Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί εκ νέου ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 2473/86 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, σχετικά με το καθεστώς της παθητικής τελειοποιήσεως και το σύστημα σταθερών ανταλλαγών (1). Εν προκειμένω, το Bundesfinanzhof ζητεί από το Δικαστήριο διευκρινίσεις σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, ιδίως δε σχετικά με την ερμηνεία της εννοίας της αξίας της τελειοποιήσεως που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό των οριστικών δασμών.
Κανονιστικό πλαίσιο
2 Όπως προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2473/86, το καθεστώς της παθητικής τελειοποιήσεως επιτρέπει την προσωρινή εξαγωγή κοινοτικών εμπορευμάτων από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, προκειμένου να υποστούν εργασίες τελειοποιήσεως· τα προϋόντα που προκύπτουν από τις εργασίες αυτές (παράγωγα προϋόντα) μπορούν να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, με ολική ή μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς.
Όπως είναι γνωστό, ο σκοπός της ρυθμίσεως αυτής έγκειται στο να αποφεύγεται η επιβολή δασμών σε εμπορεύματα που εξάγονται από την Κοινότητα προς τελειοποίηση. Προς τον σκοπό αυτό, το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Η ολική ή μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς, που προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, συνίσταται στην αφαίρεση από το ποσό των εισαγωγικών δασμών που αντιστοιχούν στα παράγωγα προϋόντα που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία του ποσού των εισαγωγικών δασμών που θα έπρεπε να επιβληθούν στα εμπορεύματα προσωρινής εξαγωγής αν είχαν εισαχθεί στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας από τη χώρα στην οποία αποτέλεσαν αντικείμενο της εργασίας ή της τελευταίας εργασίας τελειοποιήσεως.»
Στην πράξη, οι εισαγωγικοί δασμοί που μπορούν πράγματι να επιβληθούν στα παράγωγα προϋόντα υπολογίζονται κατόπιν αφαιρέσεως του πλασματικού ποσού των δασμών που θα έπρεπε να επιβληθούν στα εμπορεύματα προσωρινής εξαγωγής από το θεωρητικό ποσό των δασμών οι οποίοι θα έπρεπε να επιβληθούν στα παράγωγα προϋόντα κατά την εισαγωγή τους στην Κοινότητα.
3 Η αξία των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής εκτιμάται, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ως εξής: «Η αξία των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής είναι αυτή που λαμβάνεται υπόψη γι' αυτά τα εμπορεύματα κατά τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των παραγώγων προϋόντων, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, σημείο i, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1055/85, ή, εάν η αξία δεν μπορεί να καθοριστεί με τον τρόπο αυτό, η διαφορά μεταξύ της δασμολογητέας αξίας των παραγώγων προϋόντων και των εξόδων τελειοποιήσεως, που καθορίζονται με εύλογο τρόπο».
Πράγματι, για τον υπολογισμό της αξίας των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής προβλέπονται δύο διαφορετικές δυνατότητες. Η πρώτη αφορά την προφανώς συχνότερη περίπτωση κατά την οποία η δασμολογητέα αξία των παραγώγων προϋόντων καθορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 1224/80, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων (2), και εφαρμόζεται εφόσον τα εμπορεύματα προσωρινής εξαγωγής παρέχονται αδαπάνως ή με μειωμένο κόστος (στο εξής: πρώτη δυνατότητα) (3).
Αντιθέτως, η δεύτερη δυνατότητα που προβλέπει η διάταξη αυτή αφορά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες, όπως εν προκειμένω, το ενσωματωθέν στα εισαγόμενα εμπορεύματα προϋόν έχει παρασχεθεί έναντι αντιτίμου, οπότε δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 8 του κανονισμού 1224/80, όπου γίνεται λόγος για προϋόντα που έχουν παρασχεθεί από τον αγοραστή αδαπάνως ή με μειωμένο κόστος (στο εξής: δεύτερη δυνατότητα). Επομένως, στην περίπτωση αυτή, η αξία των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής θα πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, να καθορίζεται κατόπιν αφαιρέσεως από τη δασμολογητέα αξία των παραγώγων προϋόντων των εξόδων τελειοποιήσεως, υπολογιζομένων με εύλογο τρόπο.
Τα πραγματικά περιστατικά και τα προδικαστικά ερωτήματα
4 Το ιστορικό της υποθέσεως της κυρίας δίκης μπορεί να συνοψιστεί ως εξής.
Η εταιρία Wacker Werke GmbH & Co. KG (στο εξής: Wacker Werke) εξάγει προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, υπό καθεστώς παθητικής τελειοποιήσεως, βενζινοκινητήρες και κινητήρες ντίζελ και εισάγει μηχανές κατασκευαζόμενες από τη Wacker Corporation (μια επιχείρηση με την οποία η Wacker Werke συνδέεται οικονομικώς) στις οποίες έχουν ενσωματωθεί οι εν λόγω κινητήρες. Συγκεκριμένα, η Wacker Werke χρεώνει τους βενζινοκινητήρες δικής της κατασκευής βάσει του κόστους κατασκευής, προσαυξημένου κατά 25 %, λαμβανομένων υπόψη των γενικών εξόδων και των περιθωρίων κέρδους, ενώ χρεώνει τους κινητήρες ντίζελ, τους οποίους προμηθεύεται από άλλους παραγωγούς, βάσει της τιμής αγοράς, προσαυξημένης κατά 5 %. Αντιθέτως, οι εισαγόμενες μηχανές χρεώνονται στις τιμές που ορίζονται στους τιμοκαταλόγους της πωλήτριας επιχειρήσεως, μειωμένες κατά 45 %.
Όπως διαπιστώνει το ίδιο το αιτούν δικαστήριο, ουδαμώς συνάγεται ότι οι τιμές που χρεώνονται για τα εμπορεύματα προσωρινής εξαγωγής και για τα παράγωγα προϋόντα επηρεάζονται από τους υφισταμένους μεταξύ των δύο επιχειρήσεων δεσμούς.
5 Αρχικώς, το Hauptzollamt Mόnchen καθόρισε τη δασμολογητέα αξία των παραγώγων προϋόντων και των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής βάσει των τιμών που οι δύο εταιρίες είχαν χρεώσει η μία στην άλλη. Ωστόσο, στη συνέχεια θεώρησε ότι, καίτοι η αξία των παραγώγων προϋόντων έπρεπε να καθοριστεί βάσει των χρεωθεισών τιμών πωλήσεως, η αξία των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής έπρεπε να καθοριστεί βάσει του κόστους κατασκευής (για τους βενζινοκινητήρες) ή της τιμής αγοράς (για τους κινητήρες ντίζελ), δηλαδή χωρίς να ληφθούν υπόψη οι προσαυξήσεις του 25 % ή του 5 % στις οποίες είχε προβεί η Wacker Werke. Κατόπιν αυτού, το Hauptzollamt Mόnchen αξίωσε από τη Wacker Werke την εκ των υστέρων καταβολή δασμού ύψους 36 057,20 γερμανικών μάρκων (DM).
Θεωρώντας ότι ορθή ήταν η αρχικώς υιοθετηθείσα μέθοδος υπολογισμού, η προαναφερθείσα εταιρία υπέβαλε κατ' αρχάς διοικητική ένσταση και, στη συνέχεια, άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht Mόnchen. Η Wacker Werke υποστήριξε, κατ' ουσίαν, ότι οι κινητήρες είχαν παρασχεθεί εξ επαχθούς αιτίας και ότι, κατά συνέπεια, για τον καθορισμό της αξίας των μη τελειοποιηθέντων εμπορευμάτων, δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, σημείο i, του κανονισμού 1224/80, το οποίο προβλέπει ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αξία των «υλών, συστατικών, μερών και παρομοίων στοιχείων που έχουν ενσωματωθεί στα εισαγόμενα εμπορεύματα», δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αφορά, όπως σαφώς προκύπτει από το γράμμα της, μόνο την περίπτωση κατά την οποία οι εν λόγω ύλες και συστατικά έχουν παρασχεθεί «αδαπάνως ή με μειωμένο κόστος».
6 Το Finanzgericht Mόnchen αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τρία προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία των διατάξεων που αφορούν τον καθορισμό της αξίας των παραγώγων προϋόντων και των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής, υπό την έννοια των κανονισμών που προαναφέρθηκαν.
Με απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1992 (4), το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι: «Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2473/86 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, σχετικά με το καθεστώς της παθητικής τελειοποιήσεως και το σύστημα σταθερών ανταλλαγών, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, για τον υπολογισμό της προβλεπομένης ολικής ή μερικής απαλλαγής από εισαγωγικούς δασμούς, ο υπολογισμός των εισαγωγικών δασμών των παραγώγων προϋόντων πρέπει, κατ' αρχήν, να γίνεται βάσει της συναλλακτικής αξίας των εν λόγω προϋόντων, ενώ ο υπολογισμός της αξίας των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής πρέπει να γίνεται σύμφωνα με μία από τις δύο μεθόδους που προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού. Σε περίπτωση που η αξία των παραγώγων προϋόντων έχει καθοριστεί χωρίς καμία προσαρμογή, υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, σημείο i, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας, η αξία των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής είναι ίση προς τη διαφορά μεταξύ της δασμολογητέας αξίας των παραγώγων προϋόντων και των εξόδων τελειοποιήσεως που έχουν καθοριστεί με εύλογο τρόπο. Ο συνυπολογισμός της συναλλακτικής αξίας των οικείων εμπορευμάτων μπορεί να αποτελεί ένα τέτοιο τρόπο.»
7 Κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως αυτής, το Finanzgericht έκανε δεκτή την προσφυγή της Wacker Werke. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι, στην προκείμενη περίπτωση, για τον υπολογισμό του αφαιρετέου ποσού έχει εφαρμογή το άρθρο 13, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη δυνατότητα, του κανονισμού 2473/86 (δεδομένου ότι δεν έχει επέλθει καμία προσαρμογή, υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, σημείο i, του κανονισμού 1224/80) και ότι, επομένως, η αξία της τελειοποιήσεως ισούται με τη συναλλακτική αξία των παραγώγων προϋόντων, δηλαδή με την τιμή αγοράς τους, στην οποία συμπεριλαμβάνονται οι προσαυξήσεις, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα τελειοποιήσεως. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή ακόμη και αν επάγεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του δασμολογίου (ιδίως λόγω της μεγαλύτερης δασμολογικής επιβαρύνσεως των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής σε σχέση με τη δασμολογική επιβάρυνση των παραγώγων προϋόντων) αδικαιολόγητα δασμολογικά πλεονεκτήματα.
8 Κατά της αποφάσεως του Finanzgericht το Hauptzollamt άσκησε αναίρεση.
Ενώπιον του Bundesfinanzhof, το Hauptzollamt ισχυρίστηκε ότι τα έξοδα τελειοποιήσεως, υπό την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη δυνατότητα, του κανονισμού 2473/86, δεν προκύπτουν επακριβώς από την απλή αφαίρεση της τιμής πωλήσεως των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής από την τιμή αγοράς των παραγώγων προϋόντων. Σύμφωνα με τη ratio του καθεστώτος παθητικής τελειοποιήσεως, πρέπει να επιβάλλεται δασμός στην πραγματική αύξηση της αξίας των κοινοτικών εμπορευμάτων ως επακόλουθο της τελειοποιήσεώς τους στην τρίτη χώρα. Η ratio αυτή λαμβάνεται υπόψη μόνο στην περίπτωση που η αξία των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής προσεγγίζει τουλάχιστον κατά πολύ την τιμή αγοράς και τα έξοδα κατασκευής (τούτο συμβαίνει, σε τελική ανάλυση, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 13, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, πρώτη δυνατότητα, του κανονισμού)· αντιθέτως, ενώπιον υψηλών προσαυξήσεων (εν προκειμένω ύψους 25 %), ο συνυπολογισμός τους για τον καθορισμό των εξόδων τελειοποιήσεως έχει ως αποτέλεσμα να αποκλείεται η προβλεπόμενη επιβολή δασμών επί των εξόδων τελειοποιήσεως και να προκύπτουν έτσι για την επιχείρηση αδικαιολόγητα δασμολογικά πλεονεκτήματα.
9 Το Bundesfinanzhof, κρίνοντας ότι η απόφαση Wacker Werke δεν διέλυσε όλες τις αμφιβολίες σχετικά με την ερμηνεία των κρισίμων διατάξεων, ιδίως όσον αφορά τον καθορισμό της αξίας της τελειοποιήσεως, θεώρησε ότι είναι υποχρεωμένο (ως δικαστήριο που δικάζει σε τελευταίο βαθμό δικαιοδοσίας) να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«1) Πρέπει το άρθρο 13, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2473/86 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, σχετικά με το καθεστώς της παθητικής τελειοποίησης κ.λπ. (ΕΕ L 212, σ. 1), να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι o τρόπος καθορισμού των εξόδων τελειοποιήσεως είναι εύλογος μόνον όταν η αξία των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής η οποία προκύπτει από την εφαρμογή του είναι σχεδόν ίση με την τιμή αγοράς που κατέβαλε ο κάτοχος της εγκρίσεως παθητικής τελειοποιήσεως ή με το κόστος κατασκευής;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: μπορεί, για τον καθορισμό των εξόδων τελειοποιήσεως, να ληφθεί υπόψη η τιμή αγοράς που κατέβαλε ο τελειοποιών στον κάτοχο της εγκρίσεως παθητικής τελειοποιήσεως για τα ενσωματωθέντα στο εμπόρευμα υλικά, στην οποία συμπεριλαμβάνονται οι προσαυξήσεις; Ισχύει τούτο ακόμη και σε περίπτωση δασμολογικής ανωμαλίας, όταν δηλαδή το ποσοστό του δασμού που επιβάλλεται στο μη τελειοποιηθέν εμπόρευμα είναι μεγαλύτερο από το επιβαλλόμενο στα παράγωγα προϋόντα;»
10 Θεωρώ ότι στα ερωτήματα αυτά έχει ήδη δοθεί σαφής απάντηση, με την απόφαση Wacker Werke, στην οποία, όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο διαπίστωσε ρητώς, ότι «ο συνυπολογισμός της συναλλακτικής αξίας των οικείων εμπορευμάτων μπορεί να αποτελεί [εύλογο] τρόπο» για τον καθορισμό των εξόδων τελειοποιήσεως.
Συναφώς, παραπέμπω επίσης στις προτάσεις μου στην υπόθεση εκείνη (5). Στις εν λόγω προτάσεις εξέθεσα κατ' αρχάς ότι, γενικώς, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι τα έξοδα που φέρει η επιχείρηση μεταποιήσεως για την κατασκευή των παραγώγων προϋόντων αποτελούν στο σύνολό τους έξοδα τελειοποιήσεως, πλην όμως μια τέτοια προσέγγιση καταλήγει στο να εξισώνει τη δασμολογητέα αξία των παραγώγων προϋόντων προς το ποσό των εξόδων τελειοποιήσεως, με συνέπεια η αξία των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής να ισούται με μηδέν. Είναι σαφές ότι τούτο δεν ανταποκρίνεται στη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη.
11 Στις εν λόγω προτάσεις μου εξέθεσα περαιτέρω ότι, κατά τη γνώμη μου, ένας ορθός και εύλογος τρόπος υπολογισμού του κόστους της τελειοποιήσεως θα μπορούσε να συνίσταται - όταν, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, δεν υφίστανται αμφιβολίες σχετικά με τη συναλλακτική αξία των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής - στην αφαίρεση από τα έξοδα που βαρύνουν τη μεταποιητική βιομηχανία, τα οποία μετακυλίονται στην τιμή πωλήσεως και, κατά συνέπεια, στη δασμολογητέα αξία των παραγώγων προϋόντων, των εξόδων που έχουν γίνει για την αγορά των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής, δεδομένου ότι αυτά ακριβώς τα εμπορεύματα αποτελούν και το αντικείμενο της διαδικασίας τελειοποιήσεως.
Κατά συνέπεια, πρότεινα ως μέθοδο υπολογισμού των εξόδων τελειοποιήσεως των παρασχεθέντων από τη Wacker Corporation παραγώγων προϋόντων την αφαίρεση από την τιμή πωλήσεως που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων αυτών των ποσών που είχαν καταβληθεί από τη Wacker Corporation για την απόκτηση των κινητήρων, συμπεριλαμβανομένων των πραγματοποιηθεισών από την Wacker Werke προσαυξήσεων (6). Όπως προανέφερα, η προσέγγιση αυτή έγινε δεκτή από το Δικαστήριο.
12 Ενόψει της ρητής αποδοχής ότι η συναλλακτική αξία των εμπορευμάτων μπορεί να αποτελεί εύλογο τρόπο για τον καθορισμό των εξόδων τελειοποιήσεως, θεωρώ ότι τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου μπορούν να εξεταστούν μόνο υπό την έννοια ότι τείνουν στη διευκρίνιση του ζητήματος αν τούτο ισχύει επίσης στην περίπτωση δασμολογικών ανωμαλιών, οι οποίες επάγονται αδικαιολόγητο δασμολογικό πλεονέκτημα της επιχειρήσεως.
Πράγματι, σύμφωνα με την άποψη που υποστηρίζει συναφώς το Hauptzollamt και την οποία συμμερίζεται η θεωρία, σε μια τέτοια περίπτωση, δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη αυτούσια η τιμή κόστους της επιχειρήσεως μεταποιήσεως, αλλά, αντιθέτως, αν φαίνεται πολύ υψηλή, πρέπει να μειώνεται μέχρι το ποσό που θα προέκυπτε από την εφαρμογή του άρθρου 13, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, πρώτη δυνατότητα, έτσι ώστε η αξία των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής να προσεγγίζει τουλάχιστον την τιμή αγοράς.
13 Πάντως, δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή ως ορθή, κατ' αρχάς, για συστηματικούς λόγους. Όπως προεξέθεσα, το άρθρο 13, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, προβλέπει δύο διαφορετικές δυνατότητες υπολογισμού της αξίας των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής. Αν, όπως στην προκείμενη περίπτωση, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της πρώτης δυνατότητας, ο υπολογισμός πρέπει να γίνει σύμφωνα με τα κριτήρια της δεύτερης δυνατότητας, πρέπει, δηλαδή, να συνυπολογίζονται τα «έξοδα» τελειοποιήσεως. Επομένως, είναι προφανές ότι πρόκειται για δύο εναλλακτικές μεθόδους υπολογισμού, οι οποίες, συνεπώς, δεν πρέπει κατ' ανάγκη να οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα.
14 Δεν θεωρώ πειστικούς ούτε τους ισχυρισμούς σχετικά με τη ratio του καθεστώτος παθητικής τελειοποιήσεως, η οποία, κατά την άποψη του Hauptzollamt, αγνοείται στην περίπτωση που παρέχονται στην επιχείρηση αδικαιολόγητα φορολογικά πλεονεκτήματα.
Πράγματι, όπως εξέθεσα ήδη στις παλαιότερες προτάσεις μου, ο πρωταρχικός σκοπός του επίμαχου κανονισμού έγκειται όχι στο να αποφεύγονται αδικαιολόγητα φορολογικά πλεονεκτήματα αλλά η επιβολή δασμών επί των εμπορευμάτων που εξάγονται από την Κοινότητα προς τελειοποίηση (7). Συνεπώς, ενόψει της διατυπώσεως του κανόνα, ως έχει σήμερα, τα αδικαιολόγητα δασμολογικά πλεονεκτήματα που ενδεχομένως προκύπτουν πρέπει, τουλάχιστον κατ' αρχήν, να γίνονται ανεκτά (8).
15 Η κατάσταση θα ήταν διαφορετική αν η σχετική με την τελειοποίηση συναλλαγή μεταξύ ενός πωλητή και ενός αγοραστή που συνδέονται μεταξύ τους περιείχε στοιχεία, όπως είναι η εμπορική πολιτική και η πολιτική τιμών που εφαρμόζουν οι συνδεόμενες επιχειρήσεις, δυνάμενα να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι με την πολιτική αυτή επιδιώκονται στην πραγματικότητα άλλοι σκοποί, και όχι η τελειοποίηση, όπως είναι η καταστρατήγηση των δασμολογικών διατάξεων ή ο αδικαιολόγητος πλουτισμός (9).
Ωστόσο, είναι προφανές ότι τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω, δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο επισήμανε ρητά ότι «δεν υπάρχουν ενδείξεις από τις οποίες να προκύπτει ότι οι τιμές που ζητήθηκαν αμοιβαίως από τις επιχειρήσεις επηρεάστηκαν από τις εμπορικές τους σχέσεις».
16 Ενόψει όλων των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα ερωτήματα του Bundesfinanzhof τις ακόλουθες απαντήσεις:
«1) Το άρθρο 13, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη δυνατότητα, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2473/86 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, σχετικά με το καθεστώς της παθητικής τελειοποιήσεως και το σύστημα σταθερών ανταλλαγών, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο τρόπος καθορισμού των εξόδων τελειοποιήσεως δεν μπορεί να θεωρείται εύλογος μόνον όταν η αξία των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής, η οποία προκύπτει από την εφαρμογή του, ισοδυναμεί με την τιμή αγοράς που κατέβαλε ο κάτοχος της εγκρίσεως παθητικής τελειοποιήσεως ή με το κόστος κατασκευής τους.
2) Το ίδιο άρθρο πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η τιμή αγοράς των εμπορευμάτων προσωρινής εξαγωγής, την οποία κατέβαλε ο τελειοποιών στον κάτοχο της εγκρίσεως παθητικής τελειοποιήσεως και στην οποία συμπεριλαμβάνονται οι προσαυξήσεις, μπορεί να λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό των εξόδων τελειοποιήσεως, ακόμη και σε περίπτωση δασμολογικής ανωμαλίας, όταν δηλαδή ο δασμός που επιβάλλεται στο μη τελειοποιηθέν εμπόρευμα είναι μεγαλύτερος από τον επιβαλλόμενο στο παράγωγο προϋόν.»
(1) - ΕΕ L 212, σ. 1. Βλ. ήδη, συναφώς, την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1992 στην υπόθεση C-16/91, Wacker Werke (Συλλογή 1992, σ. I-6821), που αφορά την ίδια διαφορά που αποτελεί αντικείμενο και της παρούσας αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
(2) - ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218.
(3) - Το προαναφερθέν άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, σημείο i, του κανονισμού 1224/80 ορίζει ότι, για τον καθορισμό της αξίας των παραγώγων προϋόντων (σύμφωνα με το άρθρο 3 αυτού) προστίθεται στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή η επιμεριζομένη με τον κατάλληλο τρόπο αξία «των υλών, συστατικών, μερών και παρομοίων στοιχείων που έχουν ενσωματωθεί στα εισαγόμενα εμπορεύματα», εφόσον αυτά παρέχονται άμεσα ή έμμεσα από τον αγοραστή, αδαπάνως ή με μειωμένο κόστος, και χρησιμοποιούνται κατά την παραγωγή και την πώληση προς εξαγωγή των εισαγομένων εμπορευμάτων, στο μέτρο που η αξία αυτή δεν έχει περιληφθεί στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή. Τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω, δεδομένου ότι είναι πασιφανές ότι οι μεταβιβάσεις έγιναν εξ επαχθούς αιτίας.
(4) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 1 απόφαση Wacker Werke.
(5) - Προτάσεις της 13ης Μαου 1992 (Συλλογή 1992, σ. I-6831).
(6) - Προαναφερθείσες προτάσεις, σημείο 7.
(7) - Προαναφερθείσες προτάσεις, σημείο 8.
(8) - Το ίδιο το Bundesfinanzhof, αφού εξέθεσε τις αμφιβολίες που το οδήγησαν στην υποβολή των προδικαστικών ερωτημάτων, τείνει, τελικά, με τη διάταξή του να υιοθετήσει την ερμηνεία αυτή (την οποία, συμμερίζονται, εξάλλου, η Επιτροπή και, όπως είναι φυσικό, η Wacker Werke).
(9) - Εν πάση περιπτώσει, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να ελέγχει αν τούτο συμβαίνει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
Full & Egal Universal Law Academy