Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγικές παρατηρήσεις
1 Στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί του προδικαστικού ερωτήματος που έθεσε το Oberlandesgericht Dόsseldorf, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ. Το ερώτημα αυτό αφορά στην ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 6 της πρώτης οδηγίας περί του δικαίου των εταιριών, της 9ης Μαρτίου 1968 (1) (στο εξής: οδηγία).
ΙΙ - Το νομικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 6 της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη προβλέπουν κατάλληλες κυρώσεις για την περίπτωση:
- ελλείψεως της δημοσιότητος του ισολογισμού και των λογαριασμών χρήσεως όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, περίπτωση σττ (2)·
- απουσίας επί των εμπορικών εγγράφων, των υποχρεωτικών ενδείξεων που προβλέπονται στο άρθρο 4.»
3 Στην περίπτωση σττ, της παραγράφου 1, του άρθρου 2, της οδηγίας αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε η υποχρέωση δημοσιότητος των εταιριών να περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πράξεις και στοιχεία: (...) Τον ισολογισμό και το λογαριασμό αποτελεσμάτων κάθε χρήσεως. Το έγγραφο που περιέχει τον ισολογισμό πρέπει να αναφέρει τα ατομικά στοιχεία των προσώπων που, κατά το νόμο, είναι αρμόδια να πιστοποιούν. Εντούτοις, για τις αναφερόμενες στο άρθρο 1 εταιρίες περιορισμένης ευθύνης του γερμανικού (...) δικαίου (...) η υποχρεωτική εφαρμογή της παρούσης διατάξεως αναβάλλεται μέχρι της ημερομηνίας εφαρμογής οδηγίας που θα ρυθμίσει το συντονισμό του περιεχομένου των ισολογισμών και των λογαριασμών αποτελεσμάτων χρήσεως (...) Το Συμβούλιο θα εκδώσει την οδηγία αυτή εντός δύο ετών από της εκδόσεως της παρούσης οδηγίας.»
ΙΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά
4 Με το από 14 Ιουνίου 1991 δικόγραφό της, η Verband deutscher Daihatsu-Hδndler eV (στο εξής: Verband), η οποία αποτελεί την ένωση των γερμανών εμπόρων προϋόντων της Daihatsu, ζήτησε από το Amtsgericht - Registergericht (δικαστήριο του εμπορικού μητρώου) την αποστολή των ισολογισμών της Daihatsu Deutschland GmbH (στο εξής: Daihatsu Deutschland) (3) για τα έτη 1989 και 1990. Η αρμόδια γερμανική αρχή απέρριψε το αίτημα αυτό, αφού πληροφόρησε την αιτούσα ότι οι ισολογισμοί τους οποίους ζήτησε δεν είχαν υποβληθεί ενώπιόν της και ότι δεν υφίστατο, νομικώς, τρόπος εξαναγκασμού της Daihatsu Deutschland προς υποβολή των στοιχείων αυτών, με την ειδικότερη αιτιολογία, αφενός μεν ότι το Αmtsgericht δεν είναι αρμόδιο να λάβει αυτεπαγγέλτως τέτοια αναγκαστικά μέτρα, αφετέρου δε ότι, η αιτούσα δεν έχει εκ του νόμου δικαίωμα να ζητήσει τη λήψη παρόμοιων μέτρων.
5 Η Verband άσκησε, ανεπιτυχώς, μια πρώτη έφεση κατά της αρνήσεως αυτής και μια νέα έφεση (weitere beschwerde) ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, η οποία και εκκρεμεί, με αίτημα να ανατεθεί στο αρμόδιο Registergericht όπως αναγκάσει τη Daihatsu Deutschland σε κατάθεση των μη υποβληθέντων από το 1989 ετησίων λογαριασμών χρήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 325, παράγραφος 1, του Handelsgesetzbuch (εμπορικός γερμανικός κώδικας, στο εξής: HGB). Ζήτησε ακόμη την αυτεπάγγελτη κίνηση της διαδικασίας λύσεως της μη συμμορφωθείσης εταιρίας, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, δεύτερη πρόταση, του Lφschungsgesetz (νόμος περί διαγραφής από το εμπορικό μητρώο).
6 To Οberlandesgericht Dόsseldorf αναφέρει στην αίτησή του ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το ισχύον στη Γερμανία νομοθετικό καθεστώς δεν επιτρέπει την ευδοκίμηση των ανωτέρω αιτημάτων της Verband. Διότι, αφενός, δεν μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 2, παράγραφος 1, του Lφschungsgesetz για να λυθεί η εταιρία Daihatsu Deutschland (4), και αφετέρου, ο HGB δεν αναγνωρίζει στην ένωση των εμπορικών αντιπροσώπων το δικαίωμα να ζητήσει από τις αρμόδιες κρατικές αρχές τον εξαναγκασμό της εταιρίας Daihatsu Deutschland σε δημοσίευση των ισολογισμών της. Ειδικότερα, το άρθρο 335 του HGB προβλέπει πρόστιμο μέχρι 10 000 γερμανικών μάρκων (DM) για τη μη δημοσίευση του ετήσιου λογαριασμού χρήσεως μιας εταιρίας· ωστόσο, το πρόστιμο αυτό δεν επιβάλλεται αυτεπαγγέλτως από το Registergericht, αλλά μόνον κατόπιν αιτήσεως ενός εταίρου, δανειστού, ή ολοκλήρου του συμβουλίου της επιχειρήσεως ή του συμβουλίου της εταιρίας. Επομένως, η εφεσείουσα δεν συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων που δικαιούνται να υποβάλλουν σχετική αίτηση.
7 Σ' αυτό το σημείο εντοπίζεται ο προβληματισμός του δικαστηρίου της παραπομπής, που άπτεται ζητημάτων ερμηνείας διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, για τα οποία ζητείται η επικουρία του Δικαστηρίου. Το Oberlandesgericht Dόsseldorf θεωρεί ότι ο Γερμανός νομοθέτης δεν εξεπλήρωσε την υποχρέωσή του για μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της πρώτης οδηγίας περί του δικαίου των εταιριών, στο μέτρο που δεν θέσπισε τις κατάλληλες κυρώσεις, υπό την έννοια του άρθρου 6 της οδηγίας, ώστε να εξαναγκάσει τις εταιρίες να δημοσιεύουν τους ισολογισμούς τους ή τους αντίστοιχους λογαριασμούς αποτελεσμάτων χρήσεως. Εντούτοις, το Δικαστήριο της παραπομπής προβληματίζεται αν η εν λόγω διάταξη του άρθρου 6 της οδηγίας έχει άμεση εφαρμογή στο εσωτερικό δίκαιο, ώστε να μπορεί να γίνει επίκλησή της από μέρους της εφεσείουσας, στην κύρια δίκη, προς στήριξη της κατά τα ανωτέρω αιτήσεώς της.
ΙV - Το προδικαστικό ερώτημα
8 Ενόψει των στοιχείων αυτών, το Oberlandesgericht υπέβαλε το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Αποτελεί το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας περί του δικαίου των εταιριών, της 9ης Μαρτίου 1968, άμεσα ισχύουσα διάταξη, αν, κατά το γερμανικό δίκαιο, ως (μοναδικό) μέτρο για την επιβολή της υποχρεώσεως δημοσιότητας του ετήσιου λογιαριασμού χρήσεως μιας εταιρίας περιορισμένης ευθύνης (GmbH) προβλέπεται ο καθορισμός προστίμου έως 10 000 γερμανικών μάρκων (DM) από το Registergericht (δικαστήριο του τόπου της τηρήσεως Μητρώου), αλλά το Registergericht επεμβαίνει μόνον κατόπιν αιτήσεως ενός εταίρου, δανειστού, ή ολοκλήρου του συμβουλίου επιχειρήσεως ή του συμβουλίου της εταιρίας, και έχει η ενδεχόμενη άμεση ισχύς της διατάξεως της οδηγίας ως αποτέλεσμα να μπορεί οποιοσδήποτε, πέρα του κατά το γερμανικό δίκαιο δικαιουμένου στην υποβολή αιτήσεως κύκλου προσώπων, να ζητεί τον καθορισμό προστίμου ή να έχει το δικαίωμα αυτό τουλάχιστον μία ένωση εμπόρων, η οποία, σύμφωνα με το καταστατικό, οφείλει να προστατεύει τα συμφέροντα των μελών της, τα οποία έχουν συμβατική σχέση με την εταιρία περιορισμένης ευθύνης που παρέβη την υποχρέωση δημοσιότητας;»
V - Η απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα
9 Από πλευράς κοινοτικού δικαίου, το νομικό ζήτημα που απασχολεί το δικαστήριο της παραπομπής παρουσιάζει τις ακόλουθες δύο διαστάσεις. Αφενός, γεννάται το ερώτημα αν η Γερμανία έχει λάβει στο εσωτερικό της δίκαιο τα κατάλληλα μέτρα ώστε να συμμορφωθεί με όσα της επιτάσσει το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας περί του δικαίου των εταιριών (5). Αφετέρου, στην περίπτωση και μόνο αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί του αν ένας ιδιώτης, όπως η εφεσείουσα στην εκκρεμούσα ενώπιον του Oberlandesgericht δίκη, μπορεί να επικαλεσθεί ευθέως τη διάταξη του άρθρου 6 της πρώτης οδηγίας περί του δικαίου των εταιριών, για να ζητήσει από την αρμόδια εθνική αρχή την επιβολή κυρώσεως σε εταιρία που δεν έχει δημοσιεύσει τον ισολογισμό της, όταν με βάση τους εθνικούς κανόνες ο ιδιώτης αυτός δεν περιλαμβάνεται στον κύκλο των προσώπων που έχουν έννομο συμφέρον να υποβάλουν παρόμοια αίτηση.
Α - Επί του αν η Γερμανία έχει προβλέψει «κατάλληλες κυρώσεις» για τη μη δημοσίευση του ετήσιου λογαριασμού χρήσεως
10 α) Σε πρώτο στάδιο, η Γερμανία υποστηρίζει ότι η υποχρέωση θεσπίσεως των κατάλληλων κυρώσεων για την αντιμετώπιση της ελλείψεως δημοσιεύσεως των ισολογισμών ή των λογαριασμών αποτελεσμάτων χρήσεως, την οποία θέτει το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας, δεν έχει ακόμη καταστεί ενεργός για περιπτώσεις μη δημοσιεύσεως όπως η υπό κρίση. Επικαλείται ειδικότερα τις διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο σττ, της ίδιας οδηγίας, στις οποίες εξάλλου παραπέμπει και το προμνησθέν άρθρο 6 της οδηγίας, με τις οποίες έχει εισαχθεί εξαιρετικό καθεστώς για την περίπτωση των γερμανικών εταιριών περιορισμένης ευθύνης. Σε ό,τι αφορά τις τελευταίες, η ενεργοποίηση της υποχρεώσεως δημοσιεύσεως «(...) αναβάλλεται μέχρι της ημερομηνίας εφαρμογής οδηγίας που θα ρυθμίσει το συντονισμό του περιεχομένου των ισολογισμών και των λογαριασμών αποτελεσμάτων χρήσεως (...). Το Συμβούλιο θα εκδώσει την οδηγία αυτή εντός δύο ετών από της εκδόσεως της παρούσης οδηγίας». Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Γερμανίας, οδηγία με αυτό το περιεχόμενο δεν έχει μέχρι σήμερα εκδοθεί.
11 Φρονώ ότι η ερμηνευτική αυτή προσέγγιση είναι νομικώς εσφαλμένη. Το κρίσιμο κανονιστικό πλαίσιο συμπληρώθηκε με τη θέση σε ισχύ της τετάρτης οδηγίας περί του δικαίου των εταιριών (6), οπότε και οι υποχρεώσεις των κρατών μελών, που περιγράφονται στα άρθρα 2 και 6 της πρώτης οδηγίας κατέστησαν πλήρως δεσμευτικές. Αντίθετα με όσα υποστηρίζει η Γερμανία, η τέταρτη οδηγία είναι εκείνη η οποία κάλυψε το νομοθετικό κενό που εντοπίζει το άρθρο 2 της πρώτης οδηγίας. Στο προοίμιο της τετάρτης οδηγίας γίνεται μνεία των επίμαχων διατάξεων της πρώτης οδηγίας· συγκεκριμένα, διακηρύσσεται ότι η οδηγία 78/660 στοχεύει στο συντονισμό των εθνικών διατάξεων που αφορούν τη διάρθρωση, το περιεχόμενο και τη δημοσιότητα των ετησίων λογαριασμών, «(...) ιδίως της ανωνύμου εταιρίας και της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης», λαμβανομένου υπόψη ότι «η αναγκαιότητα και το επείγον για έναν τέτοιο συντονισμό αναγνωρίσθηκε και επιβεβαιώθηκε από το άρθρο 2, παράγραφος σττ (7), της οδηγίας 68/151/ΕΟΚ» (8). Εξάλλου, το άρθρο 47 της τετάρτης οδηγίας αναφέρει ότι «οι ετήσιοι λογαριασμοί νόμιμα εγκεκριμένοι, η ετήσια έκθεση διαχειρίσεως και το πιστοποιητικό ελέγχου των λογιστικών καταστάσεων, δημοσιεύονται όπως προβλέπεται στην εθνική νομοθεσία κάθε κράτους μέλους, σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 68/151/ΕΟΚ».
12 Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η τέταρτη οδηγία είναι εκείνη από τη θέση σε ισχύ της οποίας εξηρτάτο η ενεργοποίηση της υποχρεώσεως δημοσιεύσεως του ισολογισμού και των λογαριασμών αποτελεσμάτων χρήσεως. Επομένως, εφόσον με την τετάρτη οδηγία εισήχθη στην κοινοτική έννομη τάξη το νομικό κείμενο «(...) που θα ρυθμίσει το συντονισμό του περιεχομένου των ισολογισμών και των λογαριασμών αποτελεσμάτων χρήσεως (...)» (9), το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο σττ, της πρώτης οδηγίας κατέστη πλήρως δεσμευτικό ακόμη και για τις περιπτώσεις των γερμανικών εταιριών περιορισμένης ευθύνης. Κατά λογική ακολουθία, η Γερμανία βαρύνεται με την υποχρέωση θεσπίσεως των κατάλληλων κυρώσεων για την περίπτωση μη δημοσιεύσεως του ισολογισμού και των λογαριασμών χρήσεως, την οποία τάσσει το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας.
13 β) Η Γερμανία υποστηρίζει ακόμη ότι ο κυρωτικός μηχανισμός που τάσσει το προμνησθέν άρθρο 335 του HGB, σύμφωνα με τον οποίο μόνον ένας περιορισμένος αριθμός δικαιούχων έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την επιβολή προστίμου μέχρι του ποσού των 10 000 DM σε εταιρία που δεν συμμορφώθηκε με τους κανόνες περί δημοσιεύσεως, συνάδει προς την υποχρέωση που της επιβάλλουν οι κοινοτικές διατάξεις και ειδικότερα, το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας. Προς επίρρωση του ισχυρισμού της αυτού, η Γερμανία αναπτύσσει την άποψη, σύμφωνα με την οποία οι κρίσιμες κοινοτικές διατάξεις δεν στοχεύουν στην προστασία κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου, τρίτου προς την κεφαλαιουχική εταιρία, αλλά μόνον των πιστωτών της, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων σε αυτήν. Θεωρεί, επομένως, ότι ορθώς το πρόστιμο του άρθρου 335 του HGB δεν επιβάλλεται αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνον κατόπιν αιτήσεως ενός στενού και περιορισμένου κύκλου ενδιαφερομένων, στον οποίο δεν περιλαμβάνονται, κατά τη γνώμη της, και τρίτα προς την εταιρία φυσικά ή νομικά πρόσωπα.
14 Ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι, κατά τη γνώμη μου, εσφαλμένος. Εκκινώντας από το άρθρο 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζζ, της Συνθήκης, επί τη βάσει του οποίου εκδόθησαν οι οδηγίες πρώτη και τέταρτη, παρατηρώ ότι αυτό αναφέρεται στην «(...) προστασία των εταίρων και των τρίτων» εν γένει, χωρίς να διακρίνει τους τρίτους σε ειδικότερες κατηγορίες. Επομένως, στους «τρίτους» περιλαμβάνονται, εξ ορισμού - πέρα από τους πιστωτές, τους οποίους καλύπτει εκ πρώτης όψεως η γερμανική νομοθεσία - και άλλες κατηγορίες δικαιούχων.
Επίσης, στο προοίμιο της πρώτης οδηγίας ορίζεται ότι «(...) η δημοσιότητα πρέπει να επιτρέπει στους τρίτους να γνωρίζουν τις ουσιώδεις καταστατικές πράξεις της εταιρίας καθώς και ορισμένα στοιχεία που την αφορούν (...)». Από τη διατύπωση αυτή συνάγεται ότι η κατά τα ανωτέρω υποχρέωση δημοσιεύσεως αποσκοπεί στην ενημέρωση των προσώπων εκείνων που δεν γνωρίζουν αρκετά την κατάσταση της εταιρίας και τα τεκταινόμενα σε αυτήν, ακριβώς για να κρίνουν αν ενδείκνυται να συνάψουν ή να διατηρήσουν οποιαδήποτε έννομη σχέση μαζί της. Δηλαδή, οι ανωτέρω περιγραφέντες κανόνες στοχεύουν στην εξασφάλιση της μεγαλύτερης δυνατής διαφάνειας στη δράση των εταιριών και για το λόγο αυτό καθιερώνουν τη δημοσιότητα erga omnes μιας σειράς στοιχείων, από τα οποία μπορεί ο καθένας να αντλήσει συμπεράσματα ως προς τη νομική και την οικονομική τους κατάσταση.
15 Κατά συνέπεια, είναι αντίθετο προς το γράμμα και το πνεύμα των διατάξεων αυτών, να περιορισθεί ο κύκλος των προσώπων τα οποία δύνανται να αντλήσουν οφέλη από τη διαφάνεια αυτή· ο κοινοτικός νομοθέτης διέγνωσε, κατά τη γνώμη μου ορθώς, ότι η εξαντλητική απαρίθμηση των δικαιούχων είναι εκ των προτέρων αδύνατη, λόγω ακριβώς της πολυπλοκότητας των συναλλακτικών και εμπορικών σχέσεων που ενδέχεται να συναφθούν μεταξύ εταιριών και άλλων νομικών ή φυσικών προσώπων. Για το λόγο αυτό, εξάλλου, θεωρώ ότι, σύμφωνα με την ορθότερη, κατά τη γνώμη μου, ερμηνεία του άρθρου 6 της πρώτης οδηγίας, ο κύκλος των εχόντων συμφέρον να ζητήσουν την επιβολή των κυρώσεων λόγω ελλείψεως δημοσιεύσεως πρέπει λογικώς να ταυτίζεται με τον ιδιαιτέρως ευρύ κύκλο των προσώπων, το δικαίωμα στη διαφάνεια των οποίων σκοπεί να διασφαλίσει τόσο το άρθρο 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζζ, της Συνθήκης όσο και η πρώτη οδηγία.
16 Νομίζω μάλιστα ότι το πραγματικό της εκκρεμούσης ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής υποθέσεως, αποτελεί ιδιαιτέρως χαρακτηριστικό παράδειγμα, που καταδεικνύει την ανάγκη της μεγαλύτερης, όσο το δυνατόν, διευρύνσεως του κύκλου των εχόντων έννομο συμφέρον να επιδιώκουν την τήρηση της υποχρεώσεως δημοσιεύσεως από μέρους των εταιριών. Είναι λογικό και θεμιτό, οι εμπορικοί αντιπρόσωποι μιας εταιρίας να ενδιαφέρονται για την οικονομική πορεία της τελευταίας, με την οποία έχουν κατά κύριο λόγο συνδέσει την επαγγελματική τους υπόσταση. Εξάλλου, είναι, νομίζω, σαφές ότι τα πρόσωπα αυτά ανήκουν στην κατηγορία των «τρίτων», τα συμφέροντα των οποίων επιδιώκει να διασφαλίσει τόσο το άρθρο 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζζ, της Συνθήκης όσο και τα άρθρα 2 και 6 της πρώτης οδηγίας.
17 Το γερμανικό δίκαιο δεν κατοχυρώνει το δικαίωμα των προσώπων αυτών να πληροφορηθούν την οικονομική πορεία της εταιρίας που εκπροσωπούν εμπορικώς, επειδή δεν υπάρχει, για τον εξαναγκασμό της εν λόγω εταιρίας στη δημοσίευση των ετησίων λογαριασμών της, διαδικασία, στην οποία μπορούν να καταφύγουν τα πρόσωπα αυτά. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι η Γερμανία δεν έχει συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που της επιβάλλουν τα προμνησθέντα άρθρα της πρώτης οδηγίας περί του δικαίου των εταιριών.
18 Στα ανωτέρω, θα μπορούσαν να προστεθούν και ορισμένες σκέψεις που σχετίζονται με τη φύση και τη λειτουργία των κυρώσεων στο κοινοτικό δίκαιο. Aξίζει, καταρχάς, να σημειωθεί ότι, ακόμη και αν δεν είχε περιληφθεί στην πρώτη οδηγία η ειδική υποχρέωση περί θεσπίσεως των «κατάλληλων κυρώσεων» έναντι των εταιριών που παραβαίνουν τους κανόνες περί δημοσιεύσεως των ετήσιων λογαριασμών τους - την οποία τάσσει το άρθρο 6 -, αντίστοιχη υποχρέωση για τα κράτη μέλη συνάγεται εμμέσως από το άρθρο 5 της Συνθήκης αλλά και από το δεσμευτικό χαρακτήρα των κοινοτικών κανόνων εν γένει. Ειδικότερα, γίνεται δεκτό από τη νομολογία ότι «οι διατάξεις του άρθρου 5 της Συνθήκης υποχρεώνουν τα κράτη μέλη να επιβάλλουν κυρώσεις στους παραβάτες του κοινοτικού δικαίου, όπως ακριβώς και στους παραβάτες του εθνικού δικαίου» (10).
19 Εξάλλου, εφόσον το άρθρο 2 της οδηγίας απαιτεί από τα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα «αναγκαία μέτρα», ώστε η υποχρέωση δημοσιότητας των εταιριών να καλύπτει και τους ετήσιους λογαριασμούς, η επιταγή αυτή περιλαμβάνει, κατά τη γνώμη μου, και την υποχρέωση οργανώσεως ενός κυρωτικού μηχανισμού. Η εφαρμογή ενός κανόνα δικαίου είναι άμεσα συνυφασμένη με την ύπαρξη ενός κρατικού καταναγκαστικού συστήματος, το οποίο ενεργεί προληπτικά ή κατασταλτικά για να διασφαλίσει την τήρηση του εν λόγω κανόνα. Το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν αρκέσθηκε να επιβάλει την υποχρέωση λήψεως των αναγκαίων μέτρων από τα κράτη μέλη αλλά απαιτεί και τη θέσπιση κατάλληλων κυρώσεων, δείχνει και τη σημασία που αποδίδει, για το ειδικό ζήτημα της δημοσιεύσεως των ετήσιων λογαριασμών, στις κυρώσεις αυτές.
20 Η νομολογία παρέχει εξάλλου τα κριτήρια με τα οποία θα κριθεί αν μια κύρωση είναι κατάλληλη ή όχι. Διαφωτιστική είναι η απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας της 21ης Σεπτεμβρίου 1989 (11), όπου αναφέρονται τα ακόλουθα στη σκέψη 24:
«Προς τούτο, τα κράτη μέλη, διατηρώντας πάντως το δικαίωμα επιλογής των κυρώσεων, υποχρεούνται ιδίως να μεριμνούν ώστε για τις παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου να επιβάλλονται κυρώσεις υπό προϋποθέσεις, ουσιαστικές και διαδικαστικές, ανάλογες με τις ισχύουσες για τις παραβιάσεις του εθνικού δικαίου παρόμοιας φύσης και σημασίας και εν πάση περιπτώσει, προσδίδουσες στην κύρωση αποτελεσματικό, ανάλογο και αποτρεπτικό χαρακτήρα» (η υπογράμμιση δική μου).
21 υΟπως συνάγεται από το πραγματικό της εκκρεμούσης ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής υποθέσεως, η κύρωση του άρθρου 335 του HGB κάθε άλλο παρά αποτελεσματική αποδείχθηκε, στο μέτρο που δεν απέτρεψε την εταιρία Daihatsu Deutschland από το να κρατήσει μυστικούς τους ετήσιους λογαριασμούς της, ούτε επέτυχε να διασφαλίσει το εν λόγω δικαίωμα στη διαφάνεια που κατοχυρώνει το κοινοτικό δίκαιο υπέρ της Verband. Και μόνον η παρατήρηση αυτή αρκεί, νομίζω, για να καταδειχθεί ότι η ανωτέρω γερμανική διάταξη δεν έχει εισαγάγει κύρωση, η οποία συνάδει προς τις επιταγές που έχει θέσει το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας περί του δικαίου των εταιριών.
22 γ) Στο πλαίσιο της ανάγκης να δοθεί στο δικαστήριο της παραπομπής, απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα, χρήσιμη για την επίλυση της εκκρεμούσης ενώπιόν του διαφοράς (12), φρονώ ότι πρέπει να σημειωθούν περαιτέρω τα ακόλουθα: με δεδομένο το γεγονός ότι, ως αναλύθηκε ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 335 του HGB δεν συνιστά εθνικό μέτρο με το οποίο να έχουν μεταφερθεί ορθώς στη γερμανική έννομη τάξη οι επιταγές της πρώτης οδηγίας περί εταιριών, ο εθνικός δικαστής καλείται να ερευνήσει αν υφίστανται στο εσωτερικό δίκαιο άλλες διατάξεις, ουσιαστικού ή διαδικαστικού χαρακτήρα, η ερμηνεία των οποίων υπό το φως του κοινοτικού δικαίου θα μπορούσε να υλοποιήσει τους στόχους που επιδιώκει η οδηγία αυτή. Η υποχρέωση αυτή του εθνικού δικαστή, την οποία επιτάσσει η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου έναντι του αντίστοιχου εθνικού, αναγνωρίζεται παγίως από τη νομολογία του Δικαστηρίου (13). Σε ό,τι αφορά στην υπό κρίση υπόθεση, είναι συνεπώς αναγκαίο να εξετασθεί αν άλλες εθνικές διατάξεις θα μπορούσαν να ερμηνευθούν και να εφαρμοσθούν με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτελέσουν τα «αναγκαία μέτρα» ή τις «κατάλληλες κυρώσεις» που απαιτούν αντιστοίχως τα άρθρα 2 και 6 της πρώτης οδηγίας. Κρίσιμο κριτήριο για την εκτίμηση του κατά πόσον οι διατάξεις αυτές θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι συνιστούν μέτρα ορθής μεταφοράς της πρώτης οδηγίας, παραμένει η αποτελεσματικότητά τους, αν δηλαδή η εφαρμογή τους είναι ικανή να εξαναγκάσει, στην προκειμένη υπόθεση, την εταιρία Daihatsu Deutschland σε δημοσίευση του ετήσιου λογαριασμού της και να διασφαλίσει το συμφέρον της Verband όπως επιδιώξει τον εξαναγκασμό αυτό.
23 όΑλλως, αποκτά σημασία το δεύτερο μέρος της απαντήσεώς μου, εκείνο που αναφέρεται στο αν το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας αναγνωρίζει ευθέως σε πρόσωπα, πέραν των όσων καλύπτει το άρθρο 335 του HGB, δικαίωμα να επιδιώξουν την επιβολή κυρώσεων σε εταιρίες που δεν έχουν δημοσιεύσει τους ετήσιους λογαριασμούς τους ή σε κάθε περίπτωση, τον εξαναγκασμό των εταιριών αυτών στη δημοσίευση.
Β - Επί του αν το άρθρο 6 της οδηγίας 68/151/ΕΟΚ παρέχει το δικαίωμα να ζητήσουν την επιβολή κυρώσεων και πρόσωπα που δεν καλύπτονται από την οικεία εθνική νομοθεσία
24 Σύμφωνα με πάγια νομολογία (14), οι διατάξεις μιας οδηγίας, για να έχουν άμεσο αποτέλεσμα στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών στα οποία απευθύνονται, πρέπει, ως προς το περιεχόμενό τους, να είναι απαλλαγμένες αιρέσεων και να είναι επαρκώς ακριβείς. Η Γερμανική και η Γαλλική Κυβέρνηση - η τελευταία παρέστη μόνον στην προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς να έχει καταθέσει προηγουμένως γραπτές παρατηρήσεις - υποστηρίζουν ότι οι επίμαχες διατάξεις της οδηγίας δεν παρουσιάζουν τα εν λόγω χαρακτηριστικά· κατά συνέπεια, δεν αναγνωρίζουν από μόνες τους δικαίωμα σε πρόσωπα που δεν καλύπτονται από την ισχύουσα γερμανική νομοθεσία, να επιδιώξουν την επιβολή κυρώσεως σε εταιρίες, οι οποίες δεν έχουν συμμορφωθεί προς την υποχρέωση δημοσιότητας των ετήσιων λογαριασμών τους. Οι δύο αυτές κυβερνήσεις θεωρούν ότι το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας απαιτεί από τα κράτη να θεσπίσουν απλώς τις «κατάλληλες» κυρώσεις, αφήνοντάς τους ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς το είδος, τη σοβαρότητα και την έκταση των κυρώσεων αυτών. Επομένως, εφόσον ο εθνικός νομοθέτης προέβλεψε μια χρηματική κύρωση ορισμένου ύψους, την επιβολή της οποίας δικαιούται να ζητήσει περιορισμένος αριθμός προσώπων, δεν μπορεί να γίνει επίκληση των διατάξεων του άρθρου 6 της πρώτης οδηγίας, για να διευρυνθεί ο κύκλος των προσώπων αυτών. Η χρηματική κύρωση του άρθρου 335 του HGB τέθηκε στη διάθεση ορισμένων δικαιούχων και μόνο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο Γερμανός νομοθέτης θα θεωρούσε την ίδια ποινή ως την πλέον κατάλληλη για τις περιπτώσεις που η τήρηση της δημοσιότητας των κεφαλαιουχικών εταιριών ενδιαφέρει κάποια άλλα πρόσωπα. αΕτσι, η διεύρυνση του κύκλου των δικαιούχων διαμέσου του άρθρου 6 της πρώτης οδηγίας θα ισοδυναμούσε, σύμφωνα με τη Γερμανική και τη Γαλλική Κυβέρνηση, με υποκατάσταση της εκτιμήσεως του εθνικού νομοθέτη ως προς την «καταλληλότητα» μιας κυρώσεως, με εκείνη του Δικαστηρίου, κάτι το οποίο δεν συνάδει προς τη φύση και το σκοπό της επίμαχης διατάξεως αλλά και των κοινοτικών οδηγιών γενικότερα.
25 Την αντίθετη ακριβώς θέση πρεσβεύει με τις γραπτές παρατηρήσεις της, τις οποίες ανέπτυξε και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, η Ισπανική Κυβέρνηση. Υποστηρίζει σχετικώς ότι ο ανεπιφύλακτος χαρακτήρας των διατάξεων του άρθρου 6 της πρώτης οδηγίας προκύπτει από το γεγονός ότι για την υλοποίηση της υποχρεώσεως που περιέχεται στις διατάξεις αυτές δεν απαιτούνται καν περαιτέρω μέτρα μεταφοράς. Επιπλέον, η διατύπωση που επέλεξε ο κοινοτικός νομοθέτης είναι, κατά την ίδια παρεμβαίνουσα, αρκούντως σαφής. Η Ισπανική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ακόμη ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η ευχέρεια επιλογών που αναγνωρίζεται στον εθνικό νομοθέτη όπως καθορίσει τα αναγκαία μέτρα για να ευοδωθεί ο απώτερος σκοπός μιας διατάξεως οδηγίας, δεν αίρει τον άμεσο και ανεπιφύλακτο χαρακτήρα της τελευταίας (15). Με άλλα λόγια, σύμφωνα με την Ισπανική Κυβέρνηση, ανεξαρτήτως αν οι εκάστοτε κυρώσεις είναι όντως «κατάλληλες» για την επίτευξη των στόχων της πρώτης οδηγίας, η υποχρέωση των κρατών μελών για θέσπιση κυρώσεων σε περιπτώσεις μη δημοσιεύσεως των ετήσιων λογαριασμών των εταιριών, παραμένει σαφής και ανεπιφύλακτη, έχει δε άμεσο αποτέλεσμα στη γερμανική έννομη τάξη.
26 Από την πλευρά μου, κλίνω προς την ερμηνευτική προσέγγιση που αναπτύσσει η Γερμανική Κυβέρνηση. Ειδικότερα, φρονώ ότι η αναγνώριση αμέσου αποτελέσματος στην επίμαχη διάταξη θα ισοδυναμούσε με υπέρμετρο περιορισμό, αν όχι με άρση, της διακριτικής ευχέρειας της Γερμανίας ως προς το ζήτημα της επιλογής των ποινών κατά των μη συμμορφούμενων προς την υποχρέωση δημοσιότητας κεφαλαιουχικών εταιριών.
27 Αλλά και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η επίμαχη διάταξη της πρώτης οδηγίας είναι σαφής και χωρίς επιφυλάξεις, σε κάθε περίπτωση, η αναγνώριση, ευθέως εκ της κοινοτικής διατάξεως, γενικού δικαιώματος σε κάθε τρίτο να ζητεί την επιβολή κυρώσεων σε βάρος εταιριών λόγω μη συμμορφώσεώς τους προς την υποχρέωση δημοσιεύσεως των ετήσιων λογαριασμών, βρίσκει, κατά τη γνώμη μου, εμπόδιο και σε μια άλλη παγιωμένη νομολογιακή θέση του Δικαστηρίου (16), εκείνη με την οποία απορρίπτεται το οριζόντιο άμεσο αποτέλεσμα των οδηγιών και αποκλείεται η δυνατότητα επικλήσεως οδηγίας σε βάρος ιδιώτη (17). Τη θέση αυτή υποστηρίζουν η Γερμανική και η Γαλλική Κυβέρνηση, δεν τη συμμερίζεται όμως η Ισπανική Κυβέρνηση· η τελευταία θεωρεί ότι δεν τίθεται στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα οριζοντίου αποτελέσματος. Παρατηρεί ειδικότερα ότι, αντιθέτως με όσα αναφέρονται ρητώς στην παραπεμπτική διάταξη του Oberlandesgericht Dόsseldorf, η εκκρεμούσα ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής διαφορά δεν έχει αμιγώς ιδιωτικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με τα επιχειρήματα που αναπτύσσει η Ισπανική Κυβέρνηση, στην ενλόγω διαφορά αντιπαρατίθενται η αιτούσα ένωση εμπορικών αντιπροσώπων από τη μία πλευρά και μια κρατική γερμανική αρχή από την άλλη, οπότε και η υποκείμενη έννομη σχέση ανήκει στο χώρο του δημοσίου δικαίου. Επισημαίνει, περαιτέρω, ότι το κρίσιμο ένδικο βοήθημα έχει ασκηθεί κατά του Registergericht, δεν στρέφεται δηλαδή κατά ενός άλλου ιδιώτη, εν προκειμένω κατά της Daihatsu Deutschland· έχει δε ως αίτημα όχι την επιβολή της υποχρεώσεως δημοσιεύσεως αλλά τον εξαναγκασμό της αρμόδιας γερμανικής δημόσιας αρχής όπως λάβει τα κατάλληλα μέτρα σε βάρος της εταιρίας που δεν δημοσίευσε τους λογαριασμούς της. Αντιστοίχως, το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας δεν επιβάλλει ευθέως υποχρέωση δημοσιεύσεως σε ορισμένες κατηγορίες εταιριών. Παράλληλα, με τις παρατηρήσεις της σημειώνει ότι υφίσταται οριζόντιο αποτέλεσμα μόνον στις περιπτώσεις όπου μια οδηγία επιβάλλει ευθέως στους ιδιώτες ορισμένη συμπεριφορά, στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ δύο ιδιωτών (18). Αντιθέτως, σε περιπτώσεις «τριγωνικής» εννόμου σχέσεως - όπως η εκκρεμούσα ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής -, όταν δηλαδή ένας ιδιώτης προσφεύγει σε δημόσια αρχή εξαιτίας της συμπεριφοράς ενός άλλου ιδιώτη, αίρεται, σύμφωνα με την Ισπανική Κυβέρνηση, ο διμερής ή ιδιωτικός χαρακτήρας της διαφοράς και δεν μπορεί να γίνει λόγος για οριζόντιο αποτέλεσμα.
28 Δεν νομίζω ότι η ανωτέρω προσέγγιση μπορεί να γίνει αποδεκτή. Είναι, κατά τη γνώμη μου, κρίσιμο, να υπομνησθεί ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο εμμένει στη θέση του να μην αναγνωρίζει οριζόντιο αποτέλεσμα στις οδηγίες. Στις σκέψεις 16 και 17 της προαναφερθείσας αποφάσεως El Corte Inglιs (19) αναφέρονται τα εξής:
«Ως προς τη νομολογία περί δυνατότητας επικλήσεως των οδηγιών κατά δημοσίων φορέων, αυτή στηρίζεται στο δεσμευτικό χαρακτήρα των οδηγιών, ο οποίος υπάρχει μόνον έναντι των κρατών μελών που είναι αποδέκτες των οδηγιών, και έχει σκοπό να μην επιτρέπει σ' ένα κράτος μέλος να αντλεί πλεονεκτήματα από τη μη τήρηση του κοινοτικού δικαίου (...). Η επέκταση της νομολογίας αυτής στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών θα κατέληγε στο να αναγνωρισθεί στην Κοινότητα η εξουσία να θεσπίζει με άμεσο αποτέλεσμα υποχρεώσεις εις βάρος των ιδιωτών, ενώ έχει την αρμοδιότητα αυτή μόνο στις περιπτώσεις που έχει την εξουσία να εκδώσει κανονισμούς ή αποφάσεις (...).»
29 Αν γίνει εν τέλει δεκτή η θέση της Ισπανικής Κυβερνήσεως, τότε η πρώτη οδηγία θα καταλήξει να επιβάλλει η ίδια υποχρεώσεις στις κεφαλαιουχικές εταιρίες, ανεξαρτήτως του περιεχομένου της εθνικής νομοθεσίας. Μια τέτοια εξέλιξη αντίκειται στα γενικώς παραδεδεγμένα από τη νομολογία (20) αλλά και στη διαμορφωμένη έως σήμερα θεσμική ισορροπία του κοινοτικού δικαίου (21). Μια οδηγία δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να επιβάλλει ευθέως μία συμπεριφορά σε βάρος ενός ιδιώτη χωρίς τη μεσολάβηση εθνικής ρυθμίσεως προς αυτή την κατεύθυνση (22).
30 Δεν πρέπει εξάλλου να μας παρασύρει το ότι η αιτούσα την επιβολή ποινής δεν στρέφεται ευθέως κατά της εταιρίας που δεν δημοσίευσε τους λογαριασμούς της αλλά απευθύνεται στην αρμόδια δημόσια αρχή ζητώντας την επιβολή κυρώσεως σε βάρος της εν λόγω εταιρίας. Το κύριο μέλημα της αιτούσης συνίσταται στο να κινητοποιήσει την κρατική μηχανή προς το σκοπό του εξαναγκασμού της εταιρίας Daihatsu Deutschland στη δημοσίευση των ετήσιων λογαριασμών της. Το γεγονός ότι για να επιτύχει την υλοποίηση της υποχρεώσεως της εταιρίας αυτής, η αιτούσα πρέπει να διέλθει από τον κρατικό κυρωτικό μηχανισμό, είναι άμεσα συνυφασμένο με τη γενική αρχή που ισχύει σε κάθε σύγχρονο δικαιικό σύστημα, σύμφωνα με την οποία ένας ιδιώτης δεν δικαιούται να αυτοδικήσει, το δε μονοπώλιο του καταναγκασμού ανήκει στη δημόσια εξουσία. Η παρεμβολή, επομένως, των κρατικών αρχών, οι οποίες και μόνον διαθέτουν το όπλο της κυρώσεως, δεν αίρει τη διαφορά μεταξύ της Verband και της Daihatsu Deutschland, ούτε καθιστά τη διαφορά αυτή σε «τριγωνική», όπως ισχυρίζεται η Ισπανική Κυβέρνηση.
31 Εξάλλου, ο κύριος σκοπός της πρώτης οδηγίας συνίσταται, όπως προαναφέρθηκε, στην εξασφάλιση της δημοσιότητας ορισμένων στοιχείων των κεφαλαιουχικών εταιριών. Αν η εν λόγω οδηγία αναγνώριζε εν τέλει κάποιο δικαίωμα στους ιδιώτες που την επικαλούνται, τούτο θα συνέτεινε στην επίτευξη της δημοσιότητας αυτής και όχι στην επιβολή κυρώσεων των προσώπων που την παραβαίνουν (23). Η κύρωση δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός ενός κανόνα δικαίου, δεν έχει αυτόνομο χαρακτήρα αλλά παρακολουθεί μια υποχρεωτική συμπεριφορά, την τήρηση της οποίας έχει ταχθεί να διασφαλίζει.
32 Επομένως, εφόσον η υποχρεωτική συμπεριφορά (δημοσιεύσεως ετήσιων λογαριασμών) που επιβάλλει η πρώτη οδηγία, αναφέρεται σε ιδιώτες και δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να παραγάγει άμεσα αποτελέσματα στην εσωτερική έννομη τάξη, αυτομάτως και η διάταξη της ίδιας οδηγίας που αναφέρεται στις κυρώσεις οι οποίες οφείλουν να συνοδεύουν την παράβαση της συμπεριφοράς αυτής, δεν έχει, εξ ορισμού, άμεσο αποτέλεσμα διότι, διαφορετικά, θα κατέληγε να θεσπίζει ευθέως και χωρίς μεσολάβηση εθνικού κανόνα, ορισμένη υποχρέωση σε ιδιώτες.
33 Τέλος, η Ισπανική Κυβέρνηση επικαλέσθηκε στο ακροατήριο τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα κ. Mischo που παρουσιάστηκαν στις 11 Νοεμβρίου 1989 επί της υποθέσεως 221/88 (24), και ειδικότερα το σημείο το οποίο αναφέρεται στην υπόθεση Fratelli Costanzo (25), για να συναγάγει ότι πρέπει να γίνεται διάκριση της περιπτώσεως που η εφαρμογή μιας οδηγίας έχει αρνητικές συνέπειες για τους ιδιώτες από εκείνη του οριζοντίου αποτελέσματος της οδηγίας. Με άλλα λόγια, το γεγονός ότι η ικανοποίηση του δικαιώματος ενός δικαιούχου, το οποίο απορρέει από το κάθετο άμεσο αποτέλεσμα της οδηγίας έχει και δυσμενείς συνέπειες για άλλους ιδιώτες, δεν σημαίνει ότι η οδηγία εφαρμόσθηκε απευθείας έναντι των ιδιωτών αυτών. Μεταφέροντας τη συλλογιστική αυτή στην υπό εξέταση υπόθεση, η Ισπανία θεωρεί ότι αν τελικώς αναγνωρισθεί δικαίωμα της Verband έναντι της αρμόδιας γερμανικής αρχής όπως η τελευταία λάβει τα δέοντα μέτρα για τον εξαναγκασμό της εταιρίας Daihatsu Deutschland σε δημοσίευση των ετήσιων λογαρισμών της, ο εξαναγκασμός αυτός συνιστά απλώς μια «έμμεση δυσμενή συνέπεια» από το κάθετο άμεσο αποτέλεσμα της οδηγίας και όχι απευθείας εφαρμογή της οδηγίας σε βάρος της εταιρίας αυτής.
34 Νομίζω ότι ο παραλληλισμός της υποθέσεως Fratelli Costanzo με την υπό κρίση δεν είναι επιτυχής. Στην υπόθεση εκείνη επρόκειτο για διαδικασία συνάψεως συμβάσεως δημοσίων έργων, όπου το εφαρμοστέο εθνικό μέτρο ήταν αντίθετο προς όσα ορίζει για το θέμα αυτό μια κοινοτική οδηγία. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, στο μέτρο που η αναθέτουσα το έργο αρχή δεν είχε σεβασθεί τον κοινοτικό κανόνα, ένας ιδιώτης μπορούσε να επικαλεσθεί τον κανόνα αυτό ενώπιον εθνικού δικαστηρίου για την ακύρωση της αναθέσεως του έργου. Παρατηρώ επομένως ότι, στην υπόθεση εκείνη, ο ιδιώτης είχε στραφεί αποκλειστικώς κατά δημόσιας αρχής στο πλαίσιο διαφοράς αμιγώς δημοσίου δικαίου, επιδιώκοντας να αναγνωρισθεί κάποιο δικαίωμά του εκ του κοινοτικού δικαίου, με σκοπό την ανάθεση σε αυτόν ενός δημοσίου έργου. Το δικαίωμά του αυτό δεν ήταν κατ' ανάγκην άμεσα συνυφασμένο με μια υποχρέωση άλλου ιδιώτη, έστω και αν η πραγμάτωση του δικαιώματος, η ανάθεση δηλαδή του έργου, έθιγε κατά κάποιον τρόπο τον ανταγωνιστή που είχε αναλάβει το έργο λόγω μη εφαρμογής της νομίμου διαδικασίας που επέβαλε η οδηγία. Η συνέπεια αυτή σε βάρος άλλου ή άλλων ανταγωνιστών είναι έμμεση και αντανακλαστική της ικανοποιήσεως του δικαιώματος που η οδηγία αναγνωρίζει σε κάποιον δικαιούχο, δεν αποτελεί ευθεία υποχρέωση σε βάρος των τρίτων ανταγωνιστών και σε τελική ανάλυση, δεν μπορεί να αποδοθεί ευθέως στην οδηγία αλλά στα αποτελέσματα της παρανόμου συμπεριφοράς των εθνικών αρχών. Εξάλλου παρόμοιες αντανακλαστικές συνέπειες σε τρίτους από την ικανοποίηση ενός δικαιώματος δημοσίου δικαίου που έχει ένας ιδιώτης, όπως είναι ένα δικαίωμα που γεννάται από το κάθετο άμεσο αποτέλεσμα των οδηγιών, είναι σύνηθες φαινόμενο, άμεσα συνυφασμένο με την πολυπλοκότητα και την αλληλεξάρτηση των έννομων σχέσεων, ίδιον δηλαδή του νομικού φαινομένου. Ζήτημα αμέσου οριζοντίου αποτελέσματος τίθεται όταν οι συνέπειες αυτές δεν έχουν απλώς έμμεσο αντανακλαστικό χαρακτήρα αλλά αναλύονται σε ευθείες υποχρεώσεις σε βάρος ιδιωτών, οι οποίες πρέπει να αποδοθούν στην εφαρμογή της οδηγίας και μόνο. Τέτοια είναι, κατά τη γνώμη μου, η περίπτωση της υπό κρίση υποθέσεως. Το όποιο δικαίωμα αναγνωριζόταν υπέρ της Verband δεν θα είχε άλλο περιεχόμενο παρά θα αντιστοιχούσε και θα εξαντλείτο σε αντίστοιχη υποχρέωση σε βάρος ιδιώτη, δηλαδή εν προκειμένω της Daihatsu Deutschland, να δημοσιεύσει τους ετήσιους λογαριασμούς της· η υποχρέωση αυτή θα έπρεπε να αποδοθεί ευθέως στην οδηγία και όχι στη συμπεριφορά που θα ανέπτυσσαν οι γερμανικές εθνικές αρχές στο πλαίσιο της συμμορφώσεώς τους προς κάποιο δημόσιας φύσεως δικαίωμα της ενώσεως εμπορικών αντιπροσώπων.
VI - Πρόταση
35 Ενόψει όλων των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο τεθέν προδικαστικό ερώτημα:
«Δεν συνιστά κατάλληλη κύρωση για την περίπτωση ελλείψεως δημοσιότητας του ετησίου λογαριασμού κεφαλαιουχικής εταιρίας, υπό την έννοια του άρθρου 6 της οδηγίας 68/151/ΕΟΚ, χρηματική ποινή, την επιβολή της οποίας μπορεί να ζητήσει μόνον εταίρος, δανειστής, ή το συμβούλιο επιχειρήσεως ή το συμβούλιο της εταιρίας· ωστόσο, ελλείψει άλλης εθνικής διατάξεως, η οποία, ερμηνευομένη υπό το φως του κοινοτικού δικαίου, να συνιστά μέσο ορθής μεταφοράς της προμνησθείσης οδηγίας, δεν μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 6 της οδηγίας αυτής ώστε να αναγνωρισθεί σε πρόσωπα, πέραν των όσων αναφέρει ρητώς η ειδική διάταξη του εθνικού δικαίου, το δικαίωμα να επιδιώξουν την επιβολή της προβλεπομένης από το εσωτερικό δίκαιο χρηματικής ποινής.»
(1) - Οδηγία 68/151/EOK του Συμβουλίου, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιριών, κατά την έννοια του άρθρου 58, παράγραφος 2, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 80).
(2) - Στο δημοσιευθέν κείμενο αναφέρεται εκ λάθους η περίπτωση ζζ (η σημείωση είναι δική μου).
(3) - Πρόκειται για την εταιρία εισαγωγής των οχημάτων Daihatsu στη Γερμανία.
(4) - Το άρθρο αυτό, με τη νέα του διατύπωση, η οποία ισχύει από τις 19 Οκτωβρίου 1994, προβλέπει ότι «μια ανώνυμος εταιρία, μια ετερόρρυθμος εταιρία επί μετοχαίς ή μια εταιρία περιορισμένης ευθύνης, η οποία δεν έχει περιουσία, μπορεί να λυθεί κατόπιν αιτήσεως του νομίμου επαγγελματικού εκπροσώπου της εμπορικής τάξεως ή της φορολογικής αρχής ή αυτεπαγγέλτως. Με τον τρόπο αυτό, η εταιρία θεωρείται ως λυθείσα. Δεν πραγματοποιείται εκκαθάριση. Πριν από τη λύση, ο νόμιμος επαγγελματικός εκπρόσωπος πρέπει να τύχει ακροάσεως». Ωστόσο, όπως παρατηρεί το δικαστήριο της παραπομπής, κατά την κρατούσα στη Γερμανία άποψη, η ύπαρξη ελαχίστης έστω περιουσίας αρκεί για να εμποδίσει την αυτεπάγγελτη λύση της εταιρίας.
(5) - Για το ζήτημα αυτό, βλ. ακόμη τις προτάσεις μου στην υπόθεση C-191/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας που παρουσιάστηκαν στις 5 Ιουνίου 1997.
(6) - Οδηγία 78/660/EOK του Συμβουλίου της 25ης Ιουλίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 17), εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζζ, της Συνθήκης, σχετικά με τους ετήσιους λογαριασμούς ορισμένων μορφών εταιριών.
(7) - Εκ παραδρομής αναφέρεται η περίπτωση ζζ της εν λόγω παραγράφου (η επισήμανση δική μου).
(8) - Βλ., ανωτέρω, υποσημείωση 1.
(9) - Αρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο σττ, της πρώτης οδηγίας.
(10) - Βλ., επί παραδείγματι, την απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, υπόθεση 68/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1989, σ. 2965, σκέψη 22).
(11) - Προμνησθείσα στην υποσημείωση 9.
(12) - Βλ. αποφάσεις, της 10ης Ιουλίου 1980, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 253/78, 1/79 έως 3/79, Giry και Guerlain κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 527), της 21ης Μαρτίου 1985, υπόθεση 172/84, Celestri (Συλλογή 1985, σ. 963), της 24ης Οκτωβρίου 1985, υπόθεση 239/84, Gerlach (Συλλογή 1985, σ. 3507), της 20ής Μαρτίου 1986, 35/85, Tissier (Συλλογή 1986, σ. 1207), της 12ης Σεπτεμβρίου 1996, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-58/95, C-75/95, C-112/95, C-119/95, C-123/95, C-135/95, C-140/95, C-141/95, C-154/95, και C-157/95, Gallotti κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. Ι-4345), και της 18ης Μαρτίου 1993, C-280/91, Viessmann (Συλλογή 1993, σ. I-971, σκέψη 17).
(13) - Στην απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1993, C-334/92, Wagner Miret (Συλλογή 1993, σ. Ι-6911, σκέψη 20), το Δικαστήριο έκρινε ότι «(...) εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε για μεταγενέστερες της οδηγίας διατάξεις, το εθνικό δικαστήριο που καλείται να το ερμηνεύσει, οφείλει να πράξει τούτο κατά το μέτρο του δυνατού υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της οδηγίας (...)». Βλ, ακόμη, την απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 1995, C-472/93, Luigi Spano κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. Ι-4321) και την απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-106/89, Marleasing (Συλλογή 1990, σ. Ι-4135).
(14) - Βλ. απoφάσεις, της 19ης Ιανουαρίου 1982, υπόθεση 8/81, Becker (Συλλογή 1982, σ. 53)· της 26ης Φεβρουαρίου 1986, υπόθεση 152/84, Marschall (Συλλογή 1986, σ. 723)· της 14ης Ιουλίου 1994, C-91/92, Faccini Dori (Συλλογή 1994, σ. Ι-3325)· και απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1991, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-6/90 και C-9/90, Francovich κ.λπ. κατά Ιταλίας (Συλλογή 1991, σ. Ι-5357, στο εξής: Francovich I).
(15) - Η Ισπανική Κυβέρνηση επικαλείται τις προαναφερθείσες αποφάσεις, ανωτέρω υποσημείωση 13, Francovich I και Faccini Dori.
(16) - Βλ. τις προαναφερθείσες, στην υποσημείωση 14, αποφάσεις Marschal (σκέψη 48) και Faccini Dori (σκέψη 20) και την προαναφερθείσα, στην υποσημείωση 13, απόφαση Marleasing (σκέψη 6)· καθώς επίσης και τις αποφάσεις της 12ης Μαου 1987, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 372/85 έως 374/85, Traen κ.λπ. (Συλλογή 1987, σ. 2141, σκέψη 24)· της 11ης Ιουνίου 1987, 14/86, Pretore di Salς (Συλλογή 1987, σ. 2545, σκέψη 19)· της 22ας Φεβρουαρίου 1990, C-221/88, Busseni (Συλλογή 1990, σ. I-495, σκέψη 23)· της 7ης Μαρτίου 1996, C-192/94, El Corte Inglιs (Συλλογή 1996, σ. Ι-1281, σκέψη 16)· και της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-168/95, Arcaro (Συλλογή 1996, σ. Ι-4705).
(17) - To ζήτημα αυτό εγείρουν τόσο η Γερμανική Κυβέρνηση όσο και η Επιτροπή.
(18) - Αυτή είναι, τουλάχιστον, η ερμηνευτική προσέγγιση που προάγει η Ισπανική Κυβέρνηση, των προαναφερθεισών αποφάσεων Marleasing και Marshall (υποσημείωση 11 και 12, αντιστοίχως).
(19) - Βλ., ανωτέρω, υποσημείωση 16.
(20) - Βλ., ανωτέρω, υποσημείωση 16.
(21) - Οπως αποκρυσταλλώνεται στο άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΚ, με το οποίο καθορίζονται οι νομικές μορφές που μπορεί να λάβει η δράση των κοινοτικών οργάνων.
(22) - Πόσο μάλλον δεν μπορεί να αποτελέσει την ευθεία βάση για την επιβολή κυρώσεων σε ιδιώτες. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι μια οδηγία δεν μπορεί, αυτή καθεαυτή και ανεξαρτήτως της εσωτερικής νομοθεσίας, να έχει ως αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται ή να επιτείνεται η ποινική ευθύνη αυτών που ενεργούν κατά παράβαση των διατάξεών της (προαναφερθείσες αποφάσεις, υποσημείωση 16, Pretore di Salς και Arcaro).
(23) - Τέτοιο δικαίωμα θα μπορούσε να συναχθεί από το άρθρο 2 της πρώτης οδηγίας. Αλλά και υπό τη νομική αυτή βάση, δεν μπορεί να γίνει ευθεία επίκληση της διατάξεως αυτής, διότι θα κατέληγε στην αναγνώριση οριζοντίου αποτελέσματος του άρθρου 2 της πρώτης οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Η μόνη λύση θα ήταν, όπως προαναφέρθηκε (βλ. σημείο 22), να υφίστανται στο γερμανικό δίκαιο διατάξεις οι οποίες, ερμηνευόμενες υπό το φως των διατάξεων των άρθρων 2 και 6 της πρώτης οδηγίας, να εξασφαλίζουν στο Γερμανό δικαστή ή στην αρμόδια γερμανική δημόσια αρχή, τρόπους εξαναγκασμού των κεφαλαιουχικών εταιριών όπως δημοσιεύουν στους ετήσιους λογαριασμούς τους. Στην περίπτωση αυτή, οι εθνικές αρχές οφείλουν να κάνουν χρήση των δυνατοτήτων που τους παρέχει η εσωτερική νομοθεσία για να διασφαλίσουν την επίτευξη των στόχων της οδηγίας.
(24) - Απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 1990, Busseni (βλ., ανωτέρω, υποσημείωση 16).
(25) - Απόφαση της 22ας Ιουνίου 1989, 103/88 (Συλλογή 1989, σ. 1839).
Full & Egal Universal Law Academy