Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Α - Εισαγωγή
1 Η προκείμενη αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την οδηγία 89/552/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1989, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων (1) (στο εξής: οδηγία για την τηλεόραση). Ιδιαίτερη σημασία για την παρούσα υπόθεση έχουν δύο αποφάσεις του Δικαστηρίου της 10ης Σεπτεμβρίου 1996. Οι αποφάσεις αυτές εκδόθηκαν επί προσφυγών λόγω παραβάσεως της Συνθήκης, τις οποίες είχε ασκήσει η Επιτροπή κατά αφενός του Ηνωμένου Βασιλείου (2) και αφετέρου του Βασιλείου του Βελγίου (3).
Οι κρίσιμες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου
2 Οι βασικές για την παρούσα υπόθεση διατάξεις της οδηγίας για την τηλεόραση περιέχονται στο άρθρο 2. Το εν λόγω άρθρο έχει ως εξής:
«1. Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε όλες οι τηλεοπτικές εκπομπές που μεταδίδονται:
- από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που υπάγονται στη δικαιοδοσία του ή
- από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που χρησιμοποιούν μια συχνότητα ή το δυναμικό δορυφόρου που παραχωρήθηκε από αυτό το κράτος μέλος ή μια ανοδική σύνδεση προς δορυφόρο εγκατεστημένη σ' αυτό το κράτος μέλος, μολονότι δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία κανενός κράτους μέλους,
να τηρούν το δίκαιο το οποίο ισχύει σ' αυτό το κράτος μέλος για τις εκπομπές που απευθύνονται στο κοινό.
2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την ελευθερία λήψεως και δεν εμποδίζουν την αναμετάδοση στο έδαφός τους των τηλεοπτικών εκπομπών που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, για λόγους που εμπίπτουν σε τομείς τους οποίους συντονίζει η παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη μπορούν να αναστέλλουν προσωρινά την αναμετάδοση τηλεοπτικών εκπομπών, αν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:
α) η τηλεοπτική εκπομπή που προέρχεται από το άλλο κράτος μέλος αντιβαίνει προφανώς, σοβαρώς και βαρέως προς το άρθρο 22·
β) ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός παρέβη την ίδια διάταξη τουλάχιστον δύο φορές εντός των δώδεκα προηγούμενων μηνών·
γ) το θιγόμενο κράτος μέλος έχει επισημάνει εγγράφως στον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό και στην Επιτροπή τις παραβάσεις τις οποίες του αποδίδει, καθώς και την πρόθεσή του να περιορίσει την αναμετάδοση σε περίπτωση νέας παράβασης·
δ) οι διαβουλεύσεις με το κράτος μέλος μετάδοσης και την Επιτροπή δεν κατέληξαν σε φιλικό διακανονισμό εντός δεκαπέντε ημερών από την κοινοποίηση που προβλέπεται στο στοιχείο γγ, η δε παράβαση την οποία επικαλείται το θιγόμενο κράτος μέλος εξακολουθεί.
Η Επιτροπή μεριμνά ώστε η αναστολή να συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο. Δύναται να ζητήσει κατεπειγόντως από το θιγόμενο κράτος μέλος τον τερματισμό αναστολής η οποία αντίκειται προς το κοινοτικό δίκαιο. Η διάταξη αυτή δεν επηρεάζει την εφαρμογή οιασδήποτε διαδικασίας ή μέτρου ή την επιβολή κύρωσης για τις εν λόγω παραβάσεις εντός του κράτους μέλους στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται ο σχετικός ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός.
3. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις τηλεοπτικές εκπομπές που απευθύνονται αποκλειστικά προς άλλα κράτη, εκτός των κρατών μελών, και των οποίων δεν γίνεται άμεση ή έμμεση λήψη σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη.»
3 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας για την τηλεόραση, τα κράτη μέλη μεριμνούν, «με κατάλληλα μέσα και στα πλαίσια της νομοθεσίας τους, ώστε οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους να τηρούν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας».
4 Το άρθρο 22 της οδηγίας είναι αφιερωμένο στην προστασία των ανηλίκων. Κατά το άρθρο αυτό, τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν ώστε οι εκπομπές των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών που υπόκεινται στη δικαιοδοσία τους να μην περιλαμβάνουν προγράμματα «τα οποία ενδέχεται να βλάψουν σοβαρά τη σωματική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων και, ειδικότερα, προγράμματα που περιέχουν πορνογραφικές σκηνές ή σκηνές άσκοπης βίας».
Η νομική κατάσταση στον ραδιοτηλεοπτικό τομέα εντός της Φλαμανδικής Κοινότητας
5 Αρμόδιες για τον ραδιοτηλεοπτικό τομέα στο Βέλγιο είναι κυρίως οι αυτόνομες κοινότητες της χώρας αυτής. Οι κρίσιμες για την παρούσα υπόθεση διατάξεις περιέχονταν αρχικά σε τρία νομοθετήματα. Συγκεκριμένα, επρόκειτο για το διάταγμα της 28ης Ιανουαρίου 1987, σχετικά με τη μετάδοση ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών προγραμμάτων μέσω των ραδιοφωνικών και καλωδιακών τηλεοπτικών δικτύων και την έγκριση των ιδιωτικών εταιριών τηλεοράσεως (4), το διάταγμα της 12ης Ιουνίου 1991, για τη ρύθμιση των διαφημίσεων και των χορηγιών στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση (5), και το διάταγμα της 4ης Μαου 1994 σχετικά με τα ραδιοφωνικά και καλωδιακά τηλεοπτικά δίκτυα και την άδεια που απαιτείται για την εγκατάσταση και την εκμετάλλευσή τους και σχετικά με την προώθηση της μεταδόσεως και παραγωγής τηλεοπτικών προγραμμάτων (6). Αυτά τα διατάγματα (μαζί με άλλα) έχουν πλέον κωδικοποιηθεί σε ένα διάταγμα της 25ης Ιανουαρίου 1995, για την εναρμόνιση των διαταγμάτων που αφορούν τη ραδιοφωνία και την τηλεόραση (7).
6 Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η Φλαμανδική Κυβέρνηση μπορεί να χορηγήσει άδεια μόνο σε έναν ιδιωτικό ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό ο οποίος να καλύπτει ολόκληρη τη Φλαμανδική Κοινότητα. Η έγκριση αυτή χορηγήθηκε στη Vlaamse Televisie Maatschappij NV (στο εξής: VTM) το 1987, για διάστημα 18 ετών. Επιπλέον, οι προαναφερθείσες διατάξεις επιτρέπουν τη χορήγηση αδείας για τη μετάδοση διαφημίσεων μόνο σε έναν από τους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς οργανισμούς οι οποίοι απευθύνονται στο κοινό ολόκληρης της Φλαμανδικής Κοινότητας. Η άδεια αυτή δόθηκε στη VTM το 1987, για διάστημα 18 ετών. Επομένως, η VTM κατέχει στη Φλάνδρα μονοπωλιακή θέση στον τομέα της ιδιωτικής τηλεοράσεως και των τηλεοπτικών διαφημίσεων.
7 Οι διατάξεις της φλαμανδικής νομοθεσίας σχετικά με την εκμετάλλευση ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών καλωδιακών δικτύων περιέχονταν αρχικά στα άρθρα 3, 5 και 10 του διατάγματος της 4ης Μαου 1994 (8). Το Δικαστήριο εξέτασε τους κανόνες αυτούς με την απόφασή του στην υπόθεση Επιτροπή κατά Βελγίου (9). Κατά τις διατάξεις αυτές, ουδείς δύναται να εκμεταλλεύεται τηλεοπτικό καλωδιακό δίκτυο στη Φλάνδρα χωρίς να του έχει χορηγηθεί συναφώς άδεια της Φλαμανδικής Κυβερνήσεως, σύμφωνα με τις εκ του νόμου προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Οι τροποποιήσεις που αφορούν τη μετάδοση νέου προγράμματος πρέπει να υποβάλλoνται στη Φλαμανδική Κυβέρνηση προς έγκριση. Η απόφαση σχετικά με την έγκριση της τροποποιήσεως ή την απόρριψή της πρέπει να κοινοποιείται στην εκμεταλλευόμενη το καλωδιακό δίκτυο επιχείρηση εντός τεσσάρων μηνών. Τα προγράμματα ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού για τα οποία έχει δοθεί άδεια από άλλο κράτος μέλος μπορούν να μεταδίδονται μέσω του καλωδιακού δικτύου «υπό την προϋπόθεση ότι ο οικείος ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός υπόκειται, στο εν λόγω κράτος μέλος, στον έλεγχο που ασκείται εκεί επί των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών που απευθύνονται στο κοινό του εν λόγω κράτους μέλους και ότι ο έλεγχος αυτός αφορά πράγματι την τήρηση των διατάξεων του ευρωπαϋκού δικαίου (...) και υπό την προϋπόθεση ότι ο οικείος ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός και οι εκπομπές που μεταδίδει δεν θέτουν σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια και τα χρηστά ήθη εντός της Φλαμανδικής Κοινότητας».
Ιστορικό της υποθέσεως της κύριας δίκης
8 Η VT4 Ltd είναι εταιρία αγγλικού δικαίου εδρεύουσα στο Λονδίνο. Σύμφωνα με το καταστατικό της, ο βασικός σκοπός που επιδιώκει είναι η μετάδοση ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών προγραμμάτων. Όλες οι μετοχές της εν λόγω εταιρίας ανήκουν στην εταιρία Scandinavian Broadcasting Systems SA, η οποία εδρεύει στο Λουξεμβούργο. Οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου έχουν εγκρίνει τη μετάδοση των προγραμμάτων της VT4, χορηγώντας στην εταιρία αυτή την καλούμενη άδεια παροχής «non-domestic satellite service» (10).
9 Το πρόγραμμα που μεταδίδει η VT4 απευθύνεται στους Φλαμανδούς τηλεθεατές. Μεταδίδεται στην ολλανδική γλώσσα (ή με ολλανδικούς υπότιτλους). Η εταιρία διαθέτει μια εγκατάσταση (11) στο Nossegem στη Φλάνδρα. Από την εγκατάσταση αυτή η VT4 έχει, μεταξύ άλλων, επαφές με επιχειρήσεις οι οποίες αποτείνονται σ' αυτήν για τη μετάδοση των διαφημίσεών τους. Στο Nossegem συλλέγονται επίσης οι πληροφορίες για τις ειδησεογραφικές εκπομπές.
10 Στις 16 Ιανουαρίου 1995 ο Υπουργός Πολιτισμού και Τοπικών Υποθέσεων Βρυξελλών της Φλάνδρας εξέδωσε απόφαση με την οποία απαγόρευσε την αναμετάδοση του προγράμματος της VT4 από επιχειρήσεις καλωδιακής μεταδόσεως στη Φλάνδρα. Ο Υπουργός στηρίχθηκε συναφώς σε δύο κυρίως συλλογισμούς. Κατά την άποψή του, στην περίπτωση της VT4 πρέπει να γίνει δεκτό ότι πρόκειται για φλαμανδικό ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό, ο οποίος εγκαταστάθηκε σε άλλο κράτος μέλος με μόνο σκοπό να εκφύγει του πεδίου εφαρμογής των διατάξεων της Φλαμανδικής Κοινότητας. Στη Φλάνδρα όμως έχει χορηγηθεί άδεια, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις, μόνο σε έναν ιδιωτικό ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό, και συγκεκριμένα στη VTM. Ακόμη όμως και αν γινόταν δεκτό ότι η VT4 είναι ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός εγκατεστημένος στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεν θα μπορούσε, κατά τον Υπουργό, να εγκριθεί η αναμετάδοση του προγράμματός του. Ο λόγος είναι ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις που επιβάλλει το άρθρο 10 του διατάγματος της 4ης Μαου 1994, ιδίως δε την προϋπόθεση κατά την οποία πρέπει να υπόκειται πράγματι στην εποπτεία του άλλου κράτους μέλους (εν προκειμένω, επομένως, του Ηνωμένου Βασιλείου).
11 Στις 24 Ιανουαρίου 1995 το Raad van State του Βελγίου, αποφαινόμενο επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων που είχε υποβάλει η VT4, ανέστειλε την εφαρμογή της υπουργικής αποφάσεως της 16ης Ιανουαρίου. Κατά συνέπεια, η VT4 μπορούσε να μεταδίδει το πρόγραμμά της μέσω καλωδιακού δικτύου στη Φλάνδρα. Το Raad van State επικύρωσε την απόφασή του με διάταξη της 2ας Μαρτίου 1995. Η προκείμενη αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο πλαίσιο της κύριας δίκης στην υπόθεση αυτή.
12 Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά κυρίως την ερμηνεία του άρθρου 2 της οδηγίας για την τηλεόραση. Ενώπιον του Raad van State η VT4 υποστήριξε, επικαλούμενη το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΚ και το άρθρο 2 της οδηγίας για την τηλεόραση, ότι η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση εμποδίζει την αναμετάδοση ενός τηλεοπτικού προγράμματος προερχομένου από άλλο κράτος μέλος. Η Φλαμανδική Κοινότητα, καθής της κύριας δίκης, υποστήριξε αντιθέτως ότι, στην πραγματικότητα, η VT4 αποτελεί ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό εγκατεστημένο στη Φλάνδρα. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος για παράβαση του κοινοτικού δικαίου, δεδομένου ότι πρόκειται για αμιγώς εσωτερική υπόθεση.
13 Στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Raad van State η καθής επικαλέστηκε την από 31 Μαου 1995 έκθεση COM(95) 86 τελικό - 95/0074 (COD) της Επιτροπής, σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας για την τηλεόραση, και την ταυτοχρόνως υποβληθείσα πρόταση για την τροποποίηση της οδηγίας αυτής (12).
Σύμφωνα με την πρόταση αυτή, θα έπρεπε να περιληφθεί στην οδηγία για την τηλεόραση (ως νέο άρθρο 2, παράγραφος 2) η ακόλουθη διάταξη:
«Υπάγονται στη δικαιοδοσία ενός κράτους μέλους οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί που είναι εγκατεστημένοι στην επικράτεια αυτού του κράτους μέλους, έχουν μόνιμη εγκατάσταση σ' αυτό και ασκούν πραγματική οικονομική δραστηριότητα.»
Στις αιτιολογικές σκέψεις της προτάσεως δίδονται συναφώς οι ακόλουθες εξηγήσεις:
«(...) η θέση σε εφαρμογή της οδηγίας 89/552/ΕΟΚ κατέστησε σαφή την ανάγκη διευκρινίσεως της έννοιας της δικαιοδοσίας που ισχύει στον ειδικό τομέα των οπτικοακουστικών μέσων (...), λαμβανομένης [δε] υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, φαίνεται ενδεδειγμένο να προσδιοριστεί το κριτήριο της εγκαταστάσεως ως το κύριο κριτήριο για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας ενός κράτους μέλους·
(...) η έννοια της εγκαταστάσεως, σύμφωνα με τα κριτήρια που έχουν ορισθεί από το Δικαστήριο με την απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991 στην υπόθεση C-221/89, Factortame, ενέχει την πραγματική άσκηση οικονομικής δραστηριότητας με τη δημιουργία μόνιμης εγκαταστάσεως για αόριστο χρονικό διάστημα·
(...) η εγκατάσταση ενός ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού, για τους σκοπούς της οδηγίας 89/552/ΕΟΚ όπως τροποποιείται από την παρούσα οδηγία, μπορεί να προσδιορισθεί με μια σειρά υλικών κριτηρίων, όπως είναι ο τόπος της εταιρικής έδρας του παρέχοντος υπηρεσίες, ο τόπος όπου συνήθως λαμβάνονται οι αποφάσεις σχετικά με την πολιτική των προγραμμάτων και ο τόπος της τελικής συνθέσεως (rιgie finale) (δηλαδή ο τόπος όπου συναρμολογείται οριστικά το πρόγραμμα το οποίο πρόκειται να μεταδοθεί στο κοινό), στο μέτρο που σημαντικό μέρος του προσωπικού που είναι απαραίτητο για την άσκηση της δραστηριότητας ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως ευρίσκεται στο ίδιο κράτος μέλος.»
14 Η Φλαμανδική Κοινότητα υποστήριξε ότι η πρόταση αυτή έχει «ερμηνευτικό χαρακτήρα». Αντιθέτως, η VT4 επισήμανε ότι το κείμενο που ενέκρινε προσωρινά το Συμβούλιο των Υπουργών της 20ής Νοεμβρίου 1995 ως «κοινή θέση» (13) έχει διαφορετική διατύπωση.
Σύμφωνα με την κοινή θέση του Συμβουλίου, θα έπρεπε να περιληφθεί στην οδηγία για την τηλεόραση (ως νέο άρθρο 2, παράγραφος 3) η ακόλουθη διάταξη:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός θεωρείται ότι είναι εγκατεστημένος σε ένα κράτος μέλος στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός έχει τα κεντρικά γραφεία του σ' αυτό το κράτος μέλος και οι συντακτικές αποφάσεις για τα προγράμματά του λαμβάνονται στο κράτος μέλος αυτό·
β) εάν ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός έχει τα κεντρικά γραφεία του σε ένα κράτος μέλος, αλλά οι αποφάσεις για τα προγράμματά του λαμβάνονται σε άλλο κράτος μέλος, ο οργανισμός αυτός θεωρείται ότι είναι εγκατεστημένος στο κράτος μέλος στο οποίο εργάζεται ένα σημαντικό τμήμα του προσωπικού του που ασχολείται με τη δραστηριότητα τηλεοπτικών εκπομπών· εάν ένα σημαντικό τμήμα του προσωπικού που ασχολείται με τη δραστηριότητα τηλεοπτικών εκπομπών εργάζεται σε καθένα από τα κράτη μέλη αυτά, ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός θεωρείται ότι είναι εγκατεστημένος στο κράτος μέλος όπου έχει τα κεντρικά γραφεία του· εάν ένα σημαντικό τμήμα του προσωπικού που ασχολείται με τη δραστηριότητα τηλεοπτικών εκπομπών δεν εργάζεται σε κανένα από αυτά τα κράτη μέλη, ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός θεωρείται ότι είναι εγκατεστημένος στο κράτος μέλος στο οποίο άρχισε να ασκεί τη δραστηριότητά του τηλεοπτικών εκπομπών, σύμφωνα με το νομικό σύστημα του οικείου κράτους μέλους, εφόσον διατηρεί σταθερό και πραγματικό δεσμό με την οικονομία αυτού του κράτους μέλους·
γ) (...).»
15 Υπ' αυτές τις συνθήκες, το Raad van State υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί του ακολούθου ερωτήματος:
«Έπρεπε, όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 2 της οδηγίας 89/552/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1989, και σε σχέση με το προσωπικό πεδίο εφαρμογής της, να ληφθούν υπόψη, κατά το χρονικό σημείο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η έκθεση και η πρόταση της Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, της 31ης Μαου 1995, που προαναφέρθηκαν, καθώς και το προαναφερθέν κείμενο που ενέκρινε προσωρινά το Συμβούλιο των Υπουργών των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στις 20 Νοεμβρίου 1995; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ποια δεσμευτική σημασία έχουν συνολικά τα διάφορα αυτά κείμενα για την εν λόγω ερμηνεία;»
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
16 Στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου μετέχουν η TV4, η Φλαμανδική Κυβέρνηση, η VTM, η Γερμανική Κυβέρνηση, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
Η λυσιτέλεια του προδικαστικού ερωτήματος
17 Με την απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 1996 στην υπόθεση Επιτροπή κατά Βελγίου, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η εν προκειμένω κρίσιμη ρύθμιση της φλαμανδικής νομοθεσίας, η οποία προβλέπει ότι η αναμετάδοση μέσω καλωδιακού δικτύου των τηλεοπτικών εκπομπών από άλλα κράτη μέλη υπόκειται σε προηγούμενη έγκριση, αντίκειται προς το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας για την τηλεόραση (14). Κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, η VT4 συνήγαγε εντεύθεν ότι παρέλκει πλέον η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα. Συγκεκριμένα, κατά την άποψή της, η προσβαλλόμενη στο πλαίσιο της κυρίας δίκης απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 1995 εκδόθηκε βάσει εκείνης ακριβώς της ρυθμίσεως, της οποίας ο παράνομος χαρακτήρας είναι πλέον δεδομένος. Κατά συνέπεια, η προαναφερθείσα απόφαση είναι επίσης παράνομη. Επομένως, δεν χρειάζεται πλέον να δοθεί απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα.
18 Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την άποψη αυτή. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να συναγάγει από την απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου συγκεκριμένα συμπεράσματα για τη διαφορά της κύριας δίκης. Εν πάση περιπτώσει,στην παρούσα υπόθεση επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Raad van State δεν απέσυρε το προδικαστικό του ερώτημα μετά την έκδοση της προαναφερθείσας αποφάσεως. Εντεύθεν συνάγεται ότι το δικαστήριο αυτό εξακολουθεί να θεωρεί αναγκαία την απάντηση στο εν λόγω ερώτημα. Επομένως, θεωρώ ότι το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να δώσει την αιτούμενη απάντηση.
Ως προς το προδικαστικό ερώτημα καθεαυτό
19 Στο προδικαστικό ερώτημα, όπως έχει διατυπωθεί, μπορεί να δοθεί απάντηση χωρίς μεγάλη δυσκολία. Θεωρώ ότι δεν μπορεί να υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία περί του ότι το σχέδιο τροποποιήσεως της οδηγίας και η κοινή θέση του Συμβουλίου σχετικά με την πρόταση αυτή ουδόλως είναι δεσμευτικά για την ερμηνεία της οδηγίας για την τηλεόραση. Ορθώς η Γερμανική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι και μόνο από χρονολογικής απόψεως θα ήταν αδύνατο «κατά το χρονικό σημείο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως» - δηλαδή στις 16 Ιανουαρίου 1995 - να ληφθούν υπόψη έγγραφα τα οποία δεν είχαν ακόμη δημοσιευθεί. Κυρίως, όμως, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι πρόκειται για προπαρασκευαστικές απλώς πράξεις. Μόνον η ίδια η σχεδιαζόμενη τροποποιητική οδηγία θα είχε δεσμευτικά αποτελέσματα. Ορθώς επίσης επισημάνθηκε ότι, μέχρι την έκδοση της οδηγίας αυτής, οι εν λόγω προπαρασκευαστικές πράξεις θα μπορούσαν να τροποποιηθούν περαιτέρω, όπως και συνέβη στην προκείμενη υπόθεση (15).
20 Όπως προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, το κριτήριο για την ερμηνεία της εννοίας της δικαιοδοσίας, η οποία χρησιμοποιείται στην πρώτη περίπτωση του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας για την τηλεόραση, είναι η εγκατάσταση. Σύμφωνα με το κριτήριο αυτό, το κράτος μέλος στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός είναι εκείνο εντός του οποίου ο οργανισμός αυτός είναι εγκατεστημένος (16). Αμφότερα τα έγγραφα στα οποία αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο επιδιώκουν να διευκρινίσουν το ζήτημα ποια ερμηνεία πρέπει να δοθεί, σ' αυτό το πλαίσιο, στην έννοια της «εγκαταστάσεως». Συμμερίζομαι την άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής ότι τα έγγραφα αυτά περιέχουν συναφώς - όπως θα καταδειχθεί κατωτέρω - χρήσιμες ενδείξεις. Ωστόσο, δεν είναι δεσμευτικά για την ερμηνεία της οδηγίας για την τηλεόραση, όπως δεν είναι δεσμευτικές ούτε άλλες τοποθετήσεις προερχόμενες από τα όργανα που μετέχουν στη διαδικασία εκδόσεως της τροποποιητικής οδηγίας (17).
Ως προς την ερμηνεία της έννοιας της «εγκαταστάσεως» για τους σκοπούς της οδηγίας για την τηλεόραση
21 Ωστόσο, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει σαφώς ότι το Raad van State υπέβαλε το προδικαστικό ερώτημα σε συνάρτηση με την εξέταση του ερωτήματος ποιο είναι το κράτος στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται η VT4. Με άλλα λόγια, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να μάθει πώς πρέπει να ερμηνευθεί η έννοια της «εγκαταστάσεως» στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επομένως, προκειμένου το Δικαστήριο να δώσει την κατά το δυνατόν χρησιμότερη απάντηση για τους σκοπούς που επιδιώκει το εθνικό δικαστήριο, πρέπει να εξετάσει διεξοδικότερα το ζήτημα αυτό.
22 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η κατά τη Συνθήκη έννοια της εγκαταστάσεως ενέχει «την πραγματική άσκηση μιας οικονομικής δραστηριότητας με τη δημιουργία μιας μόνιμης εγκαταστάσεως σε άλλο κράτος μέλος για αόριστο χρονικό διάστημα» (18).
23 Με την απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η εφαρμογή του κριτηρίου της εγκαταστάσεως μπορεί να δημιουργήσει δυσχέρειες. Οι δυσχέρειες αυτές οφείλονται στο ότι ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός μπορεί να έχει περισσότερες από μία εγκαταστάσεις εντός της Κοινότητας (19). Ωστόσο, οι δυσχέρειες αυτές ουδόλως είναι ανυπέρβλητες. Όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση, η Επιτροπή είχε στην υπόθεση εκείνη επισημάνει ότι τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να βρουν λύση για τα προβλήματα αυτά «ερμηνεύοντας το κριτήριο αυτό ως τον τόπο στον οποίο ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός έχει το κέντρο των δραστηριοτήτων του, ιδίως δε τον τόπο όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις σχετικά με την πολιτική προγραμματισμού και την τελική σύνθεση των προγραμμάτων που πρόκειται να μεταδοθούν». Συγχρόνως, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, ως καθού, δεν είχε αντικρούσει την άποψη αυτή (20).
24 Συμφωνώ με την άποψη που διατύπωσε κατά την προφορική διαδικασία η Επιτροπή, ότι δηλαδή το Δικαστήριο, με τα αναφερόμενα στο αμέσως ανωτέρω παρατεθέν χωρίο, δεν επεδίωκε να δώσει μια γενικώς ισχύουσα ερμηνεία της έννοιας της εγκαταστάσεως. Τούτο προκύπτει ήδη από το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν υιοθέτησε εκεί ρητά την άποψη που είχε εκφράσει στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας η Επιτροπή, αλλά την αντιμετώπισε απλώς ως μια ενδεχόμενη λύση. Πρωταρχική όμως σημασία έχει το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η εν λόγω διαπίστωση του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, στο επίμαχο χωρίο εξετάζονται τα προβλήματα που προκύπτουν από το γεγονός ότι ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός μπορεί να είναι εγκατεστημένος σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη.
25 Επομένως, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να εξετάζεται καταρχάς εάν ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός διαθέτει καταρχήν εγκατάσταση σε κράτος μέλος. Η εξέταση αυτή πρέπει να στηριχθεί στη νομολογία σχετικά με τα άρθρα 52 και 59, από την οποία προκύπτει - όπως ήδη αναφέρθηκε - ότι η έννοια της εγκαταστάσεως κατά τη Συνθήκη ΕΚ ενέχει «την πραγματική άσκηση μιας οικονομικής δραστηριότητας με τη δημιουργία μιας μόνιμης εγκαταστάσεως σε άλλο κράτος μέλος για αόριστο χρονικό διάστημα» (21). Εάν ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός διαθέτει τέτοια εγκατάσταση σε ένα μόνο κράτος μέλος, αυτό είναι το κράτος μέλος στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται ο εν λόγω οργανισμός, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας για την τηλεόραση. Σε αυτήν την περίπτωση, επομένως, δεν προκύπτουν δυσχέρειες (22).
26 Εάν, αντιθέτως, ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός έχει εγκαταστάσεις σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη, προκειμένου να προσδιοριστεί το κράτος στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται ο εν λόγω οργανισμός, πρέπει να εφαρμοστούν και άλλα κριτήρια. Τούτο είναι αναγκαίο για τον λόγο ότι σε αντίθετη περίπτωση θα διακυβευόταν το σύστημα της υπαγωγής κάθε ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού στον έλεγχο ενός μόνον κράτους μέλους, στο οποίο στηρίζεται η οδηγία για την τηλεόραση.
27 Στην προκείμενη υπόθεση, η VT4 διατείνεται ότι είναι εταιρία αγγλικού δικαίου, με έδρα το Λονδίνο. Όπως υποστηρίζει, στο Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται επίσης η κεντρική της διοίκηση και εκεί είναι ο τόπος όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις σχετικά με τα προγράμματά της. Επιπλέον, στο Ηνωμένο Βασίλειο απασχολείται σημαντικό μέρος του προσωπικού της.
Αντιθέτως, η Φλαμανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι όλες οι ουσιώδεις δραστηριότητες της VT4 ασκούνται στο Βέλγιο. Εκεί εδρεύει και η διεύθυνση της επιχειρήσεως. Το προσωπικό της VT4 απασχολείται επίσης στο Βέλγιο (23). Κατ' αυτήν, τα προγράμματα της VT4 παράγονται στο Βέλγιο και στη συνέχεια μεταφέρονται στο Ηνωμένο Βασίλειο, απ' όπου και μεταδίδονται στη συνέχεια. Παρόμοια άποψη υποστηρίζει και η VTM. Συγκεκριμένα, διατείνεται ότι οι αποφάσεις σχετικά με τα προγράμματα της VT4 λαμβάνονται στο Βέλγιο, όπου και απασχολείται το σύνολο του διευθυντικού προσωπικού της. Η τελική σύνθεση του προγράμματος πραγματοποιείται επίσης στο Βέλγιο. Η VT4 διαθέτει στο Ηνωμένο Βασίλειο απλώς μια ταχυδρομική διεύθυνση. Εξάλλου, τόσο η Φλαμανδική Κυβέρνηση όσο και η VTM επισημαίνουν ότι το πρόγραμμα της VT4 απευθύνεται αποκλειστικά στο φλαμανδικό κοινό.
28 Όπως ορθώς παρατήρησαν η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, η απάντηση συνεπώς στο ερώτημα ποιο είναι το κράτος στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται η VT4 εξαρτάται κυρίως από την αξιολόγηση πραγματικών περιστατικών, η οποία εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού δικαστή. Το Δικαστήριο πάντως μπορεί και ως προς το ζήτημα αυτό να παράσχει στο Raad van State ορισμένες ενδείξεις, οι οποίες θα μπορούσαν να αποδειχθούν χρήσιμες. Σ' αυτό το πλαίσιο, πρέπει να καταστεί απολύτως σαφές ότι το γεγονός ότι το πρόγραμμα της VT4 προορίζεται για το κοινό της Φλάνδρας είναι, αφεαυτού, άνευ σημασίας. Μια επιχείρηση εγκατεστημένη σ' ένα κράτος μέλος μπορεί να κάνει χρήση της σχετικής με την παροχή υπηρεσιών ελευθερίας ακόμη και όταν δεν παρέχει υπηρεσίες εντός του ίδιου του κράτους όπου είναι εγκατεστημένη (24). Ακόμη και η διάκριση μεταξύ των εννοιών της παροχής υπηρεσιών κατά το άρθρο 59 και της εγκαταστάσεως κατά το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΚ, στην οποία η VTM απέδωσε τόσο μεγάλη σημασία κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι άνευ σημασίας για την προκείμενη υπόθεση. Ειδικότερα, από το γεγονός ότι η ραδιοτηλεοπτική δραστηριότητα την οποία ασκεί η VT4 χαρακτηρίζεται από μονιμότητα δεν μπορεί να συναχθεί ότι η επιχείρηση αυτή δεν παρέχει υπηρεσίες, αλλά ότι αντιθέτως εμπίπτει στο άρθρο 52. Κατά την πάγια - και απολύτως ορθή - νομολογία του Δικαστηρίου (25) θεωρείται ως δεδομένο ότι η δραστηριότητα ενός ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού αποτελεί παροχή υπηρεσιών υπό την έννοια του άρθρου 59 της Συνθήκης ΕΚ (26). Είναι όμως επίσης σαφές ότι η χορήγηση αδείας από ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την υπαγωγή του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού στη δικαιοδοσία αυτού του κράτους μέλους, αν ο εν λόγω οργανισμός δεν είναι εγκατεστημένος σ' αυτό.
29 Εν πάση περιπτώσει, και χωρίς να προδικάζεται η κρίση του Raad van State, από τη διάταξη περί παραπομπής και από τους ισχυρισμούς των διαδίκων προκύπτει ότι η δραστηριότητα της VT4 συνδέεται τόσο με το Ηνωμένο Βασίλειο όσο και με το Βέλγιο. Πράγματι, ακόμη και αν είναι ορθοί οι ισχυρισμοί της Φλαμανδικής Κυβερνήσεως και της VTM, γεγονός παραμένει ότι η VT4 είναι μια ιδρυθείσα σύμφωνα με τις διατάξεις της αγγλικής νομοθεσίας εταιρία, η οποία εδρεύει στο Ηνωμένο Βασίλειο και εκπέμπει τα προγράμματά της από εκεί. Επομένως, φρονώ ότι, ακόμη και αν όλες οι λοιπές δραστηριότητες της VT4 ασκούνταν στο Βέλγιο, η VT4 θα εξακολουθούσε να θεωρείται, υπό την έννοια της νομολογίας που έχει ήδη επανειλημμένα αναφερθεί, ως εγκατεστημένη στο Ηνωμένο Βασίλειο, έστω και αν επρόκειτο συναφώς - όπως ισχυρίζεται επικουρικώς η VTM - μόνο για υποκατάστημα. Ωστόσο, ακόμη και ένα υποκατάστημα συνιστά εγκατάσταση κατά τη Συνθήκη (βλ. άρθρο 52, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ). Επομένως, ο ισχυρισμός της Φλαμανδικής Κυβερνήσεως ότι η παρούσα υπόθεση αφορά μια αμιγώς εσωτερική κατάσταση, στην οποία ουδόλως εφαρμόζεται το κοινοτικό δίκαιο, μου φαίνεται οπωσδήποτε αβάσιμος.
30 Όσον αφορά τα κριτήρια που πρέπει ενδεχομένως να εφαρμόσει το Raad van State στην παρούσα υπόθεση, θεωρώ ότι μπορώ να τα εκθέσω εν συντομία. Η πρόταση της Επιτροπής της 31ης Μαου 1995 και η κοινή θέση του Συμβουλίου αναφέρουν συνολικά τρία και τέσσερα αντιστοίχως κριτήρια, βάσει των οποίων μπορεί να προσδιοριστεί, σε περίπτωση αμφιβολίας, η καθοριστική για τον προσδιορισμό του αρμοδίου κράτους μέλους «εγκατάσταση». Πρόκειται για την έδρα του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού, για τον τόπο όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις σχετικά με την πολιτική των προγραμμάτων και για τον τόπο όπου γίνεται η οριστική σύνθεση του προγράμματος. Επιπλέον, εξετάζεται σε ποιον από τους τόπους αυτούς απασχολείται ένα σημαντικό μέρος του προσωπικού που είναι απαραίτητο για την πραγματοποίηση των ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων. Πρόκειται για κριτήρια που θα μπορούσαν πράγματι ευλόγως να εφαρμοστούν στην παρούσα υπόθεση. Ωστόσο, όπως ορθώς επισημαίνει η VT4, η προσέγγιση της Επιτροπής αποκλίνει ουσιωδώς από εκείνη του Συμβουλίου. Συγκεκριμένα, η κοινή θέση του Συμβουλίου προβαίνει σε μια σαφή ιεράρχηση, ενώ η Επιτροπή περιορίζεται, κατ' ουσίαν, σε μια απαρίθμηση, χωρίς να δίδει προτεραιότητα σε κάποιο από τα κριτήρια αυτά. Επιπλέον, ο τόπος της οριστικής συνθέσεως του προγράμματος, στον οποίο αναφέρεται με την πρότασή της η Επιτροπή, αναφέρεται μεν από το Συμβούλιο στη δέκατη αιτιολογική σκέψη της κοινής θέσεως, δεν διαλαμβάνεται όμως ρητά στο σχετικό χωρίο του ίδιου του κειμένου (27).
31 Δεν θεωρώ ότι μεταξύ των κριτηρίων αυτών υπάρχει μια φυσική, κατά κάποιο τρόπο εκ των προτέρων δεδομένη, ιεραρχία. Μια τέτοια ιεραρχία άλλωστε δεν μπορεί να καθιερωθεί παρά μόνον από τον νομοθέτη. Γι' αυτόν τον λόγο μου φαίνεται σαφές ότι, για τον προσδιορισμό του αρμοδίου κράτους μέλους υπό την έννοια της οδηγίας για την τηλεόραση, δεν μπορεί να θεωρηθεί κρίσιμη η ιεραρχία που προβλέπει η κοινή θέση, προτού αποκτήσει ισχύ νόμου η υποστηριζόμενη από το Συμβούλιο άποψη. Διαφορετικά, θα εφαρμοζόταν στην πράξη μια νέα ουσιαστική ρύθμιση πριν καν τεθεί σε ισχύ, πράγμα το οποίο θα πρέπει να θεωρηθεί καταρχήν ανεπίτρεπτο από την άποψη της ασφάλειας δικαίου. Αντιθέτως, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην ανατεθεί στον εθνικό δικαστή η υποχρέωση να εξακριβώνει ποιο κράτος μέλος είναι αρμόδιο για ένα ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα κρίσιμα εν προκειμένω κριτήρια.
32 Θεωρώ ότι προς τούτο πρέπει ιδιαίτερα να ληφθεί υπόψη η διατύπωση την οποία πρότεινε η Επιτροπή στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου και την οποία διέλαβε το Δικαστήριο στην απόφασή του, δεδομένου ότι η εν λόγω διατύπωση συνοψίζει τον σκοπό της εφαρμογής των προαναφερθέντων κριτηρίων - που είναι ο προσδιορισμός του κράτους μέλους όπου ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός έχει το «κέντρο των δραστηριοτήτων του». Βέβαια, η έκφραση αυτή δεν αναφέρεται ρητά ούτε στην έδρα της επιχειρήσεως ούτε στο ζήτημα της κατανομής του προσωπικού που είναι απαραίτητο για την πραγματοποίηση των ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων, θεωρώ όμως ότι τα στοιχεία αυτά μπορούν ευχερώς να συναχθούν από την προαναφερθείσα ευρύτερη έννοια. Φρονώ επομένως ότι, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός διαθέτει εγκαταστάσεις σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη, υπάγεται, υπό την έννοια της οδηγίας για την τηλεόραση, στη δικαιοδοσία εκείνου του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει το κέντρο των δραστηριοτήτων του, και συγκεκριμένα όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις σχετικά με την πολιτική προγραμματισμού και την τελική σύνθεση των προγραμμάτων που πρόκειται να μεταδοθούν.
33 Το κριτήριο αυτό οδηγεί καταρχήν στην ανεύρεση ικανοποιητικών λύσεων σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Ωστόσο, η ανάλυση του ζητήματος δεν θα πρέπει να σταματήσει εδώ. Πράγματι, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να μην μπορεί ένα εθνικό δικαστήριο να καταλήξει σε σαφή λύση βάσει του προταθέντος κριτηρίου, έστω και αν καταβάλει τη μεγαλύτερη δυνατή επιμέλεια κατά την εξέταση μιας υποθέσεως. Το Δικαστήριο, αν θέλει να βοηθήσει πραγματικά το αιτούν δικαστήριο, θα πρέπει να μεριμνήσει και για το ενδεχόμενο αυτό, διατυπώνοντας ένα σαφές και εύχρηστο κριτήριο.
34 Θεωρώ ότι το πλέον πρόσφορο κριτήριο για τον σκοπό αυτό είναι ο εντοπισμός του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός άρχισε να ασκεί, από τεχνικής απόψεως, τη δραστηριότητα ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων. Έτσι, θα ικανοποιούνταν και η απαίτηση σεβασμού της ασφάλειας δικαίου, την οποία απολύτως ορθώς επικαλείται η VT4. Εάν δηλαδή ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός επιλέξει να μεταδίδει το πρόγραμμά του από ορισμένο κράτος μέλος, πρέπει τουλάχιστον να λάβει υπόψη του ότι ενδέχεται να υπαχθεί στη δικαιοδοσία αυτού του κράτους μέλους. Φυσικά, τούτο θα ίσχυε όλως ιδιαιτέρως στην παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι το κριτήριο αυτό θα θεμελίωνε την αρμοδιότητα του Ηνωμένου Βασιλείου, από το οποίο η VT4 εκπέμπει το πρόγραμμά της. Εξάλλου, η εν γένει χρησιμότητα του κριτηρίου αυτού ως αποφασιστικού βοηθήματος για την επίλυση αμφισβητούμενων περιπτώσεων, οι οποίες δεν θα μπορούσαν να επιλυθούν με άλλο τρόπο, προκύπτει επίσης από το ότι η κοινή θέση υιοθετεί μια παρόμοια θεώρηση (28).
35 Επικουρικώς, η Φλαμανδική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι καταχρηστικώς η VT4 επικαλείται την οδηγία για την τηλεόραση. Κατά την άποψή της, η εν λόγω επιχείρηση εγκαταστάθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο με μόνο σκοπό να εκφύγει του πεδίου εφαρμογής των διατάξεων που ισχύουν στη Φλάνδρα. Παρόμοια άποψη εξέφρασε και η VTM. Ορθώς η VT4 επισήμανε ότι το αιτούν δικαστήριο δεν υπέβαλε στο Δικαστήριο κανένα προδικαστικό ερώτημα ως προς το ζήτημα αυτό. Ωστόσο, θεωρώ ότι θα ήταν σκόπιμο να εξετάσει το Δικαστήριο διεξοδικότερα τα ζητήματα που συνδέονται με το πρόβλημα αυτό, προκειμένου να δώσει στο εθνικό δικαστήριο τη χρησιμότερη δυνατή απάντηση.
36 Με την απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Βελγίου, το Δικαστήριο δεν εξέτασε «αν, ενόψει της οδηγίας 89/552, ένα κράτος μέλος δικαιούται ακόμη να λαμβάνει, βάσει του άρθρου 59 της Συνθήκης, μέτρα παρακωλύοντα τον παρέχοντα υπηρεσίες του οποίου η δραστηριότητα κατευθύνεται εξ ολοκλήρου ή κυρίως προς το έδαφός του να κάνει χρήση των ελευθεριών που του παρέχει η Συνθήκη, με σκοπό να αποφύγει την εφαρμογή των κανόνων που θα εφαρμόζονταν στην περίπτωσή του, αν ήταν εγκατεστημένος στο έδαφος του κράτους αυτού» (29). Πρόκειται συναφώς για το ερώτημα αν η σχετική νομολογία, την οποία το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τελευταία το 1994, στην υπόθεση TV10 (30), μπορεί να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται, ακόμη και μετά από την έναρξη ισχύος της οδηγίας για την τηλεόραση.
37 Με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Βελγίου, έδωσα καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό. Συναφώς, όμως, κατέστησα επίσης σαφές ότι η νομολογία αυτή μπορεί, κατά την άποψή μου, να εφαρμόζεται, μόνον οσάκις ο οικείος ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός ενεργεί καταχρηστικά, και ότι, για τη διαπίστωση της συνδρομής της προϋποθέσεως αυτής, πρέπει να εφαρμόζεται ένα αυστηρό κριτήριο (31). Εμμένω στην άποψη αυτή, με την οποία συμφώνησε ρητά και η Επιτροπή στην παρούσα διαδικασία.
38 Από τα στοιχεία που έχω στη διάθεσή μου συνάγω το συμπέρασμα ότι, στην παρούσα υπόθεση, δεν συντρέχει τέτοια καταχρηστική συμπεριφορά. Δεν αποκλείεται η VT4 να εγκαταστάθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο με αποκλειστικό σκοπό να εκφύγει του πεδίου εφαρμογής των φλαμανδικών διατάξεων που διέπουν τη δραστηριότητα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών. Πρέπει, ωστόσο, να υπογραμμιστεί ότι το εν λόγω γεγονός, αφεαυτού, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική συμπεριφορά. Η άσκηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως που απορρέει από τη Συνθήκη ΕΚ ασφαλώς δεν συνιστά αφεαυτής καταχρηστική συμπεριφορά. Αντίθετα, προκειμένου να θεωρηθεί ότι συντρέχει καταχρηστική συμπεριφορά, απαιτείται να εξυπηρετούν οι εθνικές διατάξεις, των οποίων η εφαρμογή αποφεύγεται, την προστασία σημαντικότερων εννόμων αγαθών των οποίων η αξία να έχει αναγνωριστεί και στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου. Η υπόθεση TV10 αφορούσε μια εθνική ρύθμιση αποβλέπουσα στη δημιουργία ή τη διατήρηση του πολυφωνικού και μη εμπορικού χαρακτήρα της ραδιοφωνίας και της τηλεοράσεως και, συνακόλουθα, στην προστασία της ελευθερίας εκφράσεως. Επιβάλλεται να τονιστεί ότι στην υπόθεση TV10 ο οικείος ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός είχε τη δυνατότητα να μεταδίδει το πρόγραμμά του από τις Κάτω Ξώρες υπό την προϋπόθεση της τηρήσεως των επιταγών της ολλανδικής μόνο νομοθεσίας. Αντιθέτως, στην παρούσα υπόθεση τούτο δεν θα ήταν δυνατό, δεδομένου ότι, λόγω του μονοπωλίου της VTM, θα ήταν αδύνατη η λειτουργία άλλων ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών στη Φλάνδρα. Επομένως, στην παρούσα υπόθεση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική συμπεριφορά.
Γ - Πρόταση
39 Επομένως, προτείνω να δοθεί στο ερώτημα του Raad van State η ακόλουθη απάντηση:
1) Το κράτος μέλος στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός, υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/552/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1989, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων, είναι το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο εν λόγω οργανισμός.
2) Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός έχει εγκαταστάσεις σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη, ο εν λόγω οργανισμός υπάγεται στη δικαιοδοσία εκείνου του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει το κέντρο των δραστηριοτήτων του, και συγκεκριμένα όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις σχετικά με την πολιτική προγραμματισμού και την τελική σύνθεση των προγραμμάτων που πρόκειται να μεταδοθούν. Εάν, παρά ταύτα, παραμένουν αμφιβολίες, ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός πρέπει να θεωρηθεί ότι υπάγεται στη δικαιοδοσία εκείνου του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου άρχισε να ασκεί, από τεχνικής απόψεως, τη δραστηριότητα ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων.
(1) - ΕΕ L 298, σ. 23.
(2) - Υπόθεση C-222/94, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1996, σ. Ι-4025).
(3) - Υπόθεση C-11/95, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1996, σ. Ι-4115).
(4) - Belgisch Staatsblad (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Βελγίου) της 19ης Μαρτίου 1987, σ. 4196.
(5) - Belgisch Staatsblad της 14ης Αυγούστου 1991, σ. 17730.
(6) - Belgisch Staatsblad της 4ης Ιουνίου 1994, σ. 15434.
(7) - Belgisch Staatsblad της 30ής Μαου 1995, σ. 15058 (όπως διορθώθηκε με το Belgisch Staatsblad της 31ης Οκτωβρίου 1995, σ. 30555).
(8) - Βλ. ήδη τα άρθρα 105, 107 και 112 του διατάγματος της 25ης Ιανουαρίου 1995.
(9) - Όπ.π. στην υποσημείωση 3. Το κείμενο των εν λόγω διατάξεων παρατίθεται στη σκέψη 69 της αποφάσεως αυτής.
(10) - Σχετικά με την έννοια αυτή βλ. την απόφαση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (όπ.π. στην υποσημείωση 2), σκέψη 10.
(11) - Δεν υπάρχει πλήρης σύμπτωση απόψεων σχετικά με τον χαρακτηρισμό της εγκαταστάσεως αυτής. Η VT4 κάνει λόγο για τμήμα («afdeling»), ενώ η Φλαμανδική Κυβέρνηση θεωρεί ως δεδομένο ότι πρόκειται για υποκατάστημα («filiaalvestiging»). Όπως θα καταδειχθεί κατωτέρω, οι διαφορές αυτές είναι άνευ σημασίας για την παρούσα υπόθεση.
(12) - Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 89/552/ΕΟΚ του Συμβουλίου για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων (ΕΕ C 185, σ. 4).
(13) - Όπως διευκρίνισε η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, πρόκειται για προσωρινή μόνο τοποθέτηση. Η κοινή θέση καθορίστηκε από το Συμβούλιο μόλις στις 8 Ιουλίου 1996 [κοινή θέση (ΕΚ) αριθ. 49/96, ΕΕ C 264, σ. 52]. Από τη σύγκριση του κειμένου που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο με το κείμενο που ενέκρινε το Συμβούλιο τον Ιούλιο του 1996 προκύπτει ότι, όσον αφορά το εν προκειμένω κρίσιμο σημείο, δεν υφίστανται αξιόλογες διαφορές. Συνεπώς, στο εξής θα αναφέρομαι στο κείμενο της κοινής θέσεως της 8ης Ιουλίου 1996, όπως έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα.
(14) - Όπ.π. στην υποσημείωση 3, σκέψεις 79 έως 93, καθώς και σημείο 1, τρίτη περίπτωση, του διατακτικού της αποφάσεως.
(15) - Βλ. την τροποποιημένη πρόταση της Επιτροπής της 7ης Μαου 1996 (ΕΕ C 221, σ. 10).
(16) - Όπ.π. στην υποσημείωση 2, σκέψεις 42, 51 και 61.
(17) - Βλ., π.χ., τις σχετικές προτάσεις του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου της 14ης Φεβρουαρίου 1996 (ΕΕ C 65, σ. 96, συγκεκριμένα σ. 100 και 101.)
(18) - Απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991 στην υπόθεση C-221/89, Factortame κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. Ι-3905, σκέψη 20)· βλ. επίσης την απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1995 στην υπόθεση C-55/94, Gebhard (Συλλογή 1995, σ. Ι-4165, σκέψη 25).
(19) - Βλ. συναφώς τις προτάσεις μου της 30ής Απριλίου 1996 στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1996, σ. Ι-4025, παράγραφοι 60 επ.).
(20) - Όπ.π. στην υποσημείωση 2, σκέψη 58.
(21) - Βλ., ανωτέρω, την παράγραφο 22.
(22) - Αυτή είναι κατά τη γνώμη μου η κατάσταση στην υπόθεση C-14/96, Denuit, στην οποία επίσης ανέπτυξα τις προτάσεις μου σήμερα.
(23) - Η Φλαμανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται συναφώς ότι στο Nossegem απασχολούνται 35 μέλη του προσωπικού της VT4.
(24) - Τα όρια τα οποία προκύπτουν ενδεχομένως από τη νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά το ζήτημα της περιγραφής των εθνικών διατάξεων θα εξεταστούν διεξοδικότερα στη συνέχεια.
(25) - Η πρώτη από τις αποφάσεις αυτές είναι η απόφαση της 30ής Απριλίου 1974 στην υπόθεση 155/73, Sacchi (Συλλογή τόμος 1974, σ. 217, σκέψη 6).
(26) - Παρεμπιπτόντως μόνο σημειώνω ότι το γεγονός το οποίο προέβαλε η Φλαμανδική Κυβέρνηση, ότι δηλαδή το αρμόδιο υπουργείο του Ηνωμένου Βασιλείου δεν περιέλαβε τη VT4 σε έναν κατάλογο των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών που υπάγονται στη δικαιοδοσία του εν λόγω κράτους μέλους, τον οποίο διαβίβασε στην Επιτροπή, δεν έχει αποδεικτική δύναμη. Όπως έκρινε προσφάτως το Δικαστήριο, η εφαρμογή μιας οδηγίας σε ορισμένη επιχείρηση δεν μπορεί να «εξαρτάται από τις δηλώσεις του οικείου κράτους μέλους» (απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996 στην υπόθεση C-302/94, British Telecommunications, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 37).
(27) - Βλ. άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας, υπό τη μορφή που επιδιώκει να της προσδώσει η κοινή θέση.
(28) - Βλ. άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο ββ, της οδηγίας, με τη μορφή που σκοπεί να της προσδώσει η κοινή θέση.
(29) - Όπ.π. στην υποσημείωση 3, σκέψη 65.
(30) - Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994 στην υπόθεση C-23/93 (Συλλογή 1994, I-4795, σκέψη 20).
(31) - Προτάσεις της 30ής Απριλίου 1996 στην υπόθεση Επιτροπή κατά Βελγίου, παράγραφοι 73 επ.
Full & Egal Universal Law Academy