Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
A - Εισαγωγή
1 Η παρούσα διαδικασία λόγω παραβάσεως της Συνθήκης αφορά την οδηγία 76/160/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1975, περί της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως (1) (στο εξής: οδηγία).
2 Η οδηγία αυτή, σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική της σκέψη, έχει ως σκοπό «για την προστασία του περιβάλλοντος και της δημοσίας υγείας, να μειωθεί η ρύπανση των υδάτων κολυμβήσεως και να προστατευθούν αυτά από περαιτέρω ρύπανση». Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, η οδηγία, στο άρθρο 3, παράγραφος 1, προβλέπει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να καθορίσουν γι' αυτά τα ύδατα κολυμβήσεως οριακές τιμές (π.χ. για την περιεκτικότητα σε ορισμένα βακτηρίδια), που πρέπει να ανταποκρίνονται σε ορισμένες παραμέτρους που ορίζονται στο παράρτημα της οδηγίας. Όσον αφορά τις παραμέτρους αυτές, εν μέρει πρόκειται για δεσμευτικές ανώτατες τιμές και εν μέρει μόνο για ενδεικτικές τιμές (2).
3 Ως «ύδατα κολυμβήσεως» κατά την οδηγία νοούνται, σύμφωνα με τον ορισμό που περιέχεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο αα, τα γλυκέα ρέοντα ή λιμνάζοντα ύδατα ή μέρη αυτών, όπως και το ύδωρ της θαλάσσης, στα οποία η κολύμβηση επιτρέπεται σαφώς από τις αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους ή δεν απαγορεύεται και συνηθίζεται από μεγάλο αριθμό λουομένων.
4 Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα «για να καταστεί η ποιότης των υδάτων κολυμβήσεως εντός προθεσμίας δέκα ετών από της κοινοποιήσεως της παρούσης οδηγίας σύμφωνη προς τις οριακές τιμές που καθορίζονται δυνάμει του άρθρου 3».
5 Η τήρηση των οριακών τιμών ελέγχεται, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 6 της οδηγίας, με τη λήψη και εξέταση δειγμάτων από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. Η ελάχιστη συχνότητα αυτών των δειγματοληψιών ορίζεται στο παράρτημα της οδηγίας.
6 Σύμφωνα με το αρχικό κείμενο του άρθρου 13 της οδηγίας, τα κράτη μέλη όφειλαν να ανακοινώνουν στην Επιτροπή τακτικά συνοπτική έκθεση περί των υδάτων κολυμβήσεως και των πλέον σημαντικών χαρακτηριστικών τους. Από το 1993 (3), τα κράτη μέλη οφείλουν να υποβάλλουν κάθε χρόνο στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας.
7 Το Βασίλειο της Ισπανίας προσχώρησε στην Κοινότητα την 1η Ιανουαρίου 1986. Στην Πράξη για τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των συνθηκών (στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως), δεν καθορίστηκε για την Ισπανία - αντίθετα απ' ό,τι για την Πορτογαλία - ειδική προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Σύμφωνα με το άρθρο 395 της Πράξεως Προσχωρήσεως, το Βασίλειο της Ισπανίας ήταν επομένως υποχρεωμένο να συμμορφωθεί προς την οδηγία από την ημέρα της προσχωρήσεως.
8 Βάσει των πληροφοριών που διαβίβασαν στην Επιτροπή οι ισπανικές αρχές μετά την προσχώρηση, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μεταφορά της οδηγίας, από το Βασίλειο της Ισπανίας, στο εσωτερικό δίκαιο ήταν από πολλές πλευρές προβληματική. Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή παρέσχε στο Βασίλειο της Ισπανίας, με έγγραφο της 13ης Οκτωβρίου 1989, τη δυνατότητα να εκφράσει την άποψή του επί των επιφυλάξεων αυτών. Το Βασίλειο της Ισπανίας απάντησε με επιστολή της 13ης Νοεμβρίου 1989. Δεδομένου ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι οι παρατηρήσεις που περιέχονταν στην επιστολή αυτή δεν μπορούσαν να αποδυναμώσουν τις αιτιάσεις της, εξέδωσε στις 27 Νοεμβρίου 1990 την προβλεπόμενη στο άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΚ αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία έταξε στο Βασίλειο της Ισπανίας προθεσμία ενός μηνός για να παύσει τη διαπιστωθείσα παράβαση της Συνθήκης. Το Βασίλειο της Ισπανίας, με επιστολή της 15ης Μαρτίου 1991, απάντησε στην αιτιολογημένη αυτή γνώμη.
9 Κατά τη διάρκεια συναντήσεως που έλαβε χώρα το έτος 1992, οι ισπανικές αρχές δήλωσαν ότι είναι έτοιμες να διαβιβάσουν στην Επιτροπή περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που είχαν λάβει για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Κατά τα επόμενα έτη, οι ισπανικές αρχές έστειλαν στις υπηρεσίες της Επιτροπής διάφορες εκθέσεις και έγγραφα. Εν τούτοις, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αιτιάσεις που είχε προβάλει εξακολουθούσαν να ισχύουν. Κατά συνέπεια, το έτος 1996, αποφάσισε να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ.
10 Η Επιτροπή ζητεί:
- να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, παραλείποντας να λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε η ποιότητα των εσωτερικών υδάτων κολυμβήσεως στο ισπανικό έδαφος να ανταποκρίνεται στις οριακές τιμές που καθορίζονται από το άρθρο 3 της οδηγίας 76/160, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής και τα άρθρα 5 και 189 της Συνθήκης ΕΚ και
- να καταδικαστεί το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
11 Η Επιτροπή επισημαίνει σχετικά ότι η προσφυγή της αφορά μία μόνον από τις αιτιάσεις που προέβαλε κατά την προκαταρκτική διαδικασία. Εκτός αυτού επισημαίνει ότι η προσφυγή περιορίζεται μόνο στα εσωτερικά ύδατα κολυμβήσεως (4). Κατά συνέπεια, η προσφυγή δεν αφορά τα ύδατα κολυμβήσεως στη θάλασσα ή στις ακτές.
12 Το Βασίλειο της Ισπανίας ζητεί να απορριφθεί η προσφυγή και να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
B - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
13 Η Επιτροπή, προς υποστήριξη της προσφυγής της, επισημαίνει ότι σε σημαντικό αριθμό περιοχών κολυμβήσεως (5) στην Ισπανία δεν τηρήθηκαν οι οριακές τιμές που καθορίστηκαν βάσει του άρθρου 3 της οδηγίας. Έτσι, το 1994, στο 29 % των περιπτώσεων τα δείγματα δεν ανταποκρίνονταν στις καθορισθείσες οριακές τιμές (6). Αν ληφθούν υπόψη και οι περιοχές για τις οποίες οι ισπανικές αρχές δεν διαβίβασαν πληροφορίες, ή στις οποίες δεν έλαβαν χώρα δειγματοληψίες με την απαραίτητη συχνότητα, το ποσοστό αυτό φθάνει μέχρι το 36 %. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο και για τα προηγούμενα έτη. Η Επιτροπή αναφέρει εν προκειμένω αντίστοιχα στοιχεία για τα έτη 1991, 1992 και 1993.
14 Η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε την ορθότητα αυτών των αριθμητικών στοιχείων. Η Επιτροπή, στο υπόμνημα απαντήσεώς της, ορθά επισήμανε το γεγονός αυτό. Τα στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή αφορούν βέβαια τα έτη 1991 έως 1994 και, επομένως, ένα χρονικό διάστημα μεταγενέστερο της προθεσμίας ενός μηνός που είχε ταχθεί στο Βασίλειο της Ισπανίας με την αιτιολογημένη γνώμη της 27ης Νοεμβρίου 1990 για να παύσει τις παραβάσεις που της προσάπτονται. Το γεγονός όμως αυτό δεν έχει σημασία στην παρούσα υπόθεση, όσον αφορά το παραδεκτό των ισχυρισμών της Επιτροπής. Αφενός πρέπει να επισημανθεί ότι η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε ποτέ το νόμιμο της χρησιμοποιήσεως των στοιχείων αυτών. Αφετέρου πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή υποστήριξε ότι η παράβαση που προκύπτει από τα στοιχεία αυτά και από τα στοιχεία που αφορούν προηγούμενα έτη ανάγεται στον χρόνο της προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας στην Κοινότητα, χωρίς η Ισπανική Κυβέρνηση να αντικρούσει τον ισχυρισμό αυτό.
15 Στο υπόμνημα απαντήσεως η Επιτροπή παρέσχε τα αντίστοιχα στοιχεία και για το έτος 1995. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά το ποσοστό των δειγμάτων που δεν ανταποκρίνονται στις καθορισθείσες οριακές τιμές παρέμεινε, κατά το έτος 1995, κατά το μάλλον ή ήττον, σταθερό (30,3 %). Εν τούτοις, πρέπει να επισημανθεί ότι, λόγω της ξηρασίας, οι ισπανικές αρχές δεν έλαβαν πλέον δείγματα από 122 σημεία στα οποία είχαν πραγματοποιηθεί δειγματοληψίες κατά τα προηγούμενα έτη (7). Η Ισπανική Κυβέρνηση, στο υπόμνημα ανταπαντήσεως και κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστήριξε ότι η χρησιμοποίηση των στοιχείων αυτών είναι απαράδεκτη, διότι η προδικασία δεν αφορούσε τα στοιχεία αυτά. Η Επιτροπή, αντίθετα, υποστήριξε ότι τα στοιχεία αυτά μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν δεδομένου ότι πρόκειται για συνεχιζόμενη παράβαση και τα νέα στοιχεία ανταποκρίνονται στα στοιχεία των προηγουμένων ετών.
16 Κατά την άποψή μου, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να εξετάσει περαιτέρω το ζήτημα αυτό. Τα στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή δεν μεταβάλλουν το αντικείμενο της διαφοράς της παρούσας διαδικασίας. Το Δικαστήριο πρέπει, εν προκειμένω, να αποφανθεί κατά πόσον το Βασίλειο της Ισπανίας εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4 της οδηγίας εντός της προθεσμίας που έταξε για τον σκοπό αυτόν η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη της 27ης Νοεμβρίου 1990. Τα στοιχεία που αναφέρει η Επιτροπή και τα οποία αφορούν μεταγενέστερα έτη είναι βέβαια σημαντικά, στο μέτρο που από αυτά προκύπτει ότι η προβαλλόμενη κατάσταση διήρκεσε και μετά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα. Αυτό όμως ακριβώς δεν αμφισβητείται από την Ισπανική Κυβέρνηση, με την επιφύλαξη των υποστηριζομένων δικαιολογητικών λόγων, που δεν έχουν σχέση με το ζήτημα αυτό. Εξάλλου τα στοιχεία αυτά μπορεί να είναι σημαντικά στο μέτρο που επιτρέπουν ενδεχομένως τη συναγωγή συμπερασμάτων σχετικά με την περίοδο που είναι κρίσιμη για την απόφαση επί της προσφυγής. Αν δηλαδή, καθ' όλα τα έτη που έχουν παρέλθει από τότε, υπήρξε προφανής υπέρβαση των κρίσιμων οριακών τιμών, τότε μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το ίδιο συνέβη και κατά το χρονικό διάστημα που είναι κρίσιμο στην υπό κρίση υπόθεση. Από την άποψη αυτή, πρόκειται για ισχυρισμό που δεν δημιουργεί ενδοιασμούς και θα μπορούσε να προβληθεί από την Επιτροπή ακόμη και με το υπόμνημα απαντήσεως (8). Πρέπει να επισημανθεί ότι η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε την ουσιαστική ορθότητα των νέων στοιχείων που προσκόμισε η Επιτροπή.
17 Όπως έκρινε ήδη το Δικαστήριο, με την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1993, σε διαδικασία λόγω παραβάσεως που κίνησε η Επιτροπή κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση «να επιτύχουν ορισμένα αποτελέσματα». Τα κράτη μέλη πρέπει να φροντίσουν να καταστήσουν «την ποιότητα των επιδίκων υδάτων κολυμβήσεως τουλάχιστον σύμφωνη προς το παράρτημα της οδηγίας» (9). Το εξεταζόμενο εν προκειμένω άρθρο 4 της οδηγίας υποχρεώνει επομένως τα κράτη μέλη να επιτύχουν ένα ορισμένο αποτέλεσμα. Τα αναφερόμενα από την Ισπανική Κυβέρνηση μέτρα για τη βελτίωση της ποιότητας των υδάτων, τα οποία έλαβε τα τελευταία έτη, δεν είναι επομένως πρόσφορα, εφόσον τα μέτρα αυτά δεν οδήγησαν στο αποτέλεσμα που προβλέπει η οδηγία.
18 Για να δικαιολογήσει την παράβαση, η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει τρεις διαφορετικούς ισχυρισμούς. Πρώτον, υποστηρίζει ότι η παράβαση που της προσάπτεται οφείλεται σε ένα γεγονός ανεξάρτητο της θελήσεώς της, δηλαδή στην ασυνήθη ξηρασία στην Ισπανία. Δεύτερον, επικαλείται το γενικότερο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η οδηγία. Η Ισπανική Κυβέρνηση αναφέρει εν προκειμένω ιδίως την οδηγία 91/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαου 1991, για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων (10). Τέλος, υποστηρίζει ότι μεταβλήθηκαν οι συνήθειες του πληθυσμού, με αποτέλεσμα να μη χρησιμοποιούνται πλέον πολλά «ύδατα κολυμβήσεως».
Η σοβαρότητα της ξηρασίας στην Ισπανία
19 Στο υπόμνημα αντικρούσεως, το Βασίλειο της Ισπανίας επικαλέστηκε το γεγονός ότι κατά την τελευταία πενταετία επικρατεί στην Ισπανία ασυνήθης ξηρασία. Οι περίοδοι ξηρασίας δεν είναι βέβαια κάτι το ασύνηθες στην Ισπανία. Στην παρούσα περίπτωση όμως πρόκειται για μια εξαιρετικά έντονη ξηρασία. Η ξηρασία αυτή κατέστησε, παρ' όλες τις προσπάθειες, αδύνατη τη βελτίωση της ποιότητας των υδάτων. Η οφειλόμενη στην ξηρασία λειψυδρία στα υδάτινα ρεύματα οδήγησε αναγκαστικά σε αύξηση της συγκεντρώσεως των ρύπων. Τα εξετασθέντα δείγματα δεν μπορούν επομένως να θεωρηθούν αντιπροσωπευτικά. Υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες αποτελεί ήδη - όπως υποστήριξε η Ισπανική Κυβέρνηση κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου - «θρίαμβο» το γεγονός ότι το ποσοστό των δειγμάτων που δεν ανταποκρίνονταν στις καθορισθείσες οριακές τιμές μπόρεσε να διατηρηθεί σταθερό από έτος σε έτος. Αν ληφθεί προσηκόντως υπόψη η ξηρασία αυτή, προκύπτει ότι το ποσοστό των δειγμάτων που ανταποκρίνονται στις οριακές τιμές που καθορίστηκαν στην οδηγία ανέρχεται τουλάχιστον σε 82 % και, επομένως, αντιπροσωπεύει ποσοστό που υπερβαίνει σημαντικά τον μέσο όρο στην Κοινότητα.
20 Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η παρούσα περίπτωση αποτελεί περίπτωση ανωτέρας βίας, που επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας. Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι οι υπερβάσεις των τιμών που προβλέπονται στο άρθρο 3 δεν λαμβάνονται υπόψη «όταν είναι αποτέλεσμα πλημμυρών, φυσικών καταστροφών ή εκτάκτων μετεωρολογικών συνθηκών». Κατά την άποψη της Ισπανικής Κυβερνήσεως, στην παρούσα περίπτωση πρόκειται για «έκτακτες μετεωρολογικές συνθήκες».
21 Εκτός αυτού, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι συνθήκες περιβάλλοντος στην Κοινότητα παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές. Οι διαφορές αυτές πρέπει να ληφθούν υπόψη. Ιδίως η Μεσόγειος πλήττεται από έντονες μετεωρολογικές διακυμάνσεις. Τα ύδατα κολυμβήσεως στην περιοχή αυτή πρέπει επομένως να αντιμετωπισθούν διαφορετικά από τα ύδατα κολυμβήσεως σε άλλες περιοχές της Κοινότητας. Η Ισπανική Κυβέρνηση επικαλείται σχετικά την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο της 21ης Φεβρουαρίου 1996, που φέρει τον τίτλο «Η κοινοτική πολιτική στον τομέα των υδάτων» (11). Στο έγγραφο αυτό διαπιστώνεται ότι «ιδίως στο νότιο μέρος της Κοινότητας» ορισμένοι υδάτινοι χώροι ξηραίνονται σε ορισμένες περιόδους του έτους. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι η κοινοτική πολιτική στον τομέα των υδάτων πρέπει «να διαθέτει την κατάλληλη ευελιξία προκειμένου να αποφεύγεται η επιβολή ακατάλληλων ή χωρίς λόγο αυστηρών απαιτήσεων, απλώς και μόνον προς χάρη της εναρμονίσεως» (12).
22 Τέλος, η Ισπανική Κυβέρνηση επικαλείται το γεγονός ότι τα δείγματα που αξιολογήθηκαν, στα οποία στηρίζεται η Επιτροπή, αφορούσαν μόνον την τήρηση δύο από τις δεκαεννέα παραμέτρους που προβλέπει η οδηγία.
23 Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί τις γενικές συνέπειες της ξηρασίας που επικαλείται η Ισπανική Κυβέρνηση για την ποιότητα των υδάτων. Υποστηρίζει, εν τούτοις, ότι η εν λόγω ξηρασία δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στις αναφερόμενες στο άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας «έκτακτες μετεωρολογικές συνθήκες». Η παράγραφος αυτή πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Περιέχει ειδικές διατάξεις για τις περιπτώσεις ανωτέρας βίας. Σύμφωνα όμως με τη νομολογία του Δικαστηρίου, περίπτωση ανωτέρας βίας συντρέχει μόνον όταν πρόκειται για εξωτερική αιτία, που έχει «αναπότρεπτες και αναπόφευκτες συνέπειες, σε σημείο ώστε να καθίσταται αντικειμενικά αδύνατη [για τον ενδιαφερόμενο] η συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις του» (13). Το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας καλύπτει μόνο προσωρινές υπερβάσεις των τιμών που καθορίστηκαν, οφειλόμενες σε συγκεκριμένα γεγονότα με περιορισμένη διάρκεια, π.χ., σε πλημμύρες. Στην παρούσα περίπτωση, όμως, πρόκειται για ένα περιοδικά επαναλαμβανόμενο φαινόμενο που παρουσιάζεται εδώ και μερικά έτη σε ορισμένες περιοχές της Ισπανίας. Ελλείπει, συνεπώς, τόσο ο χρονικός περιορισμός όσο και ο απρόβλεπτος χαρακτήρας. Εξάλλου, η ξηρασία αποτελεί μόνον έναν από περισσότερους παράγοντες, όχι όμως το μοναδικό αίτιο για την παράβαση που προσάπτεται στο Βασίλειο της Ισπανίας. Εκτός αυτού, κατά την Επιτροπή, παρά την ξηρασία, δεν ήταν αντικειμενικά αδύνατο στο Βασίλειο της Ισπανίας να τηρήσει τις επιταγές της οδηγίας. Ελλείπει συνεπώς ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ξηρασίας και της προβαλλομένης παραβάσεως, διότι το Βασίλειο της Ισπανίας ήταν σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία, καταβάλλοντας, αν αυτό ήταν αναγκαίο, πρόσθετες προσπάθειες.
24 Η Επιτροπή υποστηρίζει ακόμη σχετικά ότι η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αναφέρει συγκεκριμένες πληροφορίες για τις συνέπειες της ελλείψεως βροχοπτώσεων για τις κατ' ιδίαν περιοχές. Υπάρχουν στην Ισπανία δύο σαφώς διακεκριμένες περιοχές. Η ξηρασία έπληξε έντονα τον νότο και το κέντρο της Ισπανίας. Αντίθετα δεν έθιξε καθόλου τη βόρεια, πλούσια σε βροχοπτώσεις περιοχή. Και όμως, στη βόρεια αυτή περιοχή βρίσκεται το ήμισυ των τοποθεσιών από τις οποίες ελήφθησαν δείγματα που δεν ανταποκρίνονταν στις καθορισθείσες οριακές τιμές. Πέραν αυτού, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν είναι σαφές για ποιον λόγο τα στοιχεία για το έτος 1995 δείχνουν άνοδο του ποσοστού των δειγμάτων που δεν ανταποκρίνονται στην οδηγία, ενώ από 122 τοποθεσίες δεν ελήφθησαν καν δείγματα λόγω της ξηρασίας. Επιπλέον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο αριθμός των ελεγχομένων περιοχών κολυμβήσεως ανήλθε από 312 το 1992 σε 343 το 1995.
25 Υποστηρίζω, όπως και η Επιτροπή, την άποψη ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας εξαίρεση πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Εν τούτοις, δεν θεωρώ ότι αποκλείεται ο χαρακτηρισμός μιας ξηρασίας ως έκτακτης μετεωρολογικής συνθήκης κατά την έννοια της διατάξεως αυτής. Η αντίθεση άποψη που υποστηρίζει η Επιτροπή δεν βρίσκει, κατά τη γνώμη μου, έρεισμα στην ίδια τη διατύπωση της διατάξεως αυτής. Δεν είναι προφανές ποιες άλλες «έκτακτες μετεωρολογικές συνθήκες» μπορεί να είχε υπόψη εν προκειμένω ο νομοθέτης. Η διάταξη πάντως μπορεί να εφαρμοστεί μόνον αν επρόκειτο πράγματι για εξαιρετική ξηρασία. Δεν μπορώ να κρίνω οριστικά αν επρόκειτο για τέτοια περίπτωση, παρόλο που υπάρχουν ενδείξεις υπέρ της απόψεως αυτής. Το βάρος αποδείξεως του γεγονότος αυτού φέρει βεβαίως το Βασίλειο της Ισπανίας, που επικαλείται αυτή την εξαιρετική διάταξη. Στο εξής θα δεχθώ, προς όφελος του καθού η προσφυγή κράτους μέλους, ότι πράγματι επρόκειτο για εξαιρετική ξηρασία. Το γεγονός ότι τέτοιες εξαιρετικές ξηρασίες εμφανίζονται καμιά φορά, ως γνωστόν, στην Ισπανία δεν επηρεάζει τη δυνατότητα εφαρμογής της προμνησθείσας διατάξεως της οδηγίας. Ακόμη και το γεγονός ότι η ξηρασία αυτή, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ισπανικής Κυβερνήσεως, μαστίζει επί περισσότερα έτη την Ισπανία δεν αποκλείει, κατά την άποψή μου, την εφαρμογή της διατάξεως αυτής. Από το ισχύον κείμενο της οδηγίας δεν προκύπτει ότι οι αναφερόμενες σ' αυτό «έκτακτες μετεωρολογικές συνθήκες» μπορούσαν να είναι κρίσιμες μόνον αν διαρκούσαν επί περισσότερο ή λιγότερο σύντομο χρονικό διάστημα. Η Ισπανική Κυβέρνηση ορθά επισήμανε, κατά την προφορική διαδικασία, ότι και οι επίσης αναφερόμενες στο άρθρο 5, παράγραφος 2, πλημμύρες μπορούν να αποτελούν λιγότερο ή περισσότερο συχνά επαναλαμβανόμενα φαινόμενα (14). Η επισήμανση της Επιτροπής ότι η υποβληθείσα από αυτήν το έτος 1994 πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου περί της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως (15) περιέχει αντίστοιχο περιορισμό (16) δεν είναι κρίσιμη, εφόσον η πρόταση αυτή δεν έχει καταστεί οδηγία.
26 Εν τούτοις, θεωρώ ότι οι ενστάσεις που προέβαλε η Επιτροπή κατά των απόψεων της Ισπανικής Κυβερνήσεως ευσταθούν. Συγκεκριμένα, το Βασίλειο της Ισπανίας δεν απέδειξε, κατά την άποψή μου, ότι η παράβαση που του προσάπτεται οφείλεται αποκλειστικά, ή τουλάχιστον κυρίως, στην ξηρασία.
27 Η ιδιαίτερη περίσταση ότι το ποσοστό των δειγμάτων που δεν ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις της οδηγίας παρέμεινε σχετικά σταθερό στη διάρκεια των ετών μπορεί ενδεχομένως να εξηγηθεί λόγω της μακράς διάρκειας της ξηρασίας, όπως εξέθεσε η Ισπανική Κυβέρνηση. Αντίθετα, δεν μπορεί να εξηγηθεί με την υποστηριχθείσα από την Ισπανική Κυβέρνηση λειψυδρία το μη αμφισβητούμενο από αυτή γεγονός ότι ο αριθμός των ελεγχομένων περιοχών κολυμβήσεως αυξήθηκε σημαντικά κατά το ίδιο χρονικό διάστημα (17). Πώς θα μπορούσαν να αυξάνουν σε αριθμό τα ύδατα κολυμβήσεως αν η συγχρόνως επικρατούσα ξηρασία είχε τις σημαντικές συνέπειες που διατείνεται η Ισπανική Κυβέρνηση;
28 Θεωρώ εν τούτοις αποφασιστικό το γεγονός ότι εκ πρώτης όψεως πολλά συνηγορούν υπέρ του ισχυρισμού της Επιτροπής σύμφωνα με τον οποίο ο βορράς της Ισπανίας επλήγη λιγότερο από την ξηρασία. Ένα μεγάλο μέρος των υδάτων κολυμβήσεως, δείγματα των οποίων αποδείχθηκαν προβληματικά, βρισκόταν στο τμήμα αυτό της χώρας, πράγμα που δεν αμφισβητεί η Ισπανική Κυβέρνηση. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Βασίλειο της Ισπανίας θα μπορούσε να αποδυναμώσει την αιτίαση της Επιτροπής μόνο με συγκεκριμένα στοιχεία, που να αφορούν τις κατ' ιδίαν περιοχές. Συγχρόνως, θα έπρεπε να αποδείξει ότι οι ισπανικές αρχές δεν θα ήταν, ακόμη και με πρόσθετες προσπάθειες, σε θέση να εξασφαλίσουν την τήρηση της οδηγίας για τα συγκεκριμένα ύδατα. Αυτό δεν συνέβη, με αποτέλεσμα να μην μπορεί το Βασίλειο της Ισπανίας, κατά την άποψή μου, να επικαλεστεί το άρθρο 5, παράγραφο 2, της οδηγίας ή γενικώς περίπτωση ανωτέρας βίας.
29 Στην προαναφερθείσα απόφαση του έτους 1993 το Δικαστήριο έκρινε ότι τα κράτη μέλη μπορούν να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλει η οδηγία μόνον με τους λόγους που ορίζει η ίδια η οδηγία (18). Δεν απέκλεισε εν τούτοις κατηγορηματικά τη δυνατότητα των κρατών μελών να επικαλεστούν την «απόλυτη πραγματική αδυναμία συμμορφώσεως προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία» (19). Δεδομένου όμως ότι στην παρούσα περίπτωση οι επιπτώσεις της ξηρασίας πρέπει κατά βάση να υπαχθούν στους δικαιολογητικούς λόγους που προβλέπει ρητώς η οδηγία, δεν χρειάζεται να εξεταστεί περαιτέρω το ζήτημα αυτό. Ακόμη και αν εξεταζόταν το ζήτημα αυτό, το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο με αυτό που ανέπτυξα πιο πάνω σχετικά με το άρθρο 5 της οδηγίας. Το Βασίλειο της Ισπανίας δεν απέδειξε δηλαδή ότι συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση αντικειμενικής αδυναμίας.
30 Όσον αφορά τη λήψη υπόψη των ιδιαιτεροτήτων των υδάτων κολυμβήσεως των χωρών της Μεσογείου και τη στο μέτρο αυτό ζητούμενη από την Ισπανική Κυβέρνηση ευελιξία κατά την ερμηνεία της οδηγίας, νομίζω ότι μπορώ να είμαι συνοπτικός. Ορθά η Επιτροπή επισήμανε ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, κατά την προσχώρησή του στην Κοινότητα, ανέλαβε οικειοθελώς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία ήδη από την 1η Ιανουαρίου 1986 και δεν ζήτησε πρόσθετη προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Αν οι ιδιαιτερότητες των κλιματολογικών και περιβαλλοντικών συνθηκών στην Ισπανία καθιστούσαν πράγματι αναγκαία μια προσαρμογή της οδηγίας, θα ήταν καθήκον του Βασιλείου της Ισπανίας να προτείνει μια τέτοια τροποποίηση κατά τις διαπραγματεύσεις για την προσχώρηση ή τουλάχιστον να φροντίσει για την πρόβλεψη επαρκούς προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Το παράδειγμα της Πορτογαλίας αποδεικνύει ότι αυτό σε καμία περίπτωση δεν αποκλειόταν (20). Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο αν ευσταθεί ο ισχυρισμός της εκπροσώπου της Ισπανικής Κυβερνήσεως κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τον οποίο η ξηρασία άρχισε ήδη από το 1985.
31 Πρέπει, εξάλλου, να επισημανθεί ότι ο ισχυρισμός της Ισπανικής Κυβερνήσεως σύμφωνα με τον οποίο η Επιτροπή απαιτεί να ανταποκρίνονται τα ισπανικά ύδατα κολυμβήσεως κατά ποσοστό 100 % στις απαιτήσεις της οδηγίας δεν ευσταθεί. Η Επιτροπή, κατά την προφορική διαδικασία, αναφέρθηκε για άλλη μια φορά στη διατύπωση του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, για την εφαρμογή του άρθρου 4, τα ύδατα κολυμβήσεως ενός κράτους μέλους θεωρούνται ότι ανταποκρίνονται στις σχετικές παραμέτρους αν - για να επιλέξω μία μόνο περίπτωση - το 95 % των δειγμάτων ανταποκρίνονται στις δεσμευτικές ανώτατες τιμές. Η ίδια επομένως η οδηγία προβλέπει μια ευνοϋκή για τα κράτη μέλη ρύθμιση, που δεν προϋποθέτει την τήρηση των απαιτήσεων της οδηγίας σε ποσοστό 100 %. Η Ισπανική Κυβέρνηση, κατά την προφορική διαδικασία, αναφέρθηκε η ίδια στην έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, που εξαγγέλλει την προαναφερθείσα διάταξη. Το γεγονός ότι, πέρα από αυτό, η οδηγία, όπως ισχύει σήμερα, παρουσιάζει σημαντική ευελιξία φαίνεται, εξάλλου, από την επόμενη (έβδομη) αιτιολογική σκέψη. Η αιτιολογική αυτή σκέψη προβλέπει τη δυνατότητα παρεκκλίσεων - όπως π.χ. η παρέκκλιση του άρθρου 5, παράγραφος 2 - «για να επιτευχθεί μια ορισμένη ευλυγισία κατά την εφαρμογή της οδηγίας».
32 Θεωρώ εξάλλου ότι η Επιτροπή στην παρούσα περίπτωση - όπως υποστήριξε η ίδια - απαιτεί από το Βασίλειο της Ισπανίας μόνον το ελάχιστο που θα μπορούσε κανείς να απαιτήσει από ένα κράτος μέλος στο πλαίσιο της οδηγίας. Η αιτίασή της αναφέρεται συγκεκριμένα μόνο σε δύο από τις σημαντικότερες δεσμευτικές παραμέτρους. Η τήρηση των λοιπών παραμέτρων (είτε είναι δεσμευτικές είτε αποτελούν απλώς ενδεικτικές τιμές) δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας.
33 Δίνεται έτσι η ίδια απάντηση και στην τελευταία ένσταση της Ισπανικής Κυβερνήσεως. Το γεγονός ότι η Επιτροπή έκρινε ανεπαρκή την τήρηση των οριακών τιμών που προβλέπει η οδηγία μόνον όσον αφορά δύο παραμέτρους ουδόλως σημαίνει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας συμμορφώθηκε προς όλες τις υπόλοιπες οριακές τιμές. Αντίθετα, η Επιτροπή, κατά απόλυτα νόμιμο τρόπο, περιορίστηκε σε δύο μόνον ιδιαίτερα σημαντικές παραμέτρους.
Η επίδραση άλλων νομικών πράξεων
34 Στο υπόμνημα αντικρούσεώς της, η Ισπανική Κυβέρνηση αναφέρθηκε λεπτομερώς στην προαναφερθείσα ανακοίνωση της Επιτροπής, της 21ης Φεβρουαρίου 1996 περί της κοινοτικής πολιτικής στον τομέα των υδάτων (21). Το έγγραφο αυτό είναι αναμφίβολα σημαντικό για τη μελλοντική πολιτική της Κοινότητας στον τομέα της προστασίας των υδάτων. Το κείμενο όμως αυτό δεν είναι, κατά την άποψή μου, κρίσιμο για την παρούσα διαδικασία. Η Ισπανική Κυβέρνηση συνάγει βέβαια από την προαναφερθείσα ανακοίνωση το συμπέρασμα ότι ένα τμήμα των υφισταμένων διατάξεων στον τομέα αυτό είναι ξεπερασμένο και ότι οι επιδιωκόμενοι σκοποί μπορούν να επιτευχθούν, και μάλιστα καλύτερα, και με άλλο τρόπο. Από την ανακοίνωση όμως προκύπτει ότι η εξεταζόμενη εν προκειμένω οδηγία πρόκειται να διατηρηθεί σε ισχύ (22). Εξάλλου, το 1994, η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου περί της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως (23), από την οποία προκύπτει ότι το περιεχόμενο της κρίσιμης εν προκειμένω οδηγίας θα τροποποιηθεί μεν σε ορισμένα σημεία, αλλά δεν θα καταργηθεί. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να επισημανθεί ότι όλα αυτά δεν μπορούν να μεταβάλουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα των διατάξεων της οδηγίας που ίσχυαν κατά την κρίσιμη περίοδο.
35 Ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο αυτό έχει, κατά την άποψη της Ισπανικής Κυβερνήσεως, η οδηγία 91/271. Η οδηγία αυτή επιβάλλει, μεταξύ άλλων, στα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε οι οικισμοί με ορισμένο μέγεθος να διαθέτουν αποχετευτικό δίκτυο και τα αστικά λύματα να υποβάλλονται σε επεξεργασία καθαρισμού πριν αποβληθούν σε ύδατα. Ορισμένες από τις διατάξεις αυτές προβλέπουν ότι τα κράτη μέλη πρέπει να συμμορφωθούν προς τις επιταγές τους μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2005. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ της ρυθμίσεως αυτής και της εξεταζομένης εν προκειμένω οδηγίας. Τα αστικά λύματα αποτελούν την κύρια αιτία μολύνσεως των υδάτων κολυμβήσεως. Δεδομένου ότι η οδηγία 91/271 προβλέπει για τα λύματα αυτά προθεσμία μέχρι το έτος 2005, ενώ η εξεταζόμενη εν προκειμένω οδηγία έπρεπε να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο της Ισπανίας ήδη από την 1η Ιανουαρίου 1986, δεν υπάρχει εναρμόνιση μεταξύ των δύο αυτών οδηγιών.
36 Όπως ορθά επισήμανε η Επιτροπή, οι ισχυρισμοί της Ισπανικής Κυβερνήσεως δεν είναι πειστικοί. Από την οδηγία 91/271 δεν προκύπτει ότι ο νομοθέτης είχε σκοπό να χορηγήσει στα κράτη μέλη περαιτέρω προθεσμία για τη μεταφορά της επίδικης οδηγίας στο εσωτερικό τους δίκαιο. Δεν μπορεί επομένως να γίνει δεκτό ότι με την οδηγία αυτή χορηγήθηκε στα κράτη μέλη που δεν είχαν ακόμη μεταφέρει στο εσωτερικό τους δίκαιο την επίδικη οδηγία μια «προθεσμία χάριτος». Εξάλλου, αντίθετα απ' ό,τι ισχυρίζεται η Ισπανική Κυβέρνηση, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των δύο οδηγιών. Και οι δύο εξυπηρετούν βέβαια τον ίδιο σκοπό - συγκεκριμένα την προστασία των υδάτων -, ακολουθούν όμως διαφορετικό δρόμο. Η επίδικη οδηγία υποχρεώνει τα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε να μη σημειώνεται υπέρβαση ορισμένων οριακών τιμών στα ύδατα κολυμβήσεως. Αν για τον σκοπό αυτό αποδειχθεί απαραίτητο να λάβουν μέτρα κατά της μολύνσεως από αστικά λύματα, η υποχρέωση αυτή προέκυπτε ήδη από την επίδικη οδηγία, που εκδόθηκε το 1976. Η οδηγία 91/271 δεν άλλαξε επομένως, στο μέτρο αυτό, τίποτα. Η ερμηνεία αυτή δεν μειώνει σε καμία περίπτωση την αξία της τελευταίας αυτής οδηγίας. Η οδηγία αυτή ισχύει π.χ., ακόμη και όταν τα αστικά λύματα αποβάλλονται σε ύδατα που δεν είναι «ύδατα κολυμβήσεως».
Η μεταβολή των κοινωνικών συνηθειών
37 Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, σε πολλές περιπτώσεις, περιοχές κολυμβήσεως εγκαταλείφθηκαν από αυτούς που τις χρησιμοποιούσαν, οι οποίοι πλέον προτιμούν κρατικές ή ιδιωτικές εγκαταστάσεις. Στα εκάστοτε ελεγχόμενα ύδατα περιλαμβάνονται επομένως πολλά που δεν μπορούν πλέον να θεωρηθούν ως «ύδατα κολυμβήσεως» κατά την έννοια της οδηγίας. Στο πλαίσιο αυτό, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ακόμη ότι ο ορισμός που περιέχεται στο άρθρο 1 της οδηγίας και σύμφωνα με τον οποίο στα ύδατα κολυμβήσεως συγκαταλέγονται και ύδατα στα οποία η κολύμβηση δεν απαγορεύεται και συνηθίζεται από μεγάλο αριθμό λουομένων είναι ασαφής. Αφενός, η έλλειψη ειδικότερου ορισμού της έννοιας του «μεγάλου αριθμού λουομένων» δημιούργησε δυσκολίες και σύγχυση. Ορισμένες περιοχές εξακολούθησαν να αντιμετωπίζονται ως περιοχές κολυμβήσεως, παρόλο που είχαν εγκαταλειφθεί από αυτούς που τις χρησιμοποιούσαν. Αφετέρου, σε σύγχυση οδήγησε και η έλλειψη καθορισμού των συνεπειών μιας - προσωρινής ή μόνιμης - απαγορεύσεως της κολυμβήσεως εκ μέρους των αρχών. Η πρόταση που υπέβαλε η Επιτροπή το 1994 είναι περισσότερο συγκεκριμένη, στο μέτρο που από αυτή προκύπτει ότι, σε περίπτωση μόνιμης απαγορεύσεως της κολυμβήσεως, τα οικεία ύδατα δεν αποτελούν πλέον ύδατα κολυμβήσεως (24).
38 Τα επιχειρήματα που προβάλλει η Ισπανική Κυβέρνηση δεν γίνονται εύκολα κατανοητά. Αν τα επιχειρήματα αυτά έχουν στην πραγματικότητα την έννοια ότι οι επιταγές της οδηγίας για τα ύδατα κολυμβήσεως παύουν να ισχύουν όταν τα ύδατα δεν χρησιμοποιούνται πλέον για κολύμβηση ή χρησιμοποιούνται μόνον από λίγα άτομα, δημιουργείται πράγματι κίνδυνος φαύλου κύκλου. Αυτό επισημάνθηκε ορθά από την Επιτροπή. Συγκεκριμένα, δεν αποκλείεται η μείωση του αριθμού των λουομένων να οφείλεται ακριβώς στη χειροτέρευση της ποιότητας των υδάτων. Θα ήταν αντίθετο προς την έννοια και τον σκοπό της οδηγίας να έχει το γεγονός αυτό ως συνέπεια ότι το κράτος μέλος δεν θα χρειάζεται πλέον, όσον αφορά τα ύδατα αυτά, να μεριμνά για την τήρηση των οριακών τιμών που έχουν καθοριστεί. Αντίστοιχα ισχύουν σχετικά με το ζήτημα των συνεπειών τυχόν απαγορεύσεως της κολυμβήσεως, που επιβάλλουν οι αρχές. Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η οδηγία αποσκοπεί όχι μόνο στην προστασία της υγείας, αλλά και στην προστασία του περιβάλλοντος (25). Αν επιτρεπόταν στα κράτη μέλη, όταν αυξάνει η μόλυνση κάποιων υδάτων, να επιβάλλουν απλώς μια απαγόρευση κολυμβήσεως και να μη θεωρούν πλέον τα ύδατα αυτά ως «ύδατα κολυμβήσεως», αυτό θα οδηγούσε σε επίτευξη ενός μόνο από τους στόχους αυτούς. Μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν, επομένως, αντίθετη προς τους σκοπούς της οδηγίας. Παρέλκει η εξέταση του ζητήματος αν το σχέδιο νέας οδηγίας, που πρότεινε η Επιτροπή το 1994, θα επέφερε σημαντικές αλλαγές στον τομέα αυτό, όπως φαίνεται να θεωρεί η Ισπανική Κυβέρνηση (26).
39 Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί ότι οι δυσκολίες που επικαλείται η Ισπανική Κυβέρνηση δεν μπορούν, για πραγματικούς λόγους, να δικαιολογήσουν την προβαλλόμενη εν προκειμένω παράβαση. Η Επιτροπή ορθά επισήμανε ότι ο αριθμός των σημείων στα οποία έγιναν ή επρόκειτο να γίνουν στην Ισπανία δειγματοληψίες αυξήθηκε με την πάροδο των ετών (27). Αν ήταν αληθής ο ισχυρισμός της Ισπανικής Κυβερνήσεως, θα ανέμενε κανείς τη μείωση του αριθμού αυτού. Η Ισπανική Κυβέρνηση δεν κατόρθωσε να εξηγήσει αυτή την αντίφαση. Εν πάση περιπτώσει, η αντίφαση αυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί με τις προβαλλόμενες δυσκολίες που συνεπάγεται η ερμηνεία του ορισμού του άρθρου 1 της οδηγίας.
40 Πρέπει εκ των προτέρων να επισημανθεί ότι μπορεί βέβαια να επέλθουν αλλαγές στα ύδατα κολυμβήσεως, όπως υποστηρίζει η Ισπανική Κυβέρνηση. Αν π.χ., κάποια ύδατα κολυμβήσεως εγκαταλειφθούν πράγματι από αυτούς που τα χρησιμοποιούν για ορισμένους λόγους - στους οποίους δεν συγκαταλέγω τη μόλυνση των υδάτων αυτών -, θα πρέπει το κράτος μέλος να έχει το δικαίωμα να μην αντιμετωπίζει πλέον τα ύδατα αυτά ως «ύδατα κολυμβήσεως», κατά την έννοια της οδηγίας. Αυτό, όμως, κατά την άποψή μου, πρέπει να εξετάζεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και, ενδεχομένως, να αποδεικνύεται από το οικείο κράτος μέλος. Μια κατά το μάλλον ή ήττον γενική θεώρηση, όπως αυτή που επιχειρεί η Ισπανική Κυβέρνηση στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι, επομένως, αρκετή.
Συμπέρασμα
41 Κατά συνέπεια, φρονώ ότι κανένας από τους λόγους που επικαλείται η Ισπανική Κυβέρνηση δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη διαπιστωθείσα παράβαση του άρθρου 4 της οδηγίας. Η προσφυγή της Επιτροπής είναι, επομένως, βάσιμη. Δεν χρειάζεται συνεπώς, κατά την άποψή μου, να εξετάσει το Δικαστήριο λεπτομερώς τα άρθρα 5 και 189 της Συνθήκης ΕΚ που αναφέρει επίσης η Επιτροπή στην προσφυγή της. Η απόφαση περί των δικαστικών εξόδων απορρέει από το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
42 Στην προαναφερθείσα διαδικασία λόγω παραβάσεως που κίνησε η Επιτροπή κατά του Ηνωμένου Βασιλείου (28), η Επιτροπή υπέβαλε αίτημα που ομοιάζει προς το εν προκειμένω υποβληθέν αίτημα. Το Δικαστήριο, στην απόφασή του, επέλεξε, χωρίς περαιτέρω αιτιολογία, μια αποκλίνουσα διατύπωση, χωρίς, όπως φαίνεται, να αποσκοπεί σε ουσιαστική διαφοροποίηση. Δεδομένου ότι η διατύπωση που επέλεξε το Δικαστήριο μου φαίνεται περισσότερο κομψή, θεωρώ ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί και στην παρούσα περίπτωση.
Τελική παρατήρηση
43 Η παρούσα υπόθεση είναι η τελευταία στην οποία αναπτύσσω προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Ας μου επιτραπεί, επομένως, να χρησιμοποιήσω την ευκαιρία αυτή για να εκφράσω προσωπικά τις ευχαριστίες μου προς τους εκπροσώπους της Επιτροπής, των κρατών μελών και των λοιπών διαδίκων, που αναγκάστηκαν να με υποστούν επί 14 έτη. Τους ευχαριστώ για την κατανόησή τους, την υπομονή τους και τον κόπο που κατέβαλαν για να πείσουν το Δικαστήριο για την ορθότητα των απόψεών τους. Η ποιότητα των επιχειρημάτων των διαδίκων συμβάλλει σημαντικά στην ποιότητα των προτάσεων και των αποφάσεων.
Πέραν αυτού θα ήθελα να ευχαριστήσω εκείνους οι οποίοι, παρ' όλον ότι είναι πολύ σημαντικοί, ουδέποτε αναφέρονται στις αποφάσεις και τις προτάσεις. Πρώτα απ' όλα θα ήθελα να αναφέρω εν προκειμένω τους διερμηνείς και τους μεταφραστές, χωρίς τη δραστηριότητα των οποίων θα δεν θα ήταν καν δυνατό το δικαιοδοτικό έργο του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τις μεταφράσεις, κατά τη διάρκεια των ετών παρακολούθησα ιδίως - για λόγους που εύκολα μπορεί να μαντέψει κανείς - τη μετάφραση των κειμένων μου στη γαλλική γλώσσα. Η ποιότητα των μεταφράσεων αυτών, καθώς και η ποιότητα των μεταφράσεων σε άλλες γλώσσες, τις οποίες μπορούσα να συγκρίνω, ήταν πάντοτε εντυπωσιακή. Μερικές φορές είχα μάλιστα την εντύπωση ότι η μετάφραση ακουγόταν καλύτερα από το γερμανικό πρωτότυπο. Δεδομένου ότι δεν μπορώ εδώ να αναφέρω τα ονόματα όλων των μεταφραστών, προς τους οποίους είμαι ευγνώμων, ας μου επιτραπεί να εκφράσω τις θερμές ευχαριστίες μου, ως αντιπρόσωπο των υπολοίπων, στον προϋστάμενο του γαλλικού μεταφραστικού τμήματος, τον κ. J.-P. Vernier, την υπομονή του οποίου έθεσα μερικές φορές σε σκληρή δοκιμασία. Ευχαριστώ επίσης τους επιστημονικούς συνεργάτες και τον ειδικό σύμβουλο του Δικαστηρίου για οικονομικά ζητήματα, στις γνώσεις των οποίων πάντοτε κατέφευγα με μεγάλη ευχαρίστηση, επωφελούμενος από αυτές. Οι πάντοτε φιλικές κυρίες και κύριοι της βιβλιοθήκης ήταν μονίμως πρόθυμοι να βοηθήσουν την εύρεση βιβλιογραφίας για συγκεκριμένο θέμα. Τους ευχαριστώ γι' αυτό. Δεν θα ήθελα βέβαια να λησμονήσω τους πάντοτε ευσυνείδητους huissiers (όπως καλούνται εδώ οι κλητήρες), που είναι αρμόδιοι για τη μεταφορά και διανομή της εσωτερικής και εξωτερικής αλληλογραφίας. Τέλος, - και η τελευταία θέση στην απαρίθμηση αυτή δεν ανταποκρίνεται στη σημασία τους - θα ήθελα να εκφράσω τις ειλικρινείς μου ευχαριστίες προς τους προσωπικούς μου συνεργάτες, τους εισηγητές και τις κυρίες της γραμματείας μου, που εκτελούσαν πάντοτε όλα τα καθήκοντα που τους ανέθετα με τρόπο αξιόπιστο και φιλικό. Η συνεργασία στο Δικαστήριο με όλα αυτά τα άτομα - όπως και με τους συναδέλφους μου γενικούς εισαγγελείς και δικαστές, τους οποίους δεν χρειάζεται να αναφέρω εν προκειμένω - ήταν ευχαρίστηση.
Γ - Πρόταση
44 Κατά συνέπεια προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει την ακόλουθη απόφαση:
«1) Το Βασίλειο της Ισπανίας, παραλείποντας να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει ότι η ποιότητα των γλυκών υδάτων κολυμβήσεως στην ισπανική επικράτεια να ανταποκρίνεται στις οριακές τιμές που καθορίζονται δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας 76/160/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1975, περί της ποιότητος των υδάτων κολυμβήσεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ.
2) Το Βασίλειο της Ισπανίας φέρει τα δικαστικά έξοδα.»
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 108.
(2) - Βλ. άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας.
(3) - Έπειτα από αντίστοιχη τροποποίηση του άρθρου 13 της οδηγίας από το άρθρο 3 της οδηγίας 91/692/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1991, για την τυποποίηση και τον εξορθολογισμό των εκθέσεων που αφορούν την εφαρμογή ορισμένων οδηγιών για το περιβάλλον (ΕΕ L 377, σ. 48).
(4) - Η Επιτροπή στην προσφυγή της χρησιμοποιεί σχετικά τον όρο «εσωτερικά ύδατα κολυμβήσεως», ενώ η οδηγία, στον προαναφερθέντα ορισμό του άρθρου 1 κάνει λόγο για «γλυκέα (..) ύδατα». Όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της προσφυγής, φαίνεται ότι η επιλογή αυτής της αποκλίνουσας ορολογίας από την Επιτροπή δεν στηρίζεται σε ουσιαστικούς λόγους. Κατά συνέπεια στις προτάσεις μου θα χρησιμοποιώ τον όρο που χρησιμοποιείται στην ίδια την οδηγία.
(5) - Ως «περιοχή κολυμβήσεως» νοείται σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, της οδηγίας, το μέρος στο οποίο υπάρχουν ύδατα κολυμβήσεως.
(6) - Τα στοιχεία αυτά, όπως και τα επόμενα, αναφέρονται μόνο σε δύο από τις παραμέτρους που καθορίζονται στην οδηγία, και συγκεκριμένα στα ολικά κολοβακτηρίδια αφενός και στα κολοβακτηρίδια κοπράνων αφετέρου.
(7) - Ο αριθμός των σημείων όπου έγιναν δειγματοληψίες μειώθηκε, σύμφωνα με τα στοιχεία της Επιτροπής, από 343 κατά το έτος 1994 σε 221 κατά το έτος 1995.
(8) - Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι τα στοιχεία προέρχονται από μια έκθεση που, σύμφωνα με όσα αναφέρει η Επιτροπή, δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 1996, ενώ η προσφυγή είχε ήδη κατατεθεί στο Δικαστήριο τον Μάρτιο του 1996.
(9) - Υπόθεση C-56/90, Συλλογή 1993, σ. I-4109, σκέψεις 43 και 44.
(10) - ΕΕ L 135, σ. 40.
(11) - COM(96) 59 τελικό.
(12) - Όπ.π. (υποσημείωση 11), σημεία 4.2 και 5.8.
(13) - Απόφαση της 18ης Μαρτίου 1980, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 154/78, 205/78, 206/78, 226/78, 227/78, 228/78, 263/78, 264/78, 39/79, 31/79, 83/79 και 85/79, Valsabbia κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980, σ. 489, σκέψη 140).
(14) - Αυτό το γνωρίζουν καλά όσοι κατοικούν στις όχθες του Ρήνου και του Μοζέλα.
(15) - ΕΕ 1994, C 112, σ. 3.
(16) - Βλ. άρθρο 5, παράγραφο 3, της προτάσεως που καλύπτει μόνον «προσωρινές αποκκλίσεις».
(17) - Αν ληφθεί υπόψη και το αριθμητικό στοιχείο που αναφέρει η Επιτροπή στην προσφυγή της για το έτος 1991 (271 θέσεις), η αύξηση είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή.
(18) - Όπ.π. (υποσημείωση 9), σκέψεις 43 και 44.
(19) - Όπ.π. (υποσημείωση 9), σκέψη 46.
(20) - Βλ. πιο πάνω σημείο 7.
(21) - Βλ. υποσημείωση 11.
(22) - Βλ. σημείο 9 της ανακοινώσεως.
(23) - Όπ.π. (υποσημείωση 15).
(24) - Βλ. άρθρο 7, παράγραφος 2, της προτάσεως αυτής, όπ.π. (υποσημείωση 23).
(25) - Βλ. πιο πάνω, σημείο 2.
(26) - Είναι ενδιαφέρον ότι στο σημείο του σχεδίου αυτού που επικαλείται η Ισπανική Κυβέρνηση - στο άρθρο 7 της προτάσεως - προβλέπεται, στην παράγραφο 3, μια διάταξη, σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη τα οποία απαγορεύουν μόνιμα την κολύμβηση σε ορισμένα ύδατα πρέπει να διευκρινίζουν «τους λόγους για τους οποίους τα συγκεκριμένα ύδατα κολυμβήσεως είναι αδύνατο να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της οδηγίας».
(27) - Η Επιτροπή ανέφερε τα ακόλουθα στοιχεία: 1991 (271 σημεία), 1992 (301), 1993 (312), 1994 (346) και 1995 (343).
(28) - Βλ. πιο πάνω, υποσημείωση 9.
Full & Egal Universal Law Academy