Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Μέχρι ποιου σημείου μπορεί ένας παραγωγός, χωρίς να παραβαίνει το κοινοτικό δίκαιο, να επωφελείται από την αίγλη που συνδέεται με την ονομασία «whisky» για την προώθηση των πωλήσεων αλκοολούχου ποτού, το οποίο παρασκευάζεται βέβαια με βάση το whisky, για το οποίο όμως ουδόλως αμφισβητεί ότι δεν πρόκειται για whisky υπό την έννοια της ισχύουσας νομοθεσίας; Αυτή είναι στην ουσία η διαφορά που εκκρεμεί ενώπιον του tribunal de grande instance de Paris μεταξύ της Scotch Whisky Association (στο εξής: SWA), εταιρίας σκωτικού δικαίου με σκοπό την προστασία και την προώθηση των συμφερόντων των επιχειρήσεων εμπορίας σκωτσέζικου whisky σε ολόκληρο τον κόσμο και την υπεράσπιση των συμφερόντων αυτών ενώπιον των δικαστηρίων, και της εταιρίας La Martiniquaise LM, που κατέστη στη συνέχεια Compagnie financiθre europιenne de prises de participation (στο εξής: La Martiniquaise), η οποία παράγει και εμπορεύεται με το σήμα Gold River και την ονομασία «spiritueux au whisky» («αλκοολούχο ποτό με whisky») ποτό παρασκευαζόμενο κατόπιν αναμείξεως διαφόρων ειδών whisky από τη Σκωτία, τον Καναδά και τη Βόρεια Αμερική και νερού, με αλκοολικό τίτλο 30_, καθώς και της Centrale d'achats et de services alimentaires, εταιρίας υπεύθυνης για τον κεντρικό εφοδιασμό των καταστημάτων Prisunic, και της εταιρίας Prisunic, τα καταστήματα της οποίας πωλούν λιανικώς το εν λόγω ποτό.
2 Η πρώτη εταιρία διαμαρτύρεται επειδή οι υπόλοιπες εταιρίες επιδίδονται σε πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού διαθέτοντας στο εμπόριο το ποτό Gold River με ονομασία που περιλαμβάνει τη λέξη «whisky», ενώ ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1576/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαου 1989, για τη θέσπιση των γενικών κανόνων σχετικά με τον ορισμό, τον χαρακτηρισμό και την παρουσίαση των αλκοολούχων ποτών (1) (στο εξής: κανονισμός), ορίζει ότι το whisky πρέπει να έχει ελάχιστο αλκοολικό τίτλο 40_.
3 Οι εταιρίες αυτές διατείνονται ότι, χρησιμοποιώντας όχι την ονομασία «whisky» αλλά την ονομασία «αλκοολούχο ποτό με whisky» για ποτό το οποίο είναι ασφαλώς αραιωμένο με νερό πλην όμως η μόνη ουσία του που περιέχει οινόπνευμα είναι το whisky, συμμορφώνονται πλήρως τόσο προς τον κανονισμό όσο και προς την οδηγία 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή, καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους (2) (στο εξής: οδηγία).
4 Αντιμετωπίζοντας πρόβλημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, η λύση του οποίου αποτελεί προϋπόθεση για την εκτίμηση του βασίμου των ισχυρισμών των διαδίκων της διαφοράς, το εθνικό δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν ο γενικός όρος «whisky», μπορεί έναντι της κοινοτικής νομοθεσίας και, ειδικότερα, του άρθρου 5 του κανονισμού, να περιλαμβάνεται μεταξύ των λέξεων που συνθέτουν την ονομασία πωλήσεως αλκοολούχων ποτών αποτελουμένων αποκλειστικά από whisky αραιωμένο με νερό, έτσι ώστε ο κατ' όγκο αλκοολικός τίτλος να είναι μικρότερος των 40_.
5 Πριν εξετάσω τους κανόνες τους οποίους θέτει ο κανονισμός, νομίζω ότι ασφαλώς δεν είναι άσκοπο να υπενθυμίσω, με βάση τις αιτιολογικές του σκέψεις, τους σκοπούς τους οποίους αυτός επιδιώκει όταν καθορίζει τις ονομασίες τις οποίες μπορούν να έχουν τα διάφορα αλκοολούχα ποτά. Από την άποψη αυτή θεωρώ ως ιδιαίτερα διαφωτιστικές την πρώτη, τη δεύτερη και την τέταρτη αιτιολογική σκέψη, οι οποίες έχουν ως ακολούθως:
«Εκτιμώντας:
ότι επί του παρόντος καμία ειδική κοινοτική διάταξη δεν αναφέρεται στα αλκοολούχα ποτά, ιδίως όσον αφορά τον ορισμό αυτών των προϋόντων και τις προδιαγραφές σχετικά με το χαρακτηρισμό και την παρουσίασή τους· ότι, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής σημασίας αυτών των προϋόντων, επιβάλλεται η θέσπιση κοινών διατάξεων σ' αυτόν τον τομέα για την καλύτερη λειτουργία της κοινής αγοράς·
ότι τα αλκοολούχα ποτά αποτελούν σημαντική διέξοδο για την κοινοτική γεωργία· ότι αυτή η διέξοδος οφείλεται, κατά μέγα μέρος, στην καλή φήμη που απέκτησαν αυτά τα προϋόντα μέσα στην Κοινότητα και στην παγκόσμια αγορά· ότι αυτή η φήμη είναι συνδεδεμένη με το ποιοτικό επίπεδο των παραδοσιακών προϋόντων· ότι θα πρέπει, επομένως, για να διατηρηθεί αυτή η διέξοδος, να διατηρηθεί ένα ορισμένο ποιοτικό επίπεδο για τα εν λόγω προϋόντα· ότι ο κατάλληλος τρόπος για τη διατήρηση αυτού του ποιοτικού επιπέδου είναι να προβλεφθούν ορισμοί των προϋόντων λαμβάνοντας υπόψη τις παραδοσιακές συνήθειες που αποτελούν τη βάση αυτής της φήμης· ότι, εξάλλου, θα πρέπει να επιφυλαχθεί η χρησιμοποίηση των [ονομασιών] που θα καθορισθούν μ' αυτόν τον τρόπο, για προϋόντα των οποίων το ποιοτικό επίπεδο αντιστοιχεί στο επίπεδο των παραδοσιακών προϋόντων, προκειμένου να αποφευχθεί η υποβάθμιση αυτών των [ονομασιών]·
ότι το κανονικό και συνηθισμένο μέσο για την πληροφόρηση του καταναλωτή είναι να αναγράφονται στην ετικέτα ορισμένες ενδείξεις· ότι τα αλκοολούχα ποτά υπόκεινται, όσον αφορά το ετικετάρισμά τους, στους γενικούς κανόνες που θεσπίστηκαν από την οδηγία (...)· ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των εν λόγω προϋόντων, θα πρέπει να θεσπισθούν, για την καλύτερη ενημέρωση του καταναλωτή, ειδικές διατάξεις που θα συμπληρώνουν αυτούς τους γενικούς κανόνες και ιδίως να περιληφθούν στον ορισμό των προϋόντων έννοιες για την παλαίωση και τον ελάχιστο αλκοολικό τίτλο για τη διάθεση για ανθρώπινη κατανάλωση.»
6 Aπό την ανάγνωση του κειμένου αυτού προκύπτει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να διαφυλάξει τη συνδεόμενη με υψηλή ποιότητα καλή φήμη ορισμένων παραδοσιακών αλκοολούχων ποτών και να εξασφαλίσει υπέρ των καταναλωτών αλκοολούχων ποτών μια καλύτερα προσαρμοσμένη και ακριβέστερη πληροφόρηση σε σχέση με την επιβαλλόμενη από την οδηγία. Επομένως, με την έκδοση του κανονισμού επιδιώχθηκε να τεθεί τάξη σ' ένα τομέα στον οποίο κυριαρχούσε ένας από κάθε άποψη επιζήμιος αυτοσχεδιασμός.
7 Μεταξύ των παραδοσιακών αλκοολούχων ποτών την προστασία των οποίων επιδιώκει ο κανονισμός είναι το whisky.
8 Τούτο αποτελεί μια κατηγορία αλκοολούχων ποτών, την οποία το άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο ββ, ορίζει ως ακολούθως:
«το αλκοολούχο ποτό που λαμβάνεται με απόσταξη γλεύκους σιτηρών
- που σακχαροποιείται από τη διάσταση της βύνης που περιέχει, με ή χωρίς άλλα φυσικά ένζυμα,
- που [υφίσταται ζύμωση] υπό την επίδραση μαγιάς,
- που αποστάζεται σε λιγότερο από 94,8 % vol, έτσι ώστε το προϋόν της απόσταξης να έχει άρωμα και γεύση που προέρχονται από τις χρησιμοποιηθείσες πρώτες ύλες,
και παλαιώνει επί τρία τουλάχιστον έτη σε ξύλινα βαρέλια χωρητικότητας μικρότερης ή ίσης με 700 λίτρα.»
9 Eπιπλέον, για να μπορεί να φέρει την ονομασία «whisky», ένα ποτό πρέπει να έχει ένα ελάχιστο αλκοολικό τίτλο. Πράγματι, το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει ότι:
«Με εξαίρεση ορισμένα αλκοολούχα ποτά με άρκευθο (...) για να μπορούν να διατίθενται προς ανθρώπινη κατανάλωση μέσα στην Κοινότητα με μια από τις [ονομασίες] που περιλαμβάνονται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, τα αλκοολούχα ποτά που απαριθμούνται κατωτέρω πρέπει να έχουν τον ακόλουθο ελάχιστο κατ' όγκο αλκοολικό τίτλο (...)
- 40 % whisky.»
10 Aπό τον συνδυασμό των άρθρων 1, παράγραφος 4, και 3, παράγραφος 1, προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι το ποτό Gold River, δεδομένου ότι έχει αλκοολικό τίτλο 30_, δεν είναι whisky υπό την έννοια του κανονισμού, παρά το γεγονός ότι το μοναδικό συστατικό του που περιέχει οινόπνευμα είναι το whisky. Το σημείο αυτό εξάλλου δεν αποτελεί το αντικείμενο καμίας αμφισβητήσεως.
11 Αντιθέτως, ανακύπτει αμφισβήτηση για το αν είναι ή όχι αντίθετη προς τον κανονισμό η χρησιμοποίηση, για το ποτό αυτό, της ονομασίας πωλήσεως «αλκοολούχο ποτό με whisky» και αφορά την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο άρθρο 5 του κανονισμού. Βάσει της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού,
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων που θεσπίζονται κατ' εφαρμογή του άρθρου 6, οι [ονομασίες] που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, χρησιμοποιούνται μόνο για τα αλκοολούχα ποτά που ορίζονται στο εν λόγω άρθρο, λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 2, 3, 4 και 12. Αυτές οι [ονομασίες] πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον χαρακτηρισμό τους.
Τα αλκοολούχα ποτά που δεν ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές των προϋόντων που ορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, δεν μπορούν να φέρουν τις [ονομασίες] που προβλέπονται εκεί, αλλά πρέπει να ονομάζονται "αλκοολούχα ποτά" ή "αλκοολούχα".»
12 Eνόψει του κειμένου των διατάξεων αυτών, η La Martiniquaise δέχεται ότι το ποτό Gold River, εφόσον δεν μπορεί να ονομάζεται «whisky», πρέπει να φέρει την ονομασία «αλκοολούχο» ή «αλκοολούχο ποτό». Ωστόσο, διατείνεται ότι δικαιούται να προσθέσει στην ονομασία «αλκοολούχο» ή «αλκοολούχο ποτό» τις λέξεις «με whisky».
13 Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει την ίδια άποψη. Η Επιτροπή, καθώς και η Βρετανική, η Ιρλανδική, η Ισπανική και η Ιταλική Κυβέρνηση κατέθεσαν παρατηρήσεις υποστηρίζοντας το αντίθετο.
14 Ομοίως φρονώ ότι η άποψη της La Martiniquaise δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί. Πράγματι, αν ήταν βάσιμη, θα μπορούσαμε κάλλιστα να διερωτηθούμε ως προς την καταλληλότητα των μέσων τα οποία επέλεξε ο κοινοτικός νομοθέτης προς επίτευξη των στόχων που εξέθεσε στις αιτιολογικές σκέψεις τις οποίες υπενθύμισα. Σε τι θα χρησίμευε η απαγόρευση μιας παραπλανητικής ονομασίας αν αυτή μπορούσε να επανεμφανιστεί προστιθέμενη αμέσως μετά την επιβαλλόμενη από τη νομοθεσία ονομασία; Θα είχε πράγματι προστατευθεί τόσο η φήμη του whisky και θα είχε εξασφαλιστεί η πληροφόρηση του καταναλωτή αν η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως του όρου «whisky» για το ποτό Gold River ισοδυναμούσε στην πράξη μόνο με την υποχρέωση χρησιμοποιήσεως της ονομασίας «αλκοολούχο ποτό με whisky», της οποίας η μόνη λέξη που οδηγεί σε σαφείς συνειρμούς είναι προφανώς η λέξη «whisky»;
15 Η πληροφόρηση του καταναλωτή μπορεί να καταστεί ακόμη περισσότερο προβληματική αν ο παραγωγός κάνει χρήση, όπως η La Martiniquaise, της προβλεπόμενης στο άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού δυνατότητας χρησιμοποιήσεως μιας επίσημης γλώσσας της Κοινότητας η οποία δεν είναι εκείνη του τόπου στον οποίο πραγματοποιείται η πώληση, με αποτέλεσμα το Gold River να φέρει στην ετικέττα του την ονομασία «whisky spirit», η οποία έχει μια τέτοια διφορούμενη έννοια για τον μέσο γαλλόφωνο καταναλωτή την οποία παρέλκει να υπογραμμίσω.
16 Κι αν ακόμα υποτεθεί ότι η ερμηνεία του άρθρου 5 δεν μπορεί να καθορίζεται μόνον από τους σκοπούς της κανονιστικής ρυθμίσεως στο πλαίσιο της οποίας εντάσσεται το άρθρο αυτό, η προβαλλόμενη από τη La Martiniquaise ερμηνεία προσκρούει σε λόγους συνδεόμενους με την ίδια τη διατύπωση του άρθρου αυτού. Από τη διατύπωση αυτή προκύπτει σαφώς ότι δεν παρέχεται στον παραγωγό καμία δυνατότητα επιλογής. Μόνον η φύση του προϋόντος καθορίζει την ονομασία που πρέπει να χρησιμοποιείται. Για προϋόν που δεν πληροί τις ειδικές προδιαγραφές τις οποίες θέτουν τα άρθρα που μνημονεύονται στο πρώτο εδάφιο, ο παραγωγός υποχρεούται να χρησιμοποιεί τις ονομασίες «αλκοολούχο» ή «αλκοολούχο ποτό». Επίσης υποχρεωτική είναι η χρησιμοποίηση της ονομασίας «whisky» για προϋόν που αντιστοιχεί προς τις σχετικές προδιαγραφές. Δεν αποτελεί προνόμιο από το οποίο ο παραγωγός μπορεί να παραιτηθεί.
17 Όσον αφορά πάντοτε τη διατύπωση των σχετικών κειμένων, δεν χωρεί αμφιβολία ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού καθιστά τον όρο «whisky» ονομασία πωλήσεως. Επομένως, το δεύτερο εδάφιο, που αναφέρει ότι τα προϋόντα που δεν πληρούν τις προδιαγραφές οι οποίες προβλέπονται για τα προϋόντα που προσδιορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, «δεν μπορούν να φέρουν τις [ονομασίες] που προβλέπονται εκεί», απαγορεύει και τη χρησιμοποίηση του όρου «whisky» στην ονομασία πωλήσεως προϋόντος όπως το Gold River.
18 Ακόμη και αν υποτεθεί, τέλος, ότι υιοθετείται η άποψη της La Martiniquaise, τότε η φράση «πρέπει να ονομάζονται "αλκοολούχα ποτά" ή "αλκοολούχα"» πρέπει να ερμηνευθεί ως εννοούσα: «πρέπει να περιλαμβάνουν στην ονομασία τους τις λέξεις "αλκοολούχα ποτά" ή "αλκοολούχα"», πράγμα το οποίο διαφέρει πολύ από το κείμενο του κανονισμού. Όμως, μια θεμελιώδης ερμηνευτική αρχή επιτάσσει να μην αλλοιώνεται, υπό το πρόσχημα της ερμηνείας, ό,τι δεν χρήζει ερμηνείας, καθόσον είναι απολύτως σαφές.
19 Γι' αυτούς τους λόγους, πιστεύω ότι από την εξέταση του γράμματος του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού αποκλείεται η δυνατότητα χρησιμοποιήσεως της ονομασίας πωλήσεως «αλκοολούχο ποτό με whisky» για το Gold River. Εξάλλου, γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, η La Martiniquaise, όπως και η Γαλλική Κυβέρνηση, αναζητούν, είτε στον ίδιο τον κανονισμό και στις πράξεις εφαρμογής του είτε στην οδηγία, επιχειρήματα ικανά να ανατρέψουν το συμπέρασμα στο οποίο οδηγεί η εξέταση του άρθρου αυτού. Ασφαλώς δεν πρέπει να στερηθεί του δικαιώματος αυτού, καθόσον μάλιστα το εν λόγω άρθρο 5 περιλαμβάνει τη διευκρίνιση «με την επιφύλαξη των διατάξεων που θεσπίζονται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 6». Τέτοια όμως επιχειρήματα δεν μπορούν να γίνουν δεκτά παρά μόνον αν είναι πειστικά, ώστε να συνάγεται από το άρθρο 5 ό,τι εκ πρώτης όψεως δεν προκύπτει από το κείμενό του.
20 Το πρώτο και, ίσως, σημαντικότερο από τα επιχειρήματα αυτά, καθόσον στηρίζεται στο ίδιο το γράμμα του άρθρου 5, είναι το αντλούμενο από το άρθρο 6 του κανονισμού. Βάσει του άρθρου αυτού,
«1. Ειδικές διατάξεις μπορούν να ρυθμίζουν τις ενδείξεις που προστίθενται στην [ονομασία] πώλησης, και συγκεκριμένα:
- τη χρησιμοποίηση ορισμένων όρων, συντομογραφιών ή σημείων,
- τη χρησιμοποίηση ορισμένων σύνθετων όρων που περιλαμβάνουν μια γενική [ονομασία] από αυτές που προσδιορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφοι 2 και 4.
2. Ιδιαίτερες διατάξεις μπορούν να ρυθμίζουν την [ονομασία] των μειγμάτων αλκοολούχων ποτών και την [ονομασία] των μειγμάτων ενός ποτού και ενός αλκοολούχου ποτού.
3. Οι διατάξεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 θεσπίζονται με τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 15. Σκοπός των διατάξεων αυτών είναι ιδίως να αποφευχθεί η δημιουργία σύγχυσης εξαιτίας των [ονομασιών] που αναφέρονται στις παραγράφους αυτές, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των προϋόντων που υφίστανται κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.»
21 Για τη La Martiniquaise, απλώς και μόνον το γεγονός ότι προβλέπεται ότι «ιδιαίτερες διατάξεις μπορούν να ρυθμίζουν τις ενδείξεις που προστίθενται στην [ονομασία] πώλησης» αποδεικνύει ότι τίποτε δεν απαγορεύει, και ότι είναι απολύτως φυσικό, να προστίθενται ενδείξεις στην ονομασία πωλήσεως, πράγμα το οποίο έπραξε και η ίδια προσθέτοντας στην ονομασία «αλκοολούχο ποτό», που επιβάλλει το άρθρο 5, την ένδειξη «με whisky». Με την ερμηνεία αυτή, η χρήση ενδείξεων που προστίθενται στην ονομασία πωλήσεως είναι ελεύθερη εφόσον δεν υφίστανται διατάξεις τεθείσες δυνάμει του άρθρου 6 που να τις αποκλείουν ρητά και εφόσον δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, όπως μπορεί τουλάχιστον να υποτεθεί, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει στην περίπτωση του Gold River, το οποίο πράγματι περιέχει whisky. Ανάλογη επιχειρηματολογία θα μπορούσε να προβληθεί όσον αφορά την παράγραφο 2 του άρθρου 6.
22 Δέχομαι ότι το επιχείρημα αυτό είναι μεν ελκυστικό, πλην όμως πιστεύω ότι πρέπει να απορριφθεί, τούτο δε για δύο τουλάχιστον λόγους.
23 Με βάση την προτεινόμενη ερμηνεία, δεν υφίσταται καθόλου ανάγκη θεσπίσεως ειδικής διατάξεως που να διέπει τη χρήση ενδείξεων οι οποίες προστίθενται στην επιτασσόμενη από το άρθρο 5 ονομασία πωλήσεως, δεδομένου ότι οι εν λόγω ειδικές διατάξεις δεν είναι απαραίτητες παρά μόνο στην περίπτωση που η χρήση αυτής της κατ' αρχήν προβλεπόμενης ευχέρειας προσθήκης συμπληρωματικών ενδείξεων υπερβαίνει κάποια όρια. Όμως, εν προκειμένω το ζήτημα δεν αφορά την ερμηνεία που το Δικαστήριο έδωσε στο άρθρο αυτό με την απόφασή του της 7ης Ιουλίου 1993 (3). Στην υπόθεση εκείνη η Ισπανική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι κακώς η Επιτροπή θεώρησε ότι μπορούσε να βασιστεί στο άρθρο 6 για να επιτρέψει τη χρησιμοποίηση σύνθετων όρων όπως ο όρος «orange brandy» που περιελάμβαναν την ονομασία «brandy» για λικέρ παρασκευαζόμενα από αιθυλική αλκοόλη, τα οποία δεν περιείχαν brandy υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 4, στοιχείο εε, του κανονισμού. Κατά την ως άνω κυβέρνηση, το άρθρο 6 δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί παρά μόνον προς διευκρίνιση των αρχών που θέτει ο κανονισμός αυτός, ο οποίος περιλαμβάνει και ο ίδιος λεπτομερείς ρυθμίσεις, και όχι για να επιτραπεί αυτό που απαγορεύουν τα άρθρα 1 και 5. Όμως, το Δικαστήριο έκρινε, αντιθέτως, όπως πρότεινε ο γενικός εισαγγελέας Gulmann, ότι η φράση «με την επιφύλαξη των διατάξεων που θεσπίζονται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 6» στο άρθρο 5 σημαίνει ότι το Συμβούλιο θέλησε να παράσχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να παρεκκλίνει από το άρθρο 5 στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που της παρέχει το άρθρο 6, παράγραφος 1.
24 Επομένως, βασίμως μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι προστιθέμενες στην ονομασία πωλήσεως ενδείξεις όχι μόνο δεν επιτρέπονται κατ' αρχήν, αλλά προϋποθέτουν, αντιθέτως, άδεια της Επιτροπής χορηγούμενη βάσει της εξουσίας προβλέψεως παρεκκλίσεων την οποία της απονέμει το άρθρο 6 και ότι, ομοίως, τα μείγματα αλκοολούχων ποτών με άλλα αλκοολούχα ποτά ή με άλλα ποτά δεν μπορούν να έχουν άλλη ονομασία εκτός από «αλκοολούχα» ή «αλκοολούχα ποτά», όταν η Επιτροπή δεν έχει προβλέψει ειδική εξαίρεση.
25 Ο δεύτερος λόγος έγκειται στο ότι το άρθρο 6 ναι μεν χορηγεί ευρεία εξουσία στην Επιτροπή, τονίζει όμως παράλληλα, στην παράγραφο 3, την ανάγκη αποφυγής του ενδεχομένου η χρήση ορισμένων ονομασιών να δημιουργεί σύγχυση και χαράσσει έτσι σαφή όρια όσον αφορά την άσκηση της εν λόγω εξουσίας. Θα ήταν πλέον ή παράδοξο να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι το άρθρο αυτό, το οποίο επιτρέπει παρεκκλίσεις μόνον υπό την προϋπόθεση ότι αυτές δεν οδηγούν σε σύγχυση, αναγνωρίζει μια σχεδόν απόλυτη ελευθερία χρησιμοποιήσεως των ονομασιών που προστατεύονται από το άρθρο 1, παράγραφος 4, χαρακτηρίζοντάς τις ως ενδείξεις που προστίθενται στην ονομασία πωλήσεως. Το άρθρο 6 επιτρέπει παρέκκλιση από το άρθρο 5 εντός επακριβών ορίων. Ουδαμώς σκοπεί να το καταστήσει κενό περιεχομένου έναντι των στόχων του κανονισμού.
26 Το δεύτερο επιχείρημα που προβάλλει η La Martiniquaise, στηριζόμενη σε μια άλλη διάταξη του κανονισμού εκτός από το άρθρο 5, η οποία είναι διαφωτιστική ως προς την έννοιά του, είναι αυτό το οποίο η ως άνω εταιρία στηρίζει στο άρθρο 9, παράγραφος 1.
27 Δυνάμει της διατάξεως αυτής:
«Τα αλκοολούχα ποτά που απαριθμούνται κατωτέρω:
(...)
- whisky και whiskey
(...)
όταν έχουν υποστεί προσθήκη αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προέλευσης δεν επιτρέπεται να φέρουν στη συσκευασία τους, υπό οποιαδήποτε μορφή, τη γενική [ονομασία] που επιφυλάσσεται για τα προαναφερόμενα ποτά.»
28 H La Martiniquaise διατείνεται ότι η ύπαρξη της διατάξεως αυτής στον κανονισμό δεν δικαιολογείται με κανένα τρόπο παρά μόνον αν γίνει δεκτό ότι αυτή απλώς διατυπώνει εκ νέου, με άλλα λόγια, απαγόρευση η οποία έχει ήδη τεθεί με το άρθρο 5. Κατ' αυτήν, επομένως, από αυτό πρέπει να συναχθεί ότι η ως άνω διάταξη θεσπίζει απαγόρευση που δεν περιλαμβάνεται στο άρθρο αυτό, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνει την ερμηνεία του άρθρου 5 την οποία υποστηρίζει. Συνεπώς, μόνον όταν προστίθεται σε whisky αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προελεύσεως, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει στην περίπτωση του Gold River, το οποίο είναι μίγμα από whisky και νερό, απαγορεύεται η χρησιμοποίηση του όρου «whisky» στην ονομασία πωλήσεως. Δεν μπορώ να δεχθώ αυτή την ερμηνεία.
29 Aφενός, δεν μπορώ να δεχθώ την άποψη ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, ουδέν προσθέτει στο άρθρο 5, διότι υπάρχει διαφορά μεταξύ της απαγορεύσεως της χρησιμοποιήσεως ενός όρου στην ονομασία πωλήσεως, πράγμα το οποίο προβλέπει το άρθρο 5, και της απαγορεύσεως της αναγραφής του με οποιονδήποτε τρόπο στην παρουσίαση, πράγμα το οποίο προβλέπει το άρθρο 9. Το άρθρο 9 θέτει απαγόρευση που είναι αυστηρότερη της προβλεπομένης στο άρθρο 5, οπότε δεν ευσταθεί το ότι το άρθρο αυτό απλώς εκ πρώτης όψεως επαναλαμβάνει κάτι που αναφέρθηκε προηγουμένως.
30 Αφετέρου, κατά πάγια νομολογία το επιχείρημα a contrario, το οποίο προβάλλει η La Martiniquaise, πρέπει πάντοτε να προβάλλεται με πολλή προσοχή, διότι μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε αληθοφανή πλην όμως αβάσιμη επιχειρηματολογία. Πράγματι, η La Martiniqaise προβάλλει ένα επιχείρημα το οποίο είναι ελάχιστα πειστικό όπως θα ήταν και ο ισχυρισμός ότι, επειδή ένας ποινικός κώδικας, που θεωρεί γενικά ως επιβαρυντική περίσταση δικαιολογούσα βαρύτερη ποινή για το έγκλημα της κλοπής το γεγονός ότι ο δράστης εργάζεται στην υπηρεσία του θύματος, δεν προβλέπει ειδική διάταξη για την κλοπή την οποία διαπράττει εργάτης σε αγρόκτημα, τούτο πρέπει να σημαίνει ότι κλοπή την οποία διαπράττει οικιακή βοηθός στην κατοικία του εργοδότη της, που αποτελεί προφανώς κλοπή από άτομο εργαζόμενο στην υπηρεσία κάποιου άλλου, δεν πρέπει να τιμωρηθεί αυστηρότερα, διότι δεν προβλέπεται από καμία ειδική διάταξη.
31 Τελειώνοντας με τις ενδείξεις που αντλούνται από άλλες διατάξεις εκτός από το άρθρο 5 για την ορθή ερμηνεία του άρθρου αυτού, πρέπει να εξετάσω το άρθρο 8, το οποίο η La Martiniquaise θεωρεί ως άνευ σημασίας εν προκειμένω, στο οποίο όμως η SWA στηρίζει τους ισχυρισμούς της. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι:
«Για να μπορούν τα αλκοολούχα ποτά που παράγονται στην Κοινότητα να διατίθενται στο εμπόριο για ανθρώπινη κατανάλωση, η περιγραφή τους δεν μπορεί να γίνεται συνδυάζοντας λέξεις ή εκφράσεις όπως "είδος", "τύπος", "τρόπος", "στυλ", "μάρκα", "γεύση" ή άλλες ανάλογες ενδείξεις, με μια από τις [ονομασίες] που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό.»
32 Δεν αμφισβητείται ότι το εν λόγω άρθρο, αυτό καθαυτό, δεν θεσπίζει απαγόρευση χρησιμοποιήσεως μιας ονομασίας πωλήσεως όπως η ονομασία «αλκοολούχο ποτό με whisky», που χρησιμοποιείται για το Gold River, και ότι το ζήτημα του αποδεκτού της ονομασίας αυτής δεν μπορεί να λυθεί βάσει του ως άνω άρθρου. Το άρθρο όμως αυτό νομίζω ότι δεν είναι εντελώς άσχετο με την παρούσα υπόθεση, καθόσον από αυτό προκύπτει, όπως και από άλλες διατάξεις που εξετάστηκαν προηγουμένως, η πολύ σαφής θέληση του κοινοτικού νομοθέτη να απαγορεύσει όλες τις διφορούμενες ονομασίες οι οποίες λόγω της ασάφειάς τους μπορούν να παράσχουν τη δυνατότητα στον παραγωγό των οικείων ποτών να επωφεληθεί παρανόμως από τη φήμη που έχουν τα παραδοσιακά ποτά και να παραπλανήσει τον καταναλωτή. Όμως, η χρησιμοποίηση της ονομασίας «αλκοολούχο ποτό με whisky» δημιουργεί πράγματι κίνδυνο προκλήσεως της ίδιας συγχύσεως όπως και η ονομασία «τύπου whisky».
33 Όπως προανέφερα, προς στήριξη της ερμηνείας του άρθρου 5 την οποία υποστηρίζει, η La Martiniquaise επικαλείται επίσης την οδηγία και ειδικότερα τα άρθρα της 5 και 7. Ως προς τις αρχές, δεν νομίζω ότι είναι αποκρουστέα αυτή η προσφυγή στην οδηγία, δεδομένου ότι, όπως διευκρινίζει η τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού που προανέφερα, ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει κανόνες συμπληρωματικούς σε σχέση με εκείνους της οδηγίας. Εντούτοις, πρέπει να υπενθυμίσω ότι οι κανόνες αυτοί είναι ταυτόχρονα ειδικοί, πράγμα το οποίο έχει ως αναπόφευκτη συνέπεια ότι, στις σχέσεις μεταξύ οδηγίας και κανονισμού, πρέπει να ισχύσει η αρχή κατά την οποία ενδεχόμενες αντιφάσεις μεταξύ ειδικού και γενικού νόμου πρέπει να επιλύονται με την υπεροχή του πρώτου.
34 Για τη La Martiniquaise, η ερμηνεία την οποία η εταιρία αυτή δίδει στο άρθρο 5 του κανονισμού και η ονομασία πωλήσεως που χρησιμοποιεί έχουν ως έρεισμα τον ορισμό της ονομασίας πωλήσεως του άρθρου 5 της οδηγίας. Βάσει της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, «Ονομασία πωλήσεως ενός τροφίμου είναι η ονομασία που προβλέπεται στις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις που εφαρμόζονται σ' αυτό, και όταν δεν υπάρχει παρόμοια πρόβλεψη, η ονομασία που έχει καθιερωθεί από τις συνήθειες στο κράτος μέλος στο οποίο διενεργείται η πώληση στον τελικό καταναλωτή ή μια περιγραφή του προϋόντος και, εν ανάγκη, η οδηγία χρήσεώς του, η οποία πρέπει να είναι αρκετά ακριβής, για να επιτρέπει στον αγοραστή να πληροφορείται την πραγματική του φύση και να το διακρίνει από άλλα προϋόντα με τα οποία θα μπορούσε να το συγχέει».
35 Aσφαλώς, η La Martiniquaise στηρίζεται στον περιγραφικό χαρακτήρα που πρέπει να έχει η ονομασία πωλήσεως, υποστηρίζοντας το νόμιμο της χρησιμοποιήσεως της ονομασίας «αλκοολούχο ποτό με whisky», αυτός δε ο ισχυρισμός θα είχε κάποιο βάρος αν δεν υπήρχε στο κείμενο της παραγράφου 1 η έκφραση «όταν δεν υπάρχει παρόμοια πρόβλεψη», η οποία καταρρίπτει την επιχειρηματολογία της. Πράγματι, είναι σαφές ότι μόνον όταν δεν υφίσταται ονομασία προβλεπόμενη από δεσμευτικές διατάξεις, όπως το άρθρο 5 του κανονισμού, πρέπει να χρησιμοποιείται ονομασία είτε καθιερωμένη από τις κρατούσες συνήθειες είτε περιγραφική.
36 Επίσης ελάχιστα πειστική μου φαίνεται η επίκληση του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι:
«Αν η επισήμανση ενός τροφίμου δίνει έμφαση στην παρουσία ενός ή περισσοτέρων συστατικών ή στη χαμηλή περιεκτικότητα σε ένα ή περισσότερα συστατικά που είναι ουσιώδη για τα χαρακτηριστικά του τροφίμου αυτού ή αν η ονομασία του τροφίμου αυτού οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα πρέπει, κατά περίπτωση, να δηλώνεται η ελάχιστη ή μέγιστη ποσότητά τους επί τοις εκατό που χρησιμοποιήθηκε κατά την παρασκευή.
Η ένδειξη αυτή αναγράφεται είτε αμέσως μετά την ονομασία πωλήσεως του τροφίμου είτε στον κατάλογο των συστατικών σε συσχετισμό με το εν λόγω συστατικό.
(...)»
37 Mαταίως αναζητείται στο κείμενο αυτό κάποια διάταξη επιτρέπουσα τη χρησιμοποίηση στην ονομασία πωλήσεως του Gold River του όρου «whisky», καθόσον το άρθρο αυτό προφανώς δεν ρυθμίζει τα της ονομασίας πωλήσεως, αλλά θεωρεί τη σχετική ρύθμιση ως δεδομένη.
38 Όμως, στο πλαίσιο της εξετάσεως του άρθρου αυτού, πιστεύω ότι επιβάλλεται μια διευκρίνιση σε σχέση με έναν από τους ισχυρισμούς της SWA. Πράγματι, η εταιρία αυτή υποστηρίζει, μάλιστα δε ήταν η μόνη που προέβαλε σχετικό ισχυρισμό κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι ο όρος «whisky» δεν μπορεί να περιλαμβάνεται καθόλου στην επισήμανση του Gold River με οποιοδήποτε τρόπο, ούτε καν στον κατάλογο των συστατικών. Θεωρώ ότι αυτό είναι υπερβολικό. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή υπενθύμισε την απάντηση που έδωσε ο επίτροπος Fischler σε κοινοβουλευτικό ερώτημα σχετικά με το αραιωμένο whisky. Βάσει της απαντήσεως αυτής, αν και η προβλεπόμενη στο άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας ρύθμιση δεν έχει ακόμη θεσπιστεί, η ακριβής σύνθεση του Gold River και, κατά συνέπεια, η ύπαρξη whisky κατά 75 % στη σύνθεσή του θα έπρεπε να μπορεί να αναφέρεται στην επισήμανση του προϋόντος αυτού, ακόμη και αμέσως μετά την ονομασία πωλήσεως όπως το προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας, εφόσον δεν δημιουργείται με τον τρόπο αυτό καμία σύγχυση.
39 Πιστεύω ότι τούτο επιτάσσει η στοιχειώδης κοινή λογική, διότι ο καταναλωτής πρέπει να γνωρίζει αν αγοράζει αλκοολούχο ποτό με βάση το gin, το ρούμι ή το whisky, διότι μπορεί να υποτεθεί ότι ο καταναλωτής αναζητεί μια ορισμένη γεύση και όχι μόνον ένα συγκεκριμένο αλκοολικό τίτλο.
40 Απομένει να εξεταστούν τα επιχειρήματα που η La Martiniquaise αντλεί από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1014/90 της Επιτροπής, της 24ης Απριλίου 1990, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής για τον ορισμό, τον χαρακτηρισμό και την παρουσίαση των αλκοολούχων ποτών (4), που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού.
41 Το άρθρο 7β του κανονισμού αυτού, που προστέθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1781/91 της Επιτροπής, της 19ης Ιουνίου 1991 (5), ορίζει ότι:
«1. Κατ' εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1576/90, μία γενική ονομασία που υπεισέρχεται στη σύνθεση συνθέτου όρου μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παρουσίαση αλκοολούχου ποτού μόνο εφόσον η αλκοόλη του ποτού αυτού προέρχεται αποκλειστικά από το αλκοολούχο ποτό, που αναφέρεται στο σύνθετο όρο (...)».
42 Aκολουθώντας μια ακόμη φορά την επιχειρηματολογία a contrario, η La Martiniquaise υποστηρίζει ότι το άρθρο 7β οδηγεί στο ότι η ονομασία «αλκοολούχο ποτό με whisky» είναι απολύτως νόμιμη για το Gold River, καθόσον το ποτό αυτό έχει ως μόνο αλκοολούχο συστατικό το whisky.
43 Η διάταξη αυτή θα μπορούσε πράγματι να μας βάλει σε σκέψεις αν είχε εφαρμογή στην προκειμένη υπόθεση. Στην πραγματικότητα όμως δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, ακόμη και αν γινόταν δεκτό, όπως προτάθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, σε αντίθεση με ό,τι θα μπορούσε να υποτεθεί βάσει των αιτιολογικών σκέψεων του κανονισμού 1781/91, ότι η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή μόνο στα λικέρ, ο όρος «αλκοολούχο ποτό με whisky» δεν μπορεί να θεωρηθεί σύνθετος. Προς διάλυση κάθε αμφιβολίας αρκεί η ανάγνωση των συνθέτων όρων της παραγράφου 2 του άρθρου 7β, ήτοι των όρων «prune-brandy», «orange-brundy», «abricot-brandy» κ.λπ. Όταν ο νομοθέτης αναφέρεται σε σύνθετο όρο εννοεί τη σύνδεση ονομασιών δύο διαφορετικών ποτών· με κανένα τρόπο δεν εννοεί τη σύνδεση των λέξεων «αλκοολούχο ποτό» και «whisky», καθόσον το whisky είναι το ίδιο αλκοολούχο ποτό. Κατά την έννοια του άρθρου 7β σύνθετοι όροι είναι οι: «whisky-soda» ή «whisky-orange».
44 Ακολουθώντας πάντοτε την ίδια συλλογιστική η La Martiniquaise θεωρεί ότι μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 7γ του κανονισμού 1014/90, που προστέθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2675/94 της Επιτροπής, της 3ης Νοεμβρίου 1994 (6). Το άρθρο αυτό ορίζει ότι:
«Όταν ένα από τα αλκοολούχα ποτά που αναφέρονται στο άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1576/89 αναμιγνύεται με:
- ένα ή περισσότερα αλκοολούχα ποτά που ορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1576/89 ή/και
- ένα ή περισσότερα προϋόντα απόσταξης γεωργικής προέλευσης,
η ονομασία πώλησης "αλκοολούχο" ή "αλκοολούχο ποτό" πρέπει να αναγράφεται χωρίς άλλους χαρακτηρισμούς στην ετικέτα, σε εμφανές σημείο, κατά τρόπο ευκρινή και ευανάγνωστο.
(...)».
45 H διάταξη αυτή αφορά οινοπνευματώδη ποτά που δεν έχουν καμία σχέση με μίγμα από whisky και νερό, προβλέπει δε για τα ποτά αυτά ορισμένες διευκρινίσεις, μερικές από τις οποίες είναι εξαιρετικά λεπτομερείς, όσον αφορά το τι επιτρέπεται και τι δεν επιτρέπεται να αναφέρεται στην επισήμανσή τους, πάντοτε όμως, όπως αναφέρουν οι αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 2675/94, προς τον σκοπό εξασφαλίσεως του θεμιτού ανταγωνισμού μεταξύ των προστατευόμενων παραδοσιακών αλκοολούχων ποτών και των λοιπών και προς αποφυγή της συγχύσεως του καταναλωτή.
46 Όπως ήδη ανέφερα για άλλες διατάξεις που επικαλείται η La Martiniquaise, τούτο εμποδίζει τη δυνατότητα να λαμβάνεται η ως άνω διάταξη ως βάση για μια συλλογιστική a contrario, πράγμα το οποίο θα οδηγούσε σε αποτέλεσμα τελείως αντίθετο προς τους στόχους αυτούς, καθιστώντας διάτρητη την απλή και λογική ρύθμιση που αποτελεί το άρθρο 5 του κανονισμού 1576/89.
47 Τελειώνοντας με τον κανονισμό 1014/90 προσθέτω ότι, αν ο κανονισμός αυτός έλεγε πραγματικά αυτό που υποστηρίζει η La Martiniquaise, πράγμα το οποίο όμως δεν συμβαίνει, όπως πιστεύω ότι απέδειξα, από τον κανονισμό αυτό θα ανέκυπταν ζητήματα όσον αφορά το κύρος του, πράγμα το οποίο θα μας οδηγούσε στην αφετηρία της συλλογιστικής αυτής, δηλαδή στο άρθρο 5 του κανονισμού 1576/89.
48 Τέλος, θα ήθελα να προσθέσω ακόμη μια διευκρίνιση. Στο πλαίσιο της συλλογιστικής μου επιδίωξα απλώς να αποδείξω αν η ονομασία «αλκοολούχο ποτό με whisky» είναι ή όχι σύμφωνη προς την κοινοτική ρύθμιση. Θα μπορούσα όμως να ασχοληθώ και με άλλες ενδείξεις από τις αναφερόμενες στην επισήμανση του Gold River, πράγμα που θα ήταν εύκολο διότι αυτές στοιχειοθετούν πολύ πιο προφανείς παραβάσεις της εν λόγω ρυθμίσεως, ειδικότερα δε τις ενδείξεις «μίγμα από whisky που έχει παλιώσει πάνω από 8 έτη σε δρύινα βαρέλια» (που τροποποιήθηκε «σε μίγμα από whisky που έχει παλιώσει πάνω από 8 χρόνια σε δρύινα βαρέλια και από νερό») και «Blend of whisky aged in oak casks», οι οποίες είναι προφανώς ψευδείς σε σχέση με την έννοια της συμμίξεως την οποία διευκρινίζει το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο δδ, του κανονισμού. Θα είχε επίσης ενδιαφέρον να εξεταστεί η γενική παρουσίαση του Gold River σε σχέση με όσα επιτάσσει το άρθρο 2 της οδηγίας σχετικά με την επισήμανση. Πρέπει όμως να περιοριστούμε στο ερώτημα που μας υπέβαλε το tribunal de grande instance de Paris.
49 Αποδεχόμενος τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο ερώτημα ως εξής:
«Το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1576/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαου 1989, για τη θέσπιση των γενικών κανόνων σχετικά με τον ορισμό, τον χαρακτηρισμό και την παρουσίαση των αλκοολούχων ποτών, έχει την έννοια ότι εμποδίζει τη χρησιμοποίηση του όρου "whisky" στην ονομασία πωλήσεως αλκοολούχου ποτού περιλαμβάνοντος whisky αραιωμένο με νερό με αλκοολικό τίτλο κατ' όγκο μικρότερο του 40 % ή την προσθήκη του όρου "whisky" στην ονομασία "αλκοολούχο" ή "αλκοολούχο ποτό" την οποία φέρει το ποτό αυτό.»
(1) - ΕΕ L 160, σ. 1.
(2) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33.
(3) - Υπόθεση C-217/91, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-3923).
(4) - ΕΕ L 105, σ. 9.
(5) - ΕΕ L 160, σ. 5.
(6) - ΕΕ L 285, σ. 5.
Full & Egal Universal Law Academy