Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Ι - Εισαγωγικές παρατηρήσεις
1 Στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί της αιτήσεως που άσκησε η εταιρία Windpark Groothusen GmbH & Co. Betriebs KG (στο εξής: Windpark) περί αναιρέσεως της με ημερομηνία 13 Δεκεμβρίου 1995 αποφάσεως του πρώτου τμήματος του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση) (1).
2 Το Πρωτοδικείο απέρριψε, αφενός, αίτημα ακυρώσεως αποφάσεως της Επιτροπής της 13ης Ιανουαρίου 1994, με την οποία αυτή αρνήθηκε να χορηγήσει στη Windpark την αιτηθείσα χρηματοδότηση στο πλαίσιο του προγράμματος Thermie για το έτος 1993 και, αφετέρου, αίτημα να υποχρεωθεί η Επιτροπή να λάβει νέα απόφαση.
ΙΙ - Πραγματικά περιστατικά
3 Από την προσβαλλομένη απόφαση (σκέψεις 1 έως 16) προκύπτουν τα εξής πραγματικά περιστατικά:
4 Το Συμβούλιο εξέδωσε στις 29 Ιουνίου 1990 τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2008/90, σχετικά με την προώθηση των ενεργειακών τεχνολογιών για την Ευρώπη (2) (πρόγραμμα Thermie) (στο εξής: κανονισμός Thermie). Το πρόγραμμα Thermie περιλαμβάνει συνολικώς 17 τομείς εφαρμογής, μεταξύ των οποίων και την αιολική ενέργεια.
5 Η διαδικασία εγκρίσεως των προς επιλογή σχεδίων κινείται, σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού Thermie, από την Επιτροπή, η οποία οφείλει να δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων πρόσκληση προς υποβολή σχεδίων. Για την επιλογή σχεδίων συνολικού κόστους άνω των 500 000 ECU, η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή αποτελούμενη από αντιπροσώπους των κρατών μελών (στο εξής: επιτροπή Thermie), η οποία εκφέρει τη γνώμη της επί των σχεδίων λήψεως μέτρων που της υποβάλλονται από την Επιτροπή. Αν τα μέτρα που αποφάσισε η Επιτροπή δεν είναι σύμφωνα προς τη γνώμη της επιτροπής Thermie, η Επιτροπή οφείλει να τα γνωστοποιήσει στο Συμβούλιο. Τότε, το Συμβούλιο μπορεί να λάβει διαφορετική απόφαση από αυτήν της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού Thermie.
6 Για το έτος 1993 η Επιτροπή δημοσίευσε, στις 16 Ιουλίου 1992 στην Επίσημη Εφημερίδα (3), ανακοίνωση σχετικά με τις διατάξεις που αφορούν τη χορήγηση χρηματοδοτήσεως σε σχέδια προωθήσεως ενεργειακών τεχνολογιών - πρόγραμμα Thermie. Κάλεσε τους ενδιαφερομένους να της υποβάλουν πριν από την 1η Δεκεμβρίου 1992 σχέδια προς επιλογή για την ενδεχόμενη χορήγηση χρηματοδοτήσεως το 1993. Ανέφερε επίσης, όπως προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού Thermie, τους τομείς στους οποίους δίδεται προτεραιότητα, ήτοι τους τομείς της «εξοικονομήσεως ενεργείας και μειώσεως των εκπομπών CO2 στα κτίρια» και των «ολοκληρωμένων συστημάτων διαχείρισης αστικής κυκλοφορίας». Επιπλέον, η Επιτροπή ανέφερε ότι διατίθεται από τις υπηρεσίες της έντυπο με τις λεπτομέρειες της διαδικασίας υποβολής των σχεδίων και περιλαμβάνον πληροφορίες περί των προϋποθέσεων εγκρίσεως, τα κριτήρια επιλογής και άλλες σημαντικές πληροφορίες.
7 Η Windpark είναι εταιρία που έχει ως σκοπό τη δημιουργία και εκμετάλλευση συνόλου εγκαταστάσεων αιολικής ενεργείας («αιολικού πάρκου») στο Groothusen, κοντά στην πόλη Emden στη Γερμανία.
8 Στις 27 Νοεμβρίου 1992, η Windpark υπέβαλε στην Επιτροπή αίτημα προς χορήγηση ενισχύσεως ύψους 1 933 495 ECU, για τη δημιουργία ενός αιολικού πάρκου.
9 Η Επιτροπή έλαβε 700 περίπου προτάσεις. Η Γενική Διεύθυνση Ενεργείας συνέταξε τον Μάρτιο του 1993 έκθεση αξιολογήσεως των σχεδίων αυτών. Στις 5 Απριλίου 1993 τα εν λόγω σχέδια εξετάσθηκαν από την τεχνική επιτροπή για την αιολική ενέργεια και, στις 3 και 4 Ιουνίου 1993, από την επιτροπή Thermie (4).
10 Στις 19 Ιουλίου 1993 η Επιτροπή αποφάσισε τη χορήγηση χρηματοδοτήσεως για 137 σχέδια συνολικώς. Με την ίδια απόφαση, κατάρτισε έναν «εφεδρικό πίνακα» για 49 επικουρικά σχέδια. αΟσον αφορά τα 52 σχέδια στον τομέα της αιολικής ενεργείας, ένδεκα από αυτά επελέγησαν για χορήγηση χρηματοδοτήσεως και οκτώ περιελήφθησαν στον εφεδρικό πίνακα. Μια συνοπτική ανακοίνωση, σχετικά με την απόφαση αυτή, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 24 Ιουλίου 1993 (5), η οποία, όπως περιγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, έχει ως εξής:
«Η Επιτροπή έχει πρόσφατα αποφασίσει τα ακόλουθα:
- ένα ποσό 129 182 448 ECU έχει [προβλεφθεί να] διατεθεί μέσω του προγράμματος Thermie για την οικονομική ενίσχυση 137 [σχεδίων] για την προώθηση ενεργειακών τεχνολογιών (παράρτημα Ι),
- έχει εγκρίνει έναν [εφεδρικό] κατάλογο 49 [σχεδίων] (παράρτημα ΙΙ).
Αντίγραφα των παραρτημάτων Ι και ΙΙ διατίθενται, κατόπιν εγγράφου αιτήσεως, στην ακόλουθη διεύθυνση (...)».
11 Στις 5 Αυγούστου 1993 η Επιτροπή πληροφόρησε τη Windpark ότι το σχέδιό της είχε περιληφθεί σε «συμπληρωματικό πίνακα σχεδίων στα οποία μπορεί να χορηγηθεί χρηματοδότηση πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1993 εφόσον υφίστανται επαρκείς πιστώσεις, ιδίως αν δεν πραγματοποιηθούν σχέδια για τα οποία έχει ήδη προβλεφθεί χρηματοδότηση». Κατά το παράρτημα του εγγράφου αυτού, το μέγιστο ποσό της χρηματοδοτήσεως για το εν λόγω σχέδιο καθορίσθηκε σε 918 028 ECU. Η Επιτροπή υπογράμμισε πως το γεγονός ότι το σχέδιο περιλήφθηκε σε συμπληρωματικό πίνακα δεν συνεπάγεται καμία ανάληψη υποχρεώσεως εκ μέρους της και ότι δεν φέρει ευθύνη για τις συνέπειες που θα είχε μια ενδεχόμενη οριστική απόφαση περί μη χορηγήσεως χρηματοδοτήσεως στη Windpark.
12 Με τηλεομοιοτυπία της 9ης Αυγούστου 1993, απευθυνθείσα στην Επιτροπή, η Windpark ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες, καθώς και την άδεια να αρχίσει τις σχετικές εργασίες. Το γραφείο-σύνδεσμος του Ομοσπόνδου Κράτους της Κάτω Σαξωνίας στις Ευρωπαϋκές Κοινότητες πληροφόρησε στη συνέχεια τη Windpark ότι το σχέδιό της περιλαμβανόταν στον εφεδρικό πίνακα και ότι αναμενόταν η λήψη αποφάσεως περί ενδεχομένης χρηματοδοτήσεως από το Σεπτέμβριο του ιδίου έτους.
13 Με έγγραφο της 13ης Ιανουαρίου 1994, που απηύθυνε στη Windpark, η Επιτροπή ανέφερε ότι δεν μπορούσε να χορηγηθεί χρηματοδότηση για το σχέδιο της Windpark το 1993, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμες πιστώσεις στον προϋπολογισμό.
14 Η Windpark απάντησε στο έγγραφο αυτό με έγγραφα της 9ης και της 23ης Φεβρουαρίου 1994, εκφράζοντας την απογοήτευσή της και ζητώντας «να επανεξετασθεί με προσοχή η διαδικασία και η απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 1994». Η Επιτροπή απάντησε στα έγγραφα αυτά με έγγραφο της 16ης Μαρτίου 1994, επιβεβαιώνοντας το περιεχόμενο των από 5 Αυγούστου 1993 και 13 Ιανουαρίου 1994 εγγράφων της.
15 Ακολούθως, η Windpark άσκησε, στις 17 Μαρτίου 1994, προσφυγή, ζητώντας από το Πρωτοδικείο να ακυρώσει την από 13 Ιανουαρίου 1994 απόφαση της Επιτροπής, να υποχρεώσει την Επιτροπή να λάβει νέα απόφαση συμμορφούμενη προς τις αρχές του δικαίου που έχει δεχθεί το Δικαστήριο, και να την καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα.
16 Η Επιτροπή ζήτησε από το Πρωτοδικείο να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη και να καταδικάσει τη Windpark στα δικαστικά έξοδα.
17 Το Πρωτοδικείο, βασιζόμενο στη διάκριση μεταξύ, αφενός, της αποφάσεως της Επιτροπής της 19ης Ιουλίου 1993 και, αφετέρου, εκείνης η οποία περιέχεται στο έγγραφο της 13ης Ιανουαρίου 1994, το οποίο η Επιτροπή είχε απευθύνει στη Windpark, έκρινε ότι η προσφυγή της Windpark είναι παραδεκτή μόνο κατά το μέρος που στρέφεται κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως (σκέψεις 17 επ.). Περαιτέρω, δε το Πρωτοδικείο απέρριψε τους λόγους ακυρώσεως που η Windpark είχε προβάλει, ήτοι: 1) παράβαση ουσιώδους τύπου, διότι η απόφαση δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη, 2) παράβαση των ουσιωδών κανόνων δικαίου που διέπουν την εφαρμογή της Συνθήκης, επειδή δεν έγινε σεβαστό το δικαίωμά της να εκφράσει την άποψή της, και 3) κατάχρηση εξουσίας, δοθέντος ότι το αίτημά της απορρίφθηκε άνευ προφανούς λόγου, με την αυτόθι αναφερόμενη αιτιολογία.
ΙΙΙ - Αιτήματα των διαδίκων στην αίτηση αναιρέσεως
18 Η αναιρεσείουσα Windpark (στο εξής: αναιρεσείουσα) άσκησε την παρούσα αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τη 19η Φεβρουαρίου 1996 και ζητεί από το Δικαστήριο: α) να ακυρώσει την προσβαλλομένη απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1995, β) να ακυρώσει τις αποφάσεις της αναιρεσίβλητης Επιτροπής (στο εξής: αναιρεσίβλητη) με τις οποίες απορρίπτεται το αίτημα της αναιρεσείουσας περί χρηματοδοτήσεώς της στο πλαίσιο του κανονισμού Thermie (που της ανακοινώθηκαν με επιστολή της Γενικής Διευθύνσεως Ενεργείας της 13ης Ιανουαρίου 1994, η οποία συμπλήρωσε την επιστολή της Γενικής Διευθύνσεως Ενεργείας της 5ης Αυγούστου 1993), γ) να καταδικάσει την αναιρεσίβλητη να λάβει απόφαση υπέρ της αναιρεσείουσας, ώστε να της χορηγήσει χρηματοδότηση μέχρι το όριο των 918 028 ECU, συμμορφούμενη προς τις αρχές του δικαίου που έχει δεχθεί το Δικαστήριο, και, τέλος, δ) να καταδικάσει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των δύο διαδικασιών.
19 Η αναιρεσίβλητη ζητεί από το Δικαστήριο: α) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και β) να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα έξοδα της διαδικασίας.
IV - Λόγοι αναιρέσεως
20 Η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η προσβαλλoμένη απόφαση του Πρωτοδικείου είναι αναιρετέα για έξι λόγους: α) για παραβίαση της υποχρεώσεως παροχής πλήρους δικαστικής προστασίας, β) για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 173, πέμπτο εδάφιο, της Συνθήκης, σχετικά με το χρονικό σημείο ενάρξεως της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής, γ) για εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 190 σχετικής με την υποχρέωση αιτιολογίας της αποφάσεως της Επιτροπής, δ) για προσβολή του δικαιώματος της Windpark να εκφράσει την άποψή της, ε) για κατάχρηση εξουσίας, και, τέλος, στ) για παραβίαση των άρθρων 175, τρίτο εδάφιο, 173, τέταρτο εδάφιο, και 176 της Συνθήκης.
A - Παραβίαση της υποχρεώσεως παροχής πλήρους δικαστικής προστασίας
21 Με τον πρώτο λόγο η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί διότι το Πρωτοδικείο παραβίασε το θεμελιώδες δικαίωμά της προς παροχή πλήρους δικαστικής προστασίας (6). Ειδικότερα, προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως προέβη στην διάκριση (βλ. σκέψη 22 της προσβαλλομένης αποφάσεως), μεταξύ αφενός της αποφάσεως της Επιτροπής της 19ης Ιουλίου 1993, περί χορηγήσεως χρηματοδοτήσεως συνολικού ύψους 129 182 448 ECU για 137 σχέδια προωθήσεως ενεργειακών τεχνολογιών («παράρτημα Ι») και περί καταρτίσεως εφεδρικού πίνακα για 49 επικουρικά σχέδια («παράρτημα ΙΙ») και αφετέρου της πράξεως που περιέχεται στην επιστολή της 13ης Ιανουαρίου 1994. Συνεπεία δε της διακρίσεως αυτής, προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο εξήτασε κατ' ουσίαν την προσφυγή μόνο κατά το μέρος που εστρέφετο κατά της αποφάσεως της 13ης Ιανουαρίου 1994, ενώ κατά το μέρος που εστρέφετο κατά της αποφάσεως της 19ης Ιουλίου 1993, την απέρριψε ως εκπρόθεσμη, με αποτέλεσμα να μην εξετάσει τους λόγους ακυρώσεως που ανεφέροντο σ' αυτήν και να στερηθεί έτσι η Windpark της εννόμου προστασίας.
22 Το Πρωτοδικείο έκρινε (σκέψη 23) ότι η απόφαση της Επιτροπής της 19ης Ιουλίου 1993 ήταν οριστική απόφαση, καθόσον αφορούσε την εξέταση και την επιλογή σχεδίων προς επιχορήγηση στο πλαίσιο του προγράμματος Thermie κατά το έτος 1993. Δέχθηκε δε ότι στο τέλος του έτους 1993 δεν πραγματοποιήθηκε καμία επανεξέταση σχεδίων και ότι το μόνο ζήτημα το οποίο είχε ανακύψει στο στάδιο αυτό ήταν αν υπήρχαν ακόμη διαθέσιμες πιστώσεις ή αν είχαν πραγματοποιηθεί όλα τα σχέδια στα οποία επρόκειτο να χορηγηθεί χρηματοδότηση και αν, κατά συνέπεια, είχαν εξαντληθεί οι διαθέσιμες πιστώσεις. Το Πρωτοδικείο έκρινε, επίσης (σκέψη 23), ότι ακόμη και αν η Επιτροπή είχε αναγγείλει, με την επιστολή που απηύθυνε στην Windpark, στις 5 Αυγούστου 1993, ότι επιφυλασσόταν της δυνατότητας να επανεξετάσει την απόφασή της, αναλόγως των διαθεσίμων πιστώσεων του προϋπολογισμού, τούτο δεν θα μετέβαλλε τη διαπίστωσή του ότι κατά την ημερομηνία αυτή το σχέδιο της προσφεύγουσας δεν αποτελούσε μέρος των 137 εγκεκριμένων σχεδίων και άρα ότι, στην ουσία, είχε απορρίψει το αίτημα της Windpark προς χρηματοδότηση.
23 ηΕτσι, οι ανωτέρω πράξεις της Επιτροπής, ήτοι 1) η απόφαση της 19ης Ιουλίου 1993, περί χορηγήσεως χρηματοδοτήσεως για 137 σχέδια προωθήσεως ενεργειακών τεχνολογιών, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται και το σχέδιο της αναιρεσείουσας εταιρίας Windpark και 2) η περιεχομένη στην με ημερομηνία 13 Ιανουαρίου 1994 επιστολή της απόφαση, όπως οι πράξεις αυτές περιγράφονται στην προσβαλλομένη απόφαση, ορθώς χαρακτηριζόμενες, αποτελούν δύο διακεκριμένες απ' αλλήλων αποφάσεις της Επιτροπής.
24 Περαιτέρω, εφόσον, κατά τα γενόμενα δεκτά, η Windpark έλαβε γνώση του περιεχομένου της πρώτης, ήτοι της αποφάσεως της Επιτροπής της 19ης Ιουλίου 1993, στις 5 Αυγούστου 1993, όπως ειδικότερα θα αναπτυχθεί και σε επόμενα σημεία, η ένδικη προσφυγή, που ασκήθηκε στις 17 Μαρτίου 1994, είναι εκπρόθεσμη.
25 Κατά συνέπειαν, ορθώς θεώρησε το Πρωτοδικείο ότι υπάρχουν δύο διακεκριμένες αποφάσεις της Επιτροπής (7), και ότι η προσφυγή της Windpark ασκήθηκε παραδεκτώς μόνο κατά της τελευταίας πράξεως, που περιέχεται στο έγγραφο της 13ης Ιανουαρίου 1994, ενώ είναι εκπρόθεσμη κατά το μέρος που εστρέφετο κατά της αποφάσεως της 19ης Ιουλίου 1993, με την οποία είχε απορριφθεί, κατ' ουσίαν, το αίτημά της για χρηματοδότηση του σχεδίου της. Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, ενώ, καθό μέρος πλήσσεται με την αίτηση η υπό του δικαστηρίου της ουσίας εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (8).
26 Επίσης, είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, κατά τον οποίο η Επιτροπή «(...) δεν ήταν διατεθειμένη να χορηγήσει χρηματοδότηση παρά για το ανώτατο ποσό των 918 028 ECU», για δύο λόγους. Διότι, αφενός αφορά την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών της εξεταζομένης υποθέσεως, έτσι όπως τα διεπίστωσε ο δικαστής της ουσίας, και αφετέρου το Πρωτοδικείο δέχθηκε ρητώς ότι συνέβη το αντίθετο, όπως ορθώς προβάλλει η Επιτροπή. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο δέχθηκε (σκέψη 8) τα ακόλουθα: «Στις 5 Αυγούστου 1993 η Επιτροπή πληροφόρησε την προσφεύγουσα ότι το σχέδιό της είχε περιληφθεί σε "συμπληρωματικό πίνακα σχεδίων στα οποία μπορεί να χορηγηθεί χρηματοδότηση πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1993 εφόσον υφίστανται επαρκείς πιστώσεις, ιδίως αν δεν πραγματοποιηθούν σχέδια για τα οποία έχει ήδη προβλεφθεί χρηματοδότηση". Κατά το παράρτημα του εγγράφου αυτού, το μέγιστο ποσό της χρηματοδοτήσεως για το εν λόγω σχέδιο καθορίστηκε σε 918 028 ECU. Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι το γεγονός ότι το σχέδιο περιελήφθη σε συμπληρωματικό πίνακα δεν συνεπάγεται καμία ανάληψη υποχρεώσεως εκ μέρους της και ότι δεν φέρει ευθύνη για τις συνέπειες που θα είχε μια ενδεχόμενη οριστική απόφαση περί μη χορηγήσεως χρηματοδοτήσεως στην προσφεύγουσα.»
27 Από την προαναφερθείσα σκέψη 8 προκύπτει, σαφώς, ότι η αναιρεσείουσα είχε γνώση του ενδεχομένου ανεπαρκείας των πιστώσεων, ήδη με την απόφαση της 5ης Αυγούστου 1993 και έπρεπε να στραφεί κατά αυτής της βλαπτικής για τα συμφέροντά της αποφάσεως (9). Επομένως, η αναιρεσείουσα με την προβολή αυτών των ισχυρισμών απλώς επαναλαμβάνει ήδη προταθέντες ενώπιον του Πρωτοδικείου πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν κρίθηκαν βάσιμοι, και ζητεί, ουσιαστικά, την επανεκτίμησή τους, απαραδέκτως στο πλαίσιο της κατ' αναίρεση δίκης (10).
28 Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Β - Εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 173, πέμπτο εδάφιο, της Συνθήκης
29 Η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο εφήρμοσε εσφαλμένως το άρθρο 173, πέμπτο εδάφιο, της Συνθήκης. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι με την απόφαση της 19ης Ιουλίου 1993 της Επιτροπής απορρίφθηκε το αίτημά της για χορήγηση χρηματοδοτήσεως στο σύνολό του, η δίμηνη προθεσμία για την κατάθεση της προσφυγής, που τελικά έγινε στις 17 Μαρτίου 1994, τηρήθηκε. Προς στήριξη του ισχυρισμού της αυτού η αναιρεσείουσα προβάλλει, περαιτέρω, ότι υπάρχει αντίφαση σε αυτά που δέχθηκε το Πρωτοδικείο, ειδικότερα, μεταξύ των σκέψεων 9 και 28.
30 Η αναιρεσείουσα υπενθυμίζει ότι, όπως αναφέρεται στη σκέψη 9 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες με τηλεομοιοτυπία που έστειλε την 9η Αυγούστου 1993. Η Επιτροπή δεν απάντησε στο αίτημά της αυτό. Κατά την αναιρεσείουσα από την τηλεομοιοτυπία αυτή θα έπρεπε η Επιτροπή να είχε καταλάβει ότι η ενδιαφερομένη δεν είχε αντιληφθεί την ακριβή σημασία της ανακοινώσεως της 5ης Αυγούστου 1993, και θα έπρεπε να της απαντήσει και να της γνωστοποιήσει το ακριβές περιεχόμενο της ληφθείσης αποφάσεως. Η πρώτη απάντηση της Επιτροπής στο αίτημα της αναιρεσείουσας περιείχετο στην επιστολή της 13ης Ιανουαρίου 1994, η οποία κίνησε την προθεσμία προσβολής της αποφάσεως.
31 Περαιτέρω, προβάλλει η αναιρεσείουσα ότι αφού η ληφθείσα απόφαση δεν δημοσιεύθηκε, ούτε της κοινοποιήθηκε, η προθεσμία προσβολής της κινήθηκε από τη γνώση της αποφάσεως, η οποία έγινε με την επιστολή της 13ης Ιανουαρίου 1994. Θεωρεί δε ότι το άρθρο 173, πέμπτο εδάφιο, της Συνθήκης, πρέπει να ερμηνεύεται στενά, και επομένως, δεν κινεί την προθεσμία προσβολής μιας πράξεως η δυνατότητα κάποιου, τον οποίο αφορά προσωπικώς, να λάβει γνώση της πράξεως, αλλά το αν πράγματι έλαβε γνώση αυτής. Κατά την άποψή της δε, θα ήταν σύμφωνο με την αρχή του Κράτους δικαίου να δεχθούμε ότι δεν απαιτείται να προσπαθήσει ο ενδιαφερόμενος να ερευνήσει την απόφαση και την αιτιολογία της, αλλά να του δοθεί απάντηση σε σχετικό αίτημά του (11).
32 ηΕρχομαι τώρα στην εξέταση του ζητήματος κατά πόσον συντρέχει εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 173, πέμπτο εδάφιο, της Συνθήκης, δηλαδή ποιο ήταν το κρίσιμο χρονικό σημείο ενάρξεως της προθεσμίας προσβολής της αποφάσεως της Επιτροπής.
33 Καταρχάς, θα υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει πως σε περίπτωση ελλείψεως δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, η προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής κινείται αφής ο ενδιαφερόμενος έλαβε πλήρη γνώση του περιεχομένου και της αιτιολογίας της συγκεκριμένης πράξεως, ώστε να μπορεί να κάνει χρήση του δικαιώματός του για την άσκηση προσφυγής (12). Σύμφωνα δε με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «στον γνωρίζοντα την ύπαρξη πράξεως που τον αφορά εναπόκειται να ζητήσει το πλήρες κείμενό της εντός εύλογης προθεσμίας» (13).
34 Ενόψει της παγίας αυτής νομολογίας, θεωρώ ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε σφάλμα περί το δίκαιο, καθόσον έκρινε (14) ότι η αναιρεσείουσα είχε λάβει γνώση από τον Αύγουστο του 1993 των περιστάσεων που θα έπρεπε να την οδηγήσουν να δράσει, αφού γνώριζε ότι το σχέδιό της είχε συμπεριληφθεί σε εφεδρικό κατάλογο και τούτο δεν συνεπήγετο καμία υποχρέωση από μέρους της Επιτροπής (σκέψη 8).
35 ηΟσον αφορά την ύπαρξη αντιφατικών σκέψεων στην προσβαλλομένη απόφαση, θεωρώ ότι δεν συνάγεται κάποια αντίφαση μεταξύ των σκέψεων 9 και 28 της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως ορθώς το τονίζει η Επιτροπή. Συγκεκριμένα, στη σκέψη 28 το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι «η προσφεύγουσα δεν εκμεταλλεύθηκε την ευκαιρία να ζητήσει το πλήρες κείμενο ή ατομικές εξηγήσεις όσον αφορά την απόφαση περί αποκλεισμού του σχεδίου της από τα 137 σχέδια που έτυχαν χρηματικής υποστηρίξεως το 1993».
36 Το Πρωτοδικείο δέχθηκε (σκέψη 9) ότι «με τηλεομοιοτυπία της 9ης Αυγούστου 1993, απευθυνθείσα στην Επιτροπή, η προσφεύγουσα ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες», όχι όμως ανακοίνωση ολόκληρου του κειμένου της αποφάσεως της 19ης Ιουλίου 1993, ούτε αντέδρασε στην ανακοίνωση που έγινε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (15) και ούτε ζήτησε ατομικές πληροφορίες για ποιο λόγο το σχέδιό της περιελήφθη σε εφεδρικό (συμπληρωματικό) κατάλογο και δεν μπορούσε να τύχει οικονομικής ενισχύσεως, παρά μόνον «εφόσον υφίστανται επαρκείς πιστώσεις, ιδίως αν δεν πραγματοποιηθούν σχέδια για τα οποία έχει ήδη προβλεφθεί χρηματοδότηση» (16). Εξάλλου, το Πρωτοδικείο ρητώς αναφέρει ότι (σκέψη 9) «η προσφεύγουσα ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες, καθώς και την άδεια να αρχίσει τις σχετικές εργασίες». Δηλαδή, καίτοι εγνώριζε η αναιρεσείουσα την ύπαρξη της αποφάσεως της 19ης Ιουλίου 1993, η οποία διατείνεται ότι έβλαπτε τα συμφέροντά της, εν τούτοις δεν ζήτησε την κοινοποίηση της αποφάσεως αυτής (17).
37 Επομένως, και ως προς αυτό το σκέλος του εξεταζομένου λόγου αναιρέσεως, οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας περί υπάρξεως αντιφατικών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
38 Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Γ - Παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογίας
39 Η αναιρεσείουσα, αναπτύσσοντας τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, αναφέρει ότι ο προϋπολογισμός του 1993, για το πρόγραμμα Thermie ανερχόταν σε 174 000 000 ECU. Εξ αυτών διετέθησαν 129 000 000 ECU για την πραγματοποίηση σχεδίων που ευνοούν τις τεχνολογίες στον τομέα της ενέργειας. Εν συνεχεία, επικαλείται την εισαγωγή της εισηγήσεως Thermie από όπου συνάγεται ότι, κατά το έτος 1993, 139 σχέδια έλαβαν συνολικά οικονομική ενίσχυση 140 000 000 ECU ενώ 34 000 000 ECU διετέθησαν σε συνοδευτικά μέτρα. Δεδομένου ότι περίπου 129 000 000 ECU διετέθησαν με την απόφαση της 19ης Ιουλίου σε 137 σχέδια, η αναιρεσείουσα συμπεραίνει ότι περίπου 11 000 000 ECU διετέθησαν χωρίς να χορηγηθούν σε καθορισμένα σχέδια.
40 Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι στην εισαγωγή της εισηγήσεως Thermie δεν γίνεται διάκριση μεταξύ σχεδίων διάδοσης του άρθρου 2 και καθορισμένων σχεδίων του άρθρου 4 του κανονισμού Thermie. Επιπλέον, θεωρεί ότι ούτε στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου ούτε στο πρόγραμμα του προϋπολογισμού φαίνεται η διάκριση αυτή. Σε κάθε δε περίπτωση, ισχυρίζεται ότι ακόμη και αν οι διαθέσιμες πιστώσεις μετά τη 19η Ιουλίου 1993 χορηγήθηκαν σε καθορισμένα σχέδια, η Επιτροπή θα έπρεπε να τα συγκρίνει με εκείνα της αναιρεσείουσας για να λάβει απόφαση και να αιτιολογήσει τη σχετική απόφασή της.
41 H αναιρεσείουσα υποστηρίζει ακόμη ότι οι αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως της 19ης Ιουλίου 1993 της Επιτροπής, η οποία απορρίπτει στο σύνολό του το αίτημά της, παραμένουν άγνωστες, και τούτο δικαιολογεί την ακύρωσή της. Ισχυρίζεται δε ότι η επιστολή της 13ης Ιανουαρίου 1994 της Επιτροπής δεν επαναλαμβάνει ολόκληρο το κείμενο της αποφάσεως της Επιτροπής, και η αιτιολογία της, που συνίσταται στην εξάντληση των πιστώσεων, είναι εσφαλμένη διότι η Επιτροπή διέθεσε ήδη 10 817 552 ECU ως την 31η Δεκεμβρίου 1993 σε ορισμένα καθορισμένα σχέδια. Καταλήγει δε ότι το Πρωτοδικείο έπρεπε να θεωρήσει ότι η περιεχομένη στην επιστολή της 13ης Ιανουαρίου 1994 πράξη δεν ήταν αιτιολογημένη.
42 Η αναιρεσείουσα προς επίρρωση των ισχυρισμών της ότι η επιχειρηματολογία της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία το σύνολο των διαθεσίμων μετά την 19η Ιουλίου 1993 πιστώσεων για το πρόγραμμα Τhermie δόθηκε σε ορισμένα «καθορισμένα» σχέδια, είναι εσφαλμένη, επικαλείται σχετική ανακοίνωση του Επιτρόπου κ. Παπουτσή στο Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο, της 29ης Απριλίου 1996 (18).
43 H αναιρεσείουσα προβάλλει ακόμη ότι, δεδομένου ότι από την εισήγηση της επιτροπής Thermie προκύπτει ότι, αντίθετα από την απόφαση της 19ης Ιουλίου 1993, η Επιτροπή ενίσχυσε στον τομέα της αιολικής ενέργειας τέσσερα σχέδια του εφεδρικού καταλόγου, επομένως όχι καθορισμένα σχέδια, με ποσό 2 189 356 ECU, δίχως τη συμμετοχή της επιτροπής Thermie, το Πρωτοδικείο έσφαλε κρίνοντας ότι το ποσό αυτό εντάσσεται στη χορήγηση ποσών σε καθορισμένα σχέδια (19).
44 Ακολούθως, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι, ενόψει της δηλώσεως του κ. Παπουτσή στο Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο, η επιστολή της 13ης Ιανουαρίου 1994 αποτελούσε ανακοίνωση στην Windpark της αποφάσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1993, η οποία δεν περιέχεται στο φάκελο. Γι' αυτό και η εν λόγω απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1993 (20) πάσχει λόγω ελλείψεως αιτιολογίας και καταχρήσεως εξουσίας.
45 Θα εξετάσω διαδοχικά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, που αφορούν τον υπό εξέταση λόγο, ομαδοποιώντας τους σε τρία σκέλη. Καταρχάς, θα εξετάσω τους ισχυρισμούς της που αφορούν την έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογίας που υπείχε η Επιτροπή όταν συνέταξε την πράξη της 13ης Ιανουαρίου 1994 και, συνεπώς, τον τρόπο που το Πρωτοδικείο εφήρμοσε τις σχετικές διατάξεις. Στη συνέχεια, κατά πόσον υπάρχει πλάνη περί το δίκαιο, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού Thermie από το Πρωτοδικείο, το οποίο αναφέρεται σε καθορισμένα σχέδια που έτυχαν χρηματοδοτήσεως, και, τέλος, κατά πόσον συντρέχει σφάλμα ως προς την παρουσίαση των πραγματικών περιστατικών και τη μη εκτίμηση ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού από το Πρωτοδικείο, που θα καθιστούσαν αναιρετέα την προσβαλλομένη απόφαση.
α) Η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογίας
46 Ο λόγος περί παραβάσεως της υποχρεώσεως προς αιτιολόγηση προβάλλεται παραδεκτός μόνον καθό μέρος πλήσσεται με αυτόν η προσβαλλομένη απόφαση του Πρωτοδικείου και όχι η ένδικη πράξη της Επιτροπής. Ωστόσο, για την εξέταση του παρόντος λόγου, επιβάλλεται, όπως αναφέρω στην προηγούμενη σκέψη, η έρευνα της εκτάσεως της υποχρεώσεως πλήρους και ορθής αιτιολογίας της προσβληθείσας πράξεως της Επιτροπής. Επ' αυτού παρατηρώ τα ακόλουθα.
47 Καταρχάς, θα υπενθυμίσω ότι, κατά το άρθρο 190 της Συνθήκης, οι πράξεις των θεσμικών οργάνων της Κοινότητας πρέπει να είναι αιτιολογημένες. ςΟμως, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (21), η απαιτούμενη από το άρθρο 190 αιτιολογία «πρέπει να είναι προσαρμοσμένη προς τη φύση της οικείας πράξεως. Από την αιτιολογία πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του οργάνου που εκδίδει την πράξη, προκειμένου να καθίσταται δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που υπαγόρευσαν το ληφθέν μέτρο και στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του. Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι δεν μπορεί να απαιτείται να διευκρινίζονται λεπτομερώς με την αιτιολογία τα διάφορα πραγματικά και νομικά στοιχεία που αποτελούν το αντικείμενό της, εφόσον η πράξη αυτή εντάσσεται στο γενικό πλαίσιο του συστήματος του οποίου αποτελεί μέρος».
48 Επίσης, το Δικαστήριο παγίως δέχεται (22) ότι: «(...) Η υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ιδίως του περιεχομένου της πράξεως, της φύσεως των προβαλλομένων λόγων και του συμφέροντος που έχουν ενδεχομένως στην παροχή διευκρινίσεων οι αποδέκτες ή άλλα πρόσωπα τα οποία η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά κατά την έννοια του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.»
49 Στην προκειμένη περίπτωση, παρατηρούμε ότι η απλή συμμετοχή με υποβολή σχετικής αιτήσεως στο πρόγραμμα χρηματοδοτήσεως, όπως το πρόγραμμα Thermie, δεν δημιουργεί κανένα δικαίωμα ούτε καν ευνοϋκή κατάσταση υπέρ του αιτούντος για τη χορήγηση της χρηματοδότησης, υπό τον όρο βεβαίως ότι ακολουθήθηκε πλήρως η προβλεπόμενη εκάστοτε διαδικασία επιλογής και το αίτημα εξετάσθηκε αντικειμενικά και αμερόληπτα. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση απορρίψεως του σχετικού αιτήματος, η οποία αφήνει αμετάβλητη την έννομη κατάσταση στην οποία αυτός βρίσκεται. Αυτό, επιδρά ασφαλώς στην υποχρέωση επαρκούς αιτιολογίας. Για να τηρείται αυτή η υποχρέωση, ο υποψήφιος πρέπει να πληροφορηθεί ότι το σχέδιό του εξετάσθηκε και ότι σχετική απόφαση ελήφθη στο πλαίσιο της προβλεπομένης διαδικασίας. Στερείται δε οποιουδήποτε ερείσματος ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι θα έπρεπε η αιτιολογία αυτή να περιέχει και τους λόγους για τους οποίους προτιμήθηκαν άλλα σχέδια προς χρηματοδότηση και όχι το δικό της (23). Επομένως, υπό αυτό το πρίσμα εξεταζόμενη η προσβαλλομένη απόφαση δεν παρουσιάζει κάποιο ελάττωμα που θα δικαιολογούσε την αναίρεσή της.
50 Η υποχρέωση πλήρους αιτιολογήσεως της αρχικώς ενώπιον του Πρωτοδικείου, παραδεκτώς προσβληθείσης πράξεως της Επιτροπής, της 13ης Ιανουαρίου 1994 θεωρώ ότι τηρήθηκε και για τον λόγο ότι στην υπό κρίση υπόθεση πρόκειται για διαδικασία επιλογής με μεγάλο αριθμό συμμετοχών, κατά την οποία τα κριτήρια επιλογής έγιναν εκ των προτέρων γνωστά στους ενδιαφερομένους. Επιπλέον, συμμετέσχε της διαδικασίας παροχής χρηματικής επιχορηγήσεως συμβουλευτική επιτροπή (η επιτροπή Thermie), η οποία έπρεπε να παράσχει θετική γνώμη για τη χορήγηση χρηματοδοτήσεως σε ορισμένα μόνο σχέδια, καταρχήν τη γνώμη αυτή υποχρεούται σύμφωνα με τον κανονισμό Thermie να ακολουθεί η Επιτροπή (άρθρο 10, παράγραφος 1) (24), και δημοσιεύθηκαν τα αποτελέσματα του διαγωνισμού, οπότε καθίσταται περιττή η λεπτομερειακή ατομική αιτιολόγηση της πράξεως απορρίψεως της αιτήσεως προς επιχορήγηση (25). Τούτο βεβαίως δεν τους στερεί το δικαίωμα να ζητήσουν τα αποτελέσματα της διαδικασίας επιλογής, σύμφωνα με τη δημοσιευθείσα στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων ανακοίνωση.
51 Ενόψει των ανωτέρω, θεωρώ ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο επειδή έκρινε (σκέψη 45) ότι η ανακοίνωση της 13ης Ιανουαρίου 1994 της Επιτροπής προς την Windpark περιλαμβάνει πράγματι νόμιμο και επαρκή αιτιολογία, κάνοντας λόγο για εξάντληση των διαθεσίμων την ημερομηνία εκείνη οικονομικών πόρων, οπότε δεν μπορούσε να δοθεί επιχορήγηση για το σχέδιο της Windpark. ςΕτσι, ορθώς απέρριψε ως αβάσιμο τον λόγο της Windpark περί ανεπαρκείας της αιτιολογίας, καθόσον αφορούσε το έγγραφο της 13ης Ιανουαρίου 1994.
β) Εσφαλμένη εφαρμογή του κανονισμού Thermie
52 Η Επιτροπή υποστηρίζει σχετικά ότι τα τέσσερα σχέδια που χρηματοδοτήθηκαν κατ' εξαίρεση από την απόφαση της 19ης Ιουλίου 1993, είχαν ήδη υπαχθεί στον εφεδρικό κατάλογο, μετά από γνώμη της επιτροπής Thermie και προέβλεπαν, αντίθετα από εκείνο της αναιρεσείουσας, «την ένωση τουλάχιστον δύο ανεξάρτητων επιχειρήσεων εγκατεστημένων σε διαφορετικά κράτη μέλη». Δηλαδή, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 3, α), του κανονισμού Thermie, είχαν προτεραιότητα. Ισχυρίζεται δε ότι η φύση του σχεδίου της Windpark, που ήταν σχέδιο διάδοσης (26), δεν επέτρεπε τη χρηματοδότησή του από τα εναπομείναντα ποσά που θα διετίθεντο για «σχέδια εξειδικευμένων εφαρμογών» (27). Επιπλέον, κατά την Επιτροπή, η διάκριση μεταξύ σχεδίων που χρηματοδοτούνται σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 4 του κανονισμού Thermie προκύπτει από τον ίδιο τον κανονισμό και δεν μπορεί να αμφισβητείται η κατάταξη του σχεδίου σε ένα από αυτά.
53 άΟπως προβάλλει η Επιτροπή, της αποφάσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1993, που αφορούσε καθορισμένα σχέδια, προηγήθηκε πρόσκληση προς υποβολή προσφορών για καθορισμένο έργο σχετικό με τον καθαρισμό θερμών απαερίων (28). Με την απόφαση δε αυτή χορηγήθηκαν 12 653 339 ECU για την εκτέλεση καθορισμένων σχεδίων. Επειδή το σχέδιο της αναιρεσείουσας αποτελούσε σχέδιο διάδοσης γι' αυτό δεν χρηματοδοτήθηκε.
54 Το Πρωτοδικείο αναφέρει σχετικά (σκέψη 44) ότι: «(...) για να λάβει την απόφαση που περιλαμβάνεται στο από 13 Ιανουαρίου 1994 έγγραφο, το μόνο ζήτημα το οποίο ετίθετο για την Επιτροπή ήταν το αν υπήρχαν ακόμη διαθέσιμες πιστώσεις στον προϋπολογισμό ή αν είχαν πραγματοποιηθεί όλα τα σχέδια για τα οποία προβλεπόταν χρηματοδότηση και αν, κατά συνέπεια, είχαν εξαντληθεί οι σχετικές πιστώσεις του προϋπολογισμού. Ναι μεν υπήρχαν ακόμη διαθέσιμες πιστώσεις στο πλαίσιο του προϋπολογισμού του προγράμματος Thermie τον Ιούλιο του 1993 μετά τη λήψη της αποφάσεως περί χρηματοδοτήσεως ορισμένων σχεδίων, αυτές οι πιστώσεις όμως χορηγήθηκαν, κατά την Επιτροπή, κατά τους τελευταίους μήνες του έτους αυτού σε "καθορισμένα" σχέδια και ότι, επομένως, δεν υπήρχαν διαθέσιμα κονδύλια στο τέλος του έτους 1993.»
55 Ενόψει των ανωτέρω, θεωρώ ότι δεν συντρέχει εσφαλμένη εφαρμογή κανόνος του ουσιαστικού δικαίου (του κανονισμού Thermie), διότι το Πρωτοδικείο αναφέρεται στη διάκριση μεταξύ καθορισμένων σχεδίων που έτυχαν τελικά χρηματικής επιχορηγήσεως και άλλων σχεδίων, που δεν ήταν καθορισμένα, όπως το σχέδιο της αναιρεσείουσας. Επομένως, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από την αναιρεσείουσα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
γ) Πλάνη περί τα πραγματικά περιστατικά
56 Καταρχάς, όσον αφορά την επίκληση από την αναιρεσείουσα, στο υπόμνημα απαντήσεως, της δηλώσεως του Επιτρόπου κ. Παπουτσή, θεωρώ ότι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, ανεξαρτήτως του κατά πόσον υπάρχει το έγγραφο υπό τα στοιχεία που παραθέτει η αναιρεσείουσα και κατά πόσον έγινε ειδική συνεδρίαση στο Κοινοβούλιο για το πρόγραμμα Thermie, τον Απρίλιο του 1996, δεδομένου ότι η Επιτροπή αμφισβητεί αμφότερα. Ακριβέστερα, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αν και πρόκειται για νέο πραγματικό στοιχείο οψιγενές, το οποίο προβάλλεται για πρώτη φορά στην κατ' αναίρεση δίκη, διότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο της εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτιμήσεως των ισχυρισμών που προβλήθηκαν και εξετάσθηκαν ενώπιόν του (29). Εξάλλου, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζονται ενώπιόν του δεν αποτελεί, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως αλλοιώσεως των στοιχείων αυτών, νομικό ζήτημα υποκείμενο ως τοιαύτης φύσεως, στον έλεγχο του Δικαστηρίου (30).
57 Συνεπώς, οι σχετικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας προβάλλονται απαραδέκτως.
58 Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται επίσης ότι υπολειπόταν ένα αδιάθετο ποσό 10 817 552 ECU. Το ποσό αυτό δεν αναφέρεται ρητώς στην απόφαση του Πρωτοδικείου, τούτο όμως, ενδεχομένως, το έλαβε υπόψη του όταν παρετήρησε (σκέψη 44) ότι υπήρχαν ακόμη διαθέσιμα ποσά. Νομίζω ότι δεν αρκεί να θεμελιώσει σφάλμα της αποφάσεως του Πρωτοδικείου ως προς την παρουσίαση των πραγματικών περιστατικών η μη αναφορά του εν λόγω ποσού στην απόφαση και πρέπει για το λόγο αυτό ο σχετικός ισχυρισμός να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού αφορά την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, η οποία διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
59 Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, τέλος, ότι στην προσβαλλομένη απόφαση δεν υπάρχει καμία ένδειξη για την τύχη της επιστολής, της 9ης Αυγούστου 1993, που απηύθυνε αυτή στην Επιτροπή, και τούτο διότι, πράγματι, δεν δόθηκε απάντηση. Επίσης, το Πρωτοδικείο δεν αναφέρει ακριβώς για ποιους λόγους και για ποια ποσά η Επιτροπή χορήγησε 10 817 552 ECU σε ορισμένα σχέδια, ούτε γιατί δεν της χορήγησε το ποσό των 918 028 ECU που καθόρισε με την επιστολή της με ημερομηνία 5 Αυγούστου 1993, που της απηύθυνε.
60 εΟπως ορθά τονίζει η Επιτροπή, το Πρωτοδικείο παρατήρησε (σκέψεις 7 και 24 της προσβαλλομένης αποφάσεως) ότι μια περιληπτική ανακοίνωση αφορώσα την απόφαση της 19ης Ιουλίου 1993 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (31) και κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα με την επιστολή της 5ης Αυγούστου 1993.
61 Ενόψει της αναλύσεως που προηγήθηκε, θεωρώ ότι ούτε και αυτοί οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας θεμελιώνουν ελάττωμα της προσβαλλομένης αποφάσεως, συνιστάμενο σε μη εκτίμηση ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού, ο οποίος αληθής υποτιθέμενος θα οδηγούσε στην αποδοχή του αιτήματός της, γι' αυτό και είναι απορριπτέοι. Διαφορετικά θα οδηγούμεθα σε μια νέα κατ' ουσίαν εξέταση της υποθέσεως και τούτο θα ήταν ασυμβίβαστο με τις αρχές της κατ' αναίρεση δίκης.
62 Κατόπιν των ανωτέρω, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Δ - Προσβολή του δικαιώματος της Windpark να εκφράσει την άποψή της
63 H αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι κάθε πρόσωπο στο οποίο αφορά ατομικώς και ευθέως μια απόφαση έχει το δικαίωμα, δυνάμει ουσιωδών θεμελιωδών αρχών του κοινοτικού δικαίου, να εκφράσει την άποψή του, ούτως ώστε να λάβει θέση επί των πραγματικών και νομικών στοιχείων που έχουν ληφθεί υπόψη σε βάρος του και τα οποία θεμελιώνουν την επίδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του. Επικαλούμενη τη νομολογία του Δικαστηρίου (32), θεωρεί ότι το δικαίωμα να εκφράσει την άποψή του πρέπει να παρέχεται «ανεξαρτήτως ενδεχομένων πρακτικών δυσκολιών».
64 Κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, εσφαλμένως θεώρησε το Πρωτοδικείο ότι επιτρέπεται στην Επιτροπή να μην παρέχει στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να εκφράσουν την άποψή τους, κατά τη διαδικασία της παροχής χρηματικής επιχορηγήσεως, της οποίας οι προϋποθέσεις είχαν προηγουμένως δημοσιευθεί, καταλείποντας έτσι στην κρίση των ιδίων των ενδιαφερομένων το εάν συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις καταβολής της επιχορηγήσεως, ώστε να υποβάλουν σχετικό αίτημα.
65 αΕτσι, η αναιρεσείουσα τονίζει ότι, κατά τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, το σχέδιό της ενεγράφη στον εφεδρικό κατάλογο και ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις παροχής χρηματικής επιχορηγήσεως, όπως και τα άλλα 137 σχέδια τα οποία τελικώς επιλέχθηκαν. Διευκρίνισε δε η αναιρεσείουσα και κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, ότι, αν η Επιτροπή της είχε επιτρέψει να εκφράσει την άποψή της, αυτή θα μπορούσε να εκθέσει τους λόγους που θα την οδηγούσαν (την Επιτροπή) να υποστηρίξει το σχέδιό της.
66 Η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο έσφαλε στην εκτίμησή του θεωρώντας αβάσιμο τον σχετικό με την προσβολή του δικαιώματός της να εκφράσει την άποψή της λόγο, επειδή παρέλειψε να ζητήσει συμπληρωματικές εξηγήσεις (σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), αν και στη σκέψη 9, παρατηρείται ότι συμπληρωματικές εξηγήσεις είχαν ζητηθεί με τηλεομοιοτυπία της 9ης Αυγούστου 1993.
67 Τέλος, κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο εσφαλμένως δεν έλαβε υπόψη του το ποσό των 10 817 552 ΕCU που χορήγησε η Επιτροπή, από 19 Ιουλίου έως 31 Δεκεμβρίου 1993, σε καθορισμένα σχέδια, ζήτημα για το οποίο η Windpark θα έπρεπε να εκφράσει την άποψή της.
68 Η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας θέτει το ζήτημα κατά πόσον το δικαίωμα να εκφράζουν την άποψή τους πρέπει να παρέχεται στους ενδιαφερομένους πριν από τη λήψη αποφάσεως σχετικής με την παροχή χρηματοδοτήσεων σε ορισμένα σχέδια και τον αποκλεισμό κάποιων άλλων, έτσι όπως αυτό τίθεται και στο πλαίσιο χρηματοδοτήσεων του προγράμματος Thermie.
69 Η επιχειρηματολογία όμως της αναιρεσείουσας δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να κλονίσει τη νομική ορθότητα των σκέψεων 48 έως 50 της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως ορθώς το τονίζει και η Επιτροπή.
70 ήΟσον αφορά τον λόγο της προσφυγής περί προσβολής του δικαιώματος της Windpark να εκφράσει την άποψή της (33), το Πρωτοδικείο τον απέρριψε με την εξής αιτιολογία (σκέψη 48): «Το Πρωτοδικείο διαπιστώνει, εκ προοιμίου, ότι η Επιτροπή εξήγησε τη διαδικασία που επρόκειτο να ακολουθηθεί για την υποβολή σχεδίων δυνάμενων να τύχουν χρηματοδοτήσεως στο πλαίσιο του προγράμματος Thermie στο ενημερωτικό φυλλάδιο περί του οποίου γίνεται λόγος στην ανακοίνωση με την οποία είχαν κληθεί οι ενδιαφερόμενοι να υποβάλουν τα σχέδιά τους, που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της 16ης Ιουλίου 1992 (...). Στο έγγραφο αυτό αναφέρεται ότι "μετά την κατάθεση της προτάσεως, οι προτείνοντες παρακαλούνται να μην αποστέλλουν άλλες πληροφορίες στην Επιτροπή εκτός αν τούτο ζητηθεί ρητά από τις υπηρεσίες της". Εξάλλου, είναι σύμφωνο προς το σύστημα των προγραμμάτων χρηματοδοτήσεως οι υποψήφιοι για τη χορήγηση μιας τέτοιας υποστηρίξεως να μην εκφράζουν την άποψή τους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επιλογής, καθόσον η διαδικασία αυτή χωρεί βάσει των υποβληθέντων από τους αιτούντες εγγράφων. Αυτός ο τρόπος ενεργείας προσφέρεται σε καταστάσεις στις οποίες πρέπει να αξιολογηθούν εκατοντάδες αιτήσεις και, επομένως, δεν αποτελεί προσβολή του δικαιώματος των ενδιαφερομένων να εκφράσουν την άποψή τους».
71 Συνέχισε δε το Πρωτοδικείο ως εξής (σκέψη 49): «(...) δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν ζήτησε από την Επιτροπή συμπληρωματικές εξηγήσεις μετά τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της 24ης Ιουλίου 1993 της ανακοινώσεως σχετικά με την απόφασή της να χορηγήσει χρηματοδότηση για 137 σχέδια ούτε μετά την αποστολή του από 5 Αυγούστου 1993 εγγράφου της, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να παράσχει στην προσφεύγουσα την ευκαιρία να εκφράσει την άποψή της πριν της απευθύνει το από 13 Ιανουαρίου 1994 έγγραφο. Και πάλι, δεν υπήρξε προσβολή του δικαιώματος του ενδιαφερομένου να εκφράσει την άποψή του.» (34)
72 Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας είναι νόμιμος, καθόσον στο πλαίσιο μιας διοικητικής διαδικασίας με μεγάλο αριθμό συμμετοχών, που αποσκοπούσε στη χορήγηση χρηματοδοτήσεως, όπως εν προκειμένω, δεν απαιτείτο να παρασχεθεί η δυνατότητα στην ενδιαφερομένη επιχείρηση (στην υπό κρίση υπόθεση, στην αναιρεσείουσα) να καταστήσει λυσιτελώς γνωστή την άποψή της. Διότι η εν λόγω διαδικασία δεν εκινήθη σε βάρος ενός προσώπου, εν προκειμένω της Windpark, που συμμετέσχε στο διαγωνισμό, ούτε η εκδοθείσα απόφαση ελήφθη με ορισμένα κριτήρια που συνδέονται με την συμπεριφορά της επιχειρήσεως (35), αλλά με βάση τον φάκελο της υποψηφιότητας που η ίδια κατέθεσε.
73 Εξάλλου, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας, όπως η προβλεπομένη από τον κανονισμό Thermie, η μη χορήγηση χρηματοδοτήσεως σε μια επιχείρηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θίγει σημαντικά τα συμφέροντά της (36), ή, ακριβέστερα, δεν θίγει κάποια δημιουργηθείσα έννομη κατάσταση ευνοϋκή για την αναιρεσείουσα, ούτως ώστε να είναι αναγκαίο το αποφασίζον όργανο να την καλέσει, ως θιγόμενο ιδιώτη, να εκφράσει την άποψή της (37).
74 Τέλος, την ανωτέρω λύση υπαγορεύει, κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι η απόρριψη του αιτήματος χορηγήσεως χρηματοδοτήσεως απλώς δεν αφήνει να ολοκληρωθεί σε πλήρες δικαίωμα λήψεως της επιχορηγήσεως - η προσβολή του οποίου αναντίρρητα θα καθιστούσε αναγκαίο τον σεβασμό της προαναφερθείσας αρχής - η απλή προσδοκία η οποία γεννάται με την υποβολή της αιτήσεως για χρηματοδότηση. Δηλαδή, η απόρριψη παρομοίου αιτήματος δεν επιτρέπει τη δημιουργία κάποιας δυσμενούς για τον ενδιαφερόμενο επιχειρηματία εννόμου καταστάσεως και δεν τον θίγει, κατά τον τρόπο που προαναφέραμε, ούτως ώστε να είναι αναγκαίο το αποφασίζον όργανο να τον καλέσει, ως θιγόμενο ιδιώτη, να εκφράσει την άποψή του.
75 Ενόψει των ανωτέρω, θεωρώ ότι η υπό κρίση περίπτωση είναι σαφώς διαφορετική από τα περιστατικά που οδήγησαν στην έκδοση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 6ης Δεκεμβρίου 1994 (38) και στη συνέχεια της επί ασκηθείσης σχετικής αιτήσεως αναιρέσεως αποφάσεως του Δικαστηρίου, της 24ης Οκτωβρίου 1996, υπόθεση C-32/95 P, Επιτροπή κατά Lisrestal κ.λπ. (39), την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα. Ακριβώς επειδή εκκινεί από εσφαλμένη αφετηρία, γι' αυτό η δοθείσα λύση δεν μπορεί να μεταφερθεί στην υπό κρίση υπόθεση και, επομένως, δεν στοιχειοθετείται, κατά την άποψή μου, σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως.
76 Ακριβέστερα, στην υπόθεση C-32/95 P, Επιτροπή κατά Lisrestal κ.λπ., κρίθηκε (40) ότι «ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας, στο πλαίσιο οποιασδήποτε διαδικασίας που κινείται εναντίον ενός προσώπου και είναι ικανή να καταλήξει σε βλαπτική γι' αυτό πράξη, συνιστά θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου και πρέπει να διασφαλίζεται, ακόμη και εν απουσία ειδικής κανονιστικής ρυθμίσεως. (...). Η αρχή αυτή επιτάσσει να παρέχεται η δυνατότητα στους αποδέκτες αποφάσεων, οι οποίες θίγουν σημαντικά τα συμφέροντά τους, να καθιστούν λυσιτελώς γνωστή την άποψή τους». Κατ' ακολουθίαν, οσάκις η Επιτροπή σκοπεύει να μειώσει χρηματοδότηση η οποία είχε αρχικά χορηγηθεί, πρέπει να δίδεται η δυνατότητα στον δικαιούχο να καταστήσει λυσιτελώς γνωστή την άποψή του σχετικά με τα στοιχεία τα οποία ελήφθησαν υπόψη σε βάρος του για τη θεμελίωση της αποφάσεως περί μειώσεως της χρηματοδοτήσεως (41).
77 οΟπως ορθά αναφέρει το Πρωτοδικείο (σκέψη 50), στην υπό κρίση υπόθεση δεν είχε χορηγηθεί στην Windpark χρηματοδότηση, καθόσον αυτή είχε απλώς περιληφθεί σε εφεδρικό πίνακα δικαιούχων ενδεχομένης κοινοτικής χρηματοδοτήσεως, για το λόγο αυτό και η λύση αυτή δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στην περίπτωσή της.
78 Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Ε - Κατάχρηση εξουσίας
79 Με τον πέμπτο λόγο, η αναιρεσείουσα προβάλλει, ουσιαστικά, ότι το Πρωτοδικείο περιέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, διότι δεν ακύρωσε την πράξη της Επιτροπής, καίτοι αφενός η απόφαση αυτή έχει ληφθεί κατά κατάχρηση εξουσίας, αφετέρου η Επιτροπή ήσκησε κακώς τη διακριτική της ευχέρεια.
80 Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι εσφαλμένως το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι η εκτίμηση του σχεδίου της από την Επιτροπή ήταν ορθή, δεδομένου ότι αυτή ακολούθησε τη γνώμη της επιτροπής Thermie. Υπενθυμίζει λοιπόν ότι η εν λόγω επιτροπή συνήλθε πριν ληφθεί η απόφαση της 19ης Ιουλίου 1993. Αφού όμως το Πρωτοδικείο θεώρησε απαράδεκτη την εξέταση πραγματικών περιστατικών που συνέβησαν πριν από την ημερομηνία αυτή, θα έπρεπε να επαληθεύσει αν η χορήγηση από την Επιτροπή χρηματοδοτήσεως σε άλλους υποψηφίους κατά την περίοδο από 19ης Ιουλίου έως 31ης Δεκεμβρίου 1993 έπασχε λόγω καταχρήσεως εξουσίας εκ μέρους της Επιτροπής. Τονίζει ότι επειδή δόθηκε χρηματοδότηση σε καθορισμένα σχέδια (σκέψη 44 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και όχι σε σχέδια περιλαμβανόμενα στον εφεδρικό κατάλογο, η επιτροπή Thermie δεν παρενέβη. Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι αφού η Επιτροπή δεν παρέχει κανένα στοιχείο εκτιμήσεως προς αυτήν την κατεύθυνση, συντρέχει κατάχρηση εξουσίας, παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει ευρεία ευχέρεια εκτιμήσεως. Ο παρών λόγος αναιρέσεως υφίσταται, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, λόγω της παραβιάσεως από το Πρωτοδικείο της αρχής ότι μια ευχέρεια πρέπει να ασκείται, πριν ληφθεί σχετική απόφαση, και στην πραγματικότητα δεν ασκήθηκε.
81 Κατά την αναιρεσείουσα, ακόμη και αν η Επιτροπή συντάχθηκε με τη γνώμη της επιτροπής Thermie, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι έλαβε την απόφασή της χωρίς να συντρέχει εσφαλμένη εκτίμηση ή ότι, αν αυτή ασκήθηκε νομίμως, κάτι το οποίο δεν απεδείχθη, καμία άλλη απόφαση δεν ήταν δυνατόν να ληφθεί.
82 Επίσης, κατά την αναιρεσείουσα το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα με το να μη λάβει υπόψη του την πιθανότητα οι ανεξάρτητοι τεχνικοί εμπειρογνώμονες της Eπιτροπής, οι οποίοι ενέγραψαν το σχέδιο στον εφεδρικό κατάλογο (σκέψη 56 της προσβαλλομένης αποφάσεως), να έχουν επηρεασθεί από εθνικά οικονομικά συμφέροντα, επειδή είναι δημόσιοι υπάλληλοι εξαρτώμενοι από τα κράτη μέλη.
83 Το Πρωτοδικείο έκρινε σχετικά (σκέψη 58) ότι «(...) η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε κανένα πραγματικό ή νομικό στοιχείο ικανό να αποδείξει ότι η αξιολόγηση του σχεδίου της στην οποία προέβη η Επιτροπή, παράλληλα με την επιτροπή Thermie, έπασχε λόγω προδήλου σφάλματος ή λόγω καταχρήσεως εξουσίας».
84 Εκκινώ από δύο διαπιστώσεις. Καταρχάς, το Πρωτοδικείο έκρινε, ορθώς, ότι παραδεκτώς προσβλήθηκε μόνον η πράξη που περιέχεται στο έγγραφο της 13ης Ιανουαρίου 1994, όπως αναφέρεται προηγουμένως. Εν συνεχεία, διαπιστώθηκε ότι δεν προσκομίσθησαν, ενώπιον του δικαστού της ουσίας, τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία εγκαίρως και προσηκόντως, τα οποία έπρεπε να είναι επαρκώς ορισμένα από νομικής και ουσιαστικής πλευράς, ώστε να προκύπτει σαφώς αφενός μεν ότι η Επιτροπή ήσκησε τις αρμοδιότητές της κατά κατάχρηση εξουσίας, δηλαδή με αποκλειστικό ή τουλάχιστον πρωταρχικό σκοπό άλλον από εκείνον για τον οποίο ασκήθηκαν (42), αφετέρου δε ότι ήσκησε κακώς τη διακριτική της ευχέρεια.
85 Θεωρώ ότι η προσαγωγή αυτών των αποδεικτικών στοιχείων δεν είναι, καταρχήν, δυνατό να γίνει στην κατ' αναίρεση δίκη, διότι κατ' αυτόν τον τρόπο θα οδηγούμεθα στην εκ νέου ουσιαστική εξέταση της υποθέσεως, και τούτο διαφεύγει των ορίων του αναιρετικού ελέγχου.
86 Επομένως, ο πέμπτος λόγος είναι απορριπτέος.
ΣΤ - Παραβίαση των άρθρων 175, τρίτο εδάφιο, 173, τέταρτο εδάφιο και 176 της Συνθήκης
87 Με τον έκτο λόγο προβάλλει η αναιρεσείουσα ότι παραβιάσθηκαν τα άρθρα 175, τρίτο εδάφιο, 173, τέταρτο εδάφιο και 176 της Συνθήκης, διότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη τις υπάρχουσες διαφορές μεταξύ αιτήσεων που βασίζονται σε καθένα από τα άρθρα αυτά.
88 Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέλειψε να αποφασίσει κατά τρόπο νομότυπο επί του αιτήματός της, της 27ης Νοεμβρίου 1992, για τη χορήγηση χρηματικής ενισχύσεως μέχρι του ποσού των 918 028 ECU. Γι' αυτό και η αναιρεσείουσα μπορεί να επικαλεσθεί το άρθρο 175, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης. Υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη ότι η απόφαση της 19ης Ιουλίου 1993 επιβεβαιώνει τη δυνατότητα ενισχύσεως του σχεδίου της, αφού τούτο περιελήφθη στον εφεδρικό κατάλογο. Επίσης κατά την αναιρεσείουσα, απεδείχθη ότι η Επιτροπή διέθετε ακόμη, κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1993, ποσό ύψους 10 817 552 ECU, που απενεμήθη σε σχέδια του εφεδρικού καταλόγου. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφανθεί ότι η Επιτροπή οφείλει να λάβει σχετική απόφαση και να παράσχει ενδείξεις για τα καθοριστικής σημασίας στοιχεία αυτής της αποφάσεως.
89 Πρότεινα ήδη την απόρριψη, είτε ως απαράδεκτων είτε ως αβασίμων, όλων των άλλων λόγων αναιρέσεως. Επομένως, είναι αλυσιτελές να εκτιμηθούν οι ενδεχόμενες συνέπειες μιας ακυρωτικής αποφάσεως.
90 Απλώς, υπενθυμίζω ότι το Πρωτοδικείο λαμβάνοντας αρνητική θέση επί αντιστοίχου αιτήματος της Windpark (σκέψη 61), εφάρμοσε παγία νομολογία του Δικαστηρίου (43), όταν έκρινε, σχετικά με αντίστοιχο αίτημα που είχε προβάλει ενώπιόν του η αναιρεσείουσα, ζητώντας από το Πρωτοδικείο να υποχρεώσει το καθού κοινοτικό όργανο να «λάβει νέα απόφαση συμμορφούμενο προς τις αρχές του δικαίου που έχει δεχθεί το Δικαστήριο», ότι «δεν εναπόκειται σ' αυτό να απευθύνει διαταγές στα κοινοτικά όργανα στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας τον οποίο ασκεί». Είχε δε, ορθώς, τονίσει ότι «εναπόκειται στην ενδιαφερομένη διοίκηση να λάβει τα μέτρα εκτελέσεως αποφάσεως εκδοθείσας στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως».
91 Επομένως, και ο τελευταίος αυτός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
V - Πρόταση
92 Ενόψει της αναλύσεως που προηγήθηκε, προτείνω στο Δικαστήριο:
«1) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως, και
2) να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα έξοδα της διαδικασίας.»
(1) - Υπόθεση Τ-109/94, Windpark Groothusen κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-3007).
(2) - ΕΕ L 185, σ. 1.
(3) - ΕΕ C 179, σ. 14.
(4) - Ετσι, ο καθορισμός των προτεραιοτήτων για την πρόσκληση προς υποβολή προτάσεων πραγματοποιήθηκε, συμφώνως προς το άρθρο 9, παράγραφος 2, σε συνδυασμό και προς το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού Thermie, κατά τη λεγόμενη διαδικασία «της επιτροπής».
(5) - ΕΕ C 200, σ. 4.
(6) - Οπως αυτό το δικαίωμα κατοχυρώνεται στα άρθρα ΣΤ, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή ήΕνωση, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, της Ευρωπαϋκής Συμβάσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου και το άρθρο 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα επικαλείται τη διάταξη της 29ης Ιανουαρίου 1997, υπόθεση C-393/96 P(R), Antonissen (Συλλογή 1997, σ. Ι-441, σκέψη 36) και την απόφαση της 22ας Απριλίου 1997, υπόθεση C-395/95 P, Geotronics κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. Ι-2271).
(7) - Ας σημειωθεί ότι η σχετική διάκριση έγινε αρχικά από την ίδια την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τη σκέψη 17 της προσβαλλομένης αποφάσεως που έχει ως εξής: «Με τα αιτήματα του δικογράφου της προσφυγής της η προσφεύγουσα ζήτησε μόνο την ακύρωση της από 13 Ιανουαρίου 1994 αποφάσεως της Επιτροπής. Ωστόσο, η προσφεύγουσα ανέφερε με το υπόμνημά της απαντήσεως ότι, στον βαθμό που οι περιλαμβανόμενες στο δικόγραφό της αιτιάσεις αφορούν και τις προηγούμενες αποφάσεις της Επιτροπής, πρέπει να θεωρηθεί ότι η προσφυγή της στρέφεται και κατ' αυτών, ιδίως κατά της αποφάσεως της 19ης Ιουλίου 1993.»
(8) - Βλ., συναφώς, τις αποφάσεις της 1ης Οκτωβρίου 1991, υπόθεση C-283/90 P, Vidrαnyi κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. Ι-4339, σκέψη 12), και της 1ης Ιουνίου 1994, υπόθεση C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. Ι-1981, σκέψη 66), τη διάταξη της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, υπόθεση C-19/95 P, San Marco κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. Ι-4435, σκέψη 40) και τη διάταξη της 16ης Σεπτεμβρίου 1997, Koelman κατά Επιτροπής, υπόθεση C-59/96 P, η οποία δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή (σκέψη 31).
(9) - Επίσης, το Πρωτοδικείο δέχθηκε σχετικά (σκέψη 27) τα εξής: «Η προσφεύγουσα είχε πληροφορηθεί για την ύπαρξη της αποφάσεως περί επιλογής των σχεδίων για τα οποία θα εχορηγείτο χρηματοδότηση για το έτος 1993 ήδη από τον Αύγουστο του 1993 όταν έλαβε το από 5 Αυγούστου 1993 έγγραφο της Επιτροπής. Απαντώντας σε προφορική ερώτηση του Πρωτοδικείου, η προσφεύγουσα δέχθηκε ότι δεν είχε ζητήσει τότε ούτε το πλήρες κείμενο της αποφάσεως ούτε ατομικές εξηγήσεις, καθόσον, μεταξύ άλλων, κακώς θεώρησε ότι η περίπτωσή της είχε ευοίωνες προοπτικές. Η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ακόμη κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι δεν είχε αντιληφθεί ότι το από 5 Αυγούστου 1993 έγγραφο ισοδυναμούσε με άρνηση, καθόσον η Επιτροπή την πληροφόρησε ότι το σχέδιό της περιλήφθηκε σε "συμπληρωματικό" πίνακα. Αντιθέτως, πίστευσε ότι δεν αποκλειόταν η χορήγηση ενδεχόμενης χρηματοδοτήσεως. Η Επιτροπή προέβαλε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση τον ισχυρισμό ότι θα έδιδε ατομικές εξηγήσεις στην προσφεύγουσα αν αυτή της το είχε ζητήσει ρητά.»
(10) - Βλ., ενδεικτικά, την απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1996, υπόθεση C-73/95 P Viho κατά Επιτροπής, (Συλλογή 1996, σ. Ι-5457, σκέψεις 25 και 26) και τις διατάξεις της 26ης Απριλίου 1993, στην υπόθεση C-244/92 Ρ, Kupka-Floridi κατά ΟΚΕ (Συλλογή 1993, σ. Ι-2041, σκέψεις 7 έως 11), της 26ης Σεπτεμβρίου 1994, υπόθεση C-26/94 P, Ξ κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. Ι-4379, σκέψεις 10 έως 13) και της 16ης Σεπτεμβρίου 1997, Koelman κατά Επιτροπής, η οποία ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 8 (σκέψη 52).
(11) - Επικαλείται σχετικά την απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 1997, υπόθεση C-143/95 P, Επιτροπή κατά Socurte κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. Ι-1). Επίσης την απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1996, υπόθεση C-84/94, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1996, σ. Ι-5755, σκέψη 19), στην οποία το Δικαστήριο επανέλαβε την παγία νομολογιακή θέση του, σύμφωνα με την οποία η απλή πρακτική του Συμβουλίου (επομένως, κατά την αναιρεσείουσα, και της Επιτροπής) δεν μπορεί να συνιστά παρέκκλιση από κανόνες της Συνθήκης και, επομένως, δεν μπορεί να δημιουργήσει προηγούμενο που να δεσμεύει τα κοινοτικά όργανα όσον αφορά την ορθή νομική βάση.
(12) - Βλ., ενδεικτικά, τις αποφάσεις της 6ης Δεκεμβρίου 1990, Wirtschaftsvereinigung Eisen -und Stahlindustrie κατά Επιτροπής, υπόθεση C-180/88 (Συλλογή 1990, σ. Ι-4413, σκέψη 22), της 6ης Ιουλίου 1988, υπόθεση 236/86, Dillinger Hόttenwerke (Συλλογή 1988, σ. 3761, σκέψη 14) και της 9ης Ιανουαρίου 1997, Επιτροπή κατά Socurte κ.λπ., που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 11 (σκέψη 31), και τα σημεία 30 επ. των προτάσεών μου στην εκκρεμούσα ενώπιον του Δικαστηρίου υπόθεση C-309/95, Eπιτροπή κατά Συμβουλίου, οι οποίες δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή.
(13) - Βλ., λ.χ., τις ήδη μνημονευθείσες στην υποσημείωση 12 αποφάσεις της 6ης Δεκεμβρίου 1990, Wirtschaftsvereinigung Eisen -und Stahlindustrie κατά Επιτροπής (σκέψεις 22 έως 24) και της 6ης Ιουλίου 1988, Dillinger Hόttenwerke (σκέψη 14) και τη διάταξη του Δικαστηρίου της 5ης Μαρτίου 1993, C-102/92, Ferriere Acciaierie Sarde κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-801, σκέψη 18).
(14) - Βλ. σκέψη 27 της προσβαλλομένης αποφάσεως, παρατεθείσα στην υποσημείωση 9.
(15) - Ανακοίνωση που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 5.
(16) - Σκέψη 8 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
(17) - Οπως δέχεται το Πρωτοδικείο (σκέψεις 3 και 48), από τις υπηρεσίες της Επιτροπής διετίθετο έντυπο, το οποίο αναφέρει η αναιρεσίβλητη, περιέχον τις λεπτομέρειες της διαδικασίας υποβολής των σχεδίων και περιλαμβάνον πληροφορίες περί των προϋποθέσεων εγκρίσεως, τα κριτήρια επιλογής και άλλες σημαντικές πληροφορίες, και ότι δεν επιτρεπόταν να προβεί κάποιος ενδιαφερόμενος σε δαπάνες πριν ληφθεί απόφαση για χρηματοδοτική συνδρομή από την Επιτροπή.
(18) - Το εν λόγω έγγραφο έχει στοιχεία αναφοράς, κατά την αναιρεσείουσα, 0627/96 FR. Η δήλωση αυτή, όπως την επικαλείται η αναιρεσείουσα, αναφέρει τα εξής: α) Μετά από θετική γνώμη της επιτροπής Thermie, η Επιτροπή διέθεσε, με απόφαση της 19ης Ιουλίου 1993, 129 180 000 ECU για την πραγματοποίηση σχεδίων που ευνούν τις τεχνολογίες στον τομέα της ενεργείας. β) Στην απόφαση της Επιτροπής της 13ης Δεκεμβρίου 1993, διετέθησαν 12 980 000 ECU για την πραγματοποίηση σχεδίων. γ) Το 1993, 138 000 000 ECU διετέθησαν για την πραγματοποίηση σχεδίων. δ) Στη συνέχεια, με την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1993, τρία σχέδια του εφεδρικού καταλόγου και τρία σχέδια για τα οποία τα κράτη μέλη συμφώνησαν στο πλαίσιο της γραπτής διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 2008/90, έγιναν δεκτά για χρηματοδότηση σε αντικατάσταση σχεδίων του αρχικού καταλόγου που εγκαταλείφθηκαν.
(19) - Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η αναιρεσείουσα ανέφερε ότι τελικά 14 συνολικά σχέδια χρηματοδοτήθηκαν πέραν των 137 αρχικά χρηματοδοτηθέντων σχεδίων με την απόφαση της 19ης Ιουλίου 1993.
(20) - Η αναιρεσείουσα στο υπόμνημα απαντήσεως, προφανώς εκ λάθους, αναφέρεται στην απόφαση της 13ης Ιουλίου 1993.
(21) - Βλ. π.χ. τις αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1994, υπόθεση C-353/92, Ελλάδα κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-3411, σκέψη 19), της 13ης Οκτωβρίου 1992, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-63/90 και C-67/90, Πορτογαλία και Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1992, σ. Ι-5073, σκέψη 16) και της 9ης Νοεμβρίου 1995, υπόθεση C-466/93, Atlanta Fruchthandelsgesellschaft κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. Ι-3799, σκέψη 16).
(22) - Απόφαση της 13ης Μαρτίου 1985, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 296/82 και 318/82, Κάτω Ξώρες και Leeuwarder Papierwarenfabriek κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 809, σκέψη 19).
(23) - Ενδεχομένως η κοινοποίηση παρόμοιων συγκριτικών στοιχείων άλλων επιχειρήσεων να ήταν αντίθετη και προς την υποχρέωση σεβασμού του επαγγελματικού απορρήτου, κατά το άρθρο 214 της Συνθήκης· πρβλ. σχετικά την απόφαση της 24ης Ιουνίου 1986, υπόθεση 53/85, AKZO Chemie κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 1965, σκέψεις 26 έως 28) αλλά και την ήδη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 22 απόφαση της 13ης Μαρτίου 1985, Κάτω Ξώρες και Leeuwarder Papierwarenfabriek κατά Επιτροπής (σκέψη 27).
(24) - Οταν η αρχή που αποφασίζει διαθέτει διακριτική ευχέρεια, η υποχρέωση αιτιολογίας είναι αυστηρότερη από ό,τι στην περίπτωση που η αρμοδιότητά της είναι δεσμία· βλ. τις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα κ. Maurice Lagrange, στην υπόθεση 66/63 (απόφαση της 15ης Ιουλίου 1964, Κάτω Ξώρες κατά Ανώτατης Αρχής ΕΚΑΞ (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1169), Recueil 1964, σ. 1087.
(25) - Υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι σε περίπτωση προσλήψεως υπαλλήλου κατόπιν διαγωνισμού, η διοίκηση δεν έχει υποχρέωση έναντι των απορριφθέντων υποψηφίων υπαλλήλων να αιτιολογήσει την απόφασή της· βλ. την απόφαση της 31ης Μαρτίου 1965, υπόθεση 16/64, Rauch κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 45). Επίσης το Δικαστήριο, στην απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1981, υπόθεση 195/80, Michel κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1981, σ. 2861, σκέψη 27), σχετικά με την αιτιολογία των αποφάσεων εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού με πολύ μεγάλη συμμετοχή υποψηφίων, έκρινε ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι, σ' ένα πρώτο στάδιο, η εξεταστική επιτροπή γνωστοποιεί στους υποψηφίους μόνο πληροφοριακά στοιχεία περί των κριτηρίων και του αποτελέσματος της επιλογής, μη παρέχοντας ατομικές εξηγήσεις παρά αργότερα και μόνο στους υποψηφίους που το ζητούν ρητά. Πρβλ. τις αποφάσεις της 28ης Φεβρουαρίου 1980, υπόθεση 89/79, Bonu κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 291, σκέψη 6), της 9ης Ιουνίου 1983, υπόθεση 225/82, Verzyck κατά Επιτροπής, (Συλλογή 1983, σ. 1991, σκέψεις 16 έως 17), και της 12ης Ιουλίου 1989, υπόθεση 225/87, Belardinelli κ.λπ. κατά Δικαστηρίου (Συλλογή 1989, σ. 2353, σκέψη 7). Βλ., επίσης, την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1990, υπόθεση C-213/87, Gemeente Amsterdam και VIA κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-221) όπου κρίθηκε ότι ο συνοπτικός χαρακτήρας της αιτιολογίας της αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή αρνείται τη συνδρομή του Ευρωπαϋκού Κοινωνικού Ταμείου για ενέργεια επαγγελματικής καταρτίσεως αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια της μηχανογραφικής εξετάσεως πολλών χιλιάδων κινήσεων συνδρομής, επί των οποίων η Επιτροπή πρέπει να αποφανθεί εντός σύντομης προθεσμίας. Λεπτομερέστερη αιτιολογία προς στήριξη κάθε ατομικής αποφάσεως θα μπορούσε, επομένως, να διακυβεύσει την ορθολογική και αποτελεσματική χορήγηση της χρηματοδοτικής συνδρομής εκ μέρους του ταμείου.
(26) - Σχέδια διάδοσης ονομάζονται τα σχέδια τα οποία, σύμφωνα με τον κανονισμό Thermie άρθρο 2, παράγραφος 2, β): «(...) αποσκοπούν στην προώθηση στην Κοινότητα, με την προοπτική της ευρύτερης χρησιμοποίησής τους, είτε υπό διαφορετικές οικονομικές και γεωγραφικές συνθήκες είτε με τεχνικές παραλλαγές, των καινοτόμων τεχνικών, μεθόδων ή προϋόντων που έχουν ήδη εφαρμοστεί, αλλά που, λόγω των υφισταμένων κινδύνων, δεν έχουν ακόμη διεισδύσει στην αγορά».
(27) - Σχετικά με τα «σχέδια εξειδικευμένων εφαρμογών» (καθορισμένα σχέδια), στο άρθρο 4, του κανονισμού Thermie, ορίζεται ότι: «Εφόσον θεωρείται αναγκαίο, ιδίως λόγω του ότι δεν καλύπτεται κάποια ανάγκη ή λόγω του ότι μια ουσιαστική τεχνολογική επιτυχία μπορεί να πραγματοποιηθεί με τη συνεργασία μεταξύ ατόμων ή επιχειρήσεων από δύο τουλάχιστον κράτη μέλη, μπορεί να αναληφθεί η πρωτοβουλία να προταθεί ή να συντονιστεί η πραγματοποίηση ειδικών σχεδίων, των λεγομένων σχεδίων "εξειδικευμένων εφαρμογών"» (η υπογράμμιση είναι δική μου).
(28) - ΕΕ C 171, της 22ας Ιουνίου 1993, σ. 21.
(29) - Βλ., ενδεικτικά, τις ήδη μνημονευθείσες στην υποσημείωση 8 απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (σκέψη 59) και διάταξη της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, San Marco κατά Επιτροπής (σκέψη 49).
(30) - Βλ., ενδεικτικά, την απόφαση της 2ας Μαρτίου 1994, υπόθεση C-53/92 P, Hilti κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. Ι-667, σκέψεις 10 και 42) και τις διατάξεις της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, San Marco κατά Επιτροπής (ήδη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 39) και της 16ης Οκτωβρίου 1997, υπόθεση C-140/96, Δημητριάδης κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή (σκέψη 26).
(31) - Ανακοίνωση που έχει ήδη παρατεθεί στο σημείο 10.
(32) - Απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1996, υπόθεση C-32/95 P, Επιτροπή κατά Lisrestal κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. Ι-5373).
(33) - Ο ίδιος ο κανονισμός Thermie ρητώς προβλέπει ότι η σχετική διαδικασία είναι αποκλειστικά έγγραφη (άρθρο 8 του κανονισμού).
(34) - Πρβλ. και τη σκέψη 50 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
(35) - Βλ. την απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1991, υπόθεση C-170/89, BEUC κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. Ι-5709, σκέψεις 21 και 22), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων αμύνης στο πλαίσιο της διαδικασίας αντιντάμπινγκ και της διαδικασίας κατά των επιδοτήσεων δεν επιτάσσει την πρόσβαση στα μη εμπιστευτικά έγγραφα της διαδικασίας, εφόσον η κινηθείσα διαδικασία δεν μπορεί να καταλήξει σε πράξη βλαπτική για τον αιτούντα την πρόσβαση αυτή, στην πρoκειμένη περίπτωση το Bureau europιen des unions de consommateurs (BEUC), δεδομένου ότι καμιά κατηγορία δεν απευθυνόταν κατ' αυτού.
(36) - Δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση όχι μόνο δεν πρόκειται για διαδικασία που μπορεί να καταλήξει σε επιβολή ποινής, σε βάρος της, αλλά ούτε επιφέρει άλλες δυσμενείς γι' αυτή συνέπειες· πρβλ. και την απόφαση της 27ης Ιουνίου 1991, υπόθεση C-49/88, Al-Jubail Fertilizer κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, σ. Ι-3187, σκέψη 15), σχετική με τον σεβασμό των δικαιωμάτων αμύνης στο πλαίσιο των διοικητικών διαδικασιών αντιντάμπινγκ και την υποχρέωση των θεσμικών κοινοτικών οργάνων να εξασφαλίζουν επιμελώς την πληροφόρηση των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων.
(37) - Τούτο το ζήτημα είναι ανεξάρτητο από εκείνο που αφορά στο κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις προσβολής της πράξεως, κατά το άρθρο 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης.
(38) - Υπόθεση T-450/93, Lisrestal κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-1177).
(39) - Απόφαση που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 32.
(40) - Σκέψη 21. Bλ. επίσης και τις αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 1994, υπόθεση C-135/92, Fiscano κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. Ι-2885, σκέψη 39) και της 12ης Φεβρουαρίου 1992, υπόθεση C-48/90 και C-66/90, Κάτω Ξώρες κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-565, σκέψη 44).
(41) - Τούτο έκρινε το Πρωτοδικείο στην ήδη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 38 υπόθεση Lisrestal κ.λπ. κατά Επιτροπής, το δε Δικαστήριο, εν προκειμένω, έκρινε, κατ' αναίρεση (απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1996, Επιτροπή κατά Lisrestal κ.λπ., που ήδη αναφέρθηκε στην υποσημείωση 32, σκέψεις 21 έως 38), ότι η σχετική κρίση του Πρωτοδικείου δεν ενείχε πλάνη περί το δίκαιο.
(42) - Βλ., ενδεικτικά, τις αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 1996, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 11 (σκέψη 69) και της 13ης Ιουλίου 1995, υπόθεση C-153/93, Κοινοβούλιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. Ι-2019, σκέψη 31).
(43) - Βλ., ενδεικτικά, την ήδη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 23 απόφαση της 24ης Ιουνίου 1986, AKZO Chemie κατά Επιτροπής (σκέψη 23).
Full & Egal Universal Law Academy