Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Στην παρούσα υπόθεση, το Cour du travail de Bruxelles (Ανώτερο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών) υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 46 και 51 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος (1) (στο εξής: κανονισμός). Το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν συνάδει με τις διατάξεις αυτές ο εκ νέου υπολογισμός του τμήματος της συντάξεως λόγω γήρατος του συζύγου που καταβάλλεται στη μη συμβιούσα με αυτόν σύζυγό του, για τον λόγο ότι αυξήθηκε η τιμαριθμικά αναπροσαρμοζόμενη παροχή αναπηρίας την οποία αυτή δικαιούται βάσει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους.
2 Το ζήτημα ανέκυψε διότι η M. Cirotti, η οποία είναι Ιταλίδα, λαμβάνει τόσο το ήμισυ της συντάξεως λόγω γήρατος του Βέλγου συζύγου της όσο και μια ιταλική παροχή αναπηρίας. Ο βελγικός συνταξιοδοτικός οργανισμός, κατά τον αρχικό υπολογισμό του δικαιώματος της M. Cirotti επί της βελγικής συντάξεως, αφαίρεσε το ποσό της ιταλικής παροχής από το ποσό το οποίο αυτή εδικαιούτο prima facie. Έκτοτε, το ποσό της ιταλικής παροχής, το οποίο είναι τιμαριθμικά αναπροσαρμοζόμενο, αυξήθηκε. Ο βελγικός συνταξιοδοτικός οργανισμός ζητεί να μειώσει περαιτέρω το ποσό της βελγικής συντάξεως που λαμβάνει η M. Cirotti κατά το ποσό της εν λόγω αυξήσεως.
3 Το άρθρο 46 θεσπίζει τους κανόνες περί καταβολής παροχών (συντάξεων) λόγω γήρατος και θανάτου, όσον αφορά τους εργαζομένους που έχουν υπαχθεί στη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών. Εν συντομία, οι κανόνες παρέχουν στον εργαζόμενο που έχει συμπληρώσει ασφαλιστικές περιόδους σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη το δικαίωμα επί παροχών γήρατος, καθοριζομένων σύμφωνα με έναν υπολογισμό τον οποίο εξήγησα λεπτομερώς με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Cabras (2), εφόσον οι υπολογιζόμενες κατ' αυτόν τον τρόπο παροχές είναι υψηλότερες από εκείνες τις οποίες θα ελάμβανε ο εργαζόμενος από τα οικεία κράτη μέλη.
4 Το ως άνω παρεχόμενο στον διακινούμενο εργαζόμενο δικαίωμα, να υπαχθεί δηλαδή στο πλέον ευνοϋκό σύστημα, συνεπάγεται καταρχήν ότι, οσάκις υπάρχει μεταβολή στις παροχές που χορηγούνται βάσει του συστήματος αυτού, πρέπει να γίνει νέος υπολογισμός σύμφωνα με το άρθρο 46, προκειμένου να καθοριστεί ποιο σύστημα παρέχει τα περισσότερα πλεονεκτήματα κατόπιν της μεταβολής αυτής (3). Οι περιστάσεις υπό τις οποίες επιβάλλεται εκ νέου σύγκριση των παροχών προβλέπονται στο άρθρο 51.
5 Το άρθρο 51 ορίζει ότι:
«1. Εάν, λόγω της αυξήσεως του κόστους ζωής, της διακυμάνσεως του ύψους των μισθών ή άλλων λόγων προσαρμογής, τροποποιηθούν οι παροχές των ενδιαφερομένων κρατών κατά ένα καθορισμένο ποσοστό ή ποσό, το ποσοστό ή ποσό αυτό πρέπει να εφαρμόζεται απευθείας στις παροχές που καθορίστηκαν σύμφωνα με το άρθρο 46, χωρίς να χρειάζεται νέος υπολογισμός κατά τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου.
2. Αντιθέτως, σε περίπτωση τροποποιήσεως είτε του τρόπου καθορισμού είτε των κανόνων υπολογισμού των παροχών, πραγματοποιείται νέος υπολογισμός σύμφωνα με το άρθρο 46.»
6 Συνεπώς, προκειμένου να μειωθεί η διοικητική επιβάρυνση που συνεπάγεται η επανεξέταση της καταστάσεως του εργαζομένου μετά από κάθε μεταβολή των παροχών, το άρθρο 51, παράγραφος 1, αποκλείει τον εκ νέου υπολογισμό των παροχών σύμφωνα με το άρθρο 46 και, επομένως, την εκ νέου σύγκριση μεταξύ του εθνικού συστήματος και του κοινοτικού συστήματος, οσάκις η μεταβολή που υφίσταται μία από τις παροχές προκύπτει από περιστατικά τα οποία δεν σχετίζονται με την προσωπική κατάσταση του εργαζομένου και αποτελεί τη συνέπεια της γενικής εξελίξεως της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως. Μόνον οσάκις η μεταβολή οφείλεται σε τροποποίηση της μεθόδου καθορισμού ή των κανόνων υπολογισμού μιας παροχής λόγω, μεταξύ άλλων, αλλαγής της προσωπικής καταστάσεως του εργαζομένου, καθίσταται αναγκαίος, βάσει του άρθρου 51, παράγραφος 2, του κανονισμού, ο εκ νέου υπολογισμός των παροχών λόγω γήρατος (4).
7 Όπως εξήγησα με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Cassamali (5):
«Η όλη οικονομία του άρθρου 51 του κανονισμού 1408/71 διακρίνει μεταξύ δύο καταστάσεων: α) τιμαριθμικών αναπροσαρμογών και β) αναπροσαρμογών οφειλομένων στη μεταβολή της μεθόδου υπολογισμού. Στη δεύτερη περίπτωση, χωρεί νέος υπολογισμός εξ υπαρχής. Στην πρώτη, προστίθεται ένα ορισμένο ποσοστό ή ποσό στις μέχρι τούδε καταβαλλόμενες παροχές και, πέρα από την προσαρμογή αυτή, δεν γίνεται κανένας νέος υπολογισμός. Το άρθρο 51 δεν προβλέπει τρίτη δυνατότητα, να λαμβάνεται δηλαδή υπόψη η τιμαριθμική προσαρμογή ενός κράτους μέλους σε άλλο κράτος μέλος, ώστε να εφαρμόζει αυτό το τελευταίο εθνικό κανόνα κατά της σωρεύσεως των παροχών. Το άρθρο 51, παράγραφος 1, θέτει την αρχή της αυτοτελούς εξελίξεως των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως. Άπαξ και υπολογίστηκαν οι παροχές σύμφωνα με το άρθρο 46, εξελίσσονται αυτοτελώς σε καθένα από τα εμπλεκόμενα κράτη μέλη· μια προσαρμογή σ' ένα κράτος μέλος δεν επηρεάζει την παροχή που χορηγείται σε άλλο. Το άρθρο 51, παράγραφος 2, εισάγει εξαίρεση της αρχής αυτής, στην περίπτωση που μεταβάλλεται η μέθοδος υπολογισμού της παροχής. Η εξαίρεση αυτή είναι αναγκαία, διότι τέτοιες μεταβολές ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα να αποβεί ευνοϋκότερος για τον ενδιαφερόμενο ένας διαφορετικός μαθηματικός τύπος. Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι το άρθρο 46 έχει παγίως ερμηνευθεί από το Δικαστήριο υπό την έννοια ότι καθιστά εφαρμοστέα επί ορισμένου προσώπου είτε ολόκληρη την εθνική νομοθεσία είτε ολόκληρη την κοινοτική νομοθεσία, περιλαμβανομένων και των αντιστοίχων κανόνων τους κατά της σωρεύσεως, και δη όποιαν από τις δύο είναι ευνοϋκότερη (βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 1977, 22/77, Mura, Συλλογή τόμος 1977, σ. 491). Είναι μάλλον απίθανο οι διαλαμβανόμενες στο άρθρο 51, παράγραφος 1, περιστάσεις, ήτοι η προσαρμογή των παροχών λόγω αυξήσεως του κόστους ζωής ή του ύψους των μισθών, να επηρέαζαν το αποτέλεσμα της σύγκρισης μεταξύ των δύο εναλλακτικών συστημάτων.»
8 Μολονότι η διατύπωση του άρθρου 51, παράγραφος 1, δεν περιέχει ρητή απαγόρευση [«χωρίς να χρειάζεται νέος υπολογισμός (...)»], το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει το άρθρο αυτό ως περιέχον απαγόρευση (6).
9 Θα εξετάσω τώρα την υπό κρίση υπόθεση, της οποίας η απόφαση περί παραπομπής περιέχει μόνο μια σύντομη περίληψη. Ωστόσο, η παράθεση των κρίσιμων περιστατικών καθίσταται δυνατή βάσει της εθνικής δικογραφίας και των γραπτών παρατηρήσεων των διαδίκων.
10 Η Maria Cirotti είναι Ιταλίδα υπήκοος και ζει στο Chieti, στην Ιταλία. Από το 1973 της καταβάλλεται μια ιταλική σύνταξη αναπηρίας. Ο σύζυγος της Cirotti, ο Raffaele Mennitti, με τον οποίο δεν συζεί, έλαβε από την 1η Απριλίου 1981 έως τον θάνατό του το 1991 πλήρη σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου εργάτη ορυχείου στο Βέλγιο. Το άρθρο 74 του βελγικού βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967, που θεσπίζει τους γενικούς κανόνες περί των συντάξεων λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου και των συντάξεων επιζώντος των μισθωτών, όριζε κατ' ουσίαν, κατά τον χρόνο των περιστατικών, ότι στη γυναίκα που ζει χωριστά από τον σύζυγό της μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να καταβληθεί μέρος της συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου που λαμβάνει ο σύζυγός της. Από τον Ιούλιο του 1981, η M. Cirotti θεμελίωσε δικαίωμα, βάσει του διατάγματος αυτού, επί τμήματος της συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου, που ελάμβανε ο σύζυγός της ως πρώην μισθωτός.
11 Όταν η Μ. Cirotti ζήτησε να της καταβληθεί το τμήμα αυτό της συντάξεως, ο Office national des pensions (εθνικός οργανισμός συντάξεων, στο εξής: ONP) εφάρμοσε το άρθρο 74, παράγραφοι 2, στοιχείο d, και 3 Β, του βασιλικού διατάγματος. Βάσει των διατάξεων αυτών χορηγήθηκε στην M. Cirotti το ήμισυ της συντάξεως του συζύγου της [σύνταξη εγγάμου άνδρα 11 243 βελγικών φράγκων (BFR) μηνιαίως] μείον το ποσό το οποίο ελάμβανε η ίδια ως σύνταξη αναπηρίας στην Ιταλία (το οποίο σε BFR ανερχόταν σε 7 368), οπότε η καθαρή μηνιαία παροχή ανήλθε στο ποσό των 3 875 BFR. Της καταβλήθηκε επίσης ένα επίδομα θερμάνσεως ποσού 586 BFR. Η M. Cirotti δέχθηκε τον υπολογισμό αυτό.
12 Ωστόσο, με απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 1988, ο ONP μείωσε το ποσό των καταβαλλομένων στην M. Cirotti παροχών, λαμβάνοντας υπόψη τις αυξήσεις που είχαν επέλθει από το 1981 στην ιταλική σύνταξη αναπηρίας που ελάμβανε. Όπως προκύπτει, οι αυξήσεις αυτές αποτελούν τιμαριθμικές αναπροσαρμογές. Η M. Cirotti άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως ενώπιον του Tribunal du travail de Bruxelles (πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εργατικών διαφορών). Με απόφαση της 7ης Ιουνίου 1993, το Tribunal du travail έκανε δεκτή την προσφυγή της M. Cirotti, για τον λόγο ότι το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού δεν επιτρέπει νέον υπολογισμό των παροχών.
13 Ο ONP άσκησε έφεση κατά της αποφάσως αυτής ενώπιον του Cour du Travail, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Έχουν τα άρθρα 46 και 51 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 την έννοια ότι εφαρμόζονται σε περίπτωση σωρεύσεως μιας παροχής αναπηρίας, εκκαθαρισθείσας βάσει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους, με παροχή γήρατος για την οποία ισχύει ότι, σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, χορηγείται στον ένα εκ των συζύγων ένα τμήμα της παροχής γήρατος που οφείλεται στον έτερο των συζύγων ως μισθωτό και η οποία είχε εκκαθαριστεί βάσει της νομοθεσίας ετέρου κράτους μέλους, ακόμη και αν η εφαρμογή αυτή έχει ως αποτέλεσμα να ευνοείται ο διακινούμενος εργαζόμενος έναντι του μη διακινουμένου, καίτοι το άρθρο 3, παράγραφος 1, του προπαρατεθέντος κανονισμού προβλέπει την ίση μεταχείριση των υπηκόων των κρατών μελών;»
14 Μολονότι το ερώτημα αναφέρεται γενικώς στα άρθρα 46 και 51 του κανονισμού, από τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και από τα επιχειρήματα των διαδίκων προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν το άρθρο 51, παράγραφος 1, αποκλείει ή αν το άρθρο 51, παράγραφος 2, επιβάλλει τον εκ νέου υπολογισμό των παροχών τις οποίες δικαιούται η M. Cirotti.
15 Κατά την άποψή μου, είναι σαφές ότι το άρθρο 51, παράγραφος 1, αποκλείει τον εκ νέου υπολογισμό στην περίπτωση αυτή.
16 Πρώτον, οι επίμαχες παροχές, δηλαδή το τμήμα της συντάξεως του συζύγου της που λαμβάνει η M. Cirotti και η δική της παροχή αναπηρίας, εμπίπτουν σαφώς στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς ότι εν προκειμένω δεν εμποδίζεται η εφαρμογή του άρθρου 51, παράγραφος 1, από το γεγονός ότι οι δύο παροχές που καταβάλλονται στην M. Cirotti δεν είναι του αυτού είδους, είτε διότι η μία αποτελεί παροχή γήρατος και η άλλη παροχή αναπηρίας (7) είτε διότι η μία παροχή καταβάλλεται με βάση τις περιόδους ασφαλίσεως του συζύγου της και η άλλη (υποθέτω) με βάση τις δικές της (8).
17 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης σαφώς ότι δεν ασκεί επιρροή το αν η παροχή, της οποίας σκοπείται η μείωση λόγω αυξήσεων μιας άλλης τιμαριθμικά αναπροσαρμοζόμενης παροχής, έχει η ίδια υπολογιστεί βάσει μόνο των εθνικών κανόνων ή βάσει του άρθρου 46. Και στις δύο περιπτώσεις, η πρώτη παροχή δεν πρέπει να επηρεάζεται από τις αυξήσεις αυτές (9).
18 Εφόσον, επομένως, για τους προπαρατεθέντες λόγους οι επίμαχες παροχές εμπίπτουν σαφώς στο άρθρο 51, εφόσον η αύξηση της ιταλικής παροχής οφείλεται σε τιμαριθμική αναπροσαρμογή και εφόσον το άρθρο 51, παράγραφος 1, απαγορεύει τον εκ νέου υπολογισμού στις περιπτώσεις αυτές, ο ONP δεν μπορεί να υπολογίσει εκ νέου το τμήμα της συντάξεως του συζύγου της που λαμβάνει η Μ. Cirotti.
19 Δεν με πείθει το επιχείρημα του ONP ότι πρέπει να γίνει αναλογική εφαρμογή της αποφάσεως του Δικαστηρίου Levatino (10). Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού δεν εφαρμόζεται στην αναπροσαρμογή μιας παροχής, όπως το βελγικό εγγυημένο εισόδημα για τους ηλικιωμένους. Η εν λόγω απόφαση, ωστόσο, στηρίχθηκε σαφώς στα ειδικά χαρακτηριστικά του εγγυημένου εισοδήματος· κατά την άποψή μου, τα χαρακτηριστικά αυτά δεν συναντώνται στο επίμαχο εν προκειμένω τμήμα της συντάξεως που λαμβάνει η χωριστά ζώσα σύζυγος και, επομένως, η απόφαση πρέπει να είναι διαφορετική.
20 Η υπόθεση Levatino αφορούσε τα δικαιώματα της μητέρας του Levatino, ονόματι Milazzo, η οποία κατοικούσε στο Βέλγιο και ελάμβανε μια ιταλική και μια βελγική σύνταξη γήρατος. Επιπροσθέτως της καταβαλλόταν παροχή βάσει του συστήματος εγγυημένου εισοδήματος ίση προς τη διαφορά μεταξύ του κατωτάτου εισοδήματος που εγγυάται η βελγική νομοθεσία και των συντάξεων που ελάμβανε. Μετά από μια αύξηση της ιταλικής συντάξεως της Milazzo, που προέκυψε από τιμαριθμική αναπροσαρμογή, ο ONP αποφάσισε να υπολογίσει εκ νέου το ποσό της παροχής εγγυημένου εισοδήματος που της καταβαλλόταν. Η Milazzo προσέβαλε την απόφαση αυτή βάσει του άρθρου 51, παράγραφος 1, του κανονισμού.
21 Με την απόφασή του το Δικαστήριο, αφού εξήγησε την κανονική λειτουργία του άρθρου 51, παράγραφος 1, ανέλυσε τον σκοπό του εγγυημένου εισοδήματος που συνίσταται στην αντιστάθμιση της ανεπάρκειας των πόρων του ενδιαφερομένου προκειμένου να του παρασχεθεί η δυνατότητα να φθάσει το κατώτατο επίπεδο πόρων που εγγυάται ο νόμος. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, εν όψει του μεταβλητού χαρακτήρα του, το ποσό της παροχής κυμαινόταν ανάλογα με την εξέλιξη του ποσού του εγγυημένου εισοδήματος (το οποίο αναπροσαρμοζόταν σε τακτά χρονικά διαστήματα) και τους πόρους του ενδιαφερομένου. Επομένως, αν εφαρμοζόταν το άρθρο 51, παράγραφος 1, δεν θα λαμβανόταν υπόψη η αύξηση των πόρων του ενδιαφερομένου που προέκυπτε από την αναπροσαρμογή της αλλοδαπής συντάξεώς του και οι πόροι του θα υπερέβαιναν μονίμως το κατώτατο εγγυημένο εισόδημα. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι η εφαρμογή του άρθρου 51, παράγραφος 1, «δεν θα ευνοούσε απλώς τον διακινούμενο εργαζόμενο, αλλά και θα αλλοίωνε τον σκοπό της παροχής του εγγυημένου εισοδήματος και θα διατάρασσε το σύστημα της οικείας εθνικής νομοθεσίας» (11).
22 Το Δικαστήριο τόνισε εκ νέου τον μεταβλητό χαρακτήρα της παροχής του εγγυημένου εισοδήματος (12) και πρόσθεσε (13):
«Από την άποψη αυτή, μία παροχή όπως το εγγυημένο εισόδημα διαφέρει από τις συντάξεις γήρατος, καθότι η φύση και ο τρόπος καθορισμού των τελευταίων δεν επηρεάζονται, αντίθετα απ' ό,τι συμβαίνει με το εγγυημένο εισόδημα, από την εφαρμογή του άρθρου 51, παράγραφος 1, ακόμη και αν η εφαρμογή αυτή ευνοεί ενδεχομένως τον διακινούμενο εργαζόμενο.»
23 Το Δικαστήριο κατέληξε ότι η εφαρμογή του άρθρου 51, παράγραφος 1, δεν μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τη διακύβευση αυτού τούτου του σκοπού της καταβαλλομένης παροχής (14).
24 Κατά την άποψή μου, η απόφαση Levatino του Δικαστηρίου ήταν απολύτως εξαιρετική. Οι προπαρατεθείσες σκέψεις της αποφάσεως διακρίνουν ρητώς την παροχή του εγγυημένου εισοδήματος από τις συντάξεις γήρατος. Η M. Cirotti λαμβάνει σύνταξη γήρατος. Είναι γεγονός ότι πρόκειται για τμήμα της χορηγουμένης στον σύζυγό της συντάξεως. Ωστόσο, δεν μπορώ να κατανοήσω κατά ποιο τρόπο το στοιχείο αυτό μπορεί να μεταβάλει τον χαρακτήρα της παροχής αυτής από σύνταξη γήρατος σε παροχή εγγυημένου εισοδήματος. Από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι η M. Cirotti απέκτησε το δικαίωμα επί τμήματος της συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου του συζύγου της υπό τις ίδιες εν πολλοίς προϋποθέσεις με εκείνες από τις οποίες εξαρτάται μια προσωπική σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου: η επίμαχη παροχή αποτελούσε καθορισμένο τμήμα της συντάξεως του συζύγου της (η οποία επομένως εξαρτάται από τη σταδιοδρομία του ως εργαζομένου) και διήπετο από κανόνες περί της σωρεύσεως των παροχών οι οποίοι φαίνεται ότι είναι παρόμοιοι με εκείνους που εφαρμόζονται στην περίπτωση προσωπικής συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου (15). Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν υφίσταται λόγος μη εφαρμογής του άρθρου 51, παράγραφος 1, στις τιμαριθμικές αναπροσαρμογές μιας παροχής χορηγούμενης βάσει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους.
25 Συναφώς, ο ONP επισημαίνει ότι βάσει της βελγικής νομοθεσίας οφείλει, κατά τη χορήγηση ενός τέτοιου τμήματος συντάξεως, να λαμβάνει υπόψη και τα λοιπά είδη εισοδήματος που λαμβάνει ο ενδιαφερόμενος. Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση, η παροχή αναπηρίας που χορηγείται στην M. Cirotti στην Ιταλία πρέπει να ληφθεί υπόψη και το ποσόν της πρέπει να αφαιρεθεί από το τμήμα της συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου του συζύγου της. Ο ONP χαρακτηρίζει επομένως τους κανόνες αυτούς ως κανόνες περί χορηγήσεως παροχών, οι οποίοι δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 51.
26 Το εσφαλμένο του επιχειρήματος αυτού είναι προφανές. Το άρθρο 51 μπορεί να έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ένας διακινούμενος εργαζόμενος λαμβάνει περισσότερες της μιας παροχές από περισσότερα κράτη μέλη. Ελλείψει κανόνων (στον κανονισμό στο εθνικό δίκαιο) περί σωρεύσεως των παροχών, το άρθρο αυτό δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό. Μόνον όταν υφίσταται τέτοια σώρευση έχει εφαρμογή το άρθρο 51. Σύμφωνα με την απόφαση Levatino, το κριτήριο για τη μη εφαρμογή του άρθρου 51, παράγραφος 1, συνίσταται στο ότι η εφαρμογή του θα αλλοίωνε τον σκοπό και θα διατάρασσε το σύστημα της οικείας εθνικής νομοθεσίας. Δεν βλέπω πώς θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι υφίσταται τέτοιος κίνδυνος στην προκειμένη περίπτωση. Το γεγονός ότι οι τιμαριρθμικές αναπροσαρμογές της συντάξεως αναπηρίας της M. Cirotti δεν μπορούν να έχουν ως συνέπεια τον εκ νέου υπολογισμό του καταβαλλομένου σ' αυτήν τμήματος της συντάξεως του συζύγου της ουδαμώς αλλοιώνει τον σκοπό του βελγικού συστήματος που παρέχει στη σύζυγο, η οποία ζει χωριστά από τον σύζυγό της, δικαίωμα επί τμήματος της συντάξεώς του, ούτε διαταράσσει το σύστημα αυτό.
27 Ο ONP υποστηρίζει επίσης ότι η εφαρμογή του άρθρου 51, παράγραφος 1, σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση συνιστά παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού, που αφορά την ισότητα μεταχειρίσεως. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, ορίζει ότι:
«Τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη, και για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού, υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του, υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού.»
Ο ONP ισχυρίζεται ότι η εφαρμογή του άρθρου 51, παράγραφος 1, ευνοεί κατά σύστημα τον σύζυγο που ζει χωριστά εις βάρος του συζύγου τμήμα της συντάξεως του οποίου καταβάλλεται στον πρώτο. Ο ONP υποστηρίζει ότι αυτό ισοδυναμεί με δυσμενή διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 3, παράγραφος 1.
28 Ο ONP εκθέτει πολύ συνοπτικά το επιχείρημα και αδυνατώ να κατανοήσω: α) Πώς είναι δυνατόν η εφαρμογή του άρθρου 51, παράγραφος 1, να οδηγήσει σε κατά σύστημα δυσμενή διάκριση μεταξύ συζύγων και β) κατά ποιο τρόπο η διάκριση αυτή αντιβαίνει στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού, καθόσον το άρθρο αυτό αφορά αποκλειστικά τη δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας;
29 Το εθνικό δικαστήριο ρωτά επιπλέον κατά πόσον θα συνέτρεχε παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού, αν η εφαρμογή του άρθρου 51, παράγραφος 1, σε μια περίπτωση όπως εκείνη της M. Cirotti είχε ως αποτέλεσμα την παροχή πλεονεκτήματος στους διακινουμένους εργαζομένους έναντι των μη διακινουμένων. Στο ερώτημα αυτό κατά τη γνώμη μου πρέπει σαφώς να δοθεί αρνητική απάντηση. Από την απόφαση Mura (16) προκύπτει σαφώς ότι η εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων περί συντονισμού της κοινωνικής ασφαλίσεως μπορεί να συνεπάγεται ορισμένα πλεονεκτήματα για τους διακινουμένους εργαζομένους. Το ίδιο το άρθρο 3, παράγραφος 1, ορίζει ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του κανονισμού (17).
30 Υπάρχει ένα τελευταίο σημείο το οποίο θα αναφέρω για λόγους πληρότητας. Η M. Cirotti επικαλέστηκε την απόφαση Schmidt (18). Η υπόθεση εκείνη αφορούσε το δικαίωμα της C. Schmidt επί προσωπικής συντάξεως γήρατος στη Γερμανία και το δικαίωμά της, μετά το διαζύγιό της από τον σύζυγό της, επί βελγικής συντάξεως υπό την ιδιότητά της ως διαζευγμένης. Το ζήτημα που είχε ανακύψει ήταν αν η προσωπική σύνταξη γήρατος και η σύνταξη διαζευγμένης αποτελούσαν παροχές της ίδιας φύσεως, οπότε η C. Schmidt θα εδικαιούτο το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι δύο συντάξεις δεν αποτελούσαν παροχές της ίδιας φύσεως· επομένως, το άρθρο 46 δεν είχε εφαρμογή και το Rijksdienst voor Pensioenen μπορούσε να εφαρμόσει τους εθνικούς κανόνες περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως προκειμένου να μειώσει το ποσό της βελγικής συντάξεως διαζευγμένου.
31 Η Μ. Cirotti υποστηρίζει ότι η υπόθεση Schmidt ήταν διαφορετική, λόγω του ότι η σύνταξη διαζευγμένου είναι διαφορετική από το δικαίωμα της ίδιας, ως συζύγου που ζει χωριστά, επί τμήματος της συντάξεως του συζύγου της. Ωστόσο, παρέλκει η κρίση επί του σημείου αυτού. Όπως προεκτέθηκε (19), από την απόφαση Ravida (20) προκύπτει σαφώς ότι το άρθρο 51 - με το οποίο δεν είχε να κάνει η απόφαση Schmidt - εφαρμόζεται ακόμα και στις περιπτώσεις παροχών οι οποίες δεν είναι της ίδιας φύσεως. Επομένως, η απόφαση Schmidt δεν είναι κρίσιμη για να καθοριστεί αν το άρθρο 51, παράγραφος 1 πρέπει να έχει ή όχι εφαρμογή.
Πρόταση
32 Επομένως, η άποψή μου είναι ότι στο ερώτημα του Cour du Travail de Bruxelles πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«Το άρθρο 51 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, αποκλείει τον εκ νέου υπολογισμό των παροχών σε περίπτωση μεταβολών που υφίσταται, λόγω της γενικής εξελίξεως της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως, η παροχή αναπηρίας που υπολογίστηκε βάσει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους και η οποία σωρεύεται με παροχή γήρατος, υπολογισθείσα βάσει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, το οποίο χορηγεί στον σύζυγο που ζει χωριστά ένα τμήμα της καταβλητέας στον άλλο σύζυγο παροχής γήρατος μισθωτού.»
(1) - Βλ. για την κωδικοποιημένη έκδοση που είχε εφαρμογή κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών το παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου (ΕΕ 1983, L 230, σ. 6). Ο κανονισμός, και ειδικότερα το άρθρο 46, τροποποιήθηκαν, μεταξύ άλλων, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1248/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992 (ΕΕ 1992, L 136, σ. 7). Η τελευταία κωδικοποιημένη έκδοση δημοσιεύθηκε ως μέρος Ι του παραρτήματος Α του κανονισμού (ΕΟΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 28, σ. 1).
(2) - Υπόθεση C-199/88, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 21ης Μαρτίου 1990 (Συλλογή 1990, σ. I-1023, σημεία 10 έως 15 των προτάσεων). Βλ. επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Darmon στην υπόθεση C-5/91, Di Prinzio, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 1992 (Συλλογή 1992, σ. I-897, σημεία 16 έως 21), και, ως λεπτομερέστερο παράδειγμα, βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Da Cruz Vilaηa στην υπόθεση 323/86, Collini, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1987 (Συλλογή 1987, σ. 5489, σημεία 20 έως 31).
(3) - Απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1982, 7/81, Sinatra (Συλλογή 1982, σ. 137, σκέψη 8).
(4) - Απόφαση της 20ής Μαρτίου 1991, C-93/90, Cassamali (Συλλογή 1991, σ. I-1401, σκέψεις 15 έως 16). Βλ. επίσης απόφαση Sinatra, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3, απόφαση της 1ης Μαρτίου 1984, 104/83, Cinciuolo (Συλλογή 1984, σ. 1285), απόφαση της 12ης Ιουλίου 1989, 141/88, Jordan (Συλλογή 1989, σ. 2387), απόφαση της 21ης Μαρτίου 1990, C-85/89, Ravida (Συλλογή 1990, σ. Ι-1063), και απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 1993, C-193/92, Bogana (Συλλογή 1993, σ. Ι-755).
(5) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 4, σημείο 12.
(6) - Βλ., για παράδειγμα, την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση Cassamali, σκέψη 17, και τα σχόλιά μου στις προτάσεις που ανέπτυξα στην υπόθεση αυτή, σημεία 9 και 10.
(7) - Βλ., για παράδειγμα, απόφαση Cinciuolo, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4.
(8) - Βλ. απόφαση Ravida, παρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψεις 15 έως 17, και τις προτάσεις που ανέπτυξα στην υπόθεση αυτή, σημεία 11 έως 17.
(9) - Βλ. απόφαση Cassamali, παρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 20.
(10) - Απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1993, C-65/92, Levatino (Συλλογή 1993, σ. I-2005).
(11) - Σκέψεις 33 έως 36 της αποφάσεως.
(12) - Σκέψη 37.
(13) - Σκέψη 38.
(14) - Σκέψη 39.
(15) - Βλ., για παράδειγμα, τους επίμαχους κανόνες στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 απόφαση Di Prinzio.
(16) - Παρατεθείσα απόφαση στην παράγραφο 7 ανωτέρω, σκέψεις 8 έως 10.
(17) - Βλ., περαιτέρω, τις προτάσεις μου στην υπόθεση Levatino, παρατεθείσα στην υποσημείωση 10, σημεία 19 και 20.
(18) - Απόφαση της 11ης Αυγούστου 1995, C-98/94 (Συλλογή 1995, σ. I-2559).
(19) - Στην παράγραφο 16.
(20) - Παρατεθείσα απόφαση στην υποσημείωση 4, σκέψη 23 της αποφάσεως.
Full & Egal Universal Law Academy