Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1 Το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί εν προκειμένω επί των διατάξεων της οδηγίας 68/151/ΕΟΚ (1) (στο εξής: οδηγία) και ιδίως ως προς τις διατάξεις που αφορούν την οριοθέτηση της εξουσίας εκπροσωπήσεως που παρέχεται στους διευθυντές μιας εταιρίας καθώς και να διευκρινίσει υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να αντιταχθεί έναντι των τρίτων η ενδεχόμενη κατάσταση συγκρούσεως συμφερόντων στην οποία βρίσκονται οι διευθυντές.
II - Τα πραγματικά περιστατικά
2 Η Coφperatieve Rabobank «Vecht en Plassengebied» BA (στο εξής: Rabobank) ήταν ο οργανισμός που χρηματοδοτούσε την εταιρία χαρτοφυλακίου Holland Data Groep BV (στο εξής: HDG) και πέντε από τις θυγατρικές της εταιρίες. Στις 23 Οκτωβρίου 1989 η Rabobank συνήψε συμφωνία με τις εταιρίες αυτές για τον υπολογισμό των τόκων επί των κοινών λογαριασμών και τον συμψηφισμό μεταξύ των χρεωστικών και των πιστωτικών υπολοίπων του λογαριασμού κάθε εταιρίας. Βάσει της συμφωνίας αυτής οι εν λόγω εταιρίες ευθύνονταν αλληλεγγύως έναντι της Rabobank.
Στις 21 Νοεμβρίου 1989 η HDG και το ίδρυμα Stichting Nieuwegein σύστησαν νέα εταιρία, τη Mediasafe BV (στο εξής: Mediasafe), στην οποία η HDG, που ορίστηκε γενικός διευθυντής της, κατείχε 99 μερίδια και το προαναφερθέν ίδρυμα 1 μερίδιο. Με πρόταση του εν λόγω ιδρύματος διορίστηκαν επίσης δύο επιθεωρητές με καθήκον να ελέγχουν τη διεύθυνση της Mediasafe. Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 12 του καταστατικού της Mediasafe ορίζουν ότι:
«3. Σε περίπτωση συγκρούσεως συμφερόντων μεταξύ της εταιρίας και ενός ή περισσοτέρων διευθυντών, ο ή οι λοιποί διευθυντές έχουν την εξουσία να δεσμεύουν την εταιρία.
4. Οσάκις υπάρχει ένας μόνο διευθυντής ή όταν η σύγκρουση συμφερόντων αφορά όλους τους διευθυντές, την εταιρία εκπροσωπεί το συμβούλιο των επιθεωρητών.»
Στις 11 Δεκεμβρίου 1989 η Rabobank συνήψε νέα συμφωνία με την HDG και τις θυγατρικές της εταιρίες, περιλαμβανομένης και της Mediasafe, που εκπροσωπήθηκε από την HDG, διευθυντή της. Βάσει της συμφωνίας, το περιεχόμενο της οποίας ήταν πανομοιότυπο με το περιεχόμενο της προηγουμένης συμφωνίας της 23ης Οκτωβρίου 1989, όλες οι εταιρίες του ομίλου δήλωσαν ότι ευθύνονται αλληλεγγύως για τα χρέη τους έναντι της Rabobank.
Στις 22 Μαου 1990 η Mediasafe κηρύχθηκε σε πτώχευση. Ο Erik Aarnoud Minderhoud ορίστηκε σύνδικος πτωχεύσεως της Mediasafe. Ο λογαριασμός της Mediasafe στη Rabobank παρουσίαζε τότε πιστωτικό υπόλοιπο 447 117,60 ολλανδικά φιορίνα (HFL).
Με επιστολή της 5ης Ιουνίου 1990, η Rabobank πληροφόρησε τον σύνδικο ότι, βάσει της προαναφερθείσας συμφωνίας της 11ης Δεκεμβρίου 1989 και του άρθρου 53 του ολλανδικού νόμου περί πτωχεύσεων, άσκησε το δικαίωμά της για συμψηφισμό μεταξύ των χρεωστικών και των πιστωτικών υπολοίπων των λογαριασμών όψεως των εταιριών για τις οποίες η Μediasafe ήταν εις ολόκληρον συνοφειλέτης. Η επιστολή ανέφερε ότι, μετά τον συμψηφισμό, το πιστωτικό υπόλοιπο της Μediasafe στη Rabobank κατά την ημερομηνία κηρύξεως της πτωχεύσεως ανερχόταν σε 67 337,36 HFL. Με απόφαση της 31ης Ιουλίου 1990, η HDG και οι πέντε άλλες εταιρίες κηρύχθηκαν επίσης σε πτώχευση.
Ο σύνδικος ζήτησε από τη Rabobank να του καταβάλει τη διαφορά μεταξύ του πιστωτικού υπολοίπου της Mediasafe πριν και μετά τον εν λόγω συμφηφισμό, δηλαδή το ποσό των 379 780,24 HFL. Στήριξε δε την αξίωση αυτή στο γεγονός ότι η Mediasafe δεν δεσμεύεται από τις συμφωνίες της 11ης Δεκεμβρίου 1989 εφόσον υπήρχε μεταξύ της HDG - η οποία συνήψε τις συμφωνίες επ' ονόματι της Mediasafe, μεταξύ άλλων, υπό την ιδιότητα του μοναδικού διευθυντή - και της Mediasafe σύγκρουση συμφερόντων, κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφοι 3 και 4, του καταστατικού της τελευταίας και του άρθρου 2:256 του ολλανδικού Αστικού Κώδικα. Κατά συνέπεια, η HDG δεν είχε την εξουσία να εκπροσωπήσει τη Mediasafe κατά τη σύναψη των εν λόγω συμφωνιών.
3 Το Rechtbank te Utrecht έκρινε βάσιμη την αγωγή του συνδίκου πτωχεύσεως της Mediasafe. Το Gerechtshof te Amsterdam επικύρωσε την απόφαση αυτή κατ' έφεση. Τότε η αναιρεσείουσα προσέβαλε την κατ' έφεση εκδοθείσα απόφαση ενώπιον του Hoge Raad der Nederlanden, το οποίο, λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία που έχει για την επίλυση της διαφοράς η ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας 68/151, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Σε περίπτωση που ο διευθυντής μιας εταιρίας, καταρχήν εξουσιοδοτημένος να την εκπροσωπεί, συνάπτει, στο όνομα της εταιρίας, συμφωνία με τρίτον, συνάδει προς τις διατάξεις της πρώτης οδηγίας η δυνατότητα της εταιρίας να αντιτάξει έναντι του τρίτου την έλλειψη εξουσιοδοτήσεως του εν λόγω διευθυντή με την αιτιολογία ότι υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ αυτού και αυτής όσον αφορά την εν λόγω συμφωνία;
2) Πρέπει η απάντηση στο ερώτημα 1 να είναι καταφατική μόνον οσάκις ο τρίτος γνώριζε τη σύγκρουση συμφερόντων κατά τον χρόνο της συνάψεως της συμφωνίας ή μπορούσε ευλόγως να τη γνωρίζει, βάσει των στοιχείων που είχε τότε στη διάθεσή του;
3) Πρέπει η απάντηση στο ερώτημα 1 να είναι καταφατική μόνον οσάκις η σύγκρουση συμφερόντων είναι, κατά τον χρόνο της συνάψεως της συμφωνίας, τόσο προφανής ώστε ουδείς συνετός τρίτος θα μπορούσε να θεωρήσει ότι δεν υπάρχει τέτοια σύγκρουση;»
III - Οι εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις
4 Το άρθρο 9 της οδηγίας ορίζει ότι:
«1. Η εταιρία δεσμεύεται έναντι τρίτων από τις πράξεις των οργάνων της, έστω και αν οι εν λόγω πράξεις δεν εμπίπτουν στον εταιρικό σκοπό, εκτός αν οι πράξεις αυτές αποτελούν υπέρβαση των εξουσιών που ο νόμος παρέχει ή επιτρέπει να παρέχονται στα όργανα αυτά.
Τα κράτη μέλη δύνανται εντούτοις να προβλέπουν ότι η εταιρία δεν δεσμεύεται όταν οι εν λόγω πράξεις υπερβαίνουν τα όρια του εταιρικού σκοπού, εφόσον η εταιρία αποδεικνύει ότι ο τρίτος εγνώριζε την υπέρβαση ή δεν ηδύνατο, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, να την αγνοεί. Μόνη όμως η δημοσίευση του καταστατικού δεν αποτελεί επαρκή απόδειξη.
2. Οι εκ του καταστατικού ή εξ αποφάσεως των αρμοδίων οργάνων περιορισμοί της εξουσίας των οργάνων της εταιρίας δεν δύνανται να αντιταχθούν κατά τρίτων, έστω και αν έχουν δημοσιευθεί.
3. Αν η εθνική νομοθεσία προβλέπει ότι η εξουσία εκπροσωπήσεως της εταιρίας δύναται, κατά παρέκκλιση από τη σχετική νομική ρύθμιση, να παρέχεται από το καταστατικό σε ένα μόνο πρόσωπο ή σε περισσότερα πρόσωπα ενεργούντα από κοινού, η νομοθεσία αυτή δύνανται να προβλέπει το αντιτάξιμο της εν λόγω διατάξεως του καταστατικού κατά τρίτων, υπό τον όρο ότι θα αφορά τη γενική εξουσία εκπροσωπήσεως. Το αντιτάξιμο μιας τέτοιας καταστατικής διατάξεως κατά τρίτων ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 3.»
IV - Οι επίδικες εθνικές διατάξεις
5 Οι διατάξεις του ολλανδικού Αστικού Κώδικα που διέπουν την εκπροσώπηση των εταιριών σε περίπτωση συγκρούσεως συμφερόντων των μελών του διοικητικού συμβουλίου περιέχονται στο άρθρο 2:146 για τις μετοχικές εταιρίες και στο άρθρο 2:256 για τις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης. Οι δύο διατάξεις που έχουν την ίδια διατύπωση ορίζουν ότι:
«Εκτός αν το καταστατικό της εταιρίας ορίζει άλλως, η εταιρία εκπροσωπείται από τους επιθεωρητές σε όλες τις περιπτώσεις συγκρούσεως συμφερόντων με έναν ή περισσοτέρους από τους διευθύνοντες συμβούλους της. Η γενική συνέλευση, μπορεί ανά πάσα στιγμή να ορίσει ένα ή περισσότερα πρόσωπα προς τον σκοπό αυτό.»
V - Εξέταση της διαφοράς
6 Το άρθρο 9 της οδηγίας, του οποίου γίνεται επίκληση ως κριτηρίου ερμηνείας της επίδικης εθνικής νομοθεσίας και της παράλληλης διάταξης που υπάρχει στο καταστατικό της Mediasafe, δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, κατά την άποψή μου. Συγκεκριμένα, συμμερίζομαι την άποψη που υποστήριξε η Σουηδική Κυβέρνηση, στην οποία αναφέρθηκε καίτοι με κάποια ασάφεια και η Επιτροπή, ότι δηλαδή η διάταξη του άρθρου 9 της οδηγίας δεν ρυθμίζει την περίπτωση όπου τα όργανα της εταιρίας στα οποία είχε ανατεθεί η εκπροσώπησή της βρίσκονται σε κατάσταση συγκρούσεως. Οι συνέπειες που απορρέουν από την κατάσταση συγκρούσεως συμφερόντων με τους διευθύνοντες συμβούλους διέπονται δηλαδή από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.
7 Το συμπέρασμα αυτό, το οποίο θεωρώ ορθό, στηρίζεται στη διατύπωση της προαναφερθείσας διάταξης, η οποία, κατά την άποψή μου, αφορά μόνο το αντιτάξιμο των ορίων που χαράσσει ο νόμος, το καταστατικό ή οι αποφάσεις της εταιρίας στις εξουσίες που απονέμονται στα πρόσωπα που εκπροσωπούν την εταιρία. Σε τελική ανάλυση πρόκειται για διάταξη που αφορά το ουσιαστικό περιεχόμενο και την έκταση των εξουσιών αυτών. Πρόκειται για όρια που θέτουν, λόγου χάρη, οι διατάξεις οι οποίες επιτρέπουν τη δέσμευση της εταιρίας μέχρις ορισμένου ποσού ή κάνουν διάκριση αναλόγως του είδους της υποθέσεως που ο εκπρόσωπος έχει την εξουσία να διεκπεραιώσει. Αυτό επιβεβαιώνεται εξάλλου από το γεγονός ότι η εν λόγω διάταξη της οδηγίας αναφέρεται επανειλημμένα στην αντιστοιχία μεταξύ των πράξεων που συνάπτει ο εκπρόσωπος και του εταιρικού σκοπού ή λαμβάνει υπόψη το ζήτημα της δημοσιεύσεως των εξουσιών που απονέμονται στα όργανα της εταιρίας. Αντιθέτως η διάταξη δεν αναφέρεται στις υποκειμενικές περιστάσεις που επηρεάζουν την ορθή άσκηση της εξουσίας εκπροσωπήσεως.
8 Πράγματι, η σύγκρουση συμφερόντων προκαλεί ελάττωμα στον σχηματισμό της βουλήσεως του εκπροσώπου που τον εμποδίζει να διενεργήσει νομίμως ορισμένες πράξεις, καθόσον δεν λογίζεται ότι ενεργεί επ' ονόματι και προς το συμφέρον της εταιρίας. Νομίζω ότι η σύγκρουση συμφερόντων εντάσσεται σε πλαίσιο τελείως διαφορετικό, δηλαδή στο πλαίσιο των υποκειμενικών προϋποθέσεων που καθιστούν δυνατή τη νόμιμη άσκηση της εξουσίας εκπροσωπήσεως. Σε τελική ανάλυση πρόκειται για ένα ζήτημα ελλείψεως εξουσιοδοτήσεως γενικού χαρακτήρα (αφορά όλες τις περιπτώσεις εκπροσωπήσεως και όχι μόνο την εκπροσώπηση των εταιριών) που δεν επηρεάζει πάντως την αντικειμενική επέκταση των εξουσιών που παρέχονται στο συγκεκριμένο όργανο της εταιρίας. Η κατάσταση συγκρούσεως συμφερόντων παραλύει δηλαδή την εξουσία και την ικανότητα ενεργείας του εκπροσώπου για τις πράξεις που διενεργεί και τα πρόσωπα με τα οποία συμβάλλεται, οσάκις το συμφέρον που επιδιώκει δεν συμπίπτει και επομένως διαφοροποιείται από το συμφέρον της εκπροσωπουμένης εταιρίας. Στην περίπτωση αυτή επηρεάζεται η ίδια η ουσία της εκπροσωπήσεως και η κατάσταση αυτή δεν επηρεάζει τη φύση και την έκταση των παρεχομένων εξουσιών, αλλά αφορά τις επιμέρους πράξεις οι οποίες λόγω περιστάσεων που συνδέονται με το πρόσωπο του εκπροσώπου τεκμαίρονται ότι βλάπτουν το συμφέρον της εταιρίας. Η ανώμαλη κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο εκπρόσωπος σε περίπτωση συγκρούσεως συμφερόντων δεν ρυθμίζεται από την οδηγία, όπως και οι περιπτώσεις φυσικής ή νομικής ανικανότητας ή ελαττωμάτων της βουλήσεως που επηρεάζουν ενδεχομένως το κύρος των πράξεων τις οποίες διενεργεί ο εκπρόσωπος. Αντιθέτως, οι διατάξεις της οδηγίας σκοπούν να ρυθμίσουν τις συνέπειες των αντικειμενικών ορίων που θέτει ο νόμος, το καταστατικό ή οι αποφάσεις της εταιρίας στις εξουσίες των οργάνων της.
9 Την ανάλυσή μου επιρρωννύει ιδίως η πρόταση πέμπτης οδηγίας περί εταιριών (2). Συγκεκριμένα η Επιτροπή πρότεινε ακριβώς τη θέσπιση ειδικών διατάξεων που θα καθιστούν αντιτάξιμη έναντι των τρίτων συμβαλλομένων την κατάσταση συγκρούσεως συμφερόντων στην οποία βρίσκεται το όργανο της εταιρίας που την εκπροσωπεί, αλλά μόνο υπό τον όρο ότι η εταιρία αποδεικνύει ότι ο τρίτος αντισυμβαλλόμενος γνώριζε την παρατυπία της πράξεως ή, ενόψει των περιστάσεων, δεν μπορούσε να την αγνοεί (άρθρο 10, παράγραφος 4). Το γεγονός μάλιστα ότι η Επιτροπή έκρινε αναγκαίο να προτείνει τη ρητή νομοθετική ρύθμιση της περιπτώσεως συγκρούσεως συμφερόντων συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι η περίπτωση αυτή δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
VI - Συμπέρασμα
10 Βάσει των προεκτεθέντων προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα του Hoge Raad der Nederlanden:
«Το άρθρο 9 της πρώτης οδηγίας 68/151/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1968, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες, δεν ρυθμίζει το καθεστώς που διέπει το έναντι των τρίτων αντιτάξιμο των πράξεων που διενεργούν τα όργανα της εταιρίας, ευρισκόμενα σε κατάσταση συγκρούσεως συμφερόντων με την εταιρία που εκπροσωπούν.»
(1) - Πρώτη οδηγία 68/151/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1968, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 80).
(2) - Πρόταση πέμπτης οδηγίας περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται εντός των κρατών μελών εκ μέρους των εταιριών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, όσον αφορά τη δομή των ανωνύμων εταιριών καθώς και τις εξουσίες και υποχρεώσεις των οργάνων τους, που υποβλήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 1972 και δημοσιεύθηκε στην GU C 131, όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά μέχρι στιγμής από το κείμενο που δημοσιεύθηκε στην ΕΕ 1991, C 7, σ. 4. Θα παρατηρήσω ότι η διάταξη της εν λόγω προτάσεως οδηγίας που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω, δηλαδή το άρθρο 10, παράγραφος 4, δεν τροποποιήθηκε, καίτοι η πρόταση οδηγίας τροποποιήθηκε επανειλημμένα και σε μεγάλο βαθμό από την Επιτροπή και το Κοινοβούλιο κατά τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας που βρίσκεται σε εξέλιξη.
Full & Egal Universal Law Academy