ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΊ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 28ης Νοεμβρίου 1996 ( *1 )
1.
Με το παρόν προδικαστικό ερώτημα, ζητείται από το Δικαστήριο να προσδιορίσει αν η υποχρέωση επιθέσεως ενός διακριτικοί! σημείου επί των προϊόντων που υπόκεινται σε «φόρο οικολογίας» αποτελεί τεχνική προδιαγραφή ή τεχνικό κανόνα υπό την έννοια της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ ( 1 ), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 88/182/ΕΟΚ ( 2 ).
2.
Το ερώτημα αυτό υποβλήθηκε από το Conseil d'Étal του Βελγίου στο πλαίσιο μιας διαφοράς όπου η εταιρία Bic Benelux SA (στο εξής: Bic) ζητεί την ακύρωση των βελγικών διατάξεων δυνάμει των οποίων τα ξυραφάκια μιας χρήσεως με χειρολαβή υπόκεινται στον φόρο οικολογίας και, κατά συνέπεια, στην υποχρέωση να φέρουν, όταν διατίθενται στο εμπόριο, το αντίστοιχο διακριτικό σημείο.
3.
Με τα άρθρα 369 έως 401 του νόμου της 16ης Ιουλίου 1993, ο οποίος σκοπούσε στην ολοκλήρωση της ομοσπονδιακής διαρθρώσεως του κράτους (στο εξής: νόμος του 1993) ( 3 ), εισήχθη στη βελγική έννομη τάξη ο φόρος οικολογίας σε εκτέλεση των ανωτέρω διατάξεων, εκδόθηκε η υπουργική απόφαση της 24ης Δεκεμβρίου 1993 περί του καθεστώτος των προϊόντων που υπόκεινται στον φόρο οικολογίας ( 4 ) (στο εξής: υπουργική απόφαση).
Το άρθρο 369 του νόμου του 1993 ορίζει τον φόρο οικολογίας ως εξής:
«Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου, θεωρείται ως:
lov φόρος οικολογίας: ένας φόρος εξομοιούμενος με ειδικό φόρο καταναλώσεως, ο οποίος επιβάλλεται σε ένα προϊόν που διατίθεται στην κατανάλωση, λόγω των οικολογικών βλαβών που τεκμαίρεται ότι αυτό προκαλεί.»
Στον ανωτέρω φόρο οικολογίας υπόκεινται οι φιάλες που περιέχουν ποτά, ορισμένα αντικείμενα μιας χρήσεως, οι ηλεκτρικές στήλες, τα δοχεία που περιέχουν ορισμένα βιομηχανικά προϊόντα, τα παρασιτοκτόνα και τα φυτοφαρμακευτικά προϊόντα, καθώς και τα είδη χαρτοπωλείου.
Το άρθρο 369, παράγραφος 7, του νόμου του 1993 ορίζει τα αντικείμενα μιας χρήσεως ως εξής: «αντικείμενα που σχεδιάζονται για μία και μοναδική χρήση ή περιορισμένο αριθμών χρήσεων και που χάνουν τη χρηστική τους αξία είτε κατόπιν μιας και μοναδικής χρήσεως είτε κατόπιν περιορισμένου αριθμού χρήσεων είτε διόπ ένα από τα στοιχεία τους έχει χρησιμοποιηθεί, αδειάσει ή αποφορτιστεί και δεν μπορεί, αναλόγως της περιπτώσεως, ούτε να αντικατασταθεί ούτε να γεμίσει ούτε να επαναφορτιστεί.»
4.
Το άρθρο 376, παράγραφος 1, του νόμου του 1993 καθορίζει το ποσό του φόρου επί των αντικειμένων μιας χρήσεως ως εξής:
«Τα παρατιθέμενα πιο κάτω αντικείμενα μιας χρήσεως, εκτός αυτών που προορίζονται προς ιατρική χρήση, διατιθέμενα στην κατανάλωση, υπόκεινται σε φόρο οικολογίας σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:
Προϊόντα
Φόρος οικολογίας
Μειωμένος φόρος οικολογίας
Ξυραφάκια μιας χρήσεως
10 φράγκα
—
Φωτογραφικές μηχανές μιας χρήσεως
300 φράγκα
100 φράγκα
(...)»
5.
Εξάλλου, το άρθρο 2 της υπουργικής αποφάσεως ορίζει ότι, για την επιβολή του φόρου οικολογίας, θεωρούνται ως αντικείμενα μιας χρήσεως «τα ξυραφάκια μιας χρήσεως και οι φωτογραφικές μηχανές μιας χρήσεως» και ως ξυραφάκια μιας χρήσεως «τα αποκαλούμενα ξυραφάκια ασφαλείας, τα οποία στερούνται μηχανισμού που να επιτρέπει την αλλαγή των ξυριστικών λεπίδων». Ερωτηθείς από την Bic ως προς την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στις διατάξεις αυτές, ο Υπουργός Οικονομικών διευκρίνισε, με έγγραφο της 17ης Ιανουαρίου 1994, ότι, «σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 5, της υπουργικής αποφάσεως της 24ης Δεκεμβρίου 1993 περί του καθεστώτος των προϊόντων που υπόκεινται στον φόρο οικολογίας (...), μόνο τα αποτελούντα ένα κομμάτι ξυραφάκια (με χειρολαβή) μιας χρήσεως υπόκεινται στον φόρο οικολογίας». Κατά συνέπεια, δεν υπόκεινται στον φόρο οικολογίας τα ξυραφάκια των οποίων η χειρολαβή είναι χωριστή από το στέλεχος που περιέχει την ξυριστική λεπίδα, η οποία μπορεί να αντικατασταθεί με άλλη λεπίδα μετά από μία ή περισσότερες χρήσεις. Στα ξυραφάκια αυτού του είδους, πετιούνται μετά τη χρήση μόνον η ξυριστική λεπίδα ή οι ξυριστικές λεπίδες και το στέλεχος που τις περιέχει, αλλά όχι η χειρολαβή η οποία προσαρμόζεται στο στέλεχος τους, σε αντίθεση με τα ξυραφάκια ασφαλείας τα οποία πετιούνται ολόκληρα μετά τη χρήση τους.
6.
Για την εξασφάλιση της εισπράξεως του φόρου, το άρθρο 391 του νόμου του 1993 προβλέπει τα εξής:
«Για να εξασφαλιστεί ο έλεγχος της εισπράξεως του φόρου οικολογίας και για να ενημερώνεται ο καταναλωτής, όλα τα δοχεία ή προϊόντα, που υπόκεινται σε έναν από τους φόρους οικολογίας που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο, πρέπει να φέρουν ένα διακριτικό σημείο από το οποίο να προκύπτει σαφώς είτε το γεγονός ότι υπόκεινται σε φόρο οικολογίας και το ύψος του φόρου αυτού, είτε ο λόγος της απαλλαγής ή το ποσό που καταβάλλεται σε περίπτωση επιστροφής του δοχείου ή της συσκευασίας. Ο Υπουργός Οικονομικών καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου δύναται, μεταξύ άλλων, να επιβάλει την επίθεση επί εκάστου δοχείου, προϊόντος ή συσκευασίας μιας σφραγίδας, μιας ταινίας, ενός πώματος, ενός αυτοκόλλητου κύκλου, μιας ετικέτας κ.λπ.
Με βασιλικό διάταγμα καθορίζονται τα προϊόντα που απαλλάσσονται της υποχρεώσεως αναγραφής του ποσού που καταβάλλεται σε περίπτωση επιστροφής του δοχείου ή της συσκευασίας.»
Ο τρόπος επιθέσεως του διακριτικού σημείου ή του φορολογικού σήματος καθορίζεται στο άρθρο 11 και στο παράρτημα 1 της υπουργικής αποφάσεως. Οι διατάξεις αυτές καθορίζουν ένα ειδικό διακριτικό σημείο που πρέπει να περιέχεται στην ετικέτα όλων των προϊόντων που υπόκεινται στον φόρο οικολογίας, επιβάλλουν την υποχρέωση αναγραφής του ποσού του φόρου και επιτρέπουν την επίθεση του διακριτικού σημείου επί της συσκευασίας αν περισσότερα προϊόντα που υπόκεινται στον φόρο περιέχονται στην ίδια συσκευασία.
7.
Τέλος, το άρθρο 18 της υπουργικής αποφάσεως επιτρέπει, στο πλαίσιο των διπλωματικών ατελειών, την πώληση υποκειμένων στον φόρο οικολογίας προϊόντων απαλλαγμένων από τον φόρο αυτόν.
8.
Πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά την επεξεργασία του νόμου του 1993, το αρμόδιο τμήμα του Conseil d'État συνέστησε, με τη γνωμοδότηση του της 14ης Απριλίου 1993 επί του σχετικού σχεδίου νόμου, την ανακοίνωση του κανόνα αυτού στην Επιτροπή, κατ' εφαρμογήν της οδηγίας 83/189, με το αιτιολογικό ότι η υποχρέωση επιθέσεως διακριτικών σημείων ή φορολογικών σημάτων ενδέχεται να αποτελεί τεχνική προδιαγραφή ( 5 ). Το Βελγικό Δημόσιο δεν ακολούθησε την υπόδειξη αυτή και θέσπισε τον επίμαχο κανόνα χωρίς να τον ανακοινώσει υπό μορφή σχεδίου στην Επιτροπή.
9.
Η εταιρία Bic, η οποία εμπορεύεται στο Βέλγιο αποκλειστικώς ξυραφάκια μιας χρήσεως που αποτελούν ένα κομμάτι, υπέστη σημαντική μείωση των πωλήσεών της μετά την επιβολή του φόρου οικολογίας αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η νομιμότητα της εισαγαγούσης τον φόρο αυτόν βελγικής ρυθμίσεως αμφισβητήθηκε από την Bic με διάφορους τρόπους, ένας από τους οποίους είναι η προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε ενώπιον του Conseil d'État κατά της υπουργικής αποφάσεως και του εγγράφου του Υπουργού Οικονομικών που την ερμήνευσε. Μεταξύ των λόγων ακυρώσεως που προβάλλει η Bic, περιλαμβάνεται η παράβαση των άρθρων 30 και 95 της Συνθήκης ΕΚ και της οδηγίας 83/189.
10.
Το Conseil d'État εκτίμησε ότι η βελγική ρύθμιση δεν αντίκειται προς το άρθρο 30 της Συνθήκης, το οποίο απαγορεύει τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικούς περιορισμούς. Έκρινε επί πλέον ότι η βελγική ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε προς το άρθρο 95 της Συνθήκης, το οποίο απαγορεύει τους εσωτερικούς φόρους που δημιουργούν διακρίσεις. Ωστόσο, το Conseil d'Etat δεν αποφάνθηκε επί ενός άλλου λόγου ακυρώσεως που προέβαλε η Bic, και συγκεκριμένα επί της παραβάσεως της οδηγίας 83/189, λόγω του ότι η υπουργική απόφαση δεν ανακοινώθηκε υπό μορφή σχεδίου στην Επιτροπή, παρά το ότι επρόκειτο περί τεχνικού κανόνα καθότι εισήγε απαιτήσεις σχετικά με το ετικετάρισμα και τη σήμανση των προϊόντων που υπόκεινται στον φόρο οικολογίας. Για να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού, το Conseil d'État έκρινε αναγκαίο να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Αποτελούν η υποχρέωση επιθέσεως, πριν από τη διάθεση στην κατανάλωση, ενός συγκεκριμένου διακριτικού σημείου επί των προϊόντων που υπόκεινται σε φόρο λόγω των οικολογικών βλαβών που τεκμαίρεται ότι προκαλούν και η υποχρέωση επιθέσεως ενός άλλου διακριτικού σημείου επί των αυτών προϊόντων, όταν παραδίδονται απαλλαγμένα του αυτού φόρου στο πλαίσιο διπλωματικών ατελειών, “τεχνικές προδιαγραφές” υπό την έννοια του άρθρου 1, σημείο 1, της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφορήσεως στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 88/182/ΕΟΚ της 22ας Μαρτίου 1988, ή “τεχνικό κανόνα” υπό την έννοια του άρθρου 1, σημείο 5, της αυτής οδηγίας;»
11.
Το προδικαστικό ερώτημα αφορά μόνο το συμβιβαστό με την οδηγία 83/189 της υποχρεώσεως επιθέσεως ενός διακριτικού φορολογικού σημείου, η οποία προβλέπεται από τη βελγική ρύθμιση που καθιέρωσε τον φόρο οικολογίας. Συνεπώς, δεν ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ενδεχομένου εφαρμογής των άρθρων 30 και 95 της Συνθήκης επί εθνικής ρυθμίσεως όπως η επίμαχη στην παρούσα υπόθεση.
Πριν προτείνω μια απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα, θεωρώ αναγκαίο να αναλύσω τον μηχανισμό πληροφορήσεως που καθιέρωσε η οδηγία 83/189 στον τομέα των τεχνικών προτύπων και τεχνικών προδιαγραφών.
Η διαδικασία πληροφορήσεως κατά την οδηγία 83/189
12.
Η οδηγία 83/189 τροποποιήθηκε από τις οδηγίες 88/182 και 94/10/ΕΚ ( 6 ). Εφόσον η βελγική ρύθμιση που καθιέρωσε τον φόρο οικολογίας θεσπίστηκε το 1993, ο χαρακτήρας της ως τεχνικού κανόνα πρέπει να εκτιμηθεί με γνώμονα τις διατάξεις της οδηγίας 83/189, όπως τροποποιήθηκαν από την οδηγία 88/182. Οι εισαχθείσες από την οδηγία 94/10 μεταβολές στη διαδικασία πληροφορήσεως, οι οποίες τέθηκαν σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1995, δεν επηρεάζουν τη βελγική ρύθμιση περί του φόρου οικολογίας.
13.
Η οδηγία 83/189 καθιέρωσε μια διαδικασία με σκοπό να προληφθούν, στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, τα τεχνικά εμπόδια που προκύπτουν από τις διαφορετικές εθνικές ρυθμίσεις των κρατών μελών στον τομέα της παραγωγής εμπορευμάτων και της διαθέσεως αυτών στο εμπόριο. Η προληπτική αυτή διαδικασία συμπληρώνει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 30 έως 36 της Συνθήκης ΕΚ απαγόρευση των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικούς περιορισμούς και την εναρμόνιση των εθνικών ρυθμίσεων στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της εσωτερικής αγοράς.
14.
Το άρθρο 1 της οδηγίας 83/189 δίδει τους ορισμούς των κυρίων όρων που χρησιμοποιούνται στην οδηγία αυτή. Παρ' όλον ότι στο προοίμιο της οδηγίας γίνεται λόγος για τεχνικές διατάξεις, το άρθρο 1 δεν χρησιμοποιεί την έκφραση αυτή και διακρίνει μεταξύ «τεχνικών προτύπων» και «τεχνικών κανόνων» ( 7 ), αναλόγως του αν είναι υποχρεωτική η τήρηση των περί ων πρόκειται διατάξεων.
Στη συνέχεια, τα άρθρα 2 έως 7 καθιερώνουν έναν μηχανισμό πληροφορήσεως και συνεργασίας μεταξύ των ευρωπαϊκών και εθνικών οργανισμών τυποποιήσεως, ο οποίος ισχύει για τα τεχνικά πρότυπα. Εξάλλου, τα άρθρα 8, 9 και 10 καθιερώνουν τη διαδικασία πληροφορήσεως για τους τεχνικούς κανόνες, η οποία είναι εκείνη που μας ενδιαφέρει στην παρούσα υπόθεση.
15.
Το άρθρο 8 της οδηγίας 83/189, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 88/182, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να ανακοινώνουν στην Επιτροπή κάθε σχέδιο τεχνικού κανόνα, εκτός αν πρόκειται για πιστή εισαγωγή διεθνούς ή ευρωπαϊκού προτύπου η διάταξη αυτή έχει ως εξής:
«1. Τα κράτη μέλη αμέσως ανακοινώνουν στην Επιτροπή κάθε σχέδιο τεχνικού κανόνα, εκτός αν πρόκειται απλώς για πιστή εισαγωγή διεθνούς ή ευρωπαϊκού προτύπου, οπότε αρκεί μια απλή ενημέρωση σχετικά με το εν λόγω πρότυπο. Επίσης απευθύνουν στην Επιτροπή σύντομη ανακοίνωση των λόγων που καθιστούν αναγκαία την κατάρτιση ενός τέτοιου τεχνικού κανόνα, εκτός αν οι λόγοι αυτοί εμφαίνονται ήδη στο σχέδιο. Κατά περίπτωση, τα κράτη μέλη ανακοινώνουν ταυτόχρονα το κείμενο των βασικών, νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, στις οποίες αναφέρεται, κατά κύριο και άμεσο τρόπο, το σχέδιο τεχνικού κανόνα, εάν η γνώση αυτού του κειμένου είναι αναγκαία για την εκτίμηση του πεδίου εφαρμογής του σχεδίου τεχνικού κανόνα.
Η Επιτροπή γνωστοποιεί αμέσως το σχέδιο στα λοιπά κράτη μέλη μπορεί, επίσης, να το υποβάλει προς γνωμοδότηση στην επιτροπή που είναι αρμόδια στον εν λόγω τομέα.
(...)»
Κατά το άρθρο 10 της οδηγίας 83/189, η υποχρέωση ανακοινώσεως δεν υφίσταται όταν οι τεχνικοί κανόνες θεσπίζονται βάσει κονοτικού κανόνα ή διεθνούς συμφωνίας.
Η Επιτροπή γνωστοποιεί αμέσως τα σχέδια αυτά στα άλλα κράτη μέλη και, επί πλέον, δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατάλογο όλων των ανακοινωθέντων σε αυτήν σχεδίων, για να παράσχει στους ιδιώτες τη δυνατότητα να λάβουν γνώση αυτών ( 8 ).
16.
Από της ανακοινώσεως, η Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα, βάσει του άρθρου 9 της οδηγίας 83/189, να εξακριβώσουν το συμβιβαστό του σχεδίου τεχνικοί κανόνα με το κοινοτικό δίκαιο και, αν παραστεί ανάγκη, να εκφέρουν λεπτομερώς αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία της ανακοινώσεως αυτής. Αν δεν διατυπωθεί λεπτομερώς αιτιολογημένη γνώμη, το κράτος μέλος μπορεί να θεσπίσει τον εν λόγω τεχνικό κανόνα μετά τη λήξη της τρίμηνης αυτής περιόδου του status quo. Το status quo διαρκεί έξι μήνες σε περίπτωση διατυπώσεως λεπτομερώς αιτιολογημένης γνώμης και παρατείνεται μέχρι δώδεκα μήνες όταν η Επιτροπή γνωστοποιεί στο κράτος μέλος την πρόθεση της να προτείνει τη θέσπιση κοινοτικοί κανόνα στον τομέα αυτόν ( 9 ). Η ανακοίνωση και η περίοδος του status quo παρέχουν στην Επιτροπή και τα κράτη μέλη τη δυνατότητα να εξετάσουν αν το σχέδιο τεχνικού κανόνα δημιουργεί εμπόδια στο εμπόριο αντίθετα προς τη Συνθήκη ή εμπορικούς περιορισμούς που πρέπει να αποφευχθούν μέσω της θεσπίσεως κοινοτικών διατάξεων περί εναρμονίσεως. Επί πλέον, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη μπορούν να προτείνουν στο κράτος που συνέταξε το σχέδιο τροποποιήσεις των προβλεπομένων εθνικών μέτρων- ωστόσο, το κράτος αυτό δεν είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη τις προτάσεις αυτές και διατηρεί αμείωτη τη δυνατότητά του θεσπίσεως του εν λόγω τεχνικού κανόνα μετά τη λήξη της περιόδου του status quo.
17.
Η υποχρέωση αυτή σχετικά με το status quo δεν ισχύει, κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, της ανωτέρω οδηγίας, σε σοβαρές και απρόβλεπτες καταστάσεις που απαιτούν την επείγουσα κατάρτιση τεχνικών κανόνων από ένα κράτος μέλος για την προάσπιση βασικών γενικών συμφερόντων, όπως της υγείας των ανθρώπων και των ζώων, της προστασίας των φυτών ή της ασφαλείας ( 10 ).
18.
Η νομολογία του Δικαστηρίου ενίσχυσε αισθητώς την εφαρμογή της διαδικασίας πληροφορήσεως με το να αναγνωρίσει, με την απόφαση CIA Security International ( 11 ), το άμεσο αποτέλεσμα των άρθρων 8 και 9 της οδηγίας 83/189 και το μη αντιτάξιμο έναντι ιδιωτών τεχνικών κανόνων που δεν έχουν κοινοποιηθεί υπό μορφή σχεδίου.
Το προδικαστικό ερώτημα
19.
Με το προδικαστικό του ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί ως προς το αν η προβλεπομένη από τη βελγική νομοθεσία υποχρέωση επιθέσεως ενός διακριτικού σημείου επί των προϊόντων που υπόκεινται στον φόρο οικολογίας αποτελεί τεχνική προδιαγραφή ή τεχνικό κανόνα που υπόκειται στη διαδικασία πληροφορήσεως που καθιέρωσε η οδηγία 83/189.
20.
Η Γαλλική Κυβέρνηση και η Bic θεωρούν με τις παρατηρήσεις τους ότι η εν λόγω υποχρέωση σημάνσεως αποτελεί τεχνική προδιαγραφή και ότι η βελγική ρύθμιση που την καθιέρωσε είναι τεχνικός κανόνας του οποίου η ανακοίνωση ήταν υποχρεωτική σύμφωνα με την οδηγία 83/189. Προς στήριξη της απόψεως αυτής, επικαλούνται την απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας ( 12 ), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι αποτελεί τεχνικό κανόνα η γερμανική διάταξη η οποία επέκτεινε στα αποστειρωμένα ιατρικά εργαλεία τις υποχρεώσεις που επεβάλλοντο για τα φάρμακα όσον αφορά την επισήμανση και, ειδικότερα, τη δυνατότητα αναγραφής ως ημερομηνίας λήξεως της 30ής Ιουνίου ή 31ης Δεκεμβρίου.
21.
Αντιθέτως, η Επιτροπή και η Βελγική Κυβέρνηση φρονούν ότι η ισχύουσα για τα προϊόντα που υπόκεινται στον φόρο οικολογίας υποχρέωση σημάνσεως δεν αποτελεί τεχνική προδιαγραφή και ότι, κατά συνέπεια, η βελγική ρύθμιση δεν είναι τεχνικός κανόνας που εμπίπτει στην οδηγία 83/189. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η βελγική ρύθμιση έχει φορολογικό χαρακτήρα και ότι η υποχρέωση σημάνσεως συνιστά μέτρο που στηρίζει φορολογικά μέτρα. Κατά την άποψη της, οι τεχνικές προδιαγραφές που συνδέονται με φορολογικά μέτρα περιελήφθησαν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 83/189 μετά την τροποποίηση της από την οδηγία 94/10 όμως, εφόσον η βελγική ρύθμιση θεσπίστηκε πριν από τη θέση σε ισχύ της δεύτερης οδηγίας, δεν υφίστατο υποχρέωση ανακοινώσεως.
Η Βελγική Κυβέρνηση φρονεί ότι η βελγική ρύθμιση σκοπεί στην προστασία του περιβάλλοντος μέσω ενός μηχανισμού φορολογικού χαρακτήρα όπως του φόρου οικολογίας. Κατά την άποψη της, η οδηγία 83/189 είχε εφαρμογή μόνον επί των ρυθμίσεων που αφορούσαν προϊόντα και συνεπάγονταν απ' ευθείας εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Τα εθνικά μέτρα περί του περιβάλλοντος δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως τεχνικές προδιαγραφές ή τεχνικοί κανόνες πριν από την τροποποίηση της οδηγίας 83/189 με την οδηγία 94/10. Συνεπώς, το Βασίλειο του Βελγίου δεν ήταν υποχρεωμένο να ανακοινώσει την επίμαχη ρύθμιση, η οποία θεσπίστηκε πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας 94/10.
22.
Για την εφαρμογή της οδηγίας 83/189, το άρθρο 1, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 88/182, ορίζει τις έννοιες των «τεχνικών προδιαγραφών» και του «τεχνικού κανόνα». Κατά το σημείο 1 της διατάξεως αυτής, ως «τεχνικές προδιαγραφές» νοούνται:
«οι προδιαγραφές που περιέχονται σε έγγραφο με το οποίο ορίζονται τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ενός προϊόντος, όπως η ποιοτική στάθμη, η απόδοση, η ασφάλεια, οι διαστάσεις, καθώς και οι προδιαγραφές που ισχύουν για το προϊόν όσον αφορά την ορολογία, τα σύμβολα, τις δοκιμές και μεθόδους δοκιμής, τη συσκευασία, τη σήμανση και το ετικετάρισμα καθώς και οι μέθοδοι και διαδικασίες παραγωγής για τα γεωργικά προϊόντα, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 38, παράγραφος 1, της Συνθήκης, για τα προϊόντα που προορίζονται για τη διατροφή των ανθρώπων ή ζώων καθώς και για τα φάρμακα, όπως ορίζονται στο άρθρο 1 της οδηγίας 65/65/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 87/21/ΕΟΚ».
Εξάλλου, το άρθρο 1, σημείο 5, ορίζει την έννοια «τεχνικός κανόνας» ως εξής:
«οι τεχνικές προδιαγραφές, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών διατάξεων που ισχύουν γι' αυτές, η τήρηση των οποίων είναι υποχρεωτική, de jure ή de facto, για την εμπορία ή χρησιμοποίηση σε κράτος μέλος ή σε μεγάλο τμήμα του κράτους αυτού, με εξαίρεση τις προδιαγραφές που ορίζονται από τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης».
23.
Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί με αρκετές αποφάσεις ως προς το αν διάφορες εθνικές διατάξεις έχουν τον χαρακτήρα τεχνικού κανόνα, χωρίς όμως να αναλύσει εξαντλητικώς σε καμία από τις περιπτώσεις αυτές την έννοια που εισήγαγε η οδηγία 83/189. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο εκτίμησε ότι συνιστούν τεχνικούς κανόνες, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες διατάξεις:
—
η γερμανική ρύθμιση η οποία επέκτεινε στα αποστειρωμένα ιατρικά εργαλεία τις υποχρεώσεις που επιβάλλονταν για τα φάρμακα όσον αφορά την επισήμανση ( 13 )
—
η ολλανδική διάταξη η οποία καθόριζε τις προϋποθέσεις παρασκευής και εμπορίας νέων ειδών μαργαρίνης και υποκατάστατων προϊόντων, οι οποίες ήταν διαφορετικές εκείνων που τάσσονταν για τη συνήθη μαργαρίνη ( 14 )
—
η ρύθμιση η οποία εισήγε απαιτήσεις αποδείξεως όσον αφορά την ποιότητα και την ορθή λειτουργία των συστημάτων και εγκαταστάσεων συναγερμού, από τις οποίες εξαρτιόνταν η χορήγηση αδείας για τα συστήματα και τις εγκαταστάσεις αυτές και η διάθεση τους στο εμπόριο εντός του Βελγίου ( 15 )
—
οι ιταλικές διατάξεις οι οποίες αφορούσαν, αντιστοίχως, την ποιότητα των υδάτων όπου απαντούν ελασματο-βράγχια μαλάκια, την παραγωγή και την εμπορία μαλακίων και ορισμένες απαιτήσεις ασφαλείας σχετικές με φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα προερχόμενα από όργανα και ιστούς βοοειδών ( 16 ).
Αντιθέτως, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποτελεί τεχνικό κανόνα, υπό την έννοια της οδηγίας 83/189, η βελγική διάταξη η οποία καθόριζε τις προϋποθέσεις λειτουργίας των επιχειρήσεων ασφαλείας, με το σκεπτικό ότι η διάταξη αυτή δεν αφορούσε τα χαρακτηριστικά προϊόντων ( 17 ).
24.
Υπό το πρίσμα των διατάξεων της οδηγίας 83/189 και της νομολογίας του Δικαστηρίου, είμαι της γνώμης ότι συνιστούν τεχνικούς κανόνες όλες οι πρακτικές και όλες οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών που επιβάλλουν την τήρηση ορισμένων προϋποθέσεων για την παραγωγή και την εμπορία προϊόντων ( 18 ).
25.
Για να προσδιοριστεί αν η βελγική διάταξη που απαιτεί την επίθεση ενός διακριτικού σημείου για την εμπορία των προϊόντων που υπόκεινται στον φόρο οικολογίας αποτελεί ή όχι τεχνική προδιαγραφή και, συνεπώς, τεχνικό κανόνα υπό την έννοια της οδηγίας 83/189, λαμβανομένου υπόψη του υποχρεωτικού χαρακτήρα της, πρέπει να αναλυθούν η φύση και τα χαρακτηριστικά της εθνικής αυτής ρυθμίσεως.
26.
Ο βελγικός νόμος και η βελγική υπουργική απόφαση, που καθιερώνουν τον φόρο οικολογίας, είναι διατάξεις φορολογικού χαρακτήρα, οι οποίες επηρεάζουν την παραγωγή και την εμπορία προϊόντων μόνο στο μέτρο που το άρθρο 391 του νόμου και οι εκτελεστικές διατάξεις της υπουργικής αποφάσεως απαιτούν την επίθεση ενός διακριτικού σημείου επί των προϊόντων που υπόκεινται στον φόρο οικολογίας. Συνεπώς, μόνον αυτή η υποχρέωση σημάνσεως των προϊόντων ενδέχεται να αποτελεί τεχνικό κανόνα.
27.
Η επίθεση ενός διακριτικού σημείου ή σήματος αποτελεί, όπως τόνισε η Επιτροπή, μέτρο στηρίξεως φορολογικών μέτρων, με το οποίο επιδιώκεται να εξασφαλιστεί η είσπραξη του φόρου οικολογίας, και, κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό έχει φορολογικό χαρακτήρα. Επί πλέον, το διακριτικό σημείο επιτελεί την πρόσθετη λειτουργία να γνωστοποιεί στον καταναλωτή ότι το περί ου πρόκειται προϊόν υπόκειται σε φόρο οικολογίας λόγω του ότι έχει επιπτώσεις επί του περιβάλλοντος. Εντούτοις, θεωρώ ότι η πληροφόρηση αυτή του καταναλωτή δεν μεταβάλλει τον φορολογικό χαρακτήρα της υποχρεώσεως σημάνσεως.
28.
Πρέπει να υπομνηστεί ότι τα φορολογικά σήματα αποτελούν ένα μέσο που χρησιμοποιείται συχνά για την εξασφάλιση της εισπράξεως ειδικών φόρων καταναλώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 21, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ ( 19 ), κατά το οποίο «(...) τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι τα προϊόντα που πρόκειται να διατεθούν στην κατανάλωση στο έδαφος τους φέρουν φορολογικά σήματα ή εθνικά αναγνωριστικά σήματα που χρησιμοποιούνται για φορολογικούς σκοπούς».
Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, η οδηγία 92/12 έχει εφαρμογή επί των ορυκτελαίων, του οινοπνεύματος και των αλκοολούχων ποτών καθώς και του βιομηχανοποιημένου καπνού εντούτοις, η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου αναγνωρίζει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να θεσπίζουν ή να διατηρούν φορολογικές επιβαρύνσεις επί άλλων προϊόντων, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές δεν συνεπάγονται, στο πλαίσιο του ενδοκοινοτικού εμπορίου, διατυπώσεις κατά τη διέλευση από τα σύνορα. Ο φόρος οικολογίας που εισήγαγε το Βασίλειο του Βελγίου αποτελεί ειδικό φόρο καταναλώσεως δυνάμενο να καταταγεί στην κατηγορία αυτή, η δε υποχρέωση σημάνσεως των προϊόντων που υπόκεινται στον φόρο οικολογίας δεν συνεπάγεται διατυπώσεις κατά τη διέλευση από τα σύνορα.
29.
Παρά τον χαρακτήρα της ως μέτρου στηρίξεως φορολογικών μέτρων, είναι αναμφισβήτητο ότι η υποχρέωση επιθέσεως διακριτικού σημείου επηρεάζει την εμπορία των προϊόντων, καθότι τα προϊόντα που υπόκεινται στον φόρο οικολογίας δεν μπορούν να πωληθούν παρά μόνον αν φέρουν το φορολογικό σήμα που δικαιολογεί την καταβολή του φόρου και το ύψος του ή, ενδεχομένως, την απαλλαγή του προϊόντος από τον φόρο. Κατά την άποψη μου, η εν λόγω υποχρέωση σημάνσεως αποτελεί συνδεόμενη με φορολογικό μέτρο τεχνική προδιαγραφή, η οποία αποβλέπει σε στόχους σχετικούς με το περιβάλλον.
30.
Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τα επιχειρήματα της Βελγικής Κυβερνήσεως ότι τα μέτρα που σκοπούν στην προστασία του περιβάλλοντος, όπως ο εν λόγω φόρος οικολογίας, μένουν εκτός του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 83/189, η οποία περιορίζεται στις τεχνικές ρυθμίσεις περί προϊόντων οι οποίες μπορούν να εναρμονιστούν μέσω κοινοτικών διατάξεων στηριζόμενων στο άρθρο 100 Α.
Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Συγκεκριμένα, ναι μεν οι τεχνικές προδιαγραφές αποτελούν βασικό στοιχείο των διατάξεων περί παραγωγής και εμπορίας προϊόντων, πλην όμως ενδέχεται να αποτελούν επίσης παρεπόμενα στοιχεία ρυθμίσεων διαφορετικής φύσεως με τις οποίες επιδιώκονται διάφοροι στόχοι. Στην παρούσα υπόθεση, η υποχρέωση σημάνσεως αποτελεί παρεπόμενο μέτρο στο πλαίσιο ρυθμίσεως φορολογικού χαρακτήρα, σκοπούσας στην προστασία του περιβάλλοντος. Συνεπώς, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 83/189 δεν μπορεί να περιοριστεί στις τεχνικές προδιαγραφές που περιέχονται στις εθνικές ρυθμίσεις των οποίων η εναρμόνιση θα είχε ως νομική βάση το άρθρο 100 Α. Οι τεχνικές προδιαγραφές και οι τεχνικοί κανόνες που προκύπτει ότι αποτελούν παρεπόμενα στοιχεία εθνικών ρυθμίσεων μη αφορωσών ευθέως την παραγωγή και την εμπορία προϊόντων μπορούν να εμποδίσουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο συνεπώς, είναι λογικό να υπόκεινται στη διαδικασία πληροφορήσεως της οδηγίας 83/189, προκειμένου να εκτιμηθεί το συμβιβαστό τους με τη Συνθήκη ή να διαπιστώσει η Επιτροπή την ανάγκη θεσπίσεως κοινοτικών διατάξεων στον περί ου πρόκειται τομέα.
31.
Οι συνδεόμενες με φορολογικά μέτρα τεχνικές προδιαγραφές που καθίστανται υποχρεωτικές λόγω πράξεως καταλογιστέας σε κράτος μέλος αποτελούν τεχνικούς κανόνες de facto, οι οποίοι, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, πρέπει να ανακοινώνονται στην Επιτροπή μετά την τροποποίηση της οδηγίας 83/189 από την οδηγία 94/10. Η δεύτερη οδηγία επέκτεινε και διευκρίνισε, υπό το πρίσμα της πείρας που αποκτήθηκε στο πλαίσιο της εφαρμογής της διαδικασίας πληροφορήσεως, την έννοια του τεχνικού κανόνα που εισήγαγε αρχικώς η οδηγία 83/189. Έτσι, το άρθρο 1, σημείο 9, δεύτερο εδάφιο, απαριθμεί ως εξής τις περιπτώσεις τεχνικών κανόνων de facto:
«Τεχνικοί κανόνες de facto είναι ιδίως:
(...)
—
οι τεχνικές προδιαγραφές ή άλλες απαιτήσεις, που συνδέονται με φορολογικά ή οικονομικά μέτρα και επηρεάζουν την κατανάλωση προϊόντων ενθαρρύνοντας την τήρηση των τεχνικών αυτών προδιαγραφών ή άλλων απαιτήσεων. Εξαιρούνται οι τεχνικές προδιαγραφές ή άλλες απαιτήσεις που έχουν σχέση με τα εθνικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης.»
32.
Επί πλέον, η οδηγία 94/10 εισήγαγε στην οδηγία 83/189 δύο διατάξεις με τις οποίες θεσπίζεται ειδική ρύθμιση σχετικά με τους τεχνικούς κανόνες που συνδέονται με φορολογικά ή οικονομικά μέτρα ( 20 ). Πρόκειται για το άρθρο 8, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, κατά το οποίο «οι παρατηρήσεις ή οι αιτιολογημένες γνώμες της Επιτροπής ή κρατών μελών δύνανται να αφορούν μόνον την πλευρά του μέτρου η οποία ενδεχομένως αποτελεί εμπόδιο για τις συναλλαγές και όχι τη φορολογική ή οικονομική του πτυχή», και για το άρθρο 10, παράγραφος 4, δυνάμει του οποίου η κατά το άρθρο 9 υποχρέωση σχετικά με το status quo δεν ισχύει για τεχνικούς κανόνες αυτού του είδους.
33.
Στην παρούσα υπόθεση, η απαίτηση σημάνσεως των προϊόντων που υπόκεινται στον φόρο οικολογίας εισήχθη από δύο βελγικές διατάξεις που θεσπίστηκαν το 1993, δηλαδή πριν από την 1η Ιουλίου 1995, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της οδηγίας 94/10. Κατά συνέπεια, οι διατάξεις αυτές αποτελούν τεχνικούς κανόνες υποκειμένους στην υποχρέωση ανακοινώσεως υπό μορφή σχεδίου στην Επιτροπή, μόνον αν θεωρηθεί ότι η έννοια του τεχνικού κανόνα, ως είχε υπό την οδηγία 83/189 όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 88/182, περιελάμβανε ήδη τις τεχνικές προδιαγραφές που συνδέονται με φορολογικά μέτρα και ότι η οδηγία 94/10 περιορίστηκε να διευκρινίσει την έννοια αυτή, χωρίς να τη μεταβάλει ή να την επεκτείνει.
Η ευρεία αυτή ερμηνεία του ορισμού που δόθηκε αρχικώς στην έννοια του τεχνικού κανόνα από την οδηγία 83/189 μπορεί να βρει κάποιο στήριγμα στο γράμμα του άρθρου 1, σημείο 9, μετά την τροποποίηση που έγινε με την οδηγία 94/10. Έτσι, το πρώτο εδάφιο της διατάξεως αυτής διατηρεί, επεκτείνοντας και διευκρινίζοντας την ελαφρώς, την έννοια του τεχνικού κανόνα που εισήγαγε αρχικώς η οδηγία 83/189, η οποία διέκρινε μεταξύ τεχνικών κανόνων de jure και de facto- το δεύτερο εδάφιο απαριθμεί κατά τρόπο μη περιοριστικό ορισμένες περιπτώσεις τεχνικών κανόνων de facto, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι συνδεόμενοι με φορολογικά ή οικονομικά μέτρα κανόνες που επηρεάζουν την κατανάλωση των προϊόντων. Θα μπορούσε να νομίσει κανείς ότι το δεύτερο εδάφιο διευκρινίζει, υπό το πρίσμα της πείρας που αποκτήθηκε στο πλαίσιο της εφαρμογής της διαδικασίας πληροφορήσεως, την έννοια του τεχνικού κανόνα de facto, παραθέτοντας ορισμένα παραδείγματα, χωρίς όμως να επεκτείνει ή να μεταβάλει την έννοια αυτή. Μέσω της ερμηνείας αυτής, οι βελγικές διατάξεις περί του φόρου οικολογίας αποτελούν τεχνικούς κανόνες de facto, οι οποίοι θα έπρεπε να ανακοινωθούν στην Επιτροπή.
34.
Εντούτοις, υφίστανται, κατά την άποψη μου, διάφορα επιχειρήματα που συνηγορούν υπέρ της απορρίψεως της ευρείας αυτής ερμηνείας της εννοίας που είχε αρχικώς ο τεχνικός κανόνας υπό την οδηγία 83/189 και που με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι τεχνικοί κανόνες που συνδέονται με φορολογικά μέτρα δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 83/189 παρά μόνο μετά την τροποποίηση που έγινε με την οδηγία 94/10.
35.
Πρώτον, σύμφωνα με πληροφοριακά στοιχεία της Επιτροπής, κατά την κατάρτιση της οδηγίας 94/10 έγιναν εκτεταμένες συζητήσεις και υπήρξαν σημαντικές διαφορές ως προς τη σκοπιμότητα να επεκταθεί η εφαρμογή της καθιερωθείσας με την οδηγία 83/189 διαδικασίας πληροφορήσεως στους τεχνικούς κανόνες που συνδέονται με φορολογικά ή οικονομικά μέτρα. Στο πλαίσιο αυτό, στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 94/10 εκτίθεται ότι πρέπει να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 83/189, και στη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη γίνεται μνεία της ανάγκης διευκρινίσεως του τεχνικού κανόνα de facto.
36.
Ο διττός αυτός στόχος της οδηγίας 94/10, δηλαδή η επέκταση και η διευκρίνιση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 83/189, είχε ως αποτέλεσμα τον ανακαθορισμό, μέχρις ενός σημείου, της εννοίας του τεχνικού κανόνα, ανακαθορισμό ο οποίος έγινε με τρεις τρόπους:
—
Στη βάση ενός τεχνικού κανόνα βρίσκεται πάντοτε μια τεχνική προδιαγραφή, αλλά μπορεί επίσης να πρόκειται για «άλλη απαίτηση», η οποία ορίζεται στο άρθρο 1, σημείο 3, της οδηγίας 83/189 ως «απαίτηση, εκτός των τεχνικών προδιαγραφών, επιβαλλόμενη σε ένα προϊόν ιδίως για λόγους προστασίας των καταναλωτών ή του περιβάλλοντος, η οποία αφορά τον κΰκλο ζωής του προϊόντος μετά τη διάθεση του στην αγορά, όπως οι συνθήκες χρησιμοποίησης, ανακύκλωσης, επαναχρησιμοποίησης ή εξάλειψης του, εφόσον οι συνθήκες αυτές μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη σύνθεση ή τη φύση του προϊόντος ή την εμπορία του».
—
Ο κατά το άρθρο 1, σημείο 9, της οδηγίας 83/189 ορισμός της εννοίας του τεχνικού κανόνα περιλαμβάνει τις «(...) νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών που απαγορεύουν την κατασκευή, εισαγωγή, εμπορία ή χρήση ενός προϊόντος».
—
Στο άρθρο 1, σημείο 9, της οδηγίας 83/189 προστέθηκε ένα δεύτερο εδάφιο, προκειμένου να διευκρινιστεί και να οριοθετηθεί το περιεχόμενο της εννοίας του τεχνικού κανόνα de facto, η οποία είχε δημιουργήσει προβλήματα εφαρμογής, καθότι δεν διευκρινιζόταν από την οδηγία 83/189 όπως αυτή είχε αρχικώς. Η οδηγία 94/10 παραθέτει παραδείγματα τεχνικών κανόνων de facto, μεταξύ των οποίων αυτούς που συνδέονται με φορολογικά ή οικονομικά μέτρα.
37.
Δεύτερον, η πρακτική που ακολουθείτο κατά τα έτη εφαρμογής της διαδικασίας πληροφορήσεως στηριζόταν, κατά τις ενδείξεις της Επιτροπής, στην αντίληψη ότι δεν υφίσταται υποχρέωση ανακοινώσεως των τεχνικών κανόνων που συνδέονται με φορολογικά ή οικονομικά μέτρα.
38.
Τέλος, τα φορολογικά ή οικονομικά μέτρα που περιέχουν επί πλέον διάταξη έχουσα επίπτωση στην παραγωγή και την εμπορία προϊόντων αποτελούν τεχνικούς κανόνες ενός ιδιαιτέρου είδους οι οποίοι υπόκεινται σε διαφορετικό καθεστώς από αυτό που ισχύει για τους άλλους τεχνικούς κανόνες. Έτσι, η οδηγία 94/10 εισήγαγε το άρθρο 10, παράγραφος 4, κατά το οποίο οι κανόνες αυτού του είδους πρέπει να ανακοινώνονται, χωρίς όμως η θέσπιση τους να υπόκειται στην τήρηση της κατά το άρθρο 9 υποχρεώσεως σχετικά με το status quo. Επί πλέον, το άρθρο 8, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, το οποίο προσέθεσε η οδηγία 94/10, ορίζει ότι οι ενδεχόμενες αιτιολογημένες γνώμες σχετικά με τεχνικούς κανόνες που συνδέονται με φορολογικά ή οικονομικά μέτρα μπορούν να αφορούν μόνο την επίπτωση των κανόνων αυτών στις συναλλαγές και σε καμία περίπτωση φορολογικά ή οικονομικά ζητήματα.
Τέτοιες ειδικές διατάξεις, που η οδηγία 94/10 περιέχει σχετικά με τους τεχνικούς κανόνες που συνδέονται με φορολογικά η οικονομικά μέτρα, δεν υφίσταντο στην οδηγία 83/189, ούτε όπως είχε αρχικώς ούτε όπως είχε μετά την τροποποίηση της από την οδηγία 88/182. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει, κατά την άποψη μου, ότι οι τεχνικοί κανόνες αυτού του είδους δεν υπέκειντο στη διαδικασία πληροφορήσεως πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας 94/10. Το αντίθετο συμπέρασμα — εφαρμογή της οδηγίας 83/189 από της εκδόσεως της επί των τεχνικών κανόνων αυτού του είδους — είναι παράλογο, καθότι προϋποθέτει ότι η οδηγία 94/10, η οποία εκδόθηκε για να ενισχύσει τη διαδικασία πληροφορήσεως, καθιέρωσε για τους τεχνικούς κανόνες που συνδέονται με φορολογικά μέτρα ένα καθεστώς λιγότερο αυστηρό από αυτό που ίσχυε βάσει της οδηγίας 83/189 όπως αυτή είχε όταν εκδόθηκε.
39.
Για τους λόγους αυτούς, φρονώ ότι, πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας 94/10, η υποχρέωση επιθέσεως ενός διακριτικού σημείου ή φορολογικού σήματος επί των προϊόντων που υπόκεινται στον φόρο οικολογίας δεν αποτελούσε τεχνική προδιαγραφή και ότι, κατά συνέπεια, οι βελγικές διατάξεις περί του φόρου αυτού δεν μπορούν να θεωρηθούν ως τεχνικοί κανόνες υποκείμενοι στην οδηγία 83/189 όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 88/182.
Συμπέρασμα
40.
Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο προδικαστικό ερώτημα την ακόλουθη απάντηση:
«Το άρθρο 1, σημεία 1 και 5, της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφορήσεως στον τομέα των τεχνικών πρότυπων και προδιαγραφών, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 88/182/ΕΟΚ, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αποτελούν “τεχνικές προδιαγραφές” ή “τεχνικούς κανόνες” ούτε η υποχρέωση επιθέσεως, πριν από τη διάθεση στην κατανάλωση, διακριτικού σημείου ή φορολογικού σήματος επί των προϊόντων που υπόκεινται σε φόρο λόγω των οικολογικών βλαβών που τεκμαίρεται ότι προκαλούν ούτε η υποχρέωση επιθέσεως άλλου διακριτικού σημείου επί των αυτών προϊόντων όταν παραδίδονται απαλλαγμένα του αυτού φόρου στο πλαίσιο διπλωματικών ατελειών.»
( *1 ) Γλώαοα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
( 1 ) Οδηγία του Συμβουλίου της 28ης Μαοτίου 1983 για την χαθιέηωοη μιας διαδικαοίας πληοοφοοήοεως στον τομέα των τεχνικών ποοτυπων και προδιαγραφών (EΕ L 109, σ.8).
( 2 ) Οδηγία του Συμβουλίου της 22ας Μαοτίου 1988 (ΕΕ L 81. σ. 75).
( 3 ) Moniteur belge (Εφημερίδα της Κυβεονηαειυς του Βασιλείου του Βελγίου) της 20ής Ιουλίου 1993. σ. 17013.
( 4 ) Moniteur belge της 29ης Δεκεμβρίου 1993, σ. 28903.
( 5 ) 'Εγγραφο 897/2-92/93 του Βελγικοί Κοινοβουλίου επί της πποτάϋεως νόμου περί ολοκληοώυεως της αμοοπονοιαχτ); διαρθρώσεως του κράτους, σ. 175 έως 181.
( 6 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Μαρτίου 1994 που τροποποιεί σημαντικά για δεύτερη φορά την οδηγία 83/189/ΕΟΚ (ΕΕ L 100, σ. 30).
( 7 ) Σ,τ.μ.: η υποσημείωση cnrrtļ αφορά μόνο την ισπανική γλώσσα.
( 8 ) Βλ. συναφώς, την ανακοίνωση 89/C 67/03 της Επιτροπής, της 17ης Μαρτίου 1989, σχετικά με τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων των τίτλων των σχεδίων τεχνικών κανονιστικών ρυθμίσεων, που κοινοποιούνται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την οδηγία 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 88/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ C 67, σ. 3).
( 9 ) Το άρθρο 9 της οδηγίας 83/189, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 88/182, ορίζει: «1. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 και 2α που ακολουθούν, τα κράτη μέλη αναβάλλουν, κατά έξι μήνες από την ημερομηνία της ανακοίνωσης που αναφέρεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, την έγκριση ενός σχεδίου τεχνικού κανόνα, εφόσον η Επιτροπή ή άλλο κράτος μέλος εκφέρουν, πριν από την πάροδο τριών μηνών από την εν λόγω ημερομηνία, λεπτομερώς αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία κρίνεται αναγκαία η τροποποίηση του σχεδιαζόμενου μέτρου ώστε να εξαλειφθούν ή να περιορισθούν τα εμπόδια που το μέτρο αυτό θα μπορούσε, ενδεχομένως, να δημιουργήσει στην ελεύθερη διακίνηση των αγαθών. Το συγκεκριμένο κράτος μέλος παρουσιάζει έκθεση στην Επιτροπή για τη συνέχεια που προτίθεται να δώσει σε αιτιολογημένες γνώμες αυτού του είδους. Η Επιτροπή σχολιάζει αυτή την αντιμετώπιση. 2. Η προθεσμία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 είναι δωδεκάμηνη, αν πριν από την πάροδο τριών μηνών από την ανακοίνωση που αναφέρεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, η Επιτροπή γνωστοποιήσει την πρόθεση της να προτείνει ή να εκδώσει οδηγία για το θέμα αυτό. 2α. Όταν η Επιτροπή διαπιστώνει ότι μια ανακοίνωση, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, αφορά τομέα που καλύπτεται από πρόταση οδηγίας ή κανονισμού που υπέβαλε στο Συμβούλιο, κοινοποιεί, μέσα οε τρεις μήνες από την ανακοίνωση, τη διαπίστωση αυτή στο οικείο κράτος μέλος. Τα κράτη μέλη απέχουν από τη θέσπιοη τεχνικών κανόνων σε τομέα που καλύπτεται από πρόταση οδηγίας ή κανονισμού που η Επιτροπή έχει υποβάλει στο Συμβούλιο πριν από την προβλεπόμενη στο άρθρο 8, παράγραφος 1, ανακοίνωση, κατά τη διάρκεια δώδεκα μηνών από την ημερομηνία υποβολής της εν λόγω πρότασης. Οι παράγραφοι 1, 2 και 2α του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται σωρευτικά.»
( 10 ) Το άρθρο 9. παράγραφος 3. της οδηγίας 83/189. όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 88/182, ορίζει τα έξης: «Οι παράγραφοι 1. 2 και 2α δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση που, για λόγους επείγουσας ανάγκης που έχουν οχέαη με την προστασία της υγείας των ανθρώπων και των ζώων η την προστασία των φυτών η την ασφάλεια, ίνα κράτος μέλος πρέπει, σε πολύ σύντομα χρονικά περιθώρια, να καταρτίσει τεχνικούς κανόνες για να τους θεσπίσει και να τους θέσει αμέσως σε εφαρμογή, χωρίς να είναι δυνατές διαβουλεύσεις. Στην ανακοίνωση που αναφέρεται στο άρθρο 8. το συγκεκριμένο αυτά κράτος μέλος αναφέρει τους λόγους που δικαιολογούν τον επείγοντα χαρακτήρα των μέτρων. Σε περίπτωση καταχρηστικής προσφυγής στη διαδικασία αυτή, η Επιτροπή λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα.»
( 11 ) Λπόφααη της 30ής Απριλίου 1996. C-194/94 (Συλλογή 1996, σ. I-2201).
( 12 ) Απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994. C 317/92 (Συλλογή 1994. σ. Ι 2039).
( 13 ) Προαναφερθεία απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας.
( 14 ) Απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 1996, C 273/94, Επιτροπή κατή Κάτω Χωρών (Συλλογή 1996, σ. Ι-31).
( 15 ) Προαναφερθείσα απόφαση CIA Security International.
( 16 ) Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1996. C 289/94, Επιτροπή κατή Ιταλίας (Συλλογή 1996, σ. Ι-4405).
( 17 ) Προαναφερθείσα απόφαση CIA Sccunly International, οκί-ψη 25.
( 18 ) Για λεπτομερέστερη ανόλυοη της εννοίας αυτής, Katta πέμπω οτις προατάοεις μου στην προαναφερθείσα υπό Οεοη Επιτροπή κατή Κήτω Χωρών, σημεία 22 έως 24.
( 19 ) Οδηγία του Συμβουλίου της 25ης Φεβρουαρίου 1992 αχε-τικά με το γενικό καθεστώς, την κατοχή, την κυκλοφορία και τους Ελέγχους των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους καταναλώσεως (ΕΕ L 76, σ. 1)
( 20 ) Βλ. Frania, S. και. Casella, G.: «La procédure de contrôle des réglementations techniques prévue par la nouvelle directive 83/189/CEE», Revue du Marché Unique Européen, 1995, no 2, σ. 46 έως 48.
Full & Egal Universal Law Academy