Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Ι - Εισαγωγή
1 Με σειρά προδικαστικών ερωτημάτων, το Landesarbeitsgericht του Αμβούργου (στην υπόθεση C-50/96 και στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-234/96 και C-235/96), και το Landesarbeitsgericht Niedersachsen (στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-270/97 και C-271/97) ζητούν από το Δικαστήριο την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ, της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 17ης Μαου 1990, C-262/88, Barber (1), καθώς και του πρωτοκόλλου υπ' αριθ. 2 περί του άρθρου 119 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϋκής Κοινότητας, το οποίο έχει προσαρτηθεί στη Συνθήκη για την Ευρωπαϋκή ήΕνωση της 7ης Φεβρουαρίου 1992.
2 Οι διαφορές ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ανέκυψαν μεταξύ, αφενός μεν των προσφευγουσών, οι οποίες απασχολούντο επί έτη με μειωμένο ωράριο στην πρώην ενιαία εταιρία Deutsche Bundespost Telekom, και αφετέρου των εταιριών που προέκυψαν από την διάσπαση της ανωτέρω εταιρίας, δηλαδή της εταιρίας Deutsche Telecom AG (στις τρεις πρώτες υποθέσεις) και της εταιρίας Deutsche Post AG (στις δύο τελευταίες υποθέσεις). Η διαφορά οφείλεται στο γεγονός ότι οι εργαζόμενοι με μειωμένο ωράριο των ανωτέρω εταιριών, όπως οι προσφεύγουσες, απεκλείοντο, κατά το κρίσιμο εν προκειμένω χρονικό διάστημα, από την ασφάλιση και τις παροχές που χορηγεί το επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα των ενλόγω εταιριών, στο οποίο ασφαλίζοντο μόνον οι εργαζόμενοι με πλήρες ωράριο.
3 Τα υποβαλλόμενα ερωτήματα θέτουν κατά βάση τα ζητήματα αν οι επίδικες περιπτώσεις θεμελιώνουν δυσμενή μεταχείριση των γυναικών έναντι των ανδρών εργαζομένων η οποία αντιβαίνει στο άρθρο 119 της Συνθήκης, αν ο διαχρονικός περιορισμός της δυνατότητας των ενδιαφερομένων να επικαλούνται το άρθρο 119 της Συνθήκης, ο οποίος εισήχθη με την απόφαση και το πρωτόκολλο Barber, καταλαμβάνει και τις επίδικες περιπτώσεις και αν, υπό την εκδοχή αυτή, το κοινοτικό δίκαιο υπερισχύει τυχόν ευνοϋκότερων εθνικών διατάξεων, οι οποίες χορηγούν δικαιώματα στους ενδιαφερομένους και για χρόνο προγενέστερο της αποφάσεως και του πρωτοκόλλου Barber.
4 Δεδομένου ότι τα τιθέμενα ζητήματα είναι κατά βάση κοινά σε όλες τις υποθέσεις, θα τα αντιμετωπίσω, προς αποφυγήν επαναλήψεων, σε ενιαίο κείμενο, επισημαίνοντας όπου απαιτείται τις διαφορές.
ΙΙ - Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο
5 Το άρθρο 119 της Συνθήκης που καθιερώνει την αρχή της ισότητας των αμοιβών ανδρών και γυναικών εργαζομένων, ορίζει ότι «Ως αμοιβή νοούνται, κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, οι συνήθεις βασικοί ή ελάχιστοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα οφέλη που παρέχονται, άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας.»
6 Το άρθρο αυτό εξειδικεύθηκε με την οδηγία 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (2).
7 Εξάλλου, με τις οδηγίες 79/7/ΕΟΚ, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, και 86/378/ΕΟΚ, της 24ης Ιουλίου 1986, του Συμβουλίου (3), εφαρμόσθηκε η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως στα εκ του νόμου και στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, αντιστοίχως.
8 To πρωτόκολλο 2, σχετικά με το άρθρο 119 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϋκής Κοινότητας, που προσαρτάται στην εν λόγω Συνθήκη, ορίζει ότι «για την εφαρμογή του άρθρου 119 της Συνθήκης οι δυνάμει επαγγελματικού συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων παροχές δεν θεωρούνται ως αποδοχές, εφόσον αντιστοιχούν σε περιόδους απασχολήσεως πριν από τις 17 Μαου 1990, με εξαίρεση τους εργαζομένους ή τους έλκοντες δικαιώματα οι οποίοι, πριν από αυτή την ημερομηνία, είχαν ασκήσει δικαστική προσφυγή ή καταθέσει αντίστοιχη ένσταση σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο». Κατά το άρθρο 239 της Συνθήκης, το πρωτόκολλο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτής.
ΙΙΙ - Το εθνικό νομικό πλαίσιο
Α - Οι εθνικές διατάξεις
9 Το άρθρο 3 του Θεμελιώδους Νόμου ορίζει, μεταξύ των άλλων, ότι οι άνθρωποι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου (παράγραφος 1), ότι άνδρες και γυναίκες έχουν ίσα δικαιώματα (παράγραφος 2) και ότι κανείς δεν πρέπει να τυγχάνει ευνοϋκής ή δυσμενούς μεταχειρίσεως λόγω του φύλου του (παράγραφος 3).
10 Το άρθρο 612, παράγραφος 3, του Burgerliches Gezetzbuch (γερμανικού Αστικού Κώδικα) (4), προβλέπει ότι:
«3. Σε μία σχέση εργασίας δεν επιτρέπεται να προβλέπεται, λόγω του φύλου του εργαζομένου, κατώτερη αμοιβή από αυτή για εργαζόμενο του άλλου φύλου, για την ίδια εργασία ή για εργασία ίσης αξίας. Συμφωνία περί κατώτερης αμοιβής δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι εφαρμόζονται ειδικές διατάξεις προστασίας ένεκα του φύλου του εργαζομένου».
11 Εξάλλου, ο Gesetz όber arbeitsrechtliche Vorschriften zur Beschδftigungsfφrderung του 1985 (νόμος περιέχων διατάξεις εργατικού δικαίου προς ενίσχυση της απασχολήσεως, στο εξής: BeschFG), στα άρθρα 2 και 6, τα οποία ρυθμίζουν ζητήματα εργασίας με μειωμένο ωράριο, ορίζει τα εξής:
«2. Απαγόρευση άνισης μεταχειρίσεως.
i) Ο εργοδότης δεν επιτρέπεται να μεταχειρίζεται μισθωτό που απασχολείται με μειωμένο ωράριο κατά τρόπο διαφορετικό από ό,τι τους μισθωτούς με πλήρες ωράριο, λόγω της απασχολήσεως με μειωμένο ωράριο, εκτός αν η διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.
(...)
6. Υπεροχή της συλλογικής συμβάσεως.
i) Επιτρέπονται παρεκκλίσεις από τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου με συλλογική σύμβαση, ακόμη και εις βάρος των μισθωτών».
12 νΟσον αφορά την ασφάλιση των εργαζομένων στην πρώην εταιρία Deutsche Bundespost, ισχύουν τα εξής. Σύμφωνα με το άρθρο 24 της Tarifvertrag fόr Arbeiter der Deutschen Bundespost (συλλογική σύμβαση των εργαζομένων της Deutsche Bundespost - στο εξής: σύμβαση), οι εργαζόμενοι της Deutsche Telekom και της Deutsche Bundespost ασφαλίζονται υποχρεωτικώς στον συνταξιοδοτικό φορέα της Deutsche Bundespost (Versorgungsanstalt der Deutschen Bundespost - στο εξής: VAP), σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της συλλογικής συμβάσεως περί των συντάξεων των μισθωτών της τελευταίας εταιρίας (Tarifvertrag όber die Versorgung der Arbeitnehmer der Deutschen Bundespost, στο εξής: συλλογική σύμβαση).
13 Το άρθρο 3 της τελευταίας συλλογικής συμβάσεως, όπως ίσχυε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1987, προέβλεπε ότι οι εργαζόμενοι ασφαλίζονται υποχρεωτικώς στον VAP, εφόσον, μεταξύ των άλλων,
«ο προβλεπόμενος από την σύμβαση εργασίας τους μέσος εβδομαδιαίος χρόνος απασχολήσεως ανέρχεται τουλάχιστον στο ήμισυ του προβλεπομένου εκάστοτε κανονικού εβδομαδιαίου χρόνου απασχολήσεως ενός πλήρως απασχολουμένου σε αντίστοιχη θέση εργαζομένου» (περίπτωση β).
14 Ακολούθως, με την συλλογική σύμβαση 394 της 6ης Δεκεμβρίου 1989, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 3 τροποποιήθηκε αναδρομικώς, έτσι ώστε, από 1ης Ιανουαρίου 1988 και εφεξής, υποχρέωση ασφαλίσεως γεννάται εφόσον ο μέσος εβδομαδιαίος χρόνος απασχολήσεως του εργαζομένου ανέρχεται σε 18 τουλάχιστον ώρες.
15 Η αυτή διάταξη τροποποιήθηκε εκ νέου μεταγενέστερα, έτσι ώστε, από 1ης Απριλίου 1991, οι εργαζόμενοι ασφαλίζονται στον VAP εφόσον ο χρόνος απασχολήσεώς τους δεν είναι «ελάχιστος», κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1 του Sozialgezetzbuch IV (τέταρτου βιβλίου του γερμανικού κώδικα εργατικού δικαίου).
Β - Η νομολογία των εθνικών δικαστηρίων
16 Πριν από την απόφαση του Δικαστηρίου Barber δεν φαίνεται να είχε ανακύψει ζήτημα όσον αφορά ειδικώς το κύρος των ασφαλιστικών διατάξεων που προπαρατέθηκαν, είτε σε σχέση με το γερμανικό Σύνταγμα, είτε όσον αφορά το κοινοτικό δίκαιο.
17 Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι, όπως επισημαίνει η Επιτροπή με τις έγγραφες παρατηρήσεις της στην υπόθεση C-50/96, ήδη με την απόφασή του της 14ης Οκτωβρίου 1986 (3 AZR 66/83), το Bundesarbeitsgericht είχε κρίνει ότι μία δυσμενής μεταχείριση γυναικών εργαζομένων με μειωμένο ωράριο, όσον αφορά την λήψη ωφελήματος εμπίπτοντος στο άρθρο 119 της Συνθήκης, απαγορεύεται (και) δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, του γερμανικού Συντάγματος, το οποίο καθιερώνει την ισότητα ανδρών και γυναικών ενώπιον του νόμου, και το οποίο ισχύει από το 1949. Περαιτέρω, κατά την ίδια απόφαση, ένας διαχρονικός περιορισμός των δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων δεν είναι ούτε θεμιτός ούτε αναγκαίος (5) [βλ. προς αυτή την κατεύθυνση και απόφαση του Bundesarbeitsgericht της 20ής Νοεμβρίου 1990 (3 AZR 613/89)].
18 Ωστόσο, σύμφωνα με την μεταγενέστερη νομολογία του εν λόγω δικαστηρίου, η οποία είναι ήδη παγία, η απόκρουση της διαφορετικής μεταχειρίσεως των εργαζομένων με μειωμένο και με πλήρες ωράριο, και ειδικότερα ο αποκλεισμός από την ασφάλιση στον VAP, θεμελιώνεται πλέον στην αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου, η οποία απορρέει από το άρθρο 3, παράγραφος 1, του Συντάγματος, ανεξαρτήτως φύλου του θιγομένου και ανεξαρτήτως ποσοστών ανδρών και γυναικών (βλ., π.χ., απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 1996 του Bundesarbeitsgericht, 3 AZR 767/94). Εξάλλου, κατά την ίδια νομολογία, δεδομένου ότι η τελευταία συνταγματική διάταξη ρυθμίζει πλήρως το επίδικο ζήτημα και είναι προγενέστερη του άρθρου 119 της Συνθήκης, δεν τίθεται ζήτημα ούτε επικλήσεως του άρθρου 119, ούτε, επομένως, εφαρμογής του διαχρονικού περιορισμού της αποφάσεως και του πρωτοκόλλου Barber, ο οποίος συνάπτεται με το άρθρο αυτό.
19 Η συνέπεια της αντιθέσεως αυτής είναι, σύμφωνα με την νομολογία του ίδιου δικαστηρίου, ότι οι διατάξεις της συλλογικής συμβάσεως που εξαιρούν τους εργαζομένους με μειωμένο ωράριο από την ασφάλιση στον VAP είναι αντίθετες προς την συνταγματική αρχή της ισότητας και επομένως ανεφάρμοστες, ενώ οι λοιπές διατάξεις αυτής παραμένουν ισχυρές, και επομένως οι αποκλεισθέντες από την ασφάλιση εργαζόμενοι αποκτούν αναδρομικώς δικαιώματα. Οι αρχές της ασφαλείας του δικαίου και της προστατευομένης εμπιστοσύνης, τις οποίες επικαλέσθηκε κατ' ένσταση η αντίδικος εταιρία (σε μία περίπτωση η Deutsche Telekom) δεν μπορούν να ματαιώσουν το δικαίωμα των εργαζομένων για αναδρομική υπαγωγή στην ασφάλιση και τις εντεύθεν απορρέουσες συνέπειες. Το επιπλέον κόστος που προκύπτει για την εταιρία, ανερχόμενο σε 40 έως 50 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα, θα μπορούσε να καλυφθεί από άλλες πηγές, όπως από την αγορά κεφαλαίων ή από την αποταμίευση (6).
IV - Tα πραγματικά περιστατικά
Α - H υπηρεσία των προσφευγουσών και η διαδικασία ενώπιον του Arbeitsgericht
α) Στην υπόθεση C-50/96
20 Η Lilli Schrφder προσελήφθη το 1974 στην εταιρία Deutsche Bundespost Telekom. Από τις 20 Μαου 1975 μέχρι τις 31 Μαρτίου 1994, οπότε συνταξιοδοτήθηκε, εργαζόταν με μειωμένο ωράριο μη υπερβαίνον τις 18 ώρες εβδομαδιαίως. Από το 1975 μέχρι τις 31 Μαρτίου 1991 η προσφεύγουσα δεν είχε υπαχθεί στον VAP. Μετά την τελευταία ως άνω τροποποίηση της συλλογικής συμβάσεως, όμως, η προσφεύγουσα υπήχθη στον VAP από 1ης Απριλίου 1991. Από την 1η Απριλίου 1994 λαμβάνει σύνταξη γήρατος κατά το εκ του νόμου σύστημα.
21 Με προσφυγή της ενώπιον του Arbeitsgericht του Αμβούργου, η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι έχει δικαίωμα υποχρεωτικής υπαγωγής στον VAP αναδρομικώς, από 20ής Μαου 1975, διότι ο αποκλεισμός των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο από την ασφάλιση στον VAP συνιστούσε έμμεση δυσμενή διάκριση κατά των γυναικών, η οποία αντίκειται, αφενός μεν στο άρθρο 119 της Συνθήκης, αφετέρου δε στα άρθρα 3 του Θεμελιώδους Νόμου και 2, του BeschFG.
Τον ισχυρισμό της αυτό η προσφεύγουσα στήριξε στο γεγονός ότι, σύμφωνα με προσκομισθέντα στοιχεία, το 1991, επί 240 339 εργαζομένων της καθής με πλήρες ωράριο, οι άνδρες ήσαν 169 477 (ήτοι ποσοστό 70,5 %), ενώ οι γυναίκες ήσαν 70 861 (ήτοι ποσοστό 29,5 %), ενώ επί συνόλου 11 521 εργαζομένων με μειωμένο ωράριο, οι άνδρες ήσαν 560 (ήτοι ποσοστό 5 %), ενώ οι γυναίκες ήσαν 10 931 (ήτοι ποσοστό 95 %).
Ενόψει τούτων, η προσφεύγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η Deutsche Telekom (καθής) να της καταβάλει από 1ης Απριλίου 1994 συμπληρωματική σύνταξη αντίστοιχη με το ποσόν που θα εδικαιούτο αν είχε ασφαλισθεί στον VAP για την περίοδο από 20ής Μαου 1975 έως 31ης Μαρτίου 1991. Επικουρικώς, η ενάγουσα ζήτησε να υπαχθεί στην ασφάλιση αναδρομικώς, από την τελευταία ημερομηνία, με έξοδα της καθής, έτι επικουρικότερον δε να της καταβληθεί αποζημίωση για τον χρόνο της μη υπαγωγής της στην ασφάλιση.
β) Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-234/96 και C-235/96
22 H Agnes Vick (προσφεύγουσα στην υπόθεση C-234/96) προσελήφθη την 1η Ιουλίου 1971 στα Γερμανικά Ταχυδρομεία (Deutsche Bundespost). Μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1972 εργαζόταν με πλήρες ωράριο και υπήγετο στον VAP. Από 1ης Οκτωβρίου 1972 άρχισε να εργάζεται με μειωμένο ωράριο 16 ωρών την εβδομάδα. Για τον λόγο αυτό διεγράφη από τον VAP και της επεστράφησαν οι καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές. Από την ανωτέρω ημερομηνία και μέχρι την αποχώρησή της από την υπηρεσία, στις 30 Ιουλίου 1991, δεν ασφαλίσθηκε στον VAP. Από 1ης Αυγούστου 1991 η προσφεύγουσα λαμβάνει σύνταξη βάσει του εκ του νόμου συστήματος.
Με προσφυγή της ενώπιον του Arbeitsgericht Hamburg, ζήτησε, παρομοίως, να αναγνωρισθεί ότι έχει δικαίωμα να λάβει μηνιαία σύνταξη ίση με αυτή που θα εδικαιούτο αν είχε ασφαλισθεί από 1ης Ιουλίου 1971 στον VAP, εντόκως προς 4 % από της εκάστοτε ληξιπρόθεσμης καταβολής.
23 Η Ute Conze (προσφεύγουσα στην υπόθεση C-235/96) προσελήφθη στις 13 Σεπτεμβρίου 1971. Μέχρι τις 30 Απριλίου 1972 εργάσθηκε με πλήρες ωράριο και ασφαλίσθηκε στον VAP. Από 1ης Μαου 1972 άρχισε να εργάζεται με μειωμένο ωράριο 16 ωρών εβδομαδιαίως και, ως εκ τούτου, διεγράφη από την ασφάλιση. Από 1ης Απριλίου 1991 η προσφεύγουσα, η οποία συνεχίζει να εργάζεται, ασφαλίσθηκε και πάλι στον VAP.
24 Με προσφυγή της ενώπιον του Arbeitsgericht Hamburg, η προσφεύγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η καθής να την εξομοιώσει, κατά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, με την κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν αν είχε ασφαλισθεί στον VAP από 1ης Iανουαρίου 1983 μέχρι 31ης Μαρτίου 1991.
25 Και στις δύο περιπτώσεις, η καθής προέβαλε ότι η αναδρομική υπαγωγή των προσφευγουσών στην ασφάλιση αντίκειται στις αρχές της καλής πίστεως και στις συνταγματικώς κατοχυρωμένες αρχές της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι και της ελευθερίας συνάψεως συλλογικών συμβάσεων. Περαιτέρω, η καθής προέβαλε ότι η τυχόν αναδρομική ασφαλιστική κάλυψη όλων των μερικώς απασχολουμένων θα έθετε σε κίνδυνο την οικονομική της ύπαρξη.
Η καθής προέβαλε επίσης ότι, εν πάση περιπτώσει, η τυχόν αναγνώριση δικαιωμάτων στις προσφεύγουσες δεν θα μπορούσε να ανατρέξει σε χρόνο πριν την 17η Μαου 1990, ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου Barber (7).
26 Το Arbeitsgericht Ηambourg έκανε δεκτές τις προσφυγές, με την σκέψη ότι συντρέχουν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις που θεμελιώνουν έμμεση δυσμενή διάκριση κατά των γυναικών. Η απαγόρευση παρόμοιας διακρίσεως, όμως, πηγάζει ήδη από το άρθρο 3, παράγραφος 2, του Θεμελιώδους Νόμου. Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι καμμία συνταγματική αρχή δεν εμποδίζει την αναδρομική αναγνώριση δικαιωμάτων στις προσφεύγουσες. Με τις σκέψεις αυτές, το Arbeitsgericht έκρινε ότι δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του χρονικού περιορισμού που προβλέπεται στην απόφαση Barber.
γ) Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-270/97 και C-271/97
27 Η E. Sievers (προσφεύγουσα στην υπόθεση C-270/97) προσελήφθη στην καθής την 16η Σεπτεμβρίου 1964 και απεχώρησε την 28η Φεβρουαρίου 1988, oπότε συνταξιοδοτήθηκε. Καθόλο αυτό το διάστημα εργάσθηκε ως υπάλληλος με μειωμένο ωράριο, κυμαινόμενο από 2,5 έως 18 ώρες εβδομαδιαίως. Λόγω του ωραρίου της, η προσφεύγουσα δεν υπήχθη στον VAP.
28 Τον Μάρτιο του 1993 προσέφυγε ενώπιον του Arbeitsgericht Hannover και ζήτησε να υποχρεωθεί η καθής να της καταβάλει μηνιαία σύνταξη από 1ης Μαρτίου 1993 ως εάν να είχε αρχήθεν υπαχθεί στην ασφάλιση. Επικουρικώς, ζήτησε να ασφαλισθεί στον VAP για όλη την περίοδο της υπηρεσίας της, με έξοδα της καθής, έτι επικουρικότερον δε ζήτησε αποζημίωση από την καθής, για την ζημία που υπέστη λόγω της μη ασφαλίσεώς της.
29 Ενώπιον του Arbeitsgericht, η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι υπέστη έμμεση δυσμενή διάκριση λόγω φύλου, ενώ η καθής αντέκρουσε τους ισχυρισμούς και υποστήριξε επιπλέον ότι οι αξιώσεις της προσφεύγουσας παρεγράφησαν για το προ της 1ης Ιανουαρίου 1991 διάστημα.
30 Το Arbeitsgericht Ηannover έκρινε ότι, ανεξαρτήτως φύλου, η ίδια η διαφορετική μεταχείριση εργαζομένων με μειωμένο και με πλήρες ωράριο αντίκειται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του BeschFG και στην συνταγματική αρχή της ισότητας, ενόψει δε τούτου έκανε εν μέρει δεκτό το κύριο αίτημα της προσφεύγουσας, απονέμοντάς της σύνταξη από 1ης Ιανουαρίου 1991. Κατά της αποφάσεως αυτής, η καθής άσκησε έφεση ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου.
31 H B. Schrage (προσφεύγουσα στην υπόθεση C-271/97) προσελήφθη το 1960, εργάσθηκε με διαλείψεις έως την 1η Οκτωβρίου 1981 και έκτοτε συνεχώς, με μειωμένο ωράριο, μέχρι τις 31 Μαρτίου 1993. Με την προσφυγή της ζήτησε σύνταξη μετά την τελευταία ημερομηνία ως αν να είχε ασφαλισθεί από 1ης Ιανουαρίου 1964 έως 31η Μαρτίου 1993, υπέβαλε δε και επικουρικά αιτήματα αντίστοιχα με της Ε. Sievers.
32 To δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει το κύριο αίτημα της προσφεύγουσας, δεν έλαβε όμως υπόψη αξιώσεις πριν το 1964, δεδομένου ότι αυτές είχαν υποκύψει στην 30ετή παραγραφή του γερμανικού δικαίου (άρθρο 195 του Αστικού Κώδικα [BGB]).
Β - H διαδικασία ενώπιον του Landesarbeitsgericht
33 Κατά των αντιστοίχων αποφάσεων, οι καθών εταιρίες άσκησαν εφέσεις ενώπιον του κατά τόπον αρμόδιου Landesarbeitsgericht. Υποστήριξαν ότι το άρθρο 119 της Συνθήκης, καθώς και το σχετικό πρωτόκολλο που προσαρτάται στην Συνθήκη του Μάαστριχτ, υπερέχουν έναντι των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, στα θέματα τα οποία ρυθμίζουν. Επομένως, σύμφωνα με τις εκκαλούσες, στην προκειμένη περίπτωση έπρεπε να εφαρμοσθεί ο χρονικός περιορισμός που προβλέπεται στην απόφαση και στο πρωτόκολλο Barber.
34 Οι προσφεύγουσες-εφεσίβλητες αμφισβήτησαν την ερμηνεία αυτή και προέβαλαν ότι τα δικαιώματα τα οποία επεκαλούντο απορρέουν από το άρθρο 3 του Θεμελιώδους Νόμου και ίσχυαν ανέκαθεν στην Γερμανία. Κατά την άποψη αυτή, το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια ότι, στην περίπτωση που η κρατούσα νομική κατάσταση σε κράτος μέλος προ της εκδόσεως της αποφάσεως Barber ήταν όμοια με την νομική κατάσταση που διαμορφώθηκε στον τομέα του κοινοτικού δικαίου μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής, οι υποστάντες δυσμενή διάκριση πριν από την απόφαση Barber δεν μπορούν πλέον να προβάλουν καμία αξίωση επί διακρίσεως λόγω φύλου.
35 Τα παραπέμποντα δικαστήρια παρατηρούν σε γενικές γραμμές ότι η προεκτεθείσα νομολογία του Bundesarbeitsgericht δεν είναι αναμφίλεκτη. Ειδικότερα, θεωρούν ότι ο αποκλεισμός των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο από την κάλυψη του VAP συνιστά δυσμενή μεταχείριση αντιβαίνουσα στο άρθρο 119 της Συνθήκης. Περαιτέρω, υπό την αντίληψη ότι η απόφαση και το πρωτόκολλο Barber απαγορεύουν την αναδρομική αναγνώριση δικαιωμάτων πριν από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου, κλίνουν προς την άποψη ότι η ημερομηνία αυτή αποτελεί το έσχατο όριο για όλες εν γένει τις απαιτήσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 119 της Συνθήκης. Ενόψει δε της αρχής της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου έναντι του εθνικού δικαίου και της ανάγκης ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου σε όλα τα κράτη μέλη, ο ανωτέρω χρονικός περιορισμός ισχύει και όταν ακόμη το εθνικό δίκαιο αναγνωρίζει στους θιγομένους δικαιώματα τα οποία εκτείνονται σε χρόνο προγενέστερο της αποφάσεως Barber. Κατά τα ίδια δικαστήρια, εξάλλου, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι από παλαιότερη νομολογία του ίδιου του Bundesarbeitsgericht συνάγεται ότι, πριν από την έκδοση της αποφάσεως Barber, ήταν δυσχερής ή αδύνατη, στην Γερμανία, η διάγνωση ότι οι επίδικες διατάξεις της συλλογικής συμβάσεως αντίκεινται, είτε προς το άρθρο 119 της Συνθήκης, είτε προς το άρθρο 3, παράγραφος 2, του Θεμελιώδους Νόμου και ότι, συνεπώς, η αναδρομική αναγνώριση δικαιωμάτων στους εργαζομένους θέτει ζήτημα παραβιάσεως των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των εργοδοτών. Τέλος, τα παραπέμποντα δικαστήρια παρατηρούν ότι οι οικονομικές επιπτώσεις της αναδρομής στην προκειμένη περίπτωση θα έθεταν σε δυσμενέστερη θέση, από απόψεως ανταγωνισμού, τις γερμανικές επιχειρήσεις σε σχέση προς τις επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών.
36 Ενόψει των αμφιβολιών αυτών, τα ερωτώντα δικαστήρια παραπέμπουν στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα, κατά υπόθεση:
V - Τα προδικαστικά ερωτήματα
37 Τα προδικαστικά ερωτήματα έχουν ως εξής:
α) Στην υπόθεση C-50/96, Schrφder
«1) Συνιστά έμμεση διάκριση εις βάρος των γυναικών, κατά την έννοια της νομολογίας του ΔΕΚ τη σχετική με το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ, ο διατυπωμένος κατά τρόπο ουδέτερο ως προς το κριτήριο του φύλου αποκλεισμός των μερικώς απασχολουμένων που εργάζονται λιγότερο από 18 ώρες εβδομαδιαίως από τη χορήγηση συμπληρωματικής παροχής καταβαλλομένης στο πλαίσιο του συνταξιοδοτικού συστήματος μιας επιχειρήσεως, όταν το 95 % περίπου των αποκλειομένων εργαζομένων είναι γυναίκες;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, εμπίπτει στο πρωτόκολλο το σχετικό με το άρθρο 119 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϋκής Κοινότητας (το λεγόμενο πρωτόκολλο Barber) και στην προβλεπόμενη από αυτό απαγόρευση της αναδρομικότητας και η περίπτωση μιας έμμεσης διακρίσεως εις βάρος των γυναικών όπως αυτή στην οποία αναφέρεται το πρώτο ερώτημα;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, η περιεχόμενη στο πρωτόκολλο το σχετικό με το άρθρο 119 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϋκής Κοινότητας (το λεγόμενο πρωτόκολλο Barber) αρχή της απαγορεύσεως της αναδρομικότητας, υπερισχύει των διατάξεων του γερμανικού συνταγματικού δικαίου (άρθρο 3, παράγραφος 1, του Θεμελιώδους Νόμου), που αποκλείουν ακριβώς την επιβολή απαγορεύσεως αναδρομικότητας σε περίπτωση όπως αυτή στην οποία αναφέρεται το πρώτο ερώτημα;
4) Σε περίπτωση, όπως αυτή στην οποία αναφέρεται το πρώτο ερώτημα, όπου επιτρέπεται κατά τις διατάξεις του γερμανικού συνταγματικού δικαίου (άρθρο 3, παράγραφος 1, του Θεμελιώδους Νόμου) η αναδρομική ισχύς, συντρέχει παράνομη παραβίαση της απαγορεύσεως της αναδρομικότητας που προβλέπει το πρωτόκολλο το σχετικό με το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ, όταν η εθνική νομοθεσία, αντίθετα από ότι το κοινοτικό δίκαιο, σε μία τέτοια περίπτωση, προς τον σκοπό επίσης της επιτεύξεως της ίσης μεταχειρίσεως στο πλαίσιο συνταξιοδοτικών συστημάτων επιχειρήσεων, επιτρέπει την αναδρομική ισχύ υπέρ των εργαζομένων, ειδικότερα δε υπέρ των υφισταμένων εμμέσως δυσμενείς διακρίσεις;
5) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τέταρτο ερώτημα, συνιστά η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 2, παράγραφος 1, του Bechδftigungsfφrderungsgesetz (γερμανικού νόμου περί προωθήσεως της απασχολήσεως), της 26ης Απριλίου 1985, παράνομη παραβίαση της απαγορεύσεως της αναδρομικότητας που προβλέπει το πρωτόκολλο το σχετικό με το άρθρο 119 της Συνθήκης;
6) Η επιτρεπόμενη κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του Θεμελιώδους Νόμου αναδρομική ισχύς σε μία περίπτωση όπως αυτή στην οποία αναφέρεται το το πρώτο ερώτημα συνιστά παράβαση του κοινοτικού δικαίου υπό την έννοια της δυσανάλογης διακρίσεως εις βάρος των ημεδαπών, δηλαδή των γερμανικών επιχειρήσεων, της μη σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας ή της παραβιάσεως άλλης αρχής του κοινοτικού δικαίου; υΕχει δε, στην περίπτωση αυτή, το κοινοτικό δίκαιο υπεροχή έναντι του εθνικού δικαίου;»
β) Στις υποθέσεις C-234/96, Vick, και 235/96, Conze
«1) Υπερέχουν τα άρθρα 119 της Συνθήκης ΕΟΚ, το υπ' αριθ. 2 Πρωτόκολλο Barber και η σχετική νομολογία του Ευρωπαϋκού Δικαστηρίου, ως πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο, έναντι του ισχύοντος στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας συνταγματικού δικαίου (άρθρο 3 του Θεμελιώδους Νόμου) και του κοινού δικαίου (άρθρο 2, παράγραφος 1, του νόμου περί προωθήσεως της απασχολήσεως, γενική αρχή του εργατικού δικαίου περί ίσης μεταχειρίσεως) με συνέπεια - σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων για την προβολή δικαιώματος στηριζομένου στο άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ, λόγω έμμεσης διακρίσεως στηριζομένης στο φύλο στο πλαίσιο συνταξιοδοτικού συστήματος επιχειρήσεως, συνισταμένης σε δυσμενή μεταχείριση λόγω μερικής απασχολήσεως - παροχές στηριζόμενες σε εθνικές συνταγματικές ή νομοθετικές διατάξεις να μπορούν να ζητηθούν μόνον υπό τις ίδιες περιοριστικές προϋποθέσεις που ισχύουν για στηριζόμενες στο άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ ανταγωνιστικές συρρέουσες αξιώσεις του κοινοτικού δικαίου, ώστε, κατά παρέκκλιση της στηριζομένης κατά τα λοιπά στο εθνικό δίκαιο νομικής αξιολογήσεως, ακόμα και στην περίπτωση αξιώσεων στηριζομένων στην εθνική νομοθεσία, να μπορούν να χορηγηθούν παροχές μόνο για περιόδους απασχολήσεως που συμπληρώθηκαν μετά την 17η Μαου 1990, εξαιρουμένων των εργαζομένων εκείνων οι οποίοι πριν από την ημερομηνία αυτή άσκησαν αγωγή ή ανάλογο ένδικο μέσο;
2) Ισχύει το ίδιο στην περίπτωση που κατά τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας μπορεί να αξιωθεί ίση μεταχείριση λόγω μη αντικειμενικώς δικαιολογούμενης δυσμενούς μεταχειρίσεως των μερικώς απασχολουμένων, χωρίς να έχει σχετικώς σημασία αν συντρέχει επιπροσθέτως έμμεση διάκριση με βάση το φύλο, λόγω αναλογικώς συχνότερης δυσμενούς μεταχειρίσεως των γυναικών εργαζομένων, εξαιτίας της αριθμητικής τους σχέσεως έναντι των ανδρών;»
γ) Στην υπόθεση C-270/97, Sievers, και C-271/97, Schrage
«1) α) Επιβάλλεται η υπεροχή εφαρμογής ή ισχύος του κοινοτικού δικαίου (κατά τα άρθρα 5, παράγραφος 2, και 189 της Συνθήκης ΕΚ) έναντι εθνικών διατάξεων των κρατών μελών, οι οποίες διά της συρροής αξιώσεων επί των αυτών πραγματικών περιστατικών με σκοπό επίσης την ενίσχυση της επιταγής για ίση μεταχείριση από τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικών ασφαλίσεων θα μπορούσαν ή θα έπρεπε να τύχουν εφαρμογής, όπως παραδείγματος χάριν στη Γερμανία - γενικώς - η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως του εργασιακού δικαίου ή - ειδικώς - το άρθρο 2, παράγραφος 1, του Beschδftigungsfφrderungsgesetz του 1985 (νόμου του 1985 περί ενισχύσεως της απασχολήσεως);
β) Ισχύει η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου σε περίπτωση συγκρούσεως κατά την οποία το κοινοτικό δίκαιο αναγνωρίζει παροχές από επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως μόνον καθόσον και εφόσον δεν ανατρέχουν σε περιόδους απασχολήσεως πριν από τις 17 Μαου 1990, ενώ οι κανόνες του εσωτερικού δικαίου ρυθμίζουν διαφορετικά την ίδια περίπτωση, καθόσον, γενικώς, δεν αποκλείουν την αναδρομική ισχύ τους;
γ) Εξακολουθεί να υπάρχει η υπεροχή αυτή μόνον όταν θίγεται συγκεκριμένα ο πλην του κοινωνικού υφιστάμενος οικονομικός σκοπός του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ, δηλαδή η δημιουργία ίσων ευκαιριών ανταγωνισμού;
2) Επιβάλλει τουλάχιστον η αποδιδόμενη [ισχύουσα] στο κοινοτικό δίκαιο αρχή της σύμφωνης ερμηνείας του εθνικού δικαίου να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται διατάξεις του εσωτερικού δικαίου περί ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά παροχή από επαγγελματικά συστήματα κοινωνικών ασφαλίσεων σύμφωνα με τις επιταγές και τους περιορισμούς (απαγόρευση της αναδρομικής ισχύος) του κοινοτικού δικαίου;»
VI - Επί της ουσίας
Α - Επί του πρώτου ερωτήματος στην υπόθεση C-50/96, Schrφder
38 Με το ερώτημα αυτό ερωτάται αν αντίκειται στο άρθρο 119 της Συνθήκης ο αποκλεισμός των μερικώς απασχολουμένων γυναικών από την λήψη συμπληρωματικής παροχής στα πλαίσια συνταξιοδοτικού συστήματος επιχειρήσεως, όταν το 95 % των αποκλειομένων είναι γυναίκες.
39 Δεν αμφισβητείται στην προκειμένη περίπτωση ότι το συνταξιοδοτικό σύστημα περί του οποίου πρόκειται εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης και ότι η επίδικη παροχή αποτελεί αμοιβή κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως (8).
40 Εξάλλου, τα μέρη δεν διαφωνούν κατ' ουσίαν ως προς την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ερώτημα, δεδομένου ότι το ζήτημα είναι λελυμένο. Ως εκ τούτου, αρκεί να υπομνησθεί η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία ο αποκλεισμός των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο από το δικαίωμα σε μία συμπληρωματική σύνταξη που χορηγείται στα πλαίσια ιδιωτικού επαγγελματικού συστήματος συντάξεων συνιστά δυσμενή διάκριση κατά των γυναικών, η οποία απαγορεύεται από το άρθρο 119 της Συνθήκης, εφόσον το μέτρο αυτό πλήττει πολύ μεγαλύτερο αριθμό γυναικών παρά ανδρών, εκτός αν η επιχείρηση αποδείξει ότι το μέτρο αυτό εξηγείται από παράγοντες που δικαιολογούνται αντικειμενικά και είναι ξένοι προς κάθε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο (9).
41 Σημειώνεται ότι η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αναπτύσσει στις παρατηρήσεις της διαφορετικό τρόπο υπολογισμού των ληπτέων υπόψει ποσοστών ανδρών και γυναικών για τη διαπίστωση της δυσμενούς μεταχειρίσεως, σε σχέση με τον εφαρμοσθέντα από τα δικαστήρια της ουσίας. Όμως, δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό δεν τίθεται ευθέως στις παρούσες υποθέσεις, θεωρώ ότι παρέλκει η εξέτασή του (10).
Β - Επί των ερωτημάτων 2 έως 5 στην υπόθεση C-50/96, επί των δύο ερωτημάτων στις υποθέσεις C-234/96 και C-235/96, και επί των ερωτημάτων 1α, 1β και 2 στις υποθέσεις C-270/71 και C-271/91
42 Με τα ερωτήματα αυτά, τα οποία πρέπει να συνεξετασθούν, ερωτάται κατ' ουσίαν αν το άρθρο 119 της Συνθήκης και το πρωτόκολλο Barber, όπως έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, αντιτίθενται σε εθνικές διατάξεις οι οποίες προβλέπουν ότι οι εργαζόμενοι με μειωμένο ωράριο δικαιούνται να υπαχθούν στην ασφάλιση και να λάβουν συμπληρωματική σύνταξη, όπως αυτή στην κύρια δίκη, από χρόνο προγενέστερο της 17ης Μαου 1990, ημερομηνίας δημοσιεύσεως της αποφάσεως Barber.
43 Τα ερωτήματα αυτά θέτουν δύο ζητήματα. Πρώτον, αν, από απόψεως κοινοτικού δικαίου, περιπτώσεις όπως οι επίδικες υπόκεινται, καταρχήν, στον χρονικό περιορισμό που προκύπτει από την απόφαση και το πρωτόκολλο Barber, ή σε άλλον τυχόν χρονικό περιορισμό (κατωτέρω, υπό αα). Δεύτερον, αν ο περιορισμός αυτός ισχύει, ενόψει της αρχής της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου, και σε περίπτωση που το εθνικό δίκαιο απονέμει δικαιώματα τα οποία βαίνουν πέραν του περιορισμού αυτού (κατωτέρω, υπό ββ).
α) Επί του πρώτου ζητήματος
44 ςΟπως προκύπτει από την μεταγενέστερη της αποφάσεως Barber νομολογία του Δικαστηρίου, ο διαχρονικός περιορισμός της ενλόγω αποφάσεως, τον οποίο υιοθέτησε το σχετικό πρωτόκολλο, αφορά μόνον τις μορφές διακρίσεων τις οποίες οι εργοδότες και τα συνταξιοδοτικά συστήματα μπορούσαν ευλόγως να θεωρήσουν ως ανεκτές, εν όψει των μεταβατικού χαρακτήρος εξαιρέσεων που προβλέπονται από τις δυνάμενες να εφαρμοσθούν σε θέματα επαγγελματικών συντάξεων διατάξεις του κοινοτικού δικαίου (11).
45 Ενόψει τούτων, όσον αφορά το δικαίωμα υπαγωγής σε επαγγελματικά συστήματα, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, μετά την προαναφερθείσα απόφαση Bilka, ήταν σαφές ότι διάκριση λόγω φύλου συνιστά παράβαση του άρθρου 119 και ότι κανένα στοιχείο δεν επέτρεπε να θεωρηθεί ότι οι ενδιαφερόμενοι επαγγελματικοί κύκλοι ήταν δυνατόν να παραπλανηθούν ως προς την δυνατότητα εφαρμογής του ενλόγω άρθρου της Συνθήκης (12).
46 Περαιτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι, εφόσον η απόφαση Bilka δεν προέβλεψε κανένα διαχρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων της, μπορεί να γίνει επίκληση του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119, προκειμένου να ζητηθεί η υπαγωγή σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα αναδρομικώς από 8ης Απριλίου 1976, ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως Defrenne II (υπόθεση 43/75, Συλλογή τόμος 1976, σ. 175, σκέψη 40), η οποία για πρώτη φορά αναγνώρισε άμεσο αποτέλεσμα στο ενλόγω άρθρο (13).
47 Τέλος, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η υπαγωγή σε συνταξιοδοτικό σύστημα ουδόλως θα ενδιέφερε τον εργαζόμενο αν δεν του παρείχε δικαίωμα να λάβει τις παροχές που χορηγεί το ενλόγω σύστημα. Ενόψει τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι εργαζόμενοι που αποκλείσθηκαν λόγω φύλου από την υπαγωγή σε συνταξιοδοτικό σύστημα επιχειρήσεως έχουν, επιπλέον του δικαιώματος αναδρομικής υπαγωγής, και δικαίωμα αναδρομικής λήψεως των αντιστοίχων παροχών, όπως συντάξεως γήρατος ή συμπληρωματικής συντάξεως (14).
48 Στην προκειμένη περίπτωση, επομένως, από απόψεως κοινοτικού δικαίου, εργαζόμενοι όπως οι προσφεύγουσες δικαιούνται, εν πάση περιπτώσει, αφενός μεν να υπαχθούν αναδρομικώς στην ασφάλιση από 6ης Απριλίου 1976, αφετέρου δε να λάβουν τις παροχές που αντιστοιχούν στον χρόνο αυτόν ασφαλίσεως.
49 Εδώ χρειάζεται μία διευκρίνιση, ενόψει του πραγματικού πλαισίου των διαφορών στις κύριες δίκες. Θα πρέπει να τονισθεί ότι η λήψη των παροχών που αντιστοιχεί στον χρόνο αναδρομικής ασφαλίσεως υπόκειται στους γενικούς όρους και τις προϋποθέσεις που ισχύουν συναφώς στο οικείο κράτος μέλος, μεταξύ των οποίων, ιδίως, η προηγούμενη καταβολή των τυχόν προβλεπομένων ασφαλιστικών εισφορών εκ μέρους του εργαζομένου.
50 Πράγματι, όπως τόνισε το Δικαστήριο, σε περίπτωση που ο εργαζόμενος έχει υποστεί δυσμενή διάκριση λόγω φύλου κατά παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης,
«(...) η αποκατάσταση της ίσης μεταχειρίσεως πρέπει να συνεπάγεται τη δημιουργία, για το θύμα της δυσμενούς διακρίσεως, της ίδιας καταστάσεως με εκείνη που ισχύει για τους εργαζομένους του άλλου φύλου.
Κατά συνέπεια, ο ενλόγω εργαζόμενος δεν μπορεί να απαιτήσει ευνοϋκότερη μεταχείριση, ιδίως από οικονομικής απόψεως, σε σχέση με εκείνη της οποίας θα ετύγχανε εάν είχε υπαχθεί κανονικά στο συνταξιοδοτικό σύστημα.
Επομένως, (...) το γεγονός ότι ο εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει την αναδρομική υπαγωγή σε σύστημα επαγγελματικών συντάξεων δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής των εισφορών που οφείλονται για την χρονική περίοδο της αναδρομικής υπαγωγής» (15).
51 Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει ήδη εκτεθεί στο ιστορικό, η πρώτη και οι δύο τελευταίες προσφεύγουσες ζήτησαν απλώς την καταβολή της συμπληρωματικής παροχής με πλασματικό συνυπολογισμό του χρόνου μερικής απασχολήσεώς τους (δηλαδή χωρίς να υπαχθούν αναδρομικώς στην ασφάλιση), επικουρικώς δε την αναδρομική ασφάλισή τους με έξοδα των καθών, επικουρικότερον δε αποζημίωση για τον χρόνο της μη ασφαλίσεως - δηλαδή σε όλες τις περιπτώσεις απόλαυση των σχετικών δικαιωμάτων αζημίως για τις ίδιες. Εξάλλου, ανάλογα αιτήματα προέβαλαν και οι άλλες δύο προσφεύγουσες.
52 Η άποψη αυτή, όμως, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, διότι το δικαίωμα λήψεως παροχών δεν είναι ανεξάρτητο, αλλά αποτελεί συνάρτηση, απόρροια της υπαγωγής στο σύστημα που χορηγεί τις παροχές (εν προκειμένω, της υπαγωγής στον VAP). Εξάλλου, η δωρεάν απόλαυση των επίμαχων παροχών από τις προσφεύγουσες θα δημιουργούσε νέα διάκριση υπέρ αυτών και σε βάρος των εργαζομένων με πλήρες ωράριο, οι οποίοι κατέβαλαν επί έτη ασφαλιστικές εισφορές - εξ ού και η εκδοχή αυτή απεκρούσθη με την προαναφερθείσα απόφαση Fisscher.
53 Εν συμπεράσματι, προκειμένης της υπαγωγής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα όπως αυτό στην κύρια δίκη και της λήψεως των αντιστοίχων παροχών, κρίσιμο χρονικό όριο, από απόψεως κοινοτικού δικαίου, είναι η 8η Απριλίου 1976, ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως Defrenne II, και όχι η 17η Μαου 1990, ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως Barber, στην οποία αναφέρεται και το σχετικό πρωτόκολλο.
β) Επί του δευτέρου ζητήματος
54 Μετά την διευκρίνιση του πρώτου ζητήματος, ερωτάται ήδη αν οι ανωτέρω περιορισμοί ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία το εθνικό δίκαιο ρυθμίζει τα ίδια θέματα με ευνοϋκότερο τρόπο, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
55 Οι προσφεύγουσες, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή υποστηρίζουν κατά βάση ότι, εφόσον το γερμανικό δίκαιο παρέχει ευρύτερα δικαιώματα από ότι το άρθρο 119 της Συνθήκης, δεν εφαρμόζεται ούτε το τελευταίο άρθρο, ούτε οι χρονικοί περιορισμοί που προϋποθέτουν την εφαρμογή του. Αντιθέτως, οι καθών υποστηρίζουν ότι, εφόσον μία περίπτωση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης, εφαρμοστέο είναι το άρθρο αυτό και οι συναφείς με αυτό χρονικοί περιορισμοί, κατ' αποκλεισμόν και ευνοϋκότερων ακόμη εθνικών διατάξεων, βάσει της αρχής της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου.
56 Η άποψη των καθών δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
57 Καταρχάς θα πρέπει να διευκρινισθεί η έννοια των χρονικών περιορισμών που καθιερώθηκαν με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου Defrenne II και Barber.
58 Κατά παγία νομολογία, η άμεση ισχύς του κοινοτικού δικαίου σημαίνει ότι οι κανόνες του πρέπει να παράγουν πλήρως τα αποτελέσματά τους κατά τρόπο ομοιόμορφο σε όλα τα κράτη μέλη, από την έναρξη της ισχύος τους και καθόλη τη διάρκειά της. Από τις διατάξεις αυτές πηγάζουν αμέσως δικαιώματα και υποχρεώσεις,τόσο για τα κράτη μέλη, όσο και για τους ιδιώτες που εμπλέκονται σε έννομες σχέσεις ρυθμιζόμενες από το κοινοτικό δίκαιο, δικαιώματα που υποχρεούται να διασφαλίσει ο δικαστής (16).
59 Περαιτέρω, «δυνάμει της αρχής της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου, οι διατάξεις της Συνθήκης και οι αμέσως ισχύουσες διατάξεις των κοινοτικών οργάνων έχουν ως αποτέλεσμα, στη σχέση τους προς το εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών, όχι μόνο να καθιστούν, με μόνη την θέση τους σε ισχύ, αυτοδικαίως ανεφάρμοστη κάθε αντίθετη διάταξη της εθνικής νομοθεσίας, αλλά και - δεδομένου ότι οι διατάξεις και πράξεις αυτές αποτελούν αναπόσπαστο και υπερέχον τμήμα της έννομης τάξης που ισχύει στο έδαφος καθενός από τα κράτη μέλη - να κωλύουν την έγκυρη έκδοση νέων νομοθετικών πράξεων κατά το μέτρο που οι πράξεις αυτές δεν συμβιβάζονται με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου» (17).
60 Εξάλλου, κατά παγία επίσης νομολογία, η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου από το Δικαστήριο, στα πλαίσια του άρθρου 177 της Συνθήκης, αποσαφηνίζει την έννοια και το περιεχόμενο της σχετικής διατάξεως, όπως αυτή πρέπει ή θα έπρεπε να είχε νοηθεί και εφαρμοσθεί από τον χρόνο της θέσεώς της σε ισχύ. Συνέπεια τούτου είναι ότι η διάταξη που ερμηνεύθηκε κατ' αυτόν τον τρόπο μπορεί και πρέπει να εφαρμοσθεί από τον δικαστή ακόμα και σε έννομες σχέσεις που γεννήθηκαν ή σχηματίσθηκαν πριν από την απόφαση που έκρινε επί της αιτήσεως ερμηνείας (18). Με άλλα λόγια, τα αποτελέσματα των αποφάσεων ερμηνείας που εκδίδει το Δικαστήριο ανατρέχουν, κανονικά, στην ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της ερμηνευομένης διατάξεως (19).
61 Ενόψει τούτου, ο περιορισμός, από το Δικαστήριο, των αποτελεσμάτων μίας αποφάσεως ερμηνείας αποτελεί όλως εξαιρετικό μέτρο, το οποίο επιτρέπεται μόνον για αδήριτους λόγους ασφαλείας του δικαίου. Τούτο δε συμβαίνει εφόσον εθνικά όργανα, λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης, θέσπισαν και εφήρμοσαν επί μακρόν κανόνες αντίθετους προς το κοινοτικό δίκαιο που παρήγαγαν σημαντικής εκτάσεως αποτελέσματα, η ανατροπή των οποίων θα είχε πολύ μεγαλύτερο κόστος από την διατήρησή τους (20). Ουδείς περιορισμός, όμως, γίνεται δεκτός για το μέλλον (21).
62 Οίκοθεν νοείται, επομένως, ότι δεν πρέπει να συγχέεται το ζήτημα της έννοιας και της ισχύος των διατάξεων που ερμηνεύονται με την απόφαση του Δικαστηρίου, και το ζήτημα του περιορισμού των αποτελεσμάτων της ερμηνευτικής αποφάσεως. Η μεν ερμηνεία ανατρέχει πάντοτε (δηλαδή και όταν το Δικαστήριο προβαίνει σε περιορισμό των αποτελεσμάτων της αποφάσεώς του) στον χρόνο θεσπίσεως της διατάξεως, αποκαλύπτει δε απλώς, και δεν δημιουργεί η ίδια, το νόημα και την δεσμευτικότητα που η διάταξη είχε αφεαυτής και ανέκαθεν. Αντιθέτως, ο περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως συνίσταται στο ότι στερεί απλώς από τους ιδιώτες την δυνατότητα να επικαλεσθούν και να ασκήσουν τα δικαιώματα που αντλούν από την ως άνω ερμηνευθείσα και ισχύουσα διάταξη (22).
63 Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα προκύπτουν τα εξής συμπεράσματα.
Πρώτον, ότι ζήτημα εφαρμογής της αρχής της προτεραιότητας του κοινοτικού δικαίου τίθεται μόνο καθόσον οι εθνικές διατάξεις αντίκεινται στο κοινοτικό δίκαιο, δηλαδή όταν υφίσταται σύγκρουση κοινοτικού και εθνικού δικαίου (23). Κατά συνέπεια, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της ανωτέρω αρχής όταν οι εθνικές διατάξεις συνάδουν με το κοινοτικό δίκαιο.
Δεύτερον, ότι ο περιορισμός των αποτελεσμάτων αποφάσεως του Δικαστηρίου αποτελεί ένα κατ' οικονομίαν μέτρο στο οποίο προσφεύγει το Δικαστήριο μετά την εκτίμηση των συνεπειών που παρήγαγε το αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο εθνικό μέτρο. Επομένως, και ο περιορισμός των αποτελεσμάτων αποφάσεως του Δικαστηρίου προϋποθέτει αναγκαίως σύγκρουση του κοινοτικού δικαίου με το εθνικό δίκαιο. Αντιθέτως, δεν νοείται περιορισμός των αποτελεσμάτων σε περίπτωση εθνικού μέτρου το οποίο συνάδει με το κοινοτικό δίκαιο, διότι τούτο θα οδηγούσε σε αυτοαναίρεση του κοινοτικού δικαίου.
64 Ενόψει τούτων, το προέχον ζήτημα στην προκειμένη υπόθεση είναι αν εθνικές διατάξεις όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη συνάδουν ή αντίκεινται προς το κοινοτικό δίκαιο.
65 Υπενθυμίζεται ότι στις υπό κρίση υποθέσεις, οι κρίσιμες εθνικές διατάξεις δεν είναι οι διατάξεις της συλλογικής συμβάσεως όπως αυτές ίσχυσαν διαδοχικά. Είναι οι διατάξεις της συλλογικής συμβάσεως όπως αυτές ισχύουν ήδη αποκαθαρμένες αναδρομικώς από τις αντίθετες προς το άρθρο 3, παράγραφος 1, του Θεμελιώδους Νόμου ρυθμίσεις, σύμφωνα με την νομολογία του Bundesarbeitsgericht που παρατέθηκε ήδη (ανωτέρω, σημείο 16 επ.). Αυτές οι διατάξεις αποτελούν το «εθνικό νομικό πλαίσιο» των υπό κρίση προδικαστικών ερωτημάτων, χωρίς να ενδιαφέρει το καθαρά εσωτερικού δικαίου ζήτημα πώς και γιατί τα εθνικά δικαστήρια ήχθησαν στο συμπέρασμα αυτό.
66 Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, όπως προεκτέθηκε, από το έτος 1949 και εφεξής, οι εργαζόμενοι με μειωμένο ωράριο (άνδρες και γυναίκες), πρέπει να τυγχάνουν ίσης μεταχειρίσεως με τους εργαζομένους (άνδρες και γυναίκες) που απασχολούνται με πλήρες ωράριο. Επομένως, ο αποκλεισμός των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο από την υπαγωγή στον VAP και την λήψη της συμπληρωματικής συντάξεως υπήρξε ανέκαθεν αντισυνταγματικός. Τούτο έχει ως συνέπεια ότι όλοι οι εργαζόμενοι με μειωμένο ωράριο (μεταξύ των οποίων και οι γυναίκες) δικαιούνται να υπαχθούν αναδρομικώς στον VAP και να λάβουν τις αντίστοιχες παροχές.
67 Παρατηρείται, λοιπόν, ότι οι εθνικές διατάξεις, στο πλαίσιο της ρυθμίσεως του γενικότερου ζητήματος (δηλαδή της εξισώσεως των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο προς τους εργαζομένους με πλήρες ωράριο), ρυθμίζουν και το ειδικότερο ζήτημα (δηλαδή της εξισώσεως των γυναικών εργαζομένων με μειωμένο ωράριο προς τους εργαζομένους με πλήρες ωράριο), το οποίο είναι και το επίδικο στην προκειμένη περίπτωση. Ως εκ τούτου, τα αυτά πραγματικά περιστατικά εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής δύο επάλληλων ρυθμίσεων, ήτοι, αφενός μεν του άρθρου 119 της Συνθήκης, το οποίο απαγορεύει την δυσμενή μεταχείριση των συγκριτικά περισσότερων γυναικών εργαζομένων με μειωμένο ωράριο, και αφετέρου της εθνικής ρυθμίσεως η οποία απαγορεύει την δυσμενή μεταχείριση γενικώς των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο σε σχέση με τους εργαζομένους με πλήρες ωράριο.
68 Ενόψει του περιεχομένου της, η εθνική ρύθμιση συνάδει απολύτως με το άρθρο 119, και μάλιστα το υπερκαλύπτει, και κατά χρόνον (αφού εκτείνεται σε χρόνο προγενέστερο της Συνθήκης), και ως προς το προσωπικό πεδίο εφαρμογής (δεδομένου ότι καταλαμβάνει όλους τους εργαζομένους με μειωμένο ωράριο, ανεξαρτήτως φύλου και ανεξαρτήτως ποσοστών ανδρών και γυναικών), κατά πάσα πιθανότητα δε και ως προς το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής (αφού, λαμβανομένης υπόψη της ευρύτητας διατυπώσεως του άρθρου 3, παράγραφος 1, του Θεμελιώδους Νόμου, που αποτέλεσε την βάση της συλλογιστικής του Bundesarbeitsgericht, η εξίσωση αναφέρεται στους όρους εργασίας εν γένει των δύο κατηγοριών εργαζομένων, και όχι μόνο σε θέματα αμοιβής) (24).
69 Επομένως, εφόσον η εθνική ρύθμιση είναι ευρύτερη και συνάδει προς το άρθρο 119 της Συνθήκης, εγκύρως δύναται να αποτελέσει, αυτοτελώς, έρεισμα για την επιδίωξη των απαιτήσεων των προσφευγουσών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Ενόψει τούτου, δεν τίθεται ζήτημα αντιθέσεως του εθνικού δικαίου προς το κοινοτικό δίκαιο ούτε συγκρούσεως των δύο δικαίων, και επομένως δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής της αρχής της προτεραιότητας του κοινοτικού δικαίου.
70 Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη εκτεθεί, υπό τις συνθήκες της παρούσας υποθέσεως δεν είναι δυνατός οποιοσδήποτε χρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως του Δικαστηρίου. Τούτο δε αφενός μεν διότι, όπως ορθώς τονίζουν οι προσφεύγουσες και η Επιτροπή, ο ενλόγω περιορισμός αναφέρεται σε δικαιώματα τα οποία οι ενδιαφερόμενοι αντλούν από το κοινοτικό δίκαιο (ενώ στην προκειμένη περίπτωση, όπως εξετέθη, οι απαιτήσεις των προσφευγουσών θεμιτώς ερείδονται στο εθνικό δίκαιο)· αφετέρου δε διότι, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι νοητός ο περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως του Δικαστηρίου όταν οι εθνικές διατάξεις συνάδουν με τις ερμηνευόμενες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, διότι τούτο θα οδηγούσε σε αυτοαναίρεση του κοινοτικού δικαίου.
71 Πράγματι, αν γινόταν δεκτή η άποψη των καθών, το άρθρο 119 θα εμφανιζόταν, από την μία πλευρά να επιτάσσει την εξίσωση των αμοιβών ανδρών και γυναικών στο εσωτερικό των κρατών μελών, και δη εντός του πρώτου σταδίου, από την άλλη δε να ματαιώνει την εξίσωση αυτή, περιορίζοντας εθνικά μέτρα που υλοποιούν την ενλόγω επιταγή, και μάλιστα από προγενέστερο χρόνο. Τούτο, όμως, συνιστά λογική και νομική αντίφαση απαράδεκτη στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου. Και ναι μεν λόγοι ασφαλείας του δικαίου, δηλαδή λόγοι απορρέοντες εξίσου από το κοινοτικό δίκαιο, επέτρεψαν κατ' εξαίρεση την μη ανατροπή, για το παρελθόν, εθνικών μέτρων αντίθετων προς το άρθρο 119, καμία όμως ρητή διάταξη και καμία γενική αρχή δεν επιτρέπει την ανατροπή εθνικών μέτρων που συνάδουν με το κοινοτικό δίκαιο.
Γ - Επί του έκτου ερωτήματος στην υπόθεση C-50/96 και του ερωτήματος 1γ στις υποθέσεις C-270/97 και C-271/97
72 Με τα ερωτήματα αυτά ερωτάται κατ' ουσίαν αν η συμφωνία εθνικών μέτρων, όπως αυτά στην κύρια δίκη, προς το άρθρο 119 της Συνθήκης μπορεί να τεθεί εν αμφιβόλω, εξαιτίας της οικονομικής επιβαρύνσεως που τα μέτρα αυτά συνεπάγονται για τις θιγόμενες επιχειρήσεις, ενόψει του οικονομικού σκοπού του άρθρου 119 και του ότι άλλα κράτη μέλη δεν έχουν λάβει μέτρα όπως τα επίμαχα.
73 Κατά την άποψη των καθών εταιριών, την οποία φαίνεται ότι ασπάζονται και τα ερωτώντα δικαστήρια, η αναδρομική υπαγωγή στον VAP και η θεμελίωση αξιώσεων εκ μέρους των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο, προκαλεί στις θιγόμενες εταιρίες μεγάλη οικονομική επιβάρυνση, η οποία τις καθιστά λιγότερο ανταγωνιστικές σε σχέση με ομοειδείς επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών. Τούτο δεν φαίνεται να συνάδει με την απαίτηση της υπάρξεως ίσων όρων ανταγωνισμού εντός της Κοινότητας, ούτε με τον σκοπό του άρθρου 119, ο οποίος δεν είναι μόνο κοινωνικός, αλλά και οικονομικός, δηλαδή συνίσταται στην επιβολή των ίδιων οικονομικών όρων λειτουργίας των επιχειρήσεων. Αντιθέτως, τα λοιπά μέρη, είτε αποκρούουν την επιχειρηματολογία αυτή (προσφεύγουσες), είτε θεωρούν ότι παρέλκει η απάντηση ενόψει των απαντήσεων στα λοιπά ερωτήματα (Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και Επιτροπή).
74 Η άποψη των καθών δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
75 Παρατηρείται, καταρχάς, ότι τα ανωτέρω επιχειρήματα αναφέρονται κατ' ουσίαν στις πρακτικές επιπτώσεις που είχε για τις καθών εταιρίες η κήρυξη ως αντισυνταγματικών, από το Bundesarbeitsgericht, των διατάξεων της συλλογικής συμβάσεως οι οποίες εξαιρούσαν της ασφαλίσεως τους εργαζομένους με μειωμένο ωράριο. Παρόμοια επιχειρήματα είχαν προβληθεί και ενώπιον του τελευταίου δικαστηρίου, απερρίφθησαν δε, όπως έχει προεκτεθεί, για τους λόγους ότι η οικονομική επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις δεν παρίσταται σημαντική, ότι μπορεί να καλυφθεί με άλλα μέσα και ότι, εν πάση περιπτώσει, η βλάβη αυτή είναι ήσσονος σημασίας σταθμιζόμενη με την βλάβη των εργαζομένων ως εκ του αποκλεισμού τους από την ασφάλιση (βλ. ανωτέρω, σημεία 17 και 19). Περαιτέρω, όπως επίσης αναφέρθηκε, το ανώτατο γερμανικό δικαστήριο επί εργατικών διαφορών, έκρινε ότι ούτε οι αρχές της ασφαλείας του δικαίου και της προστατευομένης εμπιστοσύνης, ούτε άλλη γενική αρχή αναιρούν το προηγούμενο συμπέρασμα.
76 Όθεν, τα ζητήματα αυτά ανέκυψαν λόγω της συγκρούσεως κανόνων κατώτερης τυπικής ισχύος με κανόνες ηυξημένης ισχύος στο εσωτερικό του εθνικού δικαίου, και των συνακόλουθων ανακατατάξεων στο εσωτερικό του συστήματος αυτού. Ενόψει τούτου, κατά το μέρος που η ανωτέρω επιχειρηματολογία αμφισβητεί την ερμηνεία του Bundesarbeitsgericht για το άρθρο 3 του γερμανικού Συντάγματος, η οποία αποτελεί το πλαίσιο των προδικαστικών ερωτημάτων, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, διότι ανάγεται στην ερμηνεία του εθνικού δικαίου, για την οποία αρμόδια είναι τα εθνικά δικαστήρια (εν προκειμένω το Bundesverfassungsgericht - όπου, άλλωστε, εκκρεμούν σχετικές προσφυγές).
77 Μένει, επομένως, να εξετασθεί αν υφίσταται ζήτημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, την οποία και μόνο είναι αρμόδιο να δώσει το Δικαστήριο.
78 Οι καθών εταιρίες επιχειρούν να αντλήσουν επιχείρημα από τον σκοπό του άρθρου 119. Υποστηρίζουν ότι, πλην του κοινωνικού σκοπού του, το άρθρο αυτό επιδιώκει και οικονομικό σκοπό, συνιστάμενο στην παροχή ίσων ευκαιριών ανταγωνισμού στις επιχειρήσεις των κρατών μελών. Ο σκοπός αυτός θα ματαιωνόταν, όμως, αν μόνον οι επιχειρήσεις ορισμένων μόνο κρατών μελών υφίσταντο, και δη αναδρομικώς, τις συνέπειες της συμμορφώσεως με το κοινοτικό δίκαιο, ενώ άλλες επωφελούντο από την διατήρηση ανισοτήτων.
79 Είναι αλήθεια ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση Defrenne II, έκρινε ότι το άρθρο 119, αφενός μεν επιδιώκει «(...) να αποφευχθεί ώστε, στα πλαίσια του ενδοκοινοτικού ανταγωνισμού, οι επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε κράτη που έχουν πράγματι καθιερώσει την αρχή της ισότητας των αμοιβών να τελούν σε μειονεκτική θέση από άποψη ανταγωνισμού έναντι των επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες σε κράτη που δεν έχουν ακόμη εξαλείψει τις δυσμενείς διακρίσεις, από άποψη αμοιβών, εις βάρος των γυναικών εργαζομένων» (σκέψη 9),
αφετέρου, όμως, «(...) η διάταξη αυτή εντάσσεται στους κοινωνικούς στόχους της Κοινότητας, η οποία δεν περιορίζεται σε μια οικονομική ένωση, αλλά οφείλει να εξασφαλίσει συγχρόνως, με κοινή δράση, την κοινωνική πρόοδο και να επιδιώξει τη σταθερή βελτίωση των όρων διαβιώσεως και απασχολήσεως των ευρωπαϋκών λαών, όπως υπογραμμίζεται στο προοίμιο της Συνθήκης» (σκέψη 10).
80 Όμως, ανεξαρτήτως αν ο ανωτέρω «οικονομικός» σκοπός απηχούσε πράγματι τις επιδιώξεις του ιστορικού κοινοτικού νομοθέτη, δεν ανταποκρίνεται πλέον στις σύγχρονες αντιλήψεις. Σε μία κοινότητα δικαίου, η οποία σέβεται και προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα, το αίτημα της ισότητας αμοιβών ανδρών και γυναικών εργαζομένων θεμελιώνεται κυρίως στις αρχές της αξιοπρέπειας του ατόμου και της ισότητας ανδρών και γυναικών, καθώς και της επιταγής για βελτίωση των όρων εργασίας, και όχι σε οικονομικές, εν στενή εννοία, επιδιώξεις όπως η ανωτέρω (25). Άλλωστε το Δικαστήριο, στην μεταγενέστερη νομολογία του, διακηρύσσει ότι η θεσπιζόμενη στο άρθρο 119 αρχή αποτελεί εξειδίκευση της γενικής αρχής της ισότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων, οι οποίες αποτελούν θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου (26).
Επομένως, κατά την γνώμη μου, δεν μπορεί εν πάση περιπτώσει να γίνει επίκληση του υποτιθέμενου «οικονομικού» σκοπού του άρθρου 119, για την ματαίωση εθνικών μέτρων τα οποία συνάδουν, κατά τα λοιπά, με την ενλόγω διάταξη.
81 Όσον αφορά το ζήτημα της αναδρομικότητας της οικονομικής επιβαρύνσεως, παρατηρείται εν πάση περιπτώσει ότι, όπως προκύπτει από τα ήδη εκτεθέντα, η πραγματική βάση του σχετικού επιχειρήματος έχει κλονισθεί, ενόψει των διαπιστώσεων του Bundesarbeitsgericht (ανωτέρω, σημεία 17 έως 19) και της ευχέρειας επιβολής αναδρομικώς ασφαλιστικών εισφορών σε βάρος των εργαζομένων (ανωτέρω, σημείο 49 επ.).
82 Ανεξαρτήτως τούτου, σημειώνεται ότι η μεν αναδρομή του εθνικού δικαίου μέχρι το έτος 1976 ουδέν ζήτημα αντιθέσεως προς το κοινοτικό δίκαιο προκαλεί. Και τούτο διότι, ακόμη και αν δεν μεσολαβούσαν τα εθνικά μέτρα, οι ενδιαφερόμενοι θα επετύγχαναν ούτως ή άλλως το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, διά της επικλήσεως του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119. Για το διάστημα αυτό, η ανεπάρκεια πόρων ή απλώς η οικονομική δυσχέρεια των εργοδοτών αποτελεί πρόβλημα αναγόμενο στο εθνικό δίκαιο και δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω (27). Επομένως, το μόνο τιθέμενο ζήτημα είναι αν μέτρα όπως τα επίμαχα αντίκεινται στο κοινοτικό δίκαιο καθό μέρος ανατρέχουν στο διάστημα προ του έτους 1976 και μέχρι την έναρξη ισχύος του άρθρου 119.
83 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, πριν κηρυχθούν αντισυνταγματικές, οι διατάξεις της συλλογικής συμβάσεως που προέβλεπαν διάκριση σε βάρος των προσφευγουσών ήσαν αντίθετες προς το άρθρο 119 της Συνθήκης, η δε Γερμανία υπείχε, από του τέλους της πρώτης περιόδου και εφεξής, διαρκή υποχρέωση να τις καταργήσει (28). Εξάλλου, όπως συνάγεται από την νομολογία του Δικαστηρίου, θεμιτώς ένα κράτος μέλος συμμορφώνεται αναδρομικώς προς υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο (29). Επομένως, θεμιτώς, από απόψεως κοινοτικού δικαίου, τα εθνικά μέτρα ανατρέχουν στο κρίσιμο χρονικό διάστημα.
84 Το επιχείρημα της οικονομικής επιβαρύνσεως των επιχειρήσεων, και αληθές υποτιθέμενο κατά την πραγματική του βάση, δεν ανατρέπει την διαπίστωση αυτή.
Πράγματι, οι ρυθμίσεις του άρθρου 119 λαμβάνουν υπόψη το συμφέρον όλων των οικονομικών εταίρων, ήτοι τόσο των εργαζομένων, όσο και των εργοδοτών και των φορέων που χορηγούν τις παροχές. Η μέριμνα του κοινοτικού δικαίου υπέρ των δύο τελευταίων κατηγοριών εκφράζεται, κατά την γνώμη μου, τόσο στην μεταβατική περίοδο που θεσπίζεται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 119 (περίοδο που επιτρέπει και στα κράτη μέλη αλλά και στους εργοδότες να προσαρμοσθούν στις νέες συνθήκες), αλλά και στους διαχρονικούς περιορισμούς που ετέθησαν με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου Defrenne II και Barber, καθώς και με το σχετικό πρωτόκολλο.
85 Ωστόσο, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι το άρθρο 119 σκοπεί κυρίως στην απονομή δικαιωμάτων στις κατηγορίες εκείνες εργαζομένων οι οποίες υφίσταντο συστηματικά δυσμενείς διακρίσεις λόγω φύλου, κατά κανόνα δε των εργαζομένων γυναικών, ένεκα των παραδοσιακών δομών και στερεοτύπων, που υφίστανται ακόμη στις κοινωνίες μας (30).
86 Ενόψει τούτων, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η μέριμνα του κοινοτικού νομοθέτη για την διαφύλαξη των θεμιτών οικονομικών συμφερόντων άλλων κατηγοριών, πέραν των εργαζομένων, στο ζήτημα της ισότητας αμοιβών, εξαντλήθηκε με τις προαναφερθείσες ρητές διατάξεις και με τους περιορισμούς που επέβαλε η νομολογία του Δικαστηρίου, διερμηνεύοντας και στην περίπτωση αυτή την εικαζόμενη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη. Πέραν αυτών δεν δικαιολογείται πλέον κανένα νέο εμπόδιο και κανένας νέος περιορισμός στην υλοποίηση της επιταγής του άρθρου 119 της Συνθήκης. Για τον λόγο αυτό, οι τυχόν οικονομικές επιπτώσεις από εθνικά μέτρα, λαμβανόμενα προς υλοποίηση της επιταγής του άρθρου 119, σε βάρος των ως άνω κατηγοριών, δεν δικαιολογούν ούτε νέο διαχρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων της αποφάσεως του Δικαστηρίου, όπως ήδη εξετέθη, ούτε, πολλώ μάλλον, την θέση εν αμφιβόλω των μέτρων αυτών από απόψεως κοινοτικού δικαίου.
87 Τέλος, το γεγονός ότι άλλα κράτη μέλη δεν έχουν συμμορφωθεί, ενδεχομένως, προς το άρθρο 119 στην έκταση που συμμορφώθηκε η Γερμανία, δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω. Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο,
«Η αποτελεσματικότητα της διατάξεως αυτής δεν μπορεί να θιγεί από το γεγονός ότι η υποχρέωση που επιβάλλεται από τη Συνθήκη δεν τηρήθηκε από ορισμένα κράτη μέλη και ότι τα κοινοτικά όργανα δεν αντέδρασαν επαρκώς κατά της παραλείψεως αυτής.
Η παραδοχή του αντιθέτου θα δημιουργούσε τον κίνδυνο να αναχθεί η παράβαση του δικαίου σε ερμηνευτικό κανόνα, θέση που το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να λάβει χωρίς να έλθει σε αντίθεση προς την αποστολή που του αναθέτει το άρθρο 164 της Συνθήκης» (31).
VII - Πρόταση
Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθούν στα προδικαστικά ερωτήματα οι εξής απαντήσεις:
«1) Ο αποκλεισμός των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο γυναικών από επαγγελματικό σύστημα συντάξεων, όπως αυτό στην κύρια δίκη, συνιστά δυσμενή διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 119 της Συνθήκης, όταν το μέτρο αυτό πλήσσει συγκριτικώς πολύ μεγαλύτερο αριθμό γυναικών παρά ανδρών και δεν δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, ξένους προς οποιαδήποτε διάκριση αναγομένη στο φύλο.
2) Eργαζόμενοι που υπέστησαν δυσμενή διάκριση από της ανωτέρω απόψεως, όσον αφορά το δικαίωμα υπαγωγής σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα και την καταβολή παροχών βάσει του συστήματος αυτού, μπορούν να επικαλεσθούν το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 119 εναντίον των αντιθέτων εθνικών μέτρων αναδρομικώς, από της 8ης Απριλίου 1976, ημερομηνίας δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου Defrenne II.
3) Ούτε το άρθρο 119, ούτε άλλη διάταξη ή γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου κωλύουν την θέση σε εφαρμογή εθνικών μέτρων τα οποία θεραπεύουν αναδρομικώς δυσμενή διάκριση αντίθετη προς το άρθρο 119, όπως η προαναφερθείσα, από χρόνο προγενέστερο της αποφάσεως Defrenne II.
4) Τα ενδεχόμενα οικονομικά προβλήματα που προκύπτουν για τις θιγόμενες επιχειρήσεις από την εφαρμογή παρόμοιων αναδρομικών εθνικών μέτρων, πρέπει να επιλύονται βάσει του εθνικού δικαίου, υπό το πρίσμα της αρχής της ίσης αμοιβής και δεν επηρεάζουν τις απαντήσεις στα προηγούμενα ερωτήματα.»
(1) - Συλλογή 1990, σ. Ι-1889.
(2) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 42.
(3) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160, και L 225, σ. 40, αντιστοίχως.
(4) - Η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1ο του Gesetz όber die Gleichbehandlung von Mδnnern und Frauen am Arbeitsplatz του 1980 (νόμος περί της ισότητας μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών στους χώρους εργασίας).
(5) - Σημειώνεται ότι η ενλόγω απόφαση αποτελεί συνέχεια της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 13ης Μαου 1986, 170/84, Bilka (Συλλογή 1986, σ. 1607), με την οποία επελύθησαν προδικαστικώς τα ζητήματα κοινοτικού δικαίου που είχε παραπέμψει το Bundesarbeitsgericht στην ίδια υπόθεση. Σημειώνεται επίσης ότι η καθής άσκησε προσφυγή ενώπιον του συνταγματικού δικαστηρίου κατά της εν λόγω αποφάσεως του Bundesarbeitsgericht, με την οποία προέβαλλε ότι η αναδρομική επιβάρυνσή της ήταν αντίθετη προς την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Το Bundesverfassungsgericht έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος να αποφανθεί επ' αυτής, λόγω του ότι δεν επιθανολογείτο η αποδοχή της (διάταξη της 28ης Σεπτεμβρίου 1992, 1 BVR 496/87).
(6) - Αποφάσεις της 28ης Φεβρουαρίου 1992 (3 AZR 173/92), της 7ης Μαρτίου 1995, η οποία αφορά στην Deutsche Telekom (3 AZR 321/94), της 16ης Ιανουαρίου 1996, η οποία αφορά στην Deutsche Post (3 AZR 767/94) κ.λπ. Κατά της αποφάσεως της 7ης Μαρτίου 1995, η Deutsche Telekom προσέφυγε ενώπιον του Bundesverfassungsgericht, η υπόθεση δε ήταν εκκρεμής κατά την εκδίκαση των παρουσών υποθέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενώπιον του συνταγματικού δικαστηρίου, εξάλλου, εκκρεμούν και άλλες προσφυγές άλλων διαδίκων κατά παρόμοιων αποφάσεων του Bundesarbeitsgericht.
(7) - Μνημονευθείσα στην υποσημείωση 1.
(8) - Βλ. προαναφερθείσα, στην υποσημείωση 5, απόφαση Bilka (σκέψη 22), προαναφερθείσα, στην υποσημείωση 1, απόφαση Barber (σκέψη 28), της 17ης Φεβρουαρίου 1993, C-173/91, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1993, σ. Ι-673, σκέψεις 17 και 20), της 6ης Οκτωβρίου 1993, C-109/91, Ten Oever (Συλλογή 1993, σ. Ι-4879, σκέψεις 10 και 11), της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C-7/93, Beune (Συλλογή 1994, σ. Ι-4471, σκέψεις 30, 37 και 43) κ.λπ.
(9) - Βλ. αντί άλλων μνημονευθείσα, στην υποσημείωση 5, απόφαση Bilka (σκέψη 31).
(10) - Την άποψή μου για το ζήτημα αυτό έχω αναπτύξει στις προτάσεις μου της 14ης Ιουλίου 1998, στην εκκρεμή υπόθεση C-167/97, Seymour-Smith κ.λπ., σημεία 116, 124 και 125.
(11) - Οπως η δυνατότητα καθορισμού διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για άνδρες και γυναίκες κατ' άρθρο 9, στοιχείο αα, της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ, που επαναλαμβάνει την εξαίρεση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο αα, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ [βλ. απόφαση Barber (σκέψη 42) και απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C-57/93, Vroege (Συλλογή 1994, σ. Ι-4541, σκέψη 22)].
(12) - Μνημονευθείσα, στην προηγούμενη υποσημείωση, απόφαση Vroege (σκέψεις 20 έως 29) και αποφάσεις της 28ης Σεπτεμβρίου 1984, C-128/93, Fisscher (Συλλογή 1994, σ. Ι-4583, σκέψεις 17 έως 26), της 24ης Οκτωβρίου 1996, C-435/93, Dietz (Συλλογή 1996, σ. Ι-5223, σκέψεις 19 και 20) και της 11ης Δεκεμβρίου 1997, C-246/96, Magorrian (Συλλογή 1997, σ. Ι-7153, σκέψεις 27 έως 29).
(13) - Προαναφερθείσες αποφάσεις Dietz (σκέψη 21) και Magorrian (σκέψη 30).
(14) - Αποφάσεις Dietz (σκέψεις 23 και επ.) και Magorrian (σκέψεις 32 έως 35), αντιστοίχως.
(15) - Προαναφερθείσα, στην υποσημείωση 12, απόφαση Fisscher (σκέψεις 35 έως 37).
(16) - Βλ. αντί άλλων απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978, 106/77, Simmenthal (Συλλογή τόμος 1978, σ. 239, σκέψεις 14 έως 16).
(17) - Ιδια απόφαση, σκέψη 17.
(18) - Βλ. αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1980, 61/79, Denkavit italiana (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 605, σκέψη 16), της 13ης Φεβρουαρίου 1996, C-197/94 και C-252/94, Bautiaa κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. Ι-505, σκέψη 47) κ.λπ., και τελευταία της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, C-231/96, Edilizia (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 15).
(19) - Μνημονευθείσα στην προηγούμενη υποσημείωση απόφαση Edilizia (σκέψη 17).
(20) - Βλ. μνημονευθείσα, στο σημείο 46, απόφαση Defrenne II (σκέψεις 69 και επ.), αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 1981, 69/80, Worringham (Συλλογή 1981, σ. 767, σκέψεις 29 επ.), της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 24/86, Blaizot (Συλλογή 1988, σ. 379, σκέψεις 28 και επ.), μνημονευθείσα απόφαση Barber (σκέψεις 40 και επ.), της 19ης Οκτωβρίου 1995, C-137/94, Richardson (Συλλογή 1995, σ. Ι-3407, σκέψεις 32 και επ.), μνημονευθείσα στην υποσημείωση 18 απόφαση Bautiaa κ.λπ. (σκέψη 48) κ.ά.
(21) - Τούτο διευκρινίζεται ρητώς, αν και εκ περισσού, στην σκέψη 44 της αποφάσεως Barber.
(22) - Προαναφερθείσα απόφαση Edilizia, σκέψη 18.
(23) - Βλ. απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1969, υπόθεση 14/68, Wilhelm (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 1, σκέψη 6), σκέψη 17 της αποφάσεως Simmenthal (προπαρατεθείσα στο σημείο 58), κ.λπ.
(24) - Σημειώνεται ότι ενόψει του περιεχομένου της, η εθνική ρύθμιση αποτελεί μέτρο εμπίπτον σε πεδίο εφαρμογής των άρθρων 117 και 118 της Συνθήκης, και ως εκ τούτου ανήκον, κατ' αρχήν, στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Ωστόσο, όπως είχα την ευκαιρία να εκθέσω και αλλού, ακόμη και παρόμοια μέτρα ελέγχονται από την άποψη αν συμβιβάζονται με το άρθρο 119 (βλ. μνημονευθείσες, στην υποσημείωση 10 προτάσεις μου στην εκκρεμή υπόθεση Seymour Smith, σημείο 70 και ιδίως υποσημείωση 21).
(25) - Η επίκληση παρόμοιου σκοπού, στην εποχή μας, θα ισοδυναμούσε με το να προβάλλει κανείς π.χ. ότι η παιδική εργασία πρέπει να απαγορεύεται, όχι επειδή αποτελεί όνειδος για τον πολιτισμένο κόσμο, αλλά προεχόντως διότι οι επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται παιδιά είναι ανταγωνιστικότερες από αυτές που χρησιμοποιούν ενήλικους εργαζομένους.
(26) - Βλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1993, C-132/92, Roberts (Συλλογή 1993, σ. Ι-5579, σκέψη 17) κ.λπ. Πρβλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 1996, C-13/94, P. κατά S. (Συλλογή 1996, σ. Ι-2143, σκέψεις 15 έως 22).
(27) - Βλ. απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C-200/91, Coloroll (Συλλογή 1994, σ. Ι-4389, σκέψη 42).
(28) - Κατά την γνώμη μου, η υποχρέωση αυτή υφίσταται ανεξαρτήτως των διαχρονικών περιορισμών των αποφάσεων Barber και Defrenne II, με την διαφορά ότι η υποχρέωση είναι ατελής, δηλαδή η παράβασή της δεν γεννά αγώγιμη αξίωση, για το προ της εκδόσεως των αποφάσεων αυτών χρονικό διάστημα, υπέρ των ιδιωτών που έλκουν δικαιώματα από το κοινοτικό δίκαιο.
(29) - Πρβλ., όσον αφορά την αναδρομική συμμόρφωση προς οδηγίες, τις αποφάσεις της 8ης Μαρτίου 1988, υπόθεση 80/87, Dik (Συλλογή 1988, σ. 1601, σκέψη 13), της 10ης Ιουλίου 1997, C-373/95, Maso (Συλλογή 1997, σ. Ι-4051, σκέψεις 39 έως 41) και τις σκέψεις των προτάσεών μου επί της υποθέσεως C-94/95 και C-95/95, Bonifaci κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. Ι-3969, σημεία 56 και επ.).
(30) - Βλ. απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1997, C-409/95, Marschall (Συλλογή 1997, σ. Ι-6363, σκέψη 29).
(31) - Προμνημονευθείσα απόφαση Defrenne II, σκέψεις 33 και 34.
Full & Egal Universal Law Academy