Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
A - Εισαγωγή
1 Στην παρούσα διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως πρόκειται για την κρίση του ουσιαστικού πεδίου εφαρμογής είτε του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (1), είτε του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 (2) όσον αφορά μια κατά το ολλανδικό δίκαιο εφάπαξ καταβαλλόμενη αποζημίωση σε εργαζομένους στον τομέα της γεωργίας που κατέστησαν άνεργοι συνεπεία παύσεως καλλιεργείας αροσίμων γαιών.
2 Το Nederlandse Raad van State υποβάλλει στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως η οποία στηρίζεται στο ακόλουθο ιστορικό: ο προσφεύγων της κύριας δίκης είναι Γερμανός υπήκοος και εργαζόταν σε μια γεωργική εκμετάλλευση στις Κάτω Ξώρες. Ακολούθησε τον εργοδότη του στη χώρα αυτή, διατήρησε όμως την κατοικία του στη Γερμανία. Στο πλαίσιο της παύσεως καλλιεργείας των αροσίμων γαιών του εργοδότη του κατέστη άνεργος και έλαβε στη συνέχεια επίδομα ανεργίας στη Γερμανία. Ζήτησε να του καταβληθεί εφάπαξ παροχή βάσει της «ρυθμίσεως περί καταβολής αποζημιώσεως για την έξοδο εργαζομένων από τον τομέα της γεωργίας» (3). Κατά της απορριπτικής αποφάσεως ακολούθησε τη δικαστική οδό. Στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Έχει εφαρμογή ο κανονισμός 1408/71 σε παροχή, όπως αυτή που προβλέπει η Vergoedingsregeling voor uittreding van werknemers in de landbouw (απόφαση ρυθμίζουσα την καταβολή αποζημιώσεως για την έξοδο εργαζομένων από τον τομέα της γεωργίας), η οποία παροχή δεν εξαρτάται από τη διάρκεια της περιόδου ανεργίας και αποτελεί τμήμα ενός συστήματος μέτρων για τη βελτίωση της δομής του κλάδου των γεωργικών επιχειρήσεων όπου η έμφαση δίνεται στην ενθάρρυνση της πλήρους ή μερικής παύσεως των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και της εξόδου επιχειρηματιών (4) από τον κλάδο αυτό
Ποιες άλλες περιστάσεις ασκούν ενδεχομένως επιρροή εν προκειμένω;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα 1, πρέπει η βάσει της Vergoedingsregeling voor uittreding van werknemers in de landbouw παροχή να θεωρηθεί ως κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68; Εάν ναι, πρέπει η επιβολή της προϋποθέσεως ότι ο οικείος εργαζόμενος έχει την κατοικία του στις Κάτω Ξώρες να θεωρηθεί ως διάκριση λόγω ιθαγενείας που απαγορεύεται από το άρθρο 7 του κανονισμού αυτού;»
3 Αιτιολογώντας την αίτησή του, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι η χορήγηση της παροχής εξαρτάται από ορισμένες προϋποθέσεις, όπως την ηλικία του αιτούντος, ελάχιστες προϋποθέσεις από απόψεως δικαίου κοινωνικής ασφαλίσεως, τη διάρκεια της προηγούμενης σχέσεως εργασίας, την εγγραφή στο γραφείο εργασίας και του δικαιώματος παροχών σε περίπτωση ανεργίας βάσει του (νέου) Werkloosheidswet (νόμου περί ανεργίας) (5). Η υποβολή της αιτήσεως πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος, το οποίο εξαρτάται από το χρονικό σημείο της λήξεως της σχέσεως εργασίας (6).
4 Η προϋπόθεση δικαιώματος επί επιδόματος ανεργίας κατά το ολλανδικό δίκαιο συνιστά εμπόδιο για τη χορήγηση της παροχής βάσει της ρυθμίσεως, καθόσον το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο f, του Werkloosheidswet προβλέπει ότι ο εργαζόμενος, ο οποίος κατοικεί εντός των Κάτω Ξωρών, δεν δικαιούται παροχής. Ο προσφεύγων της κύριας δίκης αποκλείεται επομένως από τη χορήγηση παροχής βάσει του Werkloosheidswet, πράγμα που εμποδίζει, σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις της ρυθμίσεως, την καταβολή παροχής βάσει της ρυθμίσεως αυτής.
5 Το αιτούν δικαστήριο υιοθέτησε τους ενδοιασμούς του προσφεύγοντος της κύριας δίκης όσον αφορά το ζήτημα αν το αποτέλεσμα αυτό συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο. Η πλήρης εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων θα μπορούσε να συνιστά παράβαση των κανονισμών 1408/71 και 1612/68.
6 Στηριζόμενο στην απόφαση Scrivner (7) το αιτούν δικαστήριο στρέφει καταρχάς το βλέμμα προς τις διατάξεις του κανονισμού 1408/71. Τρέφει σοβαρές αμφιβολίες αν η εν λόγω παροχή εμπίπτει στο ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Σε καταφατική περίπτωση, ο προσφεύγων της κύριας δίκης, ως πλήρως άνεργος μεθοριακός εργαζόμενος κατά το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο αα, σημείο ii, του κανονισμού 1408/71 αποκλείεται από τη λήψη παροχής ανεργίας κατά το ολλανδικό δίκαιο, επειδή βάσει της διατάξεως αυτής εφαρμόζονται ως προς αυτόν οι γερμανικές νομικές διατάξεις περί ανεργίας, δεδομένου ότι είναι οι διατάξεις του τόπου της κατοικίας του.
Το αιτούν δικαστήριο δεν δέχεται τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος της κύριας δίκης ότι πρέπει να θεωρηθεί ως κατά κάποιο τρόπο ασυνήθης μεθοριακός εργαζόμενος κατά την έννοια του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο ββ.
Αν, εντούτοις, η εν λόγω παροχή δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, θα πρέπει να εξετασθεί αν ο κανονισμός 1612/68 εμποδίζει τη διατήρηση της προϋποθέσεως της κατοικίας που τίθεται με τη ρύθμιση σε συνάρτηση με την ανεργία. Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι δεν θα είναι εσφαλμένο να περιλαμβάνει η έννοια των «κοινωνικών πλεονεκτημάτων» κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 και μια παροχή βάσει της ρυθμίσεως. Η προϋπόθεση της κατοικίας θα μπορούσε τότε να θεωρηθεί ως απαγορευόμενη κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1612/68 έμμεση δυσμενής διάκριση λόγω ιθαγενείας.
7 Στην έγγραφη διαδικασία συμμετείχαν η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Το Δικαστήριο έθεσε ερωτήσεις ως προς το καταστατικό και την κανονιστική εξουσία του φορέα που χορηγεί την παροχή, στις οποίες η Ολλανδική Κυβέρνηση απάντησε εγγράφως. Κατά την προφορική διαδικασία παρέστη και η Γαλλική Κυβέρνηση. Θα επανέλθω στους ισχυρισμούς των μετεχόντων της διαδικασίας στο πλαίσιο της νομικής αξιολογήσεως.
B - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
Ι. Προκαταρκτική παρατήρηση
8 Η παροχή επί της οποίας οφείλει να αποφανθεί το αιτούν δικαστήριο είναι μια παροχή η οποία δυνάμει θα μπορούσε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 ή και στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1612/68.
9 Με την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984 στην υπόθεση Castelli (8), στην οποία επρόκειτο για τον χαρακτηρισμό του εγγυημένου ελαχίστου εισοδήματος ηλικιωμένων προσώπων, δηλαδή για ένα παρόμοιο πρόβλημα, το Δικαστήριο αποφάνθηκε καταρχάς διεξοδικώς επί του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68. Δεδομένου ότι οι διαπιστώσεις στις οποίες προέβη επέτρεπαν, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, στο εθνικό δικαστήριο να εκδώσει απόφαση στο πλαίσιο της ενώπιόν του διαδικασίας, δεν προχώρησε σε εξέταση των σχετικών με τον κανονισμό 1408/71 ερωτημάτων (9).
10 Μόλις οκτώ μήνες αργότερα, με την απόφαση Scrivner (10), στην οποία επίσης επρόκειτο για μια παροχή μικτού χαρακτήρα, δηλαδή της «οικονομικής βοηθείας βάσει του κατωτάτου ορίου διαβιώσεως» κατά το βελγικό δίκαιο, το Δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε προηγουμένως να εξετασθεί αν μια παροχή όπως η επίδικη εμπίπτει στο ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71. «Η εξέταση του ενδεχόμενου χαρακτηρισμού της ενόψει των "κοινωνικών πλεονεκτημάτων", στα οποία αναφέρεται το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68, λαμβάνεται υπόψη μόνο στην περίπτωση που θα αποδειχθεί ότι δεν πρόκειται για παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71.» (11)
11 Στην παρούσα υπόθεση η κρίση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή ο χαρακτηρισμός της επίμαχης παροχής ως παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως αποκλείει ενδεχομένως τον προσφεύγοντα της κύριας δίκης, λόγω των ειδικών διατάξεων που ισχύουν για παραμεθόριους εργαζομένους, από τη λήψη της παροχής (12).
12 Πάντως, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση της 10ης Μαρτίου 1993, που εκδόθηκε σε μια διαδικασία λόγω παραβάσεως της Συνθήκης που είχε κινηθεί κατά του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου (13), ότι, δεδομένου ότι ο κανονισμός 1612/68 περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων έχει γενική σημασία, το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού μπορεί να εφαρμόζεται σε κοινωνικά πλεονεκτήματα τα οποία εμπίπτουν συγχρόνως στο ιδιαίτερο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 (14), οπότε ο χαρακτηρισμός της επίμαχης παροχής ως παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη τον οριστικό αποκλεισμό του προσφεύγοντος της κύριας δίκης από τη λήψη της. Επομένως, κατά την επιβαλλόμενη αντικειμενικώς από την απόφαση Scrivner (15) σειρά θα εξετάσω καταρχάς το πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου περί του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71.
ΙΙ - Επί του πρώτου ερωτήματος
13 Για να δοθεί απάντηση στο πρώτο ερώτημα πρέπει να εξεταστεί αν μια παροχή όπως η εφάπαξ καταβαλλόμενη αποζημίωση σύμφωνα με τη ρύθμιση περί αποζημιώσεως για την έξοδο εργαζομένων από τον τομέα της γεωργίας εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4 του κανονισμού 1408/71.
14 Το άρθρο 4 του κανονισμού έχει, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, ως εξής:
«1. Ο παρών κανονισμός ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους ακόλουθους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως:
(...)
ζ) Παροχές ανεργίας
η) (...)
2. Ο παρών κανονισμός ισχύει για τα γενικά και ειδικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, με ή χωρίς συνεισφορά, καθώς και για συστήματα σχετικά με τις υποχρεώσεις του εργοδότη (...) εν σχέσει προς τις παροχές που προβλέπονται στην παράγραφο 1.
2α. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά οι οποίες εμπίπτουν σε νομοθεσία ή καθεστώς εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή που εξαιρούνται δυνάμει της παραγράφου 4, όταν οι παροχές αυτές προορίζονται
α) (...) για να καλύψουν συμπληρωματικά, εναλλακτικά ή επικουρικά τους κλάδους κοινωνικής ασφάλισης που αναφέρονται στα στοιχεία αα έως ζζ της παραγράφου 1·
(...)
4. Ο παρών κανονισμός δεν ισχύει για την κοινωνική και ιατρική πρόνοια, ούτε για τα συστήματα παροχών υπέρ θυμάτων του πολέμου ή των συνεπειών του, ούτε για τα ειδικά συστήματα των δημοσίων υπαλλήλων ή των προς αυτούς εξομοιουμένων.» (16)
15 Οι μετέχοντες της διαδικασίας είναι προφανώς της γνώμης ότι η επίμαχη αποζημίωση δεν αποτελεί παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71.
Η Ολλανδική Κυβέρνηση εκθέτει προς στήριξη της απόψεώς της κατ' ουσίαν τα εξής: καταρχάς, αναλύει τη φύση και τον σκοπό της παροχής. Η ρύθμιση στην οποία στηρίζεται θεσπίστηκε από έναν φορέα του ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή του ταμείου αναπτύξεως και εξυγιάνσεως της γεωργίας, οι πόροι του οποίου προέρχονται από τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Γεωργίας, Διαχειρίσεως των Φυσικών Πόρων και Αλιείας (17). Ο προϋπολογισμός για παροχές του εν λόγω είδους ανέρχεται σε ένα εκατομμύριο ολλανδικά φιορίνια (HFL) ετησίως. Στον τομέα στον οποίο οι γεωργοί πρέπει να ενθαρρύνονται μέσω ρυθμίσεων περί ενισχύσεων να περιορίζουν την παραγωγή τους, η ρύθμιση προβλέπει αποζημίωση για τους εργαζομένους οι οποίοι κατ' αυτόν τον τρόπο χάνουν την εργασία τους. Επομένως, πρόκειται για αποζημίωση στην περίπτωση λήξεως, υπό ορισμένες περιστάσεις, της συμβάσεως εργασίας.
Αναφερόμενη στη νομολογία του Δικαστηρίου (18), η Ολλανδική Κυβέρνηση εκθέτει ότι ως προς τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 σημασία έχουν πρωτίστως τα συστατικά στοιχεία της παροχής, ιδίως δε ο σκοπός της και οι προϋποθέσεις χορηγήσεώς της. Η Ολλανδική Κυβέρνηση αμφισβητεί ότι η ρύθμιση στην οποία στηρίζεται η παροχή εμπίπτει στην έννοια της «νομοθεσίας» κατά το άρθρο 4 του κανονισμού 1408/71. Το αιτούν δικαστήριο ορθώς υπογράμμισε ότι η ρύθμιση δεν αποτελεί, κατά τη συνήθη στις Κάτω Ξώρες ορολογία, νομοθετικό κείμενο αλλά διοικητική οδηγία.
Επιπλέον, ενόψει του περιορισμένου χαρακτήρα των διαθέσιμων πόρων είναι αμφίβολο αν πρόκειται για παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως. Ο πρόεδρος του ταμείου μπορεί, σε περίπτωση εξαντλήσεως των πόρων, να ορίσει ότι δεν μπορούν πλέον να υποβληθούν άλλες αιτήσεις. Τέλος, πρόκειται για ρύθμιση περί ενισχύσεως και όχι για παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως.
Μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η εκτίμηση αυτή δεν είναι ορθή, θα πρέπει να διευκρινισθεί αν η παροχή αναφέρεται άμεσα στον κίνδυνο της ανεργίας. Στο μέτρο που η λήψη παροχής ανεργίας αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξη δικαιώματος επί της εν λόγω παροχής, δεν μπορεί να μη γίνει δεκτή η ύπαρξη άμεσης συνάφειας. Καθόσον, εντούτοις, η εξακολούθηση της καταστάσεως ανεργίας (19) αποτελεί συστατικό στοιχείο της παροχής σε περίπτωση ανεργίας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ρύθμιση δεν θέτει αυτή την προϋπόθεση. Σημασία έχει επίσης και το ότι η νομολογία του Δικαστηρίου διακρίνει ως χαρακτηριστικό μιας παροχής σε περίπτωση ανεργίας το ότι η παροχή αυτή αποβλέπει στην υποκατάσταση του απολεσθέντος μισθού και στη συμβολή στη συντήρηση του εργαζομένου (20). Τα στοιχεία αυτά δεν έχουν εντούτοις αποφασιστική σημασία στο πλαίσιο της ρυθμίσεως. Ούτε ο προηγουμένως εισπραττόμενος μισθός ούτε η διάρκεια της σχέσεως εργασίας ούτε η ανεργία έχουν σημασία. Αποφασιστικής σημασίας είναι αποκλειστικά η ηλικία του εργαζομένου. Ο σκοπός της ρυθμίσεως έχει χαρακτήρα ασκήσεως γεωργικής πολιτικής. Η αποζημίωση δεν μπορεί επομένως να θεωρηθεί ως παροχή ανεργίας. Αν και ως προς αυτό το σημείο δεν υιοθετηθούν οι απόψεις τις Ολλανδικής Κυβερνήσεως, τότε ο προσφεύγων της κύριας δίκης μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να στραφεί προς τη γερμανική έννομη τάξη ως πλήρως άνεργος μεθοριακός εργαζόμενος κατά την έννοια του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο αα, σημείο ii, του κανονισμού 1408/71.
16 Η Επιτροπή υποστηρίζει την άποψη ότι η εν λόγω αποζημίωση δεν είναι παροχή ανεργίας κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71. Ναι μεν πρέπει ο αιτών κατά το χρονικό σημείο της υποβολής της αιτήσεως να έχει δηλωθεί ως άνεργος και να δικαιούται παροχής ανεργίας κατά το ολλανδικό δίκαιο, πλην όμως η παροχή δεν έχει ως σκοπό να υποκαταστήσει τον απολεσθέντα μισθό. Επίσης, η κλασική παροχή ανεργίας δεν παύει να καταβάλλεται σε περίπτωση λήψεως της παροχής αποζημιώσεως. Το ύψος της αποζημιώσεως δεν έχει σχέση με τον προηγούμενο μισθό, αλλά αποτελεί συνάρτηση της ηλικίας του αιτούντος και καταβάλλεται εφάπαξ. Πρέπει να τονισθεί ότι ο δικαιούχος δεν υποχρεούται να επιστρέψει ούτε πλήρως ούτε εν μέρει την παροχή αν βρεθεί εκ νέου σε σχέση εργασίας και κατ' αυτόν τον τρόπο απολέσει την ιδιότητα του ανέργου. Υποχρέωση επιστροφής υφίσταται μόνον αν εντός δώδεκα μηνών μετά την υποβολή της αιτήσεως επανέλθει στην υπηρεσία του προηγούμενου εργοδότη, πράγμα που καθιστά σαφή την πραγματική έννοια της ρυθμίσεως περί αποζημιώσεως, δηλαδή να διευκολυνθεί η απόλυση του εργαζομένου από τον γεωργό εργοδότη του συνεπεία της πλήρους ή μερικής διακοπής της γεωργικής εκμεταλλεύσεως. Ο άμεσος αυτός σύνδεσμος με τους σκοπούς της γεωργικής πολιτικής καθίσταται σαφής από τη διαμόρφωση των προϋποθέσεων γενέσεως του σχετικού δικαιώματος.
17 Η Γαλλική Κυβέρνηση συντάχθηκε, κατά την προφορική διαδικασία, εν προκειμένω με την Επιτροπή και την Ολλανδική Κυβέρνηση.
18 Όπως ήδη διαφαίνεται από τη σύνοψη των ισχυρισμών των μετεχόντων της διαδικασίας, από τη νομολογία του Δικαστηρίου μπορεί να συναχθεί ένα συστατικό στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας παροχής ως παροχής που προβλέπεται σε περίπτωση ανεργίας. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (21), η διάκριση μεταξύ παροχών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 και παροχών που αποκλείονται από αυτό το πεδίο εφαρμογής εξαρτάται κατ' ουσίαν από τα βασικά χαρακτηριστικά της εκάστοτε παροχής, ιδίως από τον σκοπό της και των προϋποθέσεων χορηγήσεώς της. Αποφασιστική σημασία τελικά δεν έχει το αν μια παροχή χαρακτηρίζεται βάσει των εθνικών νομοθετικών διατάξεων ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως (22).
19 Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο σε πολυάριθμες περιπτώσεις, «μια παροχή πρέπει να θεωρείται ως παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως εφόσον χορηγείται χωρίς οποιαδήποτε ατομική και εισάγουσα διακρίσεις στάθμιση των ατομικών αναγκών στους δικαιούχους βάσει μιας από τον νόμο καθοριζομένης καταστάσεως και εφόσον αυτή έχει σχέση με κάποιον από τους κινδύνους που ρητώς απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71» (23).
20 Επομένως, πρέπει να εξετασθεί αν ως προς την εν λόγω αποζημίωση πρόκειται, πρώτον, για «από τον νόμο προσδιοριζόμενο δικαίωμα» το οποίο, δεύτερον, έχει σχέση με τον κίνδυνο της ανεργίας (24).
21 Μια πρώτη αμφιβολία αν πρόκειται για από τον νόμο προσδιοριζόμενο δικαίωμα θα μπορούσε να δημιουργηθεί από το ότι το ταμείο είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου. Οι αμφιβολίες αυτές μπορούν εντούτοις να αρθούν. Το ταμείο ασκεί δημόσια καθήκοντα, ο προϋπολογισμός του καλύπτεται αποκλειστικά από το δημόσιο, τα έχοντα αποφασιστική αρμοδιότητα πρόσωπα εντός του ταμείου είναι κατά πλειονότητα δημόσιοι υπάλληλοι του αρμόδιου υπουργείου και η νομική εποπτεία επί του ταμείου ασκείται από τον Υπουργό Γεωργίας. Επομένως, το ταμείο εξυπηρετεί δημόσιους και όχι ιδιωτικούς σκοπούς. Η αρμοδιότητά του θεσπίσεως της εν λόγω ρυθμίσεως περί αποζημιώσεως στηρίζεται στο δημόσιο δίκαιο.
22 Περαιτέρω υφίστανται αμφιβολίες ως προς το αν η φύση της ρυθίζουσας την αποζημίωση νομικής πράξεως ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις «ενός από τον νόμο προσδιοριζόμενου δικαιώματος». Το ζήτημα ανάγεται από απόψεως περιεχομένου ως επί το πλείστον στην εξέταση του κριτηρίου «νομοθεσίες» (25) κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.
Το καθοριστικό για τις παροχές αποζημιώσεως νομικό έρεισμα περιγράφηκε από το αιτούν δικαστήριο ως «διοικητική οδηγία» (26). Αναμφίβολα η ρύθμιση αυτή δεν αποτελεί τυπικό νόμο. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου ως προς τη νομική φύση της ρυθμίσεως, η Ολλανδική Κυβέρνηση εξέθεσε ότι πρόκειται για νομική πράξη χαμηλότερης ιεραρχικής τάξεως. Νομικοί κανόνες αυτού του είδους αποτελούν συνήθως κανόνες προς εκτέλεση νόμων. Ως προς τη δεσμευτικότητά τους πρέπει να λεχθεί ότι απαίτηση αποζημιώσεως (στα πλαίσια των διατιθέμενων πόρων) υφίσταται όταν ο αιτών πληροί τις προβλεπόμενες από τη ρύθμιση προϋποθέσεις. Η Ολλανδική Κυβέρνηση το επιβεβαίωσε αυτό κατά την προφορική συζήτηση, απαντώντας σε συμπληρωματική ερώτηση. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο και η Ολλανδική Κυβέρνηση, είναι δυνατό να γίνει παρέκκλιση υπέρ του ενδιαφερομένου από μια ρύθμιση, όπως η εν προκειμένω, λόγω ιδιαιτέρων περιστάσεων της μεμονωμένης περιπτώσεως υπέρ του ενδιαφερομένου, όταν η πλήρης εφαρμογή της ρυθμίσεως θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα ανεπιεικείς συνέπειες γι' αυτόν.
23 Καθόσον έχουν εκδοθεί εκτελεστικές διατάξεις βάσει νομοθετικου ερείσματος και δημιουργούν δικαιώματα για τον αποδέκτη τους, ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις ενός «από τον νόμο προσδιοριζομένου δικαιώματος» (27). Στην παρούσα υπόθεση η ρύθμιση θεσπίστηκε, σύμφωνα με τις δηλώσεις της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, για την εφαρμογή κοινοτικών κανονισμών στον γεωργικό τομέα, και συγκεκριμένα του κανονισμού (ΕΟΚ) 1094/88 του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 1988, για την τροποποίηση των κανονισμών (EΟΚ) 797/85 και (ΕΟΚ) 1760/87, για την αγρανάπαυση και την εκτατική καλλιέργεια και την μετατροπή της παραγωγής (28), και του αναφερόμενου στους κανονισμούς αυτούς κανονισμού (ΕΟΚ) 1272/88 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 1988, περί εκτελεστικών διατάξεων για τη ρύθμιση περί ενισχύσεων όσον αφορά την ενθάρρυνση της αγραναπαύσεως (29). Ένα κατά το κοινοτικό δίκαιο νομικό έρεισμα υπό τη μορφή κανονισμών αντιστοιχεί, κατά τη γνώμη μου, εν προκειμένω σε νομοθετικό έρεισμα κατά το εθνικό δίκαιο.
24 Αμφιβολίες ως προς την ύπαρξη ενός «από τον νόμο προσδιοριζόμενου δικαιώματος» θα μπορούσαν το πολύ να προκύψουν από το γεγονός ότι σε περίπτωση εξαντλήσεως των πόρων ο πρόεδρος του ταμείου μπορεί να εκδώσει απόφαση, δημοσιευόμενη στο Staatscourant, ότι δεν μπορούν πλέον να ληφθούν αιτήσεις για το τρέχον οικονομικό έτος. Εδώ πρόκειται για μια υποθετική δυνατότητα, επειδή - όπως κατέστηκε γνωστό η Ολλανδική Κυβέρνηση, σε μια συμπληρωματική ερώτηση, μετά την προφορική διαδικασία - η περίπτωση αυτή δεν έχει ακόμη ανακύψει στην πράξη.
25 Κατά τη γνώμη μου, μπορεί επομένως να ληφθεί ως βάση η ύπαρξη δικαιώματος που στηρίζεται σε νομοθετικό έρεισμα.
26 Πάντως, ο περιορισμός των πόρων σε συγκεκριμένο ποσό είναι ασυνήθης για μια παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως, οπότε φαίνεται αμφίβολο αν οι νομοθετικές διατάξεις αφορούν αυτές καθεαυτές «κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71. Το κριτήριο αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει εμπόδιο για τον χαρακτηρισμό της ρυθμίσεως ως «νομοθεσίας που αφορά κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως».
27 Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο αα, ο κανονισμός εφαρμόζεται επίσης στις ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά, οι οποίες εμπίπτουν σε συστήματα διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 1, όταν προορίζονται για να καλύψουν συμπληρωματικά, εναλλακτικά ή επικουρικά την επέλευση οιουδήποτε κινδύνου που εμπίπτει στους κλάδους ασφαλίσεως που αναφέρονται στην παράγραφο 1 (30).
28 Επομένως, εξακολουθεί να πρόκειται για το αν η αποζημίωση αφορά ρητώς έναν από τους κινδύνους που απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται να πρόκειται για παροχή σε περίπτωση ανεργίας, δεδομένου ότι προϋπόθεση για το δικαίωμα αποζημιώσεως είναι το δικαίωμα παροχής βάσει του Werkloosheidswet.
29 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, χαρακτηριστικό μιας παροχής σε περίπτωση ανεργίας είναι η λειτουργία της ως υποκατάστατο του εισοδήματος. Τη λειτουργία αυτή δεν εκπληρώνει η αποζημίωση, δεδομένου ότι πρόκειται για εφάπαξ καταβολή, ανεξάρτητα από το ύψος του προηγούμενου μισθού, της διάρκειας της σχέσεως εργασίας, καθώς και τη διάρκεια της ανεργίας. Ακριβώς το τελευταίο αυτό κριτήριο δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ότι υφίσταται παροχή σε περίπτωση ανεργίας, καθόσον το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει την εξακολούθηση της καταστάσεως της ανεργίας ως λόγο παροχής και, επομένως, ως συστατικό κριτήριο μιας παροχής που καταβάλλεται σε περίπτωση ανεργίας (31).
30 Αν ο προβάλλων τη σχετική αξίωση εισέλθει αργότερα σε σχέση εργασίας με άλλο εργοδότη, δικαιούται πλήρως της παροχής, ενώ αντιθέτως θα υποχρεωθεί να επιστρέψει την αποζημίωση, αν εντός ενός έτους επανέλθει στην υπηρεσία του προηγούμενου εργοδότη του. Αυτό καθιστά σαφές ότι η βάση της παροχής είναι η προηγούμενη σχέση εργασίας ή η λήξη της. Η ιδιαίτερη ακριβώς σχέση εργασίας με έναν συγκεκριμένο εργοδότη στον τομέα της γεωργίας είναι αυτή της οποίας η λήξη αμείβεται.
31 Η εν λόγω παροχή εξυπηρετεί αναμφίβολα τον στόχο που συνίσταται στη διευκόλυνση του εμφανιζόμενου ως εργοδότη γεωργού να περιορίσει ή να εγκαταλείψει την παραγωγή, καθόσον απαλλάσσεται εν μέρει από την ευθύνη κοινωνικής ασφαλίσεως που υπέχει έναντι των μισθωτών του τους οποίους οφείλει να απολύσει για επιχειρηματικούς λόγους με αποτέλεσμα την ανεργία τους.
32 Μια ομοίως στενή σχέση μεταξύ της λήξασας σχέσεως εργασίας και των παροχών που είναι δυνατό να ζητηθούν σε περίπτωση ανεργίας υφίστατο στην υπόθεση Mouthaan (32). Το Δικαστήριο έκρινε με απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976 ότι οι ζητηθείσες παροχές δεν μπορούσαν να θεωρηθούν παροχές ανεργίας κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71. Βεβαίως, στην υπόθεση αυτή επρόκειτο για παροχές που έπρεπε να καταβάλει καθ' υποκατάσταση ένας επαγγελματικός φορέας ως αποζημίωση για τη μη ικανοποίηση αξιώσεων που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της σχέσεως εργασίας έναντι του εργοδότη ο οποίος αργότερα επτώχευσε. Πλην όμως η περίπτωση εκείνη και η ήδη υπό κρίση είναι παρόμοιες καθόσον η αφορμή για την καταβολή της παροχής στη συγκεκριμένη σχέση εργασίας είναι συγκεκριμένη και δεν αναφέρεται αφηρημένα στην κατάσταση της ανεργίας.
33 Η θεώρηση αυτή ενισχύεται, κατά τη γνώμη μου, από το ότι μια αποζημίωση όπως η επίμαχη μπορεί να χορηγηθεί σε εργαζόμενο και δεύτερη φορά (33). Επομένως, ευνοείται η εκ νέου για επιχειρηματικούς λόγους απόλυση από έναν άλλο εργοδότη, αλλά δεν προβλέπεται κανένα πλεονέκτημα σε συνάρτηση με τη διάρκεια της ανεργίας.
34 Υπ' αυτό το πρίσμα, η βάσει της ρυθμίσεως ενδεχόμενη χρηματοδότηση των μέτρων εκμαθήσεως νέου επαγγέλματος (34) αποσκοπεί στα ίδια αποτελέσματα, διότι επιδιώκεται η ελάφρυνση του γεωργικού τομέα. Εκτιμώμενη με τους στόχους της γεωργικής πολιτικής, η εν λόγω αποζημίωση αποτελεί κίνητρο για την παύση της καλλιέργειας γαιών. Η ανεργία των απασχολούμενων στη γεωργία εργαζομένων αποτελεί εν προκειμένω μόνο μια αντανακλαστική συνέπεια που πρέπει να αμβλυνθεί από οικονομικής απόψεως.
35 Η ύπαρξη αξιώσεως παροχής ανεργίας επιφέρει, στο πλαίσιο αυτό, περιορισμένα μόνον αποτελέσματα. Κατά τους ισχυρισμούς της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, μπορεί κατ' αυτόν τον τρόπο να διασφαλίζεται ότι η λήξη της σχέσεως εργασίας προκαλείται από τον εργοδότη. Αν ο εργαζόμενος καταγγείλει τη σχέση εργασίας δεν δικαιούται καμιάς παροχής βάσει του Werkloosheidswet. Καθόσον η προϋπόθεση αυτή για την ύπαρξη αξιώσεως σκοπεί να διασφαλίσει μόνον τον τρόπο της λήξεως της σχέσεως εργασίας, θα ήταν υπερβολικό να συναχθεί από τη συνάρτηση αυτή το συμπέρασμα ότι η ζητούμενη αποζημίωση συνιστά παροχή ανεργίας κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71.
36 Επομένως, αν δεν μπορεί να ληφθεί ως δεδομένο ότι πρόκειται για παροχή ανεργίας, δεν χρειάζεται να εξετασθούν οι περαιτέρω προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 71 του κανονισμού 1408/71. Οι διατάξεις του κανονισμού αυτού είναι εν πάση περιπτώσει σαφείς, καθόσον ο μεθοριακός εργαζόμενος που βρίσκεται σε πλήρη ανεργία υπάγεται, κατά το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο αα, σημείο ii, στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, εν προκειμένω επομένως της Γερμανίας, όσον αφορά τις παροχές ανεργίας. Δεν υφίσταται κανένα πραγματικό στοιχείο που να συνηγορεί υπέρ του ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης είναι «ασυνήθης μεθοριακός εργαζόμενος» κατά την έννοια του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, σημείο ii, ο οποίος τότε θα έχει δικαίωμα επιλογής (35), τιθέμενος στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεων του κράτους της κατοικίας ή του κράτους απασχολήσεως. Εναπόκειται αποκλειστικά στο δικαστήριο του κράτους μέλους να προβεί στην εκτίμηση αυτή (36), το δε αιτούν δικαστήριο έχει αποκλείσει τη δυνατότητα αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση.
37 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση: ο κανονισμός 1408/71 δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση παροχής, όπως αυτής που προβλέπεται στη ρύθμιση περί καταβολής αποζημιώσεως για την έξοδο εργαζομένων από τον τομέα της γεωργίας, που δεν εξαρτάται από τη διάρκεια της ανεργίας και αποτελεί μέρος ενός συστήματος μέτρων για τη βελτίωση της διαρθρώσεως του γεωργικού τομέα, όπου βασικό στοιχείο αποτελεί η ενθάρρυνση της μερικής ή πλήρους διακοπής της εκμεταλλεύσεως και της εξόδου επιχειρηματιών.
ΙΙΙ - Επί του δευτέρου ερωτήματος
38 Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν μια παροχή βάσει της ρυθμίσεως μπορεί να θεωρηθεί ως κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68. Εάν ναι, πρέπει να κριθεί αν η τιθέμενη εμμέσως προϋπόθεση κατοικίας συνιστά απαγορευόμενη δυσμενή διάκριση κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού.
39 Κατόπιν της αρνητικής απαντήσεως που δόθηκε προηγουμένως ως προς το ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 σε σχέση με την παροχή αυτή πρέπει ήδη να εξετασθεί, στο πλαίσιο της οικονομίας των διατάξεών του, ο κανονισμός 1612/68 (37). Ακόμη και αν συνήγετο το συμπέρασμα ότι η παροχή αποτελεί παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως, αυτό δεν θα αποτελούσε λόγο αποκλεισμού της εφαρμογής του κανονισμού 1612/68, όπως συνάγεται από την απόφαση της 10ης Μαρτίου 1993 στην υπόθεση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (38).
40 Το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1612/68 έχουν ως εξής:
«1. Ο εργαζόμενος υπήκοος ενός κράτους μέλους, δεν δύναται στην επικράτεια των άλλων κρατών μελών, να έχει, λόγω της ιθαγενείας του, διαφορετική μεταχείριση από τους ημεδαπούς εργαζομένους, ως προς τους όρους απασχολήσεως και εργασίας, ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση, την επαγγελματική επανένταξη και την επαναπασχόληση ή αν έχει καταστεί άνεργος.
2. Απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους.»
41 Οι μετέχοντες της διαδικασίας υποστηρίζουν διαφορετικές απόψεις ως προς την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα. Ενώ το αιτούν δικαστήριο «θεωρεί ότι δεν θα είναι εσφαλμένο» η έννοια των «κοινωνικών πλεονεκτημάτων» να περιλαμβάνει και μια παροχή βάσει της ρυθμίσεως, όπου η εμμέσως τιθέμενη προϋπόθεση κατοικίας θα μπορούσε να συνιστά απαγορευόμενη έμμεση δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας, οι Κυβερνήσεις των Κάτω Ξωρών και της Γαλλίας υποστηρίζουν την άποψη ότι η προϋπόθεση κατοικίας είναι δικαιολογημένη. Η Επιτροπή, αντιθέτως, υποστηρίζει την άποψη ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης θα μπορούσε επιτυχώς να επικαλεστεί το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68.
42 Η Ολλανδική Κϋβέρνηση φρονεί μεν ότι η αποζημίωση πρέπει να θεωρηθεί ως κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του κανονισμού, δεδομένου ότι πληροί τις τεθείσες από τη νομολογία προϋποθέσεις για μια τέτοια παροχή, πλην όμως από τη νομολογία του Δικαστηρίου πρέπει να συναχθεί ότι ο εργαζόμενος μπορεί να προβάλει αξίωση για ένα κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής μόνον εφόσον κατοικεί επίσης στο κράτος μέλος στο οποίο ζητεί την παροχή. Απλώς ορισμένη ελάχιστη διάρκεια κατοικίας δεν μπορεί να ζητείται από τους διακινούμενους εργαζόμενους. Η συμμετοχή στα κοινωνικά πλεονεκτήματα σκοπεί απλώς στη διευκόλυνση της εντάξεως των εργαζομένων στη χώρα απασχολήσεως. Ο μεθοριακός εργαζόμενος, ο οποίος με απόλυτη γνώση της καταστάσεως κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος, δεν χρειάζεται αυτή την ιδιαίτερη ενίσχυση για την ένταξή του.
43 Αν, κατά τα λοιπά, η προϋπόθεση της κατοικίας δεν μπορεί να αντιταχθεί σε παραμεθόριο εργαζόμενο που βρίσκεται σε πλήρη ανεργία, αυτό θα είχε εξαιρετικά σοβαρές συνέπειες. Η Ολλανδική Κυβέρνηση το διευκρινίζει αυτό με το παράδειγμα της κοινωνικής πρόνοιας που αποκλείεται, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 4, από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71. Της κοινωνικής πρόνοιας δεν μπορεί να τύχει, κατά το άρθρο 10 του κανονισμού 1408/71 ο εργαζόμενος που κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος. Παροχές κοινωνικής πρόνοιας αποτελούν όμως τελείως αναμφιβόλως κοινωνικά πλεονεκτήματα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68. Υφίσταται ο κίνδυνος εξαλείψεως των διαφορών που υφίστανται μεταξύ των κανονισμών 1612/68 και 1408/71.
44 Τέλος, η Ολλανδική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η μνεία μιας παροχής κατά τον Werkloosheidswet, λαμβανόμενη κατά γράμμα, δεν θα πρέπει να νοηθεί ως επιβολή προϋποθέσεως κατοικίας για τη χορήγηση της αποζημιώσεως. Η μνεία αυτή έχει ως σκοπό την προσκόμιση αποδείξεως ότι για τη λήξη της σχέσεως εργασίας δεν ευθύνεται ο εργαζόμενος. Ο Werkloosheidswet προβλέπει μηχανισμούς με τους οποίους ο εργαζόμενος μπορεί να αμυνθεί κατά καταγγελίας. Η αναφορά δικαιώματος παροχής κατά τον νόμο αυτόν έχει ως σκοπό να διασφαλίζεται ότι έχουν εξαντληθεί όλες αυτές οι δυνατότητες. Η λήψη παροχής ανεργίας σε άλλο κράτος μέλος δεν μπορεί, επομένως, να αντικαταστήσει την απαίτηση παροχής βάσει του Werkloosheidswet, επειδή παροχές ανεργίας σε άλλα κράτη μέλη συνδέονται με άλλες προϋποθέσεις.
45 Η Γαλλική Κυβέρνηση διαπιστώνει ότι στην παρούσα υπόθεση υφίσταται ένα βασικό πρόβλημα ως προς τη δυνατότητα εξαγωγής κοινωνικών πλεονεκτημάτων κατά την έννοια του κανονισμού 1612/68. Καταρχάς, δεν πρόκειται για ρήτρα κατοικίας κατά τη συνήθη έννοια. Η σχετική με τις προϋποθέσεις κατοικίας νομολογία (39) δεν μπορεί επομένως να εφαρμοστεί στην παρούσα υπόθεση. Σημαντικότερο είναι εντούτοις το ζήτημα κατά πόσον ο μεθοριακός εργαζόμενος μπορεί να επικαλεστεί τον κανονισμό 1612/68. Η δυνατότητα εξαγωγής κοινωνικών πλεονεκτημάτων δεν προβλέπεται πράγματι στον κανονισμό 1612/68. Υφίστανται βάσιμοι λόγοι ως προς το ότι ο μεθοριακός εργαζόμενος υπάγεται, όσον αφορά παροχές ανεργίας, στη νομοθεσία του κράτους της κατοικίας.
46 Η επίδικη ολλανδική ρύθμιση, δεδομένου ότι στηρίζεται σε μια αντικειμενική διάκριση, δεν συνεπάγεται έμμεση δυσμενή διάκριση. Η κατάσταση του μεθοριακού εργαζομένου που βρίσκεται σε κατάσταση ανεργίας είναι αντικειμενικά διαφορετική από αυτή του άνεργου διακινούμενου εργαζόμενου ο οποίος είναι εγκατεστημένος στο κράτος απασχολήσεως.
47 Η αναφορά του μεθοριακού εργαζομένου στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1612/68, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχη διάταξη στο περιέχον τη ρύθμιση σώμα του κανονισμού, επιτρέπει το συμπέρασμα ότι οι κανονισμός 1612/68 δεν προβλέπει καμία ειδική ρύθμιση για μεθοριακούς εργαζομένους. Εξάλλου, οι ειδικότερες ρυθμίσεις του κανονισμού 1408/71 δεν μπορούν να τεθούν εν αμφιβόλω συνεπεία του κανονισμού 1612/68.
48 Η εξαγωγή κοινωνικών πλεονεκτημάτων κατά τον κανονισμό 1612/68 μπορεί, αν καν θεωρηθεί δυνατό αυτό, να πραγματοποιηθεί μόνο σε τελείως σπάνιες εξαιρετικές περιπτώσεις. Ενδεχόμενη χορήγηση παροχής πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις στις οποίες υφίσταται άμεσος σύνδεσμος με σχέση εργασίας ή με προηγούμενη σχέση εργασίας σε άλλο κράτος μέλος. Στην προκειμένη περίπτωση, το συνδετικό στοιχείο θα μπορούσε να συνίσταται στην ομοιότητα της καταστάσεως που υφίσταται υπό το κράτος των σχετικών εννόμων τάξεων των κρατών μελών. Ο προσφεύγων της κύριας δίκης δεν υπόκειται ως γνωστόν στην ολλανδική νομοθεσία περί ανεργίας, αλλά αντιθέτως στη γερμανική. Το γεγονός αυτό μπορεί ενδεχομένως να θεωρηθεί ως ισοδύναμο.
49 Η Επιτροπή υποστηρίζει, κατόπιν αξιολογήσεως της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου (40) την άποψη ότι η αποζημίωση αποτελεί κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68. Περαιτέρω, έχει τη γνώμη ότι η επίδικη ολλανδική ρύθμιση εμπεριέχει συγκεκαλυμμένη έμμεση δυσμενή διάκριση που αντιβαίνει στο άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68. Κατά την άποψη της Επιτροπής, δεν διαπιστώνεται καμία περίσταση που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την άνιση αυτή μεταχείριση.
50 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ως κοινωνικά πλεονεκτήματα νοούνται όλα εκείνα τα πλεονεκτήματα «τα οποία, ανεξαρτήτως του αν συνδέονται ή όχι με σύμβαση εργασίας, αναγνωρίζονται γενικά στους ημεδαπούς εργαζομένους, λόγω κυρίως της αντικειμενικής ιδιότητας των τελευτών ως εργαζομένων (...), των οποίων η χορήγηση κατ' επέκταση και στους εργαζομένους υπηκόους άλλων κρατών μελών εμφανίζεται επομένως ικανή να διευκολύνει την κινητικότητά τους εντός της Κοινότητας.» (41)
51 Όπως ήδη κατέστη σαφές κατά την εξέταση της αποζημιώσεως ως παροχής ανεργίας, η αποζημίωση αυτή αποτελεί άμεση συνέπεια της προηγουμένως λήξασας σχέσεως εργασίας. Κατά τη γνώμη μου, μπορεί επομένως, χωρίς καμία δυσκολία, να ληφθεί ως βάση ότι πρόκειται για παροχή που χορηγείται στον εργαζόμενο λόγω της αντικειμενικής αυτής ιδιότητας. Αν ο αιτών δεν υπήρξε εργαζόμενος υπό ορισμένες προϋποθέσεις, δεν υπάρχει κανέαν απολύτως συνδετικό στοιχείο για τη χορήγηση της παροχής. Η κατάσταση του εγκατεστημένου στη χώρα απασχολήσεως εργαζομένου και αυτής του μεθοριακού εργαζομένου είναι κατά το μέτρο αυτό η ίδια (42). Καθόσον η αποζημίωση σκοπεί στην τουλάχιστον εν μέρει αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών για τον εργαζόμενο που κατέστη ακουσίως άνεργος, είναι επίσης κατάλληλη για τη διευκόλυνση της κινητικότητας εντός της Κοινότητας. Ο οικονομικός κίνδυνος της απειλούμενης ανεργίας μπορεί σαφώς να αποτελεί εμπόδιο για την ανάληψη εργασίας σε άλλο κράτος μέλος. Κάθε μέτρο που είναι κατάλληλο για να αμβλύνει τις συνέπειες της ανεργίας διευκολύνει επομένως, κατά τη γνώμη μου, την κινητικότητα. Η επίγνωση ότι ακόμη και στην περίπτωση ανεργίας δεν υφίσταται το ενδεχόμενο οικονομικής καταστροφής μπορεί σαφώς να έχει ευνοϋκά αποτελέσματα όσον αφορά την προθυμία αναλήψεως μισθωτής εργασίας εντός άλλου κράτους μέλους.
52 Ούτε οι ενδεχομένως περιορισμένοι πόροι και ο συνεπεία του γεγονότος αυτού αποκλεισμός από τη λήψη της παροχής επιβάλλει, κατά τη γνώμη μου, διαφορετική θεώρηση. Αφενός, η εξάντληση του προϋπολογισμού ήταν, εν πάση περιπτώσει στο παρελθόν, καθαρά θεωρητικής φύσεως και, αφετέρου, το Δικαστήριο χαρακτήρισε μάλιστα μια παροχή (43) που στηριζόταν σε απόφαση εκδοθείσα κατά διακριτική ευχέρεια ως κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως. Η βάσιμη προσδοκία για τη λήψη της παροχής σε περίπτωση επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου φαίνεται να αποτελεί ήδη επαρκές κίνητρο για τη διευκόλυνση της κινητικότητας. Στην παρούσα υπόθεση υφίσταται μάλιστα - όπως ήδη κατέστη σαφές προηγουμένως - περίπτωση αξιώσεως. Επομένως, πρέπει να ληφθεί ως βάση ότι το συνδεόμενο με την αντικειμενική ιδιότητα του εργαζομένου πλεονέκτημα είναι κατάλληλο για τη διευκόλυνση της κινητικότητας των εργαζομένων.
53 Ο ισχυρισμός της Ολλανδικής Κυβερνήσεως ότι η συμμετοχή στα κοινωνικά πλεονεκτήματα πραγματοποιείται μόνο προς τον σκοπό να ενθαρρυνθεί η ένταξη στο κράτος της απασχολήσεως (44) και επομένως δεν μπορούν να χορηγούνται στον μεθοριακό εργαζόμενο ο οποίος κατ' ανάγκη έχει την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, μονόπλευρη και στενή θεώρηση.
54 Μπορεί να ληφθεί ως βάση ότι ο «μέσος διακινούμενος εργαζόμενος», ο οποίος θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το πρότυπο του διακινούμενου εργαζομένου, αποκτά κατοικία στο κράτος της απασχολήσεως. Επομένως, η διευκόλυνση της εντάξεώς του στον νέο τόπο κατοικίας συμβάλλει επίσης στην ενθάρρυνση της κινητικότητάς του.
55 Η δομή των κανονισμών 1408/71 και 1612/68 αποτελεί μαρτυρία ότι ο κοινοτικός νομοθέτης έλαβε ως βάση αυτόν τον «μέσο τύπο» διακινούμενου εργαζομένου. Ο μεθοριακός εργαζόμενος αποτελεί εν προκειμένω εξαίρεση, την οποία ο κανονισμός 1408/71 λαμβάνει ρητώς υπόψη (45). Ο κανονισμός 1612/68 δεν προβλέπει πράγματι τέτοιου είδους παρεκκλίνουσες ειδικές ρυθμίσεις για τον μεθοριακό εργαζόμενο. Εντούτοις, πρέπει να ληφθεί ως δεδομένο ότι ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπόψη του κατά την έκδοση του κανονισμού 1612/68 τον μεθοριακό εργαζόμενο. Στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού ο μεθοριακός εργαζόμενος (46) αναφέρεται ρητώς ότι εμπίπτει στις ευεργετικές διατάξεις αυτού.
56 Απ' αυτό όμως μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να συναχθεί μόνο το συμπέρασμα ότι ο μεθοριακός εργαζόμενος πρέπει να απολαύει των νομικών καταστάσεων που διασφαλίζει ο κανονισμός 1612/68 στους διακινούμενους εργαζομένους. Αυτό νομίζω ότι είναι επίσης ορθό διότι ο μεθοριακός εργαζόμενος είναι αναμφιβόλως και διακινούμενος εργαζόμενος ο οποίος διακινείται για να συνάψει σχέση εργασίας σε άλλο κράτος μέλος. Εφόσον δεν υφίσταται κανένας αντικειμενικός λόγος για τη διαφορετική του μεταχείριση, όπως παραδείγματος χάρη στο πλαίσιο του κανονισμού 1408/71, πρέπει να ισχύουν και γι' αυτόν απεριορίστως οι διασφαλιζόμενες από το κοινοτικό δίκαιο νομικές καταστάσεις.
57 Οι ενδοιασμοί της Ολλανδικής και της Γαλλικής Κυβερνήσεως ότι κατά την εκτίμηση της καταστάσεως ενός μεθοριακού εργαζομένου θα ήταν δυνατή η εξαγωγή παροχών κοινωνικής πρόνοιας, ένα αποτέλεσμα που ο κανονισμός 1408/71 ρητώς και ο κανονισμός 1612/68 σιωπηρώς επιδιώκουν να εμποδίσουν, είναι, κατά τη γνώμη μου, αδικαιολόγητοι (47).
58 Το συνδετικό στοιχείο για τη χορήγηση κοινωνικών πλεονεκτημάτων πρέπει να είναι η συγκεκριμένη σχέση εργασίας. Καθόσον το Δικαστήριο κατά τον καθορισμό των κοινωνικών πλεονεκτημάτων λαμβάνει υπόψη την αντικειμενική ιδιότητα του εργαζομένου και τη σχέση εργασίας, λαμβάνεται ήδη, κατ' ουσίαν, υπόψη η επιταγή αυτή. Δεν τίθεται θέμα καταβολής στο μέλλον οποιασδήποτε παροχής κοινωνικής πρόνοιας, μέσω του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, πέραν των συνόρων. Ακριβώς η σύνδεση με την ιδιότητα του εργαζομένου και τη σχέση εργασίας αποκλείουν τις κλασικές παροχές κοινωνικής πρόνοιας.
59 Με βάση αυτά τα δεδομένα πρέπει να εξετασθεί αν η διαμόρφωση των προϋποθέσεων γενέσεως δικαιώματος για την αποζημίωση δημιουργούν συγκεκαλυμμένη δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας.
60 Η προϋπόθεση της κατοικίας δεν προκύπτει ρητά από τη ρύθμιση, αλλ' αποκτά σημασία απλώς και μόνο από τον συνδυασμό της ρυθμίσεως με τον Werkloosheidswet. Εν προκειμένω, η προϋπόθεση κατοικίας είναι εντούτοις απόλυτη. Αποτελεί αναπόφευκτη προϋπόθεση για τη γένεση αξιώσεως κατά τον Werkloosheidswet, χωρίς την οποία δεν υπάρχει δυνατότητα αποζημιώσεως βάσει της ρυθμίσεως. Λόγω της δεσμευτικής αυτής αλληλεξαρτήσεως είναι ορθό να ληφθεί ως βάση ότι η προϋπόθεση της κατοικίας αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση της αποζημιώσεως βάσει της ρυθμίσεως.
61 Η προϋπόθεση της κατοικίας δεν δημιουργεί εξάλλου ρητώς μια διάκριση όσον αφορά την ιθαγένεια του αιτούντος. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου απαγορεύονται εντούτοις οι συγκεκαλυμμένες διακρίσεις που καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα (48). Η προϋπόθεση υπάρξεως κατοικίας στην ημεδαπή μπορεί να έχει ακριβώς τέτοια αποτελέσματα, δεδομένου ότι οι υπήκοοι των Κάτω Ξωρών πληρούν κατά κανόνα ευκολότερα την προϋπόθεση αυτή (49), ενώ οι διακινούμενοι εργαζόμενοι οφείλουν προηγουμένως να μεταφέρουν την κατοικία τους (50) ή να διατηρήσουν την κατοικία τους στην αλλοδαπή, όπως στην περίπτωση του μεθοριακού εργαζομένου.
62 Η διάκριση ανάλογα με τον τόπο της κατοικίας του ενδεχομένου λήπτη της παροχής στην ημεδαπή ή την αλλοδαπή δεν μπορεί εντούτοις να χαρακτηρισθεί ως απαγορευόμενη δυσμενής διάκριση, όταν είναι επιβεβλημένη για αντικειμενικούς λόγους. Στο πλαίσιο του Werkloosheidswet η προϋπόθεση αυτή μπορεί να είναι απόλυτα δικαιολημένη και μόνο λόγω της παραπομπής στη ρύθμιση να καταλήγει σε αποτελέσματα αντίθετα προς το κοινοτικό δίκαιο.
63 Το ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση εκθέτει ότι η αναφορά στον Werkloosheidswet δεν έχει τελικά σχέση με τον τόπο της κατοικίας του εργαζομένου, αλλά με το ότι πρέπει να διασφαλίζονται ορισμένες ουσιαστικές προϋποθέσεις όσον αφορά τον τρόπο της λήξεως της σχέσεως εργασίας νομίζω ότι αποτελεί λόγο που μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί ως δικαιολογημένη επιδίωξη.
64 Εφόσον, εντούτοις, οι προϋποθέσεις αυτές έχουν διαμορφωθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποκλείεται ο αιτών από την παροχή πριν εξετασθούν οι σχετικές συνθήκες, η διάκριση αυτή είναι εν πάση περιπτώσει δυσανάλογη. Πράγματι, αρκεί στην περίπτωση ενός μεθοριακού εργαζομένου να ζητηθεί από τον ενδιαφερόμενο να προσκομίσει την απόδειξη ότι η σχέση του εργασίας έληξε όχι με πρωτοβουλία του ίδιου αλλά του εργοδότη του.
65 Η προϋπόθεση δικαιώματος βάσει του Werkloosheidswet με συνέπεια τον αποκλεισμό από τη χορήγηση αποζημιώσεως λόγω ελλείψεως κατοικίας στην ημεδαπή πρέπει επομένως να μη λαμβάνεται υπόψη στην περίπτωση του μεθοριακού εργαζομένου.
66 Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση: Μια παροχή βάσει της ρυθμίσεως πρέπει να θεωρηθεί κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68. Εν προκειμένω η επιβολή της προϋποθέσεως ότι ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος έχει την κατοικία του στις Κάτω Ξώρες πρέπει να θεωρηθεί ως απαγορευόμενη από το άρθρο 7 του κανονισμού αυτού διάκριση λόγω ιθαγενείας.
Γ - Πρόταση
67 Κατόπιν των προηγουμένων σκέψεων προτείνω να δοθεί στα προδικαστικά ερωτήματα η ακόλουθη απάντηση:
«1) Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση παροχής, όπως αυτής που προβλέπεται στη ρύθμιση περί καταβολής αποζημιώσεως για την έξοδο εργαζομένων από τον τομέα της γεωργίας, που δεν εξαρτάται από τη διάρκεια της ανεργίας και αποτελεί μέρος ενός συστήματος μέτρων για τη βελτίωση της διαρθρώσεως του γεωργικού τομέα, όπου βασικό στοιχείο αποτελεί η ενθάρρυνση της μερικής ή πλήρους διακοπής της εκμεταλλεύσεως και της εξόδου επιχειρηματιών.
2) Μια παροχή βάσει της ρυθμίσεως πρέπει να θεωρηθεί κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των εργαζομένων των κρατών μελών και των οικογενειών τους στο εσωτερικό της Κοινότητας. Εν προκειμένω η επιβολή της προϋποθέσεως ότι ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος έχει την κατοικία του στις Κάτω Ξώρες πρέπει να θεωρηθεί ως απαγορευόμενη από το άρθρο 7 του κανονισμού αυτού διάκριση λόγω ιθαγενείας.»
(1) - Κανονισμός του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ C 325 της 10ης Δεκεμβρίου 1992, σ. 1), όπως έχει τελευταία τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) 1290/97 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1997 (ΕΕ L 176, σ. 1).
(2) - Κανονισμός του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των εργαζομένων των κρατών μελών και των οικογενειών τους στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33), όπως έχει τελευταία τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2434/92, της 27ης Ιουλίου 1992 (ΕΕ L 245, σ. 1).
(3) - «Vergoedingsregeling voor uittreding van werknemers in de landbouw; Bestuursbesluit - Διοικητική απόφαση - 403 του Stichting Ontwikkelings- en Saneringsfonds voor de Landouw - Ταμείου Αναπτύξεως και Εξυγιάνσεως της Γεωργίας - Stcrt. 1988, 114, όπως στη συνέχεια τροποποιήθηκε· στο εξής: ρύθμιση.
(4) - Με τον όρο «επιχειρηματίας» νοείται προφανώς αυτός που εκμεταλλεύεται αυτοτελώς μια γεωργική επιχείρηση (δική μου η σημείωση).
(5) - Άρθρο 4, στοιχεία a έως e, της ρυθμίσεως.
(6) - Άρθρο 4, στοιχείο f, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της ρυθμίσεως.
(7) - Απόφαση της 27ης Μαρτίου 1985 στην υπόθεση 122/84 (Συλλογή 1985, σ. 1027).
(8) - Υπόθεση 261/83 Castelli (Συλλογή 1984, σ. 3199).
(9) - Όπ.π., σκέψη 13.
(10) - Προαναφερθείσα απόφαση στην υποσημείωση 7.
(11) - Όπ.π., σκέψη 16.
(12) - Βλ. άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού 1408/71.
(13) - Υπόθεση C-111/91, Επιτροπή κατά Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου (Συλλογή 1993, σ. I-817).
(14) - Όπ.π., σκέψη 21.
(15) - Προαναφερθείσα απόφαση στην υποσημείωση 7.
(16) - Δικές μου οι υπογραμμίσεις.
(17) - Τα καθήκοντα του ταμείου συνίστανται κατ' ουσίαν στην εφαρμογή κοινοτικών διαρθρωτικών μέτρων, όπου πάντως η επίμαχη αποζημίωση πρέπει να θεωρηθεί ως μέτρο προβλεπόμενο από το εθνικό δίκαιο.
(18) - Απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-78/91, Hughes (Συλλογή 1992, σ. I-4839), και απόφαση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 13.
(19) - Κατά την έννοια της αποφάσεως της 2ας Αυγούστου 1993 στην υπόθεση C-66/92, Acciardi (Συλλογή 1993, σ. I-4567, σκέψη 17).
(20) - Απόφαση της 8ης Ιουλίου 1992 στην υπόθεση C-102/91, Knoch (Συλλογή 1992, σ. I-4341, σκέψη 44).
(21) - Απόφαση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 28, και απόφαση Hughes, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 14.
(22) - Έτσι, αντιστοίχως, οι προαναφερθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου και Hughes.
(23) - Απόφαση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 29, με περαιτέρω παραπομπές.
(24) - Βλ. αποφάσεις Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 30, και Hughes, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 15 επ.
(25) - Βλ. το άρθρο 1, στιχείο ιι, του κανονισμού 1408/71. Η έννοια αυτή πρέπει καταρχήν να ερμηνεύεται ευρέως (βλ. την απόφαση της 9ης Ιουλίου 1987 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 82/86 και 103/86, Laborero και Sabato, Συλλογή 1987, σ. 3401, σκέψη 23 επ.).
(26) - Beleidsregeling.
(27) - Η αντίληψη αυτή ανταποκρίνεται στον ορισμό των «νομοθεσιών» κατά το άρθρο 1, στοιχείο ιι, του κανονισμού 1408/71, κατά την οποία ο όρος αυτός προσδιορίζει για κάθε κράτος μέλος «τους υφιστάμενους ή μελλοντικούς νόμους, τις κανονιστικές πράξεις, κανονισμούς και κάθε άλλο μέτρο εφαρμογής, που αφορούν τους κλάδους και τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2» (δικές μου υπογραμμίσεις).
(28) - ΕΕ L 106, σ. 28.
(29) - ΕΕ L 121, σ. 36.
(30) - Το άρθρο 10α του κανονισμού περιέχει πάντως ως προς τις ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά σε χρήμα μια παραπομπή στη δικαιοδοσία του κράτους μέλους της κατοικίας σύμφωνα με τη νομοθεσία του.
(31) - Βλ. την απόφαση Acciardi, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 19.
(32) - Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976, 39/76, Mouthaan (Συλλογή τόμος 1976, σ. 705).
(33) - Άρθρο 5, στοιχείο a, της ρυθμίσεως.
(34) - Άρθρο 7, παράγραφος 2, της ρυθμίσεως.
(35) - Απόφαση της 12ης Ιουνίου 1986 στην υπόθεση 1/85, Miethe (Συλλογή 1986, σ. 1837, σκέψη 9).
(36) - Όπ.π., σκέψη 19.
(37) - Βλ. απόφαση Scrivner, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 7.
(38) - Όπ.π., σκέψη 21.
(39) - Βλ. την απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1974 στην υπόθεση 152/73, Sotgiu (Συλλογή τόμος 1974, σ. 87), την απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1992 στην υπόθεση C-279/89, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1992, σ. I-5785), και την απόφαση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 13.
(40) - Απόφαση της 21ης Ιουνίου 1988 στην υπόθεση 39/86, Lair (Συλλογή 1988, σ. 3161), απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1972 στην υπόθεση 44/72, Marsman (Συλλογή τόμος 1972, σ. 1243), και απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1982 στην υπόθεση 65/81, Reina (Συλλογή 1982, σ. 33).
(41) - Απόφαση Reina, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 40, σκέψη 12· απόφαση της 27ης Μαρτίου 1985 στην υπόθεση 249/83, Hoeckx (Συλλογή 1985, σ. 973, σκέψη 20), απόφαση της 6ης Ιουνίου 1985 στην υπόθεση 157/84, Frascogna (Συλλογή 1985, σ. 1739, σκέψη 20), απόφαση Lair, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 40, σκέψη 21, και απόφαση της 27ης Μαου 1993 στην υπόθεση C-310/91, Schmid (Συλλογή 1993, σ. I-3011, σκέψη 18).
(42) - Βλ. την απόφαση της 11ης Αυγούστου 1995 στην υπόθεση C-80/94, Wielockx (Συλλογή 1995, σ. I-2493, σκέψη 20).
(43) - Βλ. απόφαση Reina, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 40.
(44) - Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1992 στην υπόθεση C-3/90, Bernini (Συλλογή 1992, σ. I-1071).
(45) - Βλ. π.χ. το άρθρο 71 του κανονισμού 1408/71.
(46) - ΣτΜ.: Η υποσημείωση αυτή αφορά την απόδοση του όρου «μεθοριακός εργαζόμενος» με διαφορετικές λέξεις στο γερμανικό κείμενο των εν λόγω κανονισμών.
(47) - Βλ. άρθρο 4, παράγραφος 4, και άρθρο 10α του κανονισμού 1408/71.
(48) - Βλ. την απόφαση Sotgiu, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 39, σκέψη 11. Βλ. επίσης με το ίδιο πνεύμα την απόφαση της 8ης Μαου 1990 στην υπόθεση C-175/88, Biehl (Συλλογή 1990, σ. I-1779, σκέψη 13).
(49) - Βλ. την απόφαση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 10.
(50) - Βλ. την απόφαση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 39, σκέψη 42.
Full & Egal Universal Law Academy