Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Ι - Εισαγωγικές παρατηρήσεις
1 Στην παρούσα υπόθεση, το Ψstre Landsret υποβάλλει στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης, ένα προδικαστικό ερώτημα που αφορά στην ερμηνεία διατάξεων της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (1) (στο εξής: οδηγία).
ΙΙ - Το νομικό πλαίσιο
2 Η οδηγία σκοπεί να εξασφαλίσει στους εργαζομένους μια ελάχιστη κοινοτική προστασία σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη τους, χωρίς να εμποδίζονται τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ευνοϋκότερες ρυθμίσεις. Προς τούτο, υποχρεώνει τα κράτη μέλη να συστήσουν οργανισμούς οι οποίοι θα εξασφαλίζουν στους εργαζομένους την πληρωμή τμήματος των ανεξόφλητων απαιτήσεων που έχουν αυτοί έναντι των αφερεγγύων εργοδοτών.
3 Ειδικότερα, το άρθρο 1 της οδηγίας ορίζει ότι:
«1. Η παρούσα οδηγία ισχύει για τις απαιτήσεις μισθωτών από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας κατά εργοδοτών σε κατάσταση αφερεγγυότητος κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1.
2. Τα Κράτη Μέλη δύνανται, κατ' εξαίρεση, να αποκλείσουν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσης οδηγίας τις απαιτήσεις ορισμένων κατηγοριών μισθωτών λόγω της ιδιαίτερης φύσεως της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας των μισθωτών, ή λόγω του ότι υπάρχουν άλλες μορφές εγγυήσεως που εξασφαλίζουν στους μισθωτούς ισοδύναμη προστασία με εκείνη που προκύπτει από την παρούσα οδηγία.
Ο πίνακας των κατηγοριών μισθωτών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο παρατίθεται στο παράρτημα.
3. (...)»
4 Στο άρθρο 2 ορίζονται τα εξής:
«1. Για τους σκοπούς της παρούσης οδηγίας, ένας εργοδότης θεωρείται ότι ευρίσκεται σε κατάσταση αφερεγγυότητος:
α) αν έχει ζητηθεί η έναρξη διαδικασίας προβλεπομένης από τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις του ενδιαφερομένου Κράτους Μέλους, κατά της περιουσίας του εργοδότη με σκοπό τη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του, και η οποία επιτρέπει να ληφθούν υπόψη απαιτήσεις αναφερόμενες στο άρθρο 1, παράγραφος 1, και
β) η αρμόδια αρχή δυνάμει των ανωτέρω νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων:
- είτε αποφάσισε την έναρξη της διαδικασίας,
- είτε διεπίστωσε ότι η επιχείρηση ή η εγκατάσταση του εργοδότη έκλεισε οριστικά και ότι η ανεπάρκεια των διαθεσίμων ενεργητικών στοιχείων δεν δικαιολογεί την έναρξη της διαδικασίας.
2. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών να διατυπώνουν ορισμούς των εννοιών "μισθωτός", "εργοδότης", "αμοιβή εργασίας", "κεκτημένο δικαίωμα" και "δικαίωμα προσδοκίας".»
5 Το άρθρο 3 ορίζει ότι:
«1. Τα Κράτη Μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε ορισμένοι οργανισμοί εγγυήσεως να διασφαλίζουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 4, την πληρωμή των ανεξοφλήτων απαιτήσεων των μισθωτών που προέρχονται από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας και αφορούν την αμοιβή για περίοδο πριν μιαν ορισμένη ημερομηνία.
2. Η ημερομηνία της παραγράφου είναι κατ' επιλογή των Κρατών Μελών:
- είτε η ημερομηνία επελεύσεως της αφερεγγυότητος του εργοδότη,
- είτε η ημερομηνία γνωστοποιήσεως της απολύσεως του μισθωτού, που πραγματοποιείται λόγω της αφερεγγυότητος του εργοδότη,
- είτε η ημερομηνία επελεύσεως της αφερεγγυότητος του εργοδότη ή της λύσεως της συμβάσεως εργασίας ή της παύσεως της σχέσεως εργασίας του εν λόγω μισθωτού, λόγω αφερεγγυότητος του εργοδότη.»
6 Στο άρθρο 4 ορίζεται ότι τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να περιορίζουν την κατά το άρθρο 3 υποχρέωση προς πληρωμή των οργανισμών εγγυήσεως (παράγραφος 1), σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, ενώ στην παράγραφο 3 ορίζεται ότι τα κράτη μέλη δύνανται να καθορίσουν, επιπλέον, ένα ανώτατο όριο στη διασφάλιση πληρωμής των ανεξοφλήτων απαιτήσεων των μισθωτών, για να αποφευχθεί η καταβολή ποσών πέρα από τα πλαίσια της κοινοτικής σκοπιμότητος της οδηγίας.
7 Το άρθρο 5 της οδηγίας ορίζει ότι:
«Τα Κράτη Μέλη καθορίζουν τους τρόπους οργανώσεως, χρηματοδοτήσεως και λειτουργίας των οργανισμών εγγυήσεως, τηρώντας κυρίως τις ακόλουθες αρχές:
α) η περιουσία των οργανισμών εγγυήσεως πρέπει να είναι ανεξάρτητη από το κεφάλαιο εκμεταλλεύσεως των εργοδοτών και να έχει συσταθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη μπορεί να θιγεί από διαδικασίες σε περίπτωση αφερεγγυότητος·
β) οι εργοδότες πρέπει να συνεισφέρουν στη χρηματοδότηση, εκτός αν αυτή διασφαλίζεται στο σύνολό της από τις δημόσιες αρχές·
γ) η υποχρέωση πληρωμής εκ μέρους των οργανισμών είναι ανεξάρτητη από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων συνεισφοράς στη χρηματοδότηση.»
8 Τέλος, το άρθρο 9 ορίζει ότι:
«Η παρούσα οδηγία δεν περιορίζει την ευχέρεια των Κρατών Μελών να εφαρμόζουν ή θεσπίζουν ευνοϋκότερες νομοθετικές κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις για τους μισθωτούς.»
ΙΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά
Σύμφωνα με τη διάταξη της παραπομπής, η διαφορά που προκάλεσε την υποβολή του προδικαστικού ερωτήματος έχει ως εξής:
Τον Μάιο του 1993, η αγγλική εταιρία Colorgen Ltd, με καταστατική έδρα στο Warrington, Chesire, Αγγλία, προσέλαβε, από 1ης Ιουλίου 1993, την Carina Mosbζk, κάτοικο Δανίας, ως «commercial manager» για την προώθηση των πωλήσεών της στη Δανία, Νορβηγία, Σουηδία, Φινλανδία και αργότερα στη Γερμανία.
9 Καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσεως, η εταιρία Colorgen δεν δηλώθηκε ως επιχείρηση στη Δανία, δεν είχε εγκατασταθεί και δεν εξεπροσωπείτο στη χώρα αυτή παρά μόνο μέσω της Carina Mosbζk. Σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας, η Carina Mosbζk αμειβόταν εν μέρει με σταθερό μισθό και εν μέρει με προμήθεια από τις πωλήσεις που πραγματοποιούσε. Η αμοιβή της, καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσεως, καταβαλλόταν απ' ευθείας από την Colorgen, από την Αγγλία, χωρίς παρακράτηση των δανικών φόρων ή οποιωνδήποτε άλλων εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως, οι οποίες, κατά τη δανική νομοθεσία, παρακρατούνται από τους εργοδότες στη Δανία, συμπεριλαμβανομένων των αλλοδαπών εργοδοτών που έχουν υποκατάστημα ή άλλη σταθερή εγκατάσταση στη Δανία.
Κατά τους πρώτους μήνες εργασίας της, η Carina Mosbζk εργαζόταν κατ' οίκον, ενώ από το Σεπτέμβριο του 1993 και εφεξής, η Colorgen μίσθωνε ένα γραφείο στους χώρους άλλης δανικής επιχειρήσεως, στο οποίο η Carina Mosbζk παρείχε την εργασία της.
10 Την 1η Ιουλίου 1994 η εταιρία Colorgen κηρύχθηκε σε πτώχευση, συνεπεία της οποίας όλοι οι υπάλληλοί της απολύθηκαν, συμπεριλαμβανομένης της Carina Mosbζk, οι ανεξόφλητες απαιτήσεις της οποίας έναντι της εταιρίας από μισθούς, προμήθειες και επαγγελματικά έξοδα, ανήρχοντο σε 471 996 δανικές κορώνες.
11 Τον ίδιο μήνα, η Carina Mosbζk ανήγγειλε την ανωτέρω απαίτησή της, αφενός μεν στον Lψnmodtagernes Garantifond, οργανισμό εγγυήσεως που εξασφαλίζει στη Δανία τις ανεξόφλητες απαιτήσεις των μισθωτών που προστατεύει η οδηγία, αφετέρου δε στο σύνδικο της πτωχεύσεως της εταιρίας Colorgen, στην Αγγλία.
Εξάλλου, η Carina Mosbζk, με έγγραφο της 22ας Αυγούστου 1994, ανήγγειλε την αυτή απαίτηση προς το National Insurance Fund, αγγλικό οργανισμό εγγυήσεως σύμφωνα με την οδηγία, ο οποίος κατά τη διάταξη της παραπομπής, δεν είχε αποφανθεί κατά το χρόνο της ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου διαδικασίας (2).
12 Ο δανικός οργανισμός εγγυήσεως αρνήθηκε την ικανοποίηση της απαιτήσεως της Carina Mosbζk με την αιτιολογία ότι αρμόδιος ήταν, σχετικώς, ο αγγλικός οργανισμός εγγυήσεως. Κατόπιν τούτου, την 19η Δεκεμβρίου 1994, η Carina Mosbζk άσκησε αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου του Hillerψd, το οποίο παρέπεμψε την υπόθεση, λόγω της σημασίας της, στο Ψstre Landsret.
13 Ενώπιον του τελευταίου δικαστηρίου, η ενάγουσα, επικαλούμενη το σκοπό της οδηγίας, υποστήριξε ότι αρμόδιος για την ικανοποίηση της απαιτήσεώς της είναι ο δανικός οργανισμός εγγυήσεως, ενόψει ιδίως του ότι η κατοικία και ο τόπος παροχής των υπηρεσιών της είναι η Δανία, όπου επιπλέον ο εργοδότης της μίσθωνε χώρο για την παροχή της εργασίας της, αλλά και ενόψει των δυσχερειών που θα παρουσίαζε η διεκδίκηση της απαιτήσεώς της ενώπιον του αγγλικού οργανισμού εγγυήσεως ή των αγγλικών δικαστηρίων.
14 Ο δανικός οργανισμός εγγυήσεως, αντιθέτως, υποστήριξε ότι αρμόδιος για την καταβολή της εγγυήσεως είναι ο οργανισμός του κράτους στο οποίο ο εργοδότης είναι εγκατεστημένος και η νομοθεσία του οποίου ρυθμίζει την αφερεγγυότητα του εργοδότη, δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, ο αγγλικός οργανισμός εγγυήσεως. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας, μόνο το κράτος όπου είναι εγκατεστημένος ο εργοδότης δύναται να υποχρεώσει τον τελευταίο σε καταβολή εισφορών για τη χρηματοδότηση των οργανισμών εγγυήσεως, ώστε να είναι οι τελευταίοι σε θέση να αποζημιώσουν τους εργαζομένους σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη. Τέλος, επεσήμανε ότι δεν θα μπορούσε ούτε κατ' οικονομίαν να αποζημιώσει την ενάγουσα και να στραφεί ακολούθως, αναγωγικώς, κατά του αγγλικού οργανισμού εγγυήσεως, αφού τέτοιο σύστημα δεν προβλέπεται στην οδηγία.
15 αΟπως συνάγεται από τη διάταξη της παραπομπής, το δανικό δίκαιο δεν ρυθμίζει αμέσως ή εμμέσως το ζήτημα της αρμοδιότητας του δανικού οργανισμού εγγυήσεως για την ικανοποίηση απαιτήσεων όπως εκείνη της ενάγουσας στην κύρια δίκη. Ως εκ τούτου, το Ψstre Landsret ζητεί από το Δικαστήριο τα στοιχεία ερμηνείας της οδηγίας, τα οποία θα του επιτρέψουν να επιλύσει το εκκρεμές ενώπιόν του ζήτημα. Προς τούτο υποβάλλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:
«Στην περίπτωση κατά την οποία ο εργοδότης δεν είναι εγκατεστημένος στο κράτος μέλος στο οποίο ο εργαζόμενος έχει την κατοικία του και αντιπροσωπεύεται στο κράτος μέλος της κατοικίας του εργαζομένου αποκλειστικώς μέσω των εργασιών του ενλόγω εργαζομένου, οι οποίες παρέχονται, ιδίως, από γραφείο που έχει μισθώσει ο εργοδότης για να το χρησιμοποιεί ο εργαζόμενος, υποχρεούται τότε ο οργανισμός εγγυήσεων της χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένος ο εργοδότης ή ο οργανισμός εγγυήσεως της χώρας στην οποία έχει την κατοικία του ο εργαζόμενος να διασφαλίζει, δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ, την ικανοποίηση των χρηματικών απαιτήσεων του εργαζομένου που απορρέουν από την ως άνω εργασιακή σχέση;»
IV - Επί της ουσίας
16 Η οδηγία δεν ρυθμίζει το ζήτημα αν και ποιος οργανισμός εγγυήσεως υποχρεούται να ικανοποιήσει ανεξόφλητες απαιτήσεις εξ αμοιβών τις οποίες έχουν μισθωτοί, διαμένοντες και εργαζόμενοι σε ένα κράτος μέλος, έναντι αφερέγγυου εργοδότη που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος.
17 Ενόψει τούτου, τα μέρη στην κύρια δίκη, καθώς και οι κυβερνήσεις της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Βρετανίας και η Επιτροπή, τόσο με τις γραπτές παρατηρήσεις τους, όσο και κατά την προφορική διαδικασία, υποστήριξαν ότι από το σύνολο των διατάξεων της οδηγίας, ενόψει και του σκοπού της, μπορεί και πρέπει να συναχθεί μια απάντηση κοινοτικού δικαίου στο προδικαστικό ερώτημα.
18 Ωστόσο, οι απόψεις των μερών διχάζονται ως προς το ζήτημα ποιος οργανισμός εγγυήσεως υποχρεούται, τελικώς, να ικανοποιήσει τους εργαζομένους. Ειδικότερα, η Γαλλική και η Βρετανική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι, υπό τις δεδομένες συνθήκες, αρμόδιος είναι ο οργανισμός εγγυήσεως του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο εργοδότης, δηλαδή, εν προκειμένω, ο βρετανικός οργανισμός. Αντιθέτως, η ενάγουσα στην κύρια δίκη και η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι αρμόδιος είναι ο οργανισμός του κράτους μέλους όπου διαμένει ή/και εργάζεται ο μισθωτός, δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, ο δανικός οργανισμός εγγυήσεως.
19 Τα κυριότερα, κατά τη γνώμη μου, επιχειρήματα υπέρ της πρώτης θέσεως είναι τα εξής :
α) Η οδηγία αποβλέπει στον περιορισμό των διαφορών των εθνικών νομοθεσιών όσον αφορά την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη. Εάν η επίλυση του επίδικου ζητήματος επαφίετο στα κράτη μέλη, οι εργαζόμενοι θα έμεναν απροστάτευτοι σε περίπτωση αρνητικής συγκρούσεως νόμων (3), ενώ δυσχέρειες θα ανέκυπταν και σε περίπτωση συρροής νόμων (4). ηΕτσι, οι υπάρχουσες διαφορές θα πολλαπλασιάζοντο. Συνεπώς απαιτείται ενιαία, κοινοτική λύση στο πρόβλημα.
β) Για τη διαπίστωση της αφερεγγυότητας του εργοδότη, το άρθρο 2 της οδηγίας παραπέμπει στη νομοθεσία και την αρμόδια αρχή του «ενδιαφερόμενου» κράτους μέλους, δηλαδή, λογικώς, του κράτους όπου είναι εγκατεστημένος ο εργοδότης. Δεδομένου οτι ο οργανισμός εγγυήσεως αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις του αφερέγγυου εργοδότη, έπεται ότι υπόχρεος είναι ο οργανισμός εγγυήσεως του κράτους σπου είναι εγκατεστημένος ο εργοδότης. ςΑλλωστε, ο οργανισμός αυτός είναι καλύτερα σε θέση να εξακριβώσει την ύπαρξη και την έκταση της οφειλής του εργοδότη.
γ) Σύμφωνα με το άρθρο 5, περίπτωση γγ, της οδηγίας, κάθε κράτος μέλος μπορεί να υποχρεώσει μόνο τον υπαγόμενο στη νομοθεσία του, δηλαδή τον εγκατεστημένο στο εσωτερικό του, εργοδότη να συμβάλει στη χρηματοδότηση του εθνικού οργανισμού εγγυήσεως. Επομένως, μόνον ο οργανισμός αυτός έχει προβλέψει και είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του εργοδότη σε περίπτωση αφερεγγυότητάς του. Αν υπόχρεος προς καταβολή της εγγυήσεως ήταν ο οργανισμός του κράτους διαμονής ή/και εργασίας του μισθωτού, ο οργανισμός αυτός θα αιφνιδιαζόταν με απαιτήσεις που δεν είχε προβλέψει και για την κάλυψη των οποίων δεν μπορούσε νομικώς να απαιτήσει εισφορές από τον εργοδότη. ηΕτσι όμως θα κλονιζόταν η οικονομική ισορροπία των οργανισμών εγγυήσεως, πράγμα που δεν μπορεί να θέλησε ο κοινοτικός νομοθέτης. Εξάλλου, η οδηγία δεν προβλέπει δυνατότητα αναγωγής μεταξύ εθνικών οργανισμών εγγυήσεως.
δ) Στην περίπτωση των διακινουμένων εργαζομένων είναι άγνωστο ποιος οργανισμός θα όφειλε να τους αποζημιώσει, με αποτέλεσμα ανασφάλεια δικαίου, ενδεχομένως δε και καταχρήσεως εκ μέρους των εργαζομένων, ενόψει και της προαναφερθείσης ελλείψεως κανόνων αναγωγής μεταξύ εθνικών οργανισμών.
20 νΑπο την άλλη πλευρά:
α) η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει οτι οι οργανισμοί εγγυήσεως της οδηγίας αποτελούν «οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως» εν ευρεία εννοία, όπως αυτοί στους οποίους αναφέρεται ο κανονισμός 1408/71 (5). Eνόψει τούτου, θεωρεί ότι, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 13, παράγραφος 2, περίπτωση αα, ή του άρθρου 14, παράγραφος 2, περίπτωση ββ, του κανονισμού αυτού, υπόχρεος προς καταβολή της εγγυήσεως, στην προκειμένη περίπτωση, είναι ο δανικός οργανισμός.
β) Η ενάγουσα στην κύρια δίκη, η οποία δεν υπέβαλε γραπτές παρατηρήσεις, κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου επανέλαβε τα επιχειρήματα που είχε προβάλει ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, τονίζοντας ότι σύμφωνα με όρο της συμβάσεως εργασίας η τελευταία έπρεπε να ερμηνευθεί λαμβανομένου υπόψη και του δανικού εργατικού δικαίου. Υπέρ της αρμοδιότητας του δανικού οργανισμού ως οργανισμού του τόπου εκτελέσεως της εργασίας ή του αρμοδίου forum, εξάλλου, η ενάγουσα επικαλέσθηκε, αντιστοίχως, τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 3, της Συμβάσεως της Ρώμης της 19ης Ιουνίου 1980 (80/934/CEE, JO L 266, σ. 1), και το άρθρο 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, περί αρμοδιότητας του Δικαστηρίου και εκτελέσεως της αποφάσεως επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων, ενώ επικαλέσθηκε επίσης και τις διατάξεις του κανονισμού 1408/71.
21 Δεν έχω πεισθεί για την ορθότητα της μιας ή της άλλης από τις ανωτέρω απόψεις, ώστε να προτείνω την αποδοχή της. Τα προβληθέντα εκατέρωθεν επιχειρήματα είναι μεν εύλογα, πλην προϋποθέτουν ορισμένες ερμηνευτικές παραδοχές όσον αφορά το σκοπό και την έννοια των διατάξεων της οδηγίας, οι οποίες, φοβούμαι, υπερβαίνουν το γράμμα και το πνεύμα του θετού δικαίου και κινούνται στο χώρο του δέοντος.
22 Οι βασικές αυτές παραδοχές, στις οποίες ερείδεται η όλη επιχειρηματολογία των δύο πλευρών, είναι, κατά τη γνώμη μου:
Πρώτον, ότι από τις διατάξεις της οδηγίας προκύπτουν οι έννοιες του «εργοδότη» και του «μισθωτού» και ότι αυτές ισχύουν για όλα τα κράτη μέλη·
δεύτερον, ότι στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας υπάγονται όλοι οι κατά τα ανωτέρω μισθωτοί όλων των αφερεγγύων, κατά την έννοια της οδηγίας, εργοδοτών εντός της Κοινότητας, ανεξαρτήτως συνδέσεώς τους προς ένα κράτος μέλος·
τρίτον, ότι οι διατάξεις της οδηγίας είναι αρκούντως σαφείς όσον αφορά τον προσδιορισμό του υποχρέου προς καταβολή της εγγυήσεως εθνικού οργανισμού, καθώς και την έκταση της υποχρεώσεως αυτής, ώστε οι εργαζόμενοι να δύνανται να τις επικαλεσθούν ευθέως, είτε ελλείψει σχετικών εθνικών διατάξεων, είτε παρά τυχόν αντίθετες εθνικές διατάξεις· τέλος δε,
τέταρτον, ότι, ενόψει τούτων, ο κοινοτικός νομοθέτης απέβλεψε κατ' ουσίαν σε μία πλήρη εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών στον τομέα της προστασίας των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη.
23 Προτίθεμαι να υποστηρίξω ότι καμία από τις παραδοχές αυτές δεν ανταποκρίνεται στο γράμμα και το πνεύμα της οδηγίας. Το κενό που παρουσιάζει η τελευταία ως προς το ζήτημα που απασχολεί το παραπέμπον δικαστήριο είναι ηθελημένο και δεν μπορεί να συμπληρωθεί με την ερμηνεία που προτείνουν οι δύο πλευρές. Σε μια περίπτωση όπως αυτή στην κύρια δίκη εναπόκειται στις αρμόδιες αρχές και τελικά στα αρμόδια δικαστήρια εκάστου των εμπλεκομένων κρατών μελών να κρίνουν, σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις, αν ο εργαζόμενος υπάγεται στην προστασία της οδηγίας. Το τυχόν προκύπτον κενό προστασίας, ή άλλες δυσάρεστες συνέπειες για τους εργαζομένους, είναι αναγκαίο επακόλουθο των περιορισμένων στόχων της κατά βήματα εναρμονίσεως που επέλεξε ο κοινοτικός νομοθέτης στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου.
Επί του σκοπού της οδηγίας
24 Θα αρχίσω την ανάλυσή μου με τη διερεύνηση του σκοπού της οδηγίας. Προς τούτο είναι χρήσιμη η αναδρομή στις προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας και η σύγκριση της αρχικής προτάσεως οδηγίας της Επιτροπής, της 13ης Απριλίου 1978 (6), με το κείμενο που υιοθετήθηκε τελικώς από το Συμβούλιο.
25 Η πρόταση, η οποία επεκαλείτο ως νομική βάση το άρθρο 100 της Συνθήκης, ανέφερε στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη ότι «(...) ενόψει της προϋούσης διεθνοποιήσεως των οικονομικών δραστηριοτήτων, οι εργαζόμενοι πρέπει να απολαύουν σε όλα τα κράτη μέλη ταυτόσημης προστασίας των απαιτήσεων που γεννώνται από την εργασιακή τους σχέση σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη τους (...)». Σύμφωνα με την επόμενη σκέψη, θα έπρεπε να αρχίσει μια διαδικασία «εξισώσεως» των νομοθετικών κ.λπ διατάξεων των κρατών μελών με στόχο την πρόοδο, κατά την έννοια του άρθρου 117 της Συνθήκης (7).
Περαιτέρω, όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, σύμφωνα με το πρώτο άρθρο της προτάσεως, η οδηγία θα εφαρμοζόταν «επί των απαιτήσεων που προκύπτουν από τις σχέσεις εργασίας ή μαθητείας έναντι εργοδότη σε κατάσταση παύσεως πληρωμών, του οποίου η επιχείρηση ή η εγκατάσταση κείται εντός του κατά τόπον πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης» (8).
Σύμφωνα με το άρθρο 2 της προτάσεως, «παύση πληρωμών» (9) κατά την έννοια της οδηγίας υπάρχει όταν μία από τις διαδικασίες τις προβλεπόμενες από τις νομοθετικές κ.λπ. διατάξεις «(...) των κρατών μελών άνοιξε κατά του εργοδότη (...)» με σκοπό τη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών κ.λπ. (περίπτωση αα), ή «(...) κρίθηκε άσκοπο να ανοίξη μία τέτοια διαδικασία ενόψει της ανεπαρκείας του διαθέσιμου ενεργητικού» (περίπτωση ββ), ή «όταν η επιχείρηση του εργοδότη χρειάστηκε να κλείση λόγω παύσεως των πληρωμών» (10).
πΟσον αφορά το περιεχόμενο της εγγυήσεως, η πρόταση προέβλεπε, στο άρθρο 3, την καταβολή των αμοιβών εργασίας που γεννήθηκαν πριν την επέλευση της καταστάσεως παύσεως πληρωμών (περίπτωση αα), καθώς και ορισμένων άλλων κοινωνικών παροχών (περίπτωση ββ). βΕδινε δε τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να περιορίσουν την εγγύηση το πολύ σε αμοιβές τριών μηνών εργασίας, ανεξαρτήτως περιόδου αναφοράς (άρθρο 4, περίπτωση αα), ενώ οι λοιπές κοινωνικές παροχές μπορούσαν να περιορισθούν σ' αυτές που γεννήθηκαν κατά το δωδεκάμηνο που προηγήθηκε της επελεύσεως της παύσεως των πληρωμών (11).
Πρέπει να τονισθεί ιδιαιτέρως ότι η πρόταση οδηγίας προέβλεπε (άρθρο 5, περίπτωση ββ) ότι «οι εργαζόμενοι δεν πρέπει να είναι οι μόνοι που θα συμβάλουν στη χρηματοδότηση» των οργανισμών εγγυήσεως, δηλαδή η χρηματοδότηση των οργανισμών ανετίθετο, κατά κύριο λόγο, στους εργαζομένους (12).
26 Η διατύπωση των διατάξεων αυτών, ιδίως του προοιμίου και του πρώτου άρθρου, παρότι αρκετά γενική και αόριστη, επιτρέπει, νομίζω, το συμπέρασμα ότι, σύμφωνα με την αντίληψη που επεκράτησε κατά το στάδιο προπαρασκευής της οδηγίας, η τελευταία φιλοδοξούσε να καλύψει όλους τους εργαζομένους, αδιαφόρως αν διέμεναν στο ίδιο κράτος μέλος με τον εργοδότη, αρκεί ο τελευταίος να ήταν εγκατεστημένος εντός των ορίων της Κοινότητας.
Εξάλλου, από το σύνολο των διατάξεων της προτάσεως, σε συνδυασμό με τη γνώμη του Κοινοβουλίου, συνάγεται ότι οι στόχοι κατά το προπαρασκευαστικό στάδιο της οδηγίας ήσαν εξίσου φιλόδοξοι και όσον αφορά την έκταση της προστασίας των εργαζομένων, η οποία, επιπλέον, θα έπρεπε να είναι η ίδια σε όλα τα κράτη μέλη.
27 Το Συμβούλιο, τελικώς, τροποποίησε δραστικά το προταθέν κείμενο.
28 Οι αλλαγές είναι εμφανείς ήδη στο προοίμιο. Καταρχάς, ενώ η πρώτη αιτιολογική σκέψη εξαγγέλλει ότι «είναι αναγκαία η θέσπιση διατάξεων για την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (...)», η δεύτερη αιτιολογική σκέψη, μετά τη διαπίστωση ότι «μεταξύ των κρατών μελών εξακολουθούν να υπάρχουν διαφορές σχετικά με την έκταση της προστασίας των μισθωτών στο ζήτημα αυτό» (13), προσθέτει, απλώς, ότι «πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες για τον περιορισμό των διαφορών αυτών». Ως εκ τούτου, αντί της «εξισώσεως» των σχετικών εθνικών διατάξεων, που έθετε ως στόχο η πρόταση της Επιτροπής, η τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας περιορίζεται να εξαγγείλει ότι «για τους λόγους αυτούς είναι σκόπιμο να προωθηθεί η προσέγγιση των νομοθεσιών στο συγκεκριμένο θέμα (...).»
Πράγματι, όπως διεπίστωσε το Δικαστήριο, «(...) μολονότι ο κοινοτικός νομοθέτης θεώρησε γενικώς ότι, αφενός, ήταν αναγκαία η θέσπιση διατάξεων για την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, αφετέρου, περιόρισε το συγκεκριμένο στόχο της δράσεώς του στη μείωση των διαφορών που υπήρχαν μεταξύ των κρατών μελών ως προς την προστασία των μισθωτών σ' αυτόν τον τομέα.» (14)
29 ςΟπως έκρινε το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, ο αυτοπεριορισμός του κοινοτικού νομοθέτη είναι προφανές ότι οφείλεται τόσο στις εγγενείς δυσχέρειες που παρουσιάζει κάθε προσπάθεια εναρμονίσεως διαφορετικών εθνικών διατάξεων εν γένει, επιχειρούμενη σύμφωνα με το άρθρο 100 της Συνθήκης, όσο και στις ειδικές δυσχέρειες που παρουσίαζε η θέσπιση κοινών κανόνων στη συγκεκριμένη περίπτωση. Και τούτο λόγω της ανυπαρξίας μιας κοινώς αποδεκτής έννοιας περί αφερεγγυότητας στις πτωχευτικές διαδικασίες των κρατών μελών, οι οποίες, λόγω ακριβώς των υφισταμένων διαφορών (15), δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο κοινοτικής εναρμονίσεως μέχρι σήμερα (16).
30 Επομένως, με την οδηγία ο κοινοτικός νομοθέτης επεδίωξε, τελικώς, τη «μερική εναρμόνιση» (17), ή άλλως τη «σταδιακή εναρμόνιση» (18) των εθνικών διατάξεων περί προστασίας των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη. Με άλλα λόγια η οδηγία αποτελεί το πρώτο βήμα στην εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών στον τομέα αυτό.
31 Η επιλογή αυτή του κοινοτικού νομοθέτη για μια μερική ή κατά στάδια εναρμόνιση, επιβεβαιώνεται και από τις διατάξεις του κειμένου της οδηγίας, ως προς δύο βασικά σημεία, ήτοι τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας και την έκταση της προστασίας των μισθωτών, δηλαδή το περιεχόμενο της εγγυήσεως.
Επί του περιεχομένου της εγγυήσεως
32 Αρχίζοντας από το δεύτερο, παρατηρείται ότι το Συμβούλιο ανέτρεψε την ισορροπία του κειμένου της προτάσεως της Επιτροπής. ςΕτσι, αντί μιας αυξημένης εγγυήσεως μέσω ενός ταμείου που θα χρηματοδοτούσαν και οι ίδιοι οι μισθωτοί (ή κατά κύριο λόγο οι ίδιοι) επελέγη μία περιορισμένη εγγύηση μέσω ενός οργανισμού, η χρηματοδότηση του οποίου ανατέθηκε από κοινού στους εργοδότες και τα κράτη μέλη.
33 Ενόψει, προφανώς, του οικονομικού βάρους που συνεπάγεται η σύσταση και η λειτουργία παρόμοιων οργανισμών για τους εργοδότες και τα κράτη, δόθηκε η δυνατότητα στα τελευταία, κατ' εκτίμηση των εσωτερικών οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών, να θεσπίσουν ουσιώδεις περιορισμούς στην έκταση της εγγυήσεως. ςΕτσι, τα κράτη μέλη δύνανται, α) να επιλέξουν μία ημερομηνία πριν από την οποία θα διασφαλίζονται οι ανεξόφλητες απαιτήσεις των εργαζομένων (άρθρο 3 της οδηγίας), β) να θεσπίσουν περίοδο αναφοράς, με βάση την επιλεγείσα ημερομηνία, ορίζοντας ότι θα ικανοποιείται ορισμένο τμήμα των ανεξοφλήτων απαιτήσεων που εμπίπτει στην περίοδο αυτή (άρθρο 4, παράγραφος 2), και γ) να επιβάλουν ανώτατο όριο στη ήδη περιορισμένη, κατά τα ανωτέρω, εγγύηση, εφόσον το ύψος της τελευταίας δεν θα εδικαιολογείτο από την κοινωνική σκοπιμότητα της οδηγίας (άρθρο 4, παράγραφος 3) παραφυλασσομένης, βεβαίως, της ευχέρειας των κρατών μελών να θεσπίσουν ευνοϋκότερα μέτρα για τους μισθωτούς (άρθρο 9 της οδηγίας).
34 Πρόκειται, επομένως, για μια «ελάχιστη κοινοτική προστασία» την οποία η οδηγία σκοπεί να εξασφαλίσει στους μισθωτούς, όπως επανειλημμένως τόνισε το Δικαστήριο (19).
Επί του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας
35 Η μερική ή κατά στάδια εναρμόνιση που επιδιώκει η οδηγία, ωστόσο, καθίσταται ακόμη εναργέστερη εάν αποβλέψει κανείς στον τρόπο προσδιορισμού του πεδίου εφαρμογής της. Το προσωπικό και, όπως θα φανεί από την ανάπτυξη που θα ακολουθήσει το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, το οποίο ενδιαφέρει κυρίως στην προκειμένη περίπτωση, καθορίζεται ατελώς στην οδηγία, διά παραπομπής, άμεσης ή έμμεσης, στις εθνικές διατάξεις εκάστου κράτους μέλους.
36 Το προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, δηλαδή ο κύκλος των δικαιούχων της εγγυήσεως, οριοθετείται στα άρθρα 1 και 2. Ειδικότερα, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προμνησθείσα (υποσημείωση 19) απόφαση Francovich I: «ηΟσον αφορά (...) τον καθορισμό των δικαιούχων της εγγυήσεως πρέπει να παρατηρηθεί ότι, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, η οδηγία εφαρμόζεται στις απαιτήσεις των μισθωτών από συμβάσεις ή από σχέσεις εργασίας κατά εργοδοτών σε κατάσταση αφερεγγυότητας κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, διατάξεως που προσδιορίζει τις περιπτώσεις στις οποίες ένας εργοδότης πρέπει να θεωρείται ότι βρίσκεται σε κατάσταση αφερεγγυότητας. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, παραπέμπει στο εθνικό δίκαιο για τον καθορισμό των εννοιών "μισθωτός" και "εργοδότης". Τέλος η παράγραφος 2 του άρθρου 1 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν, κατ' εξαίρεση και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων που απαριθμούνται στο παράρτημα της οδηγίας.» (20)
37 Με την επόμενη σκέψη, το Δικαστήριο προσδιόρισε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο εθνικός δικαστής θα υπαγάγει συγκεκριμένο πρόσωπο στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Ειδικότερα, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, για να εξακριβωθεί αν ένα πρόσωπο πρέπει να θεωρηθεί ως δικαιούχος βάσει της οδηγίας, ο εθνικός δικαστής πρέπει να εξακριβώσει αφενός, αν ο ενδιαφερόμενος έχει την ιδιότητα του μισθωτού δυνάμει του εθνικού δικαίου και αν δεν αποκλείεται, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, και το παράρτημά της, από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, κατόπιν δε, αφετέρου αν συντρέχει περίπτωση καταστάσεως αφερεγγυότητας κατά το άρθρο 2 της οδηγίας (21).
38 Η πρώτη από τις προϋποθέσεις αυτές διευκρινίσθηκε περαιτέρω με την απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1993, Wagner Miret (22). Στην περίπτωση εκείνη, ισπανικό δικαστήριο ερώτησε αν διευθυντικό στέλεχος επιχειρήσεως, μη θεωρούμενο ως μισθωτός και συνεπώς αποκλειόμενο της εγγυήσεως βάσει των διατάξεων περί οργανισμού εγγυήσεως, υπήγετο στην οδηγία σε περίπτωση που εθεωρείτο μισθωτός κατά τις γενικές διατάξεις του εθνικού δικαίου (23).
Το Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε ότι:
«(...) σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας, ο ορισμός της εννοίας "μισθωτός" εμπίπτει στο εθνικό δίκαιο» (σκέψη 11),
διέλαβε περαιτέρω ότι:
«Συνεπώς, σκοπός της οδηγίας περί της αφερεγγυότητας των εργοδοτών είναι να έχει εφαρμογή σε όλες τις κατηγορίες εργαζομένων τους οποίους το εθνικό δίκαιο κράτους μέλους χαρακτηρίζει ως μισθωτούς, εκτός από τις κατηγορίες που απαριθμούνται στο παράρτημά της.» (σκέψη 12)
Με τις σκέψεις αυτές το Δικαστήριο, απήντησε στο αιτούν δικαστήριο ότι:
«(...) τα διευθυντικά στελέχη δεν μπορούν να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ (...) εφόσον το εθνικό δίκαιο τους χαρακτηρίζει ως μισθωτούς και δεν περιλαμβάνονται στο τμήμα Ι του παραρτήματος της οδηγίας.» (σκέψη 14)
39 Ωστόσο, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα (ανωτέρω, σημείο 38) σκέψη 14 της αποφάσεως Francovich I, η διαπίστωση αυτή δεν αρκεί για να θεωρηθεί κάποιος δικαιούχος της εγγυήσεως. ςΟπως είχα ήδη την ευκαιρία να παρατηρήσω (24) η κρίση αυτή αποτελεί το πρώτο βήμα για την υπαγωγή του ενδιαφερομένου στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας εκ μέρους του εθνικού δικαστή. Για την ολοκλήρωση του συλλογισμού του, ο τελευταίος θα πρέπει να αποβλέψει και στην πλευρά του εργοδότη. ηΕτσι, δεδομένου ότι «το άρθρο 2, παράγραφος 2 (της οδηγίας) παραπέμπει στο εθνικό δίκαιο για τον καθορισμό των εννοιών "μισθωτός" και "εργοδότης"» (25), ο εθνικός δικαστής θα πρέπει να εξακριβώσει, περαιτέρω, πρώτον, εάν ο συγκεκριμένος εργοδότης θεωρείται ως «εργοδότης» κατά το εθνικό δίκαιο και δεύτερον, αν ο ενλόγω εργοδότης ευρίσκεται σε κατάσταση αφερεγγυότητας κατά την έννοια της οδηγίας.
40 Ως προς την τελευταία αυτή προϋπόθεση, το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας το άρθρο 2 της οδηγίας έκρινε ότι:
«Από τη διατύπωση της τελευταίας αυτής διατάξεως προκύπτει ότι, για να θεωρηθεί ότι ένας εργοδότης τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας, είναι αναγκαίο πρώτον, οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις του οικείου κράτους μέλους να προβλέπουν διαδικασία στρεφόμενη κατά της περιουσίας του εργοδότη και αποβλέπουσα στη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του· δεύτερον, να επιτρέπεται, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, να λαμβάνονται υπόψη οι απαιτήσεις των μισθωτών που απορρέουν από συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας· τρίτον, να έχει ζητηθεί η κίνηση της διαδικασίας, και τέταρτον, η αρμόδια αρχή, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες εθνικές διατάξεις, να έχει αποφασίσει την κίνηση της διαδικασίας ή να έχει διαπιστώσει ότι η επιχείρηση ή η εγκατάσταση του εργοδότη έκλεισε οριστικά και ότι η ανεπάρκεια των διαθεσίμων στοιχείων του ενεργητικού δεν δικαιολογεί την κίνηση της διαδικασίας.
Φαίνεται, επομένως, ότι ο κοινοτικός νομοθέτης περιόρισε ρητά το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας κατά τρόπον ώστε να μη μπορούν να επικαλεστούν τα δικαιώματα που θεσπίζει η οδηγία μισθωτοί οι οποίοι συνδέονται με σύμβαση ή με σχέση εργασίας με εργοδότη ο οποίος, σύμφωνα με τις ισχύουσες στο οικείο κράτος μέλος διατάξεις, δεν μπορεί να υπαχθεί σε διαδικασία συλλογικής ικανοποιήσεως των πιστωτών. Πράγματι, ένας τέτοιος εργοδότης δεν μπορεί να περιέλθει σε "κατάσταση αφερεγγυότητας" υπό την ειδική έννοια που έχει ο όρος αυτός στην οδηγία.» (26)
41 Ενόψει τούτων, το Δικαστήριο απέκρουσε ισχυρισμό προβληθέντα, μεταξύ άλλων, και από την Επιτροπή, σύμφωνα με τον οποίο η οδηγία σκοπεί στην προστασία όλων ανεξαιρέτως των μισθωτών, πλην εκείνων που μνημονεύονται στο παράρτημα της οδηγίας (27). Ειδικότερα, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
«Η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 2 της οδηγίας, μολονότι μπορεί να έχει ως συνέπεια ότι η ρυθμιζόμενη με την οδηγία προστασία διαφέρει από ένα κράτος μέλος σε άλλο λόγω των διαφορετικών εθνικών συστημάτων συλλογικής ικανοποιήσεως των πιστωτών, δεν μπορεί να αναιρεθεί από επιχειρήματα αντλούμενα από το σκοπό που διακηρύσσεται με την πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας. Συγκεκριμένα, μολονότι ο κοινοτικός νομοθέτης θεώρησε γενικώς ότι, αφενός, ήταν αναγκαία η θέσπιση διατάξεων για την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, αφετέρου, περιόρισε το συγκεκριμένο στόχο της δράσεώς του στη μείωση των διαφορών που υπήρχαν μεταξύ κρατών μελών ως προς την προστασία των μισθωτών σ' αυτόν τον τομέα. Επομένως, αυτή η γραμματική ερμηνεία συμφωνεί προς τη μερική εναρμόνιση που επιδιώκεται με την οδηγία.» (28)
Με τις σκέψεις δε αυτές, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«(...) η οδηγία πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι έχει εφαρμογή σε όλους τους μισθωτούς, με εξαίρεση τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο παράρτημά της, των οποίων οι εργοδότες, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο στο οποίο υπάγονται μπορούν να υπόκεινται σε διαδικασία στρεφόμενη κατά της περιουσίας τους και αποβλέπουσα στη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών τους.» (29)
42 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, πρώτον, ότι δεν υπάρχει κοινοτική έννοια του «εργοδότη» και του «μισθωτού» συναγόμενη από την οδηγία και δυνάμενη να εφαρμοσθεί ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη. Ο προσδιορισμός των εννοιών αυτών επαφίεται ρητώς στα κράτη μέλη. Για την εφαρμογή της οδηγίας οι έννοιες αυτές λαμβάνονται ως έχουν σε κάθε εθνικό δίκαιο (30).
Δεύτερον, ότι σκοπός της οδηγίας δεν είναι να προστατεύσει όλους ανεξαιρέτως τους μισθωτούς, όπως εσφαλμένως φαίνεται να υπολαμβάνουν τα μέρη, αλλά μόνον τους μισθωτούς οι οποίοι α) θεωρούνται μισθωτοί κατά το εθνικό δίκαιο και β) δεν εξαιρούνται ρητώς της οδηγίας, και οι οποίοι, επιπλέον, συνδέονται με εργοδότες οι οποίοι γ) θεωρούνται ως εργοδότες κατά το εθνικό δίκαιο και δ) ευρίσκονται σε κατάσταση αφερεγγυότητας κατά την έννοια της οδηγίας.
Τρίτον, ότι δεν δύναται να διαγνωσθεί, με βάση μόνες τις διατάξεις της οδηγίας, αν ένας ενδιαφερόμενος υπάγεται ή όχι στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Ο εθνικός δικαστής θα προβεί στην κρίση αυτή στα πλαίσια του εθνικού του δικαίου.
Επί της υποχρεώσεως των οργανισμών εγγυήσεως προς πληρωμή
43 Το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος εργαζόμενος υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αρκεί, άραγε, για να λάβει αυτός την εγγύηση, στρεφόμενος κατά του οργανισμού εγγυήσεως ή, έστω, κατά του κράτους μέλους;
44 Η απάντηση είναι αρνητική. Προς τούτο, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, θα πρέπει η οδηγία τουλάχιστον να έχει μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο.
Πράγματι, όπως έκρινε το Δικαστήριο, με την απόφαση Francovich I,
«Από το γράμμα την οδηγίας προκύπτει ότι το κράτος μέλος είναι υποχρωμένο να οργανώσει ολόκληρο κατάλληλο θεσμικό σύστημα εγγυήσεως. (...) το γεγονός (...) ότι η οδηγία προβλέπει ως δυνατότητα, μεταξύ άλλων, τη χρηματοδότηση του συστήματος αυτού εξ ολοκλήρου από τις δημόσιες αρχές δεν μπορεί να σημαίνει ότι το κράτος μπορεί να χαρακτηριστεί ως "οφειλέτης" των ανεξοφλήτων απαιτήσεων» (31),
και περαιτέρω,
«Από αυτό προκύπτει ότι, ακόμη και αν οι οικείες διατάξεις της οδηγίας είναι επαρκώς ακριβείς και ανεπιφύλακτες ως προς τον καθορισμό των δικαιούχων της εγγυήσεως και το περιεχόμενό της, τα στοιχεία αυτά δεν επαρκούν ώστε να μπορούν οι ιδιώτες να επικαλεστούν τις διατάξεις αυτές ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Οι διατάξεις αυτές δεν καθορίζουν, αφενός, την ιδιότητα του οφειλέτη της εγγυήσεως και, αφετέρου, το κράτος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως "οφειλέτης" μόνο επειδή δεν θέσπισε εμπροθέσμως τα μέτρα μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.» (32)
45 Μετά τις σκέψεις αυτές το Δικαστήριο έκρινε ότι, σε περίπτωση μη μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, ο εξ αυτού του λόγου βλαπτόμενος μισθωτός έχει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, δικαίωμα αποζημιώσεως κατά του κράτους λόγω μη μεταφοράς της οδηγίας (σκέψη 38 και επ. της ιδίας αποφάσεως).
46 Ερωτάται ήδη, περαιτέρω: σε περίπτωση που η οδηγία έχει μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο και έχει συσταθεί ο αρμόδιος οργανισμός εγγυήσεως, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αξιώσει από τον οργανισμό αυτόν την καταβολή της εγγυήσεως; Με άλλα λόγια, ανακύπτει υποχρέωση του οργανισμού προς καταβολή της εγγυήσεως με βάση τις διατάξεις της οδηγίας;
47 Παρατηρείται συναφώς ότι, στην προαναφερθείσα (ανωτέρω σημείο 38) υπόθεση Wagner Miret, το ισπανικό δικαστήριο έθεσε το ζήτημα, αν ο ενδιαφερόμενος μπορεί, βάσει της οδηγίας, να στραφεί απευθείας κατά του εθνικού οργανισμού εγγυήσεως ή, έστω, να ζητήσει αποζημίωση από το κράτος σε περίπτωση που θεωρείται μεν μισθωτός κατά το εθνικό δίκαιο, αλλά όχι κατά τις διατάξεις που διέπουν τον οργανισμό εγγυήσεως.
Το Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε την ευχέρεια εκτιμήσεως των κρατών μελών ως προς την οργάνωση εν γένει των οργανισμών εγγυήσεως, και ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, αφήνει στα κράτη μέλη τη μέριμνα για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων προκειμένου οι οργανισμοί εγγυήσεως να εξασφαλίζουν την εξόφληση των εκκρεμών απαιτήσεων των μισθωτών (33) έκρινε τελικώς ότι:
«(...) α) τα διευθυντικά στελέχη δεν έχουν, βάσει της οδηγίας 80/987, το δικαίωμα να ζητούν την καταβολή των οφειλομένων μισθών από τον οργανισμό εγγυήσεως που έχει συσταθεί από το εθνικό δίκαιο για τις άλλες κατηγορίες μισθωτών και β) στην περίπτωση που το εθνικό δίκαιο, έστω και ερμηνευόμενο υπό το φως της εν λόγω οδηγίας, δεν καθιστά δυνατή την εξασφάλιση για το διευθυντικό προσωπικό του ευεργετήματος των εγγυήσεων που προβλέπει η οδηγία αυτή, τα διευθυντικά στελέχη έχουν δικαίωμα να ζητούν από το οικείο κράτος μέλος την αποκατάσταση των ζημιών που υπέστησαν λόγω της μη εκτελέσεως της οδηγίας ως προς αυτούς» (σκέψη 23) (34).
48 Τόσο στην υπόθεση Wagner Miret, όσο και στις υποθέσεις Francovich I και II, επρόκειτο περί απαιτήσεων μισθωτών οι οποίοι, όπως και οι εργοδότες τους, υπήγοντο στη δικαιοδοσία του ίδιου κράτους μέλους. Από τις αντίστοιχες αποφάσεις του Δικαστηρίου, και ιδίως από την απόφαση Wagner Miret, συνάγεται ότι η οδηγία δεν καθορίζει η ίδια, αλλά επιβάλλει στα κράτη μέλη να καθορίσουν τις υποχρεώσεις των οργανισμών εγγυήσεως, μέσω των μέτρων μεταφοράς. Επομένως, δεν μπορεί να διαγνωσθεί, με βάση μόνες τις διατάξεις της οδηγίας, αν και κατά πόσον ένας εθνικός οργανισμός εγγυήσεως υποχρεούται να εξασφαλίσει την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων, είτε ορισμένης κατηγορίας είτε συγκεκριμένων μισθωτών. Οι τελευταίοι, ακόμη και αν υπάγονται αντικειμενικά στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, δεν μπορούν να επικαλεσθούν τις διατάξεις της για να υποχρεώσουν έναν οργανισμό να τους καταβάλει την εγγύηση, εφόσον τούτο δεν προβλέπεται από τα μέτρα μεταφοράς, αλλά έχουν δικαίωμα, σε περίπτωση κακής μεταφοράς, να ζητήσουν αποζημίωση από το κράτος μέλος.
49 Επομένως, εφόσον δεν μπορεί να διαγνωσθεί, βάσει μόνης της οδηγίας, αν ένας οργανισμός (ας υποθέσουμε συνεστημένος) υποχρεούται να καταβάλει την εγγύηση όταν εργοδότης και μισθωτός υπάγονται στη δικαιοδοσία του ίδιου κράτους, κατά μείζονα λόγο δεν μπορεί να διαγνωσθεί αν ο οργανισμός υποχρεούται να διασφαλίσει την εγγύηση όταν στη δικαιοδοσία του κράτους υπάγεται μόνον ο εργοδότης ή μόνον ο μισθωτός. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατή και η διάγνωση, σε περίπτωση που εργοδότης και μισθωτός υπάγονται στη δικαιοδοσία διαφορετικών κρατών μελών, όπως φαίνεται να συμβαίνει εν προκειμένω, ποιος από τους αντίστοιχους οργανισμούς υποχρεούται να διασφαλίσει την εγγύηση που προβλέπεται στην οδηγία.
50 Σύμφωνα με τα ανωτέρω, αν το προδικαστικό ερώτημα ερμηνευόταν κατά γράμμα, θα έπρεπε να δοθεί μια απάντηση όπως «σε μία περίπτωση όπως αυτή στην κύρια δίκη, την απαίτηση του μισθωτού υποχρεούται να διασφαλίσει ο οργανισμός εγγυήσεως του κράτους μέλους ο οποίος έχει τη σχετική υποχρέωση βάσει της εθνικής νομοθεσίας».
51 Είναι προφανές ότι παρόμοια απάντηση ούτε χρήσιμη θα ήταν στο εθνικό δικαστήριο, ούτε ικανοποιητική, αφού θα προκαλούσε αμέσως νέο ερώτημα, δηλαδή «σε περίπτωση που κανένας οργανισμός δεν έχει σχετική αρμοδιότητα, ποιο κράτος μέλος όφειλε, εφαρμόζοντας ορθά την οδηγία, να διασφαλίσει μια ανεξόφλητη απαίτηση υπό συνθήκες όπως αυτές της κύριας δίκης;» Επομένως, αυτό που ερωτά κατ' ουσίαν το παραπέμπον δικαστήριο είναι το εξής: «σε μια περίπτωση, όπως αυτή στην κύρια δίκη, κατά την οποία ο μεν εργοδότης είναι εγκατεστημένος και κηρύχθηκε αφερέγγυος σε ένα κράτος μέλος, ενώ ο μισθωτός διαμένει και παρέχει την εργασία του σε άλλο κράτος μέλος, η οδηγία επιβάλλει σε κάποιο από τα δύο κράτη μέλη να διασφαλίσουν, μέσω των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας, τις ανεξόφλητες απαιτήσεις του μισθωτού, και ποιο είναι το κράτος αυτό;» (35)
52 ύΕτσι τιθέμενο το ερώτημα, αν το ερμηνεύω σωστά, θέτει το ζήτημα του εδαφικού πεδίου εφαρμογής της οδηγίας.
Θεωρώ ότι από τις διατάξεις της οδηγίας σε συνδυασμό προς το σκοπό της, συνάγεται ότι το εδαφικό της πεδίο ταυτίζεται με τα όρια της δικαιοδοσίας εκάστου κράτους μέλους. Η οδηγία δηλαδή, απευθύνεται σε κάθε κράτος μέλος και του επιβάλλει να διασφαλίσει, μέσω των προς τούτο οργανισμών εγγυήσεως, τις ανεξόφλητες απαιτήσεις μισθωτών έναντι αφερεγγύων εργοδοτών εφόσον και οι δύο υπάγονται στη δικαιοδοσία του κράτους μέλους (36). Το πέραν τούτου δεν επιβάλλεται ως υποχρέωση, αλλά επιτρέπεται από την οδηγία, ως ευνοϋκότερο για τους μισθωτούς μέτρο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 9 αυτής.
53 Πρέπει να υπομνησθεί, καταρχάς, ότι από το προοίμιο της οδηγίας απαλείφθηκε η μνεία στην «προϋούσα διεθνοποίηση των σχέσεων εργασίας», που υπήρχε στο προοίμιο της προτάσεως της Επιτροπής, ενώ εξάλλου δεν υιοθετήθηκε η διατύπωση του πρώτου άρθρου της προτάσεως, που ελάμβανε υπόψη, για τον προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας, το αν η επιχείρηση του εργοδότη «κείται εντός του κατά τόπον πεδίου εφαρμογής της Κοινότητας» (37). Αν από τη διατύπωση αυτή συνάγεται πράγματι το συμπέρασμα ότι η πρόταση φιλοδοξούσε να καλύψει και απαιτήσεις που γεννώνται από εργασιακές σχέσεις που έχουν διεθνή χαρακτήρα, όπως υποστήριζα στο σημείο 26 των προτάσεών μου, τότε η απάλειψη ή η αλλαγή των σχετικών σημείων δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης εγκατέλειψε τη φιλοδοξία αυτή.
54 Πρέπει να παρατηρηθεί, δεύτερον, ότι στα άρθρα 1 και 2 της οδηγίας, το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της (ανεξόφλητες απαιτήσεις μισθωτών κ.λπ.) καθορίζεται σε συνάρτηση με το προσωπικό πεδίο εφαρμογής αυτής. Για να εξακριβωθεί δε αν ένας μισθωτός υπάγεται στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής, ο εθνικός δικαστής θα πρέπει να εξακριβώσει, κατά τα εκτεθέντα, αφενός μεν αν ο μισθωτός θεωρείται ως τέτοιος κατά το εθνικό δίκαιο και αν δεν εμπίπτει σε κατηγορίες αποκλειόμενες στο παράρτημα της οδηγίας, αφετέρου δε αν υπάρχει εργοδότης κατά το εθνικό δίκαιο και αν αυτός ευρίσκεται σε κατάσταση αφερεγγυότητας κατά την έννοια της οδηγίας (38). Εφόσον και οι δύο κρίσεις πρέπει να γίνουν βάσει του ίδιου εθνικού δικαίου, είναι λογικό να συμπεράνει κανείς ότι ο κοινοτικός νομοθέτης απέβλεψε σε μισθωτούς και εργοδότες υπαγομένους στο ίδιο εθνικό δίκαιο.
55 Σημειώνεται, τρίτον, ότι η ευχέρεια των κρατών μελών, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 10 της οδηγίας, να περιορίζουν κατά ποικίλους τρόπους την υποχρέωση πληρωμής των οργανισμών εγγυήσεως, προϋποθέτει εκτίμηση οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών που επικρατούν, και εργασιακών σχέσεων που αναπτύσσονται, κατ' αρχήν, εντός του ίδιου κράτους. Εάν η οδηγία σκόπευε να υποχρεώσει τα κράτη μέλη να καλύψουν και απαιτήσεις που γεννώνται από εργασιακές σχέσεις που παρουσιάζουν στοιχεία διακρατικότητας, θα όριζε ασφαλώς ένα σύστημα συντονισμού των σχετικών διατάξεων των κρατών μελών, και ειδικότερα ένα σύστημα προσαρμογής της καταβλητέας εγγυήσεως σύμφωνα με τις συνθήκες του τόπου όπου πρόκειται να καταβληθεί αυτή.
56 Τέταρτον, ο τρόπος χρηματοδοτήσεως των οργανισμών εγγυήσεως, κατά το άρθρο 5, οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κοινοτικός νομοθέτης απέβλεψε σε οικονομικώς ισορροπημένους οργανισμούς, δηλαδή σε μια ισορροπία μεταξύ πόρων και δαπανών, ώστε αυτοί να είναι σε θέση να αντεπεξέρχονται στις υποχρεώσεις τους. Μεταξύ των πόρων περιλαμβάνεται και η χρηματοδότηση από τους εργοδότες ή/και το κράτος μέλος, η κύρια δε δαπάνη και υποχρέωση είναι η καταβολή της εγγυήσεως στους μισθωτούς. Εξάλλου, η οικονομική ισορροπία κάθε τέτοιου συστήματος συναρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη δυνατότητα προβλέψεως, κατά χρόνο και κατά ποσόν, των δαπανών και των πόρων και, βεβαίως, πραγματοποιήσεως των τελευταίων. Είναι φανερό ότι παρόμοια ισορροπία μόνο στα πλαίσια του ίδιου εθνικού δικαίου μπορεί να επιτευχθεί. Πράγματι, ελλείψει ρητών διατάξεων της οδηγίας, σε μια περίπτωση όπως η κρινόμενη, ούτε οι υπαγόμενοι στη δικαιοδοσία άλλου κράτους εργοδότες μπορούν να υποχρεωθούν να συνεισφέρουν στη χρηματοδότηση του οργανισμού εγγυήσεως του κράτους στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται ο εργαζόμενος ούτε ο οργανισμός του πρώτου κράτους μπορεί να υποχρεωθεί να αντιμετωπίσει απαιτήσεις εργαζομένων, υπαγομένων στη δικαιοδοσία άλλου κράτους, τις οποίες δεν είχε προβλέψει.
Επιχείρημα υπέρ της αντίθετης απόψεως δεν μπορεί να συναχθεί από τη διατύπωση του άρθρου 5, περίπτωση γγ, της οδηγίας, διότι η διάταξη αυτή, κατά την ορθή έννοιά της, αποσυνδέει την υποχρέωση προς πληρωμή των οργανισμών εγγυήσεως από την καταβολή εν τοις πράγμασι των οφειλομένων εισφορών των εργοδοτών, και δεν αναφέρεται στη νομική υποχρέωση του εργοδότη να συμβάλλει στη χρηματοδότηση των οργανισμών, την οποία επιβάλλει το κράτος.
57 Τέλος, θα πρέπει να επισημανθούν τα άρθρα 6 έως 8 της οδηγίας, που ευρίσκονται στο τμήμα ΙΙΙ, επιγραφόμενο «Διατάξεις σχετικές με την κοινωνική ασφάλιση». Τα άρθρα αυτά συνδέουν την υποχρέωση προς πληρωμή των οργανισμών εγγυήσεως με τα εθνικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως ή προνοίας. Επομένως, επιβάλλουν ένα συντονισμό μεταξύ οργανισμών εγγυήσεως και εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως που μόνο στα πλαίσια του εθνικού δικαίου ενός κράτους μέλους είναι εφικτός. Από το άρθρο 6, π.χ., συνάγεται ότι η σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 5 της οδηγίας υποχρέωση των οργανισμών εγγυήσεως προς πληρωμή περιλαμβάνει, κατ' αρχήν, και τις εισφορές των εργαζομένων που οφείλονται στα εθνικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως ή προνοίας. Τούτο προϋποθέτει, λογικώς, εργοδότες και μισθωτούς υπαγομένους στο ίδιο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και στον ίδιο οργανισμό εγγυήσεως. Περαιτέρω, οργανισμό εγγυήσεως και ασφαλιστικό σύστημα εντός της δικαιοδοσίας του ίδιου κράτους μέλους και επομένως εργοδότες και μισθωτούς υπαγομένους στη δικαιοδοσία του αυτού κράτους μέλους.
58 Από όσα προεκτέθηκαν προκύπτει, νομίζω, ότι το εδαφικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας συμπίπτει με τα όρια της δικαιοδοσίας κάθε κράτους μέλους. Η λύση αυτή είναι σύμφωνη τόσο με το γράμμα όσο και με το σκοπό της οδηγίας, η οποία περιορίσθηκε σε μερική μόνο εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη.
Η υιοθέτηση αντίθετης λύσεως, και δη της μιας ή της άλλης από τις προταθείσες, έστω και προσαρμοσμένης στην αληθή έννοια του προδικαστικού ερωτήματος, προϋποθέτει συντονισμό των διατάξεων του πτωχευτικού, του εργατικού και του κοινωνικοασφαλιστικού δικαίου των κρατών μελών, για να μην αναφέρω και το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, που είναι απολύτως ξένη προς τους σκοπούς της οδηγίας.
59 Τη λύση αυτή, εξάλλου, έχει δεχθεί το Δικαστήριο και σε σχέση με άλλες οδηγίες προσεγγίσεως εθνικών νομοθεσιών.
Ερμηνεύοντας την έκτη οδηγία του Συμβουλίου περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τους φόρους κύκλου εργασιών (39), το Δικαστήριο έκρινε ότι «(...) το εδαφικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας συμπίπτει για κάθε κράτος μέλος με το πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας του περί φόρου προστιθεμένης αξίας» (40), η οδηγία όμως «σε καμία περίπτωση δεν περιορίζει την ελευθερία που διαθέτουν τα κράτη μέλη να επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής της φορολογικής τους νομοθεσίας πέραν των κατά κυριολεξία εθνικών τους ορίων, εφόσον δεν αντιποιούνται τις αρμοδιότητες άλλων κρατών» (41).
ηΕτσι, η οδηγία υποχρεώνει μεν τα κράτη μέλη να επιβάλλουν σε φορολογία υπηρεσίες που παρέχονται εντός των εδαφικών τους ορίων, όχι όμως και υπηρεσίες παρεχόμενες επί πλοίου σε διεθνή ύδατα, έστω και αν το πλοίο συνδέει δύο σημεία του εθνικού εδάφους (42), χωρίς όμως τούτο και να απαγορεύεται (43).
Ομοίως, το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας την οδηγία 77/143 (44), έκρινε ότι η οδηγία στηρίζεται στην υπόθεση ότι κάθε κράτος μέλος μπορεί να ασκεί άμεση εποπτεία μόνον επί των σταθμών ελέγχου που ευρίσκονται στο δικό του έδαφος και ότι, ενόψει της μερικής μόνον εναρμονίσεως των κριτηρίων ελέγχου, υποχρεούται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να αναγνωρίζει ορισμένα πιστοποιητικά ελέγχου άλλων κρατών μελών (45).
60 Θα πρέπει να σημειωθεί, τέλος, ότι η οδηγία ρυθμίζει ειδικό θέμα, και επομένως δεν μπορεί να ερμηνευθεί αναλογικώς, υπό το φως άλλων ειδικών διατάξεων, όπως τα κείμενα που επικαλούνται η ενάγουσα στην κύρια δίκη και η Γερμανική Κυβέρνηση. ηΑλλωστε, τα κείμενα αυτά είναι παλαιότερα της οδηγίας, και αν επιθυμούσε ο κοινοτικός νομοθέτης την παραπομπή σε αυτά, θα το όριζε ρητώς στην οδηγία. Επιπλέον, οι υποχρεώσεις που επιβάλλει στα κράτη μέλη η οδηγία είναι αναγκαστικού δικαίου και δεν μπορούν να επηρεασθούν από το περιεχόμενο ιδιωτικών συμβάσεων, όπως η σύμβαση εργασίας που επικαλείται η ενάγουσα στην κύρια δίκη.
61 Ας εξετάσουμε τώρα τις συνέπειες της λύσεως που σας πρότεινα στην προκειμένη περίπτωση. Σύμφωνα με τη λύση αυτή, κάθε κράτος μέλος οφείλει να εξασφαλίσει την εγγύηση σε όλους τους υπαγομένους στη δικαιοδοσία του μισθωτούς, εφόσον αυτοί υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Δεν υποχρεούται, αλλά δεν κωλύεται από την οδηγία, να εξασφαλίζει την εγγύηση σε ευρύτερες κατηγορίες μισθωτών, πέρα των αυστηρώς υπαγομένων στη δικαιοδοσία του. Ο εθνικός δικαστής εκάστου κράτους μέλους, συντρεχούσης περιπτώσεως, θα εξακριβώσει αν ο ενδιαφερόμενος συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις υπαγωγής στην οδηγία από την ανωτέρω άποψη.
Σε καταφατική περίπτωση θα ερευνήσει, περαιτέρω, αν ο οικείος οργανισμός του εξασφαλίζει την οφειλομένη εγγύηση. Εάν οι διατάξεις του οικείου οργανισμού δεν προβλέπουν την καταβολή εγγυήσεως, ο μισθωτός έχει δικαίωμα αποζημιώσεως (46).
62 Η διάταξη της παραπομπής δεν διευκρινίζει σαφώς εάν η Mosbζk υπάγεται στη δικαιοδοσία του δανικού δικαίου και αν θεωρείται ως «μισθωτή» κατά το δίκαιο αυτό. Από το περιεχόμενο της διατάξεως, ωστόσο, σε συνδυασμό προς όσα εξέθεσε με τις γραπτές παρατηρήσεις του και ανάπτυξε κατά την προφορική διαδικασία ο εκπρόσωπος του δανικού οργανισμού, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν, φαίνεται να προκύπτει ότι η εταιρεία Colorgen, εργοδότρια της ενάγουσας, δεν υπάγεται καθ' οιονδήποτε τρόπο στο δανικό δίκαιο, και επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «εργοδότης» κατά το δίκαιο αυτό. Εάν αυτό συμβαίνει, η Δανία, μη προβλέποντας ικανοποίηση της απαιτήσεως της Mosbζk, μέσω του δανικού οργανισμού εγγυήσεως, ουδόλως δύναται να θεωρηθεί ότι παρεβίασε την οδηγία. Συνεπώς, η ενάγουσα ούτε εγγυήσεως ούτε αποζημιώσεως δικαιούται στα πλαίσια του δανικού δικαίου.
63 Από την άλλη πλευρά η Βρετανική Κυβέρνηση με τις γραπτές παρατηρήσεις της και κατά την προφορική συζήτηση, βεβαίωσε ότι η ενάγουσα δικαιούται της εγγυήσεως σύμφωνα με το βρετανικό δίκαιο. Τούτο ουδόλως αντίκειται στην οδηγία.
Δεν γνωρίζω κατά πόσον η βεβαίωση αυτή δεσμεύει τον βρετανικό οργανισμό εγγυήσεως και τα βρετανικά δικαστήρια τα οποία, ενδεχομένως, θα κληθούν να κρίνουν την υπόθεση της ενάγουσας. Εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα αυτό δεν είναι αναγκαίο για την επίλυση της ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου διαφοράς και συνεπώς το Δικαστήριο δεν υπάρχει λόγος να ασχοληθεί με αυτό.
VI - Πρόταση
64 Ενόψει τούτων, προτείνω να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα η εξής απάντηση:
«Οι διατάξεις της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν υποχρεώνουν ένα κράτος μέλος να εξασφαλίσει την εγγύηση που προβλέπει η οδηγία σε έναν μισθωτό, εφόσον ο μισθωτός ή ο εργοδότης δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, ή εφόσον ο εργοδότης ή ο μισθωτός δεν αναγνωρίζεται ως τέτοιος σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
Σε περίπτωση, όπως αυτή στην κύρια δίκη, κατά την οποία ο εργοδότης είναι εγκατεστημένος και κηρύχθηκε αφερέγγυος σε ένα κράτος μέλος, ενώ ο μισθωτός διαμένει και εργάζεται σε άλλο κράτος μέλος, εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια εκάστου των εμπλεκομένων κρατών μελών να κρίνουν εάν υπό τις συνθήκες αυτές ο μισθωτός, στα πλαίσια του αντίστοιχου εθνικού δικαίου, πρέπει να θεωρηθεί ως υπαγόμενος στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.»
(1) - EE ειδ. έκδ. 05/004, σ. 35.
(2) - Σημειώνεται ότι με τις γραπτές παρατηρήσεις της η Βρετανική Κυβέρνηση ανέφερε ότι από σχετική έρευνα δεν προέκυψε πως είχε περιέλθει παρόμοια αίτηση στον βρετανικό οργανισμό. όΟμως, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο εκπρόσωπος της Βρετανικής Κυβερνήσεως δήλωσε ότι η αίτηση της Carina Mosbζk είχε περιέλθει στον βρετανικό οργανισμό λίγες μέρες προηγουμένως.
(3) - Δηλαδή σε περίπτωση που κανένας οργανισμός δεν θα υπεχρεούτο στην καταβολή της εγγυήσεως.
(4) - Δηλαδή σε περίπτωση που περισσότεροι οργανισμοί θα υπεχρεούντο, σύμφωνα με τις οικείες εθνικές διατάξεις, να καταβάλουν την εγγύηση.
(5) - EE L 149 της 5ης Ιουλίου 1971, σ. 2.
(6) - ΕΕ C 135, σ. 2.
(7) - Σημειώνεται ότι το προοίμιο της προτάσεως οδηγίας έγινε δεκτό ως είχε από το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο (βλ. γνώμη του τελευταίου, ΕΕ C 39 της 12ης Φεβρουαρίου 1979). Εξάλλου, όσον αφορά το προοίμιο, δεν διατύπωσε αντιρρήσεις η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή.
(8) - Το Κοινοβούλιο υιοθέτησε και ως προς το σημείο αυτό την πρόταση της Επιτροπής, αλλάζοντας μόνο το ρήμα «κείται» με το ρήμα «ευρίσκεται».
(9) - Ο όρος «παύση πληρωμών» αντικαταστάθηκε, στο κείμενο της οδηγίας, με τον όρο «αφερεγγυότητα».
(10) - Επισημαίνεται η αοριστία της διατυπώσεως όσον αφορά το ζήτημα ποια αρχή και με βάση ποιους κανόνες θα διεπίστωνε ότι άρχισε η σχετική διαδικασία ή θα έκρινε ότι είναι άσκοπο να αρχίσει κ.λπ.
(11) - Το Κοινοβούλιο θεώρησε «ιδιαιτέρως λυπηρό» το γεγονός ότι η Επιτροπή αρκέσθηκε σε κανόνες ελάχιστης προστασίας (σημείο 4 του προοιμίου της αποφάσεώς του), «απολύτως απαράδεκτη» τη μη επέκταση της εγγυήσεως και στις απαιτήσεις που αναφέρονται σε χρόνο μετά την αφερεγγυότητα (σημείο 5) και «τελείως άδικο» τον περιορισμό της εγγυήσεως σε αμοιβές τριών μηνών (σημείο 6), αντιπροτείνοντας εγγύηση έξι μηνών (βλ. προτεινόμενη από το Κοινοβούλιο διατύπωση του άρθρου 4, περίπτωση αα, της προτάσεως οδηγίας).
(12) - Το Κοινοβούλιο, στο σημείο 7 του προοιμίου της αποφάσεώς του, εξέφρασε τη γνώμη ότι «(...) δεν δύναται να τεθεί, σε καμία περίπτωση, θέμα να κληθούν οι εργαζόμενοι να μετάσχουν στη χρηματοδότηση ενός ταμείου εγγυήσεως, που προορίζεται να καλύψη τις απαιτήσεις των οποίων οφειλέτης είναι κατά νόμον ο εργοδότης», και πρότεινε όπως οι εργοδότες αναλάβουν όλες τις δαπάνες των οργανισμών εγγυήσεως, περιλαμβανομένων των διοικητικών (βλ. προτεινόμενη διατύπωση του άρθρου 5, περίπτωση ββ). Το Συμβούλιο έκλινε προς αυτή την άποψη, στο μέτρο που η οδηγία προβλέπει χρηματοδότηση των οργανισμών εγγυήσεως από τους εργοδότες και από τα κράτη μέλη (άρθρο 5, περίπτωση ββ, της οδηγίας).
(13) - Διαπίστωση που είχε κάνει ήδη η Επιτροπή, τονίζοντας μάλιστα την ανυπαρξία σχετικού θεσμικού πλαισίου σε ορισμένα κράτη μέλη (βλ. 5η αιτιολογική σκέψη της προτάσεως οδηγίας).
(14) - Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1995, C-479/93, Francovich κατά Ιταλίας (Συλλογή 1995, σ. Ι-3843, σκέψη 20), στο εξής: Francovich II.
(15) - Το Δικαστήριο, με την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985, 135/83, Abels (Συλλογή 1985, σ. 469), αφού επεσήμανε ότι «(...) η ιδιομορφία του πτωχευτικού δικαίου, που απαντάται σε όλα τα νομικά συστήματα των κρατών μελών, επιβεβαιώνεται και στο κοινοτικό δίκαιο (...) (μεταξύ άλλων) (...) με την έκδοση της οδηγίας 80/987 (...)» (σκέψη 16), τόνισε ακολούθως ότι «οι σχετικοί κανόνες περί των πτωχευτικών και ανάλογων διαδικασιών διαφέρουν κατά πολύ στα διάφορα κράτη μέλη» (σκέψη 17).
(16) - Βλ. σκέψη 28 της προμνησθείσης (υποσημείωση 14) αποφάσεως Francovich II.
(17) - Βλ. τη σκέψη 20 της ιδίας αποφάσεως, κάτωθι σημείο 41.
(18) - Βλ. σκέψη 27 της ιδίας αποφάσεως.
(19) - Βλ. αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 1990, C-53/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1990, σ. Ι-3917, σκέψη 19), της 19ης Νοεμβρίου 1991, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-6/90 και C-9/90, Francovich κ.λπ. κατά Ιταλίας (Συλλογή 1991, σ. Ι-5357, σκέψη 3), στο εξής: Francovich I, της 3ης Δεκεμβρίου 1992, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-140/91, C-141/91, C-278/91 και C-279/91, Suffritti κ.λπ. (Συλλογή 1992, σ. Ι-6337, σκέψη 3).
(20) - Σκέψη 13 της ιδίας αποφάσεως (η υπογράμμιση δική μου).
(21) - Βλ. προμνησθείσες αποφάσεις Francovich I, σκέψη 14, και Francovich II, σκέψη 17 (υποσημείωση 19 και 14 αντιστοίχως).
(22) - Υπόθεση C-334/92 (Συλλογή 1993, σ. Ι-6911).
(23) - Στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα κ. C. O. Lenz επί της υποθέσεως αυτής (υποσημείωση 8) σημειώνεται ότι, από τα στοιχεία που είχε παράσχει το αιτούν δικαστήριο προέκυπτε ότι, στο ισπανικό δίκαιο, τα διευθυντικά στελέχη θεωρούνται μισθωτοί.
(24) - Βλ. προτάσεις μου στην προαναφερθείσα υπόθεση (υποσημείωση 14) Francovich II, σημείο 22.
(25) - Βλ., προαναφερθείσα (ανωτέρω σημείο 36) απόφαση Francovich I, σκέψη 13.
(26) - Βλ. πραναφερθείσα απόφαση Francovich II, σκέψεις 18 και 19.
(27) - Βλ. παρατηρήσεις μου στην προαναφερθείσα υπόθεση Francovich II, σημεία 21 και επ.
(28) - Προμνησθείσα απόφαση Francovich II, σκέψη 20.
(29) - Ιδια απόφαση, σκέψη 21.
(30) - Η τεχνική αυτή είναι συνήθης στο παράγωγο κοινοτικό δίκαιο. Πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1997, C-340/94, De Jaeck (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή), με την οποία κρίθηκε ότι οι όροι «μισθωτός» και «μισθωτή δραστηριότητα» που απαντώνται στον κανονισμό 1408/71, ο οποίος αναφέρεται στην κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων, πρέπει να θεωρηθούν ότι παραπέμπουν στους σχετικούς ορισμούς που δίδουν οι ισχύουσες στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως νομοθεσίες των κρατών μελών και είναι ανεξάρτητη από τη φύση της ασκουμένης δραστηριότητας βάσει του εργατικού δικαίου αυτών (σκέψεις 19 και 23), δεν παραπέμπουν δε στην κοινοτική έννοια του εργαζομένου κατά το άρθρο 48 της Συνθήκης (σκέψεις 24 και επ.). Ερωτάται, στην προκειμένη υπόθεση, αν η οδηγία παραπέμπει σε συγκεκριμένο κλάδο των εθνικών δικαίων για την εξειδίκευση των όρων «εργοδότης» και «μισθωτός». Η οδηγία, βεβαίως, αφορά στην προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη. Επομένως, το δίκαιο της αφερεγγυότητας θα ληφθεί υπόψη. Δεδομένης της ιδιομορφίας των σχετικών διατάξεων, όμως, είναι πιθανότερο το δίκαιο αυτό να μην έχει διαμορφώσει ειδικές έννοιες αλλά να τις δανείζεται από το εργατικό δίκαιο. Σε τέτοια περίπτωση, θα πρέπει ο εθνικός δικαστής να αποβλέψει και στο τελευταίο. Τέλος, η οδηγία, στα άρθρα 6 και 7 περιέχει ρυθμίσεις που αποφέρονται στην κοινωνική ασφάλιση, κύρια ή επικουρική των εργαζομένων. Επομένως και οι σχετικές διατάξεις του δικαίου της κοινωνικής ασφαλίσεως θα πρέπει να ληφθούν υπόψη. Ενόψει τούτων, συμπεραίνω ότι εναπόκειται στον εθνικό δικαστή, ο οποίος έχει εποπτεία των οικείων κλάδων του εθνικού δικαίου, να εξειδικεύσει τις έννοιες «εργοδότης» και «μισθωτός», λαμβανομένων υπόψη των σκοπών της οδηγίας.
(31) - Σκέψη 25.
(32) - Σκέψη 26.
(33) - Σκέψεις 17 έως 19 της προαναφερθείσης αποφάσεως (υποσημείωση 22) Wagner Miret.
(34) - Στις προτάσεις του επί της υποθέσεως, ο γενικός εισαγγελέας κ. C. O. Lenz επεσήμανε ότι, με την απόφαση Francovich I, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι διατάξεις της οδηγίας, παρότι είναι επαρκώς ακριβείς και ανεπιφύλακτες ως προς τον καθορισμό των δικαιούχων και του περιεχομένου της εγγυήσεως, δεν καθορίζουν τον οφειλέτη αυτής, και συνεπώς οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούν να τις επικαλεσθούν ελλείψει μέτρων μεταφοράς της οδηγίας. ςΕθεσε λοιπόν το ερώτημα αν η ύπαρξη οργανισμού εγγυήσεως στην Ισπανία προσέδιδε άμεσο αποτέλεσμα στις διατάξεις της οδηγίας. Κατέληξε σε αρνητικό συμπέρασμα, με τη σκέψη ότι το άμεσο αποτέλεσμα πρέπει να απορρέει από τον ίδιο τον κανόνα, λαμβανομένου υπόψη του νοηματικού του πλαισίου, και όχι από το δίκαιο ενός κράτους μέλους (σημεία 12 έως 16 των προτάσεων). Συμμερίζομαι τη θέση αυτή. Νομίζω, εξάλλου, ότι με την προμνησθείσα απόφασή του Wagner Miret, το Δικαστήριο την επικύρωσε, εμμέσως πλην σαφώς, αφού δεν έκρινε ότι η διάταξη του εθνικού δικαίου που απέκλειε τον ενδιαφερόμενο από την προστασία της οδηγίας μπορούσε ή έπρεπε να παραμερισθεί βάσει της οδηγίας.
(35) - Το ερώτημα χωρίζεται, λογικώς, σε δύο σκέλη, το ένα που αφορά το δανικό δίκαιο, και η απάντηση στο οποίο είναι χρήσιμη για την επίλυση της ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου διαφοράς, και το άλλο που αφορά το βρετανικό δίκαιο, η απάντηση στο οποίο δεν είναι χρήσιμη από της απόψεως αυτής. Δεδομένου όμως ότι το ερώτημα, στη γενική του μορφή, προσφέρεται περισσότερο για μια ολοκληρωμένη ερμηνεία της οδηγίας, θα εξετάσω, προς το παρόν, και τα δύο σκέλη από κοινού.
(36) - Δηλαδή, κατ' αρχήν, αλλά όχι απαραιτήτως, εργοδοτών και μισθωτών που υπάγονται στα γεωγραφικά όρια του κράτους μέλους.
(37) - Βλ, ανωτέρω, σημείο 25.
(38) - Βλ., ανωτέρω, σημείο 42.
(39) - Οδηγία 77/388/ΕΟΚ, της 17ης Μαου 1977 (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49).
(40) - Βλ. απόφαση της 4ης Ιουλίου 1985, 168/84, Berkholz (Συλλογή 1985, σ. 2251, σκέψη 16).
(41) - Απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 1986, 283/84, Trans Tirreno Express (Συλλογή 1986, σ. 231, σκέψη 20).
(42) - Απόφαση της 13ης Μαρτίου 1990, C-30/89, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1990, σ. Ι-691).
(43) - Προμνησθείσα απόφαση (υποσημείωση 41) Trans Tirreno Express, σκέψη 21.
(44) - Οδηγία 77/143/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Δεκεμβρίου 1976, περί προσεγγίσεως της νομοθεσίας των κρατών μελών σχετικά με τον τεχνικό έλεγχο των οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/002, σ. 16).
(45) - Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-55/93, Van Schaοk (Συλλογή 1994, σ. Ι-4837, σκέψεις 20 έως 22).
(46) - Ενδέχεται, βεβαίως, σε μια περίπτωση όπως η κρινόμενη, οι εθνικές διατάξεις του ενός κράτους μέλους να μη θεωρούν ως «μισθωτούς» τους εργαζομένους σε άλλο κράτος μέλος υπό συνθήκες όπως αυτές της ενάγουσας, οι δε διατάξεις του κράτους όπου εργάζεται ο μισθωτός να μη θεωρούν ως «εργοδότη» έναν εργοδότη όπως η Colorgen. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός δεν θα τύχει της εγγυήσεως, διότι στα πλαίσια κάθε ενός από τα εμπλεκόμενα εθνικά δίκαια λείπει μια ουσιώδης προϋπόθεση υπαγωγής στην οδηγία. Τούτο δεν πρέπει να ξενίζει. Μπορεί να συμβεί ακόμη και στα πλαίσια ενός και του αυτού εθνικού δικαίου (όπως στην υπόθεση Francovich II) δικαιολογείται δε από τους περιορισμένους στόχους που επιδιώκει η οδηγία. Ενδέχεται, επίσης, και τα δύο κράτη να προσφέρονται να χορηγήσουν την εγγύηση. Η ρύθμιση της περιπτώσεως αυτής, όμως, εκφεύγει των ορίων της οδηγίας και θα πρέπει να αντιμετωπισθεί στο πλαίσιο των εθνικών δικαίων.
Full & Egal Universal Law Academy