Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Το Bundesgerichtshof υπέβαλε προδικαστικά ερωτήματα, δυνάμει του άρθρου 3 του πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971 (1), αναφορικά με την ερμηνεία των άρθρων 13, πρώτο εδάφιο, σημεία 1 και 3, 24, 28, δεύτερο εδάφιο, και 34, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (2), όπως τροποποιήθηκε με τις Συμβάσεις Προσχωρήσεως του 1978 (3) και του 1982 (4) (στο εξής: Σύμβαση ή Σύμβαση των Βρυξελλών).
Νομικό πλαίσιο: οι σχετικές διατάξεις της Συμβάσεως των Βρυξελλών
2 Υπενθυμίζεται ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών θεσπίζει ενοποιημένο σύστημα καθορισμού των διεθνών δικαιοδοσιών (τίτλος ΙΙ), καθώς και απλοποιημένο μηχανισμό αναγνωρίσεως και εκτελέσεως αποφάσεων δικαστικών αρχών των συμβαλλομένων κρατών (τίτλος ΙΙΙ), εκδιδομένων εντός του πεδίου εφαρμογής της Συμβάσεως (τίτλος Ι).
3 Είναι γνωστό ότι το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, παρέχει κατ' αρχήν γενική αρμοδιότητα στα δικαστήρια του κράτους στο οποίο έχει την κατοικία του ο εναγόμενος, μόνο δε κατ' εξαίρεση από τη γενική αυτή αρχή, στις περιπτώσεις που περιοριστικώς απαριθμούνται στα τμήματα 2 έως 6 του τίτλου ΙΙ, ο εναγόμενος μπορεί, στην περίπτωση ειδικής δικαιοδοσίας, λόγω της σχέσεως εγγύτητας μεταξύ ορισμένου δικαστηρίου και μιας διαφοράς (τμήμα 2: άρθρα 5 έως 6α), ή υποχρεούται, στην περίπτωση αποκλειστικής δικαιοδοσίας (τμήμα 5: άρθρο 16) ή στην περίπτωση εκουσίας παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας (τμήμα 6: άρθρα 17 και 18), να ενάγεται, ενδεχομένως, ενώπιον δικαστηρίου άλλου συμβαλλομένου κράτους.
4 Οι κανόνες των τμημάτων 3 και 4 του τίτλου ΙΙ συνιστούν συστήματα δικαιοδοσίας ανεξάρτητα από εκείνο του άρθρου 2 και των εξαιρέσεών του (5). Πρόκειται για κανόνες προστασίας του θεωρουμένου ως ασθενούς διαδίκου που καθορίζουν αντιστοίχως τις δικαιοδοσίες σε υποθέσεις ασφαλίσεων και σε περιπτώσεις συμβάσεων συναφθεισών από τους καταναλωτές.
5 Η εφαρμογή των προστατευτικών κανόνων του τμήματος 4 του τίτλου ΙΙ εξαρτάται από την σωρευτική συνδρομή δύο προϋποθέσεων. Αφενός, το πρόσωπο που τις επικαλείται πρέπει να είναι «καταναλωτής» κατά την έννοια του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, δηλαδή πρόσωπο που ενήργησε για σκοπό «ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητά του». Αφετέρου, η σύμβαση που συνήψε ο καταναλωτής πρέπει να είναι μία από αυτές που απαριθμούνται στα σημεία 1 έως 3 της εν λόγω διατάξεως. Οι σχετικές περιπτώσεις είναι οι ακόλουθες:
«1. όταν πρόκειται για πώληση ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος, ή
2. όταν πρόκειται για δάνειο με σταδιακή εξόφληση ή για άλλη πιστωτική συναλλαγή συνδεόμενη με τη χρηματοδότηση αγοράς ενσωμάτων κινητών, ή
3. για κάθε άλλη σύμβαση που έχει ως αντικείμενο παροχή υπηρεσιών ή προμήθεια ενσωμάτων κινητών αν:
α) πριν από την κατάρτιση της συμβάσεως, έγινε στο κράτος της κατοικίας του καταναλωτή ειδική προσφορά ή διαφήμιση,
και
β) ο καταναλωτής ολοκλήρωσε στο κράτος αυτό τις απαραίτητες για την κατάρτιση της συμβάσεως πράξεις».
6 Αν αυτές οι προϋποθέσεις συντρέχουν, σύμφωνα με το άρθρο 14, δεύτερο εδάφιο, ο καταναλωτής μπορεί να εναχθεί μόνον ενώπιον των δικαστηρίων του συμβαλλομένου κράτους στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του.
7 Στο πλαίσιο της μνείας των διατάξεων της Συμβάσεως περί δικαιοδοσίας, πρέπει επίσης να αναφερθεί το άρθρο 18, που επιτρέπει την παρέκταση της δικαιοδοσίας που προκύπτει απλώς από την παρουσία του εναγομένου. Το άρθρο αυτό έχει ως εξής:
«Πέραν των περιπτώσεων που η διεθνής δικαιοδοσία απορρέει από άλλες διατάξεις της παρούσας Συμβάσεως, το δικαστήριο συμβαλλομένου κράτους, ενώπιον του οποίου ο εναγόμενος παρίσταται, αποκτά διεθνή δικαιοδοσία. Ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται αν η παράσταση έχει ως σκοπό την αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας, ή αν υπάρχει άλλο δικαστήριο με αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 16.»
Η αρχή επομένως είναι ότι η παράσταση του εναγομένου συνεπάγεται αναγνώριση δικαιοδοσίας: ένα κατ' αρχήν αναρμόδιο δικαστήριο αποκτά δικαιοδοσία αν παρίσταται ο εναγόμενος.
Αντιθέτως, η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή σε δύο περιπτώσεις. Αν η διαφορά έχει αντικείμενο στενώς συνδεδεμένο με το έδαφος του συμβαλλομένου κράτους, όπως τα εμπράγματα δικαιώματα, τότε η αποκλειστική δικαιοδοσία που προβλέπει το άρθρο 16 αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 18. Εξάλλου, η παρουσία του εναγομένου δεν συνεπάγεται αναγνώριση δικαιοδοσίας, αν αντικείμενό της είναι η προβολή ενστάσεως αναρμοδιότητας του επιληφθέντος δικαστηρίου. Αυτό συμβαίνει όταν ο εναγόμενος παρίσταται αποκλειστικώς για να αμφισβητήσει την αρμοδιότητα του επιληφθέντος δικαστηρίου, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία της διαφοράς. Ομοίως, στην περίπτωση που ο εναγόμενος παρίσταται για να αμφισβητήσει και την αρμοδιότητα και την ουσία (6). Στην περίπτωση αυτή, πάντως, η επί της ουσίας άμυνα πρέπει να προβληθεί επικουρικώς, ώστε να αποτραπεί εφαρμογή του άρθρου 18 (7).
8 Η τελευταία από τις διατάξεις του τίτλου ΙΙ που θα μπορούσε να είναι κρίσιμη για την παρούσα υπόθεση είναι εκείνη του άρθρου 24, η οποία παρέχει τη δυνατότητα σε δικαστήριο, στερούμενο δικαιοδοσίας για την επί της ουσίας εκδίκαση της υποθέσεως, να λαμβάνει «ασφαλιστικά μέτρα» στους καλυπτόμενους από τη Σύμβαση τομείς, αν ο εναγόμενος προτιμήσει να απευθυνθεί σ' αυτό αντί δικαστηρίου άλλου συμβαλλομένου κράτους έχοντος διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως. Το άρθρο αυτό έχει ως εξής:
«Τα ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπονται από το δίκαιο συμβαλλόμενου κράτους μπορούν να ζητηθούν από τα δικαστήρια του κράτους αυτού, έστω και αν δικαστήριο άλλου συμβαλλόμενου κράτους έχει, σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, διεθνή δικαιοδοσία για την ουσία της υποθέσεως.»
9 Ο τίτλος ΙΙΙ, για την αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων, αποσκοπεί στη διασφάλιση της «ελεύθερης κυκλοφορίας των αποφάσεων» εντός της κοινής αγοράς (8). Σύμφωνα με τον σκοπό αυτό, τα άρθρα 31 επ. προβλέπουν διαδικασία συνοπτικής εκτελέσεως απλουστευμένη σε σχέση με τις συνήθεις διαδικασίες περιαφής του εκτελεστηρίου τύπου, που αποσκοπεί στον περιορισμό των απαιτήσεων από τις οποίες εξαρτάται, σε ένα συμβαλλόμενο κράτος, η εκτέλεση αποφάσεων εκδοθεισών σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος.
10 Γι' αυτόν τον λόγο στο πρώτο στάδιο της διαδικασίας δεν ισχύει η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως (άρθρο 34, πρώτο εδάφιο).
11 Εξάλλου, διατάσσεται καταρχήν η περιαφή του εκτελεστηρίου τύπου χωρίς το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως να μπορεί να ελέγξει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως (άρθρο 28, τρίτο εδάφιο) (9).
12 Κατ' εξαίρεση μόνο διατηρείται ένας τέτοιος έλεγχος, ιδίως όταν πρόκειται για ορισμένους κανόνες δικαιοδοσίας. Κατά το άρθρο 34, δεύτερο εδάφιο, π.χ. «η αίτηση μπορεί να απορριφθεί μόνο για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στα άρθρα 27 και 28».
Ειδικότερα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 28, πρώτο εδάφιο, δεν διατάσσεται περιαφή εκτελεστηρίου τύπου επί αποφάσεων που εκδόθηκαν κατά παράβαση των διατάξεων περί δικαιοδοσίας στον τομέα των ασφαλειών (τμήμα 3: άρθρα 7 έως 12α), ή στον τομέα συμβάσεων συναφθεισών από καταναλωτές (τμήμα 4: άρθρα 13 έως 15), ή επίσης των κανόνων περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας του άρθρου 16 (τμήμα 5).
Κατά τον έλεγχο αυτών των βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας που μνημονεύονται στο άρθρο 28, πρώτο εδάφιο, «η αρχή ενώπιον της οποίας ζητείται η αναγνώριση δεσμεύεται από τις πραγματικές διαπιστώσεις στις οποίες το δικαστήριο του κράτους προελεύσεως έχει θεμελιώσει τη διεθνή δικαιοδοσία του» (άρθρο 28, δεύτερο εδάφιο).
13 Τέλος, κατά το άρθρο 34, τρίτο εδάφιο, «αποκλείεται η επί της ουσίας αναθεώρηση της αλλοδαπής αποφάσεως».
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
14 Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά εκτέλεση συμβάσεως που συνήφθη μεταξύ της Intership Yachting Sneek BV, δανείστριας, εταιρίας του ολλανδικού δικαίου, με έδρα το Sneek (Κάτω Ξώρες), και του Mietz, οφειλέτη, κατοίκου Lόchow (Γερμανία), όπου ασχολείται με την εκμετάλλευση επιχειρήσεως κατασκευών και με το εμπόριο κατασκευαστικών υλικών.
15 Οι διάδικοι συμφώνησαν ότι ο οφειλέτης θα αποκτήσει την κυριότητα σκάφους Intership, τύπου 1150 G. Συμφωνήθηκε ότι το σκάφος αυτό θα υποστεί ουσιαστικές τροποποιήσεις (10) πριν από την οριστική του παράδοση. Το συνολικό ποσό της αγοράς, ύψους 250 000 γερμανικών μάρκων (DM), επρόκειτο να καταβληθεί σε πέντε διαδοχικές δόσεις, όλες καταβλητέες προ της παραδόσεως (11). Η συμφωνία περιελήφθη σε έγγραφο αποκληθέν «σύμβαση πωλήσεως» και υπογραφέν στο Sneek (Kάτω Ξρες).
16 Επειδή ο οφειλέτης δεν κατέβαλε ορισμένες δόσεις του τιμήματος, η δανείστρια πέτυχε την εκ μέρους του προέδρου του Arrondissementsrechtbank του Leeuwarden, ολλανδικού δικαστηρίου αρμόδιου για τα ασφαλιστικά μέτρα, κατόπιν της κατ' αντιμωλίαν διαδικασίας της kort geding (12), την έκδοση προσωρινώς εκτελεστής αποφάσεως, στις 12 Μαου 1993, διατάσσουσας την καταβολή μέρους των οφειλών (δηλαδή ποσού αντιστοιχούντος περίπου στα δύο τρίτα του συνολικώς οφειλομένου ποσού).
17 Το Landgericht Lόneburg κήρυξε εκτελεστή στη Γερμανία την απόφαση αυτή, ο δε οφειλέτης άσκησε ανακοπή ενώπιον του Oberlandesgericht.
18 Προς στήριξη αυτής της ανακοπής αμφισβήτησε, για πρώτη φορά (13), τη δικαιοδοσία του ολλανδικού δικαστηρίου, δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως, το οποίο αποφάνθηκε κατά παράβαση των διατάξεων περί προστασίας των καταναλωτών που προβλέπουν τα άρθρα 13 και 14 της Συμβάσεως, κατά τα οποία διεθνή δικαιοδοσία έχουν τα γερμανικά δικαστηρία, δικαστήρια του κράτους της κατοικίας του. Συνεπώς, το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως, διαπιστώνοντας κατά τον έλεγχο της δικαιοδοσίας του κράτους προελεύσεως, την παράβαση αυτών των διατάξεων δεν μπορούσε, κατά το άρθρο 34, δεύτερο εδάφιο, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 28, πρώτο εδάφιο, να διατάξει στη Γερμανία την περιαφή του εκτελεστηρίου τύπου.
19 Ζητώντας την εφαρμογή των ευεργετικών διατάξεων του τμήματος 4 του τίτλου ΙΙ, προέβαλε τα ακόλουθα δύο επιχειρήματα.
Αφενός, το παραγγελθέν σκάφος προοριζόταν για αυστηρώς ιδιωτική χρήση, ώστε να είναι δεδομένη η ιδιότητα «του καταναλωτή» κατά την έννοια του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο.
Αφετέρου, η έγγραφη διατύπωση της συμβάσεως στο Sneek των Κάτω Ξωρών απoτέλεσε έναν απλό τύπο, δεδομένου ότι η σύναψη της συμβάσεως έγινε προφορικώς στη Γερμανία, πριν από την υπογραφή της στις Κάτω Ξώρες (14). Πράγματι, ο οφειλέτης εκδήλωσε την επιθυμία του να αποκτήσει την κυριότητα του εκτιθέμενου σκάφους, στο πλαίσιο επισκέψεώς του στο περίπτερο της δανείστριας στην Bootsmesse (έκθεση σκαφών αναψυχής) στο Dόsseldorf (Γερμανία)· επειδή δεν ήταν δυνατή η μεταβίβαση του σκάφους, τα μέρη συμφώνησαν τη ναυπήγηση για τον οφειλέτη ενός σκάφους του ιδίου τύπου, με τις τροποποιήσεις που αυτός επιθυμούσε.
Με το δεύτερο αυτό επιχείρημα σκοπείται προφανώς να αποδειχθεί ότι η επίμαχη σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, της Συμβάσεως.
20 Το Oberlandesgericht απέρριψε την αίτηση ανακοπής και αρνήθηκε να διατάξει την περιαφή του εκτελεστηρίου τύπου στην ολλανδική απόφαση λόγω μη συμμορφώσεως προς τους κανόνες της προστασίας των καταναλωτών που προβλέπονται στο τμήμα 4 του τίτλου ΙΙ.
21 Ο Mietz άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesgerichtshof.
Τα προδικαστικά ερωτήματα
22 Το εν λόγω δικαστήριο εκθέτει αναλυτικώς στη διάταξη περί παραπομπής το αντικείμενο και το περιεχόμενο των ζητημάτων που το οδήγησαν στην υποβολή των προδικαστικών ερωτημάτων. Διερωτάται αν συντρέχει λόγος που θα του επέτρεπε να αρνηθεί να διατάξει περιαφή του εκτελεστηρίου τύπου της ολλανδικής αποφάσεως.
23 Τα δύο πρώτα ερωτήματά του στρέφονται προς την κατεύθυνση που προτείνει ο οφειλέτης και αποσκοπούν να καθοριστεί αν η περίπτωση που έχει τεθεί υπό την κρίση του περιλαμβάνεται σε εκείνες για τις οποίες μπορεί να χορηγηθεί ειδική προστασία, είτε επειδή η επίμαχη συμφωνία συνιστά «πώληση ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος» συναφθείσα από καταναλωτή (άρθρο 13, πρώτο εδάφιο, σημείο 1), είτε επειδή πρόκειται για «σύμβαση που έχει ως αντικείμενο παροχή υπηρεσιών ή προμήθεια ενσωμάτων κινητών» συναφθείσα από καταναλωτή (άρθρο 13, πρώτο εδάφιο, σημείο 3).
24 Κατά την εξέταση του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν μπορεί να λάβει υπόψη προβληθέντα από τον οφειλέτη στοιχεία τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην απόφαση που εξέδωσε το δικαστήριο του κράτους προελεύσεως. Πρόκειται για πραγματικά στοιχεία που προβλήθηκαν ενώπιον του Oberlandesgericht προκειμένου να αποδειχθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των στοιχείων αα και ββ της εν λόγω διατάξεως (αντιστοιχούντα εν προκειμένω στο γεγονός ότι η σύμβαση συνήφθη προφορικώς στο πλαίσιο της Bootsmesse του Dόsseldorf). Το Bundesgerichtshof τονίζει ότι, κατά το άρθρο 28, δεύτερο εδάφιο, κατά τον έλεγχο της διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως βάσει των κανόνων του τμήματος 4 του τίτλου ΙΙ, το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως «δεσμεύεται από διαπιστώσεις των πραγματικών περιστατικών στις οποίες το δικαστήριο του κράτους προελεύσεως έχει θεμελιώσει τη διεθνή δικαιοδοσία του». Δεδομένου ότι το ολλανδικό δικαστήριο δεν στήριξε τη διεθνή δικαιοδοσία του σε διαπιστώσεις πραγματικών περιστατικών, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν κωλύεται από το γράμμα του άρθρου 28, δεύτερο εδάφιο, να λάβει υπόψη τα νέα αυτά στοιχεία.
Από τις σκέψεις αυτές πηγάζει το τρίτο ερώτημα (15).
25 Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, αν οι απαντήσεις στα τρία πρώτα του ερωτήματα το οδηγήσουν σε αποκλεισμό της εφαρμογής του άρθρου 28, πρώτο εδάφιο, δεν θα μπορέσει να προβεί σε έλεγχο της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως και, επομένως, δεν θα μπορέσει να αρνηθεί την περιαφή της επίμαχης αποφάσεως με τον εκτελεστήριο τύπο. Θα πρέπει, επομένως, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως (16).
26 Αυτός είναι ο λόγος υποβολής του τετάρτου ερωτήματος, στο οποίο ζητείται απάντηση μόνον εφόσον έχει εφαρμογή το άρθρο 28, πρώτο εδάφιο. Στην περίπτωση αυτή, αν δεν μπορεί να διαταχθεί περιαφή του εκτελεστηρίου τύπου λόγω παραβάσεως εκ μέρους του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως των κανόνων του μέρους 4 του τίτλου ΙΙ, το αιτούν δικαστήριο προτείνει να εξεταστεί το ζήτημα της περιαφής του εκτελεστηρίου τύπου υπό άλλο πρίσμα, δηλαδή υπό το πρίσμα του άρθρου 24 της Συμβάσεως. Ερωτά, κατά συνέπεια, αν μέτρο το οποίο διατάσσεται στο πλαίσιο της διαδικασίας του kort geding συνιστά «ασφαλιστικό» μέτρο κατά την έννοια του άρθρου 24. Στην περίπτωση αυτή το Bundesgerichtshof φρονεί ότι «θα ήταν τότε προφανές ότι τα άρθρα 13 και 14 της Συμβάσεως των Βρυξελλών δεν κωλύουν την αναγνώριση» (17).
27 Τα τέσσερα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο είναι τα ακόλουθα:
«1) Πρόκειται για πώληση ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος, κατά την έννοια του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, όταν με έγγραφο που οι συμβαλλόμενοι χαρακτηρίζουν "σύμβαση πωλήσεως" ο ένας των συμβαλλομένων αναλαμβάνει την υποχρέωση να κατασκευάσει και να παραδώσει στον έτερο μηχανοκίνητο σκάφος αναψυχής ορισμένου τύπου κατόπιν εννέα ειδικών κατασκευαστικών εντολών και όταν ο έτερος των συμβαλλομένων αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει 250 000 γερμανικά μάρκα (DM) σε πέντε δόσεις;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
2) Συνιστά η σύμβαση στην οποία αναφέρεται το πρώτο ερώτημα σύμβαση η οποία έχει ως αντικείμενο την παράδοση ενσωμάτου κινητού, κατά την έννοια του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών;
3) Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και νέα πραγματικά περιστατικά, κατά το άρθρο 34, δεύτερο εδάφιο, σε συνδυασμό με το άρθρο 28, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, τα οποία προβάλλει ο οφειλέτης, προς στήριξη του ισχυρισμού ότι το δικαστήριο του κράτους προελεύσεως παρέβη τις διατάξεις του τμήματος 4 του τίτλου ΙΙ της εν λόγω Συμβάσεως;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως είτε στο πρώτο είτε στο δεύτερο και το τρίτο ερώτημα:
4) Περιλαμβάνεται στα ασφαλιστικά μέτρα, κατά την έννοια του άρθρου 24 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, η προβλεπόμενη στα άρθρα 289 έως 297 του ολλανδικού κώδικα πολιτικής δικονομίας δυνατότητα, μέσω αιτήσεως εκδόσεως επείγουσας προσωρινής διατάξεως κατόπιν συνοπτικής διαδικασίας (kort geding), να επιτευχθεί η έκδοση αποφάσεως περί καταβολής της συμβατικώς προβλεπόμενης αντιπαροχής;»
Επί των απαντήσεων που πρέπει να δοθούν στα ερωτήματα
Τοποθέτηση επί της προτάσεως να εξεταστεί αρχικώς το άρθρο 18 της Συμβάσεως
28 Όπως τόνισα, στο πλαίσιο της Συμβάσεως, το άρθρο 18 προβλέπει εκούσια ή σιωπηρή παρέκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας. Στηριζόμενη στη διάταξη αυτή, η Επιτροπή προέβαλε κατ' αρχάς τον ισχυρισμό (18) ότι τα προδικαστικά ερωτήματα θα ήσαν άνευ αντικειμένου αν ο οφειλέτης είχε παραστεί άνευ επιφυλάξεων ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου διατύπωσε την ίδια ουσιαστικώς παρατήρηση (19).
29 Φρονώ, εντούτοις, ότι μια σειρά επιχειρημάτων αποκλείει την προταθείσα αυτή προσέγγιση.
30 Κατ' αρχάς, θεωρώ ότι τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας είναι ανεπαρκή και δεν μας επιτρέπουν να διαμορφώσουμε άποψη επί της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 18.
Η διάταξη αυτή επιτρέπει την παρέκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας μόνον όταν η παράσταση του εναγομένου αποσκοπεί στην επί της ουσίας άμυνά του (20). Επειδή όμως οι διάδικοι δεν έλαβαν μέρος στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, δεν έχουμε καμία βεβαιότητα ως προς το θέμα αυτό. Πράγματι, από την ανάγνωση της διατάξεως περί παραπομπής δύνανται να συναχθούν αόριστες μόνο υποθέσεις. Από τη διαβεβαίωση του Bundesgerichtshof ότι ο οφειλέτης αμφισβήτησε τη διεθνή δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως μόνον κατά το στάδιο της εφέσεως κατά της περιαφής του εκτελεστηρίου τύπου (21), μπορεί, εξ αντιδιαστολής, να συναχθεί ότι ο οφειλέτης δεν αμφισβήτησε τη διεθνή δικαιοδοσία του ολλανδικού δικαστηρίου κατά την ενώπιόν του διαδικασία και αρκέστηκε να προβάλει αμυντικούς ισχυρισμούς επί της ουσίας. Μπορεί όμως να υποτεθεί ότι οι αμυντικοί επί της ουσίας ισχυρισμοί που προέβαλε ο οφειλέτης ενώπιον του προέδρου του Arrondissementsrechtbank te Leeuwarden ήσαν επικουρικοί σε σχέση με την αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας. Στην περίπτωση αυτή, κατ' εφαρμογή της προαναφερθείσας αποφάσεως Elefanten Schuh, η παράστασή του δεν συνεπάγεται παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας.
31 Μια άλλη δυσκολία θα έπρεπε να επιλυθεί εάν επρόκειτο να εφαρμοστεί εν προκειμένω το άρθρο 18: επιτρέπει η διάταξη αυτή την παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι κανόνες του τμήματος 4 του τίτλου ΙΙ περί διεθνούς δικαιοδοσίας που αποσκοπούν στην προστασία των καταναλωτών; Αν η επίμαχη σύμβαση θεωρηθεί ως μία από αυτές στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 13, θα έπρεπε αναμφιβόλως να επιλυθεί προηγουμένως αυτό το ζήτημα.
Ένα εκ του κειμένου επιχείρημα συνηγορεί υπέρ της εφαρμογής του άρθρου 18 σε μια τέτοια περίπτωση: ο μόνος περιορισμός που προκύπτει από το γράμμα αυτής της διατάξεως είναι η ύπαρξη αποκλειστικής δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 16. Αντιθέτως, το άρθρο 18 επιτρέπει προφανώς στους διαδίκους να παρεκτείνουν τη διεθνή δικαιοδοσία δικαστηρίου ενός συμβαλλομένου κράτους, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι υπόλοιποι κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας. Ειδικότερα, το γράμμα του άρθρου 18 δεν αποκλείει προφανώς την αναγνώριση, με τη σιωπηρή αυτή συμφωνία, διεθνούς δικαιοδοσίας στον τομέα των συμβάσεων που έχουν συναφθεί από καταναλωτές σε δικαστήριο διαφορετικό από εκείνο που ορίζει το άρθρο 14, δεύτερο εδάφιο (22).
Η νομολογία του Δικαστηρίου μπορεί, επίσης, να ερμηνευθεί ως ευνοϋκή προς την άποψη αυτή. Πράγματι, το Δικαστήριο δεν δίστασε να δεχθεί την παρέκταση, όταν η διεθνής δικαιοδοσία από την οποία παρεξέκλινε προέκυπτε από ρήτρα περί παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας κατά το άρθρο 17: «(...) το άρθρο 18 της Συμβάσεως έχει εφαρμογή και αν ακόμη οι συμβαλλόμενοι καθόρισαν συμβατικώς το αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 17» (23). Αν το Δικαστήριο δεχθεί ότι η εκδηλούμενη κατά τη δίκη βούληση του εναγομένου μπορεί να παρεκκλίνει από την προηγουμένως εκφκρασθείσα βούληση των διαδίκων, η παράστασή του θα μπορούσε επίσης να επιτρέψει παρέκκλιση από τους κανόνες της Συμβάσεως που είναι ευνοϋκοί γι' αυτόν. Δηλαδή ο εναγόμενος είναι κατά κάποιον τρόπο ελεύθερος να μην κάνει χρήση της προστασίας που του παρέχεται κατ' αυτόν τον τρόπο.
Βεβαίως, κατά της απόψεως αυτής μπορεί να προβληθεί ένα άλλο γραμματικό επιχείρημα. Οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας στον τομέα των ασφαλίσεων ή των συμβάσεων που έχουν συναφθεί από τους καταναλωτές ρητώς εξαιρούνται από συμφωνίες των διαδίκων, κατά το άρθρο 17, τέταρτο εδάφιο (24). Στους τομείς αυτούς δεν χωρεί συμφωνία περί διεθνούς δικαιοδοσίας (25)· δηλαδή οι διάδικοι υποχρεούνται κατά κάποιο τρόπο να υπαχθούν σε ευεργετικούς γι' αυτούς προστατευτικούς κανόνες, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να παρεκκλίνουν εξ αυτών διά δηλώσεως της βουλήσεώς τους. Βεβαίως, το γράμμα του άρθρου 18 δεν προβλέπει τέτοιο περιορισμό. Πάντως, μπορεί να υποστηριχθεί ότι αυτή η διαπίστωση δεν αρκεί από μόνη της για τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι, μολονότι οι διάδικοι δεν μπορούν να παρεκκλίνουν από τους προστατευτικούς αυτούς κανόνες διά της επιλογής διεθνούς δικαιοδοσίας κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως, η απλή παράστασή τους συνεπάγεται την de facto απώλεια της προβλεπόμενης προστασίας. Θεωρώ πάντως ότι το άρθρο 15, σημείο 1, αποδεχόμενο συμβατικές παρεκτάσεις δικαιοδοσίας «μεταγενέστερες από τη γένεση της διαφοράς», περιλαμβάνει όχι μόνο τις ρήτρες παροχής διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 17, αλλά και τη σιωπηρή παρέκταση κατά το άρθρο 18.
32 Τα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω επί του ζητήματος αυτού δεν αποσκοπούν στην άρση της δυσχερείας που ανέκυψε, αλλ' απλώς στο να την υπογραμμίσουν. Το πρόβλημα είναι ότι, αν κινηθούμε προς την κατεύθυνση που προτείνουν η Επιτροπή και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, πρέπει προηγουμένως να επιληθεί το ζήτημα αν η παράσταση και μόνον του εναγομένου επιτρέπει την παράκαμψη των προστατευτικών κανόνων που η Σύμβαση προβλέπει υπέρ αυτού. Και έρχομαι τώρα στην τελευταία πτυχή αυτής της συλλογιστικής ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση του άρθρου 18.
33 Υπογράμμισα ήδη δύο από τις δυσκολίες που ανακύπτουν σχετικά με αυτό το ζήτημα: αφενός, η επιχειρηματολογία αυτή, επειδή τα πραγματικά στοιχεία που γνωρίζουμε είναι ελλιπή, θα μπορούσε να προσλάβει ένα χαρακτήρα υποθετικό ή ακαδημαϋκό· αφετέρου, επιβάλλεται προκαταρκτικώς να αποδειχθεί ότι η εκούσια παράσταση επιτρέπει παρέκκλιση από τον κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπει το άρθρο 14, δεύτερο εδάφιο.
34 Κυρίως όμως πρέπει να τονιστεί ότι στην παρούσα υπόθεση βρισκόμαστε στο στάδιο της διαδικασίας περιαφής του εκτελεστηρίου τύπου. Έχω όμως ήδη υπογραμμίσει τη σημασία που αποδίδεται, στο πλαίσιο του συστήματος της Συμβάσεως, στο γεγονός ότι το διατάσσον την περιαφή του εκτελεστηρίου τύπου δικαστήριο δεν έχει, κατ' αρχήν, τη δυνατότητα να ελέγξει τη διεθνή δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως (26). Οι μόνες εξαιρέσεις που θα μπορούσαν να ενδιαφέρουν την παρούσα υπόθεση είναι οι περιπτώσεις διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπουν τα τμήματα 3, 4 και 5 του τίτλου ΙΙ.
35 Επομένως, το αιτούν δικαστήριο μπορεί να ελέγξει τη διεθνή δικαιοδοσία του ολλανδικού δικαστηρίου μόνο βάσει των κανόνων που προβλέπονται στα τμήματα αυτά, αποκλειομένου οποιουδήποτε άλλου κανόνα. Μπορεί επομένως, όπως ζητεί ο οφειλέτης, να διαπιστώσει αν παραβιάστηκαν οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών. Αντιθέτως, το εφαρμοζόμενο σύστημα περιαφής του εκτελεστηρίου τύπου δεν του επιτρέπει να εξετάσει αν το δικαστήριο του κράτους προελεύσεως εφάρμοσε ορθώς τους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπει το άρθρο 18. Ακόμα και αν το ολλανδικό δικαστήριο κρίνει ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία, κατ' εφαρμογή αυτής της διατάξεως, λόγω της παραστάσεως του εναγομένου, το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως δεν μπορεί να ελέγξει την ορθή εφαρμογή αυτής της διατάξεως. Θεωρώ όμως ότι αυτό ακριβώς θα συνέβαινε αν το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως εξετάσει το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 18 από το δικαστήριο του κράτους προελεύσεως. Προβαίνοντας στην εξέταση αυτή, το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως θα προχωρούσε σε μια ανάλυση η οποία δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μη προβαίνουσα κατά κάποιον τρόπο σε έλεγχο της διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως βάσει του άρθρου 18. Διότι πράγματι θα έπρεπε να επιλύσει τα δύο προβλήματα που προεξέθεσα. Έχει η παράσταση του εναγομένου αποκλειστικό της αντικείμενο την επί της ουσίας άμυνά του, χωρίς αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, επιτρέπει το άρθρο 18 παρέκκλιση από τους προστατευτικούς κανόνες της Συμβάσεως διά της δηλώσεως της βουλήσεως των διαδίκων; Ακόμα και αν το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως κρίνει ότι η απάντηση στα δύο αυτά ερωτήματα πρέπει να είναι καταφατική, θα έπρεπε, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, να προβεί προηγουμένως σε έλεγχο της ορθής εφαρμογής αυτής της διατάξεως από το δικαστήριο του κράτους προελεύσεως.
36 Δεδομένου ότι η Σύμβαση δεν επιτρέπει τον έλεγχο της διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως εκ μέρους του δικαστηρίου του κράτους εκτελέσεως βάσει των κανόνων της Συμβάσεως παρά μόνο σε ορισμένες εντελώς ειδικές περιπτώσεις και δεδομένου ότι η διεθνής δικαιοδοσία που προβλέπει το άρθρο 18 δεν περιλαμβάνεται μεταξύ αυτών των περιπτώσεων, φρονώ ότι το Δικαστήριο δεν θα ζητήσει από το αιτούν δικαστήριο να απόσχει από τον έλεγχο τηρήσεως των άρθρων 13 έως 15 υποδεικνύοντάς του να βασιστεί στο άρθρο 18.
37 Προτείνω επομένως να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου χωρίς προηγουμένως να εξεταστεί η εν προκειμένω εφαρμογή του άρθρου 18.
Επί των ερωτημάτων που αφορούν τους προστατευτικούς για τους καταναλωτές κανόνες
38 Με τα τρία πρώτα ερωτήματα ζητείται να διευκρινιστεί αν οι προστατευτικοί για τους καταναλωτές κανόνες (τμήμα 4 του τίτλου ΙΙ) παραβιάστηκαν εκ μέρους του ολλανδικού δικαστηρίου, οπότε το αιτούν δικαστήριο αδυνατεί να προχωρήσει στην περιαφή του εκτελεστηρίου τύπου.
39 Δεν χωρεί καμία αμφιβολία ως προς την εφαρμογή ratione personae των διατάξεων αυτών στην παρούσα υπόθεση.
40 Το άρθρο 13, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως ορίζει τον «καταναλωτή» ως το πρόσωπο που καταρτίζει συμβάσεις των οποίων «ο σκοπός μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητά του» (27).
41 Το συμπέρασμα που το Δικαστήριο εξήγαγε είναι ότι «(...) μόνο οι συμβάσεις που συνάπτονται για την κάλυψη ιδίων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή ως θεωρούμενο οικονομικώς ασθενέστερο μέρος» (28).
42 Αυτό συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Ο οφειλέτης ενήργησε όχι ως επαγγελματίας αλλά ως ιδιώτης. Πράγματι, η αγορά του επίμαχου σκάφους αποσκοπούσε στην κάλυψη των δικών του καταναλωτικών αναγκών. Ήταν, ιδίως, εντελώς άσχετη με την επαγγελματική εμπορική δραστηριότητα του οφειλέτη, ο οποίος εκμεταλλευόταν επιχείρηση κατασκευών και διατηρούσε εμπόριο κατασκευαστικών υλικών.
43 Ο δισταγμός του αιτούντος δικαστηρίου να χαρακτηρίσει τον οφειλέτη «καταναλωτή» κατά την έννοια του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, λόγω του ύψους του ποσού της εμπορικής πράξεως (29) νομίζω ότι είναι αβάσιμος. Πράγματι, «(...) προς απόδειξη της ιδιότητας του καταναλωτή, (...) θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η θέση του προσώπου σε συγκεκριμένη σύμβαση, σε σχέση με τη φύση και τον σκοπό αυτής, και όχι η υποκειμενική κατάσταση του ίδιου αυτού προσώπου» (30). Επομένως, την ιδιότητα του καταναλωτή δεν την έχουν μόνον οικονομικώς ασθενή ή μειονεκτούντα πρόσωπα.
44 Αφού επομένως δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι ο Mietz έχει την ιδιότητα του καταναλωτή, όσον αφορά την επίμαχη εμπορική πράξη, πρέπει να εξεταστεί αν η εμπορική αυτή πράξη εμπίπτει στο πεδίο ουσιαστικής εφαρμογής του τμήματος 4 του τίτλου ΙΙ, εφόσον οι διατάξεις αυτές «(...) αφορούν μόνο τον καταναλωτή (...) ο οποίος δεσμεύεται από μία των συμβάσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 13 (...)» (31).
Επί του πρώτου ερωτήματος: άρθρο 13, πρώτο εδάφιο, σημείο 1
45 Μπορεί επομένως η επίμαχη εμπορική πράξη να εξομοιωθεί με «πώληση ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος», κατά την έννοια του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, σημείο 1; Όλοι οι παρεμβαίνοντες στην παρούσα διαδικασία απάντησαν αρνητικά στο πρώτο αυτό ερώτημα. Προτείνω να παρακολουθήσουμε τη συλλογιστική τους.
46 Η επίμαχη σύμβαση χαρακτηρίστηκε ως «σύμβαση έργου» (32) από τον πρόεδρο του Arrondissementsrechtbank te Leeuwarden, στο πλαίσιο του ολλανδικού δικαίου, ενώ θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως Werklieferungsvertrag (33) στο γερμανικό δίκαιο (34). Οι συμβαλλόμενοι τη χαρακτήρισαν σύμβαση πωλήσεως. Το αιτούν δικαστήριο διατυπώνει επίσης μια άποψη θεωρώντας ότι συντρέχει περίπτωση πωλήσεως ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος όταν η μεταβίβαση της κυριότητας αφορά εμπόρευμα έτοιμο προς χρήση ή διαθέσιμο σε απόθεμα προοριζόμενο για γενική χρήση (35).
47 Το Δικαστήριο έχει σχετικώς υπογραμμίσει ότι είναι αναγκαίο, «προκειμένου να απαλειφθούν τα εμπόδια που αφορούν τις έννομες σχέσεις και την επίλυση των διαφορών που αναφύονται στα πλαίσια των ενδοκοινοτικών σχέσεων όσον αφορά τις πωλήσεις ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος, η έννοια αυτή να θεωρηθεί ως αυτοτελής και, επομένως, ως κοινή στο σύνολο των κρατών μελών» (36).
48 Επομένως, δεν έχει σημασία ούτε ο χαρακτηρισμός που επέλεξαν εν προκειμένω οι συμβαλλόμενοι ούτε οι ισχύοντες στα διάφορα εθνικά δίκαια κανόνες.
49 Ελλείψει ορισμού στη Σύμβαση (37), το Δικαστήριο έκρινε ότι «(...) ως πώληση ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος νοείται η σύμβαση κατά την οποία το τίμημα εξοφλείται με περισσότερες από μία δόσεις ή η οποία συνδέεται με σύμβαση χρηματοδοτήσεως» (38).
50 Η πράξη με την οποία η δανείστρια αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα ενός υπό κατασκευή κινητού στον οφειλέτη, έναντι τιμήματος καταβλητέου σε πέντε διαδοχικές δόσεις, θα μπορούσε να ανταποκρίνεται στον ορισμό που το Δικαστήριο έδωσε, αυτό όμως δεν αποτελεί κατά τη γνώμη μου αποφασιστικό στοιχείο για την παρούσα υπόθεση και δεν συνέτρεχε λόγος να εξεταστεί στην προαναφερθείσα απόφαση Bertrand.
51 Πράγματι, οι διαδοχικές καταβολές στην υπόθεση που εν προκειμένω μας απασχολεί προηγήθηκαν όλες της παραδόσεως του αγαθού το οποίο αφορούσε η σύμβαση.
52 Στην απόφαση όμως Bertrand, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι «η συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 14, παράγραφος 2, η οποία είναι σύμφωνη προς τους σκοπούς του τμήματος 4, οδηγεί στην αναγνώριση της ευνοϋκής δωσιδικίας (...) μόνο υπέρ των αγοραστών οι οποίοι έχουν ανάγκη προστασίας διότι βρίσκονται σε οικονομικά ασθενέστερη θέση έναντι των πωλητών (...)» (39). Υπό την έννοια αυτή βρίσκεται πράγματι σε ασθενέστερη θέση ο αγοραστής εκείνος στον οποίο ο πωλητής χορηγεί πίστωση. Αυτό όμως δεν συμβαίνει στην περίπτωση αγοραστή ο οποίος οφείλει να καταβάλει το σύνολο της τιμής πριν από την παράδοση του αγαθού, έστω και αν η καταβολή αυτή κατανέμεται σε περισσότερες της μιας δόσεις. Πράγματι, ένας τέτοιος αγοραστής δεν μπορεί να θεωρηθεί «(...) ότι ωθήθηκε στην πραγματοποίηση της αγοράς από τον μηχανισμό της τμηματικής καταβολής του τιμήματος, δεδομένου ότι η εξόφληση του τιμήματος τοις μετρητοίς θα του είχε δημιουργήσει οικονομικές δυσχέρειες» (40). Πράγματι, σε μια περίπτωση όπως η παρούσα ο αγοραστής δεν έχει ανάγκη καμιάς ειδικής προστασίας.
53 Επομένως, φρονώ ότι η επίμαχη εμπορική πράξη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πώληση «με τμηματική καταβολή του τιμήματος» ενσωμάτων κινητών κατά την έννοια του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, σημείο 1, της Συμβάσεως, διότι δεν υπάρχουν «τμηματικές καταβολές μεταγενέστερες της παραδόσεως» (41).
54 Επομένως, δεν επιτρέπεται η μη περιαφή του εκτελεστηρίου τύπου επί της ολλανδικής αποφάσεως, λόγω παραβιάσεως κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας εφαρμοζομένων επί αυτού του είδους των συμβάσεων.
Επί του τρίτου και του δευτέρου ερωτήματος: άρθρα 28, δεύτερο εδάφιο, και 13, πρώτο εδάφιο, σημείο 3
55 Καίτοι δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, σημείο 1, της Συμβάσεως, μπορεί η επίμαχη σύμβαση να θεωρηθεί ως εμπίπτουσα στο άρθρο 13, δεύτερο εδάφιο, σημείο 3; Αυτό είναι το αντικείμενο του δευτέρου ερωτήματος.
56 Πριν προχωρήσω στην εξέταση αυτού του ζητήματος, θεωρώ αναγκαίο να εξετάσω το τρίτο ερώτημα. Πράγματι, προκειμένου να καθοριστεί αν η επίμαχη σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, και, ειδικότερα, αν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στα σημεία αα και ββ της εν λόγω διατάξεως συντρέχουν εν προκειμένω, πρέπει να διαπιστωθεί αν το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως μπορεί να στηρίξει την κρίση του επί των στοιχείων που παρέσχε ο οφειλέτης και τα οποία δεν αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως. Αν η απάντηση στο τρίτο αυτό ερώτημα είναι αρνητική, τότε παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
57 Υπενθυμίζω ότι, κατά το άρθρο 28, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως, «κατά τον έλεγχο των βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, η αρχή ενώπιον της οποίας ζητείται η αναγνώριση δεσμεύεται από τις πραγματικές διαπιστώσεις στις οποίες το δικαστήριο του κράτους προελεύσεως έχει θεμελιώσει τη διεθνή δικαιοδοσία του».
58 Σκοπός της διατάξεως αυτής, κατά την έκθεση Jenard, «(...) είναι η αποτροπή παρελκυστικών τακτικών στην περίπτωση που, κατ' εξαίρεση, μπορεί να ελεγχθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως» (42).
59 Αν όμως δεν γίνει δεκτό ότι το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως μπορεί να απομακρυνθεί από τις διαπιστώσεις των πραγματικών περιστατικών του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως, δεν μπορεί, κατά μείζονα λόγο, να γίνει δεκτό ότι μπορεί να δεχθεί νέα πραγματικά στοιχεία τα οποία δεν είχαν προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως. Και στις δύο περιπτώσεις η δικαιολογία είναι όμοια: η αποφυγή παρελκυστικής τακτικής. Ο σκοπός αυτός δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί αν το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως μπορούσε να λάβει υπόψη του νέους ισχυρισμούς του οφειλέτη, βάσει των οποίων θα μπορούσε να διαπιστωθεί η έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του αρχικώς επιληφθέντος δικαστηρίου, με σκοπό τη μη περιαφή του εκτελεστηρίου τύπου, τη στιγμή που ο οφειλέτης μπορούσε να είχε προβάλει τα επιχειρήματα αυτά στο πλαίσιο της αρχικής δίκης. Αν επιτρεπόταν η προβολή νέων πραγματικών ισχυρισμών ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους εκτελέσεως, ο κάθε οφειλέτης που θα επιθυμούσε να παρακωλύσει την ταχεία διεξαγωγή της δίκης που προβλέπει η Σύμβαση θα μπορούσε να προβάλει ορισμένους ουσιώδεις ισχυρισμούς κατά το στάδιο της διαδικασίας περιαφής του εκτελεστηρίου τύπου, ώστε να παρεμποδίσει την εκτέλεση της αποφάσεως.
60 Ας μου επιτραπεί επίσης να τονίσω ότι, μολονότι το Δικαστήριο δεν χρειάστηκε μέχρι τώρα να αποφανθεί επί μιας τέτοιας περιπτώσεως σε σχέση με το άρθρο 28, δεύτερο εδάφιο, η σχετική με το άρθρο 34, τρίτο εδάφιο, νομολογία του παρέχει ενδιαφέρουσες ενδείξεις οι οποίες θα μπορούσαν, κατ' αναλογία, να εφαρμοστούν στην περίπτωση που μας απασχολεί.
61 Στην απόφαση Van Dalfsen κ.λπ. (43), αντιμετωπίζοντας το ζήτημα «(...) αν το δικαστήριο στο οποίο ασκήθηκε η προσφυγή μπορεί να λαμβάνει υπόψη, στο πλαίσιο αποφάσεως επί αιτήματος αναστολής εκτελέσεως δυνάμει του άρθρου 38, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως, ισχυρισμούς τους οποίους το αλλοδαπό δικαστήριο αγνοούσε κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεώς του, επειδή ο διάδικος ο οποίος άσκησε την προσφυγή παρέλειψε να τους προβάλει ενώπιόν του (...)» (44), το Δικαστήριο έκρινε ότι λόγω της απαγορεύσεως της επί της ουσίας αναθεωρήσεως, που επιβάλλει το άρθρο 34, τρίτο εδάφιο, ένα κατ' έφεση αποφαινόμενο δικαστήριο δεν μπορεί να λαμβάνει υπόψη, στην απόφασή του επί αιτήματος αναστολής εκτελέσεως εκδιδόμενη βάσει του άρθρου 38, «(...) εκείνους μόνο τους ισχυρισμούς τους οποίους ο διάδικος ο οποίος άσκησε την προσφυγή δεν μπόρεσε να προβάλει ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως» (45).
62 Πιστεύω ότι όπως το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως δεν μπορεί να λαμβάνει υπόψη, αποφαινόμενο επί αιτήματος αναστολής εκτελέσεως βάσει του άρθρου 38, «παρά μόνο τους ισχυρισμούς τους οποίους ο διάδικος ο οποίος άσκησε την προσφυγή δεν μπόρεσε να προβάλει ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως», ομοίως, το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως δεν μπορεί να λαμβάνει υπόψη, στην απόφασή του περί περιαφής του εκτελεστηρίου τύπου, παρά μόνο τους ισχυρισμούς εκείνους οι οποίοι δεν προβλήθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως.
Αυτό, όμως, δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση: ο Mietz είχε πλήρως τη δυνατότητα να προβάλει ενώπιον του ολλανδικού δικαστηρίου τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προέβαλε στο πλαίσιο της ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους εκτελέσεως δίκης.
63 Φρονώ, επομένως, ότι οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο οφειλέτης ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους, επιδιώκοντας να αποδείξει ότι η επίμαχη σύμβαση είναι μία από αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 13, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, επειδή συνίστατο σε σύμβαση έχουσα ως αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών ή την παράδοση ενσωμάτων κινητών, συναφθείσα κατόπιν διαφημιστικής εκστρατείας στο κράτος της κατοικίας του καταναλωτή (στην Bootsmesse του Dόsseldorf) και επειδή ο καταναλωτής τέλεσε εντός αυτού του κράτους τις αναγκαίες πράξεις για τη σύναψη αυτής της συμβάσεως (σύμβαση συναφθείσα προφορικώς στο πλαίσιο της Bootsmesse), δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως, εφόσον μπορούσαν να έχουν προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως.
64 Ενόψει της απαντήσεως που προτείνω στο τρίτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο. Πράγματι, εφόσον το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως δεν μπορεί να λάβει υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς προβληθέντες προς στήριξη της εφαρμογής του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, δεν μπορεί να προβεί στον έλεγχο της διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως σε σχέση με τη διάταξη αυτή.
65 Επομένως, διατυπώνω τις σκέψεις που ακολουθούν αναφορικά με το δεύτερο ερώτημα εντελώς επικουρικώς.
66 Αν το ζήτημα στην περίπτωση αυτή είναι η αδυναμία του γερμανικού δικαστηρίου να λάβει εν προκειμένω υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς προβληθέντες από τον οφειλέτη, η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να είναι καταφατική.
67 Πράγματι, αφενός, όπως προανέφερα, η επίμαχη σύμβαση συνάφθηκε από καταναλωτή κατά την έννοια του άρθρου 13.
68 Αφετέρου, εφόσον αντικείμενο της συμβάσεως, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, ήταν η παράδοση σκάφους στο οποίο έπρεπε να γίνουν ορισμένες ουσιώδεις τροποποιήσεις, η κατά το άρθρο 13, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, προϋπόθεση, να έχει η σύμβαση «ως αντικείμενο παροχή υπηρεσιών ή προμήθεια ενσωμάτων κινητών», προφανώς πληρούται εν προκειμένω.
69 Τέλος, το άρθρο 13, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, προϋποθέτει τη σωρευτική συνδρομή δύο προϋποθέσεων (46), που αποσκοπούν στη διαπίστωση της υπάρξεως στενών δεσμών μεταξύ της συμβάσεως και της χώρας κατοικίας του καταναλωτή (47).
70 Η πρώτη από τις προϋποθέσεις αυτές είναι η σύναψη της συμβάσεως να έχει γίνει κατόπιν «ειδικής προτάσεως ή διαφημίσεως» στο κράτος αυτό. Η έκθεση των καθηγητών Giuliano και Lagarde, επί της Συμβάσεως της Ρώμης (48), στην οποία παραπέμπει η έκθεση Schlosser (49), διευκρινίζει ότι μπορεί να πρόκειται για οποιοδήποτε είδος διαφημίσεως εντός του κράτους στο οποίο έχει την κατοικία του ο καταναλωτής ή περί προσφοράς η οποία ειδικώς απευθύνεται σ' αυτόν (50). Εν προκειμένω, η παρουσίαση σε περίπτερο εκθέσεως αφιερωμένης στα σκάφη αναψυχής, στο Dόsseldorf, συνιστά ασφαλώς μορφή διαφημίσεως στο κράτος όπου έχει την κατοικία του ο καταναλωτής (51). Εν πάση περιπτώσει, απόκειται στο επιληφθέν δικαστήριο να εξακριβώσει το αληθές αυτού του πραγματικού στοιχείου.
71 Η δεύτερη προϋπόθεση είναι να έχει τελέσει ο καταναλωτής στο κράτος της κατοικίας του «τις αναγκαίες για τη σύναψη της συμβάσεως πράξεις». Στην προαναφερθείσα έκθεση Giuliano και Lagarde τονίζεται ότι με τη διατύπωση αυτή αποφεύγονται συζητήσεις σχετικές με τον τόπο συνάψεως της συμβάσεως και περιλαμβάνονται παντός είδους έγγραφες πράξεις (ή ενέργειες) που εκφράζουν τη βούληση του καταναλωτή να ανταποκριθεί στην ειδικώς γενόμενη προσφορά ή στη διαφήμιση (52). Στην περίπτωση αυτή, επίσης, αν είχε αποδειχθεί, όπως ισχυρίζεται ο Mietz, ότι είχε εκφράσει την επιθυμία του να αποκτήσει την κυριότητα του σκάφους το οποίο αφορά η σύμβαση στο πλαίσιο της Bootsmesse στο Dόsseldorf, η δεύτερη αυτή προϋπόθεση πληρούται. Εν πάση περιπτώσει, απόκειται στο δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως να εξακριβώσει αν πράγματι αληθεύει.
Επί του χαρακτηρισμού ενός μέτρου η λήψη του οποίου αποφασίζεται στο πλαίσιο της διαδικασίας kort geding ως «ασφαλιστικού» κατά την έννοια του άρθρου 24 της Συμβάσεως
72 Στο τέταρτο ερώτημα, με το οποίο το αιτούν δικαστήριο ερωτά πώς πρέπει να χαρακτηρισθεί, σε σχέση με το άρθρο 24 της Συμβάσεως, μέτρο η λήψη του οποίου αποφασίζεται στο πλαίσιο μιας διαδικασίας kort geding, δεν χρειάζεται να δοθεί απάντηση από το Δικαστήριο, αν αυτό δεχθεί αυτά που προτείνω. Πράγματι, το ερώτημα αυτό υποβλήθηκε μόνο για την περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η επίμαχη σύμβαση πρέπει να θεωρηθεί ως μία από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 13, πρώτο εδάφιο, σημείο 1, ή στο άρθρο 13, πρώτο εδάφιο, σημείο 3.
73 Εξάλλου, ας μου επιτραπεί να σημειώσω ότι, υποβάλλοντας ερώτημα σχετικό με τη διάταξη αυτή, το αιτούν δικαστήριο υποδηλώνει μια βούληση ελέγχου της διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως, πράγμα που απαγορεύει το άρθρο 28, τρίτο εδάφιο. Πράγματι, υπενθυμίζω ότι το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως μπορεί να ελέγξει αν το δικαστήριο του κράτους προελεύσεως εφάρμοσε ορθώς τους κανόνες της Συμβάσεως μόνον όταν πρόκειται για τους κανόνες των τμημάτων 3, 4 και 5 του τίτλου ΙΙ. Πέραν αυτών των περιπτώσεων, οποιοσδήποτε άλλος έλεγχος απαγορεύεται. Επομένως, αν, μετά την εξέταση των δύο πρώτων ερωτημάτων, κριθεί ότι το δικαστήριο του κράτους προελεύσεως παρέβη τις προστατευτικές για τους καταναλωτές διατάξεις, το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να διατάξει την περιαφή του εκτελεστηρίου τύπου επί της επίμαχης απόφασης. Δεν μπορεί να προχωρήσει στην εξαντλητική εξέταση των άλλων βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας που θα μπορούσαν να στηρίξουν τη διεθνή δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως, ώστε κατά κάποιο τρόπο να «ιαθεί» η έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του ως προς τους προστατευτικούς κανόνες. Ακόμα και στην περίπτωση που η απάντηση στο τέταρτο ερώτημα είναι καταφατική, αυτό δεν θα επέτρεπε στο δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως να προτιμήσει να στηρίξει την αρμοδιότητα του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως επί του άρθρου 24 αντί του άρθρου 13 της Συμβάσεως, ώστε να αποφύγει την άρνηση περιαφής του εκτελεστηρίου τύπου λόγω παραβάσεως διατάξεων προστατευτικών για τους καταναλωτές.
74 Τέλος, ας μου επιτραπεί και πάλι να τονίσω (53) τη δυσκολία αυτού του προβλήματος, το οποίο καλείται, με την παρούσα υπόθεση, για τέταρτη φορά να επιλύσει το Δικαστήριο (54).
75 Καίτοι ζητώ να μου επιτραπεί να παραπέμψω επί του θέματος αυτού στις προτάσεις μου επί της προαναφερθείσας υποθέσεως Van Uden, εν τούτοις υπογραμμίζω, όπως έπραξα και ανωτέρω, ότι το ευρύ φάσμα μέτρων που δύνανται να ληφθούν στο πλαίσιο της διαδικασίας kort geding καθιστά κατά τη γνώμη μου αδύνατο να δοθεί μια γενική και αφηρημένη απάντηση στο ερώτημα του χαρακτηρισμού αυτών των μέτρων βάσει του άρθρου 24 της Συμβάσεως (55). Ενώ στην προαναφερθείσα υπόθεση Van Uden το Δικαστήριο είχε προφανώς στη διάθεσή του επαρκή στοιχεία σχετικά με την εξέλιξη και το αντικείμενο της ενώπιον του ολλανδικού δικαστηρίου δίκης, προκειμένου να αποφανθεί, επικουρικώς, επί του υποβληθέντος ερωτήματος, στην προκειμένη περίπτωση, ελλείψει τέτοιων στοιχείων, θεωρώ παρακινδυνευμένο να αποφανθεί, έστω και επικουρικώς.
Πρόταση
76 Για τους ανωτέρω λόγους προτείνω στα ερωτήματα που υπέβαλε το Bundesgerichtshof να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις:
«1) Η έννοια της "πωλήσεως ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος", κατά την έννοια του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, σημείο 1, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει σύμβαση το αντικείμενο της οποίας είναι η προμήθεια αγαθού σε πρόσωπο το οποίο ενεργεί για σκοπό που μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητά του, εφόσον το τίμημα, καταβαλλόμενο τμηματικώς, πρέπει εξ ολοκλήρου να καταβληθεί πριν από την οριστική παράδοση του αγαθού στον καταναλωτή ο οποίος αποκτά την κυριότητα.
2. Στο πλαίσιο της Συμβάσεως, τα άρθρα 34, δεύτερο εδάφιο, και 28, δεύτερο εδάφιο, έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπουν στο δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως να λαμβάνει υπόψη, στο πλαίσιο της ασκήσεως της κατ' εξαίρεση ελεγκτικής του εξουσίας ως προς τη διεθνή δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως, δυνάμει του τμήματος 4 του τίτλου ΙΙ, πραγματικά στοιχεία ξένα προς εκείνα τα οποία το δικαστήριο του κράτους προελεύσεως έλαβε υπόψη ή μπορούσε να λάβει υπόψη αν ο διάδικος που τα επικαλείται παρέλειψε να τα επικαλεστεί ενώπιον αυτού.»
Επικουρικώς,
«3) Η έννοια της "συμβάσεως που έχει ως αντικείμενο παροχή υπηρεσιών ή προμήθεια ενσωμάτων κινητών", κατά την έννοια του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, έχει την έννοια ότι περιλαμβάνει την περίπτωση συμβάσεως που έχει ως αντικείμενο την προμήθεια σκάφους με κινητήρα, εφόσον η σύμβαση αυτή πληροί τις δύο προϋποθέσεις που πρέπει σωρευτικώς να συντρέχουν ως προς τον σύνδεσμο με την κατοικία του καταναλωτή και προβλέπονται στα σημεία αα και ββ.
4) Το σύστημα που προβλέπει η Σύμβαση και, ειδικότερα, το άρθρο 34, δεύτερο εδάφιο, καθόσον αυτό παραπέμπει στο άρθρο 28, τρίτο εδάφιο, δεν επιτρέπει στο δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως να προβαίνει σε έλεγχο της διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως δυνάμει του άρθρου 24 της Συμβάσεως.»
(1) - Πρωτόκολλο για την ερμηνεία από το Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 20).
(2) - ΕΕ 1982, L 388, σ. 7.
(3) - Σύμβαση για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας στη Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθώς και στο πρωτόκολλο για την ερμηνεία της από το Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (ΕΕ 1982, L 388, σ. 24).
(4) - Σύμβαση της 25ης Οκτωβρίου 1982, για την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας στη Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθώς και στο πρωτόκολλο για την ερμηνεία της από το Δικαστήριο, όπως τροποποιήθηκε με τη σύμβαση για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας (ΕΕ 1982, L 388, σ. 1).
(5) - Αυτό προκύπτει από τα άρθρα 7 και 13, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως κατά τα οποία η δικαιοδοσία σε υποθέσεις ασφαλίσεων ή συμβάσεων συναφθεισών από καταναλωτές ρυθμίζεται αποκλειστικώς κατά τις διατάξεις των τμημάτων 3 και 4 «υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4 και του άρθρου 5, παράγραφος 5».
(6) - Απόφαση της 24ης Ιουνίου 1981, 150/80, Elefanten Schuh (Συλλογή 1981, σ. 1671, σκέψη 17).
(7) - Αποφάσεις της 22ας Οκτωβρίου 1981, 27/81, Rohr (Συλλογή 1981, σ. 24, σκέψη 8)· της 31ης Μαρτίου 1982, 25/81, W. (Συλλογή 1982, σ. 1189, σκέψη 13), και της 14ης Ιουλίου 1983, 201/82, Gerling (Συλλογή 1983, σ. 2503, σκέψη 21).
(8) - Απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1988, 145/86, Hoffmann (Συλλογή 1988, σ. 645, σκέψη 10).
(9) - Αυτή η έλλειψη ελέγχου δικαιολογείται από την ύπαρξη αυστηρών κανόνων δικαιοδοσίας και από την εμπιστοσύνη προς το δικαστήριο του κράτους προελεύσεως, η οποία περιλαμβάνει και την εφαρμογή εκ μέρους αυτού του δικαστηρίου των κανόνων της Συμβάσεως [έκθεση επί της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (JO 1979, C 59, σ. 1), γνωστή ως «έκθεση Jenard», σ. 46].
(10) - Πρόκειται, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, για τις ακόλουθες τροποποιήσεις: «δύο κινητήρες Solι-Mazda 72 CV, διπλή καρίνα, κουπαστή από ανοξείδωτο χάλυβα, cabrio κάλυμμα με χρωματισμένους υαλοπίνακες, θέρμανση πετρελαίου Volvo 4 000 kW, απορροφητήρα ατμών στην κουζίνα, ελισσόμενη κλίμακα καθόδου, μικρό χώρο τραπεζαρίας εμπρός τροποποιημένο με τέσσερα καθίσματα, κουζίνα με άσπρα πλακάκια» (σημείο ΙΙ, πρώτο εδάφιο, της διατάξεως περί παραπομπής).
(11) - Οι πέντε καταβολές κατανέμονταν ως εξής: 15 % κατά την υπογραφή της συμβάσεως, 20 % κατά την έναρξη των εργασιών, 30 % κατά την τοποθέτηση του κινητήρα, 15 % κατά την έναρξη των ξυλουργικών εργασιών και 20 % κατά τον δοκιμαστικό πλου.
(12) - Η διαδικασία αυτή προβλέπεται από τα άρθρα 289 έως 297 του ολλανδικού κώδικα πολιτικής δικονομίας.
(13) - Η διευκρίνιση αυτή συνάγεται ιδίως από το μέρος ΙΙ, τρίτο εδάφιο, της διατάξεως περί παραπομπής. Το Bundesgerichtshof επιθυμεί ασφαλώς να υποδηλώσει μ' αυτό ότι η ένσταση αναρμοδιότητας δεν μπορούσε να προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως. Υπενθυμίζεται, πράγματι, ότι, επειδή η διαδικασία ενώπιον του επιληφθέντος δικαστηρίου του κράτους της εκτελέσεως δεν γίνεται κατ' αντιμωλίαν (άρθρο 34, πρώτο εδάφιο), ο οφειλέτης δεν είχε τη δυνατότητα να προβάλει τα επιχειρήματα αυτά ενώπιον του Landgericht Lόneburg.
(14) - Κατά το γερμανικό δίκαιο, σύμφωνα με τα στοιχεία της διατάξεως περί παραπομπής, η έγγραφη διατύπωση συμβάσεως αποτελεί απλό τύπο.
(15) - Το Bundesgerichtshof υπογραμμίζει (μέρος ΙΙΙ, σημείο 3, τρίτο εδάφιο, της διατάξεως περί παραπομπής) ότι, «δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αμφισβητήθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας περιαφής του εκτελεστηρίου τύπου, πρέπει να θεωρηθεί, κατά το άρθρο 138, παράγραφος 3, της πολιτικής δικονομίας, ως αληθής και κατά συνέπεια το δικαστήριο του κράτους προελεύσεως στερείται διεθνούς δικαιοδοσίας. Το παρόν δικαστήριο πάντως ως αρμόδιο να κρίνει το νομικό μόνο μέρος της υποθέσεως δεν είναι σε θέση να εξετάσει τυχόν νέες αποδείξεις που θα μπορούσαν να προσκομιστούν ως προς την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας. Υποχρεούται, συνεπώς, με τελειωτική απόφασή του να εξαφανίσει τη διάταξη του Oberlandesgericht και να αναπέμψει την υπόθεση στο εν λόγω δικαστήριο προς διεξαγωγή αποδείξεων».
(16) - Μέρος ΙΙΙ, σημείο 3, πρώτο εδάφιο, της διατάξεως περί παραπομπής.
(17) - Ένθ.αν. μέρος ΙΙΙ, σημείο 3, δεύτερο εδάφιο.
(18) - Στο μέρος IV, πρώτο εδάφιο, των παρατηρήσεών της.
(19) - Βλέπει σημείο 10 των παρατηρήσεών της.
(20) - Βλέπε σημείο 7 των παρουσών προτάσεων.
(21) - Μέρος ΙΙ, τρίτο εδάφιο, της διατάξεως περί παραπομπής.
(22) - Βλέπε, σχετικώς, Gaudemet-Tallon, H: Les conventions de Bruxelles et de Lougano, L.G.D.J, 1996, σημείο 145· Gothot, P., και Holleaux, D.: La convention de Bruxelles du 27.9.1968, Jupiter, 1985, σημείο 193, και έκθεση Jenard: «η μόνη περίπτωση (...) στην οποία δεν θα γίνει δεκτή σιωπηρή παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας είναι εκείνη στην οποία υφίσταται σε άλλο κράτος αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 16» (σ. 38, η υπογράμμιση δική μου).
(23) - Αποφάσεις Elefanten Schuh, προαναφερθείσα, σκέψη 11, και της 7ης Μαρτίου 1985, 48/84, Sommer Exploitation (Συλλογή 1985, σ. 787, σκέψη 26).
(24) - Η διάταξη αυτή έχει ως εξής: «Οι συμφωνίες διεθνούς δικαιοδοσίας (...) δεν παράγουν αποτελέσματα αν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 12 και 15 (...)».
(25) - Κατά το άρθρο 15, σημεία 1 και 2, δύο είναι οι περιπτώσεις νομιμότητας τέτοιων ρητρών: πρόκειται, πρώτον, για ρήτρες μεταγενέστερες από τη γένεση της διαφοράς, διότι σε μια τέτοια περίπτωση ο καταναλωτής γνωρίζει τι δεσμεύσεις αναλαμβάνει και, δεύτερον, για ρήτρες που επιτρέπουν στον καταναλωτή να προσφύγει και σε άλλα δικαστήρια εκτός από αυτά που έχουν διεθνή δικαιοδοσία δυνάμει του τμήματος 4 της Συμβάσεως. Πάντως, το άρθρο 15, σημείο 3, επιτρέπει στους διαδίκους που έχουν την κατοικία τους ή τη συνήθη διαμονή τους κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως στο ίδιο συμβαλλόμενο κράτος να απονέμουν διεθνή δικαιοδοσία στα δικαστήρια του κράτους αυτού, εκτός αν το δίκαιο του κράτους αυτού απαγορεύει τέτοιες συμφωνίες.
(26) - Βλ. σημείο 11 των προτάσεων.
(27) - Τον ίδιο ορισμό δίνει το άρθρο 5 της Συμβάσεως για το δίκαιο που διέπει τις συμβατικές ενοχές, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 19 Ιουνίου 1980 (στο εξής: Σύμβαση της Ρώμης), καθώς και το άρθρο 2 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ L 95, σ. 29).
(28) - Βλ. τελευταία, την απόφαση της 3ης Ιουλίου 1997, C-269/95, Benincasa (Συλλογή 1997, σ. Ι-3767, σκέψη 17).
(29) - Στο μέρος ΙΙΙ, τέταρτο εδάφιο, της διατάξεως περί παραπομπής σημειώνεται: «πάντως, παραμένει αμφίβολο αν χρειάζεται την ιδιαίτερη προστασία της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του τόπου του καταναλωτή πρόσωπο το οποίο αγοράζει ένα αντικείμενο στην τιμή των 250 000 DM για λόγους αναψυχής».
(30) - Προαναφερθείσα απόφαση Benincasa, σκέψη 16.
(31) - Απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1993, C-89/91, Shearson Lehman Hutton (Συλλογή 1993, σ. Ι-139, σκέψη 22).
(32) - Ξαρακτηριζόμενη επίσης στο γαλλικό δίκαιο ως contrat d'entreprise ή contrat d'industrie.
(33) - Δηλαδή περιλαμβάνουσα και την εργασία και τα υλικά.
(34) - Μέρος ΙΙΙ, πέμπτο εδάφιο, της διατάξεως περί παραπομπής.
(35) - Ένθ.αν., μέρος ΙΙΙ, έκτο εδάφιο.
(36) - Απόφαση της 21ης Ιουνίου 1978, 150/77, Bertrand (Συλλογή τόμος 1978, σ. 441, σκέψη 14, η υπογράμμιση δική μου).
(37) - Η προαναφερθείσα έκθεση Jenard περιορίζεται, επίσης, στη διαπίστωση ότι το τμήμα 4 του τίτλου ΙΙ «αφορά την πώληση ενσωμάτων κινητών όπου το αντίτιμο καταβάλλεται σε πολλές δόσεις ή την πώληση τέτοιων αντικειμένων βάσει συμβάσεως χρηματοδοτήσεως (Abzahlungsgeschδfte)», σ. 33. Η έκθεση επί της Συμβάσεως της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας στη Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθώς και για το Πρωτόκολλο το σχετικό με την ερμηνεία της Συμβάσεως από το Δικαστήριο (ΕΕ 1979, C 59, σ. 118), γνωστή ως «έκθεση Schlosser», δεν είναι περισσότερο διευκρινιστική, αλλά παραπέμπει στο άρθρο 5 της προαναφερθείσας Συμβάσεως της Ρώμης (σ. 118).
(38) - Προαναφερθείσα απόφαση Bertrand, σκέψη 20.
(39) - Σκέψη 21.
(40) - Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Capotorti στην προαναφερθείσα υπόθεση Bertrand (Συλλογή τόμος 1978, σ. 449, σημείο 3).
(41) - Gothot, P., και Holleaux, D., προαναφερθέν, σημείο 135, παράγραφος 2, η υπογράμμιση δική μου.
(42) - Σελίδα 46.
(43) - Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1991, C-183/90 (Συλλογή 1991, σ. Ι-4743, σκέψη 34).
(44) - Σκέψη 34.
(45) - Σκέψη 37 και διατακτικό.
(46) - Έκθεση Schlosser, σημείο 158.
(47) - Ένθ.αν.
(48) - Έκθεση περί της Συμβάσεως για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (JO 1980, C 282, σ. 1), γνωστή ως «έκθεση Giuliano και Lagarde».
(49) - Σημείο 158, στο τέλος.
(50) - Σελίδες 23 και 24.
(51) - Η έκθεση Giuliano και Lagarde αναφέρεται στις «(...) καταστάσεις στις οποίες ο καταναλωτής απευθύνθηκε ο ίδιος στο περίπτερο μιας αλλοδαπής εταιρίας στο πλαίσιο εκθέσεως οργανωθείσας στη χώρα του καταναλωτή (...)» (σ. 24).
(52) - Σελίδα 24.
(53) - Βλ. προτάσεις μου της 10ης Ιουνίου 1997, στην υπόθεση C-391/95, Van Uden (η οποία ακόμη εκκρεμεί, σημεία 101 επ.).
(54) - Στην προαναφερθείσα απόφαση W., το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε ακριβώς το ίδιο ερώτημα, αλλά το Δικαστήριο δεν χρειάστηκε να απαντήσει επ' αυτού. Στην προαναφερθείσα εκκρεμή υπόθεση Van Uden το ζήτημα είναι όμοιο.
(55) - Ασφαλώς λόγω αυτής της ευρύτητας των περιπτώσεων η Επιτροπή υιοθέτησε, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, άποψη διαμετρικά αντίθετη εκείνης που είχε υποστηρίξει στην προαναφερθείσα υπόθεση Van Uden.
Full & Egal Universal Law Academy