Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Στην παρούσα υπόθεση, ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ζητήματος αν ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3330/91 του Συμβουλίου, της 7ης Νοεμβρίου 1991, για τις στατιστικές των συναλλαγών αγαθών μεταξύ κρατών μελών (ΕΕ L 316, σ. 1, στο εξής: κανονισμός), συμβιβάζεται με το άρθρο 30 της Συνθήκης, το οποίο απαγορεύει τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, και με το άρθρο 34 της Συνθήκης, το οποίο απαγορεύει τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εξαγωγών καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος.
Ο κανονισμός
2 Στο μέτρο που έχει σημασία για την παρούσα υπόθεση, το προοίμιο του κανονισμού περιέχει τις ακόλουθες αιτιολογικές σκέψεις:
«η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς προϋποθέτει την εξάλειψη των φυσικών συνόρων μεταξύ κρατών μελών· (...) πρέπει να καθορισθεί ένα ικανοποιητικό επίπεδο παροχής πληροφοριών για τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές αγαθών με μέσα που δεν συνεπάγονται ελέγχους, έστω και έμμεσους, στα εσωτερικά σύνορα [πρώτη αιτιολογική σκέψη]·
η ανάλυση της κατάστασης στην οποία θα βρεθούν η Κοινότητα και τα κράτη μέλη μετά το 1992 καθιστά φανερό ότι θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν συγκεκριμένες ανάγκες για πληροφορίες σχετικά με τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές αγαθών [δεύτερη αιτιολογική σκέψη]·
ορισμένες από αυτές τις ανάγκες, επειδή δεν είναι μακροοικονομικής φύσεως, όπως π.χ. όσες σχετίζονται με τους εθνικούς λογαριασμούς ή το ισοζύγιο πληρωμών, δεν καλύπτονται μόνο με στοιχεία περί συνολικών οικονομικών μεγεθών· (...) μεταξύ άλλων, η εμπορική πολιτική, οι τομεακές αναλύσεις, οι κανόνες ανταγωνισμού, η διαχείριση και ο προσανατολισμός της γεωργίας και της αλιείας, η περιφερειακή ανάπτυξη, οι ενεργειακές προβλέψεις και η οργάνωση των μεταφορών, πρέπει αντίθετα να μπορούν να βασίζονται σε αριθμητικά στοιχεία που να παρέχουν την ακριβέστερη, λεπτομερέστερη και πλέον ενημερωμένη εικόνα της εσωτερικής αγοράς [τρίτη αιτιολογική σκέψη]·
η πληροφόρηση για τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές αγαθών θα συμβάλει στην εκτίμηση της προόδου της εσωτερικής αγοράς, στην επιτάχυνση κατά συνέπεια της ολοκλήρωσής της και στην ενσυνείδητη εδραίωσή της· (...) μια τέτοια πληροφόρηση μπορεί να αποδειχθεί μέσο, μεταξύ άλλων, για την αξιολόγηση της εξέλιξης της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής [τέταρτη αιτιολογική σκέψη]·
μέχρι το τέλος του 1992, οι στατιστικές των ενδοκοινοτικών συναλλαγών αγαθών θα μπορούν να επωφελούνται από τις διατυπώσεις, την τεκμηρίωση και τους ελέγχους που επιβάλλουν, για ανάγκες δικές τους ή άλλων υπηρεσιών, οι τελωνειακές αρχές στους αποστολείς και παραλήπτες εμπορευμάτων που κυκλοφορούν μεταξύ των κρατών μελών, αλλά οι οποίες ακριβώς θα εξαφανιστούν με την κατάργηση των υλικών και φορολογικών συνόρων [πέμπτη αιτιολογική σκέψη]·
πρέπει, κατά συνέπεια, τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τις στατιστικές των ενδοκοινοτικών συναλλαγών αγαθών να παρέχονται από τους αποστολείς και τους παραλήπτες, με μεθόδους και στατιστικές που θα διασφαλίζουν την πληρότητα, την πιστότητα και την επικαιρότητα αυτών των στοιχείων, χωρίς να αποτελούν για τους ενδιαφερόμενους, και δη για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, δυσανάλογο βάρος ως προς τα αναμενόμενα από τους χρήστες των στατιστικών αυτών αποτελέσματα» (έκτη αιτιολογική σκέψη).
3 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού, όλα τα εμπορεύματα που κυκλοφορούν από ένα κράτος μέλος σε άλλο αποτελούν αντικείμενο των στατιστικών των ενδοκοινοτικών συναλλαγών αγαθών.
4 Τα κεφάλαιο II του κανονισμού αφορά ένα μόνιμο σύστημα συλλογής στατιστικών στοιχείων, το οποίο αποκαλείται στο άρθρο 6 «σύστημα Intrastat» και έχει εφαρμογή, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 4, στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.
5 Κατά το άρθρο 8, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρεμβαίνει στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές αγαθών υπέχει την υποχρέωση παροχής των απαιτουμένων πληροφοριών. Εντούτοις, οι ιδιώτες απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή (άρθρο 5 του κανονισμού). Οι πληροφορίες πρέπει να παρέχονται επί μηνιαίας βάσεως.
6 Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, ο υπόχρεος παροχής των πληροφοριών που απαιτούνται από το σύστημα Intrastat μπορεί να μεταθέσει το βάρος σε τρίτον διαμένοντα σε κράτος μέλος, χωρίς όμως η μετάθεση αυτή να μειώνει τη σχετική ευθύνη του υποχρέου. Η μη τήρηση της υποχρεώσεως παροχής πληροφοριών επισύρει κυρώσεις που τα κράτη μέλη καθορίζουν σύμφωνα με τις οικείες εθνικές διατάξεις.
Σύμφωνα με τα συλλεγέντα στοιχεία, οι παραβάτες τιμωρούνται στο Λουξεμβούργο με πρόστιμο που κυμαίνεται μεταξύ 10 001 και 100 000 φράγκων Λουξεμβούργου (LFR).
7 Το κεφάλαιο III του κανονισμού αφορά τη στατιστική του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών.
8 Το άρθρο 20, σημείο 5, του κεφαλαίου αυτού ορίζει ότι ο κατ' άρθρο 8 υπόχρεος παροχής πληροφοριών είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είτε διαμένει ή εδρεύει στο κράτος μέλος αποστολής και, κατά φθίνουσα σειρά σημασίας, έχει συνάψει, πέρα από τη σύμβαση μεταφοράς, τη σύμβαση που έχει ως αποτέλεσμα την αποστολή των εμπορευμάτων ή προβαίνει μόνο του ή μέσω τρίτων στην αποστολή των εμπορευμάτων ή είναι κάτοχος των αποστελλομένων εμπορευμάτων είτε διαμένει ή εδρεύει στο κράτος μέλος αφίξεως και, κατά φθίνουσα σειρά σημασίας, έχει συνάψει, πέρα από τη σύμβαση μεταφοράς, τη σύμβαση που έχει ως αποτέλεσμα την παράδοση των εμπορευμάτων ή παραλαμβάνει μόνο του ή μέσω τρίτων τα εμπορεύματα ή είναι κάτοχος των παραδιδομένων εμπορευμάτων.
9 Το άρθρο 21 έχει ως εξής:
«Στα υποθέματα των στατιστικών πληροφοριών που διαβιβάζονται στις αρμόδιες υπηρεσίες:
- με την επιφύλαξη του άρθρου 34, τα εμπορεύματα προσδιορίζονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν να κατατάσσονται εύκολα και με σαφήνεια στην πιο εξειδικευμένη κλάση στην οποία υπάγονται στα πλαίσια της εκάστοτε ισχύουσας συνδυασμένης ονοματολογίας,
- πρέπει επίσης να αναφέρεται για κάθε είδος εμπορεύματος ο οκταψήφιος κωδικός αριθμός που αντιστοιχεί στη σχετική κλάση της συνδυασμένης ονοματολογίας.»
10 Το άρθρο 23, παράγραφοι 1 και 2, ορίζει τα εξής:
«1. Για κάθε είδος εμπορευμάτων, στα στατιστικά στοιχεία που διαβιβάζονται στις αρμόδιες υπηρεσίες πρέπει να περιλαμβάνονται τα ακόλουθα:
α) στο κράτος μέλος άφιξης, το κράτος μέλος προέλευσης των εμπορευμάτων κατά την έννοια του άρθρου 24, παράγραφος 1·
β) στο κράτος μέλος αποστολής, το κράτος μέλος προορισμού των εμπορευμάτων, κατά την έννοια του άρθρου 24, παράγραφος 2·
γ) η ποσότητα των εμπορευμάτων, σε καθαρή μάζα και σε συμπληρωματικές μονάδες·
δ) η αξία των εμπορευμάτων·
ε) η φύση της συναλλαγής·
στ) οι όροι παράδοσης·
ζ) ο εικαζόμενος τρόπος μεταφοράς.
2. Τα κράτη μέλη δεν δικαιούνται να απαιτούν να περιλαμβάνονται στις διαβιβαζόμενες στατιστικές πληροφορίες στοιχεία πέραν των αναφερομένων στην παράγραφο 1, εκτός από τα ακόλουθα στοιχεία:
α) στο κράτος μέλος άφιξης, η χώρα καταγωγής· ωστόσο, το στοιχείο αυτό μπορεί να ζητείται μόνο στα πλαίσια του κοινοτικού δικαίου·
β) στο κράτος μέλος αποστολής, η περιοχή καταγωγής· στο κράτος μέλος άφιξης, η περιοχή προορισμού·
γ) στο κράτος μέλος αποστολής, ο λιμένας ή αερολιμένας φόρτωσης· στο κράτος μέλος άφιξης, ο λιμένας ή αερολιμένας εκφόρτωσης·
δ) στο κράτος μέλος αποστολής και στο κράτος μέλος άφιξης, ο αναμενόμενος λιμένας ή αερολιμένας μεταφόρτωσης που βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος εφόσον αυτό καταρτίζει στατιστική της διαμετακόμισης·
ε) ενδεχομένως, το στατιστικό καθεστώς.»
11 Το άρθρο 28 καθορίζει ορισμένα στατιστικά κατώφλια καταργήσεως ή ελαφρύνσεως των υποχρεώσεων· συναφώς, γίνεται διάκριση μεταξύ κατωφλίων απαλλαγής, εξομοιώσεως και απλουστεύσεως.
Στα κατώφλια απαλλαγής εμπίπτουν, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 28, παράγραφος 3, και 5, δεύτερο εδάφιο, οι υπόχρεοι παροχής πληροφοριών οι οποίοι υπόκεινται σε ένα από τα ειδικά καθεστώτα των άρθρων 24 και 25 της έκτης οδηγίας 77/388/EOK περί ΦΠΑ (1), τα φυσικά πρόσωπα που δεν υπόκεινται στον ΦΠΑ καθώς και οι υποκείμενοι στον φόρο που απαλλάσσονται από τον ΦΠΑ, οι οποίοι σύμφωνα με το άρθρο 28, παράγραφος 7, της οδηγίας 77/388 δεν υποχρεούνται να υποβάλλουν φορολογική δήλωση.
Τα κατώφλια εξομοιώσεως απαλλάσσουν, κατά το άρθρο 28, παράγραφος 4, τους υποχρέους παροχής πληροφοριών από την υποχρέωση υποβολής της δηλώσεως που προβλέπει ο κανονισμός, καθότι η υποχρέωση αυτή εκπληρώνεται με την υποβολή της περιοδικής φορολογικής δηλώσεως που υποχρεούνται να υποβάλλουν ως υποκείμενοι στον ΦΠΑ.
Τα κατώφλια εξομοιώσεως και απλουστεύσεως, τα οποία εκφράζονται σε ετήσιες αξίες ενδοκοινοτικών συναλλαγών, μπορούν, κατά την παράγραφο 6 της ίδιας διατάξεως, να ποικίλλουν ανάλογα με το κράτος μέλος, την ομάδα προϋόντων και την περίοδο.
Κατά το άρθρο 28, παράγραφος 8, τα κατώφλια απλουστεύσεως καθορίζονται σε 100 000 ECU κατά την αποστολή και 100 000 ECU κατά την άφιξη. Εντούτοις, τα κράτη μέλη μπορούν, κατά την παράγραφο 9, να καθορίζουν σε ανώτερα επίπεδα τα κατώφλια εξομοιώσεως και απλουστεύσεως. Το κατώφλι απλουστεύσεως που ισχύει στο Λουξεμβούργο έχει καθοριστεί σε 10 000 000 LFR. Εντός των κατωφλίων απλουστεύσεως, ο υπόχρεος παροχής πληροφοριών οφείλει να αναφέρει το είδος του εμπορεύματος, τον οκταψήφιο κωδικό αριθμό, το κράτος μέλος προελεύσεως ή προορισμού καθώς και την αξία των εμπορευμάτων.
12 Το άρθρο 34 του κανονισμού έχει ως εξής:
«1. Όσον αφορά τα εμπορεύματα στα οποία εφαρμόζεται το σύστημα Intrastat καθώς και τα άλλα εμπορεύματα, η Επιτροπή, για να διευκολύνει το έργο των υποχρέων παροχής πληροφοριών, μπορεί να θεσπίζει, σύμφωνα με το άρθρο 30, απλουστευμένες διαδικασίες συλλογής πληροφοριών και ιδίως να δημιουργεί προϋποθέσεις για αυξημένη προσφυγή στην αυτόματη επεξεργασία και στην ηλεκτρονική διαβίβαση των πληροφοριών.
2. Για να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιομορφίες της διοικητικής τους οργάνωσης, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν απλουστευμένες διαδικασίες διαφορετικές από τις προβλεπόμενες στην παράγραφο 1, με την προϋπόθεση ότι οι υπόχρεοι παροχής των πληροφοριών θα έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν τη διαδικασία που θα ακολουθήσουν.
Τα κράτη μέλη που κάνουν χρήση αυτής της δυνατότητας ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή.»
Τα πραγματικά περιστατικά
13 Oι Renι Kieffer και Romain Thill είναι οι διαχειριστές της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης Kieffer & Thill, της οποίας ο εταιρικός σκοπός, όπως προκύπτει από το καταστατικό της εταιρίας, συνίσταται στην εμπορία αυτοκινήτων. Μεταξύ άλλων δραστηριοτήτων, η επιχείρηση αγοράζει και πωλεί αυτοκίνητα που προέρχονται από ατυχήματα ή μεταχειρισμένα αυτοκίνητα, ανταλλακτικά καθώς και κάθε είδος «αξεσουάρ» αυτοκινήτων. Δεν αμφισβητείται ότι, κάθε έτος, η επιχείρηση προβαίνει σε εξαγωγές προς άλλα κράτη μέλη, των οποίων εξαγωγών η αξία υπερβαίνει το καθορισθέν κατά το άρθρο 28, παράγραφος 9, του κανονισμού κατώφλι απλουστεύσεως των 10 000 000 LFR.
14 Οι R. Kieffer και R. Thill διώκονται για παράβαση, το 1993 και 1994, των διατάξεων των άρθρων 3, 8 και 14 του κανονισμού, λόγω του ότι παρέλειψαν να παράσχουν τις απαιτούμενες από το σύστημα Intrastat πληροφορίες σχετικά με τις εισαγωγές και εξαγωγές της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης.
15 Ωστόσο, οι R. Kieffer και R. Thill ισχυρίστηκαν ότι ο κανονισμός, λόγω του βάρους που επιρρίπτει στις επιχειρήσεις με τις υποχρεώσεις παροχής λεπτομερεστάτων πληροφοριών, αποτελεί ως εκ της φύσεώς του μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών και των εξαγωγών, οπότε ο κανονισμός παραβαίνει τα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης.
Τα προδικαστικά ερωτήματα
16 Με διάταξη της 2ας Απριλίου 1996, το tribunal de police de Luxembourg υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Εισάγει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3330/91 του Συμβουλίου, της 7ης Νοεμβρίου 1991, απαγορευόμενο από τα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της ΕΟΚ μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό των ενδοκοινοτικών συναλλαγών αγαθών, στο μέτρο που επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν από κάθε επιχείρηση που υπερβαίνει τα προβλεπόμενα κατώφλια απαλλαγής, εξομοιώσεως και απλουστεύσεως δήλωση αναφέρουσα λεπτομερώς όλες τις ενδοκοινοτικές εισαγωγές και εξαγωγές της;
2) Συνιστά για τους επιχειρηματίες μέτρο εξαναγκασμού αδικαιολόγητο και δυσανάλογο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό γενικού συμφέροντος και αντιβαίνει, ως εκ τούτου, στο άρθρο 3 Β, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης περί ιδρύσεως της ΕΟΚ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο Ζ, σημείο 5, της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση που υπογράφηκε στο Μάαστριχτ στις 7 Φεβρουαρίου 1992, η υποχρέωση παροχής των στοιχείων που απαιτούνται κατ' εφαρμογήν του συστήματος συλλογής στοιχείων Intrastat τόσο εντός της χώρας προελεύσεως των εξαγομένων εμπορευμάτων όσο και εντός της χώρας προορισμού, σχετικά με την οποία υποχρέωση η λουξεμβουργιανή νομοθεσία προβλέπει ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση αρνήσεως διαβιβάσεως των πληροφοριών που ζητούνται από την κεντρική υπηρεσία στατιστικής και οικονομικών μελετών;»
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
17 Οι R. Kieffer και R. Thill ισχυρίζονται ότι τα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης καταλαμβάνουν επίσης τον κοινοτικό νομοθέτη και ότι ο κανονισμός αποτελεί εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Ειδικά όσον αφορά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, το γεγονός ότι υποβάλλεται δήλωση περιέχουσα τις απαιτούμενες πληροφορίες, οι οποίες είναι ιδιαιτέρως λεπτομερείς, δημιουργεί και έξοδα και εξαναγκασμούς. Έτσι, η επιχείρηση έχει υποχρέωση να αναζητεί, για κάθε συναλλαγή, τον ορθό κωδικό αριθμό - οκτώ ψηφίων - της Συνδυασμένης Ονοματολογίας. Το βάρος που συνδέεται με την υποχρέωση παροχής πληροφοριών αυξάνει λόγω του ότι η υποχρέωση αυτή ισχύει για κάθε συναλλαγή, ασχέτως της αξίας της. Οι R. Kieffer και R. Thill ισχυρίζονται επιπλέον ότι ο κανονισμός δεν είναι σύμφωνος με την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι συνεπάγεται εξαναγκασμούς που βαίνουν πέραν των αναγκαίων ορίων. Τούτο συμβαίνει και όσον αφορά το επίπεδο των απαιτουμένων λεπτομερειών και όσον αφορά την υποχρέωση παροχής πληροφοριών τόσο εντός του κράτους μέλους αποστολής όσο και εντός του κράτους μέλους αφίξεως του εμπορεύματος.
18 Η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, υποστηριζόμενη από το Συμβούλιο και την Επιτροπή, ισχυρίζεται ότι ο κανονισμός δεν αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος εμπίπτον στα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης. Η επίπτωση του κανονισμού αυτού στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων είναι υπερβολικά αβέβαιη και υποθετική ώστε να μπορέσουν να τύχουν εφαρμογής τα άρθρα 30 και 34. Επιπλέον, ο κανονισμός επιδιώκει σκοπό που είναι σύμφωνος με το συμφέρον της Κοινότητας, καθότι το υλικό που αποτελεί αντικείμενο της υποχρεώσεως παροχής πληροφοριών έχει σημασία για την εσωτερική αγορά και για την κοινοτική πολιτική σε πλείστους τομείς.
Το σύστημα Intrastat αποτελεί από πολλές απόψεις απλοποίηση σε σχέση με το προηγούμενο σύστημα, το οποίο βασιζόταν σε έγγραφα που απαιτούσαν οι τελωνειακές αρχές κατά τη διέλευση από τα σύνορα. Μπορεί ακόμη να καταλήξει κανείς σε πρόσθετη απλοποίηση χάρη στη χρησιμοποίηση του παρεχομένου δωρεάν λογισμικού IDEP/CN8, το οποίο περιέχει, μεταξύ άλλων, όλους τους οκταψήφιους κωδικούς αριθμούς της Συνδυασμένης Ονοματολογίας με δυνατότητα έρευνας για την ανεύρεση του ορθού κωδικού αριθμού. Επιπλέον δε, για τις επιχειρήσεις πρόκειται περί πληροφοριών που βρίσκονται ήδη στην κατοχή τους.
Η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, το Συμβούλιο και η Επιτροπή ισχυρίζονται επιπλέον ότι το σύστημα Intrastat δεν είναι αντίθετο προς την αρχή της αναλογικότητας. Κατά πάγια νομολογία, η ισχύς της αρχής αυτής εκτείνεται στην εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, οπότε δεν είναι αναγκαίο να γίνεται προσφυγή στο άρθρο 3 B, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης. Οι πληροφορίες που απαιτούνται από τον κανονισμό είναι αναγκαίες για την κατάρτιση στατιστικών δυναμένων να χρησιμοποιηθούν. Τα διάφορα κατώφλια έχουν ως αποτέλεσμα την απαλλαγή σειράς επιχειρηματιών από την υποχρέωση παροχής πληροφοριών. Δεδομένης της υπάρξεως διαφορετικών κατωφλίων αναλόγως του κράτους μέλους, είναι αναγκαίο η υποχρέωση παροχής πληροφοριών να προβλέπεται τόσο για τον αποστολέα όσο και για τον παραλήπτη.
Η άποψή μου
19 Το υπομνησθέν από το αιτούν δικαστήριο άρθρο 3 B, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, το οποίο ορίζει ότι η δράση της Κοινότητας δεν μπορεί να υπερβεί τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων της Συνθήκης και παρεμβλήθηκε στη Συνθήκη από τη Συνθήκη για την Ευρωπαϋκή Ένωση, εφαρμόζει, στην ουσία, την κοινοτική αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί κατά πάγια νομολογία ουσιώδες στοιχείο στο πλαίσιο της ερμηνείας των άρθρων 30 και 34 της Συνθήκης. Θεωρώ ότι εν προκειμένω δεν συντρέχει λόγος να γίνει αυτοτελής ερμηνεία του άρθρου 3 B, τρίτο εδάφιο, το οποίο κατά τα λοιπά τέθηκε σε ισχύ μόλις την 1η Νοεμβρίου 1993, δηλαδή κατά τη διάρκεια της κρίσιμης για την παρούσα υπόθεση περιόδου.
20 Συνεπώς, το ουσιαστικό ζήτημα που τίθεται είναι, στην πραγματικότητα, αν ο κανονισμός είναι αντίθετος προς τα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης, και πρέπει να εξεταστεί συναφώς αν ο κανονισμός αποτελεί εμπόδιο στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, αν, στην περίπτωση που συμβαίνει αυτό, τα εμπόδια δικαιολογούνται από σκέψεις γενικού συμφέροντος και, στο πλαίσιο αυτό, αν ο κανονισμός συνεπάγεται εξαναγκασμούς που βαίνουν πέραν των αναγκαίων ορίων για τη διαφύλαξη του γενικού αυτού συμφέροντος.
21 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι απαγορεύσεις που περιέχονται στα άρθρα 30 και 34 δεν καταλαμβάνουν μόνο τα εθνικά μέτρα. Οι διατάξεις αυτές ισχύουν και για τα μέτρα που προέρχονται από τα κοινοτικά όργανα (2).
22 Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 30 της Συνθήκης καταλαμβάνει τα μέτρα που είναι ικανά να εμποδίσουν άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο (3), ενώ το άρθρο 34 αφορά τα μέτρα που έχουν ως αποτέλεσμα να περιορίσουν ειδικά τις πράξεις εξαγωγής σε σχέση με τις συναλλαγές στο εσωτερικό του περί ου πρόκειται κράτους μέλους (4). Επιπλέον, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι δεν υφίσταται κατώτατο όριο για την εφαρμογή των άρθρων 30 και 34 της Συνθήκης, οπότε δεν γίνεται διάκριση αναλόγως της επιπτώσεως του μέτρου στο εμπόριο εντός της Κοινότητας (5). Εντούτοις, κατά τη νομολογία, τα μέτρα που θεωρείται ότι επηρεάζουν μόνο συμπτωματικώς το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών δεν εμπίπτουν στις διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων (6).
23 Κατά το σύστημα Intrastat, οι επιχειρήσεις πρέπει να παρέχουν, επί μηνιαίας βάσεως, σειρά λεπτομερών πληροφοριών σχετικά με τις πράξεις εισαγωγής και εξαγωγής στις οποίες προβαίνουν. Έτσι, πρόκειται περί βάρους το οποίο πλήττει ειδικά το διασυνοριακό εμπόριο. Ακόμη και αν για κάθε συγκεκριμένη επιχείρηση πρόκειται, σε μεγάλο βαθμό, για πληροφορίες που βρίσκονται στην κατοχή της, η σύνταξη των απαιτουμένων δηλώσεων, αφενός, απαιτεί χρόνο και, αφετέρου, προκαλεί έξοδα, ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Επιπλέον, υφίσταται άμεση σχέση μεταξύ του βάρους και του γεγονότος ότι το εμπόρευμα διέρχεται από τα σύνορα, καθότι η διασυνοριακή συναλλαγή είναι εκείνη που, από μόνη της, δημιουργεί την υποχρέωση παροχής πληροφοριών. Τα δυνάμενα να παραχθούν από το σύστημα αυτό περιοριστικά αποτελέσματα όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων δεν είναι, κατά την άποψή μου, σε υπερβολικό βαθμό υποθετικά ώστε το σύστημα αυτό να εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής των διατάξεων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
24 Ωστόσο, ένα κοινοτικό μέτρο που έχει σκοπό να συμβάλει στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς μπορεί να θεωρηθεί ότι εμποδίζει το εμπόριο, κατά παράβαση των άρθρων 30 και 34 της Συνθήκης, μόνον όταν βαίνει πέραν των αναγκαίων ορίων για την επίτευξη του σκοπού του (7).
Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει ρητώς δεχθεί ότι τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ενδέχεται να είναι αναγκαία για να αποκτηθούν, μέχρι λογικών ορίων, πλήρη και ακριβή πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με την κίνηση εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας (8).
25 Ο κανονισμός εκδόθηκε ληφθέντος υπόψη του άρθρου 100 A της Συνθήκης, το οποίο αφορά τα μέτρα εναρμονίσεως σχετικά με τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Ένα σύστημα άμεσης πληροφορήσεως είχε καταστεί αναγκαίο κατόπιν της καταργήσεως των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα. Όπως προκύπτει από την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, οι αξιόπιστες και επαρκείς στατιστικές πληροφορίες είναι σημαντικές για την κοινοτική πολιτική σε σειρά τομέων, ιδίως δε για την εμπορική πολιτική, τους κανόνες ανταγωνισμού, την περιφερειακή ανάπτυξη και τον τομέα των μεταφορών. Παραδείγματος χάρη, στατιστικά στοιχεία σχετικά με τις εξελίξεις στην κίνηση των εμπορευμάτων και τις τιμές σε συγκεκριμένη αγορά προϋόντων μπορούν να συμβάλουν στο να αποκαλυφθούν αντίθετες προς το άρθρο 85 της Συνθήκης περιοριστικές του ανταγωνισμού συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων με αντικείμενο την κατανομή της αγοράς ή τις τιμές πωλήσεως. Επιπλέον, η κατάρτιση λεπτομερών στατιστικών είναι ουσιώδους σημασίας για να ελέγχεται η εξέλιξη και η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς: βλ. την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού. Οι στατιστικές μπορούν, παραδείγματος χάρη, να αποκαλύψουν εμπόδια στο εμπόριο και, ως εκ τούτου, να συμβάλουν στη λήψη μέτρων από την Επιτροπή, δυναμένων να συνίστανται στην άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου ή στην υποβολή προτάσεως σχετικά με νομική πράξη γενικού χαρακτήρα. Στην περίπτωση που ένα ή περισσότερα κράτη μέλη καθιερώσουν, παραδείγματος χάρη, νέες τεχνικές προδιαγραφές σε ορισμένο τομέα, το σύστημα Intrastat είναι σε θέση να εκφράσει σε αριθμούς την επίπτωση του μέτρου αυτού στο εμπόριο και, ως εκ τούτου, να βοηθήσει την Επιτροπή κατά τη μελέτη της σκοπιμότητας και του τρόπου παρεμβάσεώς της.
26 Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, είμαι της γνώμης ότι ο κανονισμός επιδιώκει ένα γενικό σκοπό προς το συμφέρον της Κοινότητας και ότι, συνεπώς, δεν είναι αντίθετος προς τα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, το κρίσιμο ζήτημα είναι αν ο κανονισμός συνεπάγεται περισσότερους εξαναγκασμούς απ' ό,τι είναι αναγκαίο και, επομένως, αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας. Για να εκτιμηθεί αν πρόκειται περί αυτού, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως όταν θεσπίζει μέτρα εναρμονίσεως (9).
27 Κατά το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού, πρέπει να παρέχονται πληροφορίες όσον αφορά, αντιστοίχως, το κράτος μέλος αποστολής και το κράτος μέλος αφίξεως, καθώς και την ποσότητα και αξία των εμπορευμάτων, τη φύση της συναλλαγής, τους όρους παραδόσεως και τον εικαζόμενο τρόπο μεταφοράς. Επιπλέον, κατά το άρθρο 21, πρέπει να αναφέρεται, για κάθε είδος εμπορευμάτων, ο οκταψήφιος κωδικός αριθμός της Συνδυασμένης Ονοματολογίας.
28 Όλες αυτές οι κατηγορίες πληροφοριών ασκούν επιρροή στο πλαίσιο της μέριμνας για την επίτευξη των σκοπών του κανονισμού. Παραδείγματος χάρη, ο τρόπος μεταφοράς ενδιαφέρει τις στατιστικές που αφορούν τις ποσότητες εμπορευμάτων που μεταφέρονται οδικώς ή σιδηροδρομικώς, πράγμα που έχει σημασία από την άποψη της πολιτικής μεταφορών και των αποφάσεων που πρέπει ενδεχομένως να ληφθούν για την ανάπτυξη των διευρωπαϋκών δικτύων. Οι πληροφορίες σχετικά με τους όρους παραδόσεως ενδέχεται να είναι καίριες από τη σκοπιά της πολιτικής ανταγωνισμού, δεδομένου ότι μπορούν να παράσχουν μια ένδειξη ως προς τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων στην αγορά. Ο οκταψήφιος κωδικός αριθμός εμφανίζεται αναγκαίος αν ληφθεί υπόψη η επεξεργασία των συλλεγεισών πληροφοριών, δεδομένου ότι ο αριθμός αυτός απλοποιεί τον καταμερισμό και την ταξινόμηση πολύ μεγάλου αριθμού δηλώσεων. Στην πράξη, θα ήταν εντελώς αδύνατον για τις αρμόδιες υπηρεσίες να προβούν οι ίδιες στην ταξινόμηση αυτή. Επιπλέον, προκύπτει ότι ο φόρτος εργασίας που βαρύνει συναφώς την επιχείρηση όλο και λιγοστεύει, άπαξ και, μετά μια μεταβατική περίοδο, η επιχείρηση καταφέρει να ταξινομήσει τις πράξεις εισαγωγής και εξαγωγής που αποτελούν συνήθως μέρος των δραστηριοτήτων της. Ακόμη, το βάρος αυτό μπορεί να ελαφρυνθεί με την προσφυγή στις σύγχρονες τεχνολογίες (10).
29 Επομένως, κατά την άποψή μου, μπορούν θεμιτώς να τεθούν υπό αμφισβήτηση δύο μόνο στοιχεία του συστήματος Intrastat, δηλαδή η επιταγή να αποτελεί η ίδια συναλλαγή αντικείμενο δηλώσεως τόσο από τον εξαγωγέα όσο και από τον εισαγωγέα και το γεγονός ότι η υποχρέωση παροχής πληροφοριών εκτείνεται σε κάθε κίνηση εμπορευμάτων. Συναφώς, μπορεί να παρατηρηθεί ότι τα κατώφλια απλουστεύσεως δεν απαλλάσσουν πλήρως την επιχείρηση από την υποχρέωση παροχής πληροφοριών, αλλ' απλώς μειώνουν τον αριθμό των πληροφοριών που πρέπει να ανακοινώνονται.
30 Όσον αφορά το πρώτο στοιχείο, θα παρατηρούσα ότι η υποχρέωση δηλώσεως των πράξεων εισαγωγής είναι εκείνη που φαίνεται κατ' εξοχήν ως δυναμένη να συνεπάγεται εξαναγκασμούς. Η παραγωγή μιας επιχειρήσεως χαρακτηρίζεται συνήθως από κάποια συνέχεια από απόψεως προϋόντων και χρόνου. Τούτο δεν συμβαίνει κατ' ανάγκην - στις ίδιες αναλογίες - στην περίπτωση των αγορών μιας επιχειρήσεως, παραδείγματος χάρη, σε πρώτες ύλες, συστατικά στοιχεία και εξοπλισμό. Συγκεκριμένα, οι αγορές αυτές είναι δυνατόν, αφενός, να ποικίλλουν πολύ ως προς τη συχνότητά τους και, αφετέρου, να ποικίλλουν ως προς το αντικείμενο και τον όγκο τους. Ωστόσο, η διττή υποχρέωση παροχής πληροφοριών είναι, κατά την Επιτροπή, αναγκαία λόγω των κατωφλίων που περιέχονται στον κανονισμό, τα οποία δεν είναι πανομοιότυπα σε όλα τα κράτη μέλη. Αν ο αγοραστής, αντίθετα προς τον πωλητή, υπέχει την υποχρέωση δηλώσεως, το σύστημα του κανονισμού εξασφαλίζει ότι η συγκεκριμένη συναλλαγή θα περιληφθεί στα στατιστικά στοιχεία που θα συλλεγούν. Η διττή υποχρέωση παροχής πληροφοριών έχει κατά συνέπεια σημασία για την έκταση των συλλεγομένων στατιστικών στοιχείων. Ο κοινοτικός νομοθέτης θεώρησε ότι τούτο δικαιολογεί την επέκταση στον εισαγωγέα της υποχρεώσεως παροχής πληροφοριών. Ο κοινοτικός νομοθέτης και οι αρχές που επεξεργάζονται και χρησιμοποιούν τις εν λόγω στατιστικές είναι, κατά την άποψή μου, οι πλέον κατάλληλοι να προβούν στην επιλογή που διέπει τον καθορισμό των πληροφοριών που κρίνονται αναγκαίες. Το Δικαστήριο μπορεί να επικρίνει την επιλογή αυτή μόνον αν είναι πρόδηλον ότι οι επιταγές που τέθηκαν όσον αφορά τις πληροφορίες βαίνουν πέραν των αναγκαίων ορίων. Εν προκειμένω, δεν υφίσταται κανένα στοιχείο που να επιτρέπει να υποτεθεί ότι ο νομοθέτης υπερέβη αυτό το περιθώριο εκτιμήσεως.
31 Όσον αφορά την επιταγή που συνίσταται στο να συνδέεται κάθε συναλλαγή με την υποχρέωση παροχής πληροφοριών, θα παρατηρούσα ότι από την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού προκύπτει ότι ο νομοθέτης φρόντισε να μην επιβάλει στις επιχειρήσεις δυσανάλογο βάρος σε σχέση με τα αποτελέσματα που οι χρησιμοποιούντες τις συγκεκριμένες στατιστικές δικαιούνται να αναμένουν. Τούτο προκύπτει και από τα διάφορα κατώφλια που καθορίζει ο κανονισμός. Έτσι, τα κατώφλια απαλλαγής και εξομοιώσεως έχουν ως αποτέλεσμα ότι ορισμένες επιχειρήσεις δεν καλούνται να υποβάλλουν άλλες δηλώσεις εκτός από εκείνες που συνεπάγεται η περιοδική υποχρέωση υποβολής των στοιχείων σχετικά με τον ΦΠΑ. Από τις παρατηρήσεις της Κυβερνήσεως του Λουξεμβούργου προκύπτει ότι τα δύο τρίτα των επιχειρήσεων απαλλάσσονται για τον λόγο αυτόν από την υποχρέωση παροχής πληροφοριών. Από τα κατώφλια απλουστεύσεως προκύπτει ότι οι επιχειρήσεις που έχουν μόνο περιορισμένη συμμετοχή στο διασυνοριακό εμπόριο υποχρεούνται να υποβάλλουν μόνον έναν αρκετά μικρό αριθμό πληροφοριακών στοιχείων. Επιπλέον, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, το βάρος πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα της δυνατότητας χρησιμοποιήσεως της σύγχρονης τεχνολογίας, ιδίως δε του προγράμματος πληροφορικής IDEP/CN8, το οποίο παρέχεται δωρεάν. Τέλος, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι πρόκειται περί νέου καθεστώτος, το οποίο καθιερώνει για πρώτη φορά ένα σύστημα άμεσης δηλώσεως. Κατά συνέπεια, πρέπει να αφεθεί στον κοινοτικό νομοθέτη ορισμένος χρόνος για να αξιολογήσει τη λειτουργία του συστήματος στην πράξη και, πάνω στη βάση αυτή, να λάβει αποφάσεις σχετικά με τη σκοπιμότητα κάποιας ελαφρύνσεως. Θα παρατηρούσα συναφώς ότι, με τον κανονισμό (ΕΚ) 2820/94 (11), η Επιτροπή καθόρισε ένα κατώφλι ανά συναλλαγή, σύμφωνα με το οποίο οι συναλλαγές που δεν υπερβαίνουν τα 100 ECU μπορούν να ομαδοποιούνται σε μια συνολική κλάση της Συνδυασμένης Ονοματολογίας. Επιπλέον, πρέπει να αναφέρονται μόνον το κράτος μέλος προελεύσεως, το κράτος μέλος προορισμού, καθώς και η αξία των εμπορευμάτων. Συνεπώς, φρονώ ότι και υπό το πρίσμα της εκτάσεως της υποχρεώσεως παροχής πληροφοριών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο κοινοτικός νομοθέτης υπερέβη τα όρια της εξουσίας του εκτιμήσεως.
Συμπέρασμα
32 Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το tribunal de police de Luxembourg:
«Από τη γενομένη υπό το πρίσμα της διατάξεως περί παραπομπής και των στοιχείων που προέκυψαν κατά τη διαδικασία εξέταση του κανονισμού (EΟΚ) 3330/91 του Συμβουλίου, της 7ης Νοεμβρίου 1991, για τις στατιστικές των συναλλαγών αγαθών μεταξύ κρατών μελών, δεν προέκυψαν στοιχεία που να μπορούν να προκαλέσουν αμφιβολίες ως προς το κύρος του κανονισμού αυτού.»
(1) - Έκτη οδηγία του Συμβουλίου, της 17ης Μαου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών - Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (EΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 95/7/ΕΚ του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 1995, για την τροποποίηση της οδηγίας 77/388/ΕΟΚ και για τη λήψη μέτρων απλουστεύσεως στον τομέα του φόρου προστιθεμένης αξίας - πεδίο ορισμένων απαλλαγών και πρακτικές λεπτομέρειες εφαρμογής τους (ΕΕ L 102, σ. 18). Τα άρθρα 24 και 25 αφορούν αντιστοίχως ένα ειδικό καθεστώς για τις μικρές επιχειρήσεις και ένα κοινό καθεστώς γεωργών με κατ' αποκοπήν ποσοστά συμψηφισμού.
(2) - Βλ. τις αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1996, C-427/93, C-429/93 και C-436/93, Bristol Myers-Squibb κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-3457, σκέψη 36), και της 9ης Αυγούστου 1994, C-51/93, Meyhui (Συλλογή 1994, σ. I-3879, σκέψη 11).
(3) - Βλ., παραδείγματος χάρη, τις αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-323/93, Centre d'insιmination de la Crespelle (Συλλογή 1994, σ. I-5077), και της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville (Συλλογή τόμος 1974, σ. 411).
(4) - Βλ., παραδείγματος χάρη, την απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1979, 15/79, Groenveld (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 649, σκέψη 7). Κατά την άποψή μου, δεν συντρέχει λόγος να ληφθεί εν προκειμένω θέση επί της επιπτώσεως, στη νομολογία αυτή, της αποφάσεως της 10ης Μαου 1995, C-384/93, Alpine Investments (Συλλογή 1995, σ. I-1141).
(5) - Βλ. την απόφαση της 18ης Μαου 1993, C-126/91, Yves Rocher (Συλλογή 1993, σ. I-2361, σκέψη 21).
(6) - Βλ. συναφώς την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, C-379/92, Peralta (Συλλογή 1994, σ. I-3453, σκέψη 24).
(7) - Βλ. την απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1977, 46/76, Bauhuis (Συλλογή τόμος 1977, σ. 1, σκέψεις 20, 30 και 31), καθώς και την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 2 απόφαση Meyhui, σκέψη 20, και την απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1995, C-426/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1995, σ. Ι-3723).
(8) - Βλ. την απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1979, 159/78, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 589, σκέψη 7).
(9) - Βλ. τη σκέψη 21 της προαναφερθείσας στην υποσημείωση 2 αποφάσεως Meyhui.
(10) - Από τη σκέψη 49 της προαναφερθείσας στην υποσημείωση 7 αποφάσεως Γερμανία κατά Συμβουλίου προκύπτει ότι, όταν πρόκειται να εκτιμηθεί η έκταση του βάρους που είναι σχετικό με μια υποχρέωση, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η δυνατότητα προσφυγής σε σύγχρονες τεχνολογίες.
(11) - Κανονισμός της Επιτροπής της 21ης Νοεμβρίου 1994 για τον καθορισμό ενός κατωφλίου ανά συναλλαγή στο πλαίσιο της στατιστικής του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών (EΕ L 299, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy