Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Τα προδικαστικά ερωτήματα και το κανονιστικό και πραγματικό πλαίσιό τους
1 Τα υπό κρίση πέντε προδικαστικά ερωτήματα υποβλήθηκαν από το High Court of Justice in Northern Ireland, Queen's Bench Division (στο εξής: High Court), στο πλαίσιο της εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς μεταξύ, αφενός, δύο οργανώσεων παραγωγών της Βόρειας Ιρλανδίας - της Northern Ireland Fish Producers' Organisation (και των αλιέων που είναι μέλη της) και της Northern Ireland Fishermens' Federation - και, αφετέρου, του Department of Agriculture for Northern Ireland.
Τα ερωτήματα αυτά του High Court αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΚ (στο εξής: Συνθήκη) και το κύρος δύο πράξεων που εξέδωσε το Συμβούλιο στον τομέα της εκμεταλλεύσεως των αλιευτικών πόρων.
Ειδικότερα, τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου, από τις πλευρές που θα περιγράψω κατωτέρω, αφορούν i) το κύρος του παραρτήματος VII του ψηφίσματος του Συμβουλίου της 3ης Νοεμβρίου 1976 (στο εξής: ψήφισμα της Ξάγης), ii) το κύρος του κανονισμού (EΚ) 3362/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1994, περί καθορισμού, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των συνολικών επιτρεπομένων αλιευμάτων για το 1995, καθώς και ορισμένων όρων υπό τους οποίους είναι δυνατόν να αλιεύονται (1) (στο εξής: κανονισμός 3362/94), και iii) την ερμηνεία της αρχής της ευθύνης των κρατών μελών για τυχόν ζημίες που προκλήθηκαν σε ιδιώτες από παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου:
«1) Εξαρτάται το κύρος της χορηγήσεως στο Ηνωμένο Βασίλειο ποσοστώσεων γάδου και μπακαλιάρου μερλάν στη ζώνη VII a σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) 3362/94 του Συμβουλίου από το αν το παράρτημα VII στο ψήφισμα του Συμβουλίου της 3ης Νοεμβρίου 1976 εγκρίθηκε νομοτύπως;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, εγκρίθηκε νομοτύπως το παράρτημα VII;
3) Επηρεάζονται οι απαντήσεις στα δύο πρώτα ερωτήματα από το γεγονός ότι το παράρτημα VII είναι έγγραφο θεωρούμενο απόρρητο και δεν έχει δημοσιευθεί ή άλλως διατεθεί στους διαδίκους;
4) Ενόψει όλων των λοιπών περιστάσεων, συμβιβάζεται ο καθορισμός από το Συμβούλιο των προαναφερθεισών ποσοστώσεων προς:
i) την κοινή αλιευτική πολιτική, και ιδίως τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3760/92 του Συμβουλίου και
ii) την αρχή της αναλογικότητας;
5) Αν ο καθορισμός των προαναφερθεισών ποσοστώσεων με τον κανονισμό (ΕΚ) 3362/94 είναι άκυρος, δικαιούνται οι προσφεύγοντες να ζητήσουν αποζημίωση από το καθού και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ποιες είναι οι προϋποθέσεις γενέσεως της ευθύνης προς αποζημίωση;»
2 Προτού εξετάσω τα υποβληθέντα από το High Court ερωτήματα, είναι χρήσιμο να υπενθυμίσω την κοινοτική ρύθμιση περί εκμεταλλεύσεως των αλιευτικών πόρων και τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης.
3 Στο σύστημα της Συνθήκης, η αλιεία υπάγεται στην κοινή γεωργική πολιτική (2). Όπως είναι γνωστό, η θέσπιση και η εφαρμογή της κοινής οργανώσεως των αγορών για τα αλιευτικά προϋόντα «αφέθηκαν σε εκκρεμότητα», κατά κάποια έννοια, μέχρι το τέλος της μεταβατικής περιόδου. Αυτό εξηγείται από τον ειδικό χαρακτήρα ορισμένων σημαντικών πρακτικών ζητημάτων της αλιείας, για τα οποία υφίστατο παράδοση και πολύ ισχυρά και διαφορετικά συμφέροντα στα διάφορα κράτη μέλη - αν σκεφθούμε τα ιστορικά δικαιώματα αλιείας στα χωρικά ύδατα και τα άλλα δικαιώματα των παράκτιων κρατών τα οποία ρυθμίζονται από το διεθνές δίκαιο της θάλασσας - ικανά να δημιουργήσουν πολύπλοκα προβλήματα τόσο σε κοινοτικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.
4 Όσον αφορά ειδικότερα την επικρατούσα δραστηριότητα της θαλάσσιας αλιείας, η κοινή οργάνωση των αγορών (στο εξής: ΚΟΑ) τέθηκε στην πραγματικότητα για πρώτη φορά σε εφαρμογή σε μια ιστορική στιγμή, χαρακτηριστικό της οποίας ήταν η σοβαρή οικονομική κρίση του αλιευτικού τομέα: όχι μόνον είχε μειωθεί η από τεχνικής πλευράς ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϋκής αλιευτικής βιομηχανίας απέναντι στον αυξημένο διεθνώς ανταγωνισμό, αλλά και τα αλιεύματα είχαν μειωθεί λόγω της εντατικής εκμεταλλεύσεως των αλιευτικών πόρων, η οποία κατέστη δυνατή από τις μαζικές επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν, σ' ένα ευνοϋκό οικονομικό κλίμα, κατά τη δεκαετία 1958-1968.
Επρόκειτο για τον αναπροσδιορισμό των όρων ορθολογικής διαχειρίσεως και για την εξασφάλιση μιας κοινωνικώς αποδεκτής μεταβάσεως από τις εθνικές οργανώσεις των αγορών στην κοινοτική οργάνωσή τους. Ο σκοπός αυτός επιδιώχθηκε - όπως είχε ήδη γίνει για άλλα υπό στενή έννοια «γεωργικά» προϋόντα (δηλαδή για τα προϋόντα του εδάφους ή της κτηνοτροφίας) - χάρη σε μια διττή κανονιστική πρωτοβουλία.$
5 Θεσπίστηκε σύστημα εμπορίας κατάλληλο να συμβιβάσει τη σταθερότητα των τιμών των βασικών προϋόντων για τους παράκτιους πληθυσμούς που εξαρτώνται από την αλιεία με την ελευθέρωση των εμπορικών συναλλαγών που επιβάλλουν οι σύγχρονες βιομηχανικές και εμπορικές δομές του τομέα (ΚΟΑ των προϋόντων της αλιείας) (3).
Παράλληλα θεσπίστηκε νομοθεσία για την αλιευτική δραστηριότητα και την πρόσβαση στους αλιευτικούς πόρους, η οποία περιελάμβανε τους όρους διατηρήσεως και διαχειρίσεως, με σκοπό την εξασφάλιση του αειφόρου χαρακτήρα της εκμεταλλεύσεως των πόρων αυτών (κοινή διαρθρωτική πολιτική για την αλιευτική βιομηχανία) (4).
6 Εξάλλου, όταν ακριβώς η Κοινότητα ήταν έτοιμη να καθορίσει το εσωτερικό καθεστώς της θαλάσσιας αλιείας, το διεθνές νομικό πλαίσιο αμφισβητήθηκε στο σύνολό του όταν η Ισλανδία (το 1975) και άλλες τρίτες χώρες που έχουν σημαντικές αλιευτικές ζώνες στη Βόρεια Θάλασσα και στον Βόρειο Ατλαντικό (όπως η Νορβηγία και ο Καναδάς το 1977) επεξέτειναν σε 200 ναυτικά μίλια από τις ακτές τους τις αντίστοιχες αποκλειστικές οικονομικές ζώνες τους.
Η επέκταση αυτή έθεσε ξαφνικά σε κίνδυνο το δικαίωμα προσβάσεως των κοινοτικών επιχειρηματιών στις αλιευτικές ζώνες και στους φυσικούς πόρους, το οποίο παραδοσιακά αποτελούσε το αντικείμενο των προβλεπομένων από το καθεστώς της ανοικτής θάλασσας ελευθεριών, πράγμα που προκάλεσε σοβαρές ανησυχίες στις κυβερνήσεις των ενδιαφερομένων κρατών μελών (5).
7 Με το προαναφερθέν ψήφισμα της Ξάγης, το Συμβούλιο καθόρισε, τον Νοέμβριο του 1976, κατευθυντήριες αρχές για τη μελλοντική ανάπτυξη της κοινής πολιτικής αλιείας. Το ψήφισμα αυτό δεν δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων. Το Συμβούλιο εξήγησε την κατάσταση αυτή επικαλούμενο το ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως του ψηφίσματος, η δημοσίευση ορισμένων παραρτημάτων του κρίθηκε ότι αντενδείκτυτο, διότι περιείχαν εμπιστευτικά στοιχεία για τις οδηγίες που απηύθυνε το Συμβούλιο προς την Επιτροπή όσον αφορά τις μελλοντικές διαπραγματεύσεις που θα άρχιζε η Κοινότητα με τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς (6).$
8 Ως απάντηση στην επέκταση των αποκλειστικών ζωνών αλιείας στα 200 ναυτικά μίλια από την ακτή από ορισμένες τρίτες χώρες, το ψήφισμα της Ξάγης προέβλεπε ότι, από την 1η Ιανουαρίου 1977, τα κράτη μέλη - με συντονισμένη και ομόφωνη ενέργεια - θα επεξέτειναν και αυτά στα 200 ναυτικά μίλια τις δικές τους αντίστοιχες ζώνες αλιείας (των οποίων το εξωτερικό όριο ήταν τότε στα 12 μίλια από την ακτή) κατά μήκος των ακτών τους στη Βόρεια Θάλασσα και στον Βόρειο Ατλαντικό (7).
9 Το ψήφισμα της Ξάγης συμπληρώθηκε με οκτώ παραρτήματα. Μόνο το πρώτο δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων και μάλιστα μετά τέσσερα και πλέον έτη από την έκδοσή του (μολονότι είχε ήδη δημοσιευθεί στην έκδοση 1976 των International Legal Materials) (8).
Για τους σκοπούς των προτάσεων αυτών, το παράρτημα VII - το οποίο παρατίθεται ολόκληρο στη διάταξη περί παραπομπής και το οποίο δικαίως αποτελεί το αντικείμενο των τριών πρώτων προδικαστικών ερωτημάτων που υπέβαλε το High Court - με τον τίτλο «Σχέδιο ψηφίσματος του Συμβουλίου για ορισμένα θέματα του εσωτερικού συστήματος αλιείας» έχει ιδιαίτερη σημασία, ιδίως δε η τρίτη και η τέταρτη παράγραφος.
Ενόψει της σημασίας των αλιευτικών δραστηριοτήτων για το σύνολο της ιρλανδικής οικονομίας, το παράρτημα VII του ψηφίσματος της Ξάγης (στο εξής: παράρτημα VII) καθιστούσε γνωστή, μεταξύ άλλων, την πρόθεση του Συμβουλίου να εφαρμόσει τις διατάξεις της κοινής αλιευτικής πολιτικής - αναπροσαρμοσμένες ενόψει της επεκτάσεως των χωρικών υδάτων των κρατών μελών στα 200 ναυτικά μίλια από την ακτή - έτσι ώστε να εξασφαλίζεται, με βάση το πρόγραμμα αναπτύξεως της παράκτιας αλιείας 1976-1979 (Fisheries Development Programme for Coastal Fisheries 1976-1979) της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως, η συνεχής και σταδιακή ανάπτυξη της αλιευτικής βιομηχανίας στην Ιρλανδία.
Εξάλλου, στο παράρτημα VII, το Συμβούλιο δέχθηκε την ανάγκη να λαμβάνονται επίσης υπόψη, κατά την εφαρμογή της κοινής αλιευτικής πολιτικής, οι ζωτικές ειδικές ανάγκες άλλων οικονομικά μειονεκτικών παράκτιων περιοχών, των οποίων οι τοπικές κοινωνίες εξαρτώνται ιδιαίτερα από την αλιεία και τις συναφείς βιομηχανίες, δηλαδή «οι βόρειες περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου» (9) και η Γροιλανδία (στην οποία πάντως η Συνθήκη έπαυσε να εφαρμόζεται από 1ης Φεβρουαρίου 1985). Η ευνοϋκή μεταχείριση των περιοχών αυτών, για τους λόγους που προανέφερα, εκφράζεται κατά τρόπο συνθετικό με τη φράση «προτιμήσεις της Ξάγης» (10).
10 Παρεμπιπτόντως, το παράρτημα VII μνημονεύεται στη δήλωση του Συμβουλίου της 30ής Μαου 1980 περί της κοινής αλιευτικής πολιτικής (11), με την οποία το Συμβούλιο γνωστοποίησε τις κατευθυντήριες γραμμές - ιδιαίτερα, και στο μέτρο που αυτό αφορά την προκειμένη περίπτωση, περί δικαίας κατανομής των αλιευμάτων - στις οποίες θα στηρίζονταν οι αποφάσεις που επρόκειτο να εκδοθούν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1981, προκειμένου «να διασφαλιστεί η εφαρμογή συνολικής κοινής πολιτικής στον τομέα της αλιείας» (12).
11 Στην ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, της 12ης Ιουνίου 1980 (13) (στο εξής: ανακοίνωση του 1980), η οποία περιείχε πρόταση για τις «ποσοστώσεις του 1980», την οποία ρητά ζήτησε το Συμβούλιο με την προαναφερθείσα δήλωση, η Επιτροπή πρότεινε (στο παράρτημα ΙΙΙ) για πρώτη φορά τον καθορισμό ποσοτικών παραμέτρων για τον υπολογισμό των προτιμήσεων της Ξάγης.
Προς τούτο, η Επιτροπή ερμήνευε το παράρτημα VII υπό την έννοια ότι, για να ληφθούν υπόψη οι ζωτικές ανάγκες των οικονομικά μειονεκτικών παράκτιων περιοχών που βρίσκονται στο βόρειο τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου, έπρεπε να εξασφαλιστούν - για κάθε είδος ιχθύων - αλιεύματα αντιστοίχου μεγέθους προς τις ποσότητες που εκφορτώθηκαν το 1975 από σκάφη μικρότερα των 24 μέτρων. Κατά την Επιτροπή, οι εκφορτωθείσες στη Σκωτία, τη Βόρεια Ιρλανδία και τη Νήσο Μαν από σκάφη μικρότερα των 24 μέτρων ποσότητες ιχθύων «θεωρούνται ως το επίπεδο στο οποίο ικανοποιούνται οι ζωτικές ανάγκες» (14).
Αντιθέτως, κατά την Επιτροπή, οι προτιμήσεις της Ξάγης υπέρ της Ιρλανδίας συνεπάγονταν την παραχώρηση αλιευμάτων ίσου όγκου με το διπλάσιο των ποσοτήτων που εκφορτώθηκαν το 1975 (15). Συναφώς, διατυπώθηκε η παρατήρηση ότι η προτίμηση που έδωσε η Κοινότητα στο Ηνωμένο Βασίλειο στηριζόταν σε ποσότητες που ορίστηκαν ως εγγύηση, ενώ στην Ιρλανδία δόθηκε απόλυτη προτίμηση (16).
12 Συγκεκριμένα, όσον αφορά ειδικά τα δύο αποθέματα ιχθύων τα οποία αφορά η κύρια δίκη, οι προαναφερθείσες παράμετροι μεταφράστηκαν συγκεκριμένα στα εξής μεγέθη: για την Ιρλανδία ετησίως 6 954 τόνοι γάδου και 7 196 τόνοι μπακαλιάρου μερλάν· για το Ηνωμένο Βασίλειο ετησίως 1 223 τόνοι γάδου και 2 334 μπακαλιάρου μερλάν.
13 Το παράρτημα VII διαλαμβάνεται εκ νέου ρητά στην έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 170/83 (17) (στο εξής: κανονισμός 170/83). Η έκδοση του κανονισμού αυτού αποτέλεσε το επιστέγασμα των προσπαθειών της Κοινότητας να καταλήξει σε συνολική αλιευτική πολιτική, έστω και αν αυτό συνέβη μετά την εκπνοή της λήγουσας την 1η Ιανουαρίου 1981 προθεσμίας (βλ. ανωτέρω σημείο 10) (18).
Το νέο καθεστώς, σκοπώντας «την προστασία των αλιευτικών πεδίων, τη διατήρηση των θαλασσίων βιολογικών πόρων και την ισόρροπη εκμετάλλευσή τους σε διαρκή βάση και υπό κατάλληλες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες» (άρθρο 1 του κανονισμού 170/83), εισήγαγε σημαντική παρέκκλιση από την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας (19), η οποία διέπει την πρόσβαση στους αλιευτικούς πόρους στα χωρικά ύδατα των κρατών μελών καθώς και (στο μέτρο που το επιτρέπουν διεθνείς διμερείς συμφωνίες) στις υπαγόμενες στη δικαιοδοσία τρίτων χωρών αλιευτικές ζώνες (20). Κατά τα λοιπά, ακριβώς στην αρχή αυτή έπρεπε πιθανώς να καταλογιστεί η περιγραφείσα υπερεκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων.
Συγκεκριμένα, για την πραγματοποίηση των προαναφερθέντων σκοπών, ο κανονισμός 170/83 προέβλεπε τη δυνατότητα λήψεως κατάλληλων μέτρων διατηρήσεως για μεμονωμένα είδη ή ομάδες ειδών ιχθύων, ανάλογα με τις περιπτώσεις. Τα μέτρα αυτά έπρεπε να στηρίζονται σε υπάρχουσες επιστημονικές γνωμοδοτήσεις και ειδικότερα στις εκθέσεις της επιστημονικής και τεχνικής επιτροπής αλιείας, η οποία συστάθηκε στο πλαίσιο της Επιτροπής (βλ. άρθρα 2, παράγραφος 1, και 12 του κανονισμού 170/83) (21).
Μεταξύ αυτών των μέτρων διατηρήσεως περιλαμβάνονταν τα μέτρα περιορισμού της αλιείας, ο οποίος θα επιτυγχανόταν ενδεχομένως με τον περιορισμό των αλιευμάτων (βλ. άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, του κανονισμού 170/83).
14 Δυνάμει του άρθρου 3, περιορίζονταν τα ποσοστά εκμεταλλεύσεως, πράγμα που κατέστη ενδεχομένως αναγκαίο, μέσω ενός συστήματος ετήσιου καθορισμού με βάση τα υπάρχοντα επιστημονικά αποδεικτικά στοιχεία i) των συνολικών επιτρεπομένων αλιευμάτων (στο εξής: TAC) ανά απόθεμα (stock) ή ομάδα αποθεμάτων και ii) των διατιθέμενων μεριδίων για την Κοινότητα, σε συνάρτηση με τις δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί έναντι τρίτων χωρών.
Η διατιθέμενη για την Κοινότητα ποσότητα αλιευμάτων αποτελούσε, με τη σειρά της, το αντικείμενο κατανομής μεταξύ των κρατών μελών «κατά τρόπο που να εξασφαλίζει σε κάθε κράτος μέλος σχετική σταθερότητα των δραστηριοτήτων που ασκούνται σε κάθε απόθεμα» (άρθρο 4 του κανονισμού 170/83· η υπογράμμιση δική μου).
15 Ακριβώς με δηλωθέντα σκοπό να παράσχει βοήθεια για την ερμηνεία της εννοίας περί «σχετικής σταθερότητας», το Συμβούλιο αναφέρει στο προοίμιο του κανονισμού 170/83:
«η διατήρηση και η διαχείριση των πόρων πρέπει να συμβάλει σε μεγαλύτερη σταθερότητα των αλιευτικών δραστηριοτήτων και [η τελυταία] να εκτιμηθεί με βάση μια κατανομή αναφοράς που θα αντανακλά τις κατευθύνσεις που χάραξε το Συμβούλιο·
(...) με τη σταθερότητα αυτή πρέπει, δεδομένης της παρούσας βιολογικής κατάστασης των αποθεμάτων, να διαφυλαχτούν οι ειδικές ανάγκες των περιοχών των οποίων οι πληθυσμοί είναι ιδιαίτερα εξαρτημένοι από την αλιεία και τη συνδεδεμένη μ' αυτή βιομηχανία· οι ανάγκες αυτές καθορίστηκαν από το Συμβούλιο [με το ψήφισμα της Ξάγης], και ιδιαίτερα στο παράρτημα VII·
(...) συνεπώς, με την έννοια αυτή πρέπει να εκληφθεί η "σχετικότητα" της επιδιωκόμενης σταθερότητας» (πέμπτη, έκτη και έβδομη αιτιολογική σκέψη).
16 Το άρθρο 5 του κανονισμού 170/83 επέτρεψε στα κράτη μέλη να ανταλλάσσουν εν όλω ή εν μέρει τις ποσοστώσεις τους για ένα είδος ή ομάδα ειδών, υπό την προϋπόθεση να γνωστοποιηθεί αυτό προηγουμένως στην Επιτροπή.
Ως προς τη χρησιμοποίηση από τα κράτη μέλη των ποσοστώσεών τους και την περαιτέρω κατανομή τους μεταξύ των διαφόρων τμημάτων των αντίστοιχων εθνικών αλιευτικών στόλων, το (προαναφερθέν) άρθρο 5 όριζε απλώς ότι οι ενέργειες αυτές γίνονται «τηρώντας τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις».
17 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 172/83 του Συμβουλίου της ιδίας ημέρας (22) όρισε το TAC των αποθεμάτων ή ομάδων αποθεμάτων που υπήρχαν στις αλιευτικές ζώνες των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένου του TAC γάδου και τον μπακαλιάρου μερλάν, και το διατιθέμενο για την Κοινότητα το 1982 μερίδιο του TAC.
Με τον κανονισμό 172/83, το Συμβούλιο προέβη επίσης, για πρώτη φορά, στην κατανομή αυτού του μεριδίου μεταξύ των κρατών μελών, θεσπίζοντας την «κλίμακα κατανομής» ανά απόθεμα και γεωγραφική περιοχή.
18 Ακριβέστερα, το σύστημα της κλίμακας κατανομής συνίστατο στη χορήγηση στα διάφορα κράτη μέλη απολύτων μεγεθών εκπεφρασμένων σε τόνους, τα οποία αντιστοιχούσαν στα ποσοστά του κοινοτικού μεριδίου του TAC.
Αυτή η κλίμακα κατανομής ήταν το αποτέλεσμα του τότε συνυπολογισμού των στοιχείων που ήδη ανέφερε το Συμβούλιο στην προμνησθείσα δήλωσή του της 30ής Μαου 1980 - και λεπτομερέστερα η Επιτροπή στην ανακοίνωσή της του 1980 (βλ. ανωτέρω σημεία 10 και 11), δηλαδή (23):
i) των παραδοσιακών αλιευτικών δραστηριοτήτων (οι οποίες υπολογίστηκαν με βάση τον μέσον όρο των αλιευμάτων κάθε κράτους μέλους κατά την περίοδο 1973-1978) (24),
ii) των ειδικών αναγκών των περιοχών των οποίων οι κάτοικοι εξαρτώνται προεχόντως από την αλιευτική και τις συναφείς βιομηχανίες (με βάση τις ποσότητες που καθορίστηκαν ως προτιμήσεις της Ξάγης σε συνάρτηση με τις παραμέτρους που αναφέρει η Επιτροπή στην ανακοίνωση του 1980 (25)), και
iii) της απώλειας της δυνατότητας αλιεύσεως στα ύδατα τρίτων χωρών (η οποία υπολογίστηκε για την περίοδο αναφοράς 1973-1976) (26).
Όσον αφορά ειδικότερα τη ζώνη αλιείας VII a, η οποία προσδιορίστηκε από το Διεθνές Συμβούλιο για την Εξερεύνηση των Θαλασσών (ICES) (27) και τα δύο κράτη μέλη τα οποία αφορούν οι παρούσες προτάσεις, η κλίμακα κατανομής - η οποία ορίστηκε με το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 172/83 και προέκυπτε από τη σχέση μεταξύ των αντίστοιχων ποσοστώσεων για το 1982 και το κοινοτικό μερίδιο του TAC - ήταν ως προς την Ιρλανδία 46,67 % για τον γάδο και 39,625 % για τον μπακαλιάρο μερλάν· στο Ηνωμένο Βασίλειο χορηγήθηκε το 42,67 % των διαθέσιμων πόρων γάδου και το 52,83 % εκείνων του μπακαλιάρου μερλάν (28).
19 Η κλίμακα κατανομής που εισήγαγε ο κανονισμός 172/83 - του οποίου το κύρος και η νομότυπη εφαρμογή δεν αμφισβητούνται στο πλαίσιο της κύριας δίκης - ουδέποτε τροποποιήθηκε κατά τα επόμενα έτη.
Πιθανώς ο λόγος της καταστάσεως αυτής βρίσκεται σε μια δήλωση της Επιτροπής του 1984. Αφενός, «η Επιτροπή, δεδομένου ότι στις 25 Ιανουαρίου 1983 επιτεύχθηκε συμφωνία σχετικά με την κοινή πολιτική αλιείας και αυτό μετά από μακρές και δύσκολες διαπραγματεύσεις, δεν θεωρεί ότι θα ήταν σκόπιμο να προτείνει στο Συμβούλιο νέο κανόνα χορήγησης ποσοστώσεων». Αφετέρου, το Συμβούλιο, καθ' ερμηνεία του «[άρθρου 4 του κανονισμού 170/83, για την εξασφάλιση της σχετικής σταθερότητας των αλιευτικών δραστηριοτήτων ως κριτήριο κατανομής των κοινοτικών αλιευμάτων μεταξύ των κρατών μελών (βλ. ανωτέρω σημείο 14)], αποφάσισε ότι η σχετική κατανομή των ποσοστώσεων που ενέκρινε [με τον κανονισμό 172/83] θα αποτελέσει τον κανόνα για τις χορηγήσεις ποσοστώσεων κατά το 1983 και τα επόμενα έτη» (29).
20 Το ανωτέρω περιγραφέν κοινοτικό σύστημα διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων, το οποίο θεσπίστηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 170/83, επαναλαμβάνεται - με τροποποιήσεις (αδιάφορες για τους σκοπούς των προτάσεων αυτών) που αποσκοπούν στη βελτίωση και στην επέκταση των προϋσχυσάντων μέτρων διατηρήσεως απέναντι στη συνεχή μείωση ορισμένων αποθεμάτων στα κοινοτικά ή μη ύδατα - στον σήμερα ισχύοντα κανονισμό 3760/92 (30), για τη θέσπιση κοινοτικού συστήματος για την αλιεία και την υδατοκαλλιέργεια.
Δεν είναι τυχαίο ότι η δωδέκατη, δέκατη τρίτη και δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού επαναλαμβάνουν κατ' ουσίαν το κείμενο της πέμπτης, έκτης και εβδόμης αιτιολογικής σκέψεως του κανονισμού 170/83 (βλ. ανωτέρω σημείο 15).
21 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, για τον μέχρι το 1989 χρόνο, το TAC για τον γάδο και τον μπακαλιάρο μερλάν ορίστηκε σε αρκετά υψηλό επίπεδο ούτως ώστε να διασφαλίζονται στην Ιρλανδία και στο Ηνωμένο Βασίλειο ποσοστώσεις (υπολογιζόμενες με βάση την κλίμακα κατανομής) όχι μικρότερες από εκείνες που αντιστοιχούσαν στις σχετικές προτιμήσεις της Ξάγης.
Το High Court αναφέρει επίσης ότι τα συνολικά επιτρεπόμενα αλιεύματα που όρισε το Συμβούλιο γι' αυτά τα δύο αποθέματα στη ζώνη VII a κατά την περίοδο 1983-1989 ήσαν κατά πολύ μεγαλύτερα από τον όγκο των σχετικών «ιστορικών» διεθνών αλιευμάτων που κατέγραψε το ICES. Σύμφωνα με την οργάνωση αυτή, η ανώτατη ανεκτή απόδοση για τα εν λόγω δύο αποθέματα επέτρεπε στην πραγματικότητα ένα πολύ μικρότερο TAC από εκείνο που ήταν αναγκαίο για να αποφευχθεί η προσφυγή στις προτιμήσεις της Ξάγης.
22 Η κατάσταση αυτή μεταβλήθηκε - για τον γάδο και τον μπακαλιάρο μερλάν - από το 1990 και το 1991 αντιστοίχως. Κατά συνέπεια, τα δύο κράτη μέλη επικαλούνταν στη συνέχεια κάθε χρόνο τον μηχανισμό των προτιμήσεων της Ξάγης, ο οποίος εξάλλου είχε εφαρμογή με την τροποποιημένη μορφή του που προέκυψε από τον «πολιτικό συμβιβασμό του 1988» (31).
Επομένως, στην Ιρλανδία και στο Ηνωμένο Βασίλειο παραχωρήθηκαν ετήσιες ποσοστώσεις που υπολογίστηκαν με βάση τον μέσον όρο:
i) των θεωρητικών ποσοστώσεων που προκύπτουν από την εφαρμογή μόνο της κλίμακας κατανομής και
ii) των πλασματικών ποσοστώσεων που είναι ίσες με εκείνες που προκύπτουν θεωρητικά από την εφαρμογή των προτιμήσεων της Ξάγης (ή, αν το άθροισμα των πλασματικών αυτών ποσοστώσεων ήταν μεγαλύτερο από τον συνολικό όγκο των διαθέσιμων για την Κοινότητα αλιευμάτων, των ποσοστώσεων που προέκυπταν από την κατανομή του όγκου αυτού μεταξύ των δικαιούχων κρατών μελών, κατ' αναλογία των ποσοστών του κοινοτικού συνόλου που εκφράζονται με τις αντίστοιχες προτιμήσεις της Ξάγης).
23 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει επίσης ότι, μολονότι από το 1990 ο βρετανικός αλιευτικός στόλος χρησιμοποίησε μάλλον το σύνολο των ποσοστώσεών του γάδου και μπακαλιάρου μερλάν για τη ζώνη VII a, ο ιρλανδικός αλιευτικός στόλος έκανε χρήση μόνον του 30 % περίπου, χρησιμοποιώντας τις εναπομένουσες ποσότητες για ανταλλαγές ποσοστώσεων με άλλα κράτη μέλη (βλ. ανωτέρω σημεία 16 και 20).
24 Το High Court υπογραμμίζει ακόμη ότι το συνολικό αποτέλεσμα της προσφυγής του Ηνωμένου Βασιλείου στον μηχανισμό των προτιμήσεων της Ξάγης - λαμβανομένων επίσης υπόψη των αποθεμάτων εκτός από τα δύο που μας ενδιαφέρουν εδώ - υπήρξε σε μεγάλο βαθμό θετικό για τον αλιευτικό στόλο του κράτους αυτού.
Συγκεκριμένα, ο μηχανισμός αυτός μεταφράστηκε, για την περίοδο 1989-1995, σε συνολικό κέρδος 13 700 τόνων (σε σχέση με τις θεωρητικές ποσοστώσεις που θα εδικαιούτο ο βρετανικός αλιευτικός στόλος με βάση μόνον την κλίμακα κατανομής), μολονότι η κατάσταση είναι αντίστροφη για τα δύο επίδικα αποθέματα, δεδομένου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο υπέστη συνολικές ζημίες 23 % περίπου (4 225 τόνοι) για τον γάδο και 22 % περίπου (7 130 τόνοι) για τον μπακαλιάρο μερλάν (32).
25 Τον Δεκέμβριο του 1994, το Συμβούλιο, ασκώντας τις εξουσίες που προβλέπονται στο άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 3760/92 (33), προέβη στην κατανομή μεταξύ των κρατών μελών του διαθέσιμου για την Κοινότητα για το 1995 μεριδίου του TAC, εκδίδοντας τον κανονισμό 3362/94, όπ.π. (βλ. σημείο 1), ως προς το κύρος του οποίου καλείται το Δικαστήριο να αποφανθεί.
Όσον αφορά κυρίως τις παρούσες προτάσεις, το μερίδιο (ίσο προς το 100 %) του διατιθέμενου για την Κοινότητα TAC γάδου και μπακαλιάρου μερλάν στη ζώνη VII a - το οποίο προσδιορίστηκε σύμφωνα με τον κανονισμό 3362/94 και ισούται αντίστοιχα με 5 800 και 8 000 τόνους - θεωρήθηκε ανεπαρκές για να εξασφαλίσει στην Ιρλανδία και στο Ηνωμένο Βασίλειο ποσοστώσεις που δεν θα ήσαν μικρότερες από τις αντίστοιχες προτιμήσεις της Ξάγης (34).
Κατ' εφαρμογήν της ανωτέρω περιγραφείσας (βλ. σημείο 22) μεθόδου υπολογισμού που απορρέει από τον «πολιτικό συμβιβασμό του 1988», ο κανονισμός 3362/94 παραχώρησε στην Ιρλανδία τελικές ποσοστώσεις 3 820 τόνων γάδου και 4 605 τόνων μπακαλιάρου μερλάν και στο Ηνωμένο Βασίλειο τελικές ποσοστώσεις 1 670 τόνων γάδου και 3 095 τόνων μπακαλιάρου μερλάν (35).
Μετά την έκδοση του κανονισμού 3362/94, οι ποσοστώσεις του Ηνωμένου Βασιλείου αναπροσαρμόστηκαν ωστόσο προς τα άνω (36) λόγω των ανταλλαγών που πραγματοποίησε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ιρλανδία και τις Κάτω Ξώρες, σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού 3760/92.
26 Στις 5 Μαου 1995, το Department of Agriculture for Northern Ireland κοινοποίησε στη Northern Ireland Fish Producers' Organisation (στο εξής: NIFPO) την απόφαση περί χορηγήσεως αλιευτικών ποσοστώσεων για το 1995 για τη ζώνη VII a, απόφαση η οποία αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης.
II - Τα επιχειρήματα των διαδίκων της κύριας δίκης και των εθνικών κυβερνήσεων και κοινοτικών οργάνων που κατέθεσαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου
27 Με την προσφυγή που άσκησε η NIFPO αμφισβητεί τη νομιμότητα όχι της μεθόδου περαιτέρω κατανομής των εθνικών ποσοστώσεων γάδου και μπακαλιάρου μερλάν των βρετανικών αρχών, αλλά το κύρος της πράξεως επί της οποίας στηρίζεται η κατανομή αυτή, δηλαδή του κανονισμού 3362/94.
28 Σύμφωνα με τη NIFPO, το κύρος της κατανομής των ποσοστώσεων μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών μελών, η οποία πραγματοποιείται με τον επίδικο κανονισμό κατ' εφαρμογήν του μηχανισμού των προτιμήσεων της Ξάγης, εξαρτάται από το νομότυπο της υιοθετήσεως του παραρτήματος VII, το οποίο ορίζει τις αρχές που διέπουν τον μηχανισμό αυτό και αποτελεί τη μοναδική νομική του βάση.
Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, τον Ιούνιο του 1995 το Συμβούλιο απέρριψε την αίτηση προσβάσεως στο παράρτημα VII, την οποία υπέβαλε η NIFPO κατ' εφαρμογήν της αποφάσεως 93/731/ΕΚ του Συμβουλίου (37). Στην απορριπτική του απόφαση το Συμβούλιο ανέφερε ότι το ψήφισμα και όλα τα παραρτήματά του χαρακτηρίστηκαν επίσημα ως εμπιστευτικά κατά την έκδοσή τους και προσέθεσε ότι το παράρτημα VII εγκρίθηκε επίσημα ως τμήμα του ψηφίσματος της Ξάγης με βάση κανονική έγγραφη διαδιασία (38).
Επιπλέον, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση περί διεξαγωγής αποδείξεως, την οποία υπέβαλε η NIFPO στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 45 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου και η οποία έχει ως αντικείμενο την προσκόμιση από το Συμβούλιο και/ή από την Επιτροπή «του γνωστού ως [παραρτήματος VII] εγγράφου και όλων των άλλων σχετικών εγγράφων» με το παράρτημα αυτό και την έκδοσή του.
29 Πάντως, η NIFPO υπογραμμίζει ότι το παράρτημα VII - σε αντίθεση προς το παράρτημα VI του ψηφίσματος της Ξάγης (39) - έφερε τον τίτλο «Σχέδιο ψηφίσματος του Συμβουλίου (...)» (40) και δεν περιείχε στην πρώτη σελίδα καμιά μνεία βεβαιώνουσα την έγκριση του Συμβουλίου. Εξάλλου, επειδή δεν μπόρεσε να έχει πρόσβαση στο εν λόγω έγγραφο, η NIFPO δεν είχε τη δυνατότητα να επαληθεύσει τη συμφωνία με τον προβλεπόμενο στο άρθρο 11 του κανονισμού διαδικασίας του Συμβουλίου τύπο (υπογραφή του Προέδρου και του Γενικού Γραμματέα). Τέλος, οι δεσμευτικοί όροι από τους οποίους η Γερμανική και η Ιρλανδική Κυβέρνηση είχαν εξαρτήσει την έγκριση του παραρτήματος VII, στις αντίστοιχες μονομερείς δηλώσεις τους που έχουν επισυναφθεί σ' αυτό, ουδέποτε ικανοποιήθηκαν, πράγμα που καθιστά ελαττωματική τη συναίνεση των δύο αυτών κρατών μελών στα πλαίσια του Συμβουλίου.
Από τα ανωτέρω η NIFPO συνάγει ότι το Συμβούλιο ουδέποτε ενέκρινε νομοτύπως το παράρτημα VII.
Κατά συνέπεια, δεν μπορούσε νομίμως να το εφαρμόσει - κατά παρέκκλιση εξάλλου από τις θεμελιώδεις αρχές της κοινής αλιευτικής πολιτικής (41) - εκδίδοντας τον κανονισμό 3362/94. Επιπλέον, το προοίμιο του βασικού κανονισμού (δηλαδή του κανονισμού 3760/92), παραπέμπει στο εν λόγω έγγραφο, κατά παράβαση της γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου, η οποία αποκλείει μη δημοσιευθείσες πράξεις να έχουν έννομες συνέπειες έναντι των ιδιωτών των οποίων θίγουν τη νομική κατάσταση.
30 Εξάλλου, σύμφωνα με τη NIFPO, έστω και αν το παράρτημα VII εγκρίθηκε νομότυπα, θα ήταν παράνομο από ουσιαστική άποψη, πράγμα που συνεπάγεται το παράνομο του κανονισμού 3362/94.
Προπαντός, το σύστημα των προτιμήσεων της Ξάγης είχε ως αποτέλεσμα να πλήξει σημαντικά, παρά τους διακηρυχθέντες σκοπούς του, τον ασχολούμενο με την αλιεία πληθυσμό της Βόρειας Ιρλανδίας: αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο, δοθέντος ότι ο στόλος της Βόρειας Ιρλανδίας εξαρτάται οικονομικά από τα αλιεύματα γάδου και μπακαλιάρου μερλάν (42).
Η λειτουργία στην πράξη του συστήματος αυτού θα είχε στην πραγματικότητα οδηγήσει σε μείωση των εισοδημάτων των τοπικών αλιέων, λόγω των αρνητικών του επιπτώσεων στη σχετική σταθερότητα της αλιευτικής δραστηριότητάς τους, σε αντίθεση προς τα προβλεπόμενα από τον κανονισμό 3760/92 και ειδικότερα από το άρθρο 8, παράγραφος 4, σημείο ii, σύμφωνα με το οποίο, όταν το Συμβούλιο κατανέμει τις κοινοτικές αλιευτικές δυνατότητες, πρέπει να ακολουθεί κριτήρια κατάλληλα να «εξασφαλίζουν για κάθε κράτος μέλος σχετική σταθερότητα των αλιευτικών δραστηριοτήτων για κάθε συγκεκριμένο απόθεμα» (η υπογράμμιση δική μου).
31 Εξάλλου, η NIFPO υποστηρίζει ότι το σύστημα των προτιμήσεων της Ξάγης είναι ασυμβίβαστο προς την κοινή αλιευτική πολιτική και τους θεμελιώδεις σκοπούς του κανονισμού 3760/92, καθόσον τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα της επ' αόριστον παρατάσεως των προτιμήσεων έρχονται σε αντίθεση προς τον ρητώς προσωρινό χαρακτήρα της παρεκκλίσεως από την πολιτική αυτή και τους σκοπούς αυτούς, των οποίων την επιβολή επέτρεψε το παράρτημα VII.
Σύμφωνα με τη NIFPO, η παραχώρηση στην Ιρλανδία και στις βόρειες περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου ελάχιστων εγγυημένων ποσοστώσεων αλιευτικών πόρων, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα επιστημονικά δεδομένα για την κατάσταση των αποθεμέτων των εν λόγω ιχθύων, αντίκειται προς τον σκοπό της διασφαλίσεως της διατηρήσεως των διαθέσιμων και προσιτών θαλάσσιων πόρων και της ορθολογικής και υπεύθυνης εκμεταλλεύσεώς τους επί ανεκτής βάσεως (43).
32 Η NIFPO φρονεί ιδίως ότι η διάκριση όσον αφορά το ύψος και τις παραμέτρους των προτιμήσεων μεταξύ των αλιέων της Ιρλανδίας και της Βόρειας Ιρλανδίας - δηλαδή μεταξύ πανομοιότυπων κατηγοριών παραγωγών - είναι τελείως αδικαιολόγητη.
Είναι επίσης παράλογο το ότι, αν και το πρόγραμμα αναπτύξεως της παράκτιας αλιείας της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως - επί του οποίου στηρίχθηκε όσον αφορά την Ιρλανδία το σύστημα των προτιμήσεων της Ξάγης - έληξε το 1979 (έτος κατά το οποίο το σύνολο των αλιευμάτων στη ζώνη VII a δεν ήταν μεγαλύτερο από εκείνο του 1975), επετράπη στους ιρλανδικούς αλιευτικούς στόλους είκοσι χρόνια αργότερα να έχουν ποσοστώσεις διπλάσιες εκείνων του 1975.
Η αύξηση του αλιευτικού δυναμικού (του μεγέθους του στόλου) την οποία επέτρεψαν στην Ιρλανδία οι προτιμήσεις της Ξάγης (44) αντίκειται επίσης στους γενικούς σκοπούς της κοινής αλιευτικής πολιτικής. Εξάλλου, η αύξηση του αριθμού των σκαφών που προέβλεπε το προαναφερθέν αναπτυξιακό πρόγραμμα έπρεπε ιστορικά να συνδυαστεί με την εγκαθίδρυση της κοινοτικής αλιευτικής ζώνης: πάντως, σύμφωνα με τη ΝΙFPO, δεν μπορούσε να γίνει επίκληση του λόγου αυτού στην περίπτωση της Θάλασσας της Ιρλανδίας, όπου η επέκταση των ιρλανδικών χωρικών υδάτων μέχρι τα 200 ναυτικά μίλια από την ακτή ήταν φυσικώς αδύνατη.
33 Τέλος, η NIFPO ισχυρίζεται ότι οι ειδικές ανάγκες των περιοχών που εξαρτώνται από την αλιεία (με βάση τις ποσότητες που ορίστηκαν στα πλαίσια των προτιμήσεων της Ξάγης και στηρίζονται στις παραμέτρους που αναφέρει η Επιτροπή στην ανακοίνωση του 1980) είχαν ήδη ληφθεί υπόψη κατά τον καθορισμό της κλίμακας κατανομής, ο οποίος πραγματοποιήθηκε με τον κανονισμό 172/83 (βλ. ανωτέρω σημεία 17 και 18) (45).
Κατά συνέπεια, η εφαρμογή των προτιμήσεων της Ξάγης σε περιπτώσεις που το TAC είναι φθίνον - πράγμα που συνεπάγεται την εφαρμογή στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη διακριτικής μεταχειρίσεως βαίνουσας πέραν της μεταχειρίσεως που ήδη επιτρέπεται από αυτές τις κλίμακες σε «κανονικές» καταστάσεις - θα είχε ως συνέπεια αριθμητικό αποτέλεσμα που θα αντιστοιχούσε στο διπλάσιο των προτιμήσεων αυτών καθαυτών.
34 Σύμφωνα με τη NIFPO, το σύστημα των προτιμήσεων της Ξάγης, το οποίο θεσπίστηκε με βάση το παράρτημα VII, αντίκειται επίσης προς την αρχή της αναλογικότητας.
Προπαντός, η εφαρμογή του συστήματος αυτού θα είχε ως αποτέλεσμα να επιδεινώσει τη μείωση των ποσοστώσεων για τους αλιείς της Βόρειας Ιρλανδίας, ως αποτέλεσμα της γενικής μειώσεως των σχετικών αποθεμάτων ιχθύων. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ποσοστώσεις για τη Θάλασσα της Ιρλανδίας που χορηγήθηκαν σ' ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο (χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ανταλλαγές με άλλα κράτη μέλη) μειώθηκαν μετά το 1989 σε βαθμό μεγαλύτερο του συνολικού για τα αποθέματα αυτά TAC (ή, ακριβέστερα, μεγαλύτερο του κοινοτικού μεριδίου του TAC) (46).
35 Εξάλλου, η Ιρλανδία - η οποία, τα τελευταία έτη, χρησιμοποίησε μόνο το 30 % των αυξημένων βάσει των προτιμήσεων της Ξάγης ποσοστώσεών της (δηλαδή ο όγκος των αλιευμάτων της ήταν μικρότερος από τις ποσοστώσεις που προκύπτουν από την κλίμακα κατανομής) - έτυχε του ευεργετήματος των προτιμήσεων, χάρη στις ανταλλαγές με άλλα κράτη μέλη, για κατηγορίες αλιέων εκτός εκείνων τους οποίους αφορά ο μηχανισμός αυτός και τούτο συνέβη εις βάρος της σχετικής σταθερότητας και των παραδοσιακών αλιευτικών δραστηριοτήτων στις άμεσα και αρχικά δικαιούχες ζώνες.
Σύμφωνα με τη NIFPO, οι ανταλλαγές ποσοστώσεων στις οποίες προέβη το Ηνωμένο Βασίλειο - οι οποίες έχουν εκούσιο χαρακτήρα και ως τέτοιες δεν μπορεί να θεωρούνται εγγυημένες - μόνον εν μέρει περιόρισαν τις απώλειες που υπέστησαν οι σχετικοί πληθυσμοί της ζώνης VII a. Εξάλλου, οι δυνατότητες τέτοιων ανταλλαγών στο μέλλον αποδεικνύονται πολύ περιορισμένες - ειδικά αν τα συνολικά επιτρεπόμενα αλιεύματα συνεχίσουν να μειώνονται στο μέλλον -, δεδομένου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο έχει ήδη χρησιμοποιήσει σχεδόν το 100 % των προσαυξημένων λόγω των προτιμήσεων της Ξάγης ποσοστώσεών του.
36 Από το παράνομο (λόγω της αποδεικνυόμενης αντιθέσεώς της προς τις αρχές της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων και της αναλογικότητας καθώς και προς τις αρχές της κοινής αλιευτικής πολιτικής) της κατανομής των αλιευτικών δυνατοτήτων μεταξύ των κρατών μελών στην οποία προέβη ο κανονισμός 3362/94 γεννάται υπέρ της NIFPO - σύμφωνα με τα λεγόμενά της - το δικαίωμα να λάβει αποζημίωση από τις βρετανικές αρχές για τις ζημίες που υπέστη, σύμφωνα με την απόφαση Francovich κ.λπ. του Δικαστηρίου (47).
Η παράνομη μείωση (λόγω των προτιμήσεων της Ξάγης) των ποσοστώσεων που κανονικά ανήκουν στους αλιείς της Βόρειας Ιρλανδίας, εκτός του ότι προκάλεσε την απώλεια σημαντικών αλιευτικών δυνατοτήτων κατά τα έτη 1991-1995, τους ανάγκασε να αναπροσαρμόσουν το μέγεθος του στόλου τους και να μετατρέψουν τα σκάφη που μέχρι τότε χρησιμοποιούσαν για την αλιεία του γάδου και του μπακαλιάρου μερλάν, προκειμένου να τα προσαρμόσουν στην αλιεία άλλων ειδών που δεν υπάγονται στο σύστημα των προτιμήσεων.
37 Σύμφωνα με τις προσφεύγουσες οργανώσεις της κύριας δίκης, εφόσον, όταν καθορίστηκε η ποσόστωση του Ηνωμένου Βασιλείου για τα επίμαχα είδη, ο κανονισμός 3362/94 δεν χορήγησε στην Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καμιά διακριτική ευχέρεια για την περαιτέρω κατανομή της μεταξύ των εθνικών επιχειρηματιών, η προσβαλλομένη εσωτερική πράξη πρέπει να εξομοιωθεί με πράξη μεταφοράς οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
Ικανοποιείται το κριτήριο που εφαρμόζει το Δικαστήριο στην απόφαση Francovich κ.λπ., διότι από τους παραβιασθέντες κοινοτικούς κανόνες προκύπτουν υπέρ των συνεταιρισμένων στα πλαίσια των προσφευγουσών της κύριας δίκης οργανώσεων παραγωγών δικαιώματα των οποίων το περιεχόμενο μπορεί ευχερώς να προσδιοριστεί· εξάλλου, υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας που υπέστησαν οι παραγωγοί αυτοί και της παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου από το Department of Agriculture for Northern Ireland.
38 Η βρετανική διοίκηση, καθής της κύριας δίκης, φρονεί αντιθέτως (υποστηριζόμενη από την Κυβέρνηση της Δανίας, το Συμβούλιο και την Επιτροπή) ότι τα ψηφίσματα - τα οποία δεν περιλαμβάνονται στις προβλεπόμενες από το άρθρο 189 της Συνθήκης πράξεις που παράγουν έννομες συνέπειες - αποτελούν αποκλειστικά την έκφραση της πολιτικής βουλήσεως του Συμβουλίου. Ως τέτοια, δεν δεσμεύουν και δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα ικανά να περιορίσουν αυτοτελώς τη νομοθετική αρμοδιότητα του οργάνου.
Πάντως, τα ανωτέρω δεν αποκλείουν τη διακριτική ευχέρεια του Συμβουλίου να λαμβάνει υπόψη του τις αρχές που διακηρύσσονται σ' ένα ψήφισμα κατά την έκδοση δεσμευτικής πράξεως, όπως είναι ο κανονισμός.
39 Ειδικά ως προς το ψήφισμα της Ξάγης, η Δανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι, δεδομένου ότι αυτό (όπως και το σύστημα των προτιμήσεων που καθιέρωσε) στερείται αυτοτελούς νομικού καθεστώτος, το Συμβούλιο δεν είναι νομικά υποχρεωμένο να δώσει συνέχεια σε αίτηση σχετική με τις προτιμήσεις της Ξάγης όταν ορίζει τις εθνικές ποσοστώσεις.
Εξάλλου, η ήδη πολλές φορές αναφερθείσα (βλ. ανωτέρω σημείο 11) ανακοίνωση του 1980 και όχι το παράρτημα VII καθόρισαν το ύψος των προτιμήσεων της Ξάγης που πρέπει να χορηγηθούν στην Ιρλανδία και στο Ηνωμένο Βασίλειο.
40 Η θέση της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως είναι διαφορετική: σύμφωνα με αυτή, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το ψήφισμα της Ξάγης έχει δεσμευτική ισχύ, δεδομένου ότι υλοποιεί τις απορρέουσες από το άρθρο 5 της Συνθήκης υποχρεώσεις συνεργασίας των κρατών μελών (βλ. ανωτέρω υποσημείωση 39).
Δοθέντος ότι το Συμβούλιο αυτοδεσμεύθηκε εκδίδοντας το ψήφισμα αυτό και πάντοτε ενήργησε με συνέπεια, οι αρχές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της διατηρήσεως στο ακέραιο του κοινοτικού «κεκτημένου» συνεπάγονται ότι το κοινοτικό όργανο δεν μπορεί, σε περίπτωση ανάγκης, να αποστεί από το ψήφισμα της Ξάγης χωρίς τη συγκατάθεση της Ιρλανδίας. Συγκεκριμένα, εφόσον το επίμαχο ψήφισμα συνιστά στην ουσία εντολή του Συμβουλίου για διαπραγματεύσεις στα πλαίσια της κοινής αλιευτικής πολιτικής, ισοδυναμεί (συμπεριλαμβανομένων των όσων προβλέπει το παράρτημά του VII) έμμεσα με αρχή της Συνθήκης, η οποία πρέπει να τηρείται κατά την κατάρτιση των σχετικών με την πολιτική αυτή πράξεων.
41 Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και η Ιρλανδική Κυβέρνηση δέχεται ότι τα κριτήρια που περιέχει το παράρτημα VII ενσωματώθηκαν στην αρχή της σχετικής σταθερότητας, η οποία περιέχεται σε σειρά μεταγενέστερων υποχρεωτικών νομικών πράξεων (όπως ο κανονισμός 170/83 και ο κανονισμός 3760/92: βλ. ανωτέρω σημεία 13 έως 15 και 20).
42 Επιπλέον, αφενός, το παράρτημα VII εκδόθηκε εγκύρως, όπως δηλώνει επίσημα η Νομική Υπηρεσία του Συμβουλίου, έστω και αν αρχειοθετήθηκε όπως εκδόθηκε και με τη μορφή στην οποία βρισκόταν κατά τον χρόνο της εγκρίσεώς του, δηλαδή με τον τίτλο «Σχέδιο ψηφίσματος του Συμβουλίου».
43 Αφετέρου, δεδομένου ότι πρόκειται για μη υποχρεωτική πράξη μη υποκείμενη ως τέτοια στην υποχρέωση δημοσιεύσεως, δεν γίνεται αντιληπτό γιατί το γεγονός ότι δεν δημοσιεύθηκε πρέπει να έχει τη σημασία που αποδίδει στο γεγονός αυτό η NIFPO.
Επιπλέον, η Ιρλανδική Κυβέρνηση αναφέρει ότι η προβαλλόμενη νομική ανασφάλεια για τις προσφεύγουσες οργανώσεις της κύριας δίκης την οποία δημιούργησε η μη δημοσίευση δεν υφίσταται, δοθέντος ότι αποδέκτης του παραρτήματος VII είναι το Ηνωμένο Βασίλειο και όχι οι αλιείς και οι οργανώσεις παραγωγών της Βόρειας Ιρλανδίας.
44 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει επίσης - ακόμη μια φορά με την υποστήριξη της Δανικής και Ιρλανδικής Κυβερνήσεως καθώς και του Συμβουλίου και της Επιτροπής - ότι, ενόψει όλων των σχετικών περιστάσεων, η χορήγηση εθνικών ποσοστώσεων στην οποία προβαίνει ο κανονισμός 3362/94 συμβιβάζεται με τον κανονισμό 3760/92, τις γενικές αρχές της κοινής αλιευτικής πολιτικής και την αρχή της αναλογικότητας.
Συγκεκριμένα, η ευρεία διακριτική ευχέρεια της οποίας απολαύει το Συμβούλιο όταν λαμβάνει μέτρα που στηρίζονται στο άρθρο 40 της Συνθήκης αναφέρεται όχι μόνο στη φύση και το περιεχόμενο των εγκρινομένων μέτρων, αλλά και - σε ορισμένο βαθμό και πλην των περιπτώσεων πρόδηλης πλάνης και καταχρήσεως ή υπερβάσεως εξουσίας - στη διαπίστωση των βασικών δεδομένων.
45 Η Δανική και η Ιρλανδική Κυβέρνηση καθώς και το Συμβούλιο αναφέρονται, ειδικότερα, στη στηριζομένη στο άρθρο 8, παράγραφος 4, στημείο ii, του κανονισμού 3760/92 ευρεία διακριτική ευχέρεια της οποίας απολαύει το Συμβούλιο όταν προβαίνει, κατά περίπτωση, στις οριακές προσαρμογές των εθνικών ποσοστώσεων, για να επιτύχει ισορροπία του συνόλου, με την επιφύλαξη των ορίων που απορρέουν από την αρχή της σχετικής σταθερότητας (αναπόσπαστο μέρος της οποίας αποτελούν οι ειδικές ανάγκες των διαλαμβανομένων στο παράρτημα VII περιοχών).
Ξωρίς να υποχρεούται νομικά να εφαρμόσει τις προτιμήσεις της Ξάγης, το Συμβούλιο όφειλε μόνο να ενσωματώσει τα σχετικά με την εκτίμησή του κριτήρια, προκειμένου να βρει ισόρροπη λύση λαμβάνουσα υπόψη το συμφέρον όλων των κρατών μελών.
46 Εξάλλου, η NIFPO δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει σαφώς αν το Συμβούλιο υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη ή αν ενήργησε καθ' υπέρβαση εξουσίας ή κατά κατάχρηση εξουσίας όταν εξέδωσε τον εν λόγω κανονισμό.
47 Ειδικότερα, όπως παρατηρεί η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, προς το επιχείρημα ότι ο κανονισμός 3362/94 εφαρμόζει τις προτιμήσεις της Ξάγης μη λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα αποτελέσματα των επιστημονικών μελετών αντιφάσκει το γεγονός ότι η προσφυγή στις προτιμήσεις αυτές δεν προκάλεσε αύξηση του TAC για τα εν λόγω αποθέματα.
48 Στερείται επίσης σημασίας - αλλά η Δανική Κυβέρνηση δεν συμμερίζεται την εκτίμηση αυτή (48) - το επιχείρημα των προσφευγουσών οργανώσεων της κύριας δίκης ότι οι ειδικές ανάγκες των εξαρτημένων από την αλιεία περιοχών, στις οποίες οφείλονται οι προτιμήσεις της Ξάγης, έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά τον καθορισμό της κλίμακας κατανομής. Συγκεκριμένα, ο μηχανισμός των προτιμήσεων έχει ως σκοπό να παράσχει πρόσθετη προστασία κατά της ενδεχόμενης μειώσεως του TAC των εν λόγω ειδών και, επομένως, η προσφυγή στον μηχανισμό αυτό δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να καταλήξει στον καθορισμό διπλάσιου αριθμού.
49 Οι προτιμήσεις της Ξάγης αποτελούν ουσιώδες στοιχείο της γενικής ισορροπίας μεταξύ των διαφόρων συγκρουομένων συμφερόντων, την οποία το Συμβούλιο θέλησε να διασφαλίσει. Επομένως, η επίπτωσή τους πρέπει να εκτιμηθεί συνολικά και όχι σε αναφορά με συγκεκριμένη ομάδα επιχειρηματιών ή αποθεμάτων: για παράδειγμα, για τους σκοπούς της κύριας δίκης, η επίπτωση των προτιμήσεων πρέπει να εκτιμηθεί σε σχέση με τους αλιείς όλων των βορείων περιοχών του Ηνωμένου Βασιλείου (και όχι μόνο με τους αλιείς της Βόρειας Ιρλανδίας) και όλα τα αποθέματα ιχθύων (και όχι μόνο με τον γάδο και τον μπακαλιάρο μερλάν).
Εν πάση περιπτώσει, με ειδική αναφορά στα δύο επίδικα αποθέματα, χορηγήθηκαν το 1995 στο Ηνωμένο Βασίλειο - μέσω του μηχανισμού των προτιμήσεων της Ξάγης, όπως τροποποιήθηκαν με τον «πολιτικό συμβιβασμό του 1988» (βλ. ανωτέρω σημείο 22) - ποσοστώσεις (χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ανταλλαγές με άλλα κράτη μέλη) μεγαλύτερες από τις ποσότητες που εκφορτώθηκαν το 1975 (δηλαδή ακριβώς στο ύψος που οι προτιμήσεις έλαβαν ως παράμετρο για το Ηνωμένο Βασίλειο (βλ. ανωτέρω σημείο 11). Επομένως, ο μηχανισμός αυτός λειτούργησε υπέρ των τοπικών κοινοτήτων που εξαρτώνται ιδιαίτερα από την αλιεία και τις συναφείς βιομηχανίες των βορείων περιοχών του Ηνωμένου Βασιλείου. Η Ιρλανδία αντιθέτως γνώρισε την αντίστροφη κατάσταση (ποσοστώσεις γάδου και μπακαλιάρου μερλάν για το 1995 μικρότερες από το διπλάσιο των ποσοτήτων που εκφορτώθηκαν το 1975).
Υπ' αυτήν την έννοια, οι χορηγηθείσες από το Συμβούλιο στο Ηνωμένο Βασίλειο ποσοστώσεις - μολονότι είναι μικρότερες από τις χορηγηθείσες στην Ιρλανδία - δεν μπορούν να θεωρηθούν ως προδήλως δυσανάλογες προς τον σκοπό της σχετικής σταθερότητας των αλιευτικών δραστηριοτήτων για όλους τους κοινοτικούς επιχειρηματίες.
50 Εξάλλου, όπως παρατηρεί η Ιρλανδική Κυβέρνηση, όταν προσδιόρισε ποσοτικά το TAC των επίδικων αποθεμάτων, το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του την προσωρινή βιολογική κατάσταση των αποθεμάτων ιχθύων, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της NIFPO. Συναφώς, οι προτιμήσεις της Ξάγης δεν μπορούν να έχουν κανένα αποτέλεσμα, δεδομένου ότι αφορούν μόνον την κατανομή των TAC μεταξύ των κρατών μελών.
51 Ενόψει των ανωτέρω, το Ηνωμένο Βασίλειο καταλήγει ότι - εφόσον η χορήγηση των ποσοστώσεων με τον κανονισμό 3362/94 ήταν απολύτως νομότυπη και η NIFPO δεν υποστήριξε ότι η καθής διοίκηση ενήργησε κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου - οι προσφεύγουσες οργανώσεις της κύριας δίκης δεν μπορούσαν να προβάλουν καμιά νόμιμη αξίωση προς αποκατάσταση των ζημιών.
52 Εξάλλου, το συμπέρασμα αυτό εξακολουθεί να ισχύει (με την επιφύλαξη της δυνατότητας της NIFPO να ασκήσει κατά του Συμβουλίου το προβλεπόμενο από τα άρθρα 178 και 215 της Συνθήκης ένδικο βοήθημα), έστω και αν ο επίδικος κανονισμός κριθεί παράνομος. Αυτό οφείλεται στο ότι: i) το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν υποχρεωμένο να τον εφαρμόσει επειδή απολαύει του τεκμηρίου νομιμότητας· ii) η χορήγηση των επίδικων ποσοστώσεων στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορεί να καταλογιστεί στην καθής της κύριας δίκης και iii) η NIFPO δεν απέδειξε την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των ζημιών για τις οποίες παραπονείται και της λειτουργίας των προτιμήσεων της Ξάγης, δεδομένου ιδίως ότι τα προβλήματα του αλιευτικού στόλου της Βόρειας Ιρλανδίας δεν μπορούν, στο σύνολό τους, να καταλογιστούν στο σύστημα των προτιμήσεων.
III - Απάντηση στο πρώτο, δεύτερο και τρίτο προδικαστικό ερώτημα
53 Φρονώ ότι τα τρία πρώτα ζητήματα που έθεσε το High Court - τα οποία αφορούν την ενδεχόμενη σχέση μεταξύ, αφενός, της (φερομένης) παράτυπης εκδόσεως και της μη δημοσιεύσεως του παραρτήματος VII και, αφετέρου, της εγκυρότητας της χορηγήσεως των δύο επίδικων ποσοστώσεων στο Ηνωμένο Βασίλειο σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 3362/94 - μπορούν να αναλυθούν και να λυθούν από κοινού.
54 Εύκολα γίνεται αντιληπτή η απογοήτευση ενός επιχειρηματία ο οποίος βρίσκεται σε νομική κατάσταση ανάλογη με εκείνη των προσφευγουσών οργανώσεων της κύριας δίκης ή των μετεχόντων σ' αυτές επιχειρηματιών - ως προς την ερμηνεία νομικών πράξεων που παράγουν έναντι αυτών έννομες συνέπειες, έστω και έμμεσες - όταν επανειλημμένα παραπέμπονται από τις οικείες πηγές δικαίου σε άλλη πράξη στην οποία δεν έχουν πρόσβαση, διότι καλύπτεται από απόρρητο.
Δεν θα εξετάσω το ζήτημα εάν η άρνηση προσβάσεως στο παράρτημα VII, την οποία αποφάσισε το Συμβούλιο τον Ιούνιο του 1995 (βλ. ανωτέρω σημείο 28), είναι σύμφωνη με τα προβλεπόμενα από την προμνησθείσα απόφαση 93/731 κριτήρια. Πάντως, δεν μπορώ να κρύψω την αμηχανία μου για τη δημοσίευση του παραρτήματος Ι του ψηφίσματος της Ξάγης, την οποία επέτρεψε το Συμβούλιο τον Μάιο του 1981: Αν το παράρτημα αυτό δεν καλυπτόταν από το απόρρητο, το οποίο αντιθέτως εμπόδιζε τη δημοσίευση του ψηφίσματος και των άλλων παραρτημάτων του, γιατί δημοσιεύθηκε τέσσερα και πλέον έτη μετά την έγκρισή του; Αντιστρόφως, αν η δημοσίευση του παραρτήματος Ι κατέστη τότε δυνατή, ακριβώς διότι εξέλειπαν οι λόγοι που δικαιολογούσαν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των απευθυνομένων τότε στην Επιτροπή οδηγιών για τις μελλοντικές διαπραγματεύσεις με τις ενδιαφερόμενες τρίτες χώρες, γιατί δεν δημοσιεύθηκαν επίσης το 1981 το ψήφισμα και τα άλλα παραρτήματά του;
55 Παρά την αμηχανία αυτή, δεν είμαι αρκούντως πεπεισμένος από τους λόγους που προβάλλει η NIFPO για να αμφισβητήσει το νομότυπο της εγκρίσεως του ψηφίσματος της Ξάγης (συμπεριλαμβανομένου του παραρτήματός του VII), την οποία αντιθέτως υποστηρίζει το Συμβούλιο.
Η διεξαγωγή αποδείξεων που ζήτησαν ως προς το σημείο αυτό οι προσφεύγουσες οργανώσεις της κύριας δίκης και απέρριψε το Δικαστήριο (βλ. ανωτέρω σημείο 28), φέρει στον νου μου αυτό που στα δικονομικά συστήματα του common law θα αποκαλούνταν - παρακαλώ να μου επιτραπεί το λογοπαίγνιο - fishing expedition.
56 Εξάλλου, φρονώ ότι πρέπει να αποκλειστεί το ότι η μη δημοσίευση του ψηφίσματος της Ξάγης μπορεί να έχει αντίκτυπο στο κύρος της πράξεως αυτής. Όπως παρατηρούν οι Κυβερνήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου και της Δανίας καθώς και το Συμβούλιο και η Επιτροπή, τα ψηφίσματα δεν αποτελούν νομικώς δεσμευτικές πράξεις (49), των οποίων η δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων αποτελεί κατά το άρθρο 191 της Συνθήκης προϋπόθεση ισχύος τους (50).
Το ψήφισμα είναι, αντιθέτως, μια από τις άτυπες αυτές πράξεις (όχι λιγότερο σημαντικές) στις οποίες προσφεύγουν μερικές φορές το Συμβούλιο και η Επιτροπή - με προοπτική πάντως τη μεγαλύτερη ενσωμάτωση των εννόμων τάξεων των κρατών μελών - για να εκφράσουν την πολιτική τους βούληση, διευκρινίζοντας το πλαίσιο των καταρχήν συμφωνιών που έχουν συναφθεί στα πλαίσια του οργάνου, έτσι ώστε να μην μπορούν να αμφισβητηθούν οι συμφωνίες αυτές.
Με άλλα λόγια, τα ψηφίσματα (κυρίως του Συμβουλίου) αποτελούν καταρχήν μόνο πολιτικές δεσμεύσεις, των οποίων πάντως αναγγέλλεται συγχρόνως η μελλοντική υλοποίησή τους με τις προβλεπόμενες από το άρθρο 189 της Συνθήκης αποτελεσματικές νομικές μορφές (51). Πράγματι, διάφορες πολιτικές της Κοινότητας έλκουν ακριβώς την καταγωγή τους από ψηφίσματα (52).
57 Τα προαναφερθέντα δεν αποκλείουν ότι, λόγω του περιεχομένου και των άλλων σχετικών περιστάσεων (53), και τα ψηφίσματα μπορούν να έχουν νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα. Πάντως, πρέπει να πρόκειται για πράξεις που αφορούν ζητήματα που το Συμβούλιο καλείται να επιλύσει οριστικά, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του, με την υιοθέτηση θέσεως παρά με τη μορφή και με μία από τις πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 189 της Συνθήκης.
Αυτό προκύπτει, όπως υπενθυμίζει η NIFPO, από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Γαλλία κατά Ηνωμένου Βασιλείου (54), η οποία είχε ακριβώς ως αντικείμενο το ψήφισμα της Ξάγης. Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι το παράρτημα VI του προαναφερθέντος ψηφίσματος αποτελούσε την ειδική και συγκεκριμένη έκφραση, στον ειδικό τομέα της διατηρήσεως των βιολογικών πόρων της θάλασσας, του καθήκοντος συνεργασίας που προβλέπεται γενικώς στο άρθρο 5 της Συνθήκης. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, και τα ψηφίσματα ανήκουν αφηρημένα στις «πράξεις των οργάνων της Κοινότητας» που μπορούν να αποτελέσουν πηγή υποχρεώσεων για τα κράτη μέλη, δυνάμει του προμνησθέντος άρθρου 5.
58 Πάντως, η προαναφερθείσα αρχή δεν ισχύει για το παράρτημα VII. Ως προς το σημείο αυτό, η άποψή μου διαφέρει από εκείνη της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως και των προσφευγουσών οργανώσεων της κύριας δίκης.
Συγκεκριμένα, το παράρτημα VI του ψηφίσματος της Ξάγης αφορούσε τη διαδικασία με την οποία η Επιτροπή μπορούσε να ελέγξει αν το περιεχόμενο τυχόν εθνικών μέτρων διατηρήσεως δημιουργούσε δυσχέρειες νομικού χαρακτήρα. Επιβάλλοντας την έγκριση της Επιτροπής και περιορίζοντας το δικαίωμα του οργάνου αυτού να επιτρέψει μόνο τα ληφθέντα εθνικά μέτρα διατηρήσεως που δεν εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις, το προαναφερθέν παράρτημα VI έλυσε άπαξ διά παντός το ζήτημα της ασκήσεως των εξουσιών και των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών ως προς το εσωτερικό καθεστώς της αλιείας και, επομένως, παρήγαγε αναμφίβολα δεσμευτικές έννομες συνέπειες.
Το παράρτημα VII έχει τελείως διαφορετικό περιεχόμενο: περιορίζεται στην προετοιμασία των μεταγενέστερων αποφάσεων και στην παράθεση των προθέσεων του Συμβουλίου (να εφαρμόσει τις διατάξεις της μελλοντικής κοινής πολιτικής έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η συνεχής ανάπτυξη της αλιευτικής βιομηχανίας στην Ιρλανδία και να λαμβάνονται υπόψη οι ειδικές ζωτικές ανάγκες των εξαρτημένων από την αλιεία κοινοτήτων της Γροιλανδίας και των βορείων περιοχών του Ηνωμένου Βασιλείου). Ειλικρινά, δεν βλέπω με ποιο τρόπο αυτή η απλή δήλωση προθέσεως θα συγκεκριμενοποιούσε και θα εξειδίκευε τη γενική υποχρέωση των κρατών μελών να συνεργάζονται και να μην εμποδίζουν την πραγματοποίηση των σκοπών της Συνθήκης.
59 Aυτό που έχει σημασία αντιθέτως είναι εκείνο που συνέβη αργότερα: οι δεσμεύσεις που ανέλαβε το Συμβούλιο σε πολιτικό επίπεδο με το παράρτημα VII - και επανέλαβε με τη δήλωση της 30ής Μαου 1980, η οποία παραπέμπει στις κανονιστικές κατευθύνσεις του Συμβουλίου περί δίκαιης κατανομής των αλιευμάτων (βλ. ανωτέρω σημείο 10) - μεταφέρθηκαν πράγματι υπό μορφή νομικά δεσμευτική με τους κανονισμούς 170/83, 172/83 και 3760/92.
Οι κανονισμοί αυτοί καθιέρωσαν, μεταξύ άλλων, την αρχή της προστασίας της σχετικής σταθερότητας των ασκουμένων δραστηριοτήτων - συμπεριλαμβανομένων των ειδικών αναγκών των περιοχών των οποίων οι κάτοικοι εξαρτώνται ιδιαίτερα από την αλιεία και τις συναφείς βιομηχανίες - ως κριτήριο για την κατανομή μεταξύ των κρατών μελών των διαθέσιμων για την Κοινότητα αλιευμάτων.
Δεν ήταν όμως αναγκαίο να οριστεί η εν λόγω αρχή σε προπαρασκευαστικά ψηφίσματα, προτού θεσπιστεί με υποχρεωτικές πράξεις. Οι κανονισμοί 170/83, 172/83 και 3760/92 θα μπορούσαν νόμιμα να ορίσουν το κριτήριο της προστασίας της σχετικής σταθερότητας των ασκουμένων δραστηριοτήτων - και, στο πλαίσιο αυτό, να εκφράσουν τα υπέρ της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου δικαιώματα προτιμήσεως με αριθμητικά δεδομένα πανομοιότυπα με εκείνα που πρότεινε η Επιτροπή με την ανακοίνωση του 1980 (βλ. ανωτέρω σημείο 11) - έστω και αν το ψήφισμα της Ξάγης δεν είχε ποτέ εκδοθεί (ή αν, τηρουμένων των αναλογιών, είχε εκδοθεί παράτυπα).
60 Είναι αλήθεια ότι το προοίμιο του κανονισμού 3760/92, στο άρθρο 8, παράγραφος 4, του οποίου στηρίζεται ο εν λόγω κανονισμός, περιέχει - όπως παλαιότερα το προοίμιο του κανονισμού 170/83 - ρητή αναφορά στο παράρτημα VII, όσον αφορά τον ορισμό των αναγκών που προστατεύονται από τον στόχο της σταθερότητας των αλιευτικών δραστηριοτήτων (βλ. ανωτέρω σημεία 15 και 20). Πάντως, πρόκειται για συνηθισμένη και αμιγώς τυπική απλή αναφορά, η οποία θα μπορούσε να είχε παραλειφθεί χωρίς αυτό να έχει καμιά πρακτική επίπτωση στη ρύθμιση που περιέχει ο κανονισμός 3362/94 και οι μελλοντικοί ετήσιοι εκτελεστικοί κανονισμοί.
Επομένως, αν η χορήγηση για το 1995 στο Ηνωμένο Βασίλειο ποσοστώσεων των επιδίκων αποθεμάτων ήταν το αποτέλεσμα πολύπλοκου υπολογισμού που στηρίζεται, τουλάχιστον εν μέρει, στις προτιμήσεις της Ξάγης (55), είναι επίσης εξίσου αληθές ότι το Συμβούλιο προέβη στη χορήγηση αυτή όχι προς εκπλήρωση των φερομένων υποχρεώσεων που απορρέουν από το παράρτημα VII (ανύπαρκτων στην πραγματικότητα υποχρεώσεων), αλλά κατ' εφαρμογήν της αρχής της προστασίας της σχετικής σταθερότητας των αλιευτικών δραστηριοτήτων, την οποία ορίζει το Συμβούλιο στο άρθρο 8, παράγραφος 4, σημείο ii, του κανονισμού 3760/92.
61 Τούτου δοθέντος, δεν βλέπω πώς μπορεί να υποστηριχθεί, όπως πράττει η NIFPO, ότι το κύρος της χορηγήσεως στο Ηνωμένο Βασίλειο των ποσοστώσεων γάδου και μπακαλιάρου μερλάν στη ζώνη VII a για το έτος 1995, η οποία πραγματοποιήθηκε με τον κανονισμό 3362/94, εξαρτάται από το νομότυπο της εκδόσεως του παραρτήματος VII.
62 Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει αρνητικά στο πρώτο και τρίτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου και να αποφανθεί ότι, ενόψει της απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, το δεύτερο ερώτημα κατέστη άνευ αντικειμένου.
IV - Απάντηση στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα
63 Το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το High Court αφορά το επίκεντρο του τεθέντος από τις προσφεύγουσες οργανώσεις της κύριας δίκης προβλήματος των ορίων της διακριτικής ευχέρειας των κοινοτικών οργάνων.
64 Ως νομοθετικό όργανο, το Συμβούλιο καλείται να προβεί σε περίπλοκες πολιτικές και οικονομικές επιλογές, οι οποίες πρέπει να επιτυγχάνουν τον συγκερασμό του γενικού κοινοτικού συμφέροντος (και συχνά γενικών αντιθέτων συμφερόντων λόγω ιδίως της διαφορετικής καταστάσεως στα κράτη μέλη) με τα ατομικά συμφέροντα των επιχειρηματιών.
Ως προς τις επιλογές αυτές, το Συμβούλιο διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως. Οι διάφορες μορφές που παίρνει η άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας αποτελούν συνάρτηση, ακριβώς ειπείν, των διαφόρων αρμοδιοτήτων που έχουν ανατεθεί στο όργανο αυτό (56).
65 Εξάλλου, η ευχέρεια αυτή υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου, στα πλαίσια δε αυτού του ελέγχου ερευνάται αν το Συμβούλιο προέβη σε εφαρμογή αυθαίρετη ή αντίθετη προς τις διατάξεις της Συνθήκης ή τις γενικές αρχές του δικαίου, όπως οι αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας (57). Ειδικότερα, η νομολογία του Δικαστηρίου έχει, από μακρού χρόνου, ορίσει τα κριτήρια του δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας των μέτρων τα οποία μπορούν κατ' εξουσιοδότηση να λαμβάνουν τα κοινοτικά όργανα στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής.
Όταν προβαίνει στον έλεγχο των προβαλλομένων παραβάσεων κανόνων δικαίου, όπως η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων ή της αναλογικότητας, το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη του το ότι «ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής διακριτική ευχέρεια αντίστοιχη προς τις πολιτικές ευθύνες που του αναθέτουν τα άρθρα 40 έως 43 της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, η νομιμότητα μέτρου θεσπιζομένου στον τομέα αυτό μπορεί να επηρεαστεί μόνον όταν το μέτρο είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκομένου από το αρμόδιο όργανο σκοπού» (58).
Σύμφωνα πάντοτε με τη νομολογία του Δικαστηρίου, «όταν η εφαρμογή από το Συμβούλιο της γεωργικής πολιτικής της Κοινότητας περιλαμβάνει την ανάγκη εκτιμήσεως περίπλοκης οικονομικής καταστάσεως, η διακριτική εξουσία της οποίας απολαύει δεν εφαρμόζεται αποκλειστικά στη φύση και στην έκταση των διατάξεων που θα θεσπίσει, αλλά επίσης, κατά ορισμένο μέτρο, και στη διαπίστωση των βασικών στοιχείων υπό την έννοια, ιδίως, ότι επιτρέπεται στο Συμβούλιο να στηριχθεί, ενδεχομένως, σε συνολικές διαπιστώσεις. Ο δικαστής, ελέγχοντας την άσκηση αυτής της αρμοδιότητας, πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση της πρόδηλης πλάνης ή της καταχρήσεως εξουσίας ή του ζητήματος μήπως η οικεία αρχή υπερέβη προδήλως τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεώς της» (59).
Τέλος, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι «η ισχύς μιας κοινοτικής πράξεως δεν μπορεί να εξαρτάται από αναδρομικές εκτιμήσεις αφορώσες τον βαθμό αποτελεσματικότητάς της (...). Οσάκις ο κοινοτικός νομοθέτης είναι αναγκασμένος να εκτιμήσει τα μελλοντικά αποτελέσματα ρυθμίσεως την οποία πρέπει να θεσπίσει, καίτοι τα αποτελέσματα αυτά δεν μπορούν να προβλεφθούν με ακρίβεια, η εκτίμησή του δεν μπορεί να επικριθεί παρά μόνον εφόσον προκύπτει ότι αυτή είναι καταφανώς εσφαλμένη ενόψει των στοιχείων που ο εν λόγω νομοθέτης διέθετε κατά τον χρόνο θεσπίσεως της οικείας ρυθμίσεως» (60).
66 Συγκεκριμένα, η NIFPO δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα των ανωτέρω λεπτομερώς περιγραφομένων σκοπών που επιδίωξε το Συμβούλιο, όταν εξέδωσε τον προσβαλλόμενο στην παρούσα υπόθεση κανονισμό.
Αντιθέτως, η NIFPO βάλλει κατά των παράνομων, παράλογων και ακατάλληλων μέτρων που τέθηκαν σε εφαρμογή για την επίτευξη των σκοπών αυτών: ο κανονισμός 3362/94 είναι, κατά τη NIFPO, ανίσχυρος, διότι αντίκειται προς τις αρχές της κοινής αλιευτικής πολιτικής (συμπεριλαμβανομένης της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών της Κοινότητας) και την αρχή της αναλογικότητας (βλ. ανωτέρω σημεία 30 έως 35).
Ειδικότερα - όπως το παρατήρησε και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου κατά την προφορική διαδικασία - η NIFPO αμφισβητεί όχι τόσο την αρχή της περιφερειακής προτιμήσεως αυτής καθαυτής όσο τους όρους υπό τους οποίους χορηγήθηκε στην Ιρλανδία η προτίμηση αυτή σε σύγκριση με το Ηνωμένο Βασίλειο και παραπονείται για την προκύπτουσα διάκριση στην αντιμετώπιση ίδιων καταστάσεων.
Κατά συνέπεια, το 1994, το Συμβούλιο όφειλε να παύσει να εφαρμόζει τις προτιμήσεις της Ξάγης και να περιοριστεί στον καθορισμό των εθνικών ποσοστώσεων με βάση την κλίμακα κατανομής (στην οποία έχουν ήδη ενσωματωθεί οι προτιμήσεις) ή εν πάση περιπτώσει όφειλε να υπολογίσει εκ νέου τις προτιμήσεις της Ξάγης, οι οποίες είχαν καθοριστεί πριν από 14 χρόνια και, επομένως, δεν αντικατοπτρίζουν πλέον σήμερα τις ειδικές ανάγκες των προστατευομένων αλιευτικών κοινοτήτων.
67 Τα επιχειρήματα των προσφευγουσών οργανώσεων της κύριας δίκης δεν φαίνεται να στερούνται πειστικότητας. Στρέφουν τη σκέψη μας στις συγκεκριμένες επιπτώσεις της εν λόγω περίπλοκης ρυθμίσεως στο «επίπεδο ζωής του γεωργικού πληθυσμού» της Βόρειας Ιρλανδίας. Όπως υπενθύμισα ανωτέρω, η ρύθμιση αυτή καταρτίστηκε μετά από μακρές και επίπονες πολιτικές διαπραγματεύσεις και πιθανώς ήταν παρωχημένη όταν ψηφίστηκε (61). Επιπλέον, η ρύθμιση αυτή εξακολούθησε να ισχύει και μετά το 1992, δηλαδή μετά τη λήξη της προθεσμίας που αρχικά όρισε το Συμβούλιο για την εξέταση τυχόν προτάσεων αναθεωρήσεως (62). Πιθανώς, η διατήρηση αυτή του status quo δικαιολογείται από τη συνειδητοποίηση του ότι η έναρξη διαπραγματεύσεων για τη σύναψη νέας συμφωνίας θα άνοιγε το «κουτί της Πανδώρας» των ποικίλων και αντιτιθέμενων εθνικών διεκδικήσεων και θα δημιουργούσε σχεδόν ανυπέρβλητες δυσχέρειες.
68 Εξάλλου, ο δικαιοδοτικός έλεγχος που ασκεί το Δικαστήριο έχει ως αντικείμενο τη νομιμότητα και όχι τη σκοπιμότητα των μέτρων των οποίων το κύρος αμφισβητείται (63): μου φαίνεται ότι υπ' αυτήν την έννοια πρέπει να γίνει αντιληπτή η αναφορά της νομολογίας του Δικαστηρίου στην αντιστοιχία μεταξύ της διακριτικής ευχερείας του Συμβουλίου και των πολιτικών ευθυνών που του έχει αναθέσει η Συνθήκη στον τομέα της γεωργίας.
Η πολιτική απόφαση του Συμβουλίου να διατηρήσει αμετάβλητο - παρά την πάροδο των ετών, τις μεταβολές στη σύνθεση των αλιευτικών πόρων και την αναπόφευκτη εξέλιξη της κοινωνικοοικονομικής καταστάσεως στα διάφορα κράτη μέλη - το θεσπισθέν το 1983 σύστημα κατανομής των διατιθέμενων για την Κοινότητα αλιευμάτων εξακολουθεί επομένως κατ' ανάγκη να μην υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου.
69 Τι πρέπει όμως να λεχθεί όσον αφορά τη νομιμότητα του κανονισμού 3362/94 και την καταλληλότητά του προς επίτευξη των σκοπών που επιδίωκε το Συμβούλιο; Θα υπενθυμίσω τη νομολογία στην οποία προαναφέρθηκα. Για να αμφισβητηθεί το κύρος του εν λόγω κανονισμού, δεν αρκεί να έχει αυτός συγκεκριμένα εισαγάγει, σε ορισμένο βαθμό, διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των παραγωγών της Κοινότητας ή να έχει επιβάλει στους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες σημαντικά βάρη σε σχέση με τους επιδιωκόμενους στόχους (64).
Το κριτήριο που όρισε η νομολογία είναι πιο περίπλοκο: το Συμβούλιο έχει, στην περίπτωσή μας, την πολιτική ευθύνη και δεν υπερβαίνει τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας παρά μόνον αν οι συγκεκριμένα ψηφισθείσες διατάξεις που εισάγουν δυσμενή διάκριση ή παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας μπορούν να καταλογιστούν σε πρόδηλη πλάνη του οργάνου αυτού κατά την εκτίμηση των συνεπειών του κανονισμού, κατά τον χρόνο που τον εξέδωσε. Επομένως, η πράξη καθίσταται παράνομη διότι αποδεικνύεται, ήδη αφηρημένα, απρόσφορη για την επίτευξη των σκοπών που πρέπει να δικαιολογούν την έκδοσή της.
Εντούτοις, φρονώ ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν πρέπει να εξεταστεί αν ο κανονισμός 3362/94 πάσχει ελάττωμα που τον καθιστά παράνομο, το οποίο προκύπτει από την αφηρημένη αναντιστοιχία μεταξύ της πράξεως και των σκοπών που επιδιώκει ο κοινοτικός νομοθέτης. Συγκεκριμένα, στην προκειμένη περίπτωση, βρισκόμαστε ενώπιον κανονισμού ο οποίος εν πάση περιπτώσει in concreto δεν παραβιάζει ούτε την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων ούτε την αρχή της αναλογικότητας, όπως θα εξηγήσω κατωτέρω.
70 Καταρχάς φρονώ ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν συνεπάγεται αυθαίρετη διαφορετική μεταχείριση των αλιέων της Βόρειας Ιρλανδίας (σύμφωνα με τη διατύπωση που χρησιμοποίησε η NIFPO ή, ακριβέστερα, των βορείων περιοχών του Ηνωμένου Βασιλείου) και των αλιέων της Ιρλανδίας.
Από την άποψη αυτή, η NIFPO επικρίνει το σύστημα των προτιμήσεων της Ξάγης - το οποίο έχει ενσωματωθεί, τουλάχιστον σιωπηρά, στους κανονισμούς 3760/92 και 3362/94 - και αμφισβητεί ότι δικαιολογούνται οι οριζόμενες εκεί δύο διαφορετικές ποσοτικές παράμετροι, οι οποίες, σύμφωνα με την Επιτροπή και το Συμβούλιο, πρέπει να τηρούνται προκειμένου να μπορεί να θεωρείται ότι ικανοποιούνται οι ζωτικές ανάγκες των ενδιαφερομένων κοινοτήτων.
Επιπλέον, κατά τη NIFPO, η προβαλλομένη δυσμενής διάκριση μεταξύ των αλιευτικών κοινοτήτων των δύο κρατών μελών επιδεινώνεται από το ότι, δεδομένου ότι κατά τη γνώμη της η ορισθείσα με τον κανονισμό 172/83 κλίμακα κατανομής έχει ήδη λάβει υπόψη τις ειδικές ανάγκες των εξαρτημένων από την αλιεία περιοχών, η εφαρμογή των προτιμήσεων της Ξάγης στις περιπτώσεις που το TAC ακολουθεί φθίνουσα πορεία συνεπάγεται ότι οι προτιμήσεις αυτές έχουν ληφθεί δύο φορές υπόψη.
71 Μου φαίνεται ότι, αν προσέξουμε καλά, η υπό κρίση εδώ αιτίαση στηρίζεται σε λογική σκέψη η οποία ουδόλως αποδεικνύεται: δηλαδή προϋποθέτει ότι μπορούν να συγκριθούν οι καταστάσεις των εξαρτημένων από την αλιεία κοινοτήτων στην Ιρλανδία και στις βόρειες περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου. Ας εξετάσουμε όμως το περιεχόμενο του παραρτήματος VII: με την πράξη αυτή το Συμβούλιο διατύπωσε την πρόθεση να εφαρμόζει τις διατάξεις της κοινής αλιευτικής πολιτικής που επρόκειτο να θεσπίσει προπάντων κατά τρόπο που να διασφαλίζει την ανάπτυξη της αλιευτικής βιομηχανίας στην Ιρλανδία και, μόνο συμπληρωματικά, να λαμβάνει επίσης υπόψη τις ειδικές ζωτικές ανάγκες άλλων οικονομικά μειονεκτικών παράκτιων περιοχών. Επομένως, κατά τον κοινοτικό νομοθέτη, οι περιπτώσεις οικονομικής εξαρτήσεως από την αλιεία δεν ήσαν ίδιες στα δύο κράτη μέλη. Η εκτίμηση αυτή έδωσε τη δυνατότητα να χορηγηθούν νόμιμα δικαιώματα προτιμήσεως με ποικίλο περιεχόμενο.
Με το συμπέρασμα αυτό - το οποίο καθιστά περιττή την ανάλυση του αν, όπως υποστηρίχθηκε, οι ειδικές ανάγκες των εξαρτημένων από την αλιεία περιοχών (προτιμήσεις της Ξάγης) έχουν ενσωματωθεί στην κλίμακα κατανομής (65) - συμφωνεί η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η κρατούσα θεωρία (66). Κατά τη γνώμη μου, τα επιχειρήματα των προσφευγουσών οργανώσεων της κύριας δίκης, τα οποία στηρίζονται στη δυσμενή διάκριση που εισάγουν τα συνολικά επιτρεπόμενα αλιεύματα για το 1995, πρέπει να απορριφθούν.
72 Ως προς την προβαλλομένη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, πρέπει καταρχάς να εξετασθεί αν οι διατάξεις του επίδικου κανονισμού είναι κατάλληλες και αναγκαίες σε σχέση με τον σκοπό της ορθολογικής και υπεύθυνης εκμεταλλεύσεως των αλιευτικών πόρων.
Κατά τη γνώμη μου, δεν πρέπει να δοθεί κανένα βάρος στο επιχείρημα της NIFPO ότι το Συμβούλιο - δεχθέν να επικαλείται η Ιρλανδία (και το Ηνωμένο Βασίλειο για λόγους άμυνας και παρεμποδίσεως) τις προτιμήσεις της Ξάγης για τα επίμαχα στην προκειμένη περίπτωση δύο αποθέματα - στην πραγματικότητα παραχώρησε εν τέλει στα δύο αυτά κράτη ελάχιστες εγγυημένες ποσοστώσεις αλιευτικών πόρων, χωρίς να λάβει υπόψη του τα επιστημονικά δεδομένα για την κατάσταση της εν λόγω πανίδας.
Η αλήθεια είναι ότι, όπως παρατήρησαν οι δύο ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις, η εφαρμογή των προτιμήσεων της Ξάγης με τον κανονισμό 3362/94 δεν προκάλεσε αυθαίρετη αύξηση του TAC για τα δύο αποθέματα, πράγμα το οποίο είναι απόλυτα λογικό. Ο μηχανισμός των προτιμήσεων προϋποθέτει μάλλον να είναι το κοινοτικό τμήμα του TAC μικρότερο από τα «επίπεδα προστασίας»· πέραν αυτού, αφορά, εν πάση περιπτώσει, μόνον τη φάση κατανομής μεταξύ των κρατών μελών ενός προκαθορισμένου TAC.
Εξάλλου, τα κοινοτικά όργανα δεν έχουν πλέον λόγο να προσφεύγουν σε αυξήσεις του TAC - αυξήσεις οι οποίες αποτελούν απλά προσχήματα - σε σχέση με το επίπεδο που συνιστούν τα αποτελέσματα των επιστημονικών μελετών, προκειμένου να προστατευθούν οι προτιμήσεις της Ξάγης (αν βεβαίως τα κοινοτικά όργανα ενήργησαν έτσι κατά το παρελθόν). Η ενέργεια αυτή πρέπει να έχει χάσει κάθε ενδιαφέρον μετά τον πολιτικό συμβιβασμό του 1988 (ο οποίος αναφέρεται κατ' επανάληψη ανωτέρω) (67), ο οποίος καθιέρωσε τη λύση της εφαρμογής των προτιμήσεων ανεξαρήτως του ύψους του ετησίου TAC για το οικείο απόθεμα (δηλαδή έστω και αν ο συνολικός διαθέσιμος κοινοτικός όγκος είναι μικρότερος από το άθροισμα των προτιμήσεων σε απόλυτους αριθμούς).
73 Απομένει λοιπόν να εξεταστεί αν ο κανονισμός 3362/94 είναι ανάλογος, όπως όφειλε να είναι, προς τον στόχο της σχετικής σταθερότητας των αλιευτικών δραστηριοτήτων. Όπως έκρινε το Δικαστήριο (σχετικά με τον κανονισμό 170/83), «η εν λόγω επιταγή διασφαλίσεως σχετικής σταθερότητας πρέπει να θεωρηθεί ότι σημαίνει τη διατήρηση σταθερού ποσοστού για κάθε κράτος μέλος στο πλαίσιο αυτής της κατανομής» (68), «καθοριζόμενο, κατά βάση, σε συνάρτηση με τα αλιεύματα τα οποία απέφεραν οι παραδοσιακές αλιευτικές δραστηριότητες και καρπώνονταν οι τοπικοί πληθυσμοί που εξαρτώνται από την αλιεία και οι σχετικές βιομηχανίες του κράτους μέλους πριν από τη θέσπιση του συστήματος των ποσοστώσεων» (69).
Εξάλλου, το άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 3760/92 (το οποίο έχει ήδη κατ' επανάληψη αναφερθεί) προβλέπει ότι οι κοινοτικές ετήσιες δυνατότητες αλιεύσεως πρέπει να κατανέμονται με κριτήρια ικανά να εξασφαλίζουν τη σχετική σταθερότητα των αλιευτικών δραστηριοτήτων κάθε κράτους μέλους για κάθε συγκεκριμένο απόθεμα.
74 Κατά συνέπεια, για τους σκοπούς της κύριας δίκης, η επίπτωση των προτιμήσεων της Ξάγης στον προσδιορισμό των δύο επίδικων αποθεμάτων από το Συμβούλιο πρέπει να εκτιμηθεί σε σχέση με τους επιχειρηματίες όλων των βόρειων περιοχών του Ηνωμένου Βασιλείου και όχι - όπως ισχυρίζεται η NIFPO - μόνο σε σχέση με τους επιχειρηματίες της Βόρειας Ιρλανδίας, παρά τη χαρακτηριστική εξάρτησή τους από τα αλιεύματα γάδου και μπακαλιάρου μερλάν.
75 Επιπλέον, για να είναι δυνατό να υποστηριχθεί ότι ο κανονισμός 3362/94 δεν τήρησε την επιταγή της σχετικής σταθερότητας, πρέπει να αποδειχθεί ότι δεν εξασφαλίστηκε στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος η διατήρηση του σταθερού ποσοστού που όρισε το Συμβούλιο για καθένα από τα εν λόγω δύο αποθέματα (ανεξαρτήτως του τόπου αλιεύσεως).
Αντιθέτως, ούτε από το κείμενο του κανονισμού 3760/92 ούτε από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι ο στόχος της σχετικής σταθερότητας πρέπει να ικανοποιείται στο επίπεδο των διαφόρων γεωγραφικών ζωνών ICES, όπως ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες οργανώσεις της κύριας δίκης.
Για τον λόγο αυτό, θεωρώ άνευ σημασίας το ότι οι ποσοστώσεις που χορηγήθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο στο σύνολό του για τα αποθέματα που υπάρχουν στη Θάλασσα της Ιρλανδίας (συμπεριλαμβανομένων ιδίως του γάδου και του μπακαλιάρου μερλάν) μειώθηκαν, μετά το 1989, σε βαθμό μεγαλύτερο από το σύνολο του κοινοτικού μεριδίου του TAC για τα ίδια αυτά αποθέματα, όπως παρατήρησε η NIFPO. Για να αποδείξει την προβαλλομένη παραβίαση της παραμέτρου της σχετικής σταθερότητας, η NIFPO όφειλε αντιθέτως να αποδείξει ενδεχομένως ότι οι συνολικές ποσοστώσεις γάδου και μπακαλιάρου μερλάν που χορηγήθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο για το σύνολο των γεωγραφικών ζωνών όπου αλιεύει ο εθνικός του στόλος μειώθηκαν σε βαθμό μεγαλύτερο από το κοινοτικό μερίδιο του TAC.
76 Υπάρχει επίσης η άλλη άποψη που προτείνει επικουρικώς η NIFPO: ο υπό κρίση κανονισμός δεν συμβιβάζεται προς την αρχή της αναλογικότητας επίσης διότι, τα τελευταία έτη, η Ιρλανδία δεν εξάντλησε τα αποθέματα για τα οποία είχε ζητήσει και είχε τύχει του ευεργετήματος των προτιμήσεων της Ξάγης και στη συνέχεια χρησιμοποίησε τις ποσοστώσεις αυτές στο πλαίσιο των ανταλλαγών με άλλα κράτη μέλη, όπως επιτρέπεται από το άρθρο 9 του κανονισμού 3760/92. Κατ' αυτόν τον τρόπο, τα πλεονεκτήματα που επικαλέστηκε η Ιρλανδική Κυβέρνηση - κατά τους ισχυρισμούς της NIFPO - επεκτάθηκαν αδικαιολόγητα σε κατηγορίες επιχειρηματιών διαφορετικές από τις αρχικά προστατευόμενες.
Εντούτοις, το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί. Οι περί ων ο λόγος ανταλλαγές πραγματοποιούνται με την εκχώρηση αλιευμάτων για άλλα αποθέματα. Εξάλλου, οι προτιμήσεις της Ξάγης - μολονότι έχουν συγκεκριμένη αποτελεσματικότητα σε σχέση με το μέγεθος του κοινοτικού μεριδίου του ετήσιου TAC για τα διάφορα είδη ιχθύων - δεν συνδέονται με τα διάφορα αποθέματα. Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι ο ιρλανδικός αλιευτικός στόλος δεν εξαντλεί άμεσα την ετήσια ποσόστωση γάδου για τη ζώνη VII a - για την οποία υποτίθεται ότι ζήτησε και έλαβε την προτίμηση - και τη χρησιμοποιεί έμμεσα ως μέσο ανταλλαγής προκειμένου να λάβει ποσότητες ρέγγας στη ζώνη VII k, οι οποίες έρχονται να προστεθούν στην ποσόστωση που του χορήγησε το Συμβούλιο. Στην περίπτωση αυτή, δεν βλέπω πώς θα μπορούσε κανείς να αρνηθεί ότι, παρά την ανταλλαγή, και μάλιστα χάρη σ' αυτή, επωφελούνται της προτιμήσεως πάντοτε οι ιρλανδικές αλιευτικές κοινότητες στο σύνολό τους. Τα λοιπά μετέχοντα στην ανταλλαγή κράτη μέλη θα πρέπει στην πραγματικότητα να παραιτηθούν, εν όλω ή εν μέρει, από άλλες ποσοστώσεις.
Στην πραγματικότητα, κατά τη γνώμη μου, η αλήθεια βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα αυτού που υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες οργανώσεις της κύριας δίκης. Οι στηριζόμενες στο άρθρο 9 του κανονισμού 3760/92 ανταλλαγές μπορούν μάλιστα να προωθήσουν ακόμη μεγαλύτερη σχετική σταθερότητα των αλιευτικών δραστηριοτήτων, αφήνοντας στα κράτη μέλη ελευθερία κινήσεως ως προς την οριστική βέλτιστη κατανομή της αλιευτικής προσπάθειας του εθνικού στόλου για το εν λόγω έτος, με βάση τις συγκεκριμένες απαιτήσεις του τομέα. Επομένως, οι ανταλλαγές αποτελούν ένα είδος «δικλείδας ασφαλείας» του συστήματος, η οποία του προσδίδει ορισμένη ευελιξία (70).
Εξάλλου, το ίδιο πράγμα μπορώ να πω και ως προς τη δυνατότητα του Συμβουλίου, όταν ορίζει τις ετήσιες ποσοστώσεις, να «καθορίζει τους όρους προσαρμογής των αλιευτικών δυνατοτήτων που είναι διαθέσιμες από το ένα έτος στο επόμενο» καθώς και να λαμβάνει υπόψη, κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων κρατών μελών, «την εξέλιξη των μικροποσοστώσεων και των τακτικών μεταφορών ποσοστώσεων από το 1983, συνυπολογιζομένης δεόντως της συνολικής ισορροπίας των μεριδίων» (βλ. άρθρο 8, παράγραφος 4, στοιχεία ii και iv, του κανονισμού 3760/92).
Επομένως, φρονώ ότι ο κανονισμός 3362/94 είναι νόμιμος και ανταποκρίνεται πλήρως στους σκοπούς που επιδιώκει το Συμβούλιο.
77 Κατά συνέπεια, στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα προτείνω να δοθεί η απάντηση ότι ο καθορισμός των ποσοστώσεων γάδου και μπακαλιάρου μερλάν του Ηνωμένου Βασιλείου στη ζώνη VII a, με το άρθρο 3 του κανονισμού 3362/94, συμβιβάζεται με την κοινή αλιευτική πολιτική, συμπεριλαμβανομένης της ρυθμίσεως που εισήγαγε ο κανονισμός 3760/92, και με την αρχή της αναλογικότητας.
V - Απάντηση στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα
78 Ενόψει της καταφατικής απαντήσεως που δόθηκε στο τέταρτο ερώτημα, το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα του High Court κατέστη άνευ αντικειμένου.
VI - Πρόταση
Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του High Court ως εξής:
«1) Το κύρος της χορηγήσεως στο Ηνωμένο Βασίλειο των ποσοστώσεων γάδου και μπακαλιάρου μερλάν στη ζώνη VII a για το 1995, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΚ) 3362/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1994, περί καθορισμού, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των συνολικών επιτρεπομένων αλιευμάτων (TAC) για το 1995, καθώς και ορισμένων όρων υπό τους οποίους είναι δυνατόν να αλιεύονται, δεν εξαρτάται από το νομότυπο της εγκρίσεως του παραρτήματος VII του ψηφίσματος του Συμβουλίου της 3ης Νοεμβρίου 1976.
2) Ενόψει της αρνητικής απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, το δεύτερο ερώτημα σχετικά με το νομότυπο της εγκρίσεως του προμνησθέντος παραρτήματος VII κατέστη άνευ αντικειμένου.
3) Δεν ασκεί επιρροή στην απάντηση επί του πρώτου ερωτήματος το γεγονός ότι το παράρτημα VII χαρακτηρίστηκε ως απόρρητο έγγραφο, δεν δημοσιεύθηκε και οι διάδικοι δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση σ' αυτό.$
4) Ενόψει όλων των λοιπών περιστάσεων, ο καθορισμός από το Συμβούλιο των εν λόγω ποσοστώσεων ήταν σύμφωνος με την κοινή αλιευτική πολιτική, και ιδίως με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3760/92 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση κοινοτικού συστήματος για την αλιεία και την υδατοκαλλιέργεια, και με την αρχή της αναλογικότητας.
5) Ενόψει της καταφατικής απαντήσεως στο τέταρτο ερώτημα, το πέμπτο ερώτημα σχετικά με την ύπαρξη και τις προϋποθέσεις του δικαιώματος των προσφευγουσών της κύριας δίκης που ζητούν από την καθής της κύριας δίκης εθνική διοίκηση αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν, σε περίπτωση ακυρότητας του καθορισμού των εν λόγω ποσοστώσεων με τον κανονισμό (ΕΚ) 3362/94, κατέστη άνευ αντικειμένου.»
(1) - ΕΕ L 363, σ. 1.
(2) - Βλ. άρθρο 38, παράγραφος 1, της Συνθήκης (σύμφωνα με το οποίο τα προϋόντα της αλιείας υπάγονται στην έννοια των γεωργικών προϋόντων) και το παράρτημα ΙΙ (το οποίο περιλαμβάνει την αλιεία στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής).
(3) - Η ελευθέρωση στηριζόταν σε κοινό σύστημα τιμών, κοινούς κανόνες εμπορίας (με σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας των προϋόντων), κίνητρα για τη σύσταση οργανώσεων των παραγωγών, το δικαίωμα ίσης προσβάσεως σε κάθε λιμένα της Κοινότητας για την εκφόρτωση των αλιευμάτων και ρύθμιση των συναλλαγών με τις τρίτες χώρες: βλ. κανονισμό (ΕΟΚ) 2142/70 του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1970, περί κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα των προϋόντων της αλιείας (JO L 236, σ. 5), ο οποίος καταργήθηκε από 1ης Φεβρουαρίου 1976, μετά τη διεύρυνση της Κοινότητας, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 100/76 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 1976 (ΕΕ ειδ. έκδ. 04/001, σ. 43). Η ΚΟΑ στον τομέα των προϋόντων της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας διέπεται σήμερα από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3759/92 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1992 (ΕΕ L 388, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα.
(4) - Βλ. κανονισμό (EOK) 2141/70 του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1970, περί ορισμού κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στον τομέα της αλιείας (JO L 236, σ. 1), ο οποίος καταργήθηκε από 1ης Φεβρουαρίου 1976, μετά τη διεύρυνση της Κοινότητας, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 101/76, της 19ης Ιανουαρίου 1976 (ΕΕ ειδ. έκδ. 04/001, σ. 61). Με την κοινή διαρθρωτική πολιτική, η οποία εμπνέεται από την αρχή της ίσης προσβάσεως των αλιευτικών σκαφών κράτους μέλους στις θαλάσσιες ζώνες των άλλων κοινοτικών χωρών, το Συμβούλιο θέλησε να προωθήσει τον συντονισμό των ομόλογων εθνικών πολιτικών και τη χορήγηση χρηματοδοτικών ενισχύσεων για τον εξορθολογισμό των αλιευτικών στόλων των κρατών μελών.
(5) - Κατά τα λοιπά, μπορώ να παρατηρήσω ήδη από τώρα - όσον αφορά τις παρούσες προτάσεις - ότι η Ιρλανδία, της οποίας ο στόλος δεν ήταν επαρκώς ανεπτυγμένος για να αλιεύει στα ύδατα τρίτων χωρών, δεν υπέστη καμιά άμεση ζημία από την απώλεια της δυνατότητας αλιεύσεως στα ύδατα αυτά, η οποία ήταν αποτέλεσμα της μονομερούς επεκτάσεως από τρίτες χώρες των αποκλειστικών ζωνών αλιείας στα 200 μίλια από την ακτή.
(6) - Βλ. κατωτέρω υποσημείωση 7 και το αντίστοιχο χωρίο του κειμένου.
(7) - Βλ. την πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 170/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων (ΕΕ L 24, σ. 1), ο οποίος καταργήθηκε από την 1η Ιανουαρίου 1993 με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3760/92 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση κοινοτικού καθεστώτος αλιείας και υδατοκαλλιέργειας (ΕΕ L 389, σ. 1). Εντός αυτής της ζώνης των 200 μιλίων, το ψήφισμα της Ξάγης προέβλεπε ότι η λήψη παντός ενδεχομένως αναγκαίου μέτρου διατηρήσεως αποτελεί αρμοδιότητα της Κοινότητας. Ωστόσο, δεδομένου ότι γίνονταν διαπραγματεύσεις για τη θέσπιση κοινοτικού συστήματος αλιείας που θα ενσωμάτωνε τα μέτρα αυτά, το προαναφερθέν ψήφισμα αναγνώριζε το δικαίωμα των κρατών μελών να λαμβάνουν μονομερώς τα κατάλληλα μεταβατικά μέτρα - εφόσον δεν εισάγουν δυσμενή διάκριση και εγκρίνονται από την Επιτροπή - με σκοπό τη διασφάλιση της προστασίας των πόρων που βρίσκονται στις αντίστοιχες παράκτιες ζώνες αλιείας (βλ. κατωτέρω στην υποσημείωση 39). Εξάλλου, στις ζώνες αυτές που υπάγονται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, η αλιεία, όσον αφορά τα μη κοινοτικά σκάφη (βλ. κατωτέρω υποσημείωση στην 19), θα διέπεται από τις συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ της Κοινότητας - η οποία ενεργεί ως ενιαία κυριαρχική οντότητα - και των ενδιαφερομένων τρίτων χωρών. Συναφώς, το ψήφισμα της Ξάγης εξουσιοδοτούσε την Επιτροπή να διαπραγματευθεί με ορισμένες τρίτες χώρες για λογαριασμό της Κοινότητας συμφωνίες σχετικά με την πρόσβαση των σκαφών των κρατών μελών στα χωρικά τους ύδατα.
(8) - Βλ. International Legal Materials, τόμος XV (1976), σ. 1425, και ΕΕ 1981, C 105, που περιέχει το κείμενο του εγγράφου με τον τίτλο «Ψήφισμα του Συμβουλίου της 3ης Νοεμβρίου 1976 που αφορά ορισμένα εξωτερικά θέματα, της δημιουργίας στην Κοινότητα αλιευτικής ζώνης 200 μιλίων, από την 1η Ιανουαρίου 1977.» Όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις που κατέθεσε το Συμβούλιο στην παρούσα διαδικασία, το εν λόγω έγγραφο αποτελεί το παράρτημα Ι του ψηφίσματος της Ξάγης.
(9) - Από τη δικογραφία της παρούσας διαδικασίας προκύπτει ότι, για τους σκοπούς των προτιμήσεων της Ξάγης, η έννοια «βόρεια τμήματα του Ηνωμένου Βασιλείου» περιλαμβάνει τη Σκωτία, τη Βόρεια Ιρλανδία, τη Νήσο Μαν και τα τμήματα της Αγγλίας μεταξύ των λιμένων Bridlington και Berwick.
(10) - Κατά την Επιτροπή, κρίθηκε ότι οι ειδικές ανάγκες των τοπικών πληθυσμών που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την αλιεία εκφράζονταν με τις εκφορτωθείσες ποσότητες ιχθύων αποθεμάτων που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τους πληθυσμούς αυτούς και ακριβώς στις ποσότητες αυτές αναφέρονται οι «προτιμήσεις της Ξάγης»: βλ. έγγραφα εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής με τον τίτλο «Προτιμήσεις της Ξάγης» («Hague Preferences»), SEC(95) 1666, της 9ης Οκτωβρίου 1995, σ. 1.
(11) - JO C 158, σ. 2.
(12) - Το σημείο 2 της προαναφερθείσας δηλώσεως έχει ως εξής: «Tηρουμένων των συνθηκών και σύμφωνα με το ψήφισμα του Συμβουλίου της 3ης Νοεμβρίου 1976 ("συμφωνία της Ξάγης"), η πολιτική αυτή πρέπει να στηρίζεται στις ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές: (...) β) δίκαιη κατανομή των αλιευμάτων, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη τις παραδοσιακές αλιευτικές δραστηριότητες, τις ειδικές ανάγκες των περιοχών των οποίων οι τοπικοί πληθυσμοί εξαρτώνται ιδιαίτερα από την αλιεία και τις συναφείς βιομηχανίες και την [σημείωση στο πρωτότυπο: «βλ. παραγράφους 3 και 4 του παραρτήματος VII (...)»], πιθανή απώλεια αλιευμάτων στα ύδατα τρίτων χωρών [ως αποτέλεσμα της γενικής επεκτάσεως των χωρικών υδάτων στα 200 ναυτικά μίλια από την ακτή]».
(13) - Βλ. την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο της 12ης Ιουνίου 1980, περί του τρόπου κατανομής μεταξύ των κρατών μελών του συνόλου των δυνατοτήτων αλιεύσεως της Κοινότητας το 1980 και περί των κατευθυντήριων γραμμών για μια διαρθρωτική πολιτική στον τομέα της αλιείας, COM(80) 338 τελικό.
(14) - Ibidem, παράρτημα III.
(15) - Η ευνοϋκότερη θεσπισθείσα για την Ιρλανδία παράμετρος πρέπει προδήλως να συνδυαστεί με τον διπλασιασμό των εθνικών αλιευμάτων (από 75 000 τόνους το 1975 σε 150 000 τόνους το 1979) - καθώς και, πιθανώς, με την αύξηση του στόλου (κατά 300 περίπου σκάφη) - τα οποία προβλέπονται, στο πλαίσιο της επεκτάσεως των χωρικών υδάτων των κρατών μελών στα 200 ναυτικά μίλια από την ακτή, στο προαναφερθέν πρόγραμμα της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως για την ανάπτυξη της παράκτιας αλιείας, με βάση το οποίο το Συμβούλιο είχε δηλώσει, στο παράρτημα VII, ότι έχει ως σκοπό τη συνεχή ανάπτυξη της αλιευτικής βιομηχανίας στην Ιρλανδία. Βλ. Wallace, R.: «Special Economic Dependency and Preferential Rights in Respect of Fisheries: Characterisation and Articulation within the European Communities», στο Common Market Law Review, 1984, σ. 525, ιδίως σ. 532. Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η ευνοϋκότερη παράμετρος χρησιμοποιήθηκε επίσης από την Επιτροπή στις προτάσεις της περί ετησίων ποσοστώσεων μετά το 1979 (βλ. κατωτέρω υποσημείωση 61 και αντίστοιχο χωρίο του κειμένου).
(16) - Βλ. άρθρο του Wallace, R., που παρατίθεται ανωτέρω στην υποσημείωση 15, σ. 532.
(17) - Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 7. Το κείμενο της έκτης αιτιολογικής σκέψεως παρατίθεται κατωτέρω στο σημείο 15.
(18) - «Κατά την περίοδο μέχρι το 1983, η αλιεία εντός του κοινοτικού ορίου των 200 μιλίων ρυθμίστηκε με συνδυασμό βραχυπρόθεσμων κοινοτικών μέτρων διατηρήσεως [για παράδειγμα, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 754/80 του Συμβουλίου, της 26ης Μαρτίου 1980, για τον καθορισμό, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων που υπάρχουν στην αλιευτική ζώνη της Κοινότητας, των συνολικών επιτρεπομένων αλιευμάτων για το 1980 και για το διαθέσιμο για την Κοινότητα τμήμα καθώς και τις μεθόδους αλιείας (JO L 84, σ. 36)], μιας σειράς εντολών του Συμβουλίου προς τα κράτη μέλη με τις οποίες τα παρότρυνε να ρυθμίζουν την αλιευτική δραστηριότητά τους λαμβάνοντας υπόψη τις προτάσεις της Επιτροπής για τα συνολικά επιτρεπόμενα αλιεύματα και μιας σειράς μέτρων διατηρήσεως που έλαβαν τα κράτη μέλη» (η μετάφραση δική μου): βλ. Churchill, R. R.: EEC Fisheries Law, Dordrecht, 1987, σ. 19, αριθ. 23.
(19) - Η αρχή της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, η οποία απορρέει σαφώς από τα άρθρα 6 (πρώην 7) και 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, επιβεβαιώνεται στον τομέα που μας αφορά με το άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 101/76 (προαναφερθείς στην υποσημείωση 4). Κατ' εφαρμογήν της αρχής αυτής, «τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ιδίως την ισότητα των όρων προσβάσεως και εκμεταλλεύσεως των αποθεμάτων που ευρίσκονται στα [θαλάσσια] ύδατα [τα οποία υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία τους] σε όλα τα αλιευτικά σκάφη υπό σημαία ενός των κρατών μελών που είναι νηολογημένα στην επικράτεια της Κοινότητας».
(20) - Με την επιφύλαξη του ειδικού εξαιρετικού καθεστώτος που θεσπίζουν τα άρθρα 100 έως 102 της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως στις Ευρωπαϋκές Κοινότητες του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας, του Βασιλείου της Νορβηγίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών (JO 1972, L 73), δυνάμει του οποίου επετράπη στα κράτη μέλη μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1982 να περιορίζουν την αλιεία στα ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία τους, τα οποία ευρίσκονται εντός της ζώνης των 6 ναυτικών μιλίων από τις αντίστοιχες ακτές τους (ή για ορισμένες παράκτιες περιοχές των τριών νέων κρατών μελών και της Γαλλίας εντός της ζώνης των 12 μιλίων), στα σκάφη που κατά παράδοση αλιεύουν στα ύδατα αυτά και από λιμένες της παράκτιας γεωγραφικής ζώνης. Αργότερα, η παρέκκλιση αυτή επεκτάθηκε τόσο από χρονική (μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992 και στη συνέχεια μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2002) όσο και εδαφική άποψη (μέχρι το γενικευθέν όριο των 12 ναυτικών μιλίων): βλ. το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 170/83 και το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 3760/92 (προαναφερθέντα στην υποσημείωση 7).
(21) - Βλ. την απόφαση 79/572/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 8ης Ιουνίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 04/001, σ. 140), και, τελευταία, την απόφαση 93/619/EΚ της Επιτροπής, της 19ης Νοεμβρίου 1993, για τη σύσταση επιστημονικής, τεχνικής και οικονομικής επιτροπής αλιείας (ΕΕ L 297, σ. 25).
(22) - Κανονισμός της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί καθορισμού για το 1982, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων που αναπτύσσονται στην αλιευτική ζώνη της Κοινότητας, του συνόλου επιτρεπομένων αλιευμάτων, του μεριδίου της Κοινότητας από αυτά τα αλιεύματα, της κατανομής του μεριδίου αυτού στα κράτη μέλη και των όρων υπό τους οποίους πραγματοποιείται το σύνολο επιτρεπομένων αλιευμάτων (ΕΕ L 24, σ. 30). Σε αντίθεση προς τους μεταγενέστερους ετήσιους κανονισμούς, ο κανονισμός 172/83 είχε, επομένως, ως σκοπό τη χορήγηση ποσοστώσεων για το προηγούμενο παρά για το επόμενο έτος.
(23) - Βλ. τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 172/83.
(24) - Το 1978 είναι το τελευταίο έτος για το οποίο η Επιτροπή διέθετε πλήρη στοιχεία κατά τον χρόνο εκδόσεως της ανακοινώσεως του 1980.
(25) - Βλ. ανωτέρω, σημείο 11.
(26) - Η αναφορά στο έτος 1976 (παρά στο 1978) εξηγείται από το ότι κατά το έτος αυτό οι τρίτες χώρες επεξέτειναν γενικώς τις ζώνες αποκλειστικής αλιείας στα 200 μίλια από την ακτή.
(27) - Η αλιευτική ζώνη VII a βρίσκεται στη Θάλασσα της Ιρλανδίας, η οποία βρίσκεται μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας.
(28) - Το γεγονός ότι το άθροισμα της κλίμακας κατανομής ως προς τα δύο κράτη μέλη για τη ζώνη VII a και για καθένα από τα δύο αποθέματα είναι κατώτερο του 100 % εξηγείται από το ότι στη ζώνη αυτή και για τα ίδια αποθέματα είχαν επίσης χορηγηθεί ποσοστώσεις στο Βέλγιο, στη Γαλλία και στις Κάτω Ξώρες.
(29) - Βλ. την απάντηση του κ. Κοντογεώργη εξ ονόματος της Επιτροπής (9 Ιανουαρίου 1984) στη γραπτή ερώτηση 1077/83 της κ. Sylvie Le Roux (84/C 38/07) (ΕΕ C 38, σ. 4). Για μια αναφορά στην «επιθυμία του Συμβουλίου να διατηρήσει επί δέκα έτη [την κλίμακα κατανομής του 1983], η οποία καθορίστηκε μετά από επίμοχθες διαπραγματεύσεις», βλ. επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz πριν από την έκδοση της αποφάσεως της 16ης Ιουνίου 1987 στην υπόθεση 46/86, Romkes (Συλλογή 1987, σ. 2678, ιδίως σ. 2679).
(30) - Παρατίθεται ανωτέρω στην υποσημείωση 7.
(31) - Στο Συμβούλιο των Υπουργών Αλιείας τον Δεκέμβριο του 1988, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επικαλέστηκε την προτίμηση της Ξάγης για τον καλλαρία της Βόρειας Θάλασσας - προτίμηση η οποία, κατά τη γνώμη της, παρείχε στο Ηνωμένο Βασίλειο ποσόστωση 60 000 τόνων για το 1989 - διότι, εφαρμόζοντας την αντίστοιχη κλίμακα κατανομής, η ποσόστωσή του για το εν λόγω απόθεμα θα ανερχόταν μόνο σε 48 760 τόνους (σε σύγκριση με τους 157 560 τόνους που παραχωρήθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο το προηγούμενο έτος). Ο ισχυρισμός αυτός του Ηνωμένου Βασιλείου προκάλεσε πάντως την αντίδραση των άλλων κρατών μελών, κατά την άποψη των οποίων οι λόγοι στους οποίους στηρίχθηκαν οι προτιμήσεις της Ξάγης ενσωματώθηκαν άπαξ διά παντός στην κλίμακα κατανομής που θέσπισε ο κανονισμός 172/83. Επομένως, η εφαρμογή στο Ηνωμένο Βασίλειο της προτιμήσεως για τον καλλαρία της Βόρειας Θάλασσας θα συνεπαγόταν διπλά βάρη για τα άλλα κράτη μέλη. Τελικά, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, το Συμβούλιο δέχθηκε πολιτική λύση η οποία συνίστατο στην παραχώρηση ποσοστώσεως 54 380 τόνων στο Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία προφανώς προέκυπτε από τον μέσο όρο των ποσοτήτων που αντιστοιχούσαν στην προτίμηση της Ξάγης και στην κλίμακα κατανομής. Η περιγραφομένη εδώ συμβιβαστική λύση ακολουθήθηκε αργότερα σε πολλές άλλες περιπτώσεις: βλ. έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής το οποίο παρατίθεται ανωτέρω στην υποσημείωση 10, σ. 2 και 3, και Munir, A.: Fisheries After Factortame, Λονδίνο 1991, σ. 65).
(32) - Σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής, οι ζημίες που παρατίθενται στο κείμενο αντισταθμίστηκαν σε μεγάλο βαθμό με τις ανταλλαγές ποσοστώσεων στις οποίες προέβη το Ηνωμένο Βασίλειο, οι δε οριστικές ποσότητες ανήλθαν σε 1 370 τόνους για τον γάδο και σε 3 450 τόνους για τον μπακαλιάρο μερλάν.
(33) - Το άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 3760/92 έχει ως εξής: «Το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία, ύστερα από πρόταση της Επιτροπής: i) καθορίζει για κάθε τύπο αλιείας ή ομάδα τύπων αλιείας, ανά περίπτωση, το σύνολο των επιτρεπομένων αλιευμάτων ή/και της συνολικής επιτρεπόμενης αλιευτικής προσπάθειας, σε πολυετή βάση εάν χρειάζεται. Ο καθορισμός αυτός θα γίνεται με βάση τους στόχους και τις στρατηγικές διαχείρισης όποτε έχουν θεσπιστεί σύμφωνα με την παράγραφο 3 [ενδεχομένως από το Συμβούλιο σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 43 της Συνθήκης], ii) κατανέμει τις αλιευτικές δυνατότητες μεταξύ κρατών μελών με τρόπο που να εξασφαλίζει για κάθε κράτος μέλος σχετική σταθερότητα των αλιευτικών δραστηριοτήτων για κάθε συγκεκριμένο απόθεμα. Ωστόσο, κατόπιν αίτησης των άμεσα ενδιαφερομένων κρατών μελών, μπορεί να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη των μικροποσοστώσεων και των τακτικών μεταφορών ποσοστώσεων από το 1983, συνυπολογιζομένης δεόντως της συνολικής ισορροπίας των μεριδίων, (...) iv) μπορεί επίσης να καθορίζει, ανά περίπτωση, τους όρους προσαρμογής των αλιευτικών δυνατοτήτων που είναι διαθέσιμες από το ένα έτος στο επόμενο, v) μπορεί, με βάση επιστημονικές γνωμοδοτήσεις, να πραγματοποιεί τις τυχόν αναγκαίες ενδιάμεσες προσαρμογές όσον αφορά τους στόχους και τις στρατηγικές διαχείρισης.»
(34) - Δηλαδή, ως προς τον γάδο, 6 954 τόνοι ετησίως για την Ιρλανδία και 1 223 τόνοι ετησίως για το Ηνωμένο Βασίλειο και, ως προς τον μπακαλιάρο μερλάν, 7 196 τόνοι ετησίως για την Ιρλανδία και 2 334 τόνοι ετησίως για το Ηνωμένο Βασίλειο (βλ. ανωτέρω σημείο 12).
(35) - Οι ποσότητες που αναφέρονται στο κείμενο προκύπτουν από τον ακόλουθο υπολογισμό: 1) θεωρητικές ποσοστώσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή της κλίμακας κατανομής: Ιρλανδία= 5 800 t x 46,67 % = 2 705 t γάδου, 8 000 t x 39,63 % = 3 170 t μπακαλιάρου μερλάν, Ηνωμένο Βασίλειο = 5 800 t x 42,67 % = 2 475 t γάδου, 8 000 t x 52,83 % = 4 225 t μπακαλιάρου μερλάν· 2) πλασματικές ποσοστώσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή των προτιμήσεων της Ξάγης, οι οποίες τροποποιήθηκαν προκειμένου να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το άθροισμα των προτιμήσεων σε απόλυτη αξία (ίση προς 8 177 τόνους γάδου και 9 530 τόνους μπακαλιάρου μερλάν) θα ήταν μεγαλύτερο από τη συνολική διαθέσιμη για τα δύο αυτά είδη κοινοτική ποσότητα: Ιρλανδία = 5 800 t x 85 % = 4 930 t γάδου, 8 000 t x 75,5 % = 6 040 t μπακαλιάρου μερλάν, Ηνωμένο Βασίλειο = 5 800 t x 15 % = 870 t γάδου, 8 000 t x 24,5 % = 1 960 t μπακαλιάρου μερλάν· 3) μέσος όρος των 1 και 2 (στρογγυλοποιημένος): Ιρλανδία = 3 817,5 t γάδου, 4 605 t μπακαλιάρου μερλάν, Ηνωμένο Βασίλειο = 1 672,5 t γάδου, 3 092,5 t μπακαλιάρου μερλάν.
(36) - Ανήλθαν στους 2 440 και 3 350 τόνους για τον γάδο και τον μπακαλιάρο μερλάν αντιστοίχως στις 5 Μαου 1995, όταν το Ηνωμένο Βασίλειο προέβη στην προσωρινή κατανομή των εθνικών ποσοστώσεων μεταξύ των βρετανικών οργανώσεων παραγωγών και των ανεξαρτήτων αλιευτικών σκαφών. Μετά από άλλες μεταγενέστερες ανταλλαγές, την 1η Σεπτεμβρίου, οι ποσοστώσεις του Ηνωμένου Βασιλείου για τη ζώνη VII a ανήλθαν αντιστοίχως σε 2 575 και 3 950 τόνους.
(37) - Απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Συμβουλίου (ΕΕ L 340, σ. 43), όπως έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα με την απόφαση 96/705/ΕΚ, ΕΚΑΞ, Eυρατόμ του Συμβουλίου, της 6ης Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ L 325, σ. 19).
(38) - Βλ. επίσης το έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 1995 που έστειλε η Νομική Υπηρεσία του Συμβουλίου στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϋκή Ένωση, το οποίο επισυνάπτεται από την καθής της κύριας δίκης διοικητική αρχή στις παρατηρήσεις που υπέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου.
(39) - Το παράρτημα VI του ψηφίσματος της Ξάγης προέβλεπε ότι μέχρι την εφαρμογή κατάλληλων κοινοτικών μέτρων τα κράτη μέλη μπορούσαν προσωρινά να λάβουν μονομερή μέτρα για τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων, υπό την προϋπόθεση να ζητήσουν προηγουμένως τη γνώμη και την έγκριση της Επιτροπής. Το Δικαστήριο εξέτασε το παράρτημα αυτό στην απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1979, 141/78, Γαλλία κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 431), όπου αναφέρει ότι το ψήφισμα της Ξάγης «θέτει σε εφαρμογή, στον ειδικό τομέα στον οποίο εφαρμόζεται, τα καθήκοντα συνεργασίας που τα κράτη μέλη ανέλαβαν, με το άρθρο 5 της Συνθήκης» και επίσης ότι - ελλείψει κοινής πολιτικής στον τομέα της διατηρήσεως των βιολογικών πόρων της θάλασσας - τα τυχόν μέτρα διατηρήσεως που λαμβάνει ένα κράτος μέλος «υπόκεινται στις διευκρινιζόμενες με το παράρτημα VI απαιτήσεις» (βλ. σκέψεις 8 και 9). Βλ. επίσης τις αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1980, 32/79, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 547, σκέψεις 11, 28 και 56 έως 58)· της 5ης Μαου 1981, 804/79, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1981, σ. 1045, σκέψεις 26 έως 38)· της 30ής Νοεμβρίου 1982, 287/81, Noble Kerr (Συλλογή 1982, σ. 4053, σκέψεις 16 έως 29), και της 14ης Φεβρουαρίου 1984, 24/83, Gewiese και Mehlich (Συλλογή 1984, σ. 817, σκέψεις 7 έως 13).
(40) - Η υπογράμμιση δική μου. Η NIFPO παρατηρεί επίσης ότι το παράρτημα I του ψηφίσματος της Ξάγης, μολονότι φέρει τον τίτλο «Σχέδιο» στα πρωτότυπα έγγραφα, δημοσιεύθηκε στη συνέχεια με τον τίτλο «Ψήφισμα του Συμβουλίου της 3ης Νοεμβρίου 1976 (...)» (βλ. ανωτέρω υποσημείωση 8).
(41) - Κατά τη NIFPO, οι προτιμήσεις της Ξάγης στην πραγματικότητα εισήγαγαν παρέκκλιση από τους συνήθεις κανόνες κατανομής των ποσοστώσεων λόγω της προσωρινής βιολογικής καταστάσεως των αλιευτικών πόρων (βλ. δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3760/92).
(42) - Συγκεκριμένα, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι για τον αλιευτικό στόλο της Βόρειας Ιρλανδίας ο γάδος και ο μπακαλιάρος μερλάν αποτελούν, κατά σειρά σπουδαιότητας, το δεύτερο και το τρίτο είδος αντιστοίχως μετά τις καραβίδες. Δεν είναι τυχαίο το ότι στον στόλο αυτό πρέπει να καταλογισθούν αντιστοίχως το 60 % και το 75 % των συνολικών αλιευμάτων των δύο αυτών ειδών από το σύνολο του βρετανικού αλιευτικού στόλου.
(43) - Σημειώνεται ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής φαίνεται να συντάσσονται με τον ισχυρισμό της NIFPO ότι μέχρι το 1988 τα σχετικά με την εφαρμογή του μηχανισμού των προτιμήσεων της Ξάγης προβλήματα παρακάμφθηκαν χάρη στον τεχνικό προσδιορισμό του TAC των οικείων αποθεμάτων σε επίπεδα υψηλότερα από εκείνα που θα ορίζονταν ως κατάλληλα σύμφωνα με τις επιστημονικές εκτιμήσεις: βλ. έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής το οποίο παρατίθεται ανωτέρω στην υποσημείωση 10, σ. 2. Σύμφωνα με τον R. R. Churchill (έργο του το οποίο παρατίθεται ανωτέρω στην υποσημείωση 18, σ. 113 έως 115), επίσης, όταν γινόταν υπερβολική εκμετάλλευση των αποθεμάτων ιχθύων, η Επιτροπή δεν ήταν πάντοτε διατεθειμένη να μειώσει το ύψος του TAC σύμφωνα με τον ρυθμό και το μέτρο που απαιτούσαν οι επιστημονικές μελέτες, προκειμένου να συγκερασθούν οι αποκλίνοντες στόχοι που ήσαν η ταχεία επίτευξη μακροπρόθεσμων βιολογικών βελτιώσεων και βραχυπρόθεσμα ο περιορισμός του κοινωνικοοικονομικού κόστους. Πάντως, πρέπει να αναγνωριστεί υπέρ του Συμβουλίου το γεγονός ότι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις αύξησε αργότερα τα συνολικά επιτρεπόμενα αλιεύματα που πρότεινε η Επιτροπή, προκειμένου να ικανοποιήσει τα αιτήματα των κρατών μελών. Βλ. επίσης την απόφαση Romkes (όπ.π. υποσημείωση 29, η οποία αναλύεται κατωτέρω στην υποσημείωση 70 και στο αντίστοιχο χωρίο του κειμένου, σκέψη 19).
(44) - Βλ. την απόφαση 92/594/EΟΚ της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1992, για πολυετές πρόγραμμα προσανατολισμού του αλιευτικού στόλου της Ιρλανδίας για την περίοδο 1993-1996 σύμφωνα με τον κανονισμό (EΟΚ) 4028/86 του Συμβουλίου (ΕΕ L 401, σ. 39).
(45) - Το παρατιθέμενο στο κείμενο επιχείρημα της NIFPO φαίνεται να συμμερίζονται ορισμένα κράτη μέλη, όχι όμως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία (αν και, σε διάφορες ευκαιρίες, τα δύο αυτά κράτη δεν επικαλέστηκαν τη δική τους ερμηνεία για τη διαδικασία των προτιμήσεων): βλ. κατωτέρω υποσημείωση 48 και αντίστοιχο χωρίο του κειμένου. Η θέση των υπηρεσιών της Επιτροπής ως προς το σημείο αυτό είναι, αντιθέτως, τελείως «αγνωστική» [«Η Επιτροπή δεν γνωρίζει επιτραπείσες και/ή οριστικές δηλώσεις που δέχονται ή αρνούνται ότι οι συμφυείς με τις προτιμήσεις της Ξάγης σκέψεις ελήφθησαν υπόψη άπαξ διά παντός το 1983»· η μετάφραση δική μου)]: βλ. έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, προαναφερθέντα στην υποσημείωση 10, σ. 1 έως 3. Σύμφωνα με τον R. Wallace (έργο του που παρατίθεται ανωτέρω στην υποσημείωση 15, σ. 533), «οι εκπεφρασμένες σε τόνους προτιμήσεις της Ξάγης είναι ασυμβίβαστες με την [κλίμακα κατανομής· απόδειξη αυτού αποτελεί το ότι] δεν μνημονεύονται χωριστά στους [ετήσιους κανονισμούς οι οποίοι προβαίνουν στην] κατανομή των ποσοστώσεων μεταξύ των κρατών μελών» (η μετάφραση δική μου, παραλείπονται οι υποσημειώσεις).
(46) - Σύμφωνα με τη NIFPO, κατά την εν λόγω επταετία, το TAC γάδου για τη ζώνη VII a μειώθηκε κατά 61,3 %, ποσοστό κατώτερο από το ποσοστό μειώσεως της αντίστοιχης ποσοστώσεως του Ηνωμένου Βασιλείου (73,9 %)· εξάλλου, το TAC μπακαλιάρου μερλάν μειώθηκε κατά 56 %, ενώ η βρετανική ποσόστωση υπέστη μείωση 67,8 %. Από τα στοιχεία που αναφέρει η διάταξη περί παραπομπής συνάγω ότι στην πραγματικότητα η ποσόστωση γάδου του Ηνωμένου Βασιλείου αντιστοιχούσε στο 33,55 % του TAC το 1991 και στο 28,8 % το 1995· το TAC του μπακαλιάρου μερλάν στο 49,2 % το 1990 και στο 38,7 % το 1995.
(47) - Βλ. την απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1991, C-6/90 και C-9/90 (Συλλογή 1991, σ. I-5357).
(48) - Σύμφωνα με τη Δανική Κυβέρνηση, από την ενδέκατη, δωδέκατη και δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3760/92 προκύπτει ότι ο κανονισμός 172/83 ενσωμάτωσε οριστικά τις προτιμήσεις της Ξάγης στην κοινή αλιευτική πολιτική και, ακριβέστερα, στην αρχή της σχετικής σταθερότητας. Κατά συνέπεια, μετά το 1983 τίποτε δεν επιτρέπει πλέον να υποστηριχθεί ότι το ψήφισμα της Ξάγης και το σύστημα των προτιμήσεων που προβλέπει συνεχίζουν να εφαρμόζονται αυτοτελώς. Βλ. επίσης ανωτέρω την υποσημείωση 45 και το αντίστοιχο χωρίο της κειμένου.
(49) - Όπως ακριβώς οι συστάσεις και οι γνώμες, οι οποίες, δυνάμει του άρθρου 189 της Συνθήκης, «δεν δεσμεύουν».
(50) - Επομένως, φαίνεται ότι επίσης στερείται σημασίας η αναφορά της NIFPO στις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διοικουμένων ως προς τη δυνατότητα να τους αντιτάσσονται πράξεις των δημοσίων αρχών.
(51) - Επομένως, η μη τήρηση από το Συμβούλιο της προθεσμίας που το ίδιο το όργανο όρισε με ψήφισμά του για την έκδοση μεταγενέστερης αποφάσεως δεν συνεπάγεται παράβαση της Συνθήκης, διότι η ονομασία και η μορφή της επιλεγείσας από το Συμβούλιο πράξεως αποκαλύπτουν την πρόθεσή του να τάξει προθεσμία η οποία είναι διαφορετικής φύσεως από τις προθεσμίες που προβλέπει η Συνθήκη: βλ. την απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1964, 90/63 και 91/63, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου και Βελγίου (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1223).
(52) - Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αναλογιστεί κανείς τα πολυάριθμα ψηφίσματα που εξέδωσε το Συμβούλιο από το 1974 στον τομέα της τεχνολογίας των πληροφοριών, των τηλεπικοινωνιών και της πληροφορικής. Βλ. επίσης το ψήφισμα του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 1986, για τους νέους κοινοτικούς σκοπούς της ενεργειακής πολιτικής για το 1995 και τη σύγκλιση των πολιτικών των κρατών μελών (ΕΕ C 241, σ. 1)· τη δήλωση του Συμβουλίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων και των αντιπροσώπων των Κυβερνήσεων των κρατών μελών που συνέρχονται στα πλαίσια του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 1973, σχετικά με πρόγραμμα δράσης των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στον τομέα του περιβάλλοντος (JO C 112, σ. 1) και το ψήφισμα του Συμβουλίου και των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών, της 22ας Μαρτίου 1971, για τη σταδιακή πραγματοποίηση της οικονομικής και νομισματικής ενώσεως στην Κοινότητα (JO C 28, σ. 1).
(53) - Βλ. την απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1973 στην υπόθεση 9/73, Schlόter (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 709, σκέψη 40).
(54) - Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 39 και αντίστοιχο χωρίο του κειμένου.
(55) - Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 35 και αντίστοιχο χωρίο του κειμένου.
(56) - Βλ. Dewost J. L.: Les pouvoirs discrιtionnaires du Conseil des ministres, Discretionary Powers of the Member States in the Field of Economic Policies and their Limits under the EEC Treaty (ed. J. Schwarze), Baden-Baden, 1988, σ. 165, ιδίως σ. 166.
(57) - Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lagrange στην υπόθεση Sociιtι mιtallurgique de Knutange κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΞ (απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1960, 15/59 και 29/59, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 361).
(58) - Aπόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-133/93, C-300/93 και C-362/93, Crispoltoni κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. Ι-4863, σκέψη 42, η υπογράμμιση δική μου). Βλ. επίσης τις αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1973, 40/72, Schrφder (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 397, σκέψη 14)· της 21ης Φεβρουαρίου 1979, 138/78, Stφlting (Συλλογή 1979/Ι, σ. 367, σκέψη 7)· της 9ης Ιουλίου 1985, 179/84, Bozzetti (Συλλογή 1985, σ. 2301, σκέψη 30)· της 11ης Ιουλίου 1989, 265/87, Schrδder (Συλλογή 1989, σ. 2237, σκέψη 22)· της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-350/88, Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-395, σκέψη 32), και της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-331/88, Fedesa κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I-4023, σκέψη 14).
(59) - Απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980, 138/79, Roquette Frθres κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 313, σκέψη 25, η υπογράμμιση δική μου). Βλ. επίσης της αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1979, 166/78, Ιταλία κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 247), και της 26ης Φεβρουαρίου 1996, C-122/94, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I-881, σκέψη 18).
(60) - Απόφαση Crispoltoni κ.λπ. (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 58, σκέψη 43). Βλ. επίσης την απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1990, C-267/88 έως C-285/88, Wuidart κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I-435, σκέψη 1).
(61) - Συναφώς θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι το πρόγραμμα αναπτύξεως της παράκτιας αλιείας της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως, με βάση το οποίο το σύστημα των προτιμήσεων της Ξάγης ήθελε να εξασφαλίσει τη συνεχή και σταδιακή ανάπτυξη της αλιευτικής βιομηχανίας στην Ιρλανδία, είχε λήξει το 1979. Ωστόσο, μετά την ημερομηνία αυτή, τόσο η Επιτροπή (στην ανακοίνωση του 1980 και στις προτάσεις ποσοστώσεων για τα επόμενα έτη) όσο και το Συμβούλιο (με την έκδοση των κανονισμών 170/83 και 3760/92 καθώς και των ετήσιων κανονισμών, από τον κανονισμό 172/83 μέχρι τον επίδικο κανονισμό) συνέχισαν κατ' ουσίαν να παραπέμπουν στην παράμετρο του διπλασιασμού των ποσοτήτων που αλιεύθηκαν το 1975 (σκοπό που είχε ορίσει το προαναφερθέν πρόγραμμα).
(62) - Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 29 και αντίστοιχο χωρίο του κειμένου.
(63) - Βλ. Waelbroeck, M., και Waelbroeck, D.: «Article 173», στο Louis, J.-V., Vandersanden, G., Waelbroeck, D., και Waelbroeck, M., La Cour de Justice. Les actes des institutions, Βρυξέλλες, 1993, 2η έκδ., τόμος 10, σ. 97, ιδίως σ. 166.
(64) - Βλ. την απόφαση Crispoltoni κ.λπ. (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 58, σκέψεις 44 έως 46).
(65) - Πράγματι, αυτό είναι προφανές, δεδομένου ότι έγινε δεκτό ότι οι προτιμήσεις της Ξάγης δεν αντίκεινται προς την απαγόρευση των διακρίσεων μεταξύ των παραγωγών της Κοινότητας και δεν αποκτούν τον χαρακτήρα δυσμενούς διακρίσεως επειδή γίνεται επίκλησή τους και εφαρμόζονται ως συμπλήρωμα της κλίμακας κατανομής, ως προς την οποία η NIFPO δεν αμφισβητεί ότι είναι έγκυρη και εφαρμόζεται νομότυπα (βλ. ανωτέρω σημείο 19).
(66) - Σύμφωνα με τους John Farnell και James Elles, υπαλλήλους της Επιτροπής (In search of a common fisheries policy, Aldershot, 1984, σ. 109 και 110): «οι λόγοι της διαφορετικής μεταχειρίσεως των ενδιαφερομένων περιοχών - σχεδόν επιταγή εν λευκώ για τη Γροιλανδία, αναπτυξιακός στόχος για την Ιρλανδία και ένα ελάχιστο εγγυημένο όριο για τις βόρειες περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου - συνίστανται, αφενός, στα διαφορετικά στάδια αναπτύξεως των αλιευτικών τους βιομηχανιών και, αφετέρου, στην επίπτωση που είχε σε κάθε περίπτωση η χορήγηση των προτιμήσεων στους άλλους αλιείς της Κοινότητας. Η σκωτζέζικη αλιευτική βιομηχανία ήταν ανεπτυγμένη, περίπλοκη και, όπως θα έλεγαν μερικοί, ήδη πληγείσα από σοβαρή υπερικανότητα· η ιρλανδική βιομηχανία ήταν πολύ πιο πρόσφατη και ακόμη σε φάση σημαντικής αναπτύξεως· η βιομηχανία της Γροιλανδίας, αν και αποτελούσε σημαντική τοπική πηγή εσόδων, ήταν στις αρχές της. Ωστόσο, ήταν η σχετική ακαταλληλότητα κάθε προτιμήσεως που είχε το μεγαλύτερο βάρος. Για να μιλήσουμε ευθέως, οι δοθείσες στη Γροιλανδία εγγυήσεις προκάλεσαν σοβαρή ζημία μόνο στον γερμανικό αλιευτικό στόλο, ενώ οι δοθείσες στην Ιρλανδία σ' ένα τμήμα του γαλλικού, ολλανδικού και βρετανικού αλιευτικού στόλου. Αντιθέτως, η εφαρμογή ανάλογης μεταχειρίσεως στις βόρειες περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου, ιδίως κατά μήκος της ανατολικής ακτής, θα είχε αλλοιώσει σε μεγάλο βαθμό τις προοπτικές αλιείας της πλειονότητας των κρατών μελών και ειδικότερα της Γαλλίας και της Δανίας, δηλαδή των δύο σημαντικότερων ανταγωνιστών του Ηνωμένου Βασιλείου από άποψη όγκου αλιευμάτων. Καμιά σοβαρή προσπάθεια για την επίτευξη κοινοτικής συμφωνίας ως προς τις ποσοστώσεις αλιεύεσεως δεν θα μπορούσε να προσβλέπει σε μια επανάσταση αυτού του είδους» (η μετάφραση δική μου). Βλ. επίσης το προπαρατεθέν στην υποσημείωση 15 έργο του Wallace, σ. 532 και 533.
(67) - Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 31 και αντίστοιχο χωρίο του κειμένου.
(68) - Βλ. την απόφαση Romkes (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 43, σκέψη 17).
(69) - Αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1989, C-3/87, Agegate (Συλλογή 1989, σ. 4459, σκέψη 24), και C-216/87, Jaderow (Συλλογή 1989, σ. 4509, σκέψη 23).
(70) - Βλ. την απόφαση Romkes (όπ.π. υποσημείωση 43, σκέψη 18). Απορρίπτοντας το επιχείρημα του Romkes - Ολλανδού αλιέα, προσφεύγοντος της κύριας δίκης - ότι το Συμβούλιο δεν τήρησε την επιταγή της σχετικής σταθερότητας, χορηγώντας σε άλλα κράτη μέλη υπερβολικές ποσοστώσεις του επίδικου αποθέματος, οι οποίες στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν μόνον εν μέρει, το Δικαστήριο συντάχθηκε με τις απόψεις της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία το αμφισβητούμενο από τον Romkes TAC είχε οριστεί σε επίπεδο κατά πολύ υψηλότερο από εκείνο που θα ήταν δικαιολογημένο από βιολογική άποψη ακριβώς με σκοπό να είναι δυνατή η αύξηση των δυνατοτήτων αλιεύσεως για τους Ολλανδούς αλιείς, δεδομένου ότι ήταν ευχερώς προβλέψιμο ότι ορισμένα κράτη δεν θα εξαντλούσαν τις ποσοστώσεις τους και θα τις αντάλλασσσαν.
Full & Egal Universal Law Academy