσχου (...)» (73).
143 Ομοίως, κατά το σημείο 5, «όταν τούτο είναι δυνατό, θα έπρεπε να προκρίνεται η ομαδική εκτροφή των μόσχων (...)».
144 Το σημείο 8, παράγραφος 2, ορίζει ότι «οι μόσχοι ηλικίας άνω των δύο εβδομάδων πρέπει να έχουν πρόσβαση σε ένα εύγευστο, εύπεπτο και θρεπτικό διαιτολόγιο, το οποίο πρέπει να περιέχει επαρκή ποσότητα σιδήρου και χορτονομής, ενδεδειγμένη για την ηλικία τους, το βάρος τους και τις βιολογικές τους ανάγκες (...)» (74).
145 Σύμφωνα με το σημείο 14, «δεδομένου ότι ορισμένα από τα συστήματα που χρησιμοποιούνται τώρα δεν έχουν σχεδιαστεί ή οργανωθεί ούτε χρησιμοποιούνται κατά τρόπο ώστε να ανταποκρίνονται στις βιολογικές ανάγκες των μόσχων, πρέπει να καταβληθεί προσπάθεια για την ανάπτυξη και την εφαρμογή συστημάτων εκτροφής που περιορίζουν στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τους κινδύνους τραυματισμού και ασθένειας και καθιστούν δυνατή την ικανοποίηση όλων των βιολογικών τους αναγκών, ιδίως διασφαλίζοντας ενδεδειγμένα διαιτολόγια και αποφεύγοντας πληκτικά περιβάλλοντα, υπερβολικά περιορισμένες επιφάνειες και την έλλειψη επαφών μεταξύ τους.»
146 Εντεύθεν συνάγεται ότι ούτε η Σύμβαση ούτε η σύσταση δημιουργούν υποχρεώσεις δεσμευτικές ως προς την οδηγία.
147 Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν εξετάζει μόνο το πνεύμα, την οικονομία και τη διατύπωση της διεθνούς συμφωνίας την οποία φέρεται ότι παραβαίνει μια κοινοτική πράξη. Με τη νομολογία του σχετικά με την GATT, το Δικαστήριο έκρινε ότι μπορεί επίσης να ελέγχει τη νομιμότητα της επίδικης πράξεως «στην υποθετική περίπτωση κατά την οποία η Κοινότητα θέλησε να προβεί στην εκτέλεση μιας συγκεκριμένης υποχρεώσεως ανειλημμένης στο πλαίσιο της GATT ή κατά την οποία η κοινοτική πράξη παραπέμπει ευθέως σε ρητώς καθοριζόμενες διατάξεις της Γενικής Συμφωνίας (...)» (75).
148 Στην πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας εκτίθεται ότι όλα τα κράτη μέλη έχουν επικυρώσει τη Σύμβαση και ότι η Κοινότητα την έχει επίσης εγκρίνει.
149 Μολονότι η αναφορά αυτή στη Σύμβαση εκφράζει την πρόθεση της Κοινότητας να προαγάγει τη βελτίωση των συνθηκών εκτροφής των μόσχων, πρόθεση η οποία προκύπτει ήδη από τον τίτλο και από το περιεχόμενο της οδηγίας, από τη διατύπωση της αιτιολογικής σκέψεως, η οποία απλώς αναφέρει το στάδιο στο οποίο έχουν φθάσει τα κράτη μέλη και η Κοινότητα στο πλαίσιο της διαδικασίας υιοθετήσεως της Συμβάσεως και από τον γενικό χαρακτήρα της αναφοράς δεν μπορεί να συναχθεί ότι η Κοινότητα θέλησε να προσδώσει δεσμευτική ισχύ σε μια επιμέρους διάταξη της Συμβάσεως ή της συστάσεως ή ότι είχε την πρόθεση να καταστήσει την οδηγία μέσο για τη διασφάλιση της εκτελέσεώς τους.
150 Κατά συνέπεια, δεν θεωρώ ότι το κύρος της οδηγίας θίγεται από τις διατάξεις της Συμβάσεως ή της συστάσεως.
VII - Πρόταση
151 Για τους λόγους αυτούς, προτείνω να δοθούν στα υποβληθέντα ερωτήματα οι ακόλουθες απαντήσεις:
«1) Το άρθρο 36 της Συνθήκης EK έχει την έννοια ότι, ακόμη και ελλείψει οδηγίας προβλέπουσας την πλήρη εναρμόνιση των μέτρων που είναι αναγκαία για την υλοποίηση του ειδικού σκοπού του οποίου η προστασία θα επιδιωκόταν με την επίκληση αυτού του άρθρου, δεν επιτρέπει σε κράτος μέλος να επικαλείται λόγους προστασίας της δημόσιας τάξεως και/ή της υγείας και της ζωής των ζώων για να δικαιολογήσει μέτρα που περιορίζουν τις εξαγωγές ζώντων μόσχων, προκειμένου να αποφευχθεί η εκτροφή τους υπό το σύστημα των μοσχοκλωβών, που χρησιμοποιείται σε άλλο κράτος μέλος.
Το άρθρο 36 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι, στην ίδια αλληλουχία, επιτρέπει σε κράτος μέλος να επικαλεστεί λόγους προστασίας της δημόσιας ηθικής για να δικαιολογήσει τέτοιου είδους μέτρα, υπό την προϋπόθεση ότι η προστασία της υγείας και της ζωής των ζώων θεωρείται στο εν λόγω κράτος μέλος ως εμπίπτουσα στον τομέα αυτό, ότι η προσβολή της υγείας ή της ζωής των ζώων που συνεπάγεται το επίμαχο σύστημα εκτροφής αποδεικνύεται από αντικειμενικά επιστημονικά πορίσματα και ότι τα θεσπισθέντα μέτρα είναι ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
2) Από την εξέταση της οδηγίας 91/629/EOK του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1991, για τη θέσπιση στοιχειωδών κανόνων για την προστασία των μόσχων, δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος της.»
(1) - EE L 340, σ. 28 (στο εξής: οδηγία ή οδηγία 91/629).
(2) - Πρώτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως 78/923/EOK του Συμβουλίου.
(3) - EE ειδ. έκδ. 03/023, σ. 40.
(4) - EE 1992, L 395, σ. 21.
(5) - Η σύσταση εγκρίθηκε από τη μόνιμη επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά τη 17η σύνοδό της, σύμφωνα με τους κανόνες της Συμβάσεως.
(6) - EE ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72.
(7) - Πέμπτη και έκτη αιτιολογική σκέψη.
(8) - Έβδομη αιτιολογική σκέψη.
(9) - Σημείο 3, στοιχείο ββ, της διατάξεως περί παραπομπής.
(10) - Ibidem.
(11) - Σημείο 3, στοιχείο ιαα, της διατάξεως περί παραπομπής.
(12) - Πρέπει να επισημανθεί ότι η RSPCA δεν μετέχει πλέον στη διαδικασία ενώπιον του High Court of Justice, σύμφωνα με διάταξη που εξέδωσε το δικαστήριο αυτό στις 8 Μαου 1997, ήτοι μετά την υποβολή στο Δικαστήριο της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
(13) - Bλ., π.χ., απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996, C-104/95, Κοντόγεωργας (Συλλογή 1996, σ. I-6643, σκέψη 11).
(14) - Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψη 59).
(15) - Προαναφερθείσα απόφαση Bosman, σκέψεις 60 και 61, και, πιο πρόσφατα, απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 1997, C-134/95, USSL n_ 47 di Biella (Συλλογή 1997, σ. I-195, σκέψη 12).
(16) - Παράγραφοι 51 επ. αυτών των προτάσεων.
(17) - Σημείο 3, στοιχείο ιι, εδάφιο vi), της διατάξεως περί παραπομπής.
(18) - Η ένορκη γραπτή κατάθεση του εκπροσώπου της RSPCA και της CIWF, της 5ης Ιουλίου 1995, επιγράφεται ως εξής: «in the matter of an application for leave to apply for judicial review against the Minister of Agriculture, Fisheries and Food by the Royal Society for the Prevention of Cruelty to Animals and Compassion in World Farming Limited».
(19) - Σημείο 3, στοιχείο ιββ, της διατάξεως περί παραπομπής.
(20) - Παράγραφος 3 των γραπτών παρατηρήσεων.
(21) - Απόφαση της 23ης Μαου 1996, C-5/94 (Συλλογή 1996, σ. I-2553, σκέψη 18).
(22) - Ibidem. Ήδη στην απόφασή του της 1ης Απριλίου 1982, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 41/81, 142/81 και 143/81, Holdijk κ.λπ. (Συλλογή 1982, σ. 1299, σκέψη 13), το Δικαστήριο υπογράμμισε «το ενδιαφέρον που τρέφει η Κοινότητα για την υγεία και την προστασία των ζώων, το οποίο μαρτυρούν, μεταξύ άλλων, το άρθρο 36 της Συνθήκης και η απόφαση 78/923 του Συμβουλίου (...)».
(23) - Bλ., π.χ., απόφαση της 10ης Ιουλίου 1984, 72/83, Campus Oil κ.λπ. (Συλλογή 1984, σ. 2727, σκέψη 27).
(24) - Bλ. την απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1978, 83/78, Pigs Marketing Board (Συλλογή τόμος 1978, σ. 739, σκέψεις 56 έως 58), ή, πιο πρόσφατα, την απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1986, 148/85, Forest (Συλλογή 1986, σ. 3449, σκέψη 14).
(25) - Προαναφερθείσα απόφαση Holdijk κ.λπ., σκέψη 12.
(26) - Προαναφερθείσα απόφαση Hedley Lomas, σκέψη 18. Bλ. επίσης τις αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 1977, 5/77, Tedeschi (Συλλογή τόμος 1977, σ. 475, σκέψη 35), και της 23ης Μαου 1990, C-169/89, Van den Burg (Συλλογή 1990, σ. I-2143, σκέψη 8).
(27) - Το άρθρο 4 της οδηγίας παραπέμπει στο παράρτημα, προσδίδοντας έτσι στο περιεχόμενό του εξίσου δεσμευτικό χαρακτήρα με την ίδια την οδηγία.
(28) - Το άρθρο 11, παράγραφος 1, ορίζει τα εξής: «Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που περιλαμβάνουν τυχόν κυρώσεις για να συμμορφωθούν με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας το αργότερο μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1994. Ενημερώνουν αμέσως σχετικά την Επιτροπή».
(29) - Βλ. παράγραφο 1.7 των γραπτών της παρατηρήσεων.
(30) - Παράγραφος 9 των γραπτών της παρατηρήσεων.
(31) - Οι επιταγές αυτές, οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1, είναι οι ακόλουθες: «όταν οι μόσχοι σταβλίζονται ομαδικά, πρέπει να διαθέτουν ελεύθερο χώρο αρκετό ώστε να μπορούν να στρέφονται και να κατακλίνονται άνετα, εμβαδού δε τουλάχιστον 1,5 τετραγωνικών μέτρων ανά μόσχο ζώντος βάρους 150 kg, όταν τα βοοειδή σταβλίζονται σε ατομικά διαμερίσματα ή είναι δεμένα σε χωρίσματα, οι χώροι ή τα χωρίσματα πρέπει να έχουν διάτρητα τοιχώματα και το πλάτος τους δεν πρέπει να είναι κατώτερο είτε από 90 cm συν πλην 10 %, είτε από 0,80 φορές το ύψος του σημείου προσδέσεως.»
(32) - Οι τροποποιήσεις που επέφερε η οδηγία 97/2/EK του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 1997, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 91/629 (EE L 25, σ. 24), μεταξύ άλλων, στο άρθρο 3, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας αυτής, δεν μεταβάλλουν την ουσία της προτεινόμενης συλλογιστικής ούτε τα συμπεράσματα που θεωρώ ότι πρέπει να αντληθούν από αυτήν. Εφεξής, στις νέες ή ανακατασκευασθείσες εκμεταλλεύσεις καθώς και σε όσες έχουν τεθεί σε λειτουργία μετά το τέλος της μεταβατικής περιόδου εφαρμόζονται αυστηρότερες και πιο συγκεκριμένες προδιαγραφές από εκείνες που προέβλεπε το αρχικό κείμενο της οδηγίας 91/629, όσον αφορά τη στέγαση και τον χώρο που διατίθεται για τους μόσχους. Όμως, μολονότι ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας συμμορφώσεως προς τις προδιαγραφές της μεταβατικής περιόδου, που έχει ταχθεί για τις εγκαταστάσεις που ανεγέρθηκαν πριν την 1η Ιανουαρίου 1994, παραμένει η 31η Δεκεμβρίου 2003, η ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας τηρήσεως των νέων προδιαγραφών ως προς τις εγκαταστάσεις της μεταβατικής περιόδου μεταφέρθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2006. Επομένως, έχουν τροποποιηθεί μόνο το επίπεδο εναρμονίσεως που επέλεξε ο νομοθέτης και το χρονοδιάγραμμα για την επίτευξή της, κατ' αποκλεισμό της αρχής της σταδιακής υλοποιήσεώς της. Όμως, για όσο χρόνο δεν έχει ξεκινήσει η τελευταία φάση, η οποία πρέπει να ολοκληρωθεί κατά τα τέλη του έτους 2006, η εναρμόνιση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πλήρως και όντως υλοποιηθείσα.
(33) - Αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1976, 35/76, Simmenthal (Συλλογή τόμος 1976, σ. 683, σκέψη 36), και της 8ης Νοεμβρίου 1979, 251/78, Denkavit Futtermittel (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 619, σκέψεις 18 έως 20).
(34) - Στις παραγράφους 24 και 25 των προτάσεών μου στην προαναφερθείσα υπόθεση Hedley Lomas, επισήμανα ότι δεν ήταν βέβαιο ή, εν πάση περιπτώσει, δεν είχε αποδειχθεί ότι συνέτρεχε παράβαση της οδηγίας, πράγμα το οποίο αρκούσε για να αποκλείσει το Δικαστήριο, υπό τις συνθήκες αυτές, την επίκληση του άρθρου 36 εκ μέρους του κράτους μέλους εξαγωγής.
(35) - Ibidem, σκέψεις 16, 20 και 21.
(36) - Η σκέψη 16 της αποφάσεως έχει ως εξής: «Ενόψει αυτού του πραγματικού πλαισίου πρέπει να δοθεί η απάντηση στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο».
(37) - Το Δικαστήριο δεν αναγνωρίζει σε κράτος μέλος το δικαίωμα επικλήσεως του άρθρου 36 με σκοπό την αντιμετώπιση «της ενδεχόμενης μη τηρήσεως, από άλλο κράτος μέλος, κανόνων του κοινοτικού δικαίου» (προαναφερθείσα απόφαση Hedley Lomas, σκέψη 20· η υπογράμμιση δική μου).
(38) - Παράγραφος 31.
(39) - Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74 (Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, συγκεκριμένα σ. 413). Το απόσπασμα αυτό παρατίθεται στις προτάσεις μου στην προαναφερθείσα υπόθεση Hedley Lomas, παράγραφος 32.
(40) - Ibidem, παράγραφοι 33 έως 39.
(41) - Bλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 29ης Ιανουαρίου 1985, 231/83, Cullet (Συλλογή 1985, σ. 305, σκέψεις 32 και 33), και της 25ης Σεπτεμβρίου 1985, 34/84, Leclerc (Συλλογή 1985, σ. 2915, σκέψη 9).
(42) - Bλ., ειδικότερα, την προαναφερθείσα απόφαση Campus Oil κ.λπ., στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι «πρέπει να σταθμιστεί αν η έννοια της δημόσιας ασφάλειας (...) περιλαμβάνει και λόγους όπως οι αναφερόμενοι στο υποβληθέν ερώτημα» (σκέψη 33).
(43) - Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1979, 34/79, Henn και Darby (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 781, σκέψη 15). Bλ., επίσης, την απόφαση της 11ης Μαρτίου 1986, 121/85, Conegate (Συλλογή 1986, σ. 1007, σκέψη 14).
(44) - Η απόφαση Henn και Darby και η απόφαση Conegate, που προαναφέρθηκαν, αναφέρονται στην πορνογραφία, η δε απόφαση της 24ης Μαρτίου 1994, C-275/92, Schindler (Συλλογή 1994, σ. I-1039), αφορά εντούτοις νομοθεσία διέπουσα μια δραστηριότητα «παροχής υπηρεσιών», που αναφέρεται στα τυχερά παίγνια.
(45) - Σκέψη 15.
(46) - Σκέψη 15.
(47) - Απόφαση της 13ης Ιουλίου 1995, C-350/92, Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1995, σ. I-1985, σκέψη 21). Bλ., επίσης, τις προαναφερθείσες αποφάσεις Simmenthal, σκέψη 24, Tedeschi, σκέψη 34· απόφαση της 12ης Ιουλίου 1979, 153/78, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 243, σκέψη 5)· προαναφερθείσες αποφάσεις Denkavit Futtermittel, σκέψη 14, και Campus Oil κ.λπ., σκέψη 32.
(48) - Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1991, C-367/89, Richardt και «Les Accessoires Scientifiques» (Συλλογή 1991, σ. I-4621, σκέψη 20).
(49) - Bλ., με αυτό το πνεύμα, την παράγραφο 29 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Van Gerven στην υπόθεση C-145/88, Torfaen Borough Council, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1989 (Συλλογή 1989, σ. 3851). Εξάλλου, η ευρεία ερμηνεία διευκολύνεται από την ίδια την έννοια της εκφράσεως. Δεδομένου ότι, κατά το le Petit Larousse, η ηθικότητα ορίζεται ως «ηθική στάση, συμπεριφορά, αρχές», είναι απαραίτητη η παραπομπή στην έννοια της ηθικής, που ορίζεται ως «σύνολο κανόνων δράσεως και αξιών που λειτουργούν ως σταθερές αρχές σε μια κοινωνία».
(50) - Bλ. την παρόμοια συλλογιστική που ακολούθησε το Δικαστήριο, όσον αφορά τον τομέα των δραστηριοτήτων «παροχής υπηρεσιών», στην προαναφερθείσα απόφαση Schindler, σκέψεις 60 έως 63.
(51) - Σημείο 4, στοιχείο ζζ, της διατάξεως περί παραπομπής.
(52) - Bλ., π.χ., την προαναφερθείσα απόφαση Campus Oil κ.λπ., σκέψη 37, και την απόφαση της 4ης Ιουνίου 1992, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-13/91 και C-113/91, Debus (Συλλογή 1992, σ. I-3617, σκέψη 16).
(53) - Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1977, 30/77 (Συλλογή τόμος 1977, σ. 617, σκέψη 35).
(54) - Σημείο 11 των γραπτών παρατηρήσεων της αιτούσας. Bλ. επίσης το σημείο 13 των εν λόγω παρατηρήσεων, καθώς και τα σημεία 3, στοιχεία ββ και ιι, εδάφιο i, και 4, στοιχείο ζζ, της διατάξεως περί παραπομπής.
(55) - Bλ., ως προς το ζήτημα αυτό, την παράγραφο 5.3 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα VerLoren van Themaat στην προαναφερθείσα υπόθεση Cullet.
(56) - Η υπογράμμιση δική μου.
(57) - Σημεία 65 έως 68 των γραπτών της παρατηρήσεων.
(58) - Συλλογή 1994, σ. I-4973, σκέψη 105.
(59) - Για λόγους σαφήνειας, θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω ότι η αρμοδιότητα αυτή απορρέει από την εξουσία που διαθέτει η Κοινότητα, σε εσωτερικό επίπεδο, στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής και της εναρμονίσεως των νομοθεσιών. Με την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1976, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 3/76, 4/76 και 6/76, Kramer κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1976, σ. 475, σκέψεις 15 έως 20), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, ελλείψει ειδικών διατάξεων της Συνθήκης που εξουσιοδοτούν την Κοινότητα να αναλαμβάνει διεθνείς υποχρεώσεις σε ορισμένους τομείς, πρέπει να γίνεται «αναφορά στο γενικό σύστημα του κοινοτικού δικαίου περί των εξωτερικών σχέσεων της Κοινότητας». Το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 210 της Συνθήκης, δυνάμει του οποίου η Κοινότητα έχει νομική προσωπικότητα, «σημαίνει ότι, στις εξωτερικές σχέσεις, η Κοινότητα έχει την ικανότητα αναλήψεως διεθνών υποχρεώσεων σε ολόκληρο το πεδίο των σκοπών που προσδιορίζει το πρώτο μέρος της Συνθήκης(...)». Kατά συνέπεια, το Δικαστήριο κατέληξε στο ότι «μια τέτοια αρμοδιότητα πηγάζει όχι μόνο από ρητή απονομή της Συνθήκης, αλλά μπορεί εξίσου να απορρέει σιωπηρώς από άλλες διατάξεις της Συνθήκης(...)». Μολονότι η Συνθήκη δεν περιέχει ειδικές διατάξεις εξουσιοδοτούσες την Κοινότητα να αναλαμβάνει διεθνείς υποχρεώσεις στον τομέα της προστασίας των ζώων στα εκτροφεία, η απόφαση 78/923 στηρίζεται στα άρθρα 43 και 100 της Συνθήκης, που αφορούν τους προαναφερθέντες τομείς της κοινής γεωργικής πολιτικής και της εναρμονίσεως των νομοθεσιών. Επιπλέον, η τέταρτη και η πέμπτη αιτιολογική της σκέψη αναφέρονται, αντιστοίχως, στις «διαφορές που δύνανται να δημιουργήσουν άνισους όρους ανταγωνισμού και [να] έχουν (...) άμεση επίπτωση στη λειτουργία της κοινής αγοράς» και στην κοινή γεωργική πολιτική. Επομένως, προκύπτει σαφώς ότι, δυνάμει των αρμοδιοτήτων που της παρέχουν οι διατάξεις αυτές, η Κοινότητα συνήψε τη Σύμβαση στους αντίστοιχους τομείς και για την υλοποίηση των σκοπών της Κοινότητας που αναφέρονται στο άρθρο 3, στοιχεία δδ, σττ και ηη, της Συνθήκης, ως αυτή είχε κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως 78/923. Bλ. επίσης την απόφαση της 31ης Μαρτίου 1971, 22/70, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 729, σκέψεις 12 έως 19), και τη γνωμοδότηση της 26ης Απριλίου 1977, 1/76 (Συλλογή τόμος 1977, σ. 211, σκέψεις 3 και 4).
(60) - Αποφάσεις της 14ης Νοεμβρίου 1989, 30/88, Ελλάδα κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 3711, σκέψη 13)· της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C-192/89, Sevince (Συλλογή 1990, σ. I-3461, σκέψη 9), και της 21ης Ιανουαρίου 1993, C-188/91, Deutsche Shell (Συλλογή 1993, σ. I-363, σκέψη 17).
(61) - Άρθρο 9, παράγραφος 1, που βρίσκεται στον τίτλο II: «Λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή» της Συμβάσεως.
(62) - Μόνον ο τίτλος I θεσπίζει τους ουσιαστικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον τομέα που αφορά η Σύμβαση.
(63) - Άρθρα 3α, 4, παράγραφος 2, και 5.
(64) - Άρθρα 3α, 4, παράγραφος 1, και 5.
(65) - Άρθρα 4, παράγραφος 1, και 6, πρώτο εδάφιο.
(66) - Άρθρα 4, παράγραφος 1, 6, παράγραφος 1, και 7, παράγραφος 1.
(67) - Νέο άρθρο 7, παράγραφος 2.
(68) - Νέο άρθρο 3 της Συμβάσεως, όπως τροποποιήθηκε από το προαναφερθέν τροποποιητικό πρωτόκολλο.
(69) - Νέο άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 3.
(70) - Η υπογράμμιση δική μου.
(71) - Η υπογράμμιση δική μου.
(72) - Η υπογράμμιση δική μου.
(73) - Η υπογράμμιση δική μου.
(74) - Η υπογράμμιση δική μου.
(75) - Προαναφερθείσα απόφαση Γερμανία κατά Συμβουλίου, σκέψη 111.
Full & Egal Universal Law Academy