Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Το προδικαστικό ερώτημα που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο από το Arrondissementsrechtbank te Amsterdam και αφορά την ερμηνεία του άρθρου 50, παράγραφος 6, της Συμφωνίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου (στο εξής: Συμφωνία για τα TRIP), η οποία αποτελεί το παράρτημα 1 Γ της Συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (στο εξής: Συμφωνία ΠΟΕ).
Συγκεκριμένα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν συνιστά προσωρινό μέτρο, κατά την έννοια του άρθρου 50 της Συμφωνίας για τα TRIP, ένα ασφαλιστικό μέτρο που έχει διαταχθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του εθνικού δικαίου.
Κανονιστικό πλαίσιο
2 Η Συμφωνία ΠΟΕ, καθώς και οι άλλες συμφωνίες που συνομολογήθηκαν στο πλαίσιό της, μεταξύ των οποίων καταλέγεται και η Συμφωνία για τα TRIP, εγκρίθηκαν, όσον αφορά την Κοινότητα, με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϋκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθόσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (1). Οι συμφωνίες αυτές έχουν δημοσιευθεί ως παραρτήματα της αποφάσεως (2).
3 Το μέρος III της Συμφωνίας για τα TRIP περιέχει διατάξεις σχετικά με την «επιβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας». Προς τούτο, «τα κράτη μεριμνούν ώστε η νομοθεσία τους να προβλέπει τις διαδικασίες επιβολής που ορίζονται στο παρόν μέρος, προκειμένου να είναι δυνατή η αποτελεσματική λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση κάθε πράξης παραβίασης των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που κατοχυρώνονται από την παρούσα συμφωνία· στα μέτρα αυτά συμπεριλαμβάνονται κατασταλτικά μέτρα τα οποία είναι δυνατό να εφαρμόζονται γρήγορα για να αποτραπούν τυχόν παραβιάσεις, καθώς και κατασταλτικά μέτρα με τα οποία αποθαρρύνεται η διάπραξη περαιτέρω παραβιάσεων. Οι εν λόγω διαδικασίες εφαρμόζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποφεύγεται η ανόρθωση εμποδίων για το νόμιμο εμπόριο και να καθερώνονται μηχανισμοί για την εξασφάλιση της μη καταχρηστικής προσφυγής σ' αυτές» (άρθρο 41, παράγραφος 1). Προβλέπεται επίσης ότι «οι δικαστικές αρχές έχουν την εξουσία να διατάξουν ένα διάδικο να παύσει να παραβιάζει κάποιο δικαίωμα· η διαταγή είναι δυνατό να αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην αποτροπή της εισόδου στα υπαγόμενα στη δικαιοδοσία τους δίκτυα εμπορίας εισαγόμενων προϋόντων, τα οποία συνδέονται με κάποια παραβίαση δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, αμέσως μετά τον εκτελωνισμό των εν λόγω προϋόντων. Τα μέλη δεν είναι υποχρεωμένα να παρέχουν την ανωτέρω εξουσία όταν το αντικείμενο της προστασίας έχει αποκτηθεί ή παραγγελθεί από κάποιο πρόσωπο το οποίο είτε δεν γνώριζε ακόμη είτε αγνοούσε δικαιολογημένα ότι οι επίμαχες συναλλαγές συνεπάγονταν ενδεχομένως την παραβίαση δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας» (άρθρο 44, παράγραφος 1).
Τέλος, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το άρθρο 50 της Συμφωνίας για τα TRIP, του οποίου ζητεί την ερμηνεία το αιτούν δικαστήριο, προβλέπει, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα εξής:
«1. Οι δικαστικές αρχές έχουν την εξουσία να διατάσσουν την άμεση και αποτελεσματική εφαρμογή προσωρινών μέτρων:
α) προκειμένου να αποτραπεί η παραβίαση κάποιου δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και ειδικότερα για να αποτραπεί η είσοδος στα υπαγόμενα στη δικαιοδοσία τους δίκτυα εμπορίας αγαθών, συμπεριλαμβανομένων εισαγόμενων αγαθών αμέσως μετά τον εκτελωνισμό τους·
β) προκειμένου να διαφυλαχθούν αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στην υποτιθέμενη παραβίαση.
2. Όταν κρίνεται αναγκαίο, οι δικαστικές αρχές έχουν την εξουσία να θεσπίζουν προσωρινά μέτρα χωρίς πρώτα να ακούσουν τις απόψεις της άλλης πλευράς, ιδίως όταν πιθανολογείται ότι τυχόν καθυστέρηση ενδέχεται να προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στο πρόσωπο στο οποίο ανήκει το σχετικό δικαίωμα, ή όταν αποδεικνύεται ότι υπάρχει κίνδυνος καταστροφής συναφών αποδεικτικών στοιχείων.
(...)
4. Όταν έχουν αποφασισθεί προσωρινά μέτρα χωρίς πρώτα να ακουστούν οι απόψεις της άλλης πλευράς, τα θιγόμενα μέρη πρέπει να ενημερώνονται σχετικά αμελλητί και πάντως το αργότερο μετά την εκτέλεση των μέτρων. Με αίτηση του εναγομένου διενεργείται επανεξέταση των μέτρων, οπότε ο εναγόμενος έχει το δικαίωμα να εκθέσει τις απόψεις του· σκοπός της επανεξέτασης είναι να αποφασισθεί, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από τη γνωστοποίηση των μέτρων, κατά πόσον είναι σκόπιμη η τροποποίηση, ανάκληση ή διατήρηση σε ισχύ των εκάστοτε μέτρων.
(...)
6. Με την επιφύλαξη του άρθρου 4, τα προσωρινά μέτρα τα οποία λαμβάνονται δυνάμει των παραγράφων 1 και 2 ανακαλούνται ή έστω παύουν να ισχύουν μετά από αίτηση του εναγομένου, αν δεν κινηθούν μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα οι προβλεπόμενες διαδικασίες για την έκδοση απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης· το κρίσιμο χρονικό διάστημα καθορίζεται από τη δικαστική αρχή που έχει διατάξει την εκτέλεση των μέτρων, σε περίπτωση που κάτι τέτοιο επιτρέπεται από τη νομοθεσία του οικείου μέλους. Αν δεν υπάρχει ρητός καθορισμός του κρίσιμου χρονικού διαστήματος, αυτό δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο των 20 εργασίμων ημερών ή των 31 ημερολογιακών ημερών, ανάλογα με το ποιο χρονικό διάστημα είναι το μεγαλύτερο.
7. Όταν τα προσωρινά μέτρα ανακαλούνται ή όταν η ισχύς τους παύει εξαιτίας κάποιας πράξης ή παράλειψης του ενάγοντος ή οταν διαπιστώνεται εκ των υστέρων ότι δεν έχει υπάρξει παραβίαση ή κίνδυνος παραβίασης ενός δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, οι δικαστικές αρχές έχουν την εξουσία να διατάξουν τον ενάγοντα, μετά από αίτηση του εναγομένου, να καταβάλει στον εναγόμενο εύλογη αποζημίωση για τη ζημία που έχει ενδεχομένως υποστεί εξαιτίας των εν λόγω μέτρων.
8. Στο μέτρο που είναι δυνατό να διαταχθεί οποιοδήποτε προσωρινό μέτρο στο πλαίσιο της εφαρμογής διοικητικών διαδικασιών, οι εν λόγω διαδικασίες πρέπει να διέπονται από αρχές ανάλογες κατ' ουσίαν προς αυτές που ορίζονται στο παρόν τμήμα».
4 Όσον αφορά την εφαρμοστέα εθνική ρύθμιση, θα ήθελα καταρχάς να υπενθυμίσω ότι, κατά το άρθρο 289 του ολλανδικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, «σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες, αν ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα των διαδίκων, επιβάλλεται η άμεση λήψη ασφαλιστικού μέτρου λόγω επείγοντος, η σχετική αίτηση μπορεί να υποβληθεί στον πρόεδρο του Πρωτοδικείου σε ειδική συνεδρίαση που διεξάγεται μία από τις εργάσιμες ημέρες που προβλέπονται προς τούτο» (παράγραφος 1). Στην περίπτωση αυτή οι διάδικοι, όπως διευκρινίζεται από το επόμενο άρθρο, το άρθρο 290, παράγραφος 2, μπορούν να εμφανιστούν εκουσίως ενώπιον του προέδρου, ο δε αιτών πρέπει οπωσδήποτε να εκπροσωπείται κατά τη συνεδρίαση από δικηγόρο, ενώ ο καθού μπορεί να εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο. Διασφαλίζεται δηλαδή η δυνατότητα των διαδίκων να αναπτύξουν την άποψή τους.
Το ασφαλιστικό μέτρο που διατάσσεται από τον πρόεδρο πρέπει να είναι αιτιολογημένο και να εκδοθεί εγγράφως και μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του Gerechtshof (Εφετείου) εντός δύο εβδομάδων από τη λήψη του, έστω και αν δεν αποτελεί εκτελεστό τίτλο (άρθρο 295, παράγραφοι 1, 2 και 3). Αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Gerechtshof μπορεί να υποβληθεί εντός έξι εβδομάδων από την έκδοση της αποφάσεως (άρθρο 295, παράγραφος 4). Τέλος, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το άρθρο 292 του ολλανδικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας διατυπώνει την αρχή ότι οι αποφάσεις περί ασφαλιστικών μέτρων δεν προδικάζουν την απόφαση επί της κύριας υποθέσεως. Η παραγωγή των αποτελεσμάτων του ασφαλιστικού μέτρου δεν εξαρτάται εντούτοις από τη διαδικασία επί της κύριας υποθέσεως ούτε προβλέπεται καμία προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να κινηθεί η τακτική διαδικασία. Επί του σημείου αυτού δεν είναι περιττό να προστεθεί, όπως υπογραμμίζει το ίδιο το αιτούν δικαστήριο στη διάταξη περί παραπομπής, ότι, «καίτοι υφίσταται για τους διαδίκους η δυνατότητα να κινήσουν στη συνέχεια την τακτική διαδικασία, οι διάδικοι αποδέχονται συνήθως ως οριστική απόφαση την απόφαση που εκδίδεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων σε υποθέσεις που αφορά η Συμφωνία για τα TRIP».
Πραγματικά περιστατικά και προδικαστικό ερώτημα
5 Ας έρθουμε τώρα στα πραγματικά περιστατικά. Η γαλλικού δικαίου εταιρία Hermθs International, ετερόρρυθμη εταιρία κατά μετοχές (στο εξής: Hermθs), είναι, κατόπιν καταχωρήσεων που έχουν εκτελεστεί βάσει διεθνών συμφωνιών, δικαιούχος δύο σημάτων, από τα οποία το ένα συνίσταται στη λέξη «Hermθs» και το άλλο στη λέξη αυτή και σε απεικόνιση, όσον δε αφορά τις χώρες Benelux τα σήματα αυτά φέρουν τους αριθμούς R 196 756 και R 199 735. Η Hermθs είναι επιχείρηση σχεδιασμού, παραγωγής και εμπορίας - μεταξύ άλλων - γραβατών, επί των οποίων τίθεται το αποτελούμενο από γράμματα και απεικόνιση σήμα που αναφέρθηκε ανωτέρω. Οι γραβάτες αυτές, για την εμπορία των οποίων εφαρμόζεται ένα σύστημα επιλεκτικής διανομής, πωλούνται στις Κάτω Ξώρες από την Galerie & Faοence BV του Scheveningen και από την Boutique le Duc του Zeist.
Στις 21 Δεκεμβρίου 1995 η Hermθs, κατόπιν άδειας του προέδρου του Πρωτοδικείου, προέβη σε δύο συντηρητικές κατασχέσεις γραβατών που πωλούνταν από την εταιρία FHT Marketing Choice BV (στο εξής: FHT) και επί των οποίων είχε τεθεί το σήμα Hermθs· η μία κατάσχεση πραγματοποιήθηκε κατά της ίδιας της FHT και η άλλη στα χέρια τρίτων, αφορούσαν δε 10 και 453 γραβάτες αντίστοιχα. Στη συνέχεια, στις 2 Ιανουαρίου 1996, η Hermθs υπέβαλε στον πρόεδρο του Πρωτοδικείου αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η FHT να θέσει τέρμα στην προσβολή των δικαιωμάτων του δημιουργού και των δικαιωμάτων σήματος της αιτούσας, και ειδικότερα να δηλώσει τον συνολικό αριθμό των γραβατών που είχαν αγοραστεί και ήδη μεταπωληθεί, καθώς και να μη διαθέσει στην αγορά το απόθεμα των γραβατών της, μέχρι οι γραβάτες αυτές να αποσυρθούν οριστικά. Η Hermθs ζήτησε επίσης να υποχρεωθεί η FHT να την αποζημιώσει για τη ζημία που της είχε προκαλέσει. Με την ίδια αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων η Hermθs ζήτησε επίσης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 50, παράγραφος 6, της Συμφωνίας για τα TRIP, τον καθορισμό δεκατετραήμερης προθεσμίας εντός της οποίας θα έπρεπε να κινηθεί η διαδικασία για την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας και η οποία θα έπρεπε να αρχίσει να τρέχει από την ημερομηνία της (ενδεχομένης) υποβολής αιτήσεως της FHT για την ακύρωση των ασφαλιστικών μέτρων, αίτηση η οποία έπρεπε να υποβληθεί το αργότερο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως του προέδρου του Πρωτοδικείου.
6 Το επιληφθέν δικαστήριο, κρίνοντας ότι μπορούσε εκ πρώτης όψεως να πιθανολογηθεί η απομίμηση του σήματος επί των γραβατών και ότι δεν μπορούσε ευλόγως να θεωρηθεί ότι η FHT είχε ενεργήσει καλόπιστα, δέχθηκε την αίτηση της Hermθs, πλην του αιτήματος που αφορούσε την προκαταβολή μέρους της αποζημιώσεως.
Αντίθετα, το δικαστήριο έκρινε, όσον αφορά το ζήτημα των προθεσμιών, ότι το αίτημα της Hermθs δεν μπορούσε να γίνει δεκτό, διότι το άρθρο 50, παράγραφος 6, της Συμφωνίας για τα TRIP δεν προβλέπει τον καθορισμό καμιάς προθεσμίας για την υποβολή της αιτήσεως ανακλήσεως των ληφθέντων προσωρινών μέτρων, οπότε σε καμία περίπτωση δεν μπορεί η προθεσμία κινήσεως της διαδικασίας για την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας να εξαρτάται από την επιβολή αποσβεστικής προθεσμίας τριών μηνών για την υποβολή της εν λόγω αιτήσεως, εν προκειμένω εκ μέρους της FHT. Το ίδιο όμως δικαστήριο διερωτάται εάν δεν είναι εντούτοις αναγκαίο να ταχθεί προθεσμία για την κίνηση της διαδικασίας εκδικάσεως της υποθέσεως επί της ουσίας, προσθέτοντας ότι η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι καταφατική, αν συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα ασφαλιστικά μέτρα που διατάσσονται σύμφωνα με το άρθρο 289 του ολλανδικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας πρέπει να χαρακτηριστούν ως προσωρινά μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 50 της Συμφωνίας για τα TRIP.
7 Για να εξακριβωθεί επομένως αν πρέπει να τάξει στην Hermθs προθεσμία για την κίνηση της διαδικασίας εκδικάσεως της ουσίας, το εθνικό δικαστήριο έχει υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως επί του εξής ερωτήματος:
«Συνιστά προσωρινό μέτρο, κατά την έννοια του άρθρου 50 της συμφωνίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου, μια απόφαση περί ασφαλιστικών μέτρων, όπως είναι π.χ. η προβλεπόμενη στα άρθρα 289 επ. του ολλανδικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, κατά τον οποίο μπορεί να ζητηθεί από τον πρόεδρο του Πρωτοδικείου να διατάξει αμελλητί ασφαλιστικό μέτρο λόγω επείγοντος;»
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
8 Από την ίδια τη διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ούτε για την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να ερμηνεύει το άρθρο 50 της Συμφωνίας για τα TRIP ούτε για τη δυνατότητα των ιδιωτών να επικαλούνται τη διάταξη αυτή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Επιπλέον, στη διάταξη περί παραπομπής το δικαστήριο αυτό ανέφερε ρητά (και επιγραμματικά) αφενός ότι η Συμφωνία για τα TRIP έχει κυρωθεί επίσης από την ίδια την Κοινότητα, «οπότε αποτελεί τμήμα του ευρωπαϋκού κοινοτικού δικαίου και άρα το ερώτημα αυτό μπορεί να υποβληθεί στο Δικαστήριο κατά το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΚ», και αφετέρου ότι το άρθρο 50 της συμφωνίας αυτής «συνιστά διάταξη με άμεσο αποτέλεσμα».
Συναφώς πρέπει όμως να υπογραμμιστεί ότι, αντίθετα απ' ό,τι φαίνεται να δέχεται το αιτούν δικαστήριο, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να ερμηνεύει το άρθρο 50 της Συμφωνίας για τα TRIP και το άμεσο αποτέλεσμα της εν λόγω διατάξεως δεν μπορούν να θεωρούνται δεδομένα. Το γεγονός δηλαδή ότι η αρμοδιότητα για τη σύναψη της Συμφωνίας για τα TRIP, όπως δέχθηκε το ίδιο το Δικαστήριο με τη γνωμοδότηση 1/94 (3), είναι κατανεμημένη μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών επιβάλλει την εξακρίβωση του ζητήματος αν η επίμαχη εν προκειμένω διάταξη εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Κοινότητας ή των κρατών μελών και αν, εφόσον συμβαίνει το δεύτερο, το Δικαστήριο είναι εντούτοις αρμόδιο να παράσχει την ερμηνεία στο αιτούν δικαστήριο. Όσον αφορά δε το άμεσο αποτέλεσμα της εν λόγω διατάξεως, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η νομολογία του Δικαστηρίου δέχεται μέχρι σήμερα ότι οι διατάξεις της ΓΣΔΕ (GATT) (1947) δεν έχουν τέτοιο αποτέλεσμα (4), οπότε τίθεται τουλάχιστον το ζήτημα κατά πόσον η κατάσταση έχει μεταβληθεί σε σχέση με τις διατάξεις περί ΠΟΕ, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι διατάξεις της Συμφωνίας για τα TRIP.
9 Αυτά είναι επομένως τα δύο ερωτήματα στα οποία πρέπει να δοθεί απάντηση πριν εξεταστεί ενδεχομένως η ουσία του υποβληθέντος ερωτήματος. Αυτά είναι εξάλλου τα ερωτήματα στα οποία επικεντρώνουν τα κράτη και τα κοινοτικά όργανα τις παρατηρήσεις που έχουν υποβάλει στην παρούσα διαδικασία (και τούτο δεν μπορεί βέβαια να είναι τυχαίο).
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
10 Το σημείο εκκινήσεως για την εξέταση του ζητήματος της αρμοδιότητας δεν μπορεί παρά να είναι η προαναφερθείσα γνωμοδότηση 1/94. Το Δικαστήριο, από το οποίο είχε ζητηθεί να αποφανθεί, μεταξύ άλλων, αν η Ευρωπαϋκή Κοινότητα ήταν αρμόδια να συνάψει όλα τα μέρη της Συμφωνίας για την ίδρυση του ΠΟΕ σχετικά με τις εμπορικές πτυχές των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, περιλαμβανομένου και του εμπορίου των εμπορευμάτων απομιμήσεως/παραποιήσεως, δυνάμει του άρθρου 113 της Συνθήκης ή των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου αυτού και των άρθρων 100 A και/ή 235 της Συνθήκης αυτής, κατέληξε ότι «η Κοινότητα και τα κράτη μέλη της έχουν συντρέχουσα αρμοδιότητα για τη σύναψη της TRIP» (5).
Το Δικαστήριο κατέληξε στο ανωτέρω συμπέρασμα, αφού προηγουμένως αποφάνθηκε ότι η πνευματική ιδιοκτησία, παρά τη σχέση της με το εμπόριο προϋόντων, δεν εμπίπτει στην εμπορική πολιτική. Ειδικότερα, το Δικαστήριο διαχώρισε καταρχάς την περίπτωση των μέτρων που αποβλέπουν στη ματαίωση της εισαγωγής στην Κοινότητα προϋόντων απομιμήσεως/παραποιήσεως και που αποτελούν ήδη αντικείμενο κοινοτικής ρυθμίσεως στηριζόμενης στο άρθρο 113, η οποία επομένως εμπίπτει στην αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα της Κοινότητας. Κατά τα λοιπά, το Δικαστήριο, μολονότι αναγνώρισε ότι οι διατάξεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας έχουν στενή σχέση με το εμπόριο προϋόντων και ενδέχεται να έχουν αποτελέσματα επί του εμπορίου αυτού, δεν θεώρησε ότι η σχέση αυτή αρκεί για να εμπίπτουν οι διατάξεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας στο ειδικό πεδίο εφαρμογής του άρθρου 113, δηλαδή στο πεδίο της αποκλειστικής εξωτερικής αρμοδιότητας της Κοινότητας (6). Ούτε εξάλλου το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η αρμοδιότητα αυτή μπορούσε να στηριχθεί σε άλλη νομική βάση, π.χ. το άρθρο 100 A και/ή το άρθρο 235 της Συνθήκης, ή να απορρέει από τον παραλληλισμό της εσωτερικής αρμοδιότητας προς την εξωτερική. Συναφώς το Δικαστήριο αφενός δέχθηκε ότι τα άρθρα αυτά δεν μπορούν καθεαυτά να δημιουργήσουν αποκλειστική κοινοτική αρμοδιότητα και αφετέρου επανέλαβε τη γενική αρχή ότι υφίσταται αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα, μόνο εφόσον η αρμοδιότητα αυτή αντιστοιχεί σε εσωτερικές αρμοδιότητες που έχουν πράγματι ασκηθεί, όσον αφορά ολόκληρο τον οικείο τομέα, και εφόσον ο παραλληλισμός είναι αναγκαίος για την αποτελεσματική άσκηση της εσωτερικής αρμοδιότητας (7).
11 Στη συνέχεια θα ήθελα να υπενθυμίσω, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, ότι ορισμένα κράτη μέλη είχαν υποστηρίξει, με τις παρατηρήσεις που είχαν καταθέσει σε σχέση με τη γνωμοδότηση 1/94, ότι «οι διατάξεις της TRIP που αφορούν τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για τη διασφάλιση αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, όπως η διασφάλιση σωστής και δίκαιης διαδικασίας, οι κανόνες περί διεξαγωγής αποδείξεως, το δικαίωμα ακροάσεως, η αιτιολόγηση των αποφάσεων, το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής, τα προσωρινά μέτρα και η αποζημίωση, εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών». Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «η Κοινότητα έχει ασφαλώς αρμοδιότητα εναρμονίσεως των σχετικών με τα θέματα αυτά εθνικών κανόνων, εφόσον οι κανόνες αυτοί, για να επαναληφθεί η διατύπωση του άρθρου 100 της Συνθήκης, έχουν "άμεση επίπτωση στην εγκαθίδρυση ή τη λειτουργία της κοινής αγοράς". Κατά τα λοιπά, τα κοινοτικά όργανα δεν έχουν μέχρι τώρα ασκήσει τις αρμοδιότητές τους στον τομέα των "μέσων για την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας", με εξαίρεση τον προαναφερθέντα κανονισμό 3842/86 (...), περί της απαγορεύσεως της θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων απομιμήσεως/παραποιήσεως» (8).
Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι ο τομέας των μέσων για την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας μπορούσε να θεωρηθεί ως τομέας της αποκλειστικής αρμοδιότητας των κρατών μελών, αφού είναι βέβαιο ότι η Κοινότητα έχει αρμοδιότητα εναρμονίσεως ακόμη και του τομέα αυτού, εφόσον υπάρχουν επιπτώσεις επί της λειτουργίας της κοινής αγοράς· ταυτόχρονα όμως το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι μέχρι τότε η αρμοδιότητα αυτή δεν είχε ακόμη ασκηθεί σε ενδοκοινοτικό επίπεδο ή ότι είχε ασκηθεί περιθωριακά και μόνο και ότι επομένως δεν πληρούνταν ακόμη η προϋπόθεση δημιουργίας αποκλειστικής εξωτερικής αρμοδιότητας της Κοινότητας. Κατ' ουσία δηλαδή, όσον αφορά τις βασικές διατάξεις περί προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, η ύπαρξη αποκλειστικής κοινοτικής αρμοδιότητας προς τα έξω εμφανιζόταν, κατά τον χρόνο εκδόσεως της γνωμοδοτήσεως, ως δυνητική και μόνο. Η κατάσταση αυτή δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα, πράγμα που επιβεβαιώθηκε κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας. Κατά συνέπεια, οι όροι του προβλήματος είναι οι ίδιοι, δηλαδή η αρμοδιότητα συνάψεως συμφωνιών σαν τη Συμφωνία για τα TRIP εξακολουθεί να είναι κατανεμημένη μεταξύ των κρατών μελών της Κοινότητας (9) και, ειδικότερα, η αρμοδιότητα συνάψεως συμβατικών διατάξεων για τις οποίες η αρμοδιότητα της Κοινότητας είναι (ακόμη) δυνητική (μόνο) εξακολουθεί να ανήκει στα κράτη μέλη.
12 Δεν νομίζω όμως ότι χρειάζεται να τονιστεί ότι στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη της Συμφωνίας για τα TRIP της οποίας η ερμηνεία ζητείται από το Δικαστήριο αφορά τα προσωρινά μέτρα, δηλαδή έναν τομέα στον οποίο η Κοινότητα δεν έχει ακόμη ασκήσει (αποτελεσματικά) επί του εσωτερικού πεδίου την (δυνητική) αρμοδιότητά της, δηλαδή έναν τομέα ο οποίος εξακολουθεί καταρχήν να εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.
Αν ληφθούν υπόψη τα ανωτέρω, φαίνεται να συνάγεται το συμπέρασμα ότι η Κοινότητα δεν θα έπρεπε να θεωρείται ως συμβαλλόμενο μέρος, όταν πρόκειται για τέτοιου είδους διατάξεις. Υπέρ του συμπεράσματος αυτού συνηγορούν εξάλλου τα άρθρα 1 και 2 της προπαρατεθείσας αποφάσεως 94/800, με τα οποία εγκρίνονται οι συμφωνίες εξ ονόματος της Κοινότητας «ως προς το τμήμα που εμπίπτει στην αρμοδιότητά της», η δε φράση αυτή περιλαμβάνεται ακόμη και στον τίτλο της αποφάσεως. Διαφορετικό συμπέρασμα θα μπορούσε να συναχθεί μόνο αν η έκφραση «κατανεμημένη αρμοδιότητα» ερμηνευόταν υπό την έννοια ότι η αρμοδιότητα ανήκει εξίσου και συντρεχόντως στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη, οπότε κάθε απόφαση που ανήκει σε τομέα μεικτής αρμοδιότητας θα έπρεπε να λαμβάνεται από την Κοινότητα και τα κράτη μέλη από κοινού (10).
13 H ερμηνεία αυτή, εκτός του ότι είναι ασυμβίβαστη με την έκφραση «ως προς το τμήμα που εμπίπτει στην αρμοδιότητά της», μου φαίνεται παραπλανητική και οπωσδήποτε ακατάλληλη για την επίλυση του προβλήματος. Εφόσον δεν υφίστανται μέσα παρεμβάσεως στις περιπτώσεις στις οποίες δεν επιτυγχάνεται η λήψη κοινής αποφάσεως, η ανωτέρω ερμηνεία θα είχε ως αποτέλεσμα ότι, στους τομείς στους οποίους ισχύει η κατανομή αρμοδιοτήτων, τόσο η Κοινότητα όσο και κάθε κράτος μέλος θα είχαν πραγματικό δικαίωμα αρνησικυρίας, πράγμα που θα είχε αναπόφευκτα ως συνέπεια τη ματαίωση κάθε προόδου της διαδικασίας λήψεως των αποφάσεων, οπότε θα μπορούσε να δημιουργηθεί μια κατάσταση παραλυσίας που θα οδηγούσε σε «μη ψήφο» της Κοινότητας και των κρατών μελών (11). Φρονώ επομένως ότι πρέπει να γίνει δεκτό, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη η σαφήνεια της γνωμοδοτήσεως 1/94 επί του σημείου αυτού, ότι η αρμοδιότητα συνάψεως της συμφωνίας είναι κοινοτική σε σχέση με τους τομείς στους οποίους έχει ήδη θεσπιστεί κοινοτική ρύθμιση - που να μην είναι βέβαια μερική μόνο και περιθωριακή - ενώ εξακολουθεί να ανήκει στα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχει τέτοια ρύθμιση.
Το βάσιμο των ανωτέρω παρατηρήσεων επιβεβαιώνεται από την ίδια τη γνωμοδότηση 1/94. Το Δικαστήριο δηλαδή, προκειμένου να απαντήσει στις αντιρρήσεις της Επιτροπής σχετικά με τις πρακτικές δυσκολίες που θα προέκυπταν από την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών, τόνισε την ανάγκη στενής συνεργασίας τόσο κατά τη διαπραγμάτευση και τη συνομολόγηση των συμβατικών διατάξεων όσο και κατά την εφαρμογή τους (12). Τούτο δεν θα είχε προφανώς καμία έννοια, αν η κατανομή της αρμοδιότητας είχε την έννοια ότι αφορά τη συνομολόγηση της ίδιας διατάξεως και όχι των διαφόρων τμημάτων μιας συμφωνίας. Σε τελική ανάλυση, η έκφραση «κατανομή αρμοδιοτήτων» δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να σημαίνει παρά μόνο ότι τα κράτη μέλη και η Κοινότητα έχουν τον τελευταίο λόγο, τουλάχιστον καθόσον η απαιτούμενη συνεργασία δεν καταλήγει σε συμφωνία, στους τομείς στους οποίους έχουν αντίστοιχα αρμοδιότητα.
14 Κατόπιν της ανωτέρω περιγραφής του κοινοτικού πλαισίου θα ήθελα πάντως να υπενθυμίσω ότι η Κοινότητα και τα κράτη μέλη υπέγραψαν το σύνολο των συμφωνιών ΠΟΕ και ότι συνεπώς τόσο η Κοινότητα όσο και τα κράτη μέλη αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη έναντι των τρίτων συμβαλλομένων κρατών. Μολονότι η έγκριση των συμφωνιών αυτών εξ ονόματος της Κοινότητας περιορίζεται στο «τμήμα που εμπίπτει στην αρμοδιότητά της», θα ήθελα πάντως να επισημάνω ότι η τελική πράξη και η Συμφωνία ΠΟΕ δεν περιέχουν καμία ρήτρα περί αρμοδιότητας (13) και ότι η Κοινότητα και τα κράτη μέλη της αναφέρονται εξίσου ως ιδρυτικά μέλη (14).
Υπό τις συνθήκες αυτές, θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι τα κράτη μέλη και η Κοινότητα αποτελούν έναντι των τρίτων συμβαλλομένων κρατών ένα ενιαίο συμβαλλόμενο μέρος ή τουλάχιστον συμβαλλόμενα μέρη που ευθύνονται εξίσου για τις ενδεχόμενες παραβάσεις της συμφωνίας. Συνέπεια τούτου είναι προφανώς ότι, σε περίπτωση τέτοιας παραβάσεως, η κατανομή των αρμοδιοτήτων έχει ενδοκοινοτική μόνο σημασία (15). Το γεγονός αυτό, όπως θα εκθέσω λεπτομερέστερα κατωτέρω, ενδέχεται να έχει σημασία για την επίλυση του προβλήματος στην προκειμένη υπόθεση.
15 Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει πλέον να τεθεί το ζήτημα της θέσεως που κατέχει η Συμφωνία για τα TRIP εντός της κοινοτικής έννομης τάξης, και ιδιαίτερα σε σχέση με τις ουσιώδεις πτυχές της δεσμευτικότητας και της αρμοδιότητας ερμηνείας και εφαρμογής των εν λόγω συμβατικών διατάξεων. Εκ πρώτης όψεως θα έλεγα ότι η Κοινότητα δεσμεύεται σε σχέση με τις διατάξεις της Συμφωνίας για τα TRIP μόνο «ως προς το τμήμα που εμπίπτει στην αρμοδιότητά της», δηλαδή αποκλειστικά και μόνο για τα τμήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της να συνάπτει συμφωνίες, άρα η Κοινότητα ευθύνεται για τη Συμφωνία για τα TRIP μόνον εντός των ανωτέρω ορίων.
Βάσει του συμπεράσματος αυτού θα μπορούσε επίσης να γίνει δεκτό ότι, αντίθετα απ' ό,τι τόνισε το αιτούν δικαστήριο εν προκειμένω, «συνιστούν αναπόσπαστο τμήμα της κοινοτικής έννομης τάξης» μόνον εκείνα τα τμήματα της συμφωνίας ή οι κατηγορίες διατάξεων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Κοινότητας να συνάπτει συμφωνίες και ότι συνεπώς αυτές είναι οι μόνες διατάξεις τις οποίες είναι αρμόδιο να ερμηνεύει το Δικαστήριο, οπότε εννοείται ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν αυτονομία ως προς την ερμηνεία σε σχέση με τους τομείς και τις διατάξεις που εξακολουθούν (τουλάχιστον επί του παρόντος) να εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.
16 Αυτή είναι η άποψη όλων των κρατών που υπέβαλαν παρατηρήσεις στην παρούσα διαδικασία, καθώς και του ίδιου του Συμβουλίου, που ζήτησαν από το Δικαστήριο να αποφανθεί ότι είναι αναρμόδιο να ερμηνεύσει το άρθρο 50 της Συμφωνίας για τα TRIP. Διαφορετική άποψη εξέφρασε μόνο η Επιτροπή, η οποία, αφού υποστήριξε ότι δεν υπάρχει πλήρης παραλληλισμός μεταξύ αρμοδιότητας συνάψεως συμφωνιών και ερμηνευτικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, τόνισε την ανάγκη ομοιόμορφης ερμηνείας και εφαρμογής εντός της Κοινότητας.
Η Επιτροπή βέβαια - η οποία αναγνώρισε ότι, αν ληφθούν υπόψη η γνωμοδότηση και ο προαναφερθείς περιορισμός της εγκρίσεως των συμφωνιών ΠΟΕ τον οποίο έθεσε το Συμβούλιο σε σχέση με «το τμήμα που εμπίπτει στην αρμοδιότητά της», δεν θα αποτελούσε έκπληξη το να αποφανθεί το Δικαστήριο ότι δεν έχει αρμοδιότητα - υπεραμύνθηκε της υπάρξεως αρμοδιότητας προβάλλοντας επίσης λόγους σκοπιμότητας. Ειδικότερα, η Επιτροπή υποστήριξε τα εξής: α) δεν υπάρχει πλήρης και αναγκαστικός παραλληλισμός μεταξύ αρμοδιότητας της Κοινότητας να συνάπτει συμφωνίες και ερμηνευτικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, καθόσον η πρώτη πρέπει να στηρίζεται σε πραγματικές και παρούσες εξουσίες της Κοινότητας, ενώ η δεύτερη μπορεί να στηρίζεται σε «δυνητικές» εξουσίες της Κοινότητας, β) η μεικτή συμφωνία αποτελεί ενιαία συμφωνία μεταξύ αφενός της Κοινότητας και των κρατών μελών και αφετέρου των τρίτων χωρών, οπότε η ερμηνεία και η εφαρμογή της πρέπει να είναι ομοιόμορφες, γ) η ερμηνεία των κοινοτικών διατάξεων περί (μερικής έστω) εναρμονίσεως του τομέα πρέπει να εμφανίζει συνέπεια προς την ερμηνεία των μέτρων διασφαλίσεως, δ) το σύνολο των συμφωνιών ΠΟΕ αποτελεί ενιαίο σύνολο, του οποίου η ερμηνεία πρέπει να διαπνέεται από τα ίδια κριτήρια, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος διαφορετικών ερμηνειών εκ μέρους αφενός του Δικαστηρίου και αφετέρου των εθνικών δικαστηρίων σε σχέση με ορισμένα σημαντικότατα ζητήματα, όπως είναι π.χ. το ζήτημα του άμεσου αποτελέσματος.
17 Τα ζητήματα που θέτει η Επιτροπή έχουν εξεταστεί σε σχέση με το γενικότερο φαινόμενο των μεικτών συμφωνιών από τους θεωρητικούς του δικαίου, οι οποίοι καταλήγουν σε τελείως διαφορετικές λύσεις (16). Το δε Δικαστήριο δεν έχει δώσει μέχρι σήμερα καμία σαφή απάντηση επί του ζητήματος αρχής. Το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει επανειλημμένα διατάξεις μεικτών συμφωνιών, χωρίς όμως να διευκρινίζει αν η αρμοδιότητά του στηριζόταν στο γεγονός ότι οι εν λόγω διατάξεις ενέπιπταν με βεβαιότητα στην αρμοδιότητα της Κοινότητας ή στο γεγονός ότι η αρμοδιότητά του καλύπτει όλες τις διατάξεις των μεικτών συμφωνιών (17). Το σκεπτικό του Δικαστηρίου ήταν συχνά ότι οι συμφωνίες αυτές πρέπει να χαρακτηριστούν, όσον αφορά βεβαίως «το τμήμα που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Κοινότητας», ως πράξεις των οργάνων της Κοινότητας υπό την έννοια του άρθρου 177, οπότε οι διατάξεις τους «αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της κοινοτικής εννόμου τάξεως» και συνεπώς το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδίδει προδικαστικές αποφάσεις επί της ερμηνείας τους (18).
Η ύπαρξη αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να ερμηνεύει τις μεικτές συμφωνίες - χωρίς να εξακριβώνει αν η αρμοδιότητα συνάψεως της συγκεκριμένης επίμαχης διατάξεως ανήκει στην Κοινότητα ή στα κράτη μέλη - αμφισβητήθηκε σαφέστατα για πρώτη φορά στην υπόθεση Demirel (19). Στην υπόθεση εκείνη ορισμένες κυβερνήσεις προέτειναν ένσταση αναρμοδιότητας του κοινοτικού δικαστηρίου σε σχέση με την ερμηνεία των διατάξεων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, καθόσον θεωρούσαν ότι οι διατάξεις αυτές ενέπιπταν στην ειδική αρμοδιότητα των κρατών μελών.
18 Η απάντηση του Δικαστηρίου στηρίχθηκε σε δύο συλλογισμούς. Πρώτον, το Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε της ιδιαιτερότητες του είδους και της φύσης της συμφωνίας που αφορούσε η ανωτέρω υπόθεση, τόνισε ότι η αρμοδιότητα συνάψεως συμφωνιών συνδέσεως βάσει του άρθρου 238 αφορά όλους τους τομείς που καλύπτει η Συνθήκη, μεταξύ των οποίων καταλέγεται αναμφίβολα και η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, οπότε δεν ετίθετο καν το ζήτημα αν το Δικαστήριο ήταν αρμόδιο να ερμηνεύσει διατάξεις μεικτής συμφωνίας που ενέπιπταν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών (20). Δεύτερον, το ίδιο το Δικαστήριο επισήμανε στη συνέχεια ότι «τα κράτη μέλη, διασφαλίζοντας την τήρηση των δεσμεύσεων που πηγάζουν από συμφωνία που έχουν συνάψει τα κοινοτικά όργανα, εκπληρώνουν, στο πλαίσιο της κοινοτικής τάξεως, υποχρέωση έναντι της Κοινότητας, η οποία έχει αναλάβει την ευθύνη για την καλή εκτέλεση της συμφωνίας» (21), και κατ' αυτόν τον τρόπο τόνισε το κοινοτικό περιεχόμενο της υποχρεώσεως των κρατών μελών να τηρούν όλες τις διατάξεις των μεικτών συμφωνιών.
Από τα ανωτέρω παρατεθέντα, τα οποία δεν έχουν βέβαια αποφασιστική σημασία για την επίλυση του προβλήματος που μας απασχολεί εν προκειμένω, φαίνεται επομένως να προκύπτει, πρώτον, ότι η κατά το άρθρο 177 ερμηνευτική αρμοδιότητα δεν υφίσταται, κατά την άποψη του ίδιου του Δικαστηρίου, σε σχέση μόνο με τα ζητήματα που εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών (22)· δεύτερον, ότι, αφού πρόκειται για συμφωνία που έχει συναφθεί από τα κοινοτικά όργανα (έστω και αν πρόκειται για μεικτή συμφωνία), η Κοινότητα ευθύνεται για το σύνολο της συμφωνίας αυτής (23). Θα ήθελα να προσθέσω ότι, κατά τη γνώμη μου, οι ανωτέρω συλλογισμοί δεν ισχύουν μόνο για τις συμφωνίες συνδέσεως, για τη σύναψη των οποίων προβλέπεται αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας από την ίδια τη Συνθήκη, και συγκεκριμένα από το άρθρο 238. Μολονότι το φαινόμενο και το είδος των μεικτών συμφωνιών πράγματι ποικίλλει αισθητά σε συνάρτηση με τον βαθμό συμμετοχής των κρατών (24), το πρόβλημα εν προκειμένω τίθεται με τους ίδιους όρους όπως ακριβώς στην περίπτωση των συμφωνιών συνδέσεως, οσάκις αυτές συνάπτονται με τη μορφή μεικτών συμφωνιών, και όπως ακριβώς στην περίπτωση των (μεικτών επίσης) συμφωνιών των οποίων η σύναψη δεν στηρίζεται σε ειδική διάταξη της Συνθήκης.
19 Ας ξαναγυρίσουμε τώρα στην υπόθεση που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω: καταρχάς θα ήθελα να τονίσω ότι, αν γινόταν δεκτό ότι υφίστανται τομείς της ρυθμίσεως που εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών, θα μπορούσε οπωσδήποτε να γίνει επίσης δεκτό ότι δεν είναι αναγκαία η απόλυτα εναρμονισμένη εφαρμογή, άρα και ερμηνεία, των διαφόρων διατάξεων μιας μεικτής συμφωνίας. Δεν θα ήταν δηλαδή αναγκαία η εκ μέρους του Δικαστηρίου συγκεντρωτική ερμηνεία σε σχέση με όλους τους τομείς της οικείας ρυθμίσεως: το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο, αν ληφθούν υπόψη οι αποκλίσεις τις οποίες θα δημιουργούσε η απονομή στο Δικαστήριο του δικαιώματος να έχει την τελευταία λέξη επί της ερμηνείας των μεικτών συμφωνιών στο σύνολό τους. Για παράδειγμα, θα ετίθετο το ζήτημα γιατί να δεσμεύονται τα εθνικά δικαστήρια ή ακόμη και οι εθνικές διοικητικές αρχές - κατά την εφαρμογή συμβατικών διατάξεων στις οποίες μετέχει ουσιαστικά μόνο το οικείο κράτος (και όχι η Κοινότητα) - και να εφαρμόζουν την ερμηνεία του Δικαστηρίου και όχι, ας υποθέσουμε, τη δική τους ερμηνεία ή την ερμηνεία ενός οργάνου του ΠΟΕ, η οποία θα διατυπωνόταν με την εφαρμογή ενός μηχανισμού επιλύσεως των διαφορών, αν ληφθούν επιπλέον υπόψη οι αναπόφευκτες συνέπειες που θα είχε η ερμηνεία αυτή από άποψη ευθύνης (25).
Η περίπτωση όμως που μας απασχολεί είναι διαφορετική ή τουλάχιστον λιγότερο προφανής. Δεν υπάρχει βέβαια αμφιβολία ότι η απάντηση του Δικαστηρίου στις ανησυχίες της Επιτροπής σχετικά με τις αρνητικές συνέπειες της κατανομής αρμοδιοτήτων επί της διαμορφώσεως της συναινέσεως και επομένως επί της εφαρμογής των κανόνων περί ΠΟΕ υπήρξε σαφέστατη: «(...) το πρόβλημα της κατανομής αρμοδιοτήτων δεν μπορεί να ρυθμίζεται ανάλογα με τις δυσκολίες που θα μπορούσαν ενδεχομένως να ανακύψουν στο πλαίσιο της λειτουργίας των συμφωνιών» (26). Εντούτοις, είναι εξίσου βέβαιο ότι το Δικαστήριο δεν παρέλειψε να τονίσει, με την ίδια αυτή γνωμοδότηση, ότι οι τομείς για τους οποίους είναι αναγκαία η κατανομή αρμοδιοτήτων δεν αποτελούν «αποκλειστικότητα» των κρατών μελών, άρα δεν είναι ξένοι προς το κοινοτικό δίκαιο.
20 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να μη γίνει δεκτό ότι η εφαρμογή της πρώτης από τις παρατεθείσες ερμηνείες, κατά την οποία το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ερμηνεύει μόνο τις διατάξεις εκείνες για τη σύναψη των οποίων είναι αρμόδια η Κοινότητα και όχι και τις διατάξεις για τη σύναψη των οποίων εξακολουθούν να είναι αρμόδια τα κράτη, είναι απλή και σαφής μόνο εκ πρώτης όψεως. Πράγματι, η ερμηνεία αυτή αποδεικνύεται προβληματική, για τον λόγο και μόνο ότι μεταξύ των διατάξεων μιας και της αυτής συμφωνίας ενδέχεται να υφίσταται συνάφεια, οπότε ενδέχεται να μην είναι εύκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια αν ορισμένη διάταξη εμπίπτει (και) στην κοινοτική σφαίρα ή μόνο στην εθνική (27)· ούτε μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να επηρεάζει ορισμένη ερμηνεία των εθνικών αρχών την εφαρμογή κανόνων του κοινοτικού δικαίου και/ή τη λειτουργία του όλου συστήματος (28). Η απαίτηση ομοιομορφίας κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή όλων των επίμαχων εν προκειμένω συμβατικών διατάξεων θα μπορούσε συνεπώς να θεωρηθεί δικαιολογημένα ως ουσιώδης απαίτηση (29).
Στα ανωτέρω πρέπει να προστεθεί ότι θα μπορούσαν να ανακύψουν περαιτέρω δυσχέρειες σε σχέση με τις συνέπειες που ενδέχεται να έχει για την Κοινότητα από άποψη διεθνούς ευθύνης η παράβαση των επίμαχων συμβατικών διατάξεων, ανεξάρτητα από το ποιος έχει τελέσει την παράβαση αυτή (30). Το ίδιο το γεγονός ότι η Κοινότητα αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος έναντι τρίτων συμβαλλομένων κρατών και ότι οι διεθνείς συμφωνίες που συνάπτονται (και) από την Κοινότητα δεσμεύουν, κατά το άρθρο 228 της Συνθήκης, τόσο τα κράτη μέλη όσο και τα κοινοτικά όργανα οδηγεί κατ' ανάγκη στο συμπέρασμα ότι η Κοινότητα ευθύνεται ως προς όλα τα μέρη της συμφωνίας. Άρα το Δικαστήριο πρέπει να έχει αρμοδιότητα να εκδίδει προδικαστικές αποφάσεις, ώστε να διασφαλίζονται αφενός η ομοιόμορφη ερμηνεία και, συνακόλουθα, η ομοιόμορφη εφαρμογή των οικείων συμβατικών διατάξεων εντός της Κοινότητας και αφετέρου το συμφέρον της Κοινότητας να μη φέρει την ευθύνη των παραβάσεων που τελούν τα κράτη μέλη (31).
21 Δεν θα σταματήσω όμως εδώ. Λόγω της υποχρεώσεως συνεργασίας και της υποχρεώσεως ενιαίας εκπροσωπήσεως προς τα έξω, τις οποίες τόνισε το Δικαστήριο με τη γνωμοδότηση 1/94 (32), τα κράτη μέλη και τα κοινοτικά όργανα υποχρεούνται να συντονίζουν σε μεγάλο βαθμό τις ενέργειές τους σε σχέση αφενός με τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη των σχετικών συμβατικών διατάξεων και αφετέρου (πράγμα που έχει μεγαλύτερη σημασία) με την εφαρμογή τους: σε τελική ανάλυση επομένως, υποχρεούνται να εξευρίσκουν μια κοινή θέση (33).
Εκτός αυτού, πρέπει επίσης να αναγνωριστεί ότι, αν δεν υπάρχει ερμηνεία από ένα κεντρικό όργανο, ενδέχεται να εκμηδενιστούν πλήρως τα αποτελέσματα που έχει η υποχρέωση συντονισμού κατά τη φάση της διαπραγματεύσεως και της συνάψεως των εν λόγω συμβατικών διατάξεων. Πράγματι, δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να υπάρξει, όσον αφορά ακριβώς τα σημεία στα οποία έχει επιτευχθεί κοινή συμφωνία, κατακερματισμός σε δεκαπέντε διαφορετικές ερμηνείες εκ μέρους των εθνικών δικαστηρίων, πράγμα που θα καθιστούσε απολύτως χειμερική την επίτευξη συντονισμού κατά τη φάση της εφαρμογής των οικείων συμβατικών διατάξεων. Με την οπτική αυτή θα μπορούσε κάλλιστα να υποστηριχθεί ότι η ερμηνεία την οποία καλείται να δώσει το Δικαστήριο αποτελεί τη συμβολή του στην εκπλήρωση της υποχρεώσεως συνεργασίας μεταξύ κοινοτικών οργάνων και κρατών μελών, την οποία τόνισε το ίδιο το Δικαστήριο με τη γνωμοδότηση 1/94.
Τέλος, θα ήθελα να διατυπώσω μια γενικότερη παρατήρηση. Η κοινοτική έννομη τάξη χαρακτηρίζεται βέβαια από την παράλληλη λειτουργία και εφαρμογή κανόνων διαφόρου προελεύσεως, διεθνούς, κοινοτικής και εθνικής· αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν πρόκειται για μια έννομη τάξη που τείνει προς ενιαία λειτουργία και ενιαία εκπροσώπηση προς τα έξω. Αυτή είναι, σε τελική ανάλυση, η λογική του συστήματος, το οποίο ναι μεν εγγυάται τη διατήρηση της υποστάσεως των κρατών, καθώς και παντός είδους ατομικών χαρακτηριστικών, αλλ' εντούτοις τείνει στην επίτευξη μιας ενιαίας υποστάσεως. Τη δε εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού, τον οποίο το Δικαστήριο έχει φθάσει να χαρακτηρίσει ως υποχρέωση αλληλεγγύης, διασφαλίζει αναμφίβολα σημαντικά ο μηχανισμός δικαστικού ελέγχου τον οποίο έχει διαμορφώσει η Συνθήκη και στη λειτουργία του οποίου συμβάλλουν ταυτόχρονα το κοινοτικό δικαστήριο και τα εθνικά δικαστήρια.
Επί του άμεσου αποτελέσματος του άρθρου 50 της Συμφωνίας για τα TRIP
22 Εφόσον γίνει δεκτό ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται προδικαστικώς επί όλων των διατάξεων της Συμφωνίας για τα TRIP, πρέπει, πριν εξεταστεί κατ' ουσία το προδικαστικό ερώτημα, να τεθεί το ζήτημα αν το άρθρο 50, παράγραφος 6, της εν λόγω συμφωνίας, δηλαδή η διάταξη της οποίας ζητείται η ερμηνεία, παράγει άμεσα αποτελέσματα. Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το αιτούν δικαστήριο δεν υπέβαλε στο Δικαστήριο κανένα σχετικό ερώτημα, αλλά από την ίδια τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι φρονεί ότι η εν λόγω διάταξη έχει οπωσδήποτε απευθείας εφαρμογή. Το συμπέρασμα αυτό - το οποίο αμφισβήτησαν έντονα αφενός τα κράτη που υπέβαλαν παρατηρήσεις στην προκειμένη υπόθεση, πλην των Κάτω Ξωρών, και αφετέρου το Συμβούλιο και η Επιτροπή - δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε ότι, αν το άρθρο 50, παράγραφος 6, της Συμφωνίας για τα TRIP δεν έχει άμεσα αποτελέσματα, η Hermθs δεν θα έχει τη δυνατότητα να το επικαλεστεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου για να επιτύχει την αναγνώριση του ασυμβιβάστου της σχετικής εθνικής ρυθμίσεως και συνεπώς την ενδεχόμενη μη εφαρμογή της ρυθμίσεως αυτής επί της υποθέσεως που έχει υποβληθεί στην κρίση του εθνικού δικαστηρίου.
Είναι προφανές ότι το ζήτημα του άμεσου αποτελέσματος της επίμαχης διατάξεως έχει αναμφίβολη κρισιμότητα για την επίλυση της κύριας διαφοράς και αποτελεί προκαταρκτικό ζήτημα σε σχέση με την ουσία του ερωτήματος που έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο. Θα ήθελα να προσθέσω ότι η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του εθνικού δικαστηρίου η αξιολόγηση του αν η απόφασή του επί της διαφοράς εξαρτάται από την επίλυση ορισμένου ζητήματος και, συνεπώς, του αν είναι αναγκαία η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο (34), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κωλύει την εκ μέρους του κοινοτικού δικαστηρίου έκδοση αποφάσεως επί του επίμαχου εν προκειμένω ζητήματος. Συναφώς υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο έχει δεχθεί επανειλημμένα, επιδεικνύοντας ακριβώς το πνεύμα συνεργασίας που διαπνέει τη διαδικασία του άρθρου 177, ότι έχει το καθήκον «να παρέχει στο αιτούν δικαστήριο όλα τα στοιχεία ερμηνείας που του είναι ενδεχομένως χρήσιμα» (35). Συνεπώς φρονώ ότι το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί επί του άμεσου αποτελέσματος της επίμαχης διατάξεως της Συμφωνίας για τα TRIP, έστω και αν μάλιστα δεν έχει υποβληθεί κανένα σχετικό ειδικό ερώτημα, προκειμένου ακριβώς να δοθεί λυσιτελής απάντηση στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο, επαναλαμβάνω, θεωρεί ως δεδομένο ότι η διάταξη της οποίας ζητεί την ερμηνεία παράγει άμεσα αποτελέσματα.
23 Καταρχάς θα ήθελα να παρατηρήσω ότι οι αμφιβολίες ως προς το άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων της Συμφωνίας για τα TRIP, και γενικότερα των διατάξεων περί ΠΟΕ, είναι απόλυτα θεμιτές, και μάλιστα από πολλές απόψεις. Συναφώς θα ήθελα ειδικότερα να υπενθυμίσω τη νομολογία του Δικαστηρίου με την οποία δεν έγινε δεκτό το άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων της ΓΣΔΕ του 1947 και το γεγονός ότι στην τελευταία αιτιολογική σκέψη της προπαρατεθείσας αποφάσεως 94/800, με την οποία η Κοινότητα ενέκρινε τις συμφωνίες που συνήφθησαν κατόπιν των πολυμερών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, αναφέρεται ρητά ότι «εκ φύσεως δεν είναι δυνατή η άμεση επίκληση της συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και των παραρτημάτων της ενώπιον του Δικαστηρίου ή των δικαστηρίων των κρατών μελών».
Προς επίλυση του προβλήματος που μας απασχολεί εν προκειμένω, φρονώ συνεπώς αναγκαίο να διασαφηνίσω καταρχάς αν η ανωτέρω «δήλωση», με την οποία αποκλείεται ρητά η δυνατότητα των ιδιωτών να επικαλούνται τις διατάξεις περί ΠΟΕ ενώπιον των αρμόδιων δικαστικών αρχών, μπορεί ή μάλιστα πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να καταλήξει σε διαφορετική λύση. Θα ήθελα ευθύς εξαρχής να πω ότι η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική.
24 Πρώτον, πρόκειται για μια φράση που περιέχεται μόνο στο αιτιολογικό της αποφάσεως του Συμβουλίου με την οποία εγκρίθηκαν οι συμφωνίες περί ΠΟΕ και που δεν επαναλαμβάνεται στο διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως, πράγμα που περιορίζει σημαντικά, από νομική βέβαια άποψη, το περιεχόμενό της. Δεύτερον, θα ήθελα να υπενθυμίσω κυρίως ότι το Δικαστήριο έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, τα κοινοτικά όργανα μπορούν να συμφωνούν με τις τρίτες χώρες σχετικά με τα αποτελέσματα που οι διατάξεις μιας συμφωνίας που έχει συναφθεί με τις τρίτες αυτές χώρες πρέπει να παράγουν στην εσωτερική έννομη τάξη των συμβαλλομένων μερών, αλλά παράλληλα πρόσθεσε ότι, «αν το ζήτημα αυτό δεν έχει διευθετηθεί από τη συμφωνία, τότε εναπόκειται στα αρμόδια δικαστήρια, και ιδίως στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του δυνάμει της Συνθήκης, να το επιλύσει, όπως και κάθε άλλο ζήτημα ερμηνείας σχετικό με την εφαρμογή της συμφωνίας εντός της Κοινότητας» (36).
Τα ανωτέρω αρκούν, κατά την άποψή μου, για τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι η εν λόγω αιτιολογική σκέψη δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να θεωρηθεί ότι κωλύει την εκ μέρους του Δικαστηρίου επιλογή διαφορετικής λύσεως, αφού δεν υφίσταται καμία σχετική διάταξη μεταξύ όλων των συμβαλλομένων μερών (37). Εξάλλου, στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη δεν έχει αποδοθεί αποφασιστική σημασία ούτε από τους υποστηρίζοντες την έλλειψη άμεσου αποτελέσματος. Για παράδειγμα, η Επιτροπή αρκέστηκε να υποστηρίξει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε, με την αιτιολογική αυτή σκέψη, να καταστήσει σαφές ότι οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο δεν δέχθηκε το άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων της ΓΣΔΕ του 1947 εξακολουθούν να ισχύουν ακόμη και εντός του νέου πλαισίου του ΠΟΕ και ότι, εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω αιτιολογική σκέψη αντανακλά τις ανησυχίες που δημιούργησε, όπως ήταν φυσικό, το γεγονός ότι, όπως ήταν ήδη γνωστό κατά την έκδοση της αποφάσεως 94/800, ορισμένα άλλα συμβαλλόμενα μέρη (π.χ. οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Καναδάς) δήλωσαν ομοίως ότι δεν προσδίδουν άμεσο αποτέλεσμα στις διατάξεις των συμφωνιών περί ΠΟΕ.
25 Νομίζω ότι δεν χρειάζεται καν να τονιστεί ότι η επιχειρηματολογία της Επιτροπής δεν μεταβάλλει, καθεαυτή, τους όρους του προβλήματος. Παραμένει δηλαδή το γεγονός ότι στο Δικαστήριο μόνο απόκειται να εξακριβώσει, λαμβάνοντας επίσης υπόψη την προηγούμενη σχετική νομολογία του και το ενδεχόμενο μη υπάρξεως αμοιβαιότητας στον τομέα αυτό, αν οι διατάξεις περί ΠΟΕ παράγουν άμεσα αποτελέσματα· ομοίως, στο Δικαστήριο επίσης απόκειται να εκτιμήσει κατά πόσον οι αλλαγές τις οποίες επέφερε η μετάβαση από τη ΓΣΔΕ του 1947 στον ΠΟΕ είναι τέτοιες, ώστε το Δικαστήριο να πρέπει, όσον αφορά το ζήτημα του άμεσου αποτελέσματος, να εμμείνει επί της ίδιας λύσεως ή να επιλέξει διαφορετική λύση (38).
Υπό την οπτική αυτή γωνία φρονώ συνεπώς ότι είναι σκόπιμο να υπενθυμιστεί η νομολογία του Δικαστηρίου με την οποία δεν έγινε δεκτό το άμεσο αποτέλεσμα των κανόνων της ΓΣΔΕ του 1947. Στη συνέχεια θα εξετάσω αν οι λόγοι στους οποίους στηρίχθηκε η νομολογία αυτή εξακολουθούν να ισχύουν ακόμη και σε σχέση με τις διατάξεις περί ΠΟΕ.
26 Ήδη με την απόφαση International Fruit Company κ.λπ., το Δικαστήριο, αφού τόνισε ότι, προκειμένου να διακριβωθεί αν μια διάταξη GATT έχει άμεσο αποτέλεσμα, «πρέπει να ερευνηθεί το πνεύμα, η οικονομία και η διατύπωση της Γενικής Συμφωνίας» (39), επισήμανε ότι η ΓΣΔΕ, «βασισμένη, κατά το προοίμιό της, στην αρχή των διαπραγματεύσεων "επί τη βάσει της αμοιβαιότητος και των αμοιβαίως παρεχομένων ωφελημάτων", χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη ελαστικότητα των διατάξεών της, ιδίως των σχετικών με τις δυνατότητες παρεκκλίσεως, τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν ενώπιον εξαιρετικών δυσκολιών και τη ρύθμιση των διαφορών μεταξύ των συμβαλλομένων μερών» (40). Αυτά δηλαδή είναι τα στοιχεία που το Δικαστήριο θεώρησε ότι αρκούν για να αποδειχθεί ότι το άρθρο XI της ΓΣΔΕ, το οποίο αφορούσε η υπόθεση εκείνη, δεν μπορούσε, δεδομένου του πλαισίου στο οποίο εντασσόταν, να θεωρηθεί ότι παρείχε στους πολίτες το δικαίωμα να απαιτούν δικαστικώς την τήρησή του (41). Αυτά είναι γενικότερα τα στοιχεία από τα οποία συνήγαγε το Δικαστήριο το συμπέρασμα ότι οι διατάξεις της ΓΣΔΕ του 1947 «υπόκεινται σε ορισμένες προϋποθέσεις και (...) από το πνεύμα, το γράμμα και την οικονομία της συμφωνίας δεν μπορεί να συναχθεί υποχρέωση των συμβαλλομένων μερών να αναγνωρίσουν στους κανόνες αυτούς ισχύ κανόνων διεθνούς δικαίου με άμεση εφαρμογή εντός των εννόμων τάξεών τους» (42).
Η ίδια αυτή συλλογιστική, η οποία δέχθηκε αυστηρότατες ενίοτε επικρίσεις από ορισμένους θεωρητικούς του δικαίου (43), απαντά παγίως σε όλη τη σχετική νομολογία (44).
27 Από τη νομολογία αυτή προκύπτει σαφέστατα ότι το Δικαστήριο εξάρτησε την αναγνώριση του άμεσου αποτελέσματος από την εξακρίβωση δύο στοιχείων, και συγκεκριμένα των χαρακτηριστικών του συστήματος της ΓΣΔΕ (των στόχων, της δομής, του χαρακτήρα των διατάξεων, των μέσων παροχής έννομης προστασίας σε περίπτωση παραβάσεως) και του περιεχομένου της διατάξεως. Όπως προκύπτει όμως από την ίδια τη νομολογία, ουδέποτε εξετάστηκε το περιεχόμενο της διατάξεως, δηλαδή το Δικαστήριο ουδέποτε εξέτασε κατά πόσον η διάταξη, της οποίας είχε γίνει επίκληση, ήταν σαφής, επακριβής και απαλλαγμένη αιρέσεων, σύμφωνα με τα κριτήρια που εφαρμόζει παγίως το Δικαστήριο για να κρίνει αν παράγουν άμεσα αποτελέσματα οι κοινοτικές διατάξεις ή έστω διατάξεις που περιέχονται σε άλλες συμφωνίες που έχουν συναφθεί με την Κοινότητα. Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι το Δικαστήριο σταμάτησε πάντοτε στην πρώτη εξακρίβωση, δηλαδή των βασικών χαρακτηριστικών του συστήματος της ΓΣΔΕ, καταλήγοντας πάντοτε σε αρνητικά συμπεράσματα (45).
Στο σημείο αυτό θα ήθελα οπωσδήποτε να παρατηρήσω ότι δεν νομίζω ότι τα χαρακτηριστικά της ΓΣΔΕ ήταν τόσο διαφορετικά από τα χαρακτηριστικά των άλλων συμφωνιών για τις οποίες το Δικαστήριο αναγνώρισε, χωρίς πολλές διευκρινίσεις και παρά την ελαστικότητα ορισμένων διατάξεων και το γεγονός ότι ο μηχανισμός επιλύσεως των διαφορών ενείχε στοιχεία διαπραγματευτικού χαρακτήρα, τη δυνατότητα των ιδιωτών να επικαλούνται άμεσα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τις διατάξεις τους που ήταν επαρκώς σαφείς, επακριβείς και απαλλαγμένες αιρέσεων (46). Ούτε νομίζω ότι οι διατάξεις της ΓΣΔΕ που υποβλήθηκαν στην κρίση του Δικαστηρίου ήσαν λιγότερο σαφείς, επακριβείς και απαλλαγμένες αιρέσεων από άλλες συμβατικές διατάξεις στις οποίες το ίδιο δικαστήριο προσέδωσε αντίθετα, και μάλιστα με ηθελημένη γενναιοδωρία, άμεσο αποτέλεσμα. Δεν χρειάζεται δε να τονιστεί ότι από την άποψη αυτή δεν μπορεί να υπάρχουν διαφορές μεταξύ των διατάξεων της ΓΣΔΕ του 1947 και των διατάξεων των συμφωνιών περί ΠΟΕ, καθόσον ούτε αυτές οι τελευταίες διατάξεις έχουν διαφορετική μορφή από όλες τις άλλες συμβατικές διατάξεις στις οποίες το Δικαστήριο προσέδωσε άμεσο αποτέλεσμα.
28 Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει τώρα να διακριβωθεί κατά πόσον οι αλλαγές που επέφερε η μετάβαση από τη ΓΣΔΕ στον ΠΟΕ - ιδιαίτερα οι αλλαγές στη μορφή και στο περιεχόμενο της ρυθμίσεως, καθώς και στη φύση και την αποτελεσματικότητα του μηχανισμού επιλύσεως των διαφορών, δηλαδή οι αλλαγές που επήλθαν στα στοιχεία επί των οποίων βασίστηκε το Δικαστήριο για να μην αναγνωρίσει το άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων της ΓΣΔΕ - είναι τέτοιες ώστε να μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ότι η νομολογία σε σχέση με τις διατάξεις περί ΠΟΕ θα είναι διαφορετική. Με άλλα λόγια, πρέπει να εξακριβωθεί αν τα χαρακτηριστικά που θεωρήθηκε ότι έχει το σύστημα της ΓΣΔΕ στο σύνολό του και από τα οποία συνήχθη το συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται άμεσο αποτέλεσμα, δηλαδή η ελαστικότητα των διατάξεων και ο βασιζόμενος σε διαπραγματεύσεις χαλαρός μηχανισμός επιλύσεως των διαφορών, μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν υφίσταται πλέον στο πλαίσιο του ΠΟΕ.
Συναφώς δεν υφίσταται αμφιβολία ότι το σύστημα του ΠΟΕ εμφανίζεται με πολύ διαφορετική μορφή απ' ό,τι η ΓΣΔΕ του 1947 και ότι τα στοιχεία εκείνα στα οποία είχαν βασιστεί οι νομολογιακές λύσεις έχουν αναθεωρηθεί ριζικά. Συγκεκριμένα, ο ΠΟΕ έχει τη δομή διεθνούς οργανώσεως, μεταξύ κανόνων και εξαιρέσεων υφίσταται φυσιολογική σχέση, που δεν διαφέρει πολύ από την αντίστοιχη σχέση που απαντά σε αναγνωρισμένης πλέον αξίας ρυθμίσεις, ο δε μηχανισμός επιλύσεως των διαφορών έχει υποστεί σημαντική βελτίωση από την άποψη της δεσμευτικότητας των λύσεων στις οποίες καταλήγει (47).
29 Ειδικότερα, όσον αφορά τη μεγάλη ελαστικότητα που, κατά το Δικαστήριο, χαρακτήριζε το σύνολο των διατάξεων της ΓΣΔΕ και οφειλόταν κυρίως στην έλλειψη συνοχής του συστήματος: παρεκκλίσεις, μέτρα περί εξαιρέσεων κ.λπ., δεν μπορεί να μην αναγνωριστεί ότι μία από τις σπουδαιότερες καινοτομίες συνίσταται στην αντιστροφή της σχέσης μεταξύ κανόνα και εξαιρέσεως. Συγκεκριμένα, το σύστημα των παρεκκλίσεων και των μέτρων εξαιρέσεως, τα οποία προβλέπονταν με γενναιοδωρία από το προϋσχύον σύστημα, υπέστη σημαντική μεταβολή (48). Επιπλέον, οι ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις στις οποίες υπόκειται η απαλλαγή ορισμένου μέλους από τις υποχρεώσεις του είναι σήμερα αρκετά αυστηρές (49).
Μία εξίσου σημαντική αλλαγή επήλθε στο κεφάλαιο της επιλύσεως των διαφορών, το οποίο θεωρούνταν ανέκαθεν ένα από τα ασθενέστερα σημεία του συστήματος της ΓΣΔΕ, τόσο από τυπική όσο και από ουσιαστική άποψη. Το βασικό χαρακτηριστικό του παλαιού συστήματος ήταν ότι η «αντίσταση» του ηττώμενου μέρους μπορούσε να σταματήσει τη λειτουργία του μηχανισμού, αφού η ειδική ομάδα μπορούσε απλώς να προτείνει την επίλυση στο Συμβούλιο, δηλαδή στο σύνολο των συμβαλλομένων μερών, το δε Συμβούλιο μπορούσε στη συνέχεια να την εγκρίνει, αν δεν υπήρχε καμία διαφωνία. Το ισχύον μνημόνιο συμφωνίας σχετικά με τους κανόνες και τις διαδικασίες που διέπουν την επίλυση των διαφορών έχει αλλάξει σημαντικά την κατάσταση αυτή (50). Συγκεκριμένα, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, θα ήθελα να επισημάνω ότι η έκθεση της ειδικής ομάδας, η οποία εγκρινόταν προηγουμένως από το γενικό συμβούλιο μόνον εφόσον υπήρχε ομοφωνία, σήμερα απορρίπτεται μόνο σε περίπτωση που υπάρχει συναίνεση για την απόρριψή της, πράγμα που αποτελεί θεμελιώδη καινοτομία: προηγουμένως ο ηττώμενος διάδικος μπορούσε ενδεχομένως να ματαιώσει την έγκριση, ενώ σήμερα δεν έχει τη δυνατότητα αυτή (51). Ούτε είναι βάσιμος ο ισχυρισμός, που προβλήθηκε μάλιστα με ιδιαίτερο ζήλο κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας, ότι η έκβαση της διαδικασίας επιλύσεως των διαφορών μπορεί να αντικατασταθεί από ένα σύστημα παροχής αντισταθμιστικών ανταλλαγμάτων και ότι συνεπώς ο εν λόγω μηχανισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξαφανίζει τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι διατάξεις της ΓΣΔΕ δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα, η παροχή αντισταθμιστικών ανταλλαγμάτων αποτελεί προσωρινό μόνο μέτρο, το οποίο συνεπώς δεν αποτελεί τρόπο επιλύσεως των διαφορών, αλλά απλώς ένα προσωρινό μέσο με το οποίο, αφενός, επιδιώκεται η αποφυγή του ενδεχομένου να εκμηδενιστούν ή να μειωθούν, λόγω της μη συμμορφώσεως του ηττηθέντος εντός της εύλογης προθεσμίας που του έχει ταχθεί, τα οφέλη που πρέπει να αποκομίσουν τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη και, αφετέρου, επιδιώκεται παράλληλα να μην έχει κίνητρα το παραβαίνον κράτος να συνεχίσει επ' αόριστον την παράβαση (52).
30 Βάσει συνεπώς των προαναφερθέντων χαρακτηριστικών του συστήματος ΠΟΕ πρέπει τώρα να τεθεί το ερώτημα αν οι μεταβολές που επήλθαν σε σχέση με το σύστημα της ΓΣΔΕ μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε αλλαγή της νομολογίας του επί του ζητήματος του άμεσου αποτελέσματος. Η απάντηση που δίνω είναι ότι κανονικά θα μπορούσαν, και μάλιστα θα έπρεπε να το οδηγήσουν σε αλλαγή της νομολογίας του (53), αν ληφθεί άλλωστε υπόψη η νομολογία σχετικά με άλλες συμφωνίες που έχει συνάψει η Κοινότητα και των οποίων τα χαρακτηριστικά, ας το ομολογήσουμε, δεν διαφέρουν και πολύ από τα χαρακτηριστικά του ΠΟΕ, όσον αφορά την ελαστικότητα και τη διαπραγματευτική φύση του μηχανισμού επιλύσεως των διαφορών (54).
Σε τελική ανάλυση, φρονώ ότι η κατάσταση έχει μεταβληθεί σε σχέση με την κατάσταση που επικρατούσε όταν ίσχυε η ΓΣΔΕ του 1947 και ότι οι μέχρι τούδε αντιρρήσεις του Δικαστηρίου πρέπει να θεωρηθούν ως μη ισχύουσες πλέον εντός του πλαισίου του ΠΟΕ (55). Με αυτή την οπτική, επομένως, οι ιδιώτες θα έπρεπε πλέον να μπορούν να αξιώνουν ενώπιον των δικαστηρίων την τήρηση των συμφωνιών ΠΟΕ, περιλαμβανομένης και της Συμφωνίας για τα TRIP, όσον αφορά βέβαια τις διατάξεις εκείνες που επιτρέπουν την προβολή τέτοιας αξιώσεως.
31 Απομένει εντούτοις να εξακριβωθεί κατά πόσον το γεγονός ότι ορισμένα από τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη (κυρίως οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς και η Ιαπωνία) δεν προσδίδουν άμεσο αποτέλεσμα στις εν λόγω διατάξεις μπορεί να ξεπεραστεί, αλλά βέβαια προηγουμένως πρέπει να εξακριβωθεί αν το γεγονός αυτό μπορεί να μεταβάλει τη φύση του προβλήματος. Το γεγονός αυτό - που αποτελεί εξάλλου, κατά την Επιτροπή τον λόγο για τον οποίο προστέθηκε στην απόφαση 94/800 η αιτιολογική σκέψη που αποκλείει το άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων περί ΠΟΕ - προβλήθηκε ως επιχείρημα υπέρ της απόψεως ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει άμεσο αποτέλεσμα στις διατάξεις αυτές, αφού δεν υπάρχει αμοιβαιότητα εκ μέρους των άλλων συμβαλλομένων μερών.
Δεν υπάρχει αμφιβολία βέβαια ότι το γεγονός αυτό έχει σημαντικές συνέπειες, αφού η απευθείας εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων θα είχε ως αποτέλεσμα, ελλείψει αμοιβαιότητας, να περιάγονται οι κοινοτικοί επιχειρηματίες σε δυσμενέστερη θέση έναντι των αλλοδαπών ανταγωνιστών τους. Πράγματι, ενώ οι ανταγωνιστές αυτοί θα μπορούσαν να επικαλούνται άμεσα ενώπιον των δικαστηρίων των κρατών μελών τις ευνοϋκές γι' αυτούς διατάξεις, οι κοινοτικοί επιχειρηματίες δεν θα είχαν τη δυνατότητα αυτή εντός των κρατών εκείνων που δήλωσαν ότι αποκλείουν το άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων περί ΠΟΕ (56).
32 Δεν χρειάζεται νομίζω να προσθέσω ότι τα ανωτέρω στοιχεία δεν θα έπρεπε κανονικά να επηρεάσουν καθόλου την απάντηση την οποία καλείται να δώσει το Δικαστήριο. Το αντίθετο θα ίσχυε μόνον αν, όπως υποστηρίζεται πάντως από θεωρητικούς του δικαίου, προϋπόθεση για την αναγνώριση του άμεσου αποτελέσματος ήταν η αμοιβαιότητα (57).
Επ' αυτού θα ήθελα καταρχάς να υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο έχει ήδη εξετάσει, με την απόφαση Bresciani, την αρχή της αμοιβαιότητας και τις συνέπειες που μπορεί να έχει η αρχή αυτή επί της αναγνωρίσεως του άμεσου αποτελέσματος. Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι η σύμβαση του Γιαουντέ «δεν συνήφθη για να εξασφαλίσει ισότητα στις υποχρεώσεις (...) των συνδεδεμένων κρατών, αλλά μάλλον (...) για να ευνοηθεί η ανάπτυξη των κρατών αυτών», δέχτηκε ότι «αυτή η έλλειψη ισορροπίας στις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει η Κοινότητα έναντι των συνδεδεμένων κρατών, η οποία εμπεριέχεται στην ίδια τη λογική του ειδικού χαρακτήρα της συμβάσεως, δεν αποτελεί εμπόδιο για την αναγνώριση από την Κοινότητα του αμέσου αποτελέσματος ορισμένων από τις διατάξεις αυτές» (58). Θα ήθελα επίσης να υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο κατέληξε σε ανάλογα συμπεράσματα με την πλέον πρόσφατη απόφαση Chiquita Italia, αφού προηγουμένως είχε θέσει ρητά το ερώτημα αν έπρεπε να αποκλειστεί το άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων της τετάρτης συμβάσεως ΑΚΕ-ΕΟΚ λόγω του ότι η σύμβαση αυτή χαρακτηρίζεται «από έλλειψη ισορροπίας ιδιαίτερα αισθητή στο επίπεδο των δεσμεύσεων που αναλαμβάνουν τα συμβαλλόμενα μέρη» (59).
33 Από τις ανωτέρω αποφάσεις φαίνεται συνεπώς να προκύπτει εκ του εναντίου ότι η αναγνώριση του άμεσου αποτελέσματος των διατάξεων που περιέχονται σε διεθνή συμφωνία που έχει συνάψει η Κοινότητα μπορεί κάλλιστα να εξαρτάται από την αμοιβαιότητα, εφόσον η συμφωνία προβλέπει ισόρροπες υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών και συνεπώς απαιτεί, σε τελική ανάλυση, αμοιβαιότητα κατά την εκτέλεσή της. Με την απόφαση Κupferberg όμως, το ίδιο το Δικαστήριο κατέστησε σαφές - αποφαινόμενο επί της ερμηνείας μιας συμφωνίας ελευθέρου εμπορίου, δηλαδή συμφωνίας στηριζόμενης στην αρχή της αμοιβαιότητας (60) - ότι η συναγωγή του συμπεράσματος αυτού δεν μπορεί να είναι αυτόματη. Στην ανωτέρω υπόθεση, πράγματι, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε συμβαλλόμενο μέρος οφείλει να εκτελεί καλόπιστα τις υποχρεώσεις που έχει προσυπογράψει και, συνεπώς, να προσδιορίζει τα κατάλληλα νομικά μέσα για την επίτευξη του σκοπού αυτού στην έννομη τάξη του, αποφάνθηκε ότι, «(...) αν τα δικαστήρια του ενός από τα μέρη κρίνουν ότι ορισμένες διατάξεις της συμφωνίας έχουν απευθείας εφαρμογή, ενώ τα δικαστήρια του άλλου μέρους δεν δέχονται αυτή την απευθείας εφαρμογή, το γεγονός αυτό δεν γίνεται να συνιστά καθεαυτό έλλειψη αμοιβαιότητας κατά την εκτέλεση της συμφωνίας» (61).
Κατά το Δικαστήριο δηλαδή, το γεγονός και μόνο ότι στο ζήτημα του άμεσου αποτελέσματος δίνονται διαφορετικές λύσεις από τα δικαστήρια των διαφόρων συμβαλλομένων μερών δεν οδηγεί αυτόματα στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται αμοιβαιότητα κατά την εκτέλεση της συμφωνίας. Τούτο σημαίνει, πρώτον, ότι η έλλειψη αμοιβαιότητας, όσον αφορά την αναγνώριση του άμεσου αποτελέσματος, θα μπορούσε οπωσδήποτε να αποτελεί αποφασιστικό στοιχείο, αν είχε ως συνέπεια την έλλειψη αμοιβαιότητας κατά την εκτέλεση της όλης συμφωνίας· δεύτερον, ότι αυτό που έχει σημασία είναι η εκπλήρωση των αναληφθεισών υποχρεώσεων, ενώ δεν ενδιαφέρουν τα χρησιμοποιούμενα νομικά μέσα, αρκεί τα μέσα αυτά να είναι τα ενδεδειγμένα για την επίτευξη του σκοπού.
34 Από την ανωτέρω παρατεθείσα νομολογία θα μπορούσε συνεπώς να συναχθεί το συμπέρασμα, αν η νομολογία αυτή εφαρμοστεί στις συμφωνίες ΠΟΕ, ότι η αναγνώριση του άμεσου αποτελέσματος δεν μπορεί να εξαρτάται, εφόσον δεν υφίσταται ρητή προς τούτο διάταξη (62), από τη στάση των άλλων συμβαλλομένων επί του ζητήματος αυτού. Δεδομένου ότι από την απόφαση International Fruit Company κ.λπ. και εντεύθεν η νομολογία εμμένει παγίως, όσον αφορά ακριβώς τη ΓΣΔΕ του 1947, επί του γεγονότος ότι πρόκειται για συμφωνία βασιζόμενη επί της αρχής των διαπραγματεύσεων «επί τη βάσει της αμοιβαιότητος και των αμοιβαίως παρεχομένων ωφελημάτων» (63), φρονώ ότι πρέπει οπωσδήποτε να εξεταστεί ενδελεχέστερα το ζήτημα αν η έλλειψη αμοιβαιότητας ως προς την αναγνώριση του άμεσου αποτελέσματος μπορεί να θεωρηθεί ότι καταλήγει, ως προς τις συμφωνίες ΠΟΕ, σε έλλειψη αμοιβαιότητας κατά την εκτέλεσή τους.
Συναφώς θα ήθελα καταρχάς να τονίσω ότι δεν νομίζω ότι, εν όψει του αντικειμένου και των σκοπών του ΠΟΕ, μπορούν να υπάρχουν αμφιβολίες για το ότι απαιτείται αμοιβαιότητα όχι μόνο κατά τη φάση των διαπραγματεύσεων, αλλά και κατά τη φάση της εκτελέσεως της συμφωνίας (64). Θα ήθελα να προσθέσω ότι η μη αναγνώριση του άμεσου αποτελέσματος από ορισμένα από τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορεί παρά να έχει ως συνέπεια τουλάχιστον την έλλειψη ισορροπίας κατά την εκτέλεση των αντίστοιχων και αμοιβαίων υποχρεώσεων που έχουν αναληφθεί. Είναι προφανές ότι δεν είναι ευχερές να εξακριβωθεί εκ των προτέρων μέχρι ποιο σημείο και σε ποιο βαθμό η έλλειψη ισορροπίας αυτή καταλήγει σε έλλειψη αμοιβαιότητας κατά την εκτέλεση της όλης συμφωνίας.
35 Υπό τις συνθήκες αυτές είναι αυτονόητο ότι το Δικαστήριο πρέπει να προβεί σε αφηρημένη αξιολόγηση, στο πλαίσιο της οποίας πρέπει να λάβει υπόψη κυρίως τις επιπτώσεις της ενδεχόμενης ελλείψεως αμοιβαιότητας ως προς την αναγνώριση του άμεσου αποτελέσματος επί της (αμοιβαίας) εκπληρώσεως των αναληφθεισών υποχρεώσεων. Αν ληφθούν υπόψη η φύση και (κυρίως) τα αποτελέσματα των εν λόγω συμφωνιών, φρονώ ότι δεν μπορεί να μην γίνει δεκτό ότι οι επιπτώσεις αυτές θα έχουν εξαιρετικά μεγάλη σημασία.
Παρά τα ανωτέρω, ομολογώ ότι θα μου ήταν πολύ δύσκολο να προσαρμόσω την έννοια της αμοιβαιότητας προς τις ιδιαιτερότητες μιας πολυμερούς συμφωνίας. Εντούτοις, θεωρώ οπωσδήποτε ότι είναι ορθότερο να εξαρτηθεί η αναγνώριση του άμεσου αποτελέσματος από την αρχή της αμοιβαιότητας κατά την εκτέλεση της συμφωνίας παρά να επαναληφθούν συμπεράσματα που, μολονότι είχαν παγιωθεί σε σχέση με τη ΓΣΔΕ του 1947, δεν έχουν πλέον λόγο υπάρξεως στο πλαίσιο του ΠΟΕ και, συνεπώς, θα ενίσχυαν αναπόφευκτα την ευρέως επικρατούσα άποψη ότι η λύση αυτή έχει περισσότερο πολιτικό παρά νομικό χαρακτήρα. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο - εφόσον κρίνει ότι η ερμηνεία και γενικότερα η «διαχείριση» των επίμαχων εν προκειμένω συμβατικών διατάξεων απόκειται στα «πολιτικά» όργανα της Κοινότητας, δηλαδή στην Επιτροπή και το Συμβούλιο (65) - να εφαρμόσει το κριτήριο της αμοιβαιότητας. Είναι πιθανό ότι το συμπέρασμα θα είναι στην πράξη το ίδιο, αλλά το σκεπτικό θα παρουσιάζει ενδεχομένως μεγαλύτερη συνοχή και θα έχει περισσότερο «νομικό χαρακτήρα».
36 Τέλος, για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο εγκαταλείψει, όπως του προτείνω, τη σχετική με τη ΓΣΔΕ του 1947 νομολογία και δεν δεχθεί ούτε ότι η αναγνώριση του άμεσου αποτελέσματος εξαρτάται από την αντίστοιχη αναγνώριση εκ μέρους των δικαστηρίων άλλων συμβαλλομένων μερών, απομένει απλώς να εξακριβωθεί αν η συγκεκριμένη διάταξη της οποίας γίνεται επίκληση εν προκειμένω, δηλαδή το άρθρο 50, παράγραφος 6, της Συμφωνίας για τα TRIP, έχει άμεσο αποτέλεσμα. Θα ήθελα ευθύς εξαρχής να πω ότι δεν μπορεί συναφώς να υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία, αφού πρόκειται για διάταξη της οποίας η απλή ανάγνωση αρκεί για να αποδειχθεί ότι είναι επαρκώς σαφής, επακριβής και δεν υπόκειται στην αίρεση της θεσπίσεως καμιάς μεταγενέστερης πράξης.
Αντίθετη άποψη διατύπωσαν εντούτοις η Επιτροπή και η Γαλλική Κυβέρνηση, οι οποίες - μολονότι δεν αμφισβήτησαν, ρητά τουλάχιστον, ότι το άρθρο 50, παράγραφος 6, έχει τα χαρακτηριστικά από τα οποία το Δικαστήριο εξαρτά την αναγνώριση του άμεσου αποτελέσματος - έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι ορισμένες διατάξεις του μέρους ΙΙΙ της Συμφωνίας για τα TRIP, στο οποίο εντάσσεται η εν λόγω διάταξη, είναι υπερβολικά γενικόλογες και απευθύνονται σαφώς μόνο προς τα συμβαλλόμενα μέρη. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή και η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι το ίδιο το γεγονός ότι σε ορισμένες διατάξεις περιέχεται η φράση «τα μέλη μεριμνούν ώστε η νομοθεσία τους να προβλέπει (...)» (άρθρο 41, παράγραφος 1) ή μάλιστα η φράση «το παρόν μέρος δεν δημιουργεί καμία υποχρέωση για την καθιέρωση, στο πλαίσιο του δικαιοδοτικού συστήματος των μελών, ειδικού μηχανισμού για την επιβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, πέραν αυτού που υφίσταται για την επιβολή του νόμου εν γένει» (άρθρο 41, παράγραφος 5) (66), σημαίνει κατ' ανάγκη ότι αποκλείεται η άμεση επίκληση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων του μέρους ΙΙ της Συμφωνίας και, γενικότερα, της Συμφωνίας για τα TRIP στο σύνολό της (67).
37 Κατόπιν των παρατηρήσεων που ανέπτυξα ανωτέρω σε σχέση με τη δυνατότητα προσδόσεως άμεσου αποτελέσματος στις διατάξεις περί ΠΟΕ, παρατηρήσεων που ισχύουν και για τις διατάξεις της Συμφωνίας για τα TRIP, φρονώ ότι αρκεί εδώ η παρατήρηση ότι θα ήταν τουλάχιστον παρακινδυνευμένο να συνάγονται από ορισμένες εκφράσεις που χρησιμοποιούνται παγίως σε διεθνείς συμφωνίες συμπεράσματα σχετικά με τις ιδιότητες των διατάξεων των συμφωνιών αυτών. Όπως είναι αυτονόητο, αυτό που έχει σημασία είναι να μπορεί η επίμαχη διάταξη να εφαρμόζεται καθεαυτή, πράγμα που συμβαίνει οσάκις δεν χρειάζεται καμία μεταγενέστερη πράξη, προκειμένου η διάταξη αυτή να μπορεί να παραγάγει τα αποτελέσματά της. Και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι το άρθρο 50, παράγραφος 6, που θα μπορούσε να θεωρηθεί μέχρι και υπερβολικά σαφής και λεπτομερής διάταξη, δεν χρειάζεται τη θέσπιση καμιάς μεταγενέστερης πράξης.
Επί της ουσίας του προδικαστικού ερωτήματος
38 Θα ήθελα καταρχάς να τονίσω ότι, ακόμη και αν το Δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 50, παράγραφος 6, της Συμφωνίας για τα TRIP δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα, η απάντηση στο εθνικό δικαστήριο δεν καθίσταται αυτόματα περιττή. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο έχει προ πολλού αποφανθεί ότι είναι παραδεκτές οι αιτήσεις που αφορούν διατάξεις του παράγωγου δικαίου που δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα (68). Όσον αφορά ειδικότερα την ερμηνεία των συμφωνιών που συνάπτει η Κοινότητα, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο τόνισε, σε σχέση ακριβώς με τη ΓΣΔΕ του 1947, ότι είναι αναγκαία «η ομοιόμορφη εφαρμογή σε όλη την Κοινότητα των διατάξεων της Γενικής Συμφωνίας, καθώς και των διατάξεων όλων των συμφωνιών που δεσμεύουν την Κοινότητα» και ότι οι διατάξεις αυτές περιλαμβάνονται «στις διατάξεις εκείνες, η ερμηνεία των οποίων ανήκει στην προδικαστική αρμοδιότητα που το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ παρέχει στο Δικαστήριο, οποιοιδήποτε και αν είναι οι σκοποί για τους οποίους παρέχεται η ερμηνεία αυτή» (69). Επιπλέον, με μία πρόσφατη απόφαση, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι «η υπεροχή των συναπτομένων από την Κοινότητα διεθνών συμφωνιών έναντι των διατάξεων του παραγώγου κοινοτικού δικαίου απαιτεί η ερμηνεία των τελευταίων να συνάδει, στο μέτρο του δυνατού, προς τις εν λόγω συμφωνίες» (70). Δεν χρειάζεται νομίζω να προσθέσω ότι τούτο δεν μπορεί να μην ισχύει σε σχέση με τις διατάξεις των εθνικών δικαίων.
Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι προφανέστατο ότι η ερμηνεία του Δικαστηρίου, έστω και αν συνοδεύεται από τη διευκρίνιση ότι η επίμαχη διάταξη δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα, ενδέχεται εντούτοις να αποτελεί, για το εθνικό δικαστήριο, χρησιμότατο βοήθημα, προκειμένου το δικαστήριο αυτό να εξακριβώσει αν η σχετική διάταξη του εθνικού δικαίου μπορεί να ερμηνευτεί κατά τρόπο σύμφωνο προς την επίμαχη συμβατική διάταξη. Ίσως μάλιστα δεν θα ήταν άσκοπο να υπενθυμιστεί ότι η επίμαχη συμφωνία είναι, εν πάση περιπτώσει, δεσμευτική για την Κοινότητα και για τα κράτη μέλη (71).
39 Κατόπιν των ανωτέρω υπενθυμίζω ότι το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει στο Δικαστήριο το ερώτημα αν η έννοια των προσωρινών μέτρων του άρθρου 50, παράγραφος 6, της Συμφωνίας για τα TRIP καλύπτει και τα προβλεπόμενα στο άρθρο 289 του ολλανδικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας μέτρα, δηλαδή τα μέτρα που διατάσσονται από το δικαστήριο λόγω επείγοντος, κατόπιν ακροάσεως των διαδίκων, και τα οποία διατυπώνονται εγγράφως, είναι προσηκόντως αιτιολογημένα και υπόκεινται σε άσκηση εφέσεως. Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό των μέτρων αυτών, στο οποίο μάλιστα οι διάδικοι αποδίδουν μεγάλη σημασία, είναι ότι, αν και προβλέπεται η δυνατότητα κινήσεως διαδικασίας επί της ουσίας της υποθέσεως, τα μέτρα αυτά γίνονται δεκτά από τους διαδίκους, στις περισσότερες περιπτώσεις, ως οριστικά και, στην πράξη, αποτελούν τη βάση για την επίτευξη συμβιβασμού.
Εν όψει ακριβώς των χαρακτηριστικών αυτών η Hermθs, η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή προτείνουν στο Δικαστήριο, έστω και αν οι επιχειρηματολογίες τους εν μέρει διαφέρουν, να δώσει αρνητική απάντηση στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου. Ειδικότερα, η Hermθs δίνει έμφαση στα πλεονεκτήματα που προσφέρει στην πράξη η ολλανδική διαδικασία και θεωρεί ότι στο άρθρο 50 της Συμφωνίας για τα TRIP υπάγονται μόνο τα μέτρα που λαμβάνονται από την εισαγγελία ή από τις ίδιες τις τελωνειακές αρχές. Η Ολλανδική Κυβέρνηση, αφού τονίζει τα πλεονεκτήματα της ολλανδικής διαδικασίας, υποστηρίζει ότι το άρθρο 50 καλύπτει μόνο τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 700 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δηλαδή τα ασφαλιστικά μέτρα που διατάσσονται από τον πρόεδρο του Πρωτοδικείου χωρίς προηγούμενη ακρόαση του αντιδίκου. Τέλος, η Επιτροπή τονίζει, πρώτον, ότι η ολλανδική διαδικασία θα μπορούσε να θεωρηθεί, αφού καταλήγει στην ουσία στη λήψη σχεδόν πάντοτε οριστικών μέτρων, ως συνοπτική διαδικασία επί της ουσίας· δεύτερον, ακόμη και αν τα επίμαχα μέτρα θεωρούνταν ότι εμπίπτουν στην έννοια του προσωρινού μέτρου του άρθρου 50 της Συμφωνίας για τα TRIP, παραμένει το γεγονός ότι η διάταξη αυτή δεν υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα μέρη, τουλάχιστον δεν τα υποχρεώνει πάντα και σε κάθε περίπτωση, να προβλέψουν νομοθετικά ότι η διαδικασία για την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας της υποθέσεως πρέπει να κινηθεί εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, ειδάλλως παύουν να ισχύουν τα ληφθέντα μέτρα.
40 Εν πάση περιπτώσει, θα ήθελα καταρχάς να τονίσω ότι το άρθρο 50 της Συμφωνίας για τα TRIP αναφέρεται ρητά σε όλα τα μέτρα που διατάσσονται «προκειμένου να αποτραπεί η παραβίαση κάποιου δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας» (παράγραφος 1), μεταξύ των οποίων καταλέγονται και τα μέτρα που διατάσσονται ενδεχομένως «χωρίς να ακουστούν οι απόψεις της άλλης πλευράς» (παράγραφος 2). Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω ότι το μέτρο του οποίου τη λήψη ζητεί η Hermθs εξυπηρετεί ακριβώς αυτό τον σκοπό και ότι το γεγονός ότι διατάχθηκε κατόπιν ακροάσεως των διαδίκων δεν μπορεί βέβαια να έχει ως αποτέλεσμα την εξαίρεσή του από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως. Υπέρ του συμπεράσματος αυτού συνηγορεί το ίδιο το γράμμα του άρθρου 50, παράγραφος 6, το οποίο υπενθυμίζω ότι αναφέρεται ρητά στα μέτρα τα οποία λαμβάνονται δυνάμει των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού, δηλαδή και (αλλ' όχι μόνο) στα μέτρα που λαμβάνονται χωρίς να ακουστεί ο αντίδικος (72).
Εξάλλου, δεν νομίζω ότι είναι βάσιμη η διατυπωθείσα αντίρρηση ότι το άρθρο 44, παράγραφος 1, της Συμφωνίας για τα TRIP προβλέπει ήδη προσωρινά μέτρα παρεμφερή προς τα μέτρα που προβλέπει η ολλανδική νομοθεσία (73) και ότι, συνεπώς, το άρθρο 50 πρέπει κατ' ανάγκη να αφορά κάποια άλλη κατηγορία ... προσωρινών μέτρων. Στο σημείο αυτό θα αρκεστώ στην παρατήρηση ότι, ενώ το άρθρο 44 προβλέπει τα μέσα παροχής έννομης προστασίας, δηλαδή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις προς προστασία του σήματος, το άρθρο 50 είναι κατ' εξοχήν δικονομική διάταξη, η οποία επομένως έχει οπωσδήποτε εφαρμογή σε κάθε περίπτωση στην οποία διατάσσεται προσωρινό μέτρο, ανεξάρτητα από το αν το επίμαχο μέτρο διατάσσεται χωρίς να ακουστούν οι απόψεις της άλλης πλευράς, διατυπώνεται εγγράφως και υπόκειται ενδεχομένως σε έφεση. Ομοίως, φρονώ ότι δεν έχει καμία σημασία για το πρόβλημα που μας απασχολεί το γεγονός ότι, όπως τόνισε η Επιτροπή, η Συμφωνία για τα TRIP δεν θεωρεί αναγκαία, προς προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, την καθιέρωση διαφορετικών διαδικασιών από τις προβλεπόμενες εν γένει από τον νόμο: είναι προφανές ότι η διαδικασία που προβλέπει το εθνικό δίκαιο πρέπει οπωσδήποτε να είναι σύμφωνη προς την προβλεπόμενη από τις εφαρμοστέες διατάξεις της Συμφωνίας για τα TRIP.
41 Είναι αλήθεια ότι η επιχειρηματολογία της Hermθs, της Ολλανδικής Κυβερνήσεως και της ίδιας της Επιτροπής βασίζονται ουσιαστικά στο γεγονός ότι στις περισσότερες περιπτώσεις (στο 95 %, κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση) οι διάδικοι προσδίδουν στο επίμαχο προσωρινό μέτρο την αξία οριστικής αποφάσεως. Η πρακτική αυτή όμως δεν πιστεύω ότι μπορεί να έχει σημασία, και μάλιστα αποφασιστική σημασία, για την επίλυση του ζητήματος που μας απασχολεί. Συναφώς, θα ήθελα να παρατηρήσω, πρώτον, ότι το διατασσόμενο μέτρο είναι, ούτως ή άλλως, προσωρινό μέτρο από νομική άποψη (74)· δεύτερον, τα αναμφισβήτητα πρακτικά πλεονεκτήματα που απορρέουν από το γεγονός ότι στις περισσότερες περιπτώσεις δεν τάσσεται καμία προθεσμία για την κίνηση της διαδικασίας επί της ουσίας δεν αναιρούν βέβαια τον προσωρινό χαρακτήρα του επίμαχου μέτρου (75).
Τούτο δεν θα συνέβαινε, κατά την άποψή μου, μόνον εάν η εφαρμοστέα στη συγκεκριμένη περίπτωση εθνική ρύθμιση μπορούσε να θεωρηθεί ότι παρέχει μεγαλύτερο βαθμό προστασίας απ' ό,τι επιβάλλει η Συμφωνία για τα TRIP, χωρίς βέβαια να αντιβαίνει προς τη Συμφωνία. Δεν νομίζω όμως ότι εν προκειμένω συντρέχει η περίπτωση αυτή, η οποία προβλέπεται ρητά από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της Συμφωνίας για τα TRIP. Ακόμη και αν η εν λόγω διαδικασία, η οποία παρέχει στους διαδίκους τη δυνατότητα να προσδίδουν στο επίμαχο προσωρινό μέτρο την αξία οριστικής αποφάσεως, καταλήγει ενδεχομένως σε ικανοποιητικά και οριστικά αποτελέσματα με λιγότερη σπατάλη ενέργειας και χρόνου, τούτο δεν σημαίνει ότι το διατασσόμενο μέτρο παρέχει μεγαλύτερη προστασία στα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας από την προστασία που θα παρεχόταν κατόπιν κινήσεως της διαδικασίας για την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας. Και δεν νομίζω ότι χρειάζεται να τονιστεί ότι το γεγονός ότι οι διάδικοι, κατόπιν και βάσει του εν λόγω μέτρου, έρχονται σε συμβιβασμό ή εν πάση περιπτώσει επιτυγχάνουν τη σύναψη συμφωνίας δεν παρέχει καμία εγγύηση συναφώς, ή μάλλον δεν έχει καμία σχέση με τον βαθμό της προστασίας. Θα ήθελα δε να προσθέσω ότι θα επρόκειτο για συσταλτική ερμηνεία, αν στο άρθρο 50 της Συμφωνίας για τα TRIP υπάγονταν, παρά την έλλειψη σαφούς διατάξεως προς τούτο, μόνο τα προσωρινά ή ασφαλιστικά μέτρα που διατάσσονται χωρίς προηγούμενη ακρόαση του αντιδίκου.
42 Σε τελική ανάλυση, φρονώ ότι το άρθρο 50, παράγραφος 6, της Συμφωνίας για τα TRIP έχει την έννοια ότι καλύπτει και τα προσωρινά ή ασφαλιστικά μέτρα που διατάσσονται κατόπιν ακροάσεως των διαδίκων και διατυπώνονται εγγράφως, είναι προσηκόντως αιτιολογημένα και υπόκεινται σε έφεση, έστω και αν τα μέτρα αυτά γίνονται στην πράξη δεκτά από τους διαδίκους ως οριστικά. Θα ήθελα να προσθέσω, για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο διευκρίνιζε στο αιτούν δικαστήριο ότι η εν λόγω διάταξη δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα, ότι τίποτα δεν φαίνεται να κωλύει την ερμηνεία της ολλανδικής ρυθμίσεως σύμφωνα με την κρίσιμη εν προκειμένω διάταξη της Συμφωνίας για τα TRIP. Πράγματι, όπως ανέφερα προηγουμένως (76), ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής τάσσει σε ορισμένες περιπτώσεις στους διαδίκους, σύμφωνα με την εθνική ρύθμιση, προθεσμία για την κίνηση της διαδικασίας για την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας. Υπενθυμίζω ότι η υπό εξέταση διάταξη παρέχει στις δικαστικές αρχές, εφόσον τούτο επιτρέπεται από την οικεία νομοθεσία, την ευχέρεια καθορισμού εύλογης προθεσμίας, ενώ, αν δεν υπάρχει η δυνατότητα αυτή, την προθεσμία καθορίζει η ίδια η δικαστική αρχή.
Πρόταση
43 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στον πρόεδρο του Arrondissementsrechtbank te Amsterdam:
«Το άρθρο 50, παράγραφος 6, της Συμφωνίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου (Συμφωνίας για τα TRIP) έχει την έννοια ότι καλύπτει και τα προσωρινά ή ασφαλιστικά μέτρα που λαμβάνονται κατόπιν ακροάσεως των διαδίκων και διατυπώνονται εγγράφως, είναι προσηκόντως αιτιολογημένα και υπόκεινται σε έφεση.»
(1) - ΕΕ L 336, σ. 1.
(2) - Η Συμφωνία για τα TRIP βρίσκεται στην ΕΕ L 336, σ. 213.
(3) - Γνωμοδότηση της 15ης Νοεμβρίου 1994 σχετικά με την «αρμοδιότητα της Κοινότητας για τη σύναψη διεθνών συμφωνιών στον τομέα των υπηρεσιών και της προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας» (Συλλογή 1994, σ. Ι-5267).
(4) - Βλ. κατωτέρω τις αποφάσεις που παρατίθενται στις υποσημειώσεις 39, 42 και 44.
(5) - Γνωμοδότηση 1/94 (βλ. υποσημείωση 3), σκέψη 105.
(6) - Ένας από τους λόγους που οδήγησαν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα αυτό είναι ότι, σε αντίθετη περίπτωση, θα υπήρχε ο κίνδυνος, με τη σύναψη συμφωνιών με τρίτες χώρες για την εναρμόνιση της προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας επί παγκοσμίου, και συγχρόνως κοινοτικού επιπέδου, να αλλοιωθούν οι διαδικασίες και ο τρόπος ψηφοφορίας που προβλέπει η Συνθήκη, κατά τα άρθρα 100, 100 A και 235, σχετικά με την εναρμόνιση του οικείου τομέα και που διαφέρουν από τις διαδικασίες και τους κανόνες ψηφοφορίας που προβλέπει το άρθρο 113. Το Δικαστήριο πρόσθεσε επίσης ότι δεν είχε καμία σημασία η προηγούμενη πρακτική που συνίστατο στην αυτοτελή λήψη μέτρων από την Κοινότητα ή στην ενσωμάτωση τέτοιων μέτρων σε εξωτερικές συμφωνίες που συνάπτονταν δυνάμει του άρθρου 113· ο βασικός λόγος δε, κατά το Δικαστήριο, ήταν ότι στις περιπτώσεις αυτές επρόκειτο για μέτρα καθαρά παρακολουθηματικού χαρακτήρα (σκέψεις 60 έως 70).
(7) - Στο σημείο αυτό διευκρινίζεται με τη γνωμοδότηση ότι ο παραλληλισμός πραγματοποιείται όταν θεσπίζονται εσωτερικές κοινοτικές διατάξεις που είναι ενδεχόμενο να επηρεάζονται από την ύπαρξη διεθνών δεσμεύσεων (σκέψη 102). Η αρμοδιότητα σχετικά με τη Συμφωνία για τα TRIP δεν μπορεί συνεπώς να είναι αποκλειστική, διότι, μολονότι στον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας έχουν θεσπιστεί πράξεις παραγώγου δικαίου κατά την άσκηση της οικείας εσωτερικής αρμοδιότητας, πρόκειται εντούτοις για μερική μόνο εναρμόνιση, ενώ σε πολλούς τομείς ούτε έχει προβλεφθεί ούτε έχει πραγματοποιηθεί καμία εναρμόνιση (σκέψη 103). Επιπλέον, κατά το Δικαστήριο, η ύπαρξη αποκλειστικής εξωτερικής αρμοδιότητας δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από την ερμηνεία της γνωμοδοτήσεως 1/76, της 26ης Απριλίου 1977 (Συλλογή τόμος 1977, σ. 211), υπό την έννοια ότι η απλή απονομή εσωτερικής αρμοδιότητας για την επίτευξη ορισμένου σκοπού (π.χ. της συνοχής της εσωτερικής αγοράς) θα πρέπει κατ' ανάγκη να συνοδεύεται από την ύπαρξη εξωτερικής αρμοδιότητας. Πράγματι, το Δικαστήριο, με τη γνωμοδότηση 1/94, δέχθηκε, κατά την ερμηνεία της γνωμοδοτήσεως 1/76, χωρίς πάντως να δίδει πολλές εξηγήσεις, ότι η τελευταία αυτή γνωμοδότηση αφορούσε τις ιδιαιτερότητες εκείνης της υποθέσεως (σκέψεις 85 και 100).
(8) - Γνωμοδότηση 1/94 (όπ.π., υποσημ. 3), σκέψη 104· η υπογράμμιση δική μου.
(9) - Η κατάσταση αυτή θα μπορούσε να μεταβληθεί μόνον εφόσον εφαρμοζόταν, κατόπιν ενάρξεως της ισχύος της, η παράγραφος 5 του άρθρου 113 της Συνθήκης, η οποία προστέθηκε στη Συνθήκη με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ. Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα μετά από πρόταση της Επιτροπής και διαβούλευση με το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο, μπορεί να επεκτείνει την εφαρμογή των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 113 σε διεθνείς διαπραγματεύσεις και συμφωνίες σχετικά με την πνευματική ιδιοκτησία, στον βαθμό που οι διαπραγματεύσεις και συμφωνίες αυτές δεν εμπίπτουν στις παραγράφους αυτές. Με άλλα λόγια, η παράγραφος 5 του άρθρου 113 επιτρέπει την υπαγωγή στην κοινή εμπορική πολιτική, άρα στην αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα της Κοινότητας, ακόμη και ρυθμίσεων της πνευματικής ιδιοκτησίας που εξαιρούνται επί του παρόντος.
(10) - Βλ. συναφώς π.χ. Appella, «Constitutional Aspects of Opinion 1/94 of the ECJ concerning WTO Agreement», στο: International and Comparative Law Quarterly, σ. 440 επ. Κατά τον ανωτέρω συγγραφέα, «επισημαίνεται ότι η "κατανομή αρμοδιοτήτων" δεν σημαίνει ότι η Κοινότητα και τα κράτη μέλη έχουν χωριστές αρμοδιότητες για τα διάφορα τμήματα των συμφωνιών, ότι δηλαδή η Κοινότητα έχει αποκλειστική εξουσία για ορισμένα τμήματα των συμφωνιών και τα κράτη μέλη εξακολουθούν να έχουν αποκλειστική εξουσία για ορισμένα άλλα. Αντίθετα, η κατανομή αυτή σημαίνει ότι οποιαδήποτε απόφαση σε έναν από τους τομείς που καλύπτει η συμφωνία πρέπει να λαμβάνεται από κοινού από την Κοινότητα και τα κράτη μέλη» (σ. 460, σημ. 79). Όσον αφορά την ορθή άποψη ότι «η εφαρμογή της διαδικασίας αυτής αποτελεί συνεπώς την έκφραση της κατανομής εξουσιών και όχι της υπάρξεως συντρεχουσών εξουσιών», βλ. Pescatore, The Law of Integration, Leiden, 1974, σ. 47.
(11) - Νομίζω ότι το πρόβλημα αυτό δεν θα μπορούσε να υπερνικηθεί ούτε με τη θέσπιση ενός κώδικα συμπεριφοράς, για τον οποίο γίνεται λόγος εδώ και πάρα πολλά ήδη χρόνια και ο οποίος θα ρύθμιζε τον τρόπο συμμετοχής στον ΠΟΕ των κρατών μελών και της Κοινότητας σε σχέση με την άσκηση των (αντίστοιχων) αρμοδιοτήτων τους στους τομείς όπου ισχύει η κατανομή αρμοδιοτήτων. Καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, πρέπει να τονιστεί ότι το σχέδιο του κώδικα επιβεβαιώνει την άποψη ότι η έκφραση «κατανομή αρμοδιοτήτων» δεν έχει την έννοια ότι οποιαδήποτε απόφαση στον οικείο τομέα θα πρέπει να λαμβάνεται με κοινή συμφωνία της Κοινότητας και των κρατών μελών. Το σχέδιο αυτό, μολονότι προβλέπει ότι η Επιτροπή θα διεξάγει τις διαπραγματεύσεις και θα είναι ο μόνος εκπρόσωπος της Κοινότητας και των κρατών μελών, βάσει εξουσιοδοτήσεως που θα της έχει δοθεί σε σχέση με μια κοινή θέση που θα έχει διαμορφωθεί προηγουμένως, εντούτοις επιτρέπει στα κράτη μέλη να ενεργούν αυτοτελώς, εφόσον δεν επιτυγχάνεται η διαμόρφωση κοινής θέσεως. Επί του σχεδίου του κώδικα, βλ. V. Van den Bossche, The EC and the Uruguay Round Agreements, University of Limburg, 1995, σ. 17 επ.
(12) - Γνωμοδότηση 1/94 (όπ.π., υποσημ. 3), σκέψεις 106 έως 109.
(13) - Η προσθήκη ρητρών για την οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων αφενός της Κοινότητας και αφετέρου των κρατών μελών είναι ολοένα και συχνότερη στις περιπτώσεις από κοινού συμμετοχής τους στην ίδια συμφωνία. Βλ. π.χ. τη Σύμβαση της Βιέννης για την προστασία της στιβάδας του όζοντος, της 22ας Μαρτίου 1985 (ΕΕ 1988, L 297, σ. 10), καθώς και την τρίτη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας (Σύμβαση του Montego Bay), της 10ης Δεκεμβρίου 1982. Εξάλλου, στην επακριβή και αυστηρή οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων αφενός της Κοινότητας και αφετέρου των κρατών μελών της αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη, όπως αποδεικνύεται π.χ. από το καταστατικό του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO), το οποίο τροποποιήθηκε, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εισδοχή της Κοινότητας ως μέλους του οργανισμού αυτού στις 26 Νοεμβρίου 1991. Κατά το καταστατικό αυτό, πρέπει να υποβάλλεται δήλωση περί αρμοδιότητας, με την οποία να προσδιορίζονται τα θέματα για τα οποία τα κράτη μέλη έχουν μεταβιβάσει την αρμοδιότητα στην Κοινότητα και για τα οποία επομένως η Κοινότητα είναι εξουσιοδοτημένη να αναλαμβάνει δεσμεύσεις στο διεθνές πεδίο. Επιπλέον, θεσπίστηκε σε ενδοκοινοτικό επίπεδο ένας διακανονισμός «σχετικά με την προετοιμασία των συνεδριάσεων του FAO, καθώς και τις παρεμβάσεις και την ψηφοφορία», σκοπός του οποίου είναι να επιτευχθεί ο αναγκαίος συντονισμός μεταξύ Κοινότητας και κρατών μελών κατά την άσκηση των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους και/ή κατά τις παρεμβάσεις επί συγκεκριμένου θέματος. Με τον διακανονισμό πάντως αυτό δεν κατέστη δυνατή η αποφυγή κάθε διαφοράς, το δε Δικαστήριο έχει ήδη κληθεί να επιλύσει ορισμένη διαφορά επί του ζητήματος αυτού (βλ. απόφαση της 19ης Μαρτίου 1996, C-25/94, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1996, σ. Ι-1469).
(14) - Βλ. άρθρο XI της Συμφωνίας ΠΟΕ. Θα ήθελα πάντως να υπενθυμίσω ότι το άρθρο IX, παράγραφος 1, διευκρινίζει ότι, «όταν οι Ευρωπαϋκές Κοινότητες ασκούν το δικαίωμα ψήφου, αντιστοιχεί σ' αυτές αριθμός ψήφων ίσος με τον αριθμό των κρατών μελών τους». Επιπλέον, διασαφηνίζεται, σε μια υποσημείωση, ότι «ο αριθμός ψήφων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους δεν υπερβαίνει σε καμία περίπτωση τον αριθμό των κρατών μελών των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων».
(15) - Αυτή η άποψη υποστηρίζεται και από μέρος των θεωρητικών δικαίου σε σχέση με το γενικότερο φαινόμενο των μεικτών συμφωνιών, εφόσον βέβαια οι συμφωνίες αυτές δεν περιέχουν ρήτρες περί αρμοδιότητας που να έχουν γνωστοποιηθεί προς τα έξω (βλ., μεταξύ άλλων, Steenbergen και Louis, «La rιpartition des compιtences entre les Communautιs», στο: Les Ιtats fιdιraux dans les relations internationales, Βρυξέλλες 1984). Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορούν επίσης ορισμένες σκέψεις αποφάσεων του Δικαστηρίου, το οποίο τόνισε πράγματι ότι η οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων παραμένει ένα ενδοκοινοτικό πρόβλημα, δεδομένου μάλιστα ότι υπόκειται σε διαχρονικές μεταβολές [βλ. ιδίως το διάσκεμμα 1/78, της 14ης Νοεμβρίου 1978, που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 103, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης Ευρατόμ, Συλλογή (μόνο σε ξενόγλωσσες εκδόσεις) 1978, σ. 2151, σκέψη 35].
(16) - Σύμφωνα με ορισμένους, η σύναψη μεικτής συμφωνίας αποτελεί, για τον λόγο και μόνο ότι η Συνθήκη δεν προβλέπει τέτοια δυνατότητα, σιωπηρή τροποποίηση της Συνθήκης, οπότε ολόκληρη η συμφωνία καθίσταται τμήμα του κοινοτικού δικαίου, πράγμα που σημαίνει ότι το Δικαστήριο είναι αναμφίβολα αρμόδιο να ερμηνεύει όλες τις διατάξεις των μεικτών συμφωνιών (συναφώς βλ., ως αντιπροσωπευτική μελέτη, Bleckmann, «Der Gemischte Vertrag im Europarecht», στο: Europarecht, 1976, σ. 301). Κατ' άλλους όμως, η μεικτή συμφωνία υποδιαιρείται σε δύο μέρη: ένα κοινοτικό τμήμα, το οποίο καθίσταται αναπόσπαστο μέρος της κοινοτικής έννομης τάξης, όπως ακριβώς και μια συμφωνία που εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας, και σ' ένα δεύτερο τμήμα, για το οποίο αρμόδια είναι τα κράτη μέλη [συναφώς βλ., μεταξύ άλλων, Ehlermann, «Mixed agreements: a list of problems», στο: O'Keeffe, Schermers (επιμ.), Mixed agreements, Deventer, 1983, σ. 3, ο οποίος προτείνει την εφαρμογή του άρθρου 228 για την επίλυση όλων των προβλημάτων συντονισμού που μπορούν να ανακύψουν από τη μεικτή συμμετοχή και για τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων και των ορίων εντός των οποίων τα κράτη μπορούν να μετέχουν στις συμφωνίες αυτές. Αυτά όμως που επακολούθησαν μετά τη γνωμοδότηση 1/94 αποδεικνύουν σαφώς ότι η προηγούμενη έκδοση αποφάσεως από το Δικαστήριο κατά το άρθρο 228 δεν μπορεί να επιλύσει όλα τα προβλήματα. Δεν χρειάζεται, νομίζω, να υπενθυμίσω ότι στην ανωτέρω περίπτωση το Δικαστήριο αρκέστηκε απλώς να κάνει λόγο για μια γενική υποχρέωση συντονισμού (και πιστεύω ότι δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο, αφού δεν υπήρχαν διατάξεις στον οικείο τομέα)]. Σχετικά με την άποψη ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να ερμηνεύει τις διατάξεις των μεικτών συμφωνιών, ανεξάρτητα από την εξέταση του ζητήματος αν αρμοδιότητα έχει η Κοινότητα ή τα κράτη μέλη, βλ. επίσης Schermers-Waelbroeck, Judicial Protection in the European Communities, Deventer, 1992, σ. 430, καθώς και Hartley, The Foundations of European Community Law: An Introduction to the Constitutional and Administrative Law of the European Community, Οξφόρδη, 1994, σ. 186 και 273 επ.
(17) - Βλ., π.χ. την απόφαση της 30ής Απριλίου 1974, 181/73, Haegeman (Συλλογή τόμος 1974, σ. 245), που αφορούσε την ερμηνεία της Συμφωνίας Συνδέσεως με την Ελλάδα· την απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1976, 87/75, Bresciani (Συλλογή τόμος 1976, σ. 57), που αφορούσε την ερμηνεία της συμβάσεως του Γιαουντέ του 1963· και την απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1977, 65/77, Razanatsimba (Συλλογή τόμος 1977, σ. 717), που αφορούσε την ερμηνεία της συμβάσεως του Λομέ. Βλ. επίσης τις πλέον πρόσφατες αποφάσεις της 31ης Ιανουαρίου 1991, C-18/90, Kziber (Συλλογή 1991, σ. I-199), και της 5ης Απριλίου 1995, C-103/94, Krid (Συλλογή 1995, σ. I-719), που αφορούσαν την ερμηνεία των συμφωνιών συνεργασίας με το Μαρόκο και την Αλγερία αντίστοιχα.
(18) - Τα ανωτέρω παρατίθενται ήδη στην προαναφερθείσα στην προηγούμενη απόφαση Haegeman (σκέψεις 3, 5 και 6). Σε σχέση ακριβώς με τα ανωτέρω παρατεθέντα ο γενικός εισαγγελέας Trabucchi υποστήριξε, με τις προτάσεις που ανέπτυξε στην υπόθεση Bresciani (βλ. προηγούμενη υποσημείωση), ότι «όταν το εθνικό δικαστήριο είναι αρμόδιο να διαπιστώσει αν μια πράξη ή μια ενέργεια ενός κράτους είναι σύμφωνη προς ορισμένες υποχρεώσεις της Κοινότητας που προκύπτουν από διεθνή σύμβαση, η οποία δεσμεύει επίσης κάθε κράτος μέλος κατ' εφαρμογή του άρθρου 228, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, είναι ασφαλώς επιτρεπτό να ληφθεί υπόψη επικουρικά η σύμβαση, τούτο δε είναι μάλιστα αναγκαίο προκειμένου να καθοριστεί η κοινοτική υποχρέωση του κράτους, η οποία στηρίζεται επί της Συνθήκης και της οποίας το περιεχόμενο καθορίζεται από τη σύμβαση η οποία δεσμεύει την Κοινότητα». Ο γενικός εισαγγελέας τόνισε επίσης, με τις προτάσεις του αυτές, ότι «το περιεχόμενο μιας κοινοτικής υποχρεώσεως ενός κράτους είναι πάντοτε θέμα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου» (Συλλογή τόμος 1976, σ. 71 και 72).
(19) - Απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1987, 12/86 (Συλλογή 1987, σ. 3719), η οποία αφορούσε την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων της Συμφωνίας Συνδέσεως με την Τουρκία.
(20) - Απόφαση Demirel (όπ.π., προηγούμενη υποσημ.), σκέψη 9. Επ' αυτού, βλ. επίσης τις προτάσεις που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας Darmon στην εν λόγω υπόθεση, κατά τον οποίο «η λύση του προβλήματος της αρμοδιότητάς σας δεν νομίζω ότι χρειάζεται εντούτοις την ανάπτυξη μιας γενικής θεωρίας ως προς το θέμα αυτό. Βεβαίως μια τέτοια θεωρία θα ήταν χρήσιμη» (Συλλογή 1987, σ. 3737, και συγκεκριμένα σημείο 13).
(21) - Απόφαση Demirel (όπ.π., υποσημ. 19), σκέψη 11. Βλ. επίσης το σημείο 12 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Darmon, ο οποίος τονίζει ότι η νομολογία είναι σαφής ως προς τον κοινοτικό χαρακτήρα της υποχρεώσεως που επιβάλλεται στα κράτη μέλη να τηρούν τις διεθνείς συμφωνίες, αλλ' ότι η νομολογία αυτή «δεν καθορίζει (...) κριτήρια αρμοδιότητας ούτε αποκλείει ρητά το ενδεχόμενο μια διάταξη που τέθηκε στη μεικτή συμφωνία να μπορεί, από την ίδια της τη φύση ή βάσει ρητής επιφυλάξεως (...), να μην εμπίπτει στην ερμηνευτική σας αρμοδιότητα».
(22) - Επ' αυτού βλ. Gaja, «Sull'interpretazione degli accordi misti da parte della Corte di giustizia», στο: Rivista di diritto internazionale, 1988, σ. 605. Ο συγγραφέας, αφού επισημαίνει ότι με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο ουδόλως δέχθηκε ότι όλα τα ζητήματα που ρυθμίζονται με συμφωνίες συνδέσεως ή άλλες μεικτές συμφωνίες καθίστανται ζητήματα κοινοτικής αρμοδιότητας, τονίζει ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου δεν μπορεί να καλύπτει και τις διατάξεις μεικτών συμφωνιών των οποίων το αντικείμενο δεν έχει σχέση με το κοινοτικό δίκαιο. Ο εν λόγω συγγραφέας δέχεται πάντως, με ορισμένες επιφυλάξεις έστω, ότι θα μπορούσε να γίνει εξαίρεση σε σχέση με τις «διαδικασίες λόγω παραβάσεως που έχουν κινηθεί κατά των κρατών μελών, των οποίων η συμπεριφορά, συνιστάμενη σε παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχουν από τη μεικτή συμφωνία, έχει αρνητικές συνέπειες για την Κοινότητα».
(23) - Αν γίνει δεκτό ότι τα κράτη μέλη έχουν δεσμευθεί όχι μόνο έναντι των κρατών μελών αλλά και έναντι της ίδιας της Κοινότητας, η μη εκπλήρωση της συμφωνίας γεννά οπωσδήποτε ευθύνη της Κοινότητας, πέρα από την ατομική ευθύνη του οικείου κράτους, πράγμα που σημαίνει ότι η Κοινότητα, και ειδικότερα το Δικαστήριο, έχουν συμφέρον, αλλά και την εξουσία, να επιβάλλουν την ομοιόμορφη εφαρμογή, εκτέλεση και ερμηνεία όλων των διατάξεων της συμφωνίας (συναφώς βλ. Nolte, Σχολιασμός της υποθέσεως 12/86, στο: Common Market Law Review, 1988, σ. 403).
(24) - Συναφώς βλ. Neuwahl, «Shared Powers or Combined Incompetence? More on Mixity, στο: Common Market Law Review, 1996, σ. 667. Γενικότερα βλ. επίσης Bourgeois, Dewost, Gaiffe (επιμ.), La Communautι europιenne et les accords mixtes. Quelles perspectives?, διαλέξεις της Bruges, 11, 1997.
(25) - Επί του σημείου αυτού διατύπωσε ορισμένες ανησυχίες η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου. Το Ηνωμένο Βασίλειο δηλαδή υποστήριξε ότι, αν το Δικαστήριο αποφανθεί ότι είναι αρμόδιο να ερμηνεύει όλες τις διατάξεις περί ΠΟΕ, στο μέλλον τα κράτη μέλη θα είναι περισσότερο επιφυλακτικά σε σχέση με την υπογραφή μεικτών συμφωνιών και συνεπώς θα υπάρξει μεγαλύτερη τάση για τη θέσπιση τελείως χωριστών ρυθμίσεων.
(26) - Γνωμοδότηση 1/94 (όπ.π., υποσημ. 3), σκέψη 107.
(27) - Συναφώς βλ. π.χ. Rideau, «Les accords internationaux dans la jurisprudence de la Cour de justice des Communautιs europιennes; rιflexions sur les relations entre les ordres juridiques international, communautaire et nationaux», στο: Revue gιnιrale de droit international public, 1990, σ. 289. Ο συγγραφέας τονίζει ότι η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου «μπορεί εντούτοις να αποδειχθεί ιδιαίτερα λεπτό ζήτημα, λόγω των δυσχερειών υπαγωγής των διαφόρων διατάξεων της συμφωνίας σε μία από τις δύο κατηγορίες αρμοδιοτήτων και λόγω των κινδύνων υπάρξεως αποκλίσεων κατά την εφαρμογή της μεικτής συμφωνίας» (σ. 347). Στην ίδια αυτή ανάγκη ομοιόμορφης εφαρμογής των διατάξεων που αποτελούν τμήμα της κοινοτικής έννομης τάξεως αναφέρεται επίσης ο γενικός εισαγγελέας Darmon με τις προτάσεις που ανέπτυξε στην υπόθεση Demirel (όπ.π., υποσημ. 20)· παρεμφερής είναι επίσης η άποψη που υποστηρίζει σε σχέση ακριβώς με την ερμηνεία των διατάξεων περί ΠΟΕ ο Eeckhout, «The domestic legal status of the WTO Agreement: interconnecting legal systems», στο: Common Market Law Review, 1997, σ. 11.
(28) - Συναφώς θα ήθελα να επισημάνω ότι το Δικαστήριο πρέπει να θεωρηθεί αρμόδιο να ερμηνεύει τις διατάξεις της Συμφωνίας για τα TRIP σχετικά με τα μέσα προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας, όχι μόνον όσον αφορά τους κανόνες της κοινοτικής ρυθμίσεως που έχουν ενδεχομένως σημασία για την απαγόρευση της θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία των προϋόντων απομιμήσεως/παραποιήσεως, αλλά και σε σχέση με τη ρύθμιση περί του κοινοτικού σήματος, η οποία περιέχεται στον κανονισμό (ΕΚ) 40/94 (ΕΕ L 11, σ. 1). Ο κανονισμός αυτός εξάλλου περιέχει ειδική διάταξη σχετικά με τα ασφαλιστικά μέτρα (άρθρο 99), πράγμα που έχει την παράδοξη συνέπεια ότι αρμοδιότητα για την ερμηνεία της ίδιας διατάξεως μιας συγκεκριμένης συμφωνίας, εν προκειμένω του άρθρου 50 της Συμφωνίας για τα TRIP, έχουν, ανάλογα με την περίπτωση, άλλοτε το κοινοτικό δικαστήριο και άλλοτε το εθνικό. Επιπλέον, πρέπει οπωσδήποτε να επισημανθεί ότι το γεγονός και μόνο της κατανομής της ερμηνευτικής αρμοδιότητας μεταξύ κοινοτικού και εθνικού δικαστή θα είχε καθόλου ασήμαντες συνέπειες επί της λειτουργίας του όλου συστήματος, π.χ. στην (καθόλου απίθανη) περίπτωση που το Δικαστήριο αφενός και τα εθνικά δικαστήρια αφετέρου θα κατέληγαν σε διαφορετικά συμπεράσματα σε σχέση με το ζήτημα του άμεσου αποτελέσματος. Επί του σημείου αυτού είναι χαρακτηριστική, έστω και αν είναι λίγο περίεργη και αντιφατική, η άποψη που εξέφρασε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η Γαλλική Κυβέρνηση, η οποία ζήτησε από το Δικαστήριο να κηρύξει μεν εαυτό αναρμόδιο να ερμηνεύσει το άρθρο 50 της Συμφωνίας για τα TRIP, αλλά αφετέρου να παράσχει κάποια στοιχεία στο εθνικό δικαστήριο για το ότι οι διατάξεις περί ΠΟΕ, περιλαμβανομένων και των διατάξεων της Συμφωνίας για τα TRIP, δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα: επιδίωξη της Γαλλικής Κυβερνήσεως είναι ακριβώς να αποτραπεί το ενδεχόμενο ερμηνευτικών αποκλίσεων σε σχέση με ένα τόσο σημαντικό ζήτημα.
(29) - Θα ήθελα να διευκρινίσω ότι με την ουσιώδη αυτή απαίτηση δεν επιδιώκεται ο σκοπός «αποφυγής ενδεχόμενων αποκλίσεων ως προς την ερμηνεία», στον οποίο αναφέρθηκε το Δικαστήριο για να στηρίξει την αρμοδιότητά του να ερμηνεύει διατάξεις του εθνικού δικαίου που παραπέμπτουν στο κοινοτικό δίκαιο ή που είναι διατυπωμένες πανομοιότυπα προς τις αντίστοιχες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, αλλά προορίζονται να εφαρμόζονται εκτός του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1990, C-297/88 και C-197/89, Dzodzi, Συλλογή 1990, σ. I-3763, σκέψη 37· η νομολογία αυτή επιβεβαιώθηκε πρόσφατα με τις αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, C-28/95, Leur-Bloem, Συλλογή 1997, σ. I-4161, σκέψη 32, και C-130/95, Giloy, Συλλογή 1990, σ. I-4291, σκέψη 28). Ομολογώ ότι θα μπορούσε κανείς να ενδώσει στον πειρασμό να εφαρμόσει τον ίδιο συλλογισμό, κατόπιν βέβαια προσαρμογής, στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω, συσχετίζοντας ιδίως τον σκοπό αποφυγής μελλοντικών ερμηνευτικών αποκλίσεων προς τη δυνητική κοινοτική αρμοδιότητα. Θα ήθελα πάντως να επισημάνω ότι η κατάσταση είναι τελείως διαφορετική, αφού η επίμαχη εν προκειμένω συμβατική διάταξη δεν παραπέμπει σε καμία διάταξη του κοινοτικού δικαίου ούτε αντιγράφει τέτοια διάταξη· επιπλέον, στην προκειμένη υπόθεση η απαίτηση ομοιόμορφης ερμηνείας υφίσταται πράγματι και δεν είναι καθόλου δυνητική. Εν πάση δε περιπτώσει, δεν μπορεί να μην προσθέσω ότι, αν η λύση Dzodzi εφαρμοζόταν και στην προκειμένη περίπτωση, το αποτέλεσμα θα ήταν μια γενικότερη αντίφαση προς τη νομολογία του ίδιου του Δικαστηρίου σχετικά με το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων, και ειδικότερα σχετικά με τα υποθετικά ερωτήματα και/ή τα ερωτήματα που αφορούν καθαρά εσωτερικές καταστάσεις (επί του σημείου αυτού, βλ. τις προτάσεις που ανέπτυξα στην υπόθεση C-346/93, Kleinwort Benson, επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση στις 28 Μαρτίου 1995, Συλλογή 1995, σ. I-617, και συγκεκριμένα σημεία 25 έως 27).
(30) - Συναφώς βλ. όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στα σημεία 14 και 18.
(31) - Συναφώς δεν είναι περιττό να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1982, 104/81, Kupferberg (Συλλογή 1982, σ. 3641), η οποία βέβαια αφορούσε συμφωνία που δεν είχε μεικτό χαρακτήρα, έδωσε έμφαση κυρίως στην ανάγκη ομοιόμορφης ερμηνείας των διατάξεων που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της κοινοτικής έννομης τάξης, περιλαμβανομένων και των διεθνών συμφωνιών. Λαμβάνοντας ως αφετηρία το γεγονός ότι τα κοινοτικά όργανα και τα κράτη μέλη υποχρεούνται από κοινού να εξασφαλίζουν την τήρηση των συμφωνιών που έχει συνάψει η Κοινότητα, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι τα κράτη μέλη εκπληρώνουν υποχρέωση όχι μόνο έναντι του ενδιαφερομένου τρίτου κράτους ή των ενδιαφερομένων τρίτων κρατών, «αλλά προπάντων και κυρίως έναντι της Κοινότητας, η οποία έχει αναλάβει την ευθύνη για την καλή εκτέλεση της συμφωνίας» (σκέψη 13): το σημείο αυτό μου φαίνεται ιδιαίτερα σημαντικό και το Δικαστήριο το επανέλαβε σε σχέση με μια μεικτή συμφωνία, όπως η συμφωνία που αποτελούσε το αντικείμενο της υποθέσεως Demirel (απόφαση παρατεθείσα στην υποσημείωση 19, σκέψη 11). Εφόσον δε οι συμβατικές διατάξεις αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του κοινοτικού δικαίου, ακόμη και όταν περιέχονται σε μεικτές συμφωνίες, όπως έχει δεχθεί το Δικαστήριο με την απόφαση Haegeman (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17), για τις συμφωνίες αυτές ισχύει επίσης (και μάλιστα για αυτές ισχύει κυρίως) η κρίση του Δικαστηρίου ότι «δεν δύνανται να ποικίλλουν τα αποτελέσματά τους εντός της Κοινότητας ανάλογα με το αν η εφαρμογή τους στην πράξη εναπόκειται στα κοινοτικά όργανα ή στα κράτη μέλη και, στην τελευταία αυτή περίπτωση, ανάλογα με τη θέση που λαμβάνει το δίκαιο κάθε κράτους μέλους έναντι των αποτελεσμάτων που παράγουν στην εσωτερική έννομη τάξη του οι διεθνείς συμφωνίες που συνάπτει» (σκέψη 14).
(32) - Συναφώς, βλ. επίσης το διάσκεμμα 1/78 (όπ.π., υποσημ. 15), σκέψη 36, τη γνωμοδότηση 2/91, της 19ης Μαρτίου 1993 (Συλλογή 1993, σ. I-1061, σκέψη 36), καθώς και την πρόσφατη απόφαση της 19ης Μαρτίου 1996, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (όπ.π., υποσημ. 13), σκέψη 48.
(33) - Η έλλειψη σαφούς συντονισμού μεταξύ κοινοτικών οργάνων και κρατών μελών θα είχε πράγματι - αν ληφθούν υπόψη τα προβλήματα που δημιουργεί αναπόφευκτα η έλλειψη ενιαίας ψήφου και, κυρίως, κανόνων ενιαίας συμπεριφοράς - σημαντικές δυσκολίες τόσο κατά τις ενδεχόμενες μελλοντικές διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο του ΠΟΕ, όσο και, γενικότερα, σε οποιαδήποτε περίπτωση που θα είναι αναγκαίο να διατυπωθεί ορισμένη άποψη επί ζητήματος διεπομένου από τη Συμφωνία για τα TRIP (συναφώς βλ. Vellano, «La Comunitΰ europea e i suoi Stati membri dinanzi al sistema di risoluzione delle controversie dell'Organizzazione Mondiale del Commercio: alcune questioni da risolvere», στο: La Comunitΰ Internazionale, 1996, σ. 499). Ειδικότερα, όπως τόνισε η Επιτροπή ενώπιον του Δικαστηρίου, θα υπήρχε ο κίνδυνος να καταστεί σε μεγάλο βαθμό αναποτελεσματικός, στους τομείς όπου υπάρχει κατανομή αρμοδιοτήτων, ο λεγόμενος μηχανισμός των διασταυρούμενων αντιποίνων, ο οποίος προβλέπεται από το άρθρο 22 του μνημονίου συμφωνίας σχετικά με τους κανόνες επιλύσεως των διαφορών. Πράγματι, είναι αυτονόητο ότι, αν δεν υπάρχει σχετική συμφωνία, το κράτος μέλος που θα ήθελε να ασκήσει το δικαίωμά του να προβεί σε αντίποινα στον τομέα των εμπορευμάτων αντί στον τομέα των υπηρεσιών ή της πνευματικής ιδιοκτησίας δεν θα μπορούσε να το πράξει. Ομοίως, η Επιτροπή, αν δεν υπήρχε συμφωνία με τα κράτη μέλη, δεν θα μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμα αντιποίνων στους τομείς της γενικής συμφωνίας για το εμπόριο υπηρεσιών (GATS) και της Συμφωνίας για τα TRIP, οι οποίοι εμπίπτουν (ακόμη) στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.
(34) - Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1994, C-306/93, SMW Winzersekt (Συλλογή 1994, σ. I-5555, σκέψη 14), καθώς και την απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1996, C-85/95, Reisdorf (Συλλογή 1996, σ. I-6257, σκέψη 15).
(35) - Απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 1979, 16/79 έως 20/79, Danis κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 613, συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά, σκέψη 8). Γενικότερα βλ. απόφαση της 25ης Ιουνίου 1992, C-147/91, Ferrer Laderer (Συλλογή 1992, σ. I-4097), με την οποία έγινε δεκτό ότι, «στο πλαίσιο της διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου την οποία θεσπίζει το άρθρο 177, εναπόκειται στο Δικαστήριο να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο λυσιτελή απάντηση για την επίλυση της διαφοράς της οποίας αυτό έχει επιληφθεί, ερμηνεύοντας τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου οι οποίες μπορούν να έχουν εφαρμογή» (σκέψη 6).
(36) - Απόφαση Kupferberg (όπ.π., υποσημ. 31), σκέψη 17.
(37) - Σχετικώς βλ. Pescatore, «Drafting and analysing decisions on dispute settlement», στο: Pescatore, Davey, Lowenfeld, Handbook of WTO/GATT Dispute Settlement, Νέα Υόρκη, 1997. Ο συγγραφέας αναφέρει ειδικότερα (σ. 11, υποσημ. 3) ότι αυτές οι απόπειρες αλλοιώσεως εκ των υστέρων των αποτελεσμάτων μιας πολυμερούς συνθήκης, μέσω της μονομερούς θεσπίσεως διατάξεως εσωτερικού δικαίου, είναι ασυμβίβαστες με την καλή πίστη που πρέπει να διέπει τις διεθνείς σχέσεις και με την αρχή της νομικής προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων σε μια δημοκρατική κοινωνία. Βλ. επίσης Mengozzi, «Les droits des citoyens de l'Union Europιenne et l'applicabilitι directe des accords de Marrakech», στο: Revue du marchι unique europιen, 1994, σ. 171· καθώς και Gaja, «Il preambolo di una decisione del Consiglio preclude al "GATT 1994" gli effetti diretti nell'ordinamento comunitario?», στο: Rivista di diritto internazionale, 1995, σ. 407 επ. Αντίθετα, σχετικά με την άποψη ότι η εν λόγω αιτιολογική σκέψη δεν στερείται αποτελεσμάτων βλ. το σημείο 127 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Κοσμά στην υπόθεση C-183/95, Affish, επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση στις 17 Ιουλίου 1997 (Συλλογή 1997, σ. I-4315), καθώς και τα σημεία 28 και 29 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Elmer στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-364/95 και C-365/95, T. Port (που εκκρεμούν ακόμη).
(38) - Με άλλα λόγια, προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι διατάξεις περί ΠΟΕ παράγουν άμεσα αποτελέσματα, δεν είναι βέβαια αρκετό (για να μην πω ότι δεν έχει μάλιστα καμία σημασία) το γεγονός ότι η Επιτροπή, το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο συμφωνούν ότι οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο δεν έχει δεχθεί το άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων της ΓΣΔΕ του 1947 εξακολουθούν επίσης να ισχύουν σε σχέση με τις διατάξεις περί ΠΟΕ. Αν μη τι άλλο, δεν νομίζω ότι μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η εκτίμηση αυτή απόκειται στο Δικαστήριο, το οποίο θα προβεί στη σχετική ερμηνεία.
(39) - Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1992, 21/72 έως 24/72 (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 279, σκέψεις 19 και 20).
(40) - Σκέψη 21.
(41) - Σκέψεις 27 και 28.
(42) - Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-280/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I-4973, σκέψη 110). Στην εν λόγω απόφαση, εξάλλου, το Δικαστήριο παρέθεσε πολύ εκτενέστερες αιτιολογίες απ' ό,τι στις προηγούμενες σχετικές αποφάσεις. Συγκεκριμένα, τόνισε ιδιαίτερα τη μη δεσμευτικότητα των αποφάσεων στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ, την ανάγκη εξετάσεως των προτάσεων «με κατανόηση», τη δυνατότητα ακόμη και μονομερούς αναστολής της ισχύος ορισμένων υποχρεώσεων (βλ. σκέψεις 107 και 108).
(43) - Ειδικότερα, τονίστηκε ότι η αναμφίβολη ευκαμψία ορισμένων διατάξεων της συμφωνίας (που εξάλλου αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό όλων των πολυμερών διεθνών συμφωνιών) δεν είναι μεγαλύτερη από την ευκαμψία πολλών διατάξεων άλλων συμβάσεων, στις οποίες όμως το Δικαστήριο προσέδωσε άμεσα αποτελέσματα (βλ. συναφώς, μεταξύ άλλων, Giardina, «La Corte europea ed i rapporti tra diritto comunitario e diritto internazionale», στο: Rivista di diritto internazionale privato e processuale, 1973, σ. 582, και συγκεκριμένα σ. 588). Παράλληλα τονίστηκε ότι οι περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται η αυτοδικία απαριθμούνται περιοριστικά και, γενικότερα, ότι το σύστημα διευθετήσεως των διαφορών αποδείχθηκε ιδιαίτερα αποτελεσματικό, με συνέπεια οι ίδιοι εκπρόσωποι της Κοινότητας να επικρίνουν, στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ, τον υπερβολικά δικαστηριακό χαρακτήρα του συστήματος αυτού (συναφώς βλ., μεταξύ άλλων, Petersmann, «The EEC as a GATT-Member - Legal Conflicts between GATT Law and European Community Law», στο: The European Community and the GATT-Studies in Transnation Economic Law, τόμος IV, Deventer, 1986, σ. 23, καθώς και Hahn και Schuster, «Le droit des Ιtats membres de se prιvaloir en justice d'un accord liant la Communautι», στο: Revue gιnιrale de droit international public, 1995, σ. 367, και ειδικότερα σ. 381 και 382).
(44) - Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1973, 9/73, Schlόter (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 709, σκέψεις 28 έως 30), απόφαση της 16ης Μαρτίου 1983, 266/81, SIOT (Συλλογή 1983, σ. 731, σκέψη 28), καθώς και, ως τελευταία απόφαση, απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1995, C-469/93, Chiquita Italia (Συλλογή 1995, σ. I-4533, σκέψεις 26 έως 29).
(45) - Φαινομενικά μόνο και, εν πάση περιπτώσει, εν μέρει μόνο διαφέρουν τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 1989, 70/87, Fediol κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 1781), και της 7ης Μαου 1991, C-69/89, Nakajima κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, σ. Ι-2069), από τις οποίες προκύπτει ότι, οσάκις ένας κοινοτικός κανονισμός παραπέμπει στις διατάξεις της ΓΣΔΕ (υπόθ. Fediol) ή έχει εκδοθεί σε εκτέλεσή τους (υπόθ. Nakajima), ο ιδιώτης μπορεί να επικαλείται τις διατάξεις αυτές ως παράμετρο της νομιμότητας της επίμαχης κοινοτικής πράξεως. Στις περιπτώσεις όμως αυτές η δυνατότητα επικλήσεως των διατάξεων της ΓΣΔΕ δεν θεμελιώνεται στο άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων αυτών, αλλά στην ύπαρξη κοινοτικής πράξεως με την οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτές ή έστω έχει εκφραστεί η βούληση εφαρμογής τους. Το γεγονός ότι η δυνατότητα της διατάξεως να λειτουργήσει ως παράμετρος του κύρους κοινοτικής πράξεως περιορίζεται στην περίπτωση μόνο κατά την οποία η κοινοτική αυτή πράξη παραπέμπει στη διάταξη της ΓΣΔΕ ή αποτελεί εφαρμογή της διατάξεως αυτής σημαίνει προδήλως ότι η δυνατότητα αυτή υφίσταται μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η διάταξη του διεθνούς δικαίου έχει κοινοτικοποιηθεί. Το γεγονός πάντως αυτό οδηγεί επίσης σε ορισμένες σκέψεις επί του ζητήματος αν στη νομολογία του Δικαστηρίου γίνεται δεκτή με συνέπεια η μονιστική θεωρία, πράγμα που φαίνεται να αναιρείται από τη λύση που δόθηκε στην υπόθεση Nakajima (βλ., μεταξύ άλλων, Eeckhout, όπ.π., υποσημ. 27, σ. 56 επ.).
(46) - Συναφώς βλ. π.χ. απόφαση Kupferberg (όπ.π., υποσημ. 31), με την οποία το Δικαστήριο δέχτηκε, πρώτον, ότι «το γεγονός και μόνο ότι τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν δημιουργήσει ιδιαίτερο θεσμικό πλαίσιο για διαβουλεύσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ τους σχετικά με την εκτέλεση της συμφωνίας δεν είναι αρκετό για να αποκλειστεί κάθε εφαρμογή της συμφωνίας αυτής από τα δικαστήρια» (σκέψη 20) και, δεύτερον, ότι, «όσον αφορά τις ρήτρες διασφαλίσεως που επιτρέπουν στα μέρη να παρεκκλίνουν από ορισμένες διατάξεις της συμφωνίας, πρέπει να παρατηρηθεί ότι εφαρμόζονται μόνο σε καθορισμένες περιπτώσεις και, κατά γενικό κανόνα, κατόπιν από κοινού εξετάσεως εντός της μεικτής επιτροπής» (σκέψη 21).
(47) - Συναφώς, βλ., μεταξύ άλλων, Ligustro, Le controversie tra Stati nel diritto del commercio internazionale dal GATT all'OMC, Padova 1996, καθώς και Young, «Dispute resolution in the Uruguay Round: lawyers triumph over diplomats», στο: International Lawyer, 1995, σ. 389.
(48) - Για παράδειγμα, σκοπός του μνημονίου συμφωνίας για τις διατάξεις της ΓΣΔΕ του 1994 που αφορούν το ισοζύγιο πληρωμών είναι η αυστηρότερη ρύθμιση, με σκοπό κυρίως την επίτευξη μεγαλύτερης διαφάνειας, των μη δασμολογικών περιοριστικών μέτρων, τα οποία αποτελούσαν αντικείμενο μιας ανεξέλεγκτης πρακτικής που εφάρμοζαν κυρίως οι αναπτυσσόμενες χώρες. Υπό την ίδια οπτική γωνία σημαντική είναι επίσης η συμφωνία για τα μέτρα διασφάλισης (ΕΕ L 336, σ. 184) που βασίζονται στο άρθρο XIX της ΓΣΔΕ, συμφωνία της οποίας σκοπός είναι «να ανασυσταθούν μηχανισμοί για τον πολυμερή έλεγχο των μέτρων διασφάλισης και να εξαλειφθούν τα μέτρα που δεν υπάγονται σε πολυμερή έλεγχο» (δεύτερη αιτιολογική σκέψη). Η συμφωνία αυτή περιέχει επίσης ειδική διάταξη που επιβάλλει τη σταδιακή κατάργηση, το αργότερο εντός τεσσάρων ετών από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας ΠΟΕ, των μέτρων που ανήκουν στη λεγόμενη φαιά ζώνη (βλ. άρθρο 11).
(49) - Βλ. άρθρο IX, παράγραφοι 3 και 4, της Συμφωνίας ΠΟΕ. Για παράδειγμα, η απαλλαγή εγκρίνεται από την υπουργική συνδιάσκεψη με πλειοψηφία των τριών τετάρτων των μελών και η απόφαση πρέπει να αναφέρει τις εξαιρετικές περιστάσεις που την δικαιολογούν, καθώς και την ημερομηνία κατά την οποία λήγει η απαλλαγή, ενώ προβλέπεται η περιοδική επανεξέταση του αν εξακολουθούν να υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις. Επιπλέον, το μνημόνιο συμφωνίας για την απαλλαγή από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από τη ΓΣΔΕ του 1994 καθιστά αυστηρότερες τις προϋποθέσεις απαλλαγής και προβλέπει τη δυνατότητα των κρατών μελών να κινούν τη διαδικασία επιλύσεως των διαφορών όταν η εκ μέρους ενός κράτους μέλους εφαρμογή απαλλαγής εκμηδενίζει ή μειώνει τα οφέλη που παρέχει η ΓΣΔΕ του 1994 στο αιτούν την κίνηση της διαδικασίας αυτής κράτος.
(50) - Βλ. το παράρτημα 2 της Συμφωνίας ΠΟΕ (ΕΕ L 336, σ. 234). Πρώτον, από άποψη διαρθρώσεως του μηχανισμού, για την επίλυση των διαφορών προβλέφθηκαν τρία επίπεδα λήψεως αποφάσεων. Το Όργανο Επιλύσεως των Διαφορών (Dispute Settlement Body) είναι το ίδιο το γενικό συμβούλιο, αλλά κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως οργάνου επιλύσεως των διαφορών μπορεί να έχει διαφορετικό πρόεδρο και να θεσπίζει συγκεκριμένους διαδικαστικούς κανόνες (Συμφωνία ΠΟΕ, άρθρο IV, παράγραφος 3). Οι ειδικές ομάδες (πάνελ) αποτελούνται από 3 ή 5 μέλη, τα οποία διορίζονται ειδικώς και ατομικώς μεταξύ προσώπων που έχουν ειδικότητα στο δίκαιο του διεθνούς εμπορίου, και αποτελούν τον πρώτο βαθμό της αξιολογήσεως από τεχνική άποψη. Τέλος, προβλέπεται ένα επταμελές μόνιμο δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο, τα μέλη του οποίου επιλέγονται μεταξύ εγκρίτων νομικών που δεν πρέπει να είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Η διαδικασία προβλέπει μια φάση διαβουλεύσεων μεταξύ των διαφωνούντων μελών, με σκοπό την εξεύρεση λύσεως ή την επακριβή οριοθέτηση των αμφισβητούμενων μόνο σημείων. Η δεύτερη φάση συνίσταται στην ενώπιον της ειδικής ομάδας διαδικασία, η οποία μπορεί επίσης να περιλαμβάνει δύο στάδια.
(51) - Επιπλέον, υπάρχει η δυνατότητα εφέσεως, που έχει ως συνέπεια ότι θα καταρτιστεί νέα έκθεση, η οποία επίσης εγκρίνεται αν δεν υπάρχει συναίνεση για την απόρριψή της. Η αρχή της συναινέσεως περί απορρίψεως έχει στην ουσία ως συνέπεια ότι ή έκθεση εγκρίνεται πάντοτε και ο ηττώμενος διάδικος υποχρεούται να συμμορφωθεί. Η έκθεση μπορεί συγκεκριμένα να περιέχει συστάσεις σχετικά με τους τρόπους κατά τους οποίους το ενδιαφερόμενο μέλος θα πρέπει να την υλοποιήσει (άρθρο 19) και ο ηττώμενος διάδικος είναι υποχρεωμένος να συμμορφωθεί προς την έκθεση εντός εύλογης προθεσμίας. Αν δεν τηρήσει την προθεσμία αυτή, υφίσταται μέτρα αντιποίνων, όπως είναι η αναστολή των παραχωρήσεων ή άλλων υποχρεώσεων, τα οποία εγκρίνει το Όργανο Επιλύσεως των Διαφορών αν δεν υπάρχει συναίνεση περί μη εγκρίσεως.
(52) - Φρονώ εξάλλου ότι η φύση του προβλήματος δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να καταλήξει η παροχή αντισταθμιστικών ανταλλαγμάτων να αποτελεί «προσωρινό φαινόμενο μακράς διαρκείας», όπως τόνισε π.χ. ο Timmermans, «L'Uruguay Round: sa mise en oeuvre par la Communautι europιenne», στο: Revue du marchι unique europιen, 1994, σ. 175, και συγκεκριμένα σ. 178. Αν μη τι άλλο, θα ήθελα επ' αυτού να επισημάνω ότι, βάσει του άρθρου 171 της Συνθήκης, ακόμη και η παράβαση του κοινοτικού δικαίου εκ μέρους κράτους μέλους μπορεί να μεταφραστεί σε χρήμα και έτσι να δοθεί η δυνατότητα στο κράτος αυτό να συνεχίσει, «πληρώνοντας» έστω, την παράβασή του. Εν πάση δε περιπτώσει, δεν νομίζω ότι το άμεσο αποτέλεσμα μιας διατάξεως μπορεί να εξαρτάται από το μεγαλύτερο ή μικρότερο χρονικό διάστημα εντός του οποίου το κράτος συμμορφώνεται προς μια δικαστική απόφαση ή μια απόφαση ειδικής ομάδας, ούτε βέβαια μπορεί να εξαρτάται από τα μέσα που μπορούν ενδεχομένως να χρησιμοποιηθούν για τον μετριασμό των αποτελεσμάτων της παραβάσεως και/ή την παροχή κινήτρων προς συμμόρφωση.
(53) - Αντίθετη άποψη εξέφρασαν οι γενικοί εισαγγελείς Κοσμάς και Elmer με τις προτάσεις που ανέπτυξαν στις υποθέσεις Affish και T. Port (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 37), σημεία 118 έως 128 και 27 έως 29, αντιστοίχως.
(54) - Επ' αυτού βλ. κυρίως όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στο σημείο 27 και στην υποσημείωση 46. Γενικότερα, αξίζει να επισημανθεί ότι η ΓΣΔΕ είναι η μόνη συμφωνία για την οποία το Δικαστήριο κατέληξε, βάσει των «χαρακτηριστικών» της, στο συμπέρασμα ότι καμία από τις διατάξεις της δεν μπορεί να έχει άμεσο αποτέλεσμα. Αντίθετα, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί επί διεθνών συμφωνιών που είχε συνάψει η Κοινότητα, ουδέποτε δέχτηκε ότι οι συμφωνίες αυτές είχαν τέτοια χαρακτηριστικά, ώστε να αποκλείεται η δυνατότητα των ιδιωτών να επικαλούνται τις διατάξεις τους ενώπιον δικαστηρίου, έστω και αν ορισμένες φορές έκρινε ότι η συγκεκριμένη διάταξη που είχε υποβληθεί στην κρίση του δεν είχε άμεσο αποτέλεσμα. Βλ. επίσης, πέραν των αποφάσεων που παρατέθηκαν στην υποσημείωση 17, την απόφαση Chiquita Italia (όπ.π., υποσημ. 44), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός ότι η σύμβαση ΑΚΕ-ΕΟΚ προβλέπει ειδική διαδικασία για την επίλυση των διαφορών μεταξύ των συμβαλλομένων μερών δεν κωλύει την αναγνώριση του άμεσου αποτελέσματος ορισμένων από τις διατάξεις της (σκέψη 36).
(55) - Σε σχέση ήδη με τη ΓΣΔΕ του 1947 είχε διατυπωθεί η παρατήρηση ότι, αν ληφθούν υπόψη τα χαρακτηριστικά που της προσέδωσε το Δικαστήριο, με σκοπό να μη δεχτεί το άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεών της, η συμφωνία αυτή εμφανίζεται ως ένα φόρουμ, στο πλαίσιο του οποίου διεξάγονται διαπραγματεύσεις και εξευρίσκονται λύσεις, και όχι ως δεσμευτική συμφωνία, ενώ «η ΓΣΔΕ δεν αποτελεί καρικατούρα διεθνούς συμφωνίας, αλλά δεσμεύει την Κοινότητα και τα κράτη μέλη. Η συμφωνία αυτή πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από τα κοινοτικά όργανα και το Δικαστήριο» (Everling, «Will Europe slip on Bananas? The Bananas Judgement of the Court of Justice and National Courts», στο: Common Market Law Review, 1996, σ. 401, και συγκεκριμένα σ. 422). Ομοίως, έχει επισημανθεί ότι, «ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό του συστήματος επιλύσεως των διαφορών της ΓΣΔΕ, μπορεί αναμφίβολα να ειπωθεί ότι πρόκειται για ένα από τα αποτελεσματικότερα συστήματα διευθετήσεως των διαφορών τα οποία υφίστανται επί του παρόντος μεταξύ κρατών» [Hahn και Schuster, «Le droit des Ιtats (...)», όπ.π., υποσημ. 43, σ. 381]. Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να προσθέσω ότι οι ανωτέρω παρατηρήσεις ισχύουν κατά μείζονα λόγο για το (νέο) σύστημα που καθιερώθηκε με τον ΠΟΕ και για το οποίο γίνεται ομόφωνα δεκτό, ανεξάρτητα από τις διαφορές αντιλήψεων, ότι έχει οπωσδήποτε προσλάβει περισσότερο νομικό χαρακτήρα και έχει αποκτήσει μεγαλύτερη δεσμευτικότητα.
(56) - Από την οπτική αυτή γωνία, αν η δυνατότητα επικλήσεως των διατάξεων (ακόμη και) περί ΠΟΕ ενώπιον των αρμόδιων αρχών περιοριζόταν μόνο στις περιπτώσεις που αφορούσαν οι υποθέσεις Fediol κατά Επιτροπής και Nakajima κατά Συμβουλίου (προπαρατεθείσες αποφάσεις στην υποσημείωση 45), ο περιορισμός αυτός δεν θα προκαλούσε καμία έκπληξη ούτε, σε τελική ανάλυση, θα ήταν αυθαίρετος.
(57) - Επ' αυτού βλ. Mengozzi, «Les droits des citoyens (...)», όπ.π., υποσημ. 37.
(58) - Απόφαση Bresciani (όπ.π., υποσημ. 17), σκέψεις 22 και 23 (η υπογράμμιση δική μου).
(59) - Απόφαση Chiquita Italia (όπ.π., υποσημ. 44), σκέψεις 32 και 34.
(60) - Θα ήθελα εδώ να υπενθυμίσω ότι στην υπόθεση εκείνη (όπ.π., υποσημ. 31) το άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου μεταξύ ΕΟΚ και Πορτογαλίας είχε αμφισβητηθεί από ορισμένες κυβερνήσεις λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι επρόκειτο για συμφωνία για την εφαρμογή της οποίας έπρεπε να υπάρχει αμοιβαιότητα.
(61) - Απόφαση Kupferberg (όπ.π., υποσημ. 31), σκέψη 18.
(62) - Στο σημείο αυτό θα ήθελα εξάλλου να υπενθυμίσω ότι κατά τη διαπραγμάτευση των εν λόγω συμφωνιών είχε προταθεί να προβλεφθεί ρητά ότι οι σχετικές διατάξεις δεν επρόκειτο να έχουν χαρακτήρα self-executing. Η πρόταση όμως αυτή δεν έγινε δεκτή.
(63) - Απόφαση International Fruit Company κ.λπ. (όπ.π., υποσημ. 39), σκέψη 21.
(64) - Το γεγονός αυτό προκύπτει εξάλλου με επαρκή σαφήνεια, όσον αφορά τη ΓΣΔΕ του 1947, από την απόφαση Chiquita Italia (όπ.π., υποσημ. 44), με την οποία το Δικαστήριο τόνισε ρητά ότι η τέταρτη σύμβαση ΑΚΕ-ΕΟΚ «δεν είναι της ίδιας φύσεως με τη ΓΣΔΕ» (σκέψη 31), και μάλιστα πριν αποφανθεί ότι οι διατάξεις της πρώτης μπορούν να έχουν άμεσο αποτέλεσμα παρά τη σημαντική έλλειψη ισορροπίας μεταξύ των δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει τα συμβαλλόμενα μέρη.
(65) - Αυτή εξάλλου η εντύπωση δημιουργείται σαφώς από την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 42 απόφαση Γερμανία κατά Συμβουλίου, με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι τα χαρακτηριστικά ακριβώς της ΓΣΔΕ τα οποία κωλύουν την αναγνώριση του άμεσου αποτελέσματος δεν επιτρέπουν επίσης στο Δικαστήριο να λάβει υπόψη τις διατάξεις της συμφωνίας αυτής, προκειμένου να εκτιμήσει τη νομιμότητα ενός κοινοτικού κανονισμού κατά την εκδίκαση προσφυγής που έχει ασκηθεί από κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 173 (σκέψη 109). Η εντύπωση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι οι ίδιες αυτές διατάξεις μπορούν κάλλιστα, κατά το Δικαστήριο, να λαμβάνονται υπόψη για να εκτιμάται, κατά την εκδίκαση προσφυγής της Επιτροπής βάσει του άρθρου 169, αν μια εθνική πρακτική ή νομοθετική ρύθμιση συμβιβάζεται με τις υποχρεώσεις που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ (βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, C-61/94, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1996, σ. I-3989).
(66) - Κατά την άποψή μου, η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία προβλέπει ρητά ότι δεν είναι καθόλου αναγκαίο να προβλεφθούν ειδικοί μηχανισμοί, επιβεβαιώνει αντίθετα ότι πρόκειται για διατάξεις των οποίων επιτρέπεται η άμεση επίκληση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
(67) - Προς τούτο εξάλλου η Επιτροπή παραθέτει το άρθρο 1, παράγραφος 1, της Συμφωνίας για τα TRIP, κατά το οποίο τα μέλη «δικαιούνται, χωρίς να είναι υποχρεωμένα, να παρέχουν στην εσωτερική τους έννομη τάξη μεγαλύτερο βαθμό προστασίας από αυτήν που επιβάλλεται βάσει της παρούσας συμφωνίας, υπό την προϋπόθεση ότι η μεγαλύτερη αυτή προστασία δεν αντιβαίνει στις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας». Η διάταξη αυτή όμως όχι μόνο δεν επιβεβαιώνει την ορθότητα της απόψεως της Επιτροπής, αλλά αποδεικνύει ότι τα κράτη μέλη είναι μεν ελεύθερα να θεσπίζουν νομοθεσία παρέχουσα μεγαλύτερη προστασία, υποχρεούνται όμως να τηρούν τις διατάξεις της συμφωνίας περί «κατώτατων ορίων προστασίας», τις οποίες μπορούν συνεπώς να επικαλούνται οι ιδιώτες στο μέτρο που πρόκειται για διατάξεις επαρκώς σαφείς, επακριβείς και απαλλαγμένες αιρέσεων.
(68) - Βλ. π.χ. την απόφαση Schlόter (όπ.π., υποσημ. 44) και την απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1976, 59/75, Manghera κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1976, σ. 27), με την οποία το Δικαστήριο ερμήνευσε ορισμένα ψηφίσματα του Συμβουλίου, μολονότι απέκλεισε το ενδεχόμενο να μπορούν τα ψηφίσματα αυτά να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα που να μπορούν να επικαλεστούν ιδιώτες ενώπιον εθνικού δικαστηρίου. Ομοίως, με την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1989, C-322/88, Grimaldi (Συλλογή 1989, σ. 4407), το Δικαστήριο προέβη, χάριν του εθνικού δικαστηρίου, στην ερμηνεία μιας συστάσεως, με το σκεπτικό ότι η σύσταση αυτή, έστω και αν δεν μπορούσε να χορηγήσει δικαιώματα σε ιδιώτες που να μπορούν να τα επικαλεστούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, μπορούσε να αποτελέσει χρήσιμο ερμηνευτικό βοήθημα για το αιτούν δικαστήριο (σκέψεις 16 έως 19). Με την απόφαση της 20ής Μαου 1976, 111/75, Mazzalai (Συλλογή τόμος 1976, σ. 271, συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά), το Δικαστήριο είχε εξάλλου δεχτεί ότι ήταν αρμόδιο να αποφανθεί, δυνάμει του άρθρου 177, «επί της ερμηνείας των πράξεων των κοινοτικών οργάνων, ανεξάρτητα από το αν οι πράξεις αυτές έχουν απευθείας εφαρμογή» (σκέψη 7). Τέλος, δεν χρειάζεται νομίζω να υπομνηστεί η απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-106/89, Marleasing (Συλλογή 1990, σ. I-4135), με την οποία καθιερώθηκε η αρχή της σύμφωνης προς το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας, βάσει της οποίας, αν δεν υπάρχει άμεσο αποτέλεσμα, «τα εθνικά δικαστήρια (...) οφείλουν να ερμηνεύουν το εθνικό τους δίκαιο υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της οδηγίας» (σκέψη 13).
(69) - Απόφαση της 16ης Μαρτίου 1983, 267/81, 268/91 και 269/81, SPI και SAMI (Συλλογή 1983, σ. 801, σκέψεις 14 και 19· η υπογράμμιση δική μου).
(70) - Απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας (όπ.π., υποσημ. 65), σκέψη 52.
(71) - Επί της δυνατότητας επικλήσεως των διατάξεων συμφωνίας που δεν έχουν απευθείας εφαρμογή βλ., ως αντιπροσωπευτικότερο δημοσίευμα, Monin, «A propos de l'accord instituant l'organisation mondiale du commerce et l'accord sur les marchιs publics: la question de l'invocabilitι des accords internationaux conclus par la Communautι europιenne», στο: Revue trimestrielle de droit europιen, 1997, σ. 399, και συγκεκριμένα σ. 407 και 412 επ.
(72) - Στα ανωτέρω θα ήθελα να προσθέσω ότι το ίδιο το άρθρο 50, παράγραφος 6, το οποίο προβλέπει ότι τα ληφθέντα προσωρινά μέτρα παύουν να ισχύουν, αν δεν κινηθεί εντός ορισμένης προθεσμίας η διαδικασία για την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας, αναφέρει ρητά ότι τούτο δεν ισχύει για την περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 4, κατά το οποίο, όταν έχουν αποφασιστεί προσωρινά μέτρα χωρίς προηγουμένως να ακουστούν οι απόψεις της άλλης πλευράς, «με αίτηση του εναγομένου διενεργείται επανεξέταση των μέτρων, οπότε ο εναγόμενος έχει το δικαίωμα να εκθέσει τις απόψεις του [και] σκοπός της επανεξέτασης είναι να αποφασιστεί, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από τη γνωστοποίηση των μέτρων, κατά πόσον είναι σκόπιμη η τροποποίηση, ανάκληση ή διατήρηση σε ισχύ των εκάστοτε μέτρων». Είναι προφανές ότι η διευκρίνιση αυτή δεν θα είχε κανένα λόγο υπάρξεως, αν το άρθρο 50 αφορούσε μόνο τα προσωρινά μέτρα που διατάσσονται χωρίς να ακουστούν οι απόψεις της άλλης πλευράς.
(73) - Η εν λόγω διάταξη της Συμφωνίας για τα TRIP προβλέπει, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, ότι «οι δικαστικές αρχές έχουν την εξουσία να διατάξουν ένα διάδικο να παύσει να παραβιάζει κάποιο δικαίωμα· η διαταγή είναι δυνατό να αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην αποτροπή της εισόδου στα υπαγόμενα στη δικαιοδοσία τους δίκτυα εμπορίας εισαγόμενων προϋόντων, τα οποία συνδέονται με κάποια παραβίαση δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας (...)».
(74) - Συναφώς δεν θα ήταν άσκοπο να υπενθυμιστεί ότι, όπως τόνισε η ίδια η Ολλανδική Κυβέρνηση, το διατασσόμενο μέτρο αποκαλείται «προσωρινή απόφαση», ο δε χαρακτηρισμός αυτός οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι μια επείγουσα διαδικασία, στην οποία εξάλλου το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τη νομοθετική ρύθμιση που διέπει την αποδεικτική διαδικασία, μπορεί πάντοτε να ακολουθείται από διαδικασία για την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας της υποθέσεως.
(75) - Συγκεκριμένα, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής επιβάλλει ακριβώς ως προϋπόθεση για τη λήψη μέτρων κατά το άρθρο 289 του ΚΠολΔ το να κινηθεί εντός συγκεκριμένης προθεσμίας η επί της ουσίας διαδικασία. Εν πάση δε περιπτώσει, είναι προφανέστατο ότι ο ηττώμενος διάδικος έχει πάντοτε τη δυνατότητα, ακόμη και αν δεν έχει ταχθεί καμία τέτοια προθεσμία, να κινήσει τη διαδικασία αυτή (άρθρο 292 του ΚΠολΔ).
(76) - Βλ. υποσημείωση 75.
Full & Egal Universal Law Academy