Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1 Η παρούσα υπόθεση αφορά προβαλλομένη έμμεση δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγένειας κατά μη Ιταλών λεκτόρων ξένης γλώσσας, που διδάσκουν στη μητρική τους γλώσσα σε ιταλικό πανεπιστήμιο, σχετικά με την κατάληψη εκτάκτων εμμίσθων θέσεων διδακτικού προσωπικού. Οι λέκτορες αυτοί απασχολούνται βάσει συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ενώ κατά την ιταλική νομοθεσία οι έκτακτες αυτές θέσεις μπορούν να καλυφθούν μόνον από μέλη του διδακτικού προσωπικού ορισμένων βαθμίδων, η σχέση εργασίας των οποίων διέπεται από το δημόσιο δίκαιο. Πριν από το 1994 η ιταλική νομοθεσία απέκλειε την κατάληψη τέτοιων πανεπιστημιακών θέσεων δημοσίου δικαίου από αλλοδαπούς. Συνιστά αυτή η ρύθμιση περί καταλήψεως εκτάκτων θέσεων δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγένειας και, αν συνιστά, μπορεί να δικαιολογηθεί ως κατάλληλο και αντικειμενικό μέτρο ανταποκρινόμενο σε θεμιτές ανάγκες του ιταλικού πανεπιστημιακού συστήματος;
II - Νομοθετικό πλαίσιο και πραγματικά περιστατικά
2 Τα άρθρα 1 και 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (EΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (1), ορίζουν τα ακόλουθα:
«Άρθρο 1
1. Κάθε υπήκοος κράτους μέλους, ανεξαρτήτως του τόπου διαμονής του, έχει το δικαίωμα να αναλαμβάνει μισθωτή δραστηριότητα και να την ασκεί στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους, συμφώνως προς τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ρυθμίζουν την απασχόληση των ημεδαπών εργαζομένων του κράτους αυτού.
2. Απολαύει ιδίως στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους, του ιδίου, όπως και οι υπήκοοι του κράτους αυτού, δικαιώματος προτεραιότητος στις διαθέσιμες θέσεις εργασίας.
(...)
Άρθρο 3
1. Στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, δεν εφαρμόζονται οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις ή οι διοικητικές πρακτικές κράτους μέλους:
- οι οποίες περιορίζουν ή εξαρτούν από όρους, που δεν προβλέπονται για τους ημεδαπούς, την ζήτηση και την προσφορά εργασίας, την πρόσληψη σε απασχόληση και την άσκησή της από τους αλλοδαπούς,
- ή οι οποίες, αν και εφαρμόζονται ανεξαρτήτως ιθαγενείας, έχουν ως αποκλειστικό ή κύριο σκοπό ή αποτέλεσμα να αποκλείουν τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών από την προσφερομένη απασχόληση.
Η παρούσα διάταξη δεν αφορά τους όρους τους σχετικούς με τις απαιτούμενες γλωσσικές γνώσεις λόγω της φύσεως της προς πλήρωση θέσεως εργασίας.»
3 Οι σχετικές διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας είναι οι ακόλουθες. Το άρθρο 114 του προεδρικού διατάγματος 382 της 11ης Ιουλίου 1980 (στο εξής: στο διάταγμα του 1980) όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 του νόμου 341 της 19ης Νοεμβρίου 1990, ορίζει:
«Η διδασκαλία και οι αναπληρώσεις διδασκόντων μπορούν να ανατίθενται μόνο σε τακτικούς καθηγητές και σε αναγνωρισμένους πανεπιστημιακούς ερευνητές (2) του ίδιου επιστημονικού τομέα και του ίδιου κλάδου ή παρόμοιου τομέα ανήκοντος στην ίδια σχολή· ελλείψει αυτών και κατόπιν αιτιολογημένης αποφάσεως, σε τακτικούς καθηγητές και αναγνωρισμένους πανεπιστημιακούς ερευνητές άλλης σχολής του ίδιου πανεπιστημίου ή άλλου πανεπιστημίου. Για την κατάληψη των θέσεων αναπληρωτών διδασκόντων και εφόσον υπάρχουν αιτήσεις από τακτικούς καθηγητές και αναγνωρισμένους ερευνητές του ίδιου επιστημονικού τομέα και του ίδιου κλάδου, το συμβούλιο της σχολής οφείλει να δώσει προτεραιότητα στις υποβληθείσες από τους καθηγητές αιτήσεις.»
4 Και οι δύο αυτές κατηγορίες πανεπιστημιακών θέσεων διέπονται από το δημόσιο δίκαιο. Στο πλαίσιο της σχετικής ιταλικής νομοθεσίας τα «μαθήματα» είναι συμπληρωματικά της κυρίας διδασκαλίας προς τους φοιτητές και έκτακτο διδακτικό προσωπικό μπορεί να προσληφθεί είτε οσάκις καθίσταται αναγκαία η αντικατάσταση απόντος καθηγητή είτε όταν το ίδιο μάθημα διδάσκεται περισσότερο από μία φορά σε ένα συγκεκριμένο ακαδημαϋκό έτος λόγω του μεγάλου αριθμού των ενδιαφερομένων φοιτητών. Η συμπληρωματική και έκτακτη διδασκαλία είναι βοηθητική της τακτικής διδασκαλίας του συγκεκριμένου καθηγητή ή ερευνητή και αμείβεται μόνον αν οι ώρες εργασίας υπερβαίνουν αυτές που συνήθως απαιτείται να πραγματοποιεί ο υπεύθυνος (3).
5 Τα καθήκοντα των ερευνητών προσδιορίζονται στα άρθρα 31, 32 και 38 του διατάγματος του 1980 και περιλαμβάνουν την εκτέλεση διδακτικών ασκήσεων με τους φοιτητές, τη συνδρομή στην προετοιμασία των τελικών διπλωματικών εργασιών και την καθοδήγηση, την ανάπτυξη νέων μεθόδων διδασκαλίας και την έρευνα (4). Ο διαγωνισμός για την απόκτηση της ιδιότητας του ερευνητή συνίσταται σε γραπτές και προφορικές εξετάσεις και στην αξιολόγηση των προσόντων των υποψηφίων. Για να ονομαστούν ερευνητές οι ενδιαφερόμενοι πρέπει, μετά από τριετή δοκιμαστική περίοδο, να εγκριθούν από μια εθνική επιτροπή η οποία αξιολογεί το ερευνητικό και διδακτικό έργο που επιτέλεσαν κατά την εν λόγω περίοδο (5).
6 Η υπηρεσιακή κατάσταση και τα καθήκοντα του λέκτορος/διδασκάλου ξένης γλώσσας (lettore/docente, στο εξής: λέκτορες ξένης γλώσσας) προσδιορίζονται στο άρθρο 28 του διατάγματος του 1980:
«(...) οι πρυτάνεις μπορούν να προσλαμβάνουν με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου (...) κατόπιν αιτιολογημένης προτάσεως της ενδιαφερομένης σχολής και προς εξυπηρέτηση των πραγματικών αναγκών ασκήσεως των φοιτητών που παρακολουθούν τμήματα γλώσσας (...) λέκτορες με ξένη μητρική γλώσσα βεβαιωμένων και αναγνωρισμένων ικανοτήτων που να έχουν ελεγχθεί από τη σχολή (...).
Η σχολή οφείλει να πιστοποιεί εν πάση περιπτώσει τις ειδικές ικανότητες των λεκτόρων (...).
Η ισχύς των συμβάσεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο δεν μπορεί να παραταθεί πέραν του ακαδημαϋκού έτους για το οποίο συνάφθηκαν· οι συμβάσεις μπορούν να ανανεώνονται κατ' έτος επί πέντε κατ' ανώτατο όριο έτη.
Οι υπηρεσίες που καλούνται να παράσχουν οι λέκτορες και οι αντίστοιχες αποδοχές καθορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο του πανεπιστημίου κατόπιν διαβουλεύσεων με το συμβούλιο της σχολής.
Η αμοιβή δεν μπορεί να υπερβαίνει το ύψος των αρχικών αποδοχών επίκουρου καθηγητή που προσλαμβάνεται για ορισμένο χρόνο» (6).
7 Οι περιστάσεις αυτές αποτέλεσαν το αντικείμενο των αποφάσεων του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Alluι I (7) και Alluι κ.λπ. (8). Στις υποθέσεις εκείνες κρίθηκε ότι η πρόσληψη λεκτόρων ξένων γλωσσών με συμβάσεις μικρότερης χρονικής διάρκειας (ενός έτους μόνο, δυνάμενες να ανανεωθούν για πέντε έτη κατ' ανώτατο όριο) από τις συμβάσεις με τις οποίες προσλαμβάνονται οι λοιποί εργαζόμενοι (9), ή οι άλλοι διδάσκοντες (10), αποτελεί διάκριση λόγω ιθαγένειας, δεδομένου ότι το 75 % των λεκτόρων αυτών δεν ήταν Ιταλοί υπήκοοι (11) και δεν υπήρχε αντικειμενική δικαιολογία για τη διαφορετική μεταχείριση. Οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη (στο εξής: προσφεύγοντες) είναι υπήκοοι του Ηνωμένου Βασιλείου και λέκτορες ξένης γλώσσας στο Universitΰ degli studi di Verona (Πανεπιστήμιο Βερόνας, στο εξής: Πανεπιστήμιο). Κατόπιν των αποφάσεων στις υποθέσεις Alluι Ι και ΙΙ, ο Pretore της Βερόνα θεώρησε τις συμβάσεις των προσφευγόντων με το Πανεπιστήμιο ως συμβάσεις διδασκόντων αορίστου χρόνου (docenti a tempo indeterminato dell'Universitΰ), και οι ενδιαφερόμενοι έλαβαν μισθό λέκτορα που προσλαμβάνεται για εργασία ορισμένου χρόνου (professore associato a tempo definito) (12). Ωστόσο οι συμβάσεις τους εξακολουθούν να θεωρούνται ως υπαγόμενες στο ιδιωτικό δίκαιο αντίθετα με τις συμβάσεις των περισσοτέρων από τους λοιπούς πανεπιστημιακούς διδασκάλους. Στην υπόθεση Alluι ΙΙ, ο γενικός εισαγγελέας Lenz παρατήρησε ότι οι προσφεύγοντες στην υπόθεση εκείνη θεωρούσαν ότι και αυτό το στοιχείο συνιστούσε διάκριση, πλην όμως δεν αποτελούσε αντικείμενο της διαφοράς (13). Κατά το ιταλικό δίκαιο, οι θέσεις στη δημόσια υπηρεσία, περιλαμβανομένων και των πανεπιστημιακών θέσεων δημοσίου δικαίου, μπορούσαν να καταληφθούν μέχρι το 1994 μόνον από Ιταλούς υπηκόους. Με το άρθρο 3 της αποφάσεως 174 του προέδρου του Υπουργικού Συμβουλίου, της 7ης Φεβρουαρίου 1994, δόθηκε η δυνατότητα καταλήψεως τέτοιων πανεπιστημιακών θέσεων από μη Ιταλούς υπηκόους, κατ' εφαρμογή του άρθρου 37 του νομοθετικού διατάγματος 21 της 3ης Φεβρουαρίου 1993.
8 Οι προσφεύγοντες υπέβαλαν αίτηση για κατάληψη θέσεως αναπληρωτή για τη διδασκαλία ξένων γλωσσών στο Πανεπιστήμιο που είχαν προκηρυχθεί για το ακαδημαϋκό έτος 1995/96. Οι αιτήσεις τους απορρίφθηκαν από τον Πρύτανη με αποφάσεις της 14ης Απριλίου 1995 με μόνη αιτιολογία ότι δεν είναι ούτε καθηγητές υπηρετούντες σε οργανική θέση κατά την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων ούτε εγκεκριμένοι πανεπιστημιακοί ερευνητές. Δύο από τους προσφεύγοντες είχαν υποβάλει παρόμοιες αιτήσεις το 1994, οι οποίες απορρίφθηκαν για παρόμοιους λόγους. Με απόφαση της 19ης Απριλίου 1995, η Camilla Bettoni που υπηρετούσε στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας διορίστηκε στην επίδικη έκτακτη θέση.
9 Οι προσφεύγοντες ζήτησαν την ακύρωση των αποφάσεων αυτών ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale per il Veneto (στο εξής: εθνικό δικαστήριο). Υποστήριξαν ότι το κύριο αποτέλεσμα του άρθρου 114 του διατάγματος του 1980, όπως τροποποιήθηκε, είναι ότι αποκλείει τους υπηκόους άλλων κρατών μελών από την κατάληψη των εν λόγω εκτάκτων θέσεων. Πριν από το 1994 δεν μπορούσαν να καταλάβουν θέση ερευνητή ή καθηγητή λόγω του παρανόμου συστήματος που ίσχυε την Iταλία (αποκλεισμός των αλλοδαπών από θέσεις στη δημόσια υπηρεσία που δεν συνεπάγονται την άσκηση δημοσίας εξουσίας), ενώ οι απεριόριστης διάρκειας συμβάσεις που έχουν ήδη πρέπει να θεωρηθούν, όπως υποστήριξαν οι προσφεύγοντες, ως ισοδύναμες με την έγκριση που παρέχεται στους ερευνητές μετά την τριετία. Οι προσφεύγοντες υποστήριξαν ότι τα διδακτικά τους καθήκοντα είναι ισοδύναμα των καθηκόντων των καθηγητών που κατέχουν οργανική θέση ή τουλάχιστον των ερευνητών. Το Πανεπιστήμιο αρνήθηκε ότι συντρέχει διάκριση με το επιχείρημα ότι τα ίδια κριτήρια ισχύουν και για τους Ιταλούς υποψηφίους για την κατάληψη των εν λόγω εμμίσθων θέσεων.
10 Το εθνικό δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης EΚ, τα ακόλουθα ερωτήματα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«Έχουν τα άρθρα 5 και 48 της Συνθήκης ΕΟΚ και τα άρθρα 1 και 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, την έννοια ότι δεν επιτρέπουν η νομοθεσία κράτους μέλους να περιορίζει τη δυνατότητα καταλήψεως θέσεων με εντολή διδασκαλίας και θέσεων αναπληρωτών διδασκόντων στα πανεπιστήμια συγκεκριμένων κατηγοριών, όπως αυτές που προβλέπει η ιταλική νομοθεσία, υπό το συγκεκριμένο ιταλικό κανονιστικό πλαίσιο και με δεδομένη την ιταλική διοικητική πρακτική, αντί να προβλέπει ότι δικαιούνται να μετέχουν σε διαγωνισμό για την κατάληψη θέσεων με εντολή διδασκαλίας και θέσεων αναπληρωτών διδασκόντων στα πανεπιστήμια και οι λέκτορες ξένων γλωσσών που συνήψαν σύμβαση αορίστου χρόνου με ιταλικό πανεπιστήμιο;»
III - Παρατηρήσεις
11 Γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις υπέβαλαν οι προσφεύγοντες, η Ιταλική Δημοκρατία και η Επιτροπή.
12 Για να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους περί αδικαιολόγητης δυσμενούς διάκρισης, οι προσφεύγοντες επικαλούνται ρήτρες των συμβάσεών τους που απαιτούν διδασκαλία ξένης γλώσσας, τη διεξαγωγή προφορικών και γραπτών εξετάσεων και παροχή συνδρομής στους φοιτητές για την προετοιμασία των διπλωματικών εργασιών τους. Υποστηρίζουν επίσης ότι ορισμένες κατηγορίες πανεπιστημιακών υπαλλήλων - τακτικοί βοηθοί (assistenti di ruolo ad esaurimento) και διπλωματούχοι τεχνικοί (tecnici laureati) -, η σχέση εργασίας των οποίων δεν διέπεται από το δημόσιο δίκαιο ή οι οποίοι, αν μη τι άλλο, δεν καταλαμβάνουν τις θέσεις τους διά διαγωνισμού, εξομοιώνονται προς τους ερευνητές όσον αφορά τις αιτήσεις για κατάληψη θέσεων του διδακτικού προσωπικού, σύμφωνα με το άρθρο 16, πρώτο εδάφιο, του νόμου 341 της 19ης Νοεμβρίου 1990. Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν επίσης ότι η κατάστασή τους εξομοιώνεται, βάσει του άρθρου 6, πρώτο εδάφιο, του νόμου 349 της 18ης Μαρτίου 1958, προς την κατάσταση των πανεπιστημιακών βοηθών (assistenti universitari), οι οποίοι, βάσει ρητής μνείας στο διάταγμα του 1980, διέπονται από το καθεστώς των εγκεκριμένων ερευνητών. Γι' αυτό το λόγο, το Corte costituzionale (ιταλικό Συνταγματικό Δικαστήριο), με την απόφαση υπ' αριθ. 284 της 23ης Ιουλίου 1987, έκρινε ότι συνιστά δυσμενή διάκριση η διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ των βοηθών αυτών και των λεκτόρων ξένης γλώσσας.
13 Η Ιταλία και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η αίτηση είναι απαράδεκτη διότι δεν υπάρχουν τα αναγκαία πραγματικά στοιχεία δεδομένου ότι το εθνικό δικαστήριο απλώς συνοψίζει τους ισχυρισμούς των διαδίκων στη διάταξη περί παραπομπής χωρίς να διαπιστώνει τα πραγματικά περιστατικά. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν ανακύπτει ζήτημα δυσμενούς διακρίσεως στην κύρια δίκη διότι αυτή αφορά το ζήτημα του διορισμού υπό την ιδιότητα του τακτικού καθηγητή ή του ερευνητή και όχι το ζήτημα του διορισμού εκτάκτων διδασκόντων. Οι προσφεύγοντες θα μπορούσαν να επικαλεστούν το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης και τον κανονισμό 1612/68 για να αμφισβητήσουν το γεγονός ότι αποκλείονται από τις πρώτες θέσεις αντί να αναμένουν εν προκειμένω να αμφισβητήσουν την παρούσα διάταξη. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι μια προσφυγή λόγω προηγηθείσας δυσμενούς διακρίσεως θα ήταν ήδη απαράδεκτη λόγω παραγραφής και ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εξετάσει το ζήτημα που υποβάλλει το εθνικό δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση, η οποία δεν ενέχει πραγματική διαφορά αλλ' αποτελεί απλώς το μέσο για την επανεξέταση μιας παλαιάς αιτιάσεως.
14 Όσον αφορά την ουσία, η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι υπάρχει αντικειμενική διαφορά μεταξύ του ρόλου και των προσόντων των καθηγητών με οργανική θέση και των ερευνητών, αφενός, και των υποψηφίων λεκτόρων ξένης γλώσσας, αφετέρου. Οι πρώτοι έχουν βαρύτερες διδακτικές ευθύνες· τα καθήκοντα των ερευνητών συγκεκριμένα διαφέρουν από τα καθήκοντα των λεκτόρων ξένης γλώσσας που είναι κυρίως πρακτικά λόγω της υποχρεώσεως που υπέχουν οι ερευνητές να πραγματοποιούν έρευνα στους οικείους τομείς. Στην περίπτωση των ερευνητών και των τακτικών καθηγητών, η πρόσθετη διδασκαλία θα συνιστούσε απλώς επέκταση των συμβατικών καθηκόντων τους και θα αμειβόταν μόνον αν οι πραγματοποιούμενες ώρες εργασίας υπερέβαιναν τις συμβατικώς οριζόμενες, και δεν θα συνιστούσε δηλαδή ποιοτικώς νέα εργασία, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση των λεκτόρων ξένης γλώσσας. Το σύστημα επιτρέπει στα πανεπιστήμια να κάνουν ορθολογική χρήση των δυνατοτήτων, δίνοντας προτεραιότητα στους εσωτερικούς υποψηφίους ιδίως που υπηρετούν ήδη σε παρόμοια διδακτικά καθήκοντα και οι ικανότητες των οποίων έχουν αποδειχθεί διά διαγωνισμού. Η Ιταλική Δημοκρατία παρατηρεί επίσης ότι η εξομοίωση των πανεπιστημιακών βοηθών προς τους ερευνητές και η συνακόλουθη απόφαση του Corte costituzionale υπ' αριθ. 284 της 23ης Ιουλίου 1987 αφορούσαν μια κατηγορία εργαζομένων η οποία έχει πλέον καταργηθεί και δεν ήταν συγκρίσιμη με την κατηγορία των λεκτόρων ξένης γλώσσας στην οποία αναφέρεται το άρθρο 28 του διατάγματος του 1980. Η εξομοίωση αποτέλεσε μεταβατικό μέτρο και αφορούσε μόνο πρόσωπα που είχαν υπηρετήσει σε θέσεις πανεπιστημιακών βοηθών πριν από τις μεταρρυθμίσεις του 1980. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η Ιταλική Δημοκρατία απάντησε στον ισχυρισμό των προσφευγόντων σχετικά με το περιεχόμενο των συμβάσεών τους παρατηρώντας ότι, κατά το μέτρο που υπερβαίνουν το πλαίσιο των καθαρά πρακτικών καθηκόντων της διδασκαλίας ξένης γλώσσας, οι συμβάσεις αυτές ήταν παράνομες.
15 Η Επιτροπή συμφωνεί με την άποψη της Ιταλικής Δημοκρατίας, καθόσον υπάρχουν αντικειμενικές διαφορές μεταξύ της θέσεως των λεκτόρων ξένης γλώσσας και των εγκεκριμένων ερευνητών και των τακτικών καθηγητών τις οποίες το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να διαπιστώσει το ίδιο και τις οποίες δεν επισημαίνει η διάταξη περί παραπομπής. Η Επιτροπή τονίζει επίσης την αντικειμενική διαφορά μεταξύ των προσώπων που προσλαμβάνονται και εργάζονται βάσει συμβάσεων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου (14).
IV - Aνάλυση
A - Παραδεκτό
16 Δεν θεωρώ βάσιμο τον ισχυρισμό που προέβαλαν η Ιταλική Δημοκρατία και η Επιτροπή, ότι δηλαδή η υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη λόγω ελλείψεως στοιχείων περί το πραγματικό πλαίσιο της υποθέσεως. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι «η ανάγκη μιας ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, η οποία θα είναι χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο, επιβάλλει όπως αυτό καθορίζει το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει ή τουλάχιστον να εξηγεί τις πραγματικές υποθέσεις στις οποίες βασίζονται τα ερωτήματα αυτά» (15). Αυτό έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Είναι αλήθεια ότι το εθνικό δικαστήριο δεν αναφέρεται στα πραγματικά περιστατικά ως διαπιστωθέντα από το ίδιο, αλλ' απλώς παραθέτει τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων. Ωστόσο «η επιλογή στη συγκεκριμένη περίπτωση του πρόσφορου χρόνου για την υποβολή αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως εξαρτάται από παράγοντες οικονομίας και διευκολύνσεως της δίκης, η εκτίμηση των οποίων δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο αλλά μόνο στο εθνικό δικαστήριο» (16). Η έκθεση των ισχυρισμών των διαδίκων από το εθνικό δικαστήριο περιγράφει σαφώς το αντικείμενο της διαφοράς, η δε απάντηση του Δικαστηρίου στο προδικαστικό ερώτημα θα πρέπει να υποδεικνύει στο εθνικό δικαστήριο ποια πραγματικά περιστατικά είναι κρίσιμα και πρέπει να επιλυθούν ενόψει της εκδόσεως αποφάσεως. Επομένως μια απόφαση επί νομικού ζητήματος μπορεί να καθοδηγήσει το εθνικό δικαστήριο στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και να συντελέσει στην αποφυγή περιττής εξετάσεως περίπλοκων αλλ' άσχετων πραγματικών διαφορών.
B - Η ύπαρξη συγκεκαλυμμένης διάκρισης
17 Αβάσιμο είναι επίσης το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η παρούσα δίκη απλώς θέτει μια παλιά αιτίαση που ήδη έχει υποκύψει σε παραγραφή σχετικά με τις δημιουργικές διακρίσεων διατάξεις που διέπουν την πρόσληψη καθηγητών πανεπιστημίου σε οργανικές θέσεις και πανεπιστημιακών ερευνητών πριν από το 1994. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι «απόρριψη αιτήσεως εθνικού δικαστηρίου είναι δυνατή μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που ζητεί το δικαστήριο αυτό ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή το αντικείμενο της κύριας δίκης» (17). Οι περί προσλήψεων διατάξεις που ίσχυαν πριν από το 1994 δημιουργούσαν άμεση διάκριση λόγω ιθαγένειας. Όμως, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, μια ειδική έκφραση της οποίας αποτελεί το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης και μια άλλη τα άρθρα 1 και 3 του κανονισμού 1612/68, απαγορεύει όχι μόνο την άμεση διάκριση λόγω ιθαγένειας, αλλά και κάθε μορφή συγκεκαλυμμένης διακρίσεως η οποία, στηριζόμενη σε άλλα κριτήρια διακρίσεως, καταλήγει στην πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα (18). Στην υπόθεση O'Flynn (19) το Δικαστήριο ανέλυσε τις διάφορες πραγματικές καταστάσεις των υποθέσεων από τη νομολογία του Δικαστηρίου στις οποίες ανέκυπτε θέμα συγκεκαλυμμένης ή έμμεσης διάκρισης κατά εργαζομένων λόγω ιθαγένειας:
«18 Έτσι, πρέπει να θεωρείται ότι συνεπάγονται εμμέσως δυσμενείς διακρίσεις οι προϋποθέσεις του εθνικού δικαίου οι οποίες, μολονότι εφαρμόζονται χωρίς διάκριση λόγω ιθαγενείας, θίγουν, κυρίως (20) ή στη μεγάλη πλειονότητά τους, τους διακινούμενους εργαζομένους (21), καθώς και οι αδιακρίτως εφαρμοζόμενες προϋποθέσεις των οποίων η πλήρωση είναι ευκολότερη για τους ημεδαπούς εργαζομένους απ' ό,τι για τους διακινούμενους εργαζομένους (22) ή οι οποίες ενέχουν τον κίνδυνο να λειτουργήσουν σε βάρος ειδικά των διακινουμένων εργαζομένων (23).
19 Η κατάσταση διαφέρει μόνον αν οι διατάξεις δικαιολογούνται από αντικειμενικούς λόγους, ανεξαρτήτους από την ιθαγένεια των ενδιαφερομένων εργαζομένων, και είναι ανάλογες προς τον σκοπό που θεμιτώς επιδιώκεται από το εθνικό δίκαιο (24).
20 Από το σύνολο της νομολογίας αυτής προκύπτει ότι μια διάταξη του εθνικού δικαίου, η οποία δεν είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη και ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, πρέπει να θεωρηθεί ότι συνεπάγεται εμμέσως δυσμενείς διακρίσεις, εφόσον μπορεί, από τη φύση της, να θίξει περισσότερο τους διακινούμενους εργαζομένους απ' ό,τι τους ημεδαπούς εργαζομένους και ενέχει, συνεπώς, τον κίνδυνο να θέσει σε δυσμενέστερη μοίρα ειδικά τους διακινούμενους εργαζομένους.
21 Παρέλκει συναφώς η εξέταση του ζητήματος αν η επίμαχη διάταξη θίγει στην πράξη ένα πολύ σημαντικότερο ποσοστό διακινουμένων εργαζομένων. Αρκεί η διαπίστωση ότι η διάταξη αυτή είναι ικανή να παραγάγει ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Πρέπει ακόμη να παρατηρηθεί ότι οι λόγοι για τους οποίους ο διακινούμενος εργαζόμενος επιλέγει να κάνει χρήση της ελευθερίας του να κυκλοφορεί στο εσωτερικό της Κοινότητας δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη προκειμένου να κριθεί αν μια εθνική διάταξη συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις. Πράγματι, η δυνατότητα ασκήσεως μιας ελευθερίας τόσο θεμελιώδους όσο η ελευθερία κυκλοφορίας των προσώπων δεν μπορεί να περιοριστεί από τέτοιες θεωρήσεις, καθαρά υποκειμενικής φύσεως.»
18 Ο εντοπισμός μιας εθνικής διατάξεως που είναι ικανή να επηρεάσει κυρίως ή κατά το μεγαλύτερο μέρος διακινούμενους εργαζομένους ή η πλήρωση της οποίας είναι ευκολότερη για τους ημεδαπούς εργαζομένους παρά για τους διακινουμένους ή οι οποίες ενέχουν τον κίνδυνο να λειτουργήσουν σε βάρος ειδικά των διακινουμένων εργαζομένων αποτελεί αντικειμενική και ουδέτερη διαδικασία. Πραγματοποιείται διά συγκρίσεως της σχετικής πιθανότητας που παρουσιάζει ο συγκεκριμένος κανόνας να επηρεάσει ημεδαπούς ή διακινουμένους εργαζομένους. Αν, λ.χ., όπως στην υπόθεση O'Flynn, μέλη των οικογενειών και διακινουμένων και ημεδαπών εργαζομένων είναι πιθανό να προτιμούν να ταφούν στη χώρα καταγωγής τους, η διάταξη εθνικού δικαίου που προβλέπει την οικονομική συνδρομή για έξοδα κηδείας μόνο στις περιπτώσεις όπου η ταφή πραγματοποιείται στο εθνικό έδαφος θα έχει δυσανάλογες επιπτώσεις επί των διακινουμένων εργαζομένων.
19 Το Δικαστήριο τόνισε με την απόφαση O'Flynn ότι οι διακινούμενοι εργαζόμενοι δεν υποχρεούνται να εξηγήσουν τη συγκεκριμένη συμπεριφορά που έχει ως αποτέλεσμα ότι μια εθνική διάταξη τους επηρεάζει δυσμενώς σε δυσανάλογο βαθμό. Το αν οι εθνικές διατάξεις που διέπουν την πρόσληψη σε έμμισθες έκτακτες θέσεις διδακτικού προσωπικού επηρεάζουν δυσμενώς σε δυσανάλογο βαθμό τους μη Ιταλούς διδασκάλους ξένων γλωσσών στα ιταλικά πανεπιστήμια αποτελεί ζήτημα πραγματικό. Τέτοιο αποτέλεσμα μπορεί να διαπιστωθεί αν η μεγάλη πλειονότητα των προσώπων που πληρούν τις προϋποθέσεις για να υποβάλουν αίτηση διορισμού σε έμμισθη έκτακτη θέση διδακτικού προσωπικού είναι Ιταλοί ενώ η μεγάλη πλειονότητα των αποκλειομένων κατηγοριών διδακτικού προσωπικού στα εν λόγω πανεπιστήμια είναι αλλοδαποί, ή αν η αναλογία των Ιταλών στις κατηγορίες προσωπικού που πληρούν τις προϋποθέσεις είναι σημαντικά μεγαλύτερη της αναλογίας στην οικεία σχολή συνολικώς. Επιπλέον, όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο με την απόφαση O'Flynn, μια εθνική διάταξη μπορεί να θεωρηθεί ότι οδηγεί σε δυσμενή διάκριση αν είναι ικανή να παραγάγει τέτοια δυσανάλογα αποτελέσματα έστω και αν αυτά δεν έχουν σημειωθεί στην πράξη.
20 Μια διάταξη του προϋσχύσαντος εθνικού δικαίου η οποία απέκλειε τους μη Ιταλούς από τις κατηγορίες προσωπικού που πληρούν τις προϋποθέσεις μέχρι σχετικά πρόσφατα (ένα έτος πριν από την έκδοση των αποφάσεων που αποτελούν το αντικείμενο της κύριας δίκης) είναι στην πράξη ικανή να αποκλείσει δυσανάλογα μεγάλο αριθμό μη Ιταλών μελών του διδακτικού προσωπικού από τη δυνατότητα να καταλάβουν θέση εκτάκτου προσωπικού. Ίσως θα απαιτηθούν αρκετά χρόνια προκειμένου να αποκατασταθεί η ισορροπία στην εκπροσώπηση διακινουμένων και ημεδαπών εργαζομένων σ' αυτές τις κατηγορίες προσωπικού. Αυτό αποτελεί αντικειμενικό συμπέρασμα που είναι ανεξάρτητο του ζητήματος κατά πόσον είναι νόμιμες οι περιστάσεις που οδηγούν σ' αυτό το αποτέλεσμα. Κατά συνέπεια, με την επιφύλαξη ότι το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να ελέγξει το ζήτημα, θα συνεχίσω με την υπόθεση ότι, λαμβανομένης υπόψη αυτής της παλαιότερης δυσμενούς διάκρισης, η εφαρμογή του άρθρου 114 του διατάγματος του 1980, όπως τροποποιήθηκε, είναι ικανή να επηρεάσει δυσμενώς και σε δυσανάλογο βαθμό τους μη Ιταλούς διδασκάλους ξένων γλωσσών των ιταλικών πανεπιστημίων.
Γ - Θεμελίωση
21 Πάντως μια εθνική διάταξη που ευνοεί δυσανάλογα τους ημεδαπούς εργαζομένους πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω προκειμένου να εξακριβωθεί αν δικαιολογείται από θεωρήσεις άσχετες προς την ιθαγένεια των εμπλεκομένων εργαζομένων και αν τα αποτελέσματά της τελούν σε σχέση αναλογίας προς τον νόμιμο σκοπό που επιδιώκει η διάταξη. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο τόνισε στην απόφαση Alluι ΙΙ (25) ότι οι διατάξεις της Συνθήκης δεν απαγορεύουν στα κράτη μέλη να θεσπίζουν μέτρα που εφαρμόζονται αδιακρίτως και έχουν ως σκοπό την εξασφάλιση της καλής διαχειρίσεως των πανεπιστημίων τους και ενδέχεται να θίγουν κυρίως υπηκόους άλλων κρατών μελών, αρκεί να τηρούνται οι όροι αυτοί.
22 Ο ρητός σκοπός του άρθρου 114 του διατάγματος του 1980, όπως τροποποιήθηκε, είναι να καταστήσει δυνατή την ορθολογική χρησιμοποίηση του δυναμικού των ιταλικών πανεπιστημίων και δη πρωτίστως των τακτικών καθηγητών και των εγκεκριμένων ερευνητών που ανήκουν στην οικεία ή σε παρόμοια σχολή και, αν δεν υπάρχει τέτοιο προσωπικό, αντιστοίχου προσωπικού από σχολές άλλων πανεπιστημίων όταν απαιτείται η παροχή έκτακτης διδασκαλίας. Όταν δεν υπάρχει υπέρβαση των ωρών διδασκαλίας που απαιτούν οι οικείες συμβάσεις τότε αποφεύγεται η πρόσθετη δαπάνη. Από τη σκοπιά αυτή, η καταλληλότητα των μελών του προσωπικού που πληρούν τις προϋποθέσεις να αναλάβουν την έκτακτη διδασκαλία εξασφαλίζεται από το στοιχείο ότι έχουν περάσει διαγωνισμό προκειμένου να διοριστούν στις κύριες θέσεις που κατέχουν, ότι έχουν εγκριθεί μετά την πάροδο δοκιμαστικής περιόδου και ότι υπάρχει λειτουργική αντιστοιχία μεταξύ της έκτακτης διδασκαλίας και των καθηκόντων που οι ίδιοι ασκούν. Μπορεί επίσης να αναφερθεί η βασική διάκριση μεταξύ θέσεων που διέπονται από το δημόσιο δίκαιο και θέσεων που διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο.
23 Η ορθολογική χρησιμοποίηση του υφισταμένου δυναμικού, η αποφυγή περιττών δαπανών και ο έλεγχος της ικανότητας των διδασκάλων αποτελούν όλα νόμιμους στόχους στο πλαίσιο της καλής διαχειρίσεως των πανεπιστημίων. Ωστόσο ο ολοκληρωτικός αποκλεισμός ορισμένων κατηγοριών προσωπικού από τη δυνατότητα να καταλάβουν έμμισθες έκτακτες θέσεις ίσως αποτελεί δυσανάλογα επαχθές μέσον εξυπηρετήσεως αυτών των στόχων.
24 Ο στόχος της χρησιμοποιήσεως κατά προτεραιότητα των υπαρχόντων μελών του διδακτικού προσωπικού ορισμένης σχολής ίσως ευσταθεί όταν πρόκειται για αιτήσεις από πρόσωπα που, καίτοι έχουν τα απαιτούμενα προσόντα, δεν υπηρετούν ήδη στο εν λόγω πανεπιστήμιο, πλην όμως δεν μπορεί να δικαιολογήσει κατά την άποψή μου τον αποκλεισμό προσώπων που είναι ήδη μέλη του διδακτικού προσωπικού της σχολής αυτής, αρκεί βεβαίως να έχουν τα κατάλληλα προσόντα. Εξάλλου, οι διατάξεις που περιορίζουν την αμοιβή μόνο στις ώρες διδασκαλίας οι οποίες υπερβαίνουν αυτές που ορίζει η σύμβαση του οικείου διδασκάλου μπορεί εύκολα να επεκταθεί και στην περίπτωση των αποκλειομένων μελών του προσωπικού, δεδομένου ότι και οι δικές τους συμβάσεις προβλέπουν συγκεκριμένο αριθμό ωρών εργασίας κατά τη διάρκεια του ακαδημαϋκού έτους. Εν πάση περιπτώσει, νομίζω ότι είναι αμφίβολο αν ο κανόνας αυτός προκαλέσει σημαντικές οικονομίες, εκτός αν υποτεθεί ότι οι υποψήφιοι ζητούν να αναλάβουν μη αμειβομένη εργασία. Δεν αναφέρθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο επιτυχών υποψήφιος από το Πανεπιστήμιο της Πάδοβας, ο δεύτερος των προσφευγόντων στην κύρια δίκη, δεν αμειβόταν.
25 Έρχομαι τώρα στο ζήτημα της εμπιστοσύνης που εμπνέει η κατοχή συγκεκριμένης θέσεως δημοσίου δικαίου όσον αφορά τον έλεγχο των προσόντων. Το ζήτημα αυτό έχει δύο διαφορετικές πτυχές: αφενός τα εχέγγυα που υποτίθεται ότι παρέχει η διαδικασία της προσλήψεως κατόπιν διαγωνισμού και της εγκρίσεως κατόπιν δοκιμαστικής περιόδου και, αφετέρου, το στασιαζόμενο σημείο της ισοδυναμίας των καθηκόντων του λέκτορα ξένης γλώσσας και του εγκεκριμένου ερευνητή. Για λόγους που αναπτύσσω πληρέστερα πιο κάτω θεωρώ ότι η άνευ ετέρου εφαρμογή του απαγορευτικού κανόνα του άρθρου 114 του διατάγματος του 1980, όπως τροποποιήθηκε, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα προσόντα, η πείρα και η έρευνα των άλλων υποψηφίων, ήδη μελών του προσωπικού, είναι μέτρο δυσανάλογο. Η τελική απόφαση σχετικά με τους διορισμούς εναπόκειται βεβαίως στο Πανεπιστήμιο. Ο ρόλος του Δικαστηρίου είναι απλώς να βοηθήσει το εθνικό δικαστήριο να βεβαιωθεί ότι η διαδικασία λήψεως αποφάσεων δεν περικλείει πρακτικές που εισάγουν αδικαιολόγητες διακρίσεις.
26 Βεβαίως τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να ορίζουν ότι τα πανεπιστήμια πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις τυπικές αποδείξεις περί την ικανότητα που παρέχει η επιτυχής συμμετοχή σε διαγωνισμό ενόψει προσλήψεως, οσάκις προσλαμβάνουν άτομα σε έμμισθες έκτακτες θέσεις διδακτικού προσωπικού. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι τα κράτη μέλη έχουν επίσης το δικαίωμα να ορίζουν ότι η άσκηση ορισμένης επαγγελματικής δραστηριότητας είναι δυνατή μόνον από τους κατόχους διπλώματος, πιστοποιητικού ή άλλου τίτλου, από μέλη επαγγελματικού συλλόγου ή από πρόσωπα που υπάγονται σε ορισμένο πειθαρχικό καθεστώς, αναλόγως της περιπτώσεως. Οι υπήκοοι άλλων κρατών μελών πρέπει κατ' αρχήν να ανταποκρίνονται σ' αυτές τις προϋποθέσεις, εφόσον βεβαίως οι προϋποθέσεις αυτές δεν εισάγουν διακρίσεις και τηρούν την αρχή της αναλογικότητας (26). Ωστόσο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να αγνοούν τα προσόντα και τις γνώσεις που έχει ήδη αποκτήσει ο ενδιαφερόμενος σε άλλο κράτος μέλος (27). Πρέπει να λάβουν υπόψη την ισοτιμία των διπλωμάτων (28) και, αν παρίσταται ανάγκη, να συγκρίνουν το επίπεδο γνώσεων και προσόντων που απαιτούν οι οικείες εθνικές διατάξεις και το αντίστοιχο επίπεδο του ενδιαφερομένου (29).
27 Ομοίως τα πανεπιστήμια οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη και άλλες αποδείξεις εκτός της επιτυχίας σε διαγωνισμό ενόψει προσλήψεως, όταν διορίζουν υπάρχοντα μέλη του προσωπικού σε έκτακτες θέσεις, εφόσον οι εν λόγω αποδείξεις παρέχουν παρόμοια εχέγγυα ικανότητας. Καίτοι αυτό ισχύει ίσως a fortiori σε περιπτώσεις όπου αποκλείστηκαν πράγματι αλλοδαποί στο παρελθόν από την ίδια τη διαδικασία του διαγωνισμού, ουδόλως περιορίζεται σ' αυτές τις περιπτώσεις. Θα είναι πάντα πιθανό να έχουν οι διακινούμενοι εργαζόμενοι προσόντα τα οποία, από τυπικής σκοπιάς, θα διαφέρουν απ' αυτά που συνήθως έχουν οι ημεδαποί εργαζόμενοι τα οποία όμως, αν εξεταστούν, διαπιστώνεται ότι είναι ισότιμα. Θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς ότι στο πλαίσιο των εκτάκτων βοηθητικών θέσεων είναι υπερβολικά επαχθές να καλούνται τα πανεπιστήμια να εξετάζουν λεπτομερώς ποικίλα προσόντα για να διαπιστώσουν αν αυτά αντιστοιχούν στα επίπεδα που ισχύουν για τους διαγωνισμούς ενόψει προσλήψεως. Ωστόσο, οι έκτακτες αυτές θέσεις καταλαμβάνονται κατά προτεραιότητα από υπάρχοντα μέλη του προσωπικού της οικείας σχολής. Οι αρχές της σχολής θα πρέπει να γνωρίζουν ήδη τα προσόντα των λεκτόρων ξένης γλώσσας. Βάσει του άρθρου 28 του διατάγματος του 1980, η σχολή θα πιστοποιήσει τον δικό της έλεγχο των βεβαιωμένων και αναγνωρισμένων προσόντων τους.
28 Κατά τον ίδιο τρόπο τα πανεπιστήμια μπορούν να λάβουν υπόψη ως απόδειξη των προσόντων την έγκριση των ερευνητών για τις θέσεις που κατέχουν μετά δοκιμαστική περίοδο τριών ετών. Ωστόσο, πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη και τα ισοδύναμα αποδεικτικά στοιχεία. Το πανεπιστήμιο μπορεί να κρίνει ότι η διαδικασία ελέγχου ενόψει της ανανεώσεως ισχύος των ενός έτους συμβάσεων των υποψηφίων πριν από το 1993 είναι ισοδύναμη αυτής στην οποία υπόκεινται οι ερευνητές προκειμένου να εγκριθούν. Ακόμη και αν δεν είναι ισοδύναμη, η απόδειξη των προσόντων και της πείρας που θα αρκούσε για την έγκριση, αν η διαδικασία αυτή εφαρμοζόταν στους λέκτορες ξένης γλώσσας, θα πρέπει να ικανοποιεί τις θεμιτές απαιτήσεις των πανεπιστημιακών αρχών. Μια διάταξη που δεν επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη εναλλακτικά αποδεικτικά των προσόντων στοιχεία είναι υπέρ το δέον περιοριστική, άρα δυσανάλογη.
29 Ως προς το ζήτημα αν τα καθήκοντα των λεκτόρων ξένης γλώσσας και των εγκεκριμένων ερευνητών είναι πράγματι ισοδύναμα, οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο περιέχουν αισθητά διαφορετικές απόψεις. Συγκεκριμένα δεν είναι σαφές αν η φύση των διδακτικών υποχρεώσεών τους είναι παρόμοια και επομένως αν η μια κατηγορία είναι πλέον κατάλληλη από την άλλη να αναλάβει έκτακτες θέσεις διδακτικού προσωπικού. Επιπλέον, οι ερευνητές, όπως υποδεικνύει ο τίτλος τους, έχουν την υποχρέωση διεξαγωγής έρευνας η οποία δεν βαρύνει τους λέκτορες ξένης γλώσσας.
30 Για να βρίσκεται εντός των ορίων της αναλογικότητας, ένα μέτρο που έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία διακρίσεων πρέπει να είναι κατάλληλο για την επίτευξη του νομίμου σκοπού που επιδιώκει και να μη δεσμεύει πέραν του βαθμού που είναι αναγκαίος για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Όπως έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση Asscher (30), η διαφορά ως προς τη μεταχείριση μεταξύ δύο κατηγοριών προσώπων «μπορεί να χαρακτηριστεί ως δυσμενής διάκριση κατά την έννοια της Συνθήκης άπαξ δεν υφίσταται καμιά διαφορά της αντικειμενικής τους καταστάσεως ικανή να θεμελιώσει διαφορετική μεταχείριση επί του σημείου αυτού». Η διάκριση πρέπει να γίνεται μόνον υπό το φως των ουσιαστικών ομοιοτήτων και διαφορών μεταξύ των διδακτικών καθηκόντων των λεκτόρων ξένης γλώσσας και των ερευνητών. Δεδομένου ότι ο στόχος του πανεπιστημίου στο πλαίσιο αυτό είναι να διαπιστώσει την πείρα και τις ικανότητες των υποψηφίων για ορισμένη θέση, η πραγματική διδακτική εργασία των υποψηφίων, όπως προβλέπεται στις οικείες συμβάσεις προσλήψεως και περιγράφεται στο πρόγραμμα διδασκαλίας της σχολής, είναι το ίδιο κρίσιμα στοιχεία όπως και οι τυπικές απαιτήσεις που προβλέπει το διάταγμα του 1980. Το κατά πόσο είναι κρίσιμες οι τυχόν διαφορές μεταξύ του ρόλου των λεκτόρων ξένης γλώσσας και των ερευνητών είναι ζήτημα που προσδιορίζεται αναλόγως της φύσεως της συμπληρωματικής έκτακτης διδασκαλίας που αναλαμβάνεται· μόνο οι διαφορές ως προς τα καθήκοντα και την πείρα που επηρεάζουν την ικανότητα των υποψηφίων να εκπληρώσουν το έργο τους πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Αυτό ισχύει και για την έρευνα. Η φύση της έκτακτης διδασκαλίας είναι αυτή που υποδεικνύει αν αποτελεί προσόν η ερευνητική δραστηριότητα στον συγκεκριμένο κλάδο. Εν πάση περιπτώσει, η έρευνα που διεξάγεται από υποψηφίους όπως οι λέκτορες ξένης γλώσσας, έστω και αν δεν επιβάλλεται από την οικεία σύμβαση, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μαζί με τα άλλα προσόντα και την πείρα αν συνδέεται στενά με τη συγκεκριμένη έκτακτη διδασκαλία. Υπό το φως των θεωρήσεων αυτών, που αναγκαστικά ποικίλλουν αναλόγως του υποψηφίου και των συγκεκριμένων θέσεων εργασίας, είναι προφανές ότι η διαφορά μεταξύ του διδακτικού ρόλου των ερευνητών και των λεκτόρων ξένης γλώσσας, όπως ορίζεται από τον νόμο, δεν αρκεί καθεαυτή να δικαιολογήσει τον άνευ ετέρου αποκλεισμό των τελευταίων από τη δυνατότητα καταλήψεως εκτάκτων θέσεων διδακτικού προσωπικού.
31 Ανεξάρτητα από τη γενική αυτή ανάλυση, επισημαίνω επίσης τον ισχυρισμό των προσφευγόντων ότι ορισμένες κατηγορίες προσωπικού εξομοιώνονται ως προς τη δυνατότητα καταλήψεως των εν λόγω θέσεων με τις κατηγορίες των καθηγητών που κατέχουν οργανική θέση και των εγκεκριμένων ερευνητών, καίτοι το προσωπικό αυτό δεν προσλαμβάνεται κατόπιν διαγωνισμού και δεν επιτελεί παρόμοια διδακτικά καθήκοντα. Το αν ευσταθεί ο ισχυρισμός αυτός είναι ζήτημα ιταλικού δικαίου που θα κριθεί από το εθνικό δικαστήριο καθώς επίσης και το αν αυτό σημαίνει τελικά ότι οι εξομοιούμενες κατηγορίες προσωπικού μπορούν να υποβάλουν αίτηση για την κατάληψη έμμισθης έκτακτης θέσης. Αν αυτό συμβαίνει, ο συνεχιζόμενος αποκλεισμός από τη δυνατότητα καταλήψεως τέτοιων θέσεων άλλων κατηγοριών προσωπικού όπως είναι οι λέκτορες ξένης γλώσσας παρίσταται ανορθολογικός, αν βεβαίως δεν υπάρχει άλλη δυνατή δικαιολογία που δεν προβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, και επομένως αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας.
32 Πρέπει επίσης να εξετάσω το επιχείρημα ότι οι έκτακτες θέσεις διδακτικού προσωπικού πρέπει να καταλαμβάνονται μόνον από μέλη του διδακτικού προσωπικού των πανεπιστημίων που διέπονται από το δημόσιο δίκαιο διότι οι ίδιες οι θέσεις υπάγονται στο δημόσιο δίκαιο. Υποστηρίχθηκε ότι ο διορισμός στις θέσεις αυτές μελών του προσωπικού, οι κύριες συμβάσεις των οποίων διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο, θα δημιουργούσε μια αυτόνομη έννομη σχέση και δεν θα αποτελούσε απλώς επέκταση των δημοσίου δικαίου συμβάσεων εργασίας, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των τακτικών καθηγητών και των εγκεκριμένων ερευνητών. Ωστόσο, σε περίπτωση που υπάρχει prima facie διάκριση λόγω ιθαγένειας νομίζω ότι αυτό το επιχείρημα είναι πολύ τυπολατρικό και δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον επίδικο κανόνα. Υπό το φως της προεκτεθείσας ανάλυσης, το ιδιωτικού δικαίου διδακτικό προσωπικό των πανεπιστημιακών σχολών ξένων γλωσσών μπορεί να προσδοκά να διοριστεί μόνο στις περιπτώσεις όπου τα προσόντα, η πείρα και η έρευνα είναι ουσιαστικά ισοδύναμα με αυτά που πρέπει να έχει το δημοσίου δικαίου προσωπικό, σύμφωνα με το άρθρο 114 του διατάγματος του 1980, όπως τροποποιήθηκε. Επιπλέον, ο ενδεχόμενος διορισμός του σε έκτακτες θέσεις δεν θα πρέπει να επηρεάζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που έχουν αυτά τα μέλη του προσωπικού, στο πλαίσιο της κυρίας συμβάσεως εργασίας.
33 Στο πλαίσιο αυτό θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι η λύση που προτείνω θα έχει περιορισμένες επιπτώσεις στη δημοσίου δικαίου βάση του ιταλικού πανεπιστημιακού συστήματος. Το άρθρο 28 του διατάγματος του 1980 λαμβάνει ως βάση την άριστη γνώση της μητρικής γλώσσας και περιγράφει μια ειδική μορφή εργασιακής σχέσεως ιδιωτικού δικαίου και κατ' αυτόν τον τρόπο δημιουργεί μια υφισταμένη δυσμενή διάκριση αυτοτελώς προσδιοριζόμενη κατηγορία και παρέχει τη βάση για την αιτίαση των προσφευγόντων. Ο κλάδος των διδασκάλων ξένης γλώσσας έχει δηλαδή πολύ περισσότερες πιθανότητες να επικαλεστεί δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγένειας από τους άλλους κλάδους του επιστητού. Όπως και σε άλλους τομείς όμως, και στον τομέα αυτό τα κράτη μέλη διατηρούν το δικαίωμα να ορίζουν ότι οι πανεπιστημιακές θέσεις καταλαμβάνονται μόνον από τους καθηγητές που υπηρετούν με σχέση δημοσίου δικαίου εφόσον δεν δημιουργούν δυσμενείς διακρίσεις λόγω ιθαγένειας. Ομοίως, δεν υπάρχει αντίρρηση στην πρόσληψη σε πανεπιστημιακές θέσεις δημοσίου δικαίου κατόπιν γενικών διαγωνισμών ή διαγωνισμών στους οποίους μπορούν να μετέχουν όλοι όσοι έχουν τα απαιτούμενα προσόντα και στους οποίους λαμβάνονται υπόψη τα προσόντα και η πείρα που αποκτήθηκαν σε άλλα κράτη μέλη (31).
V - Πρόταση
34 Υπό το φως των προεκτεθέντων προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα:
«Οι εθνικές διατάξεις που διέπουν την κατάληψη θέσεων διδακτικού προσωπικού στα πανεπιστήμια από μέλη του προσωπικού, οι οποίες, λόγω του ότι παρέχουν τη σχετική δυνατότητα μόνο σε ορισμένες κατηγορίες προσωπικού, θίγουν σε δυσανάλογο βαθμό τους αλλοδαπούς εργαζομένους, συνιστούν παράνομη συγκεκαλυμμένη διάκριση εις βάρος των εργαζομένων λόγω ιθαγενείας, εκτός αν προβλέπεται ότι λαμβάνονται επίσης υπόψη και οι αιτήσεις μελών του προσωπικού άλλων κατηγοριών, εφόσον οι υποψήφιοι πληρούν τα κρίσιμα προσόντα και τις απαιτούμενες προϋποθέσεις πείρας και έρευνας.»
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33.
(2) - Professori di ruolo και ricercatori universitari confirmati.
(3) - Η πληροφορία προέρχεται από τις παρατηρήσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως.
(4) - Η πληροφορία προέρχεται από τις παρατηρήσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως.
(5) - Άρθρο 7 του νόμου 28 της 21ης Φεβρουαρίου 1980, το οποίο παρατίθεται στις παρατηρήσεις της Επιτροπής.
(6) - Η διάταξη αυτή παρατίθεται πλήρης στην έκθεση ακροατηρίου στην υπόθεση 33/88, Alluι και Coonan (απόφαση της 30ής Μαου 1989, Συλλογή 1989, σ. 1591, 1594 και 1595, στο εξής: απόφαση Alluι I).
(7) - Όπ.π.
(8) - Απόφαση της 2ας Αυγούστου 1993, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-259/91, C-331/91 και C-332/91 (Συλλογή 1993, σ. I-4309, στο εξής: απόφαση Alluι II).
(9) - Αυτούς τους όρους συγκρίσεως χρησιμοποίησε το Δικαστήριο στη σκέψη 10 και στο διατακτικό της αποφάσεως Alluι Ι. Πάντως το Δικαστήριο συνέκρινε την κατάσταση των λεκτόρων ξένης γλώσσας με «τους συμβασιούχους καθηγητές που ασκούν επίσης διδακτικά καθήκοντα χωρίς να έχουν υποβληθεί σε διαγωνισμό», σκέψη 16.
(10) - Αυτούς τους όρους συγκρίσεως χρησιμοποίησε το Δικαστήριο στις σκέψεις 10 και 21 και στο διατακτικό της αποφάσεως Alluι ΙΙ.
(11) - Σκέψη 12 των αποφάσεων Alluι Ι και Alluι ΙΙ. Ο γενικός εισαγγελέας Lenz αναφέρει ποσοστό 64 % μη Ιταλών λεκτόρων ξένης γλώσσας στις προτάσεις του στην υπόθεση Alluι ΙΙ, παράγραφος 18. Αυτό εξηγείται από τις διαφορές στην κατάταξη των λεκτόρων μη ιταλικής καταγωγής που απέκτησαν την ιταλική ιθαγένεια κατά κανόνα κατόπιν γάμου.
(12) - Με διάταξη της 28ης Οκτωβρίου 1993, όσον αφορά τους πρώτους δύο αιτούντες και με διάταξη περί επανεντάξεως της 16ης Μαου 1994, όσον αφορά τον τρίτο των προσφευγόντων.
(13) - Παράγραφος 15 των προτάσεων.
(14) - Η άποψη αυτή έρχεται σε αντίθεση με την άποψη που διατύπωσε η Επιτροπή στις προπαρατεθείσες υποθέσεις Alluι Ι και Alluι ΙΙ, στις οποίες με λεπτομερή επιχειρήματα υποστήριξε ότι είναι παρόμοια η εργασία των λεκτόρων ξένης γλώσσας και των ερευνητών ως εκ των αντιστοίχων καθηκόντων· βλ. τις εκθέσεις ακροατηρίου, Συλλογή 1989, σ. 1591, 1596 και 1597, και Συλλογή 1993, σ. I-4309 και I-4318.
(15) - Απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-320/90, C-321/90 και C-322/90, Telemarsicabruzzo κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I-393, σκέψη 6).
(16) - Απόφαση της 11ης Ιουνίου 1987, υπόθεση 14/86, Pretore di Salς κατά Ξ (Συλλογή 1987, σ. 2545, σκέψη 11)· βλ. επίσης τις αποφάσεις της 10ης Μαρτίου 1981, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 36/80 και 71/80, Irish Creamery Milk Suppliers Association κ.λπ. (Συλλογή 1981, σ. 735, σκέψεις 7 και 8)· και της 10ης Ιουλίου 1984, υπόθεση 72/83, Campus Oil κ.λπ. (Συλλογή 1984, σ. 2727, σκέψεις 10 και 11).
(17) - Απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1995, υπόθεση C-143/94, Furlanis (Συλλογή 1995, σ. I-3633, σκέψη 12).
(18) - Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986, υπόθεση 41/84, Pinna (Συλλογή 1986, σ. 1, σκέψη 24)· αποφάσεις Alluι Ι (σκέψη 11) και Alluι ΙΙ (σκέψη 11).
(19) - Απόφαση της 23ης Μαου 1996, υπόθεση C-237/94 (Συλλογή 1996, σ. I-2617). Οι υποσημειώσεις του παρατιθέμενου χωρίου είναι από το πρωτότυπο.
(20) - Βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις Pinna (σκέψη 24)· Alluι Ι (σκέψη 12)· απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1991, υπόθεση C-27/91, Le Manoir (Συλλογή 1991, σ. Ι-5531, σκέψη 11).
(21) - Βλ. αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1992, υπόθεση C-279/89, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1992, σ. Ι-5785, σκέψη 42), και της 20ής Οκτωβρίου 1993, υπόθεση C-272/92, Spotti (Συλλογή 1993, σ. Ι-5185, σκέψη 18).
(22) - Βλ. αποφάσεις της 10ης Μαρτίου 1993, υπόθεση C-111/91, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 1993, σ. Ι-817, σκέψη 10), και την απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1991, υπόθεση C-349/87, Παράσχη (Συλλογή 1991, σ. Ι-4501, σκέψη 23).
(23) - Βλ. τις αποφάσεις της 8ης Μαου 1990, υπόθεση C-175/88, Biehl (Συλλογή 1990, σ. Ι-1779, σκέψη 14), και της 28ης Ιανουαρίου 1992, υπόθεση C-204/90, Bachmann (Συλλογή 1992, σ. Ι-249, σκέψη 9).
(24) - Βλ., υπ' αυτήν την έννοια, τις προαναφερθείσες αποφάσεις Bachmann (σκέψη 27), Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (σκέψη 12) και Alluι ΙΙ (σκέψη 15).
(25) - Σκέψη 15.
(26) - Απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1995, υπόθεση C-55/94, Gebhard (Συλλογή 1995, σ. I-4165, σκέψεις 35 έως 37).
(27) - Απόφαση της 7ης Μαου 1991, υπόθεση C-340/89, Βλασσοπούλου (Συλλογή 1991, σ. I-2357, σκέψη 15).
(28) - Αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1977, υπόθεση 71/76, Thieffry (Συλλογή τόμος 1977, σ. 227, σκέψεις 19 και 27), και της 28ης Ιουνίου 1977, υπόθεση 11/77, Patrick (Συλλογή τόμος 1977, σ. 373).
(29) - Προπαρατεθείσες αποφάσεις Βλασσοπούλου (σκέψη 16) και Gebhard (σκέψη 38).
(30) - Απόφαση της 27ης Ιουνίου 1996, υπόθεση C-107/94 (Συλλογή 1996, σ. I-3089, σκέψη 42, η υπογράμμιση δική μου).
(31) - Βλ. απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1994, υπόθεση C-419/92, Scholz (Συλλογή 1994, σ. I-505).
Full & Egal Universal Law Academy