Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Στην παρούσα υπόθεση το tribunal du travail των Βρυξελλών (Βέλγιο) υπέβαλε στο Δικαστήριο, με διάταξη περί παραπομπής της 22ας Απριλίου 1996, τρία ερωτήματα που αφορούν την ερμηνεία της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (1) (στο εξής: οδηγία). Με τα ερωτήματα αυτά ζητείται κατ' ουσίαν να επανεξετάσει το Δικαστήριο την απόφασή του της 1ης Ιουλίου 1993 στην υπόθεση C-154/92, Van Cant (2), στην οποία είχε κριθεί, μεταξύ άλλων, ότι η οδηγία δεν επιτρέπει τη διατήρηση μιας διαφοράς μεταξύ των ανδρών και γυναικών εργαζομένων, όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού της συντάξεως, όταν έχει καταργηθεί η ισχύουσα μέχρι τότε διαφορά ως προς την ηλικία συνταξιοδοτήσεως.
Η οδηγία
2 Κατά το άρθρο 1, η οδηγία αποσκοπεί στην προοδευτική εφαρμογή, στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας είναι διατυπωμένο ως εξής:
«1. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση και ιδιαίτερα όσον αφορά:
- το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους πρόσβασης στα συστήματα αυτά,
- την υποχρέωση καταβολής εισφορών και τον υπολογισμό των εισφορών,
- τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευομένου προσώπου και τις προϋποθέσεις διαρκείας και διατηρήσεως του δικαιώματος επί των παροχών.»
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, ορίζει ότι:
«1. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια που έχουν τα κράτη μέλη να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της:
α) τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τη χορήγηση συντάξεων γήρατος και συντάξεων εν γένει και τις συνέπειες που είναι δυνατό να προκύψουν για άλλες παροχές·
(...).»
Το εθνικό δίκαιο
3 Το βασιλικό διάταγμα 50, της 24ης Οκτωβρίου 1967, σχετικά με τις συντάξεις γήρατος και τις συντάξεις επιζώντων των μισθωτών (3) (στο εξής: διάταγμα), καθορίζει ως κανονική ηλικία συνταξιοδοτήσεως το 60ό έτος για τις γυναίκες και το 65ο έτος για τους άνδρες. Το δικαίωμα συντάξεως αποκτάται, για κάθε ημερολογιακό έτος, κατ' αναλογία κλάσματος των αποδοχών, το ύψος των οποίων καθορίζεται σύμφωνα με ορισμένους ειδικούς κανόνες. Όσον αφορά τους άνδρες, η σύνταξη ισούται, κατά ημερολογιακό έτος, με το 1/45 των αποδοχών όπως υπολογίζονται και, όσον αφορά τις γυναίκες, με το 1/40.
4 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του νόμου της 20ής Ιουλίου 1990, περί θεσπίσεως ελαστικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των εργαζομένων και της προσαρμογής των συντάξεων των εργαζομένων προς την εξέλιξη του γενικού βιοτικού επιπέδου (4) (στο εξής: νόμος), προβλέπει ότι η σύνταξη μπορεί να ληφθεί το νωρίτερο από την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί τον μήνα κατά τον οποίο ο ενδιαφερόμενος συμπλήρωσε το 60ό έτος της ηλικίας του.
Όσον αφορά τον υπολογισμό της συντάξεως, το άρθρο 3, παράγραφος 1, ορίζει ότι το δικαίωμα συντάξεως αποκτάται, για κάθε ημερολογιακό έτος, κατ' αναλογία κλάσματος των αποδοχών, που υπολογίζονται σύμφωνα με τον τρόπο καθορισμού που αναφέρεται στο διάταγμα, δηλαδή σε τεσσαρακοστά πέμπτα για τους άνδρες και τεσσαρακοστά για τις γυναίκες.
5 Αυτή η νομική βάση οδήγησε στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως στην απόφαση Van Cant. Το Δικαστήριο, στη σκέψη 13 της αποφάσεως Van Cant, έκρινε ότι «σε περίπτωση που η εθνική ρύθμιση έχει καταργήσει τη διαφορά της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως που υφίστατο μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών - πραγματικό στοιχείο του οποίου η διαπίστωση εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο - δεν μπορεί πλέον να γίνει επίκληση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο αα, της προπαρατεθείσας οδηγίας 79/7, προκειμένου να δικαιολογηθεί η διατήρηση μιας διαφοράς ως προς τον τρόπο υπολογισμού της συντάξεως, η οποία απέρρεε από τη διαφορά ως προς την ηλικία συνταξιοδοτήσεως».
Το Δικαστήριο διαπίστωσε, εξάλλου, ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας (σκέψη 18) είχε άμεση ισχύ από τις 23 Δεκεμβρίου 1984 και ότι, σε περίπτωση που καταργηθεί η κρίσιμη διάταξη, η κατηγορία που υφίσταται δυσμενή διάκριση δικαιούται να ζητήσει να υπαχθεί στο ίδιο καθεστώς με την ευνοούμενη κατηγορία που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση, καθεστώς το οποίο αποτελεί, σε περίπτωση μη ορθής εφαρμογής της οδηγίας, το μόνο έγκυρο σύστημα αναφοράς (σκέψη 22).
6 Το Δικαστήριο δεν έλαβε δηλαδή θέση επί του ζητήματος κατά πόσον ο νόμος κατήργησε τη διαφορά που υπήρχε μεταξύ των ανδρών και των γυναικών εργαζομένων, όσον αφορά την ηλικία συνταξιοδοτήσεως, εφόσον το ζήτημα αυτό αφορούσε την ερμηνεία του εθνικού δικαίου. Τα εθνικά δικαστήρια δεν έδωσαν όμως την ίδια λύση στο ζήτημα αυτό. Έτσι, το cour du travail της Γάνδης θεώρησε ότι είχε διατηρηθεί η διαφορά στην ηλικία συνταξιοδοτήσεως, ενώ το cour du travail της Λιέγης και το cour du travail της Αμβέρσας κατέληξαν στο αντίθετο συμπέρασμα, δηλαδή ότι ο νόμος καταργεί τη διαφορά στην ηλικία συνταξιοδοτήσεως.
7 Ξωρίς να περιμένει την ενδεχόμενη διευκρίνιση του ερμηνευτικού αυτού ζητήματος από το Cour de cassation de Belgique (αναιρετικό δικαστήριο του Βελγίου), ο Βέλγος νομοθέτης εξέδωσε, στις 19 Ιουνίου 1996, ένα νόμο (5) που ερμηνεύει τον προαναφερθέντα νόμο (στο εξής: ερμηνευτικός νόμος).
Το άρθρο 2 του ερμηνευτικού νόμου είναι διατυπωμένο ως εξής:
«Για την εφαρμογή των άρθρων 2, παράγραφοι 1, 2 και 3, και 3, παράγραφοι 1, 2, 3, 5, 6 και 7, του νόμου, ως "σύνταξη" νοείται η αντισταθμιστική παροχή που χορηγείται στον δικαιούχο, ο οποίος θεωρείται ότι κατέστη ανίκανος για εργασία λόγω γήρατος, πράγμα που θεωρείται ότι συμβαίνει στην ηλικία των 65 ετών για τους άνδρες δικαιούχους και στην ηλικία των 60 ετών για τις γυναίκες δικαιούχους.»
8 Η αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου (6) αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Ο νόμος της 20ής Ιουλίου 1990 καθιέρωσε μία "ελαστική" ηλικία συνταξιοδοτήσεως που επιτρέπει συγκεκριμένα στους άνδρες να συνταξιοδοτηθούν πριν από την ηλικία των 65 ετών, επιτρέπει δηλαδή την πρόωρη συνταξιοδότηση με μείωση της συντάξεως αλλά χωρίς πρόσθετη κύρωση. Η δυνατότητα αυτή υπήρχε και στην προηγούμενη του νόμου της 20ής Ιουλίου 1990 νομοθεσία περί συντάξεων. Η μόνη διαφορά με την προηγούμενη νομοθετική ρύθμιση είναι ότι οι οικονομικές επιπτώσεις της μειώσεως σε περίπτωση πρόωρης συνταξιοδοτήσεως είναι μικρότερες απ' ό,τι προηγουμένως.»
Πριν από τη θέσπιση του προαναφερθέντος νόμου οι οικείες παροχές μειώνονταν κατά 5 % για κάθε χρόνο στην περίπτωση της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως.
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως
9 Το Office national des pensions (στο εξής: ONP) χορήγησε στον Louis Wolfs σύνταξη 109 026 βελγικών φράγκων ετησίως από 1ης Σεπτεμβρίου 1995. Η παροχή αυτή υπολογίστηκε βάσει του κλάσματος 13/45, λαμβανομένων υπόψη των ετών 1955 έως 1967.
10 Ο Wolfs άσκησε, στις 12 Ιουλίου 1995, προσφυγή κατά του ΟΝΡ, ζητώντας, μεταξύ άλλων, τον υπολογισμό της συντάξεώς του σε τεσσαρακοστά και όχι σε τεσσαρακοστά πέμπτα.
Τα υποβληθέντα ερωτήματα
11 Με διάταξη της 22ας Απριλίου 1996 - που εκδόθηκε δηλαδή πριν από τη θέση σε ισχύ του ερμηνευτικού νόμου - το tribunal du travail των Βρυξελλών ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Εμπίπτει η καθιέρωση, από ένα κράτος μέλος, ενός ελαστικού συνταξιοδοτικού συστήματος, σύμφωνα με τη σύσταση 82/857/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Υπουργών της Ευρωπαϋκής Ενώσεως, της 10ης Δεκεμβρίου 1982 (σύσταση σχετικά με τις αρχές μιας κοινοτικής πολιτικής όσον αφορά την ηλικία συνταξιοδοτήσεως) (7), στη δυνατότητα παρεκκλίσεως που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο αα, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978 (περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως), υπό την έννοια ότι ο καθορισμός ελαστικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τους άνδρες και τις γυναίκες, π.χ. μεταξύ του 60ου και του 65ου έτους της ηλικίας, δεν μπορεί να εξομοιωθεί άνευ ετέρου με τον καθορισμό πανομοιότυπης για όλους ηλικίας αποχωρήσεως και, ακόμη και αν συνδυάζεται με τη διατήρηση διαφορετικού τρόπου υπολογισμού της συντάξεως για τους άνδρες και τις γυναίκες, δεν είναι κατ' ανάγκη αντίθετος προς την κατ' άρθρο 4, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας 79/7/ΕΟΚ αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των ανδρών και των γυναικών, δεδομένου ότι κάθε μελλοντικός συνταξιούχος έχει, υπό το σύστημα αυτό, την ευχέρεια να καθορίσει ελεύθερα την έναρξη καταβολής της συντάξεώς του αναλόγως της σταδιοδρομίας του και μάλιστα αν το ανωτέρω σύστημα ανταποκρίνεται σε έναν αναγκαίο σκοπό της κοινωνικής πολιτικής του κράτους και δικαιολογείται από λόγους ξένους προς τη διάκριση λόγω φύλου;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως και ενόψει της υλοποίησης των στόχων τόσο της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ όσο και της συστάσεως 82/857/ΕΟΚ, δηλαδή της καθιερώσεως ελαστικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για όλους και της ισότητας ανδρών και γυναικών στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, και ενόψει της συνεκτιμήσεως της τυπικής ισότητας και των πραγματικών διακρίσεων που υφίστανται μεταξύ ανδρών και γυναικών στον τομέα των εκ του νόμου συντάξεων, υποχρεούνται αυτομάτως τα κράτη μέλη να εξισώσουν προς τα κάτω τις προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως, εξασφαλίζοντας στους άνδρες και στις γυναίκες το δικαίωμα να λάβουν σύνταξη κατ' επιλογήν του ενδιαφερομένου από τη χαμηλότερη ηλικία και με τον τρόπο υπολογισμού που εφαρμοζόταν μέχρι τότε στην κατηγορία που μπορούσε να συνταξιοδοτηθεί από την ηλικία αυτή· και τούτο, οποιεσδήποτε και αν είναι οι εντεύθεν συνέπειες για τη χρηματοοικονομική ισορροπία συνταξιοδοτικών συστημάτων που δεν έχουν συσταθεί βάσει των αρχών αυτών;
3) Πάντοτε σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, πρέπει, βάσει του ευρωπαϋκού δικαίου, η ευνοϋκότερη για τον ενδιαφερόμενο λύση να εφαρμοστεί στο σύνολο της σταδιοδρομίας του ή μόνο στα έτη σταδιοδρομίας που είναι μεταγενέστερα είτε της ενάρξεως ισχύος του νόμου περί καθιερώσεως ελαστικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως είτε της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων της 1ης Ιουλίου 1993 στην υπόθεση Remi Van Cant κατά Office national des pensions;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
12 Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν το Δικαστήριο θεωρεί ότι συντρέχει εν προκειμένω λόγος να επανεξετάσει την απόφαση Van Cant. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει το γεγονός ότι ο νόμος ορίζει ελαστική ηλικία συνταξιοδοτήσεως που δίνει στους άνδρες εργαζομένους τη δυνατότητα, αφού συμπληρώσουν το 60ό έτος της ηλικίας τους, να επιλέξουν οι ίδιοι την ημερομηνία - πριν από τη συμπλήρωση του 65ου έτους - κατά την οποία επιθυμούν να αρχίσει η καταβολή της συντάξεώς τους.
13 Ο Louis Wolfs υποστήριξε ότι από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Van Cant προκύπτει ότι ο ΟΝΡ ήταν υποχρεωμένος να εφαρμόσει κλάσμα με παρανομαστή 40, τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες.
14 Ο ΟΝΡ και η Βελγική Κυβέρνηση υποστήριξαν ότι το Δικαστήριο απάντησε ήδη στο ερώτημα που υποβάλλεται εν προκειμένω με την απόφαση Van Cant και ότι ο ερμηνευτικός νόμος ρύθμισε πλέον το ερμηνευτικό ζήτημα που το Δικαστήριο είχε ρητώς κρίνει ότι αποτελεί ζήτημα εθνικού δικαίου. Ο νόμος, όπως ερμηνεύθηκε με τον ερμηνευτικό νόμο, δεν κατάργησε τη διαφορά στην ηλικία συνταξιοδοτήσεως. Αυτό προκύπτει και από το γεγονός ότι η ηλικία συνταξιοδοτήσεως εξακολούθησε να είναι το 60ό έτος για τις γυναίκες και το 65ο έτος για τους άνδρες σε άλλους τομείς της κοινωνικής νομοθεσίας. Έτσι, παραδείγματος χάριν, αυτή η ηλικία συνταξιοδοτήσεως εξακολουθεί να ισχύει στο επίδομα ανεργίας και στις παροχές λόγω αναπηρίας. Ο πραγματικός σκοπός του νόμου είναι να δώσει στους άνδρες εργαζομένους τη δυνατότητα να συνταξιοδοτηθούν πρόωρα, λόγος για τον οποίο ο νόμος αυτός αποτελεί σταδιακή εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
15 Η Επιτροπή επισήμανε ότι, στην παρούσα υπόθεση, υπήρξε πραγματική αμφισβήτηση σχετικά με το περιεχόμενο του νόμου και ότι ο νόμος δεν είχε ως συνέπεια τη γενική εφαρμογή του 60ού έτους ως ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τα δύο φύλα. Από πολλά στοιχεία προκύπτει ότι ο νομοθέτης δεν είχε την πρόθεση να καταργήσει, με τον νόμο αυτό, τη διαφορά στην ηλικία συνταξιοδοτήσεως και ότι ο νόμος αυτός αποτελεί, κατά συνέπεια, μόνο ένα στοιχείο στη σταδιακή εφαρμογή της καταργήσεως αυτής. Η Επιτροπή υποστηρίζει, κατά συνέπεια, την άποψη ότι η δυνατότητα αποκλεισμού που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο αα, εφαρμόζεται στον νόμο, όπως αυτός ερμηνεύθηκε με τον ερμηνευτικό νόμο.
Ανάλυση
16 Από τη σκέψη 11 της αποφάσεως Van Cant προκύπτει ότι μια εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει διαφορετικό τρόπο υπολογισμού των συντάξεων γήρατος, ανάλογα με το φύλο των εργαζομένων επάγεται δυσμενή διάκριση, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας.
17 Από το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο αα, της οδηγίας προκύπτει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τη χορήγηση συντάξεων γήρατος και συντάξεων εν γένει. Αν η ηλικία συνταξιοδοτήσεως είναι η ίδια για τα δύο φύλα, δεν πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παρεκκλίσεως.
18 Το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 13 της αποφάσεως Van Cant, ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση της δυνατότητας αποκλεισμού που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο αα, η οποία, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου πρέπει να ερμηνεύεται στενά (8), προκειμένου να δικαιολογηθεί η διατήρηση μιας διαφοράς ως προς τον τρόπο υπολογισμού της συντάξεως, όταν έχει καταργηθεί η ίδια η διαφορά ως προς την ηλικία συνταξιοδοτήσεως. Το Δικαστήριο έκρινε συνεπώς ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο αα, αφορά μόνον την ίδια την ηλικία συνταξιοδοτήσεως και όχι άλλες μορφές άνισης μεταχειρίσεως στο πλαίσιο του συστήματος συνταξιοδοτήσεως, που δεν αποτελούν αναγκαστικά συνέπεια της εν λόγω διαφοράς ως προς την ηλικία συνταξιοδοτήσεως (9).
19 Στην παρούσα υπόθεση δεν προσκομίσθηκε κανένα στοιχείο ικανό να οδηγήσει το Δικαστήριο σε επανεξέταση της ερμηνείας της αρχής του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο αα, όπως διατυπώθηκε με την απόφαση Van Cant.
20 Όπως επεσήμανε το Δικαστήριο στη σκέψη 13 της αποφάσεως αυτής, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί αν η εθνική νομοθεσία κατήργησε πράγματι τη διαφορά ως προς την ηλικία συνταξιοδοτήσεως. Η θέσπιση του ερμηνευτικού νόμου συνέβαλε πλέον στη διευκρίνιση του ζητήματος αυτού, εφόσον προβλέπεται ότι ο νόμος πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι η σύνταξη λόγω γήρατος είναι η παροχή που χορηγείται σε πρόσωπα που κατέστησαν ανίκανα προς εργασία λόγω της ηλικίας τους, για τις γυναίκες με τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας τους και για τους άνδρες με τη συμπλήρωση του 65ου έτους. Η «ελαστική» ηλικία συνταξιοδοτήσεως, που εισήγαγε ο νόμος, έχει απλώς την έννοια ότι οι άνδρες εργαζόμενοι έχουν τη δυνατότητα να συνταξιοδοτηθούν πρόωρα στην ηλικία των 60 ετών, με την αντίστοιχη μείωση του ποσού της συντάξεως. Το αιτούν δικαστήριο, με τη διάταξή του, στηρίχθηκε στην ερμηνεία αυτή.
21 Η έκδοση ενός ερμηνευτικού νόμου μπορεί να συνεπάγεται ενδοιασμούς σε επίπεδο αρχών. Μπορεί να υποτεθεί ότι ένας τέτοιος νόμος επιφέρει αναδρομική τροποποίηση του εφαρμοζομένου δικαίου, εφόσον η ερμηνεία του υπάρχοντος νόμου από τον νομοθέτη δεν ταυτίζεται με την ερμηνεία που δίνουν τα ανώτερα εθνικά δικαστήρια. Εξάλλου, πολλά στοιχεία συνηγορούν υπέρ του ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο αα, της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει αποκλειστικά και μόνο τη διατήρηση μιας διαφοράς ως προς την ηλικία συνταξιοδοτήσεως, αλλ' όχι και την (επαν)εισαγωγή μιας τέτοιας διαφοράς. Στην περίπτωση αυτή μια τέτοια τροποποίηση δεν μπορεί να θεσπιστεί κατά καταστρατήγηση, με τη μορφή «ερμηνευτικού νόμου».
22 Στην παρούσα υπόθεση ο τρόπος ερμηνείας του νόμου, όπως προκύπτει στην πράξη από τις διαφορετικές ερμηνείες που διατύπωσαν τα βελγικά δικαστήρια, δημιουργεί ερωτήματα. Η ερμηνεία στην οποία στηρίχθηκαν τόσο ο Βέλγος νομοθέτης όσο και το αιτούν δικαστήριο βασίζεται στο γεγονός ότι ο νόμος δεν είχε ως συνέπεια την κατάργηση της διαφοράς ως προς την ηλικία συνταξιοδοτήσεως για τη λήψη, παραδείγματος χάριν, του επιδόματος ανεργίας ή των παροχών λόγω αναπηρίας, ηλικία που εξακολουθεί να είναι το 60ό έτος για τις γυναίκες και το 65ο έτος για τους άνδρες. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή του ερμηνευτικού νόμου δεν προκαλεί, κατά την άποψή μου, στην παρούσα υπόθεση, ιδιαίτερες αντιρρήσεις.
23 Ο νόμος, όπως ερμηνεύθηκε με τον ερμηνευτικό νόμο, πρέπει κατά συνέπεια να θεωρηθεί ως ένα στοιχείο της σταδιακής καταργήσεως της άνισης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σύμφωνα με την παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο αα, της οδηγίας. Παραπέμπω, σχετικά, στην απόφαση της 7ης Ιουλίου 1994 στην υπόθεση C-420/92, Bramhill (10), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η δυνατότητα αποκλεισμού δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο δδ, όσον αφορά τη χορήγηση προσαυξήσεων για την προστατευόμενη σύζυγο, εξακολουθούσε να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις στις οποίες ένα κράτος μέλος καταργούσε την άνιση μεταχείριση όσον αφορά τις γυναίκες που πληρούσαν ορισμένες προϋποθέσεις.
24 Υπό τις συνθήκες αυτές προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο ερώτημα ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο αα, της οδηγίας 79/7 έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται σε ένα σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπει «ελαστική» σύνταξη γήρατος, όπως το σύστημα που εισήγαγε ο νόμος της 20ής Ιουλίου 1990, όπως ερμηνεύθηκε με τον νόμο της 19ης Ιουνίου 1996, σύμφωνα με τον οποίο η σύνταξη γήρατος ορίζεται ως παροχή που χορηγείται στα πρόσωπα που κατέστησαν ανίκανα προς εργασία λόγω της ηλικίας τους, πράγμα που θεωρείται ότι συμβαίνει στις γυναίκες με τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας τους και στους άνδρες με τη συμπλήρωση του 65ου έτους, πλην όμως ο άνδρας μπορεί να επιλέξει να συνταξιοδοτηθεί μετά τη συμπλήρωση του 60ού έτους.
Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος
25 Παρέλκει, κατά συνέπεια, να δοθεί απάντηση στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα, που υποβλήθηκαν μόνο για την περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα.
Πρόταση
26 Βάσει των προηγουμένων σκέψεων προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο ερώτημα που υποβλήθηκε από το tribunal du travail των Βρυξελλών ως εξής:
«Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο αα, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται επί συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπει τη χορήγηση "ελαστικής" συντάξεως γήρατος, όπως αυτό που προβλέπει ο νόμος της 20ής Ιουλίου 1990, όπως ερμηνεύτηκε με τον νόμο της 19ης Ιουνίου 1996, σύμφωνα με τον οποίο η σύνταξη γήρατος ορίζεται ως παροχή που χορηγείται στα πρόσωπα που κατέστησαν ανίκανα προς εργασία λόγω της ηλικίας τους, πράγμα που θεωρείται ότι συμβαίνει στις γυναίκες με τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας τους και στους άνδρες με τη συμπλήρωση του 65ου έτους, πλην όμως ο ο άνδρας μπορεί να επιλέξει να συνταξιοδοτηθεί μετά τη συμπλήρωση του 60ού έτους.»
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160.
(2) - Συλλογή 1993, σ. I-3811.
(3) - Moniteur belge, της 27ης Οκτωβρίου 1967, σ. 11258.
(4) - Moniteur belge της 15ης Αυγούστου 1990, σ. 15875.
(5) - Ερμηνευτικός νόμος του νόμου της 20ής Ιουλίου 1990 περί θεσπίσεως ελαστικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των εργαζομένων και της προσαρμογής των συντάξεων των εργαζομένων προς την εξέλιξη του γενικού βιοτικού επιπέδου, Moniteur belge, σ. 22346.
(6) - Βουλή των Αντιπροσώπων, τακτική σύνοδος 1995-1996 της 26ης Φεβρουαρίου 1996, έγγραφο αριθ. 449/1.
(7) - ΕΕ L 357, σ. 27.
(8) - Βλ., παραδείγματος χάριν, την απόφαση της 30ής Μαρτίου 1993, C-328/91, Thomas κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. Ι-1247, σκέψη 8).
(9) - Στην απόφασή του της 7ης Ιουλίου 1992, C-9/91, Equal Opportunities Commission (Συλλογή 1992, σ. Ι-4297), το Δικαστήριο έκρινε ότι μια άνιση μεταχείριση, η οποία συνδέεται κατ' ανάγκη με τη διαφορά ως προς την ηλικία συνταξιοδοτήσεως, εμπίπτει και αυτή στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο αα. Στην εν λόγω υπόθεση επρόκειτο για περιόδους καταβολής εισφορών, οι οποίες για τους άνδρες ήταν κατά πέντε έτη μεγαλύτερες απ' ό,τι για τις γυναίκες, πράγμα που αντικατόπτριζε, ακριβώς, τη διαφορά ως προς την ηλικία συνταξιοδοτήσεως.
(10) - Συλλογή 1994, σ. Ι-3191.
Full & Egal Universal Law Academy