Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Οι προτάσεις μου αφορούν δύο διαφορετικές υποθέσεις: μία αίτηση του High Court of Justice, Queen's Bench Division για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως (υπόθεση C-157/96), και μία προσφυγή του Ηνωμένου Βασιλείου κατά της Επιτροπής (υπόθεση C-180/96).
Σε αμφότερες τις υποθέσεις αμφισβητείται το κύρος της αποφάσεως 96/239/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 1996, σχετικά με ορισμένα επείγοντα μέτρα προστασίας από τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών (στο εξής: απόφαση) (1), η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν σε όλα τα κράτη μέλη. Εκδίδοντας την απόφαση αυτή, η Επιτροπή επέβαλε στο Ηνωμένο Βασίλειο την απαγόρευση να εξάγει προς τα λοιπά κράτη μέλη και σε τρίτες χώρες ζώντα βοοειδή και βόειο κρέας, καθώς και ορισμένα παράγωγα προϋόντα.
Το προγενέστερο της αποφάσεως πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο
2 Θεωρώ καταρχάς σκόπιμο να υπενθυμίσω ότι η σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών (στο εξής: ΣΕΒ), ευρύτερα γνωστή ως ασθένεια των «τρελλών αγελάδων», καταλέγεται μεταξύ των εκφυλιστικών του εγκεφάλου ασθενειών, οι οποίες χαρακτηρίζονται από αλλοιώσεις των εγκεφαλικών ιστών, προσλαμβάνουσες σπογγώδη μορφή κατά τη μικροσκοπική ανάλυση, καθώς και από την παρουσία στους ιστούς αυτούς και, ενίοτε, σε άλλους ιστούς μιας ισόμορφης πρωτενης, η οποία ονομάζεται πρωτενη προϋός. Πρόκειται για ασθένειες που προσβάλλουν πλείονα του ενός είδη ζώων, ιδίως τα προβατοειδή («τρομώδης ασθένεια των προβάτων»), τα βοοειδή, την κατοικίδια γάτα και την ικτίδα εκτροφείου, καθώς επίσης και τον άνθρωπο (αναφέρομαι, για παράδειγμα, στην ασθένεια kuru στην Νέα Γουινέα και στην ασθένεια Creutzfeldt-Jakob, η οποία προσβάλλει κατά κανόνα τους ηλικιωμένους).
Εξακολουθεί να παραμένει άγνωστη η ακριβής φύση των μολυσματικών παραγόντων στους οποίους οφείλεται η μετάδοση της ΣΕΒ. Σύμφωνα με τις σήμερα διαθέσιμες πληροφορίες, η ΣΕΒ οφείλεται στη χρήση, για τη διατροφή των βοοειδών, κρεαταλεύρων και οστεαλεύρων από προβατοειδή ή βοοειδή τα οποία περιέχουν τον μολυσματικό παράγοντα και δεν έχουν υποστεί την ενδεδειγμένη επεξεργασία. Το αν υπάρχουν και άλλοι τρόποι μεταδόσεως της νόσου ερίζεται. Μέχρι σήμερα, η κάθετη μετάδοση της νόσου, μέσω της μητέρας, ή η οριζόντια μετάδοση, ιδίως με την επαφή, έχουν διαπιστωθεί μόνο σε σχέση με ορισμένες μορφές μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών, όπως είναι η «τρομώδης ασθένεια των προβάτων». Πειράματα απέδειξαν ότι ορισμένες μεταδοτικές σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες μπορούν να μεταδοθούν από ένα είδος ζώου σε άλλο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.
3 Το ενδεχόμενο μεταδόσεως του μολυσματικού παράγοντα της ασθενείας των βοοειδών στον άνθρωπο ελήφθη υπόψη ύστερα από την εμφάνιση κρουσμάτων της ΣΕΒ στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά το 1986. Έκτοτε, το ίδιο το Ηνωμένο Βασίλειο έλαβε διάφορα προληπτικά μέτρα. Ειδικότερα, με τη Ruminant Feed Ban (απαγόρευση χρήσεως ζωοτροφών από μηρυκαστικά), η οποία προβλέπεται στο Bovine Spongiforme Encephalopathy Order 1988 (2), απαγορεύθηκε, από τον Ιούλιο του 1988, η χρήση των προερχομένων από μηρυκαστικά πρωτεϋνών λόγω υπονοιών ότι αποτελούν την αιτία της μολύνσεως. Με αλλεπάλληλες τροποποιήσεις της ιδίας κανονιστικής ρυθμίσεως, επιβλήθηκε στη συνέχεια η υποχρέωση αναφοράς όλων των υπόπτων περιπτώσεων και σφαγής όλων των βοοειδών για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι προσβλήθηκαν από τη νόσο, ενώ επιβλήθηκαν περιορισμοί στην κυκλοφορία των ανωτέρω βοοειδών και προβλέφθηκαν έλεγχοι της καταστροφής των σφαγίων τους και υποχρέωση απολυμάνσεως των εργαστηρίων τεμαχισμού. Επιπλέον, με την Bovine Offal (Prohibition) Regulations 1989 [κανονιστική ρύθμιση του 1989 (περί απαγορεύσεως) σχετικά με παραπροϋόντα σφαγής βοοειδών] (3) απαγορεύθηκε, από τον Νοέμβριο του 1989, η πώληση και η χρήση στα τρόφιμα που προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο ορισμένων ειδικών παραπροϋόντων σφαγής βοοειδών (εγκέφαλος, νωτιαίος μυελός, σπλήνα, θύμος αδένας, αμυγδαλές και εντόσθια), τα οποία περιέχουν ενδεχομένως τον μολυσματικό παράγοντα. Η απαγόρευση επεκτάθηκε και στις κεφαλές των βοοειδών (με εξαίρεση τη γλώσσα) με το Specified Bovine Order 1996 (διάταγμα του 1996 για ειδικά προϋόντα προερχόμενα από βοοειδή) (4).
4 Η Επιτροπή θέσπισε επίσης ορισμένα προληπτικά μέτρα κατά της ΣΕΒ, μεταξύ των οποίων αναφέρω, ειδικότερα, την απόφαση 94/474/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 1994, σχετικά με ορισμένα μέτρα προστασίας που αφορούν τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών και την ακύρωση των αποφάσεων 89/469/ΕΟΚ και 90/200/ΕΟΚ (5). Με την ανωτέρω απόφαση, η Επιτροπή επέβαλε τα ακόλουθα μέτρα: την απαγόρευση εξαγωγών από το Ηνωμένο Βασίλειο προς τα άλλα κράτη μέλη ζώντων βοοειδών ηλικίας άνω των έξι μηνών και ζώντων βοοειδών προερχομένων από αγελάδες για τις οποίες υπάρχουν υπόνοιες ή έχει διαπιστωθεί ότι προσβλήθηκαν από τη ΣΕΒ, την απαγόρευση εξαγωγών από το Ηνωμένο Βασίλειο προς τα άλλα κράτη μέλη νωπού βοείου κρέατος, εκτός αν προέρχεται από βοοειδή ηλικίας κάτω των δυόμισι ετών κατά τη στιγμή της σφαγής ή από βοοειδή τα οποία έχουν διαβιώσει, στο Ηνωμένο Βασίλειο, αποκλειστικά και μόνο σε εκμεταλλεύσεις στις οποίες δεν έχει διαπιστωθεί κανένα κρούσμα ΣΕΒ κατά τη διάρκεια της προηγουμένης εξαετίας ή εκτός αν πρόκειται για νωπό βόειο κρέας χωρίς κόκαλα, υπό μορφή μυός, από το οποίο έχουν αφαιρεθεί οι συνδετικοί ιστοί, συμπεριλαμβανομένων των εμφανών νευρικών και λεμφικών ιστών, καθώς και τη θέση σε εφαρμογή ενός συστήματος προσδιορισμού της ταυτότητας του ζώου (με επίθεση ταινίας εν ψυχρώ ή με δερματοστιξία) και ενός συστήματος πιστοποιήσεως διασφαλίζοντος ότι τα ζώα πληρούν τις προαναφερθείσες προδιαγραφές.
Υπενθυμίζω επίσης ότι η Επιτροπή είχε ήδη απαγορεύσει, εκδίδοντας την απόφαση 92/290/ΕΟΚ, της 14ης Μαου 1992, όσον αφορά ορισμένα μέτρα προστατευτικά κατά της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των εμβρύων των βοοειδών στο Ηνωμένο Βασίλειο (6), την εξαγωγή από το Ηνωμένο Βασίλειο προς τα άλλα κράτη μέλη εμβρύων βοοειδών που προέρχονται από θηλυκά ζώα-δότες που γεννήθηκαν πριν από το 1988 ή από κατιόντα θηλυκών ζώων για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι έχουν προσβληθεί από ΣΕΒ.
5 Στις 20 Μαρτίου 1996 ήρθαν στο φως νέα στοιχεία σχετικά με τη ΣΕΒ και το ενδεχόμενο μεταδόσεώς της στον άνθρωπο, και συγκεκριμένα με τη δημοσίευση γνωματεύσεως της Spongiform Encephalopathy Advisory Committee (συμβουλευτική επιτροπή για τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια, στο εξής: ΣΕΣΕ), ανεξάρτητο επιστημονικό όργανο με καθήκοντα συμβούλου της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου. Ειδικότερα, στην εν λόγω γνωμάτευση γινόταν λόγος για δέκα κρούσματα μεταλλαγής της ασθενείας Creutzfeldt-Jacob που είχε διαγνώσει η μονάδα παρακολουθήσεως της νόσου στο Εδιμβούργο σε άτομα ηλικίας κάτω των 42 ετών, κλινικά και νευρολογικά ασυμπτωματικά. Κατά τη γνωμάτευση της ΣΕΣΕ, «καίτοι δεν αποδεικνύεται άμεσα η ύπαρξη σχέσεως, λαμβανομένων υπόψη των σημερινών δεδομένων και ελλείψει οποιασδήποτε άλλης αξιόπιστης υποθέσεως, η πλέον ευλογοφανής επί του παρόντος εξήγηση είναι ότι τα κρούσματα αυτά συνδέονται με έκθεση στον κίνδυνο προσβολής από τη ΣΕΒ πριν από την επιβολή, το 1989, της απαγορεύσεως των ειδικών παραπροϋόντων σφαγής βοοειδών. Το στοιχείο αυτό είναι εξαιρετικά ανησυχητικό». Επίσης, η ΣΕΣΕ υπογράμμιζε, μολονότι διευκρίνιζε ότι ήταν πολύ νωρίς να προβλεφθεί ο αριθμός των κρουσμάτων που ενδέχεται να εκδηλωθούν στο μέλλον, την ανάγκη της ορθής εφαρμογής των ισχυόντων μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας και συνιστούσε την αδιάλειπτη διενέργεια ελέγχων διασφαλιζόντων την πλήρη αφαίρεση του νωτιαίου μυελού. Με την ίδια γνωμάτευση, η ΣΕΣΕ συνιστούσε, μεταξύ άλλων, την αφαίρεση των οστών των σφαγίων των βοοειδών ηλικίας άνω των 30 μηνών σε εγκεκριμένες εγκαταστάσεις τελούσες υπό την εποπτεία της Meat Hygiene Service και την ταξινόμηση των υπολειμμάτων του ξακρίσματος ως ειδικών παραπροϋόντων σφαγής βοοειδών, καθώς και την απαγόρευση χρήσεως του προερχομένου από θηλαστικά κρεατοστεαλεύρου για τη διατροφή όλων των εκτρεφομένων ζώων. Κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η εφαρμογή των συγκεκριμένων συστάσεων στην πράξη μείωνε δραστικά τον κίνδυνο που συνδέεται με την κατανάλωση βοείου κρέατος.
Η ΣΕΣΕ επιβεβαίωσε τις αρχικές αυτές συστάσεις με δεύτερη γνωμάτευση της 24ης Μαρτίου 1996, με την οποία επισήμανε ότι η ακριβής εκτίμηση του κινδύνου καθίσταται αδύνατη λόγω πολλών «αβεβαίων στοιχείων που διαπλέκονται και αφορούν, ιδίως, τον βαθμό διαειδικής ασυμβατότητας μεταξύ των βοοειδών και του ανθρώπου, την έλλειψη στοιχείων ως προς τα επίπεδα μολύνσεως ορισμένων σημαντικών ιστών των βοοειδών, τα οποία υπολείπονται του επιπέδου που μπορεί να ανιχνευθεί με τις σημερινές μεθόδους εργαστηριακών αναλύσεων, την ανισομερή κατανομή της μολύνσεως στους ιστούς, τον χρόνο που παρέρχεται μέχρις ότου κάνει την εμφάνισή της η μόλυνση κατά τη διάρκεια της περιόδου επωάσεως, τέλος δε το αν ο κίνδυνος μολύνσεως είναι συνάρτηση της ληφθείσας ποσότητας, ήτοι αν ο κίνδυνος είναι θέμα μέτρου». Η ΣΕΣΕ επανέλαβε τη σύσταση σχετικά με την απαγόρευση χρησιμοποιήσεως των προερχομένων από θηλαστικά οστεαλεύρων ή κρεαταλεύρων, προτείνοντας την αποφυγή χρήσεώς τους ακόμη και ως λιπάσματος σε εδάφη όπου έχουν πρόσβαση τα μηρυκαστικά.
6 Την ίδια ημέρα με την έκδοση της γνωματεύσεως της ΣΕΣΕ, το Ηνωμένο Βασίλειο γνωστοποίησε στην Επιτροπή τη λήψη συμπληρωματικών εθνικών μέτρων προβλεπόντων, αφενός, την υποχρέωση αφαιρέσεως των οστών από τα σφάγια των βοοειδών ηλικίας άνω των 30 μηνών σε εγκεκριμένες εγκαταστάσεις και την απαγόρευση της πωλήσεως ή χρήσεως των υπολειμμάτων του ξακρίσματος για κατανάλωση από τον άνθρωπο, αφετέρου, την απαγόρευση της χρήσεως των προερχομένων από θηλαστικά κρεαταλεύρων ή οστεαλεύρων για τη διατροφή όλων των εκτρεφομένων ζώων.
Ταυτοχρόνως, ορισμένα κράτη μέλη και τρίτες χώρες έλαβαν μέτρα απαγορεύσεως, τα μεν πρώτα, της εισαγωγής ζώντων βοοειδών και βοείου κρέατος προελεύσεως Ηνωμένου Βασιλείου, οι δε δεύτερες, προελεύσεως Ευρωπαϋκής Ενώσεως.
7 Λαμβάνοντας τις πληροφορίες αυτές, η Επιτροπή ζήτησε από την επιστημονική κτηνιατρική επιτροπή της Ευρωπαϋκής Ενώσεως να γνωματεύσει. Σύμφωνα με το πόρισμα της τελευταίας, μέχρι στιγμής ουδόλως αποδεικνύεται η μεταδοτικότητα της ΣΕΒ στον άνθρωπο. Πάντως, η ίδια επιτροπή, υπενθυμίζοντας ότι ανέκαθεν ελάμβανε υπόψη το ενδεχόμενο να υπάρχει τέτοιος κίνδυνος μεταδόσεως, αναγνώρισε την ανάγκη να ελεγχθεί, υπό το φως των προσφάτων διαθεσίμων στοιχείων, κατά πόσον είναι κατάλληλα τα ισχύοντα κοινοτικά μέτρα, προσθέτοντας ειδικότερα ότι, ενόψει της σοβαρότητας της νόσου, κάθε πρακτικό μέτρο που λαμβάνει η Κοινότητα για την αντιμετώπιση των επενεργειών και των κινδύνων μεταδόσεώς της πρέπει να θεωρείται θετικό. Στη γνωμάτευση της επιτροπής προστέθηκε η δήλωση του δρ. Ring, ενός από τα μέλη της, σύμφωνα με την οποία «δεν μπορούμε να είμαστε κατηγορηματικοί ως προς το ότι το υπό μορφή μυών βόειο κρέας δεν ενέχει τον κίνδυνο μεταδόσεως της νόσου της ΣΕΒ» (7).
Εν όψει της καταστάσεως αυτής, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση, η οποία αποτελεί αντικείμενο των δύο υποθέσεων που μας απασχολούν.
Η απόφαση
8 Σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτής, η απόφαση ορίζει ότι:
«εν αναμονή της συνολικής εξετάσεως της καταστάσεως και υπό την επιφύλαξη των κοινοτικών διατάξεων που θεσπίζονται σχετικά με την προστασία από τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν αποστέλλει από το έδαφός του προς τα άλλα κράτη μέλη και τις τρίτες χώρες:
- ζώντα βοοειδή, σπέρμα και έμβρυα αυτών·
- κρέατα ζώων του βοείου είδους που εσφάγησαν στο Ηνωμένο Βασίλειο,
- προϋόντα που έχουν παραχθεί από ζώα του βοείου είδους που εσφάγησαν στο Ηνωμένο Βασίλειο, που ενδέχεται να εισέλθουν στην ανθρώπινη ή ζωική τροφική αλυσίδα, και τα προϋόντα που προορίζονται για ιατρική, φαρμακευτική χρήση ή για χρήση στον τομέα των καλλυντικών,
- κρεατοστεάλευρα που προέρχονται από θηλαστικά.»
Με την ίδια απόφαση επιβάλλεται επίσης στο Ηνωμένο Βασίλειο η υποχρέωση να υποβάλλει κάθε δύο εβδομάδες στην Επιτροπή έκθεση επί της εφαρμογής των μέτρων που λαμβάνονται για την προστασία από τη ΣΕΒ (άρθρο 3), ενώ καλείται να υποβάλει νέες προτάσεις για τον έλεγχο της ΣΕΒ στο έδαφός του (άρθρο 4).
9 Η απόφαση στηρίζεται στη Συνθήκη, καθώς και στις οδηγίες του Συμβουλίου 89/662/ΕΟΚ, της 11ης Δεκεμβρίου 1989, σχετικά με τους κτηνιατρικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (8), και 90/425/ΕΟΚ, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τους κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ορισμένων ζώντων ζώων και προϋόντων με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (9), όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν.
Αμφότερες οι οδηγίες εκδόθηκαν με βάση το άρθρο 43 της Συνθήκης και με «προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς». Η οδηγία 89/662 διέπει εν γένει τους διενεργουμένους στα σύνορα κτηνιατρικούς ελέγχους στο πλαίσιο του ενδοκοινοτικού εμπορίου: ο στόχος έγκειται στον περιορισμό των ανωτέρω ελέγχων στον τόπο αναχωρήσεως μέσω ιδίως της εναρμονίσεως των βασικών επιταγών που αφορούν την προστασία της υγείας των ανθρώπων και των ζώων. Επιβάλλει, μεταξύ άλλων, στα κράτη μέλη την υποχρέωση να ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τις ασθένειες που ενέχουν σοβαρούς κινδύνους για τη ζωή των ανθρώπων και των ζώων και να της ανακοινώνουν τα ληφθέντα μέτρα (άρθρο 9, παράγραφος 1). Σε παρόμοιες περιπτώσεις, η Επιτροπή οφείλει να θεσπίζει τα τυχόν αναγκαία μέτρα ύστερα από την άμεση εξέταση της καταστάσεως εκ μέρους της κτηνιατρικής επιτροπής σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 17 της ανωτέρω οδηγίας διαδικασία. Επίσης, η Επιτροπή οφείλει να παρακολουθεί διαρκώς την εξέλιξη της καταστάσεως και, σύμφωνα πάντα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 17 διαδικασία, να τροποποιεί ή ακυρώνει, ανάλογα με την εξέλιξη, τις ληφθείσες αποφάσεις (άρθρο 9, παράγραφος 4). Η προαναφερθείσα διαδικασία του άρθρου 17 προβλέπει διαβουλεύσεις με τη μόνιμη κτηνιατρική επιτροπή, η οποία αποφαίνεται με την πλειοψηφία που προβλέπει το άρθρο 148, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την έκδοση των πράξεων του Συμβουλίου. Η Επιτροπή θεσπίζει τα μέτρα οσάκις συμφωνούν με τη γνωμάτευση της επιτροπής· άλλως, τα υποβάλλει στο Συμβούλιο το οποίο τα εγκρίνει με ειδική πλειοψηφία ή τα απορρίπτει με απλή πλειοψηφία. Ελλείψει αποφάσεως του Συμβουλίου εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών, η Επιτροπή θεσπίζει τα μέτρα.
Η οδηγία 90/425 αφορά ειδικότερα το εμπόριο ορισμένων ζώντων ζώων και προϋόντων ζωικής προελεύσεως, προβλέποντας στο άρθρο 10, όσον αφορά τα ζητήματα που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, το ίδιο καθεστώς με εκείνο που μόλις υπενθύμισα στα πλαίσια της οδηγίας 89/662.
10 Στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως γίνεται λόγος για τα νέα επιστημονικά στοιχεία επί του θέματος, για την αναγγελία λήψεως συμπληρωματικών μέτρων από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, για τα απαγορευτικά των εισαγωγών μέτρα που έλαβαν διάφορα κράτη μέλη και για τη γνωμάτευση της επιστημονικής κτηνιατρικής επιτροπής. Ειδικότερα, η πέμπτη, η έκτη και η έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας έχουν ως εξής:
«ότι, ως έχει η κατάσταση σήμερα, δεν είναι δυνατή η λήψη οριστικής θέσεως επί του κινδύνου μεταδόσεως της ΣΕΒ στον άνθρωπο· ότι δεν αποκλείεται η ύπαρξη του κινδύνου αυτού· ότι η αβεβαιότητα που προκύπτει δημιουργεί μεγάλες ανησυχίες στους καταναλωτές· ότι, υπό τις συνθήκες αυτές και με τη μορφή επείγοντος μέτρου, παρίσταται σκόπιμο να απαγορευθεί για μια μεταβατική περίοδο η αποστολή βοοειδών και κρεάτων βοοειδών ή προϋόντων που προέρχονται από βόειο κρέας, από το Ηνωμένο Βασίλειο προς τα λοιπά κράτη μέλη· ότι οι ίδιες απαγορεύσεις πρέπει να εφαρμοστούν στις εξαγωγές προς τρίτες χώρες, ώστε να αποφευχθεί η εκτροπή του εμπορίου·
ότι η Επιτροπή θα πραγματοποιήσει, εντός των προσεχών εβδομάδων, κοινοτική επιθεώρηση στο Ηνωμένο Βασίλειο για να αποτιμήσει την εφαρμογή των ληφθέντων μέτρων· ότι πρέπει, εξάλλου, να εξεταστεί σε βάθος η σημασία των νέων στοιχείων από επιστημονική άποψη και τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν·
ότι, συνεπώς, η παρούσα απόφαση πρέπει να αναθεωρηθεί μετά από εξέταση του συνόλου των ως άνω στοιχείων».
11 Η απόφαση αποτελεί συνέχεια σειράς μέτρων που ελήφθησαν τα τελευταία έτη, όχι μόνο από το Ηνωμένο Βασίλειο αλλά και από την Επιτροπή (όπως παρατίθενται στην πρώτη αιτιολογική σκέψη) για την καταπολέμηση της ΣΕΒ, με σκοπό ιδίως την προστασία της υγείας των ζώων και των ανθρώπων εντός της Κοινότητας. Η απόφαση ελήφθη «εν αναμονή της συνολικής εξετάσεως της καταστάσεως», σύμφωνα με την προσδιοριζόμενη στις προαναφερθείσες οδηγίες υποχρέωση διενεργείας συνεχούς ελέγχου και προσαρμογής των μέτρων ανάλογα με την εξέλιξη της καταστάσεως.
Στα πλαίσια της υποχρεώσεως αυτής, η Επιτροπή εξέδωσε στις 11 Ιουνίου 1996 την απόφαση 96/362/ΕΚ (10), με την οποία τροποποιήθηκαν και μετριάστηκαν, πάντοτε «εν αναμονή της συνολικής εξετάσεως της καταστάσεως», τα επιβληθέντα με την απόφαση προληπτικά μέτρα. Προηγουμένως, η Επιτροπή είχε ζητήσει από την επιστημονική κτηνιατρική επιτροπή, την επιστημονική επιτροπή καλλυντικών, την επιστημονική επιτροπή τροφίμων και την επιτροπή φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων να γνωματεύσουν.
12 Με βάση τις συμπληρωματικές πληροφορίες που παρασχέθηκαν (11), η απόφαση 96/362 ήρε την απαγόρευση εξαγωγής σπέρματος βοοειδών που, σύμφωνα με τη γνωμάτευση της επιστημονικής κτηνιατρικής επιτροπής της 26ης Απριλίου 1996, «δεν ενείχε κίνδυνο μεταδόσεως της ΣΕΒ». Για τα λοιπά προϋόντα, όπως η ζελατίνη, το όξινο φωσφορικό ασβέστιο, τα αμινοξέα και πεπτίδια, το ζωϋκό λίπος και τα προϋόντα ή παράγωγα προϋόντα ζωϋκού λίπους, η απόφαση εξήρτησε την άρση της απαγορεύσεως από την εφαρμογή ορισμένων μεθόδων παραγωγής και από τη διενέργεια αποτελεσματικών ελέγχων εκ μέρους του Ηνωμένου Βασιλείου (άρθρο 1, παράγραφος 2). Επιπλέον, το Ηνωμένο Βασίλειο υποχρεώθηκε να μην εξάγει κρέατα, προϋόντα ή παρασκευάσματα με βάση το κρέας και προορισμό την ανθρώπινη κατανάλωση ή τη διατροφή σαρκοφάγων κατοικιδίων ζώων, προερχομένων από βοοειδή τα οποία δεν εσφάγησαν στο Ηνωμένο Βασίλειο, εκτός αν προέρχονται από επιχειρήσεις εγκατεστημένες στο Ηνωμένο Βασίλειο και υποκείμενες σε συγκεκριμένους και αυστηρούς κτηνιατρικούς ελέγχους (άρθρο 1α). Τέλος, η Επιτροπή επιφορτίζεται με τη διενέργεια κοινοτικών επιθεωρήσεων, κυρίως όσον αφορά την εφαρμογή των επισήμων ελέγχων, και με τον καθορισμό, συνακόλουθα, μετά από διαβούλευση με τα κράτη μέλη, συνερχόμενα στο πλαίσιο της μόνιμης κτηνιατρικής επιτροπής, της ημερομηνίας επαναλήψεως των εξαγωγών των επιδίκων προϋόντων (άρθρο 1γ).
Κατ' ουσίαν, περιορίστηκε η έκταση εφαρμογής της αποφάσεως, δεδομένου ότι το σπέρμα και, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, η ζελατίνη, το όξινο φωσφορικό ασβέστιο, τα αμινοξέα και τα πεπτίδια, το ζωικό λίπος και τα προϋόντα ή παράγωγα του ζωικού λίπους δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση εξαγωγής.
Οι δύο υπό κρίση υποθέσεις
- Υπόθεση C-157/96
13 Οι αιτούντες της κυρίας δίκης είναι η National Farmers' Union, επαγγελματική ένωση εκπροσωπούσα την πλειονότητα των κτηνοτρόφων της Αγγλίας και της Ουαλίας, καθώς και εννέα επιχειρήσεις εξειδικευμένες στην εκτροφή ζώων προς πώληση, στις ζωοτροφές, στον σταυλισμό ζώων, στη μεταφορά και εξαγωγή βοοειδών, σπέρματος βοοειδών και εμβρύων, καθώς και στη μεταποίηση και εξαγωγή βοείου κρέατος και παραγώγων προϋόντων. Ενώπιον του High Court of Justice, Queen's Bench Division, προσέβαλαν ορισμένες πράξεις που εξέδωσαν οι καθών της κύριας δίκης, ήτοι το Υπουργείο Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων και οι Commissioners of Customs and Excise (υπηρεσίες εισπράξεως δασμών και ειδικών φόρων), κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 της αποφάσεως. Ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου παρενέβησαν έντεκα εξαγωγείς κρεάτων και μία ένωση εξαγωγών προβάτων, προς στήριξη των αιτημάτων των αιτούντων.
Κατά τους αιτούντες, οι προσβαλλόμενες εθνικές πράξεις πάσχουν ελάττωμα λόγω ελλείψεως κύρους της αποφάσεως (12). Προς στήριξη της θέσεως αυτής, ισχυρίζονται, πρώτον, ότι συντρέχει έλλειψη αρμοδιότητας της Επιτροπής να εκδώσει την απόφαση, δεδομένου ότι οι οδηγίες 89/662 και 90/425 την εξουσιοδότησαν απλώς να εκδώσει μέτρα προστασίας από σοβαρό κίνδυνο εις βάρος της υγείας των προσώπων και/ή των ζώων, τα οποία κατέστησαν, παράλληλα, απαραίτητα προς τον σκοπό αυτό· επιπλέον, σε καμία περίπτωση οι εν λόγω οδηγίες δεν απονέμουν στην Επιτροπή την εξουσία επιβολής απαγορεύσεως εξαγωγής από κράτος μέλος προς τρίτες χώρες. Δεύτερον, η απόφαση πάσχει λόγω καταχρήσεως εξουσίας στον βαθμό που, σε αντίθεση με τους επιδιωκομένους με τις οδηγίες επί των οποίων αυτή στηρίζεται σκοπούς, έχει ως κύριο στόχο όχι την προστασία από σοβαρό κίνδυνο εις βάρος της υγείας, αλλά την εξασφάλιση των καταναλωτών. Τέλος, η απόφαση παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας: συγκεκριμένα, δεν ήταν ούτε αναγκαία ούτε ενδεδειγμένη για να κατευνάσει τις ανησυχίες των καταναλωτών ή για να προστατεύσει την ανθρώπινη υγεία, αν υποτεθεί ότι αυτός ήταν όντως ο επιδιωκόμενος σκοπός, πράγμα το οποίο αμφισβητούν οι αιτούντες.
14 Εκτιμώντας ότι το μοναδικό επίμαχο σημείο της κυρίας δίκης άπτεται του κύρους, από απόψεως κοινοτικού δικαίου, της επιβληθείσας με το άρθρο 1 της αποφάσεως απαγορεύσεως, το High Court έκρινε ότι, για τους σκοπούς της επιλύσεως της ενώπιόν του αχθείσας διαφοράς, απαιτούνταν η υποβολή στο Δικαστήριο αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Το υποβληθέν ερώτημα έχει ως εξής:
«Ερωτάται αν το άρθρο 1 της αποφάσεως 96/239/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 1996, είναι, εν όλω ή εν μέρει, άκυρο, ειδικότερα λόγω του ότι η Επιτροπή ενήργησε αναρμοδίως ή, άλλως, κατά κατάχρηση εξουσίας, εφόσον δεν νομιμοποιούνταν να εκδώσει την εν λόγω απόφαση, ή επειδή η απόφαση αυτή αντιβαίνει προς την αρχή της αναλογικότητας.»
Επομένως, ο a quo δικαστής ερωτά το Δικαστήριο ως προς την τυχόν έλλειψη κύρους του άρθρου 1 της αποφάσεως λόγω αναρμοδιότητας της Επιτροπής και/ή λόγω καταχρήσεως εξουσίας, καθώς και λόγω παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας.
- Υπόθεση C-180/96
15 Η ίδια απόφαση αποτέλεσε αντικείμενο ευθείας προσφυγής ασκηθείσας εκ μέρους του Ηνωμένου Βασιλείου κατ' εφαρμογή του άρθρου 173 της Συνθήκης (13). Με την προσφυγή του, το Ηνωμένο Βασίλειο ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση ή, επικουρικώς, το άρθρο 1 της εν λόγω αποφάσεως, στον βαθμό που τυγχάνει εφαρμογής: επί των ζώντων βοοειδών, η εξαγωγή των οποίων επιτρέπεται με την απόφαση 94/474, επί του σπέρματος και επί των εμβρύων των ζώντων βοοειδών, επί των κρεάτων που προέρχονται από βοοειδή ηλικίας τουλάχιστον τριάντα μηνών και σφαγέντων στο Ηνωμένο Βασίλειο ή επί κρεάτων προερχομένων από βοοειδή για τα οποία πιστοποιείται ότι προέρχονται από αγέλες, στις οποίες ουδέποτε σημειώθηκε κρούσμα ΣΕΒ και οι οποίες ουδέποτε εκτέθηκαν σε οποιαδήποτε πραγματική ή δυνητική πηγή τροφικής μολύνσεως, επί των προερχομένων από σφαγέντα στο Ηνωμένο Βασίλειο βοοειδή προϋόντων, τα οποία ενδέχεται να εισέλθουν στην ανθρώπινη ή ζωική τροφική αλυσίδα ή και στην παραγωγή προϋόντων προοριζομένων για ιατρική, φαρμακευτική ή για χρήση στον τομέα των καλλυντικών, επί της ζελατίνης και του ζωικού λίπους, καθώς και επί των εξαγωγών προς τρίτες χώρες (εκτός αν υφίσταται, κατά περίπτωση, πραγματικός κίνδυνος εκτροπής των ρευμάτων του εμπορίου).
Με την ίδια προσφυγή, το Ηνωμένο Βασίλειο προσέβαλε και τις ληφθείσες μετά την έκδοση της αποφάσεως θέσεις της Επιτροπής, στον βαθμό που δεν περιόρισαν την έκταση εφαρμογής της αποφάσεως, σε αντίθεση προς την εκδηλωθείσα επιθυμία. Κατ' ουσίαν, το Ηνωμένο Βασίλειο ζητεί και την ακύρωση των «πράξεων» με τις οποίες επιβεβαιώθηκε η επιβληθείσα με την απόφαση απαγόρευση εξαγωγής (14).
16 Εκκινώντας από τη μείζονα πρόταση ότι η απόφαση και οι λοιπές προσβαλλόμενες πράξεις, πόρρω απέχοντας του να δικαιολογούνται εκ λόγων προστασίας της υγείας, εκδόθηκαν προκειμένου να αποσοβήσουν ή τουλάχιστον να κατευνάσουν την ανησυχία των καταναλωτών και να προστατεύσουν με τον τρόπο αυτό την αγορά του οικείου τομέα, ήτοι για οικονομικούς λόγους, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει, πρώτον, ότι η θέσπισή τους δεν εμπίπτει ούτε στις αρμοδιότητες ούτε στην εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής. Επί του σημείου αυτού προσθέτει ότι η απόφαση πλήρους υγειονομικής απομονώσεως, λαμβανομένων υπόψη των λοιπών μέτρων που είχαν ήδη θεσπιστεί στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Κοινότητα κατά της ΣΕΒ, δεν ενδεικνυόταν καν, εφόσον ισοδυναμεί με αδικαιολόγητη παρεμπόδιση του εμπορίου οφειλόμενη σε κατάχρηση εξουσίας. Δεύτερον, η απόφαση πάσχει έλλειψη αιτιολογήσεως. Τρίτον, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Τέταρτον, εισάγει αθέμιτη δυσμενή διάκριση και υπό την έννοια αυτή απαγορευόμενη από τα άρθρα 6 και 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών του Ηνωμένου Βασιλείου, αφενός, και παραγωγών και καταναλωτών των λοιπών κρατών μελών αφετέρου· επιπλέον, δεν δικαιολογείται από κανένα εκ των βάσει του άρθρου 39, παράγραφος 1, της Συνθήκης στόχων. Πέμπτον, το άρθρο 1, τρίτη περίπτωση, της αποφάσεως, είναι άκυρο ως εκ του ότι δεν τηρεί ούτε την αρχή της ασφαλείας δικαίου ούτε την υποχρέωση αιτιολογήσεως και αφορά προϋόντα, η κανονιστική ρύθμιση των οποίων δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής. Τέλος, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι οι οδηγές 89/662 και 90/425 πρέπει να κριθούν ως παράνομες σε περίπτωση κατά την οποία ερμηνεύονταν υπό την έννοια ότι επιτρέπουν τη διεύρυνση της απαγορεύσεως εξαγωγής και στα κατά το άρθρο 1, τρίτη περίπτωση, της αποφάσεως προϋόντα, εφόσον πρόκειται για μη αναφερόμενα στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης προϋόντα και, συνακόλουθα, μη ρυθμιζόμενα από τις επίδικες οδηγίες.
Η Επιτροπή αμφισβητεί το βάσιμο των αιτιάσεων που προεξετέθησαν και ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή στο σύνολό της και να καταδικάσει το Ηνωμένο Βασίλειο στα δικαστικά έξοδα.
17 Εν όψει των στοιχείων που προεξέθεσα, είναι όλως προφανές ότι οι λόγοι που επικαλείται το Ηνωμένο Βασίλειο περιλαμβάνουν και τα ελαττώματα περί ελλείψεως κύρους, στα οποία αναφέρεται με το προδικαστικό ερώτημά του στην υπόθεση C-157/96 ο εθνικός δικαστής. Αφετέρου, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενώπιον του Δικαστηρίου αναπτυχθείσα επιχειρηματολογία αφορά σε αμφότερες τις υποθέσεις ελαττώματα κατ' ουσίαν πανομοιότυπα, νομίζω ότι είναι λυσιτελές να εγκύψω στην υπόθεση στην υπόθεση C-180/96 (Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής), προκειμένου στη συνέχεια να συναγάγω από την ανωτέρω ανάλυση και την απαιτούμενη επί της ερωτήσεως που υπέβαλε ο a quo δικαστής απάντηση στα πλαίσια της υποθέσεως C-157/96 (National Farmers' Union κ.λπ.).
Επί της ουσίας
- Επί της αρμοδιότητας της Επιτροπής
18 Όπως προεξετέθη, με τον λόγο αυτό, το Ηνωμένο Βασίλειο, όπως άλλωστε και οι αιτούντες στην υπόθεση C-157/96, ισχυρίζεται ότι η έκδοση της αποφάσεως δεν εμπίπτει ούτε στην αρμοδιότητα ούτε στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι οι οδηγίες που αποτελούν τη νομική βάση της εν λόγω αποφάσεως δεν παρέχουν τη δυνατότητα εκδόσεως μέτρων, τα οποία, όπως τα επιβληθέντα με την απόφαση, προορίζονται να εξασφαλίσουν τους καταναλωτές, αλλ' αποκλειστικά μέτρων προοριζομένων για την προστασία της υγείας των προσώπων και/ή των ζώων: πόρρω απέχοντας του να διευκολύνει την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς, η απόφαση συνιστά επομένως αδικαιολόγητο εμπόδιο στο εμπόριο. Ακριβώς δε επειδή ελήφθη προκειμένου να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών στον τομέα του βοείου κρέατος και όχι για την προστασία της υγείας τους, η προσβαλλομένη απόφαση συνεπάγεται και κατάχρηση εξουσίας. Τέλος, κατά την άποψη της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, σε καμία περίπτωση οι επίδικες οδηγίες δεν παρέχουν την ευχέρεια εκδόσεως μέτρων περί απαγορεύσεως εξαγωγής προς τρίτες χώρες.
Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα αυτά, υποστηρίζοντας ότι: α) οι οδηγίες στις οποίες στηρίζεται η απόφαση της παρέχουν τη δυνατότητα λήψεως μέτρων προστασίας της υγείας σε περίπτωση όπως η προκείμενη, β) η απόφαση αποσκοπεί συγκεκριμένα στην προστασία της υγείας και υπό την έννοια αυτή δεν αποτελεί αδικαιολόγητο εμπόδιο του εμπορίου, γ) η απόφαση ουδόλως πάσχει κατάχρηση εξουσίας, επειδή δεν εκδόθηκε για λόγους άλλους πλην της προστασίας από σοβαρό κίνδυνο εις βάρος της υγείας, δ) η επέκταση της απαγορεύσεως εξαγωγής και στις τρίτες χώρες είναι απαραίτητη για την επίτευξη πλήρους υγειονομικής απομονώσεως της πληγείσας από τη νόσο ζώνης, κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται η πλήρης εκρίζωση της νόσου και παράλληλα να μειώνεται ο πιθανός κίνδυνος απάτης και εκτροπής των ρευμάτων του εμπορίου.
19 Καταρχάς, παρατηρώ ότι ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως στηρίζεται κατ' ουσία στο επιχείρημα ότι η απόφαση δεν αποσκοπεί στην προστασία της υγείας, αλλά, όπως αναφέρεται ρητώς, στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως, στην εξάλειψη των σοβαρών ανησυχιών των καταναλωτών και, συνακόλουθα, στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στον τομέα του βοείου κρέατος. Επομένως, επιβάλλεται να γίνει δεκτή η άποψη ότι πρόκειται περί αποφάσεως η οποία εκδόθηκε προκειμένου να αποφευχθεί η κατάρρευση της αγοράς των βοείων κρεάτων στα λοιπά κράτη μέλη, ήτοι για λόγους εξόχως οικονομικούς. Από την άποψη αυτή, η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της αρμοδιότητάς της, όχι επειδή οι οδηγίες 90/425 και 89/662 δεν συνιστούν την ορθή νομική βάση για την έκδοση μέτρων σκοπούντων στην προστασία της υγείας, τουλάχιστον στον πλαίσιο του ενδοκοινοτικού εμπορίου και στον βαθμό που το αφορά, αλλά λόγω μάλλον του ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση μέτρων της κατηγορίας αυτής.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, θεωρώ λυσιτελές να αναφερθώ, καταρχάς, στο αν ο επιδιωκόμενος με την απόφαση σκοπός έγκειται όντως στην προστασία της υγείας ή αν, αντίθετα, επιδιώκει να εξασφαλίσει τους καταναλωτές, ακολούθως δε να ελέγξω αν οι πληροφορίες που διέθετε η Επιτροπή ήταν τέτοιες ώστε να δικαιολογούν την έκδοση της αποφάσεως, τέλος, να διαπιστώσω αν οι επίδικες οδηγίες συνιστούσαν την ενδεδειγμένη νομική βάση και για την απαγόρευση εξαγωγής προς τρίτες χώρες.
20 Εν όψει του ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν αμφισβητείται, εν πάση περιπτώσει δε, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, ότι, με βάση τις οδηγίες 90/425 και 89/662, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να λάβει μέτρα σκοπούντα στην αντιμετώπιση κρουσμάτων ασθενειών ή αιτιών που μπορούν να ενέχουν σοβαρούς κινδύνους για τα ζώα και/ή για την υγεία του ανθρώπου, διευκρινίζω εξ αρχής ότι η απόφαση πρέπει να θεωρηθεί ως συνάδουσα προς τους στόχους αμφοτέρων των οδηγιών που αποτελούν και τη νομική βάση της. Πράγματι, οι ανωτέρω οδηγίες επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να γνωστοποιούν στην Επιτροπή την εμφάνιση οποιασδήποτε ασθενείας, ζωονοσίας ή αιτίας που ενδέχεται να συνιστά κίνδυνο για την υγεία των ανθρώπων και/ή των ζώων και παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να θεσπίζει «τα αναγκαία μέτρα, αν το επιβάλλει η κατάσταση, για τα παράγωγα των εν λόγω ζώων προϋόντα» (15). Επομένως, η Επιτροπή απολαύει ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως όσον αφορά τη θέσπιση των κρινομένων ως αναγκαίων για την προστασία της υγείας μέτρων, εξουσίας η οποία θα ήταν εξάλλου απλοϋκό να θεωρηθεί αμιγώς ως μέσον επιτεύξεως της εσωτερικής αγοράς. Πράγματι, η προστασία της υγείας δεν αποτελεί απλώς επιταγή που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο των διατάξεων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας αλλά και εν όψει των επιδιωκομένων με την κοινή γεωργική πολιτική σκοπών (16), αλλά συνιστά και κατά προτεραιότητα στόχο, στον οποίο η Συνθήκη αναγνωρίζει αυτοτέλεια και σε τελευταία ανάλυση υπεροχή (17).
21 Τούτου δοθέντος, η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως είναι σαφής και μη αμφισβητούμενη υπό την έννοια ότι διαβεβαιώνει ότι, «ως έχει η κατάσταση σήμερα, δεν είναι δυνατή η λήψη οριστικής θέσεως επί του κινδύνου μεταδόσεως της ΣΕΒ στον άνθρωπο» και ότι «δεν αποκλείεται η ύπαρξη του κινδύνου αυτού». Όπως επισήμανε ήδη το Δικαστήριο με την απορριπτική του αιτήματος λήψεως προσωρινών μέτρων διάταξη, δεν είναι δυνατόν να απομονωθεί η φράση αυτή «και να ληφθεί υπόψη μόνο η περίοδος της φράσεως που αναφέρεται στην ανησυχία των καταναλωτών» (18), αντίθετα μάλιστα το επίδικο κείμενο πρέπει να ληφθεί υπόψη στο σύνολό του. Η προσέγγιση αυτή του κειμένου αποδεικνύει περίτρανα ότι στόχος της αποφάσεως, όπως προκύπτει από το σύνολο των αιτιολογικών σκέψεών της, είναι συγκεκριμένα η αποτροπή του κινδύνου και των συναφών ανησυχιών για τη ζωή των ανθρώπων και των ζώων.
Θεωρώ ότι δεν μπορεί να προβάλλεται ο ισχυρισμός, όπως πράττει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, ότι η ύπαρξη της ΣΕΒ δεν αποτελεί καινοφανές φαινόμενο με συνέπεια να μην δικαιολογείται σε καμία περίπτωση η απόφαση και ιδίως να μην πληροί τις προϋποθέσεις των οδηγιών 90/425 και 89/662 από τις οποίες εξαρτάται η εξουσία δράσεως της Επιτροπής. Επί του σημείου αυτού, αρκεί να τονιστεί ότι οι επίδικες οδηγίες ουδόλως απαιτούν, προκειμένου η Επιτροπή να μπορέσει να παρέμβει, η συγκεκριμένη νόσος να εμφανίζεται για πρώτη φορά, αλλ' απλούστατα να πρόκειται για ασθένεια ενέχουσα ενδεχομένως σοβαρό κίνδυνο για την υγεία. Είναι αυτονόητο ότι η διάδοση συγκεκριμένης νόσου ή η μεταβολή των συναφών επιστημονικών πληροφοριών συνιστούν καινούρια στοιχεία που νομιμοποιούν τη δράση της Επιτροπής.
22 Υπό την οπτική αυτή γωνία, και χωρίς να απαιτείται να υπεισέλθω σε εκτιμήσεις επιστημονικής φύσεως ως προς τη σοβαρότητα της ΣΕΒ και τη μεταδοτικότητά της στον άνθρωπο υπό τη μορφή της νόσου Creutzfeldt-Jakob, παρατηρώ επίσης ότι ο κίνδυνος για την ανθρώπινη υγεία είναι πραγματικός και ουδείς άλλωστε, στα πλαίσια των υπό κρίση διαφορών, απέκλεισε το ενδεχόμενο επελεύσεώς του. Στην πραγματικότητα, η ίδια η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δημοσιοποίησε τις πρώτες πληροφορίες σχετικά με το ενδεχόμενο η ΣΕΒ να συνδέεται με ορισμένες μορφές της νόσου Creutzfeldt-Jakob (19). Επίσης, η απόφαση κατέστησε απλώς αυστηρότερα - ακριβώς λόγω των νέων διαθεσίμων πληροφοριών - τα (ουδόλως αμφισβητούμενα) μέτρα που είχαν λάβει προηγουμένως η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο, εναρμονίζοντας παράλληλα την έκταση εφαρμογής για το σύνολο της Κοινότητας των μέτρων που είχαν λάβει μονομερώς ορισμένα κράτη μέλη μετά τις τελευταίες εξελίξεις επί του θέματος.
Εκτιμώ ότι τα στοιχεία αυτά μπορούν και πρέπει να είναι αρκετά προκειμένου να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε κατάχρηση εξουσίας εκδίδοντας την απόφαση και ότι η απόφασή της αυτή εντάσσεται στα όρια των εξουσιών που της απονέμουν οι ανωτέρω οδηγίες. Πράγματι, λαμβάνοντας υπόψη τις διαστάσεις διαδόσεως της ΣΕΒ στο ζωικό κεφάλαιο και την πιθανολογούμενη μετάδοσή της στον άνθρωπο, είναι ανάγκη να αναγνωριστεί ότι η απόφαση επιδιώκει τη διασφάλιση της προστασίας της υγείας έναντι σοβαρού κινδύνου για τα ζώα και/ή για τους ανθρώπους και ότι η Επιτροπή μπορούσε ασφαλώς να επιδιώξει τον στόχο αυτό μέσω της λήψεως μέτρων προστασίας θεωρουμένων αναγκαίων και σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπουν οι συναφείς διατάξεις των οδηγιών επί των οποίων εδράζεται. Άλλωστε, η ίδια η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αμφισβητεί την αρμοδιότητα της Επιτροπής όχι λόγω της μη σοβαρότητας του συνδεομένου με την εν λόγω νόσο κινδύνου αλλά με το αιτιολογικό ότι πρόκειται για μη καινοφανή κίνδυνο, έναντι του οποίου η Επιτροπή είχε ήδη λάβει προηγουμένως προληπτικά (ενδεδειγμένα) μέτρα. Η επιχειρηματολογία αυτή αφορά σε τελευταία ανάλυση, όμως, όχι την αρμοδιότητα της Επιτροπής να εκδώσει μέτρα όπως αυτά της επίδικης αποφάσεως, αλλά, ακριβέστερα, την αναλογικότητα των θεσπισθέντων μέτρων. Επομένως, προτίθεμαι να εγκύψω στην επιχειρηματολογία αυτή κατά την ανάλυση της συγκεκριμένης αιτιάσεως που αρύεται από την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
23 Τέλος, θεωρώ ότι η απόφαση μπορούσε ασφαλώς να καλύπτει και τις εξαγωγές προς τρίτες χώρες. Δεδομένου ότι πρέπει να απορριφθεί και όσον αφορά την πτυχή αυτή, για τους ίδιους λόγους που προανέφερα, το επιχείρημα του Ηνωμένου Βασιλείου ότι το μέτρο δικαιολογούνταν μόνο εκ λόγων οικονομικής φύσεως, τονίζω καταρχάς ότι οι οδηγίες 90/425 και 89/662 δεν αποκλείουν, τουλάχιστον ρητώς, την αρμοδιότητα της Επιτροπής να απαγορεύει τις εξαγωγές ορισμένων ζώων και/ή προϋόντων και προς τις τρίτες χώρες. Εξάλλου, θεωρώ ότι ο περιορισμός αυτός δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι οι επίδικες οδηγίες αναφέρονται, όπως ήδη μαρτυρεί και ο τίτλος τους, στους κτηνιατρικούς ελέγχους «που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο». Πράγματι, ναι μεν αληθεύει ότι θεσπίστηκαν με την προοπτική της υλοποιήσεως της εσωτερικής αγοράς, είναι όμως εξίσου αληθές ότι οι εξουσίες της Επιτροπής εξαρτώνται, στον βαθμό που ενδιαφέρει εν προκειμένω, αποκλειστικά από την προϋπόθεση ότι τα θεσπιζόμενα μέτρα είναι αναγκαία για τους σκοπούς της προστασίας της υγείας στην ενιαία αγορά (20).
Ας μου επιτραπεί να προσθέσω ότι η αναγνώριση, με βάση τις επίδικες οδηγίες, της εξουσίας της Επιτροπής να επιβάλει την απομόνωση της περιοχής όπου εκδηλώθηκε συγκεκριμένη νόσος και σε σχέση με τις τρίτες χώρες μπορεί να συνιστά, σε ορισμένες περιπτώσεις, το μόνο και αναγκαίο μέσο το οποίο επιτρέπει να αποτραπεί η διάδοση της νόσου και παράλληλα να επιτευχθεί η εκρίζωσή της. Κατ' ουσίαν, νομίζω ότι μια απόφαση της Επιτροπής μπορεί ασφαλώς να προβλέπει, με βάση τις επίδικες οδηγίες, την πλήρη υγειονομική απομόνωση της συγκεκριμένης γεωγραφικής ζώνης ή, όπως εν προκειμένω, του συνόλου του εδάφους ενός κράτους μέλους, οσάκις αυτό καθίσταται αναγκαίο προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο η απαγόρευση εξαγωγής προς τα λοιπά κράτη μέλη να καταστεί κενό γράμμα λόγω «διελεύσεως» μέσω μιας ή περισσοτέρων τρίτων χωρών, ήτοι προκειμένου να διασφαλιστεί η πρακτική αποτελεσματικότητα της απαγορεύσεως και μέσω αυτής να ικανοποιηθούν οι επιταγές προστασίας της υγείας σε μια ενοποιημένη αγορά.
24 Υπό την ίδια οπτική γωνία, θεωρώ ότι δεν πρέπει να αποδίδεται κατ' ανάγκη σημασία στο γεγονός - αν υποτεθεί ότι ασκεί επιρροή όσον αφορά την αρμοδιότητα της Επιτροπής και όχι, όπως πιστεύω, στο ζήτημα της αναλογικότητας των θεσπισθέντων μέτρων - ότι τα κράτη μέλη της Κοινότητας μπορούν να εισάγουν κρέας μόνον από ορισμένες τρίτες χώρες και μετά από πολύ αυστηρούς ελέγχους. Οι έλεγχοι επί των προερχομένων από το Ηνωμένο Βασίλειο εισαγωγών είναι επίσης εξίσου αυστηροί· πάντως, κατά την Επιτροπή, ήσαν ανεπαρκείς - κατά την έκδοση της αποφάσεως και λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών που διέθετε ως προς τον κίνδυνο μεταδόσεως της νόσου στον άνθρωπο (21) - προκειμένου να αποτραπούν με τον ενδεδειγμένο τρόπο οι κίνδυνοι για την υγεία των ανθρώπων και των ζώων, σε αντίθεση με την άποψη που είχε πρυτανεύσει κατά την έκδοση των προηγουμένων μέτρων. Εξάλλου, τα γεγονότα που ακολούθησαν την έκδοση της αποφάσεως επιβεβαιώνουν απλώς το στοιχείο αυτό: παρ' όλη την απόλυτη επιβολή αποκλεισμού, οι έλεγχοι αποδείχθηκαν αναποτελεσματικοί σε σημείο ώστε να εξουδετερώνονται μέσω απατηλών εξαγωγών τόσο προς τα λοιπά κράτη μέλη όσο και προς τρίτες χώρες.
Ειδικότερα, πρέπει να υπογραμμιστεί στο σημείο αυτό ότι, πέραν του κινδύνου απάτης που επισήμανε η Επιτροπή με τα υπομνήματά της, που στη συνέχεια επιβεβαιώθηκε δυστυχώς στην πράξη, ουδόλως μπορεί να αποκλείεται το ενδεχόμενο προϋόντα με βάση το κρέας παρασκευαζόμενα σε τρίτες χώρες που δεν εξάγουν προς την Κοινότητα να εισέρχονται στο κοινοτικό έδαφος ακόμη και μετά την παρέλευση μακρού χρόνου. Έπεται ότι, κατά πάσα πιθανότητα, η αποτελεσματική εκρίζωση της νόσου δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την «απομόνωση» της μολυσμένης γεωγραφικής ζώνης και, συνακόλουθα, χωρίς την απόλυτη απαγόρευση εξαγωγής: το απαιτεί ή, τουλάχιστον, το επιτρέπει η υποχρέωση να προσδοθεί πρακτική αποτελεσματικότητα στις συναφείς διατάξεις των επιδίκων οδηγιών και στα θεσπισθέντα επί της βάσεως αυτής μέτρα.
25 Σε τελευταία ανάλυση, δοθέντος ότι τα ισχύοντα κατά τον χρόνο της εκδόσεως της αποφάσεως μέτρα είχαν αποδειχθεί αναποτελεσματικά ή ότι εν πάση περιπτώσει είχαν εφαρμοστεί κατά τρόπο μη ικανοποιητικό, ότι, επιπλέον, στην παρούσα κατάσταση ουδόλως αποκλείεται η μετάδοση της ΣΕΒ, η οποία μπορεί, ως εκ τούτου, να αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για την υγεία, απαιτείται να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή δεν υπερέβη το πλαίσιο των ορίων που καθορίζονται για την άσκηση των εξουσιών που της απονέμουν οι δύο οδηγίες επί των οποίων στηρίζεται η απόφαση. Κατόπιν αυτού, είναι απορριπτέος ο πρώτος λόγος που προέβαλε το Ηνωμένο Βασίλειο.
- Επί της ελλείψεως αιτιολογήσεως
26 Κατά την άποψη του Ηνωμένου Βασιλείου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η απόφαση εκδόθηκε προς προστασία της υγείας των ανθρώπων και των ζώων, πάντως απαιτείται να αναγνωριστεί ότι στερείται της απαιτούμενης αιτιολογήσεως. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή παρέλειψε, παραβιάζοντας με το άρθρο αυτό το άρθρο 190 της Συνθήκης, να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι τα προηγουμένως ληφθέντα μέτρα ήσαν ανεπαρκή.
Επί του σημείου αυτού, η Επιτροπή αντικρούει ότι η πέμπτη αιτιολογική σκέψη συνιστά σαφή και ενδεδειγμένη αιτιολογία της αποφάσεως.
27 Συναφώς, υπενθυμίζω καταρχάς ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, η απαιτούμενη από το άρθρο 190 της Συνθήκης αιτιολογία εξαρτάται από τη φύση της επίδικης πράξεως και από το πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε (22). Συγκεκριμένα, «η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εξέδωσε την πράξη πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση, ώστε να μπορούν οι μεν ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που επέβαλαν τη λήψη του μέτρου, το δε Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του» (23). Τούτο καθιστά σαφές ότι, στο μέτρο που απαιτείται, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ της ελλείψεως αιτιολογήσεως, ως τυπικού ελαττώματος, και των ενδεχομένων αιτιάσεων που άπτονται του βασίμου της αιτιολογήσεως (24).
Αρκεί στην προκειμένη περίπτωση να διαπιστωθεί ότι η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως είναι όλως σαφής ως εκ του ότι επιβεβαιώνει ότι η θέσπιση της αποφάσεως κατέστη αναγκαία -- κατά τον κρίσιμο χρόνο και υπό την επιφύλαξη της διενεργείας συνεχών ελέγχων -- στον βαθμό που η οριστική λήψη θέσεως επί του κινδύνου μεταδόσεως της ΣΕΒ είναι αδύνατη, εφόσον η δυνατότητα μεταδόσεως δεν μπορεί να αποκλείεται, και η αβεβαιότητα επί του θέματος προκάλεσε σοβαρές ανησυχίες μεταξύ των καταναλωτών. Άρα, η απόφαση αποσκοπεί στην αποτροπή του κινδύνου, καθώς και των συναφών ανησυχιών, ως προς τη ζωή των ανθρώπων και των ζώων. Επιπλέον, η απόφαση διευκρινίζει σαφώς ότι η έκθεση της ΣΕΣΕ της 20ής Μαρτίου 1996 έφερε στη δημοσιότητα νέες πληροφορίες σχετικά με τη ΣΕΒ και το ίδιο το Ηνωμένο Βασίλειο εξετίμησε ότι όφειλε να λάβει, μετά την εν λόγω έκθεση, συμπληρωματικά μέτρα (25). Επομένως, τα στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκε η Επιτροπή αναφέρονται με ικανή σαφήνεια ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να αμφισβητήσουν το βάσιμό τους, στο δε Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του νομιμότητας, οπότε η απόφαση είναι αρκούντως αιτιολογημένη.
- Επί της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας
28 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προβάλλει επίσης τον ισχυρισμό ότι παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας λόγω του ότι η Επιτροπή έλαβε μέτρο, ήτοι την επιβολή πλήρους οικονομικού αποκλεισμού ακόμη και προς τις τρίτες χώρες, το οποίο δεν ήταν αναγκαίο για τους σκοπούς της επιτεύξεως του επιδιωκομένου σκοπού, ο οποίος -- ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο σκοπός αυτός ήταν θεμιτός -- θα μπορούσε ασφαλώς να επιτευχθεί με λιγότερο περιοριστικά για το εμπόριο μέτρα. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου διευκρίνισε επίσης ότι «ο δυσανάλογος και παράνομος χαρακτήρας της αμφισβητουμένης αποφάσεως είναι ιδιαιτέρως προφανής στο επίπεδο των εξαγωγών προς τις τρίτες χώρες του προερχομένου από μη προσβληθείσες από τη ΣΕΒ αγέλες κρέατος, των βοοειδών που γεννήθηκαν μετά την 1η Μαου 1996, του σπέρματος και των εμβρύων, καθώς και του ζωϋκού λίπους και της ζελατίνης». Όσον αφορά τα ζώντα ζώα, το βόειο κρέας και τα παράγωγα προϋόντα τα οποία εξαιρούνται από την απαγόρευση εξαγωγής που επέβαλε η απόφαση 94/474, όπως τροποποιήθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση 95/287, είναι όλως προφανές ότι, όπως βεβαίωσε ρητώς το Ηνωμένο Βασίλειο, η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογίας ως προς την εμφάνιση νέου κινδύνου συνδεομένου προς τη ΣΕΒ, και ότι, συνακόλουθα, τα προγενέστερα εθνικά και κοινοτικά μέτρα ήσαν, λόγω του ενδεδειγμένου και καταλλήλου χαρακτήρα τους, επαρκή για την προστασία της υγείας.
Είχα ήδη την ευκαιρία να εκθέσω ότι η επιχειρηματολογία αυτή προσκρούει στις περιστάσεις υπό τις οποίες εκδόθηκε η απόφαση και ιδίως στις πληροφορίες τις οποίες περιλαμβάνει η έκθεση της ΣΕΣΕ της 20ής Μαρτίου 1996 και οι οποίες ώθησαν το ίδιο το Ηνωμένο Βασίλειο να θεσπίσει συμπληρωματικά μέτρα. Προσθέτω ότι η ίδια αυτή επιχειρηματολογία, στηριζόμενη στο τεκμήριο ότι η απόφαση δεν είναι κατάλληλη για την επίτευξη άλλων στόχων πέραν εκείνων που συνίστανται στον κατευνασμό των αστηρίκτων άλλωστε ανησυχιών των καταναλωτών, επαναφέρει προς συζήτηση, υπό διαφορετική έστω έποψη, το ζήτημα της επιστημονικής αβεβαιότητας επί του θέματος.
29 Δεδομένου ότι το Δικαστήριο δεν διαθέτει στοιχεία προκειμένου να εκτιμήσει, ελλείψει αδιασείστων επιστημονικών αποδείξεων, τον κατάλληλο ή ακατάλληλο χαρακτήρα του μέτρου κατά τον χρόνο λήψεώς του, υπογραμμίζω καταρχάς ότι η Επιτροπή διαθέτει αρκούντως το εύρος για την άσκηση των εξουσιών που της αναθέτουν οι βασικές οδηγίες και για να εκτιμήσει συνεπώς η ίδια, με τη στήριξη των ρητώς προβλεπομένων επί τούτου τεχνικών οργάνων, με τα οποία διαβουλεύτηκε στην προκειμένη περίπτωση, την καταλληλότητα ή μη των προς θέσπιση μέτρων (26). Υπενθυμίζω, εξάλλου, ότι το Δικαστήριο βεβαίωσε πρόσφατα, όσον αφορά τους επιβληθέντες, για τους σκοπούς της προστασίας της υγείας, κτηνιατρικούς ελέγχους μέσω οδηγίας για το ενδοκοινοτικό εμπόριο νωπού κρέατος, ότι «τα κοινοτικά όργανα οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη, κατά την άσκηση των εξουσιών τους, τις επιταγές γενικού συμφέροντος, όπως η προστασία των καταναλωτών ή της υγείας και της ζωής των προσώπων και των ζώων» και ότι «σύμφωνα με την εν λόγω αρχή, η πρόδηλη ακαταλληλότητα του μέτρου που έχει θεσπιστεί στον τομεά αυτό, σε σχέση με τον στόχο που επιδιώκει το αρμόδιο όργανο, μπορεί να θίξει τη νομιμότητα τέτοιου μέτρου» (27).
Επιβάλλεται λοιπόν η εξέταση του ζητήματος αν τα προβλεπόμενα με την απόφαση διάφορα μέτρα παραβιάζουν, όπως υποστηρίζουν το Ηνωμένο Βασίλειο και οι αιτούντες της κυρίας δίκης στην υπόθεση C-157/96, την αρχή της αναλογικότητας λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις ανωτέρω γενικής φύσεως παρατηρήσεις. Η απάντηση, ας μου επιτραπεί να διευκρινίσω εξ αρχής, δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική, και τούτο κυρίως επειδή, εν όψει των επιστημονικών ασαφειών επί του θέματος και της ελλείψεως εγκύρων εθνικών μέτρων (28), τα επίδικα μέτρα δεν μπορούν να θεωρούνται ως προφανώς ακατάλληλα για την υλοποιηση του επιδιωκομένου σκοπού, ήτοι της προστασίας της υγείας.
30 Πρώτον, με δεδομένο ότι η Κοινότητα είναι εξουσιοδοτημένη, δυνάμει των οδηγιών 90/425 και 89/662, να θεσπίσει μέτρα αφορώντα και το εμπόριο με τις τρίτες χώρες, είναι ανάγκη να αναγνωριστεί, κατά την άποψή μου, η νομιμότητα της απόλυτης απαγορεύσεως εξαγωγών προς το σύνολο των τρίτων χωρών, ακριβώς επειδή αποσκοπεί στη διασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας των επιβαλλομένων λοιπών μέτρων, ειδικότερα στην πλήρη εκρίζωση της ΣΕΒ και κατά συνέπεια, σε τελευταία ανάλυση, στην υλοποίηση του κατά προτεραιότητα στόχου της διασφαλίσεως της υγείας. Το γεγονός ότι η Κοινότητα δεν εισάγει από όλες τις τρίτες χώρες δεν είναι σε θέση να αλλοιώσει τους όρους του προβλήματος, εφόσον, όπως ήδη διευκρινίστηκε, δεν μπορεί να αποκλειστεί (29) η δυνατότητα επανεισαγωγών μέσω των τρίτων χωρών από τις οποίες επιτρέπονται οι εισαγωγές εντός της Κοινότητας.
Ας μου επιτραπεί να προσθέσω ότι οι εναλλακτικές λύσεις που είναι λιγότερο περιοριστικές για το εμπόριο, όπως οι προτεινόμενες από τους αιτούντες της κυρίας δίκης στα πλαίσια της υποθέσεως C-157/96 και συνιστάμενες σε απαγόρευση επανεισαγωγής σε συνδυασμό με κατάλληλο σύστημα πιστοποιήσεως, δεν είναι σε θέση να αποτρέψουν τον κίνδυνο απάτης, ούτε την πιθανή επανεισαγωγή εντός της Κοινότητας παραγώγων ή μεταποιημένων προϋόντων.
31 Δεύτερον, θεωρώ ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το μέτρο είναι δυσανάλογο επειδή, σε αντίθεση με την απόφαση 94/474, απαγορεύει και τις εξαγωγές κρεάτων προερχομένων από βοοειδή που παρέμειναν σε εκτροφεία όπου δεν σημειώθηκε κρούσμα ΣΕΒ· και τούτο, ιδίως, λόγω των δυσχερειών που συνδέονται με την ταυτότητα των βοοειδών και τον έλεγχο των μετακινήσεών τους από τη μία αγέλη στην άλλη (30).
Πράγματι, η απαγόρευση εξαγωγής αποκλειστικά και μόνο για τα βοοειδή - όπως και για τα νωπά κρέατα που προέρχονται από τα εν λόγω βοοειδή και για τα παράγωγα προϋόντα που λαμβάνονται από τα κρέατα αυτά - που παρέμειναν σε εκτροφεία εντός των οποίων σημειώθηκαν κρούσματα ΣΕΒ είναι ασφαλώς επαρκής και κατάλληλη· πρέπει, πάντως, να διευκρινιστεί ότι αυτό ισχύει μόνον στα πλαίσια ενός συστήματος, το οποίο εξυπακούεται ότι είναι έγκυρο, εντοπισμού των ζώων και ελέγχου των κινήσεών τους (31). Όπως όμως δέχεται το ίδιο το Ηνωμένο Βασίλειο, μόνον τα προσβληθέντα από τη ΣΕΒ ζώα ή εκείνα για τα οποία υπήρχαν υπόνοιες ότι προσβλήθηκαν αποτέλεσαν αντικείμενο καταγραφής (32), γεγονός που συνεπάγεται αναπόφευκτα την αδυναμία εντοπισμού όλων των ευθέως εκτεθέντων στον κίνδυνο μολύνσεως ζώων επειδή ετράφησαν με μολυσμένα προϋόντα ή επειδή ήλθαν σε επαφή με προσβληθέντα από τη ΣΕΒ ζώα, εφόσον οι σημερινές επιστημονικές γνώσεις δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο αυτό. Επομένως, όπως τόνισε το Δικαστήριο με τη διάταξη επί της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, «η έλλειψη αυτή επισημάνσεως των ζώων και ελέγχου των κινήσεών τους δεν επιτρέπει ούτε την εφαρμογή ορισμένων από τα μέτρα που συνέστησαν οι εμπειρογνώμονες του διεθνούς γραφείου επιζωοτιών, οι οποίοι συνιστούν να χαρακτηρίζονται τα ζώα ως προερχόμενα από αγέλες στις οποίες ουδέποτε σημειώθηκε κρούσμα ΣΕΒ» (33).
32 Τρίτον, δεν μπορεί περαιτέρω να θεωρείται ως δυσανάλογο το μέτρο της απαγορεύσεως εξαγωγής ζώντων ζώων, έστω και αν πρόκειται για ζώα ηλικίας κάτω των έξι μηνών. Συναφώς, αρκεί να υπενθυμίσω εν προκειμένω ότι δεν έχει αποδειχθεί η μη μεταδοτικότητα από τη μητέρα (34), ενώ η έρευνα επί του θέματος κατέστη δυσχερέστερη εκ του ότι δεν τηρήθηκε (35) η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως των κρεαταλεύρων και οστεαλεύρων προβάτων στη διατροφή των βοοειδών. Το ότι δεν μπορεί να αποκλείεται η ύπαρξη κινδύνου κάθετης μεταδόσεως της νόσου σημαίνει προφανώς ότι οι ίδιοι λόγοι ισχύουν και όσον αφορά την απαγόρευση εξαγωγής των εμβρύων.
Περιττεύει να προσθέσω, πάντοτε στα πλαίσια των απαγορεύσεων στις οποίες μόλις αναφέρθηκα, ότι η απουσία συστημάτων εξατομικεύσεως των ζώων και ελέγχων των κινήσεών τους δεν επιτρέπει να προσδιοριστεί με βεβαιότητα αν το συγκεκριμένο βοοειδές, έστω και αν δεν εμφανίζει ακόμα συμπτώματα της ΣΕΒ, ενδέχεται να έχει μολυνθεί από τη νόσο. Οι ίδιες σκέψεις ισχύουν επίσης και όσον αφορά την απαγόρευση εξαγωγής νωπών κρεάτων προερχομένων από βοοειδή ηλικίας κάτω των δυόμισι ετών, δεδομένου ότι, όπως προεξέθεσα, παραμένει αμφιλεγόμενο το ζήτημα των κινδύνων που συνδέονται ενδεχομένως με την κατανάλωση κρέατος που προέρχεται από μολυσμένα βοοειδή (36).
33 Τέταρτον, απομένει προς εξέταση το ζήτημα της ανάγκης απαγορεύσεως εξαγωγής του σπέρματος και ορισμένων παραγώγων προϋόντων, όπως η ζελατίνη και το ζωικό λίπος. Η εν λόγω απαγόρευση ήρθη εν τω μεταξύ με την απόφαση 96/362, τόσο όσον αφορά το σπέρμα, λόγω του ότι νεότερες πληροφορίες οδήγησαν στο πόρισμα ότι το προϋόν αυτό δεν εμφανίζει κανένα κίνδυνο μεταδόσεως, όσο και σε σχέση με το ζωικό λίπος και τη ζελατίνη, υπό την προϋπόθεση ότι ελήφθησαν σύμφωνα με ορισμένες μεθόδους παραγωγής και μετά από τη διενέργεια αυστηρών ελέγχων (37). Πάντως, οφείλω να διευκρινίσω ότι το γεγονός αυτό δεν είναι αποφασιστικής σημασίας ή λυσιτελές για τους σκοπούς της παρούσας αναλύσεως, εφόσον η άρση της απαγορεύσεως, αφεαυτής, δεν επιτρέπει να συναχθεί ότι το επίδικο μέτρο δεν ήταν αναγκαίο και ότι, συνακόλουθα, παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας.
Πράγματι, λαμβάνοντας υπόψη την επικρατούσα επί του θέματος αβεβαιότητα κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως, το επείγον της καταστάσεως που οδήγησε την Επιτροπή να δράσει και το γεγονός ότι πρόκειται για προσωρινά μέτρα «εν αναμονή της συνολικής εξετάσεως της καταστάσεως», δεν μπορεί ασφαλώς να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι η απαγόρευση εξαγωγής επί των ανωτέρω προϋόντων ήταν προφανώς ακατάλληλη για την επίτευξη του επιδιωκομένου στόχου.
34 Τέλος, για λόγους πληρότητας, παρατηρώ ότι τα εναλλακτικά μέτρα που είναι λιγότερο περιοριστικά για το εμπόριο, όπως αυτά υπέρ των οποίων συνηγορεί το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο τα θεωρεί τουλάχιστον ως εξίσου αποτελεσματικά με τα υπό κρίση, είναι εξαιρετικά αόριστα για να ληφθούν σοβαρώς υπόψη. Η προσφεύγουσα κυβέρνηση αναφέρεται συγκεκριμένα (38) σε ενημερωτική εκστρατεία των καταναλωτών, της οποίας, όμως, την ακριβή επίπτωση επί της εκριζώσεως της ΣΕΒ δεν αντιλαμβάνομαι, σε μέτρα ανάλογα με εκείνα που έλαβε ήδη μονομερώς το Ηνωμένο Βασίλειο, η αποτελεσματικότητα των οποίων κατέστη πάντως συζητήσιμη (39), καθώς και στη λήψη αυστηροτέρων από αυτά μέτρων, πράγμα το οποίο ακριβώς έπραξε η Επιτροπή και αμφισβητεί το Ηνωμένο Βασίλειο.
- Επί της παραβιάσεως της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αντιθέσεως προς το άρθρο 39, παράγραφος 1, της Συνθήκης
35 Η αρυόμενη από τη φερόμενη παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων των άρθρων 6 και 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης αιτίαση, τόσο υπό το πρίσμα της δυσμενούς διακρίσεως των παραγωγών του Ηνωμένου Βασιλείου έναντι εκείνων των λοιπών κρατών μελών, όσο και υπό το πρίσμα της δυσμενούς διακρίσεως των καταναλωτών του Ηνωμένου Βασιλείου έναντι εκείνων των λοιπών κρατών, νομίζω ότι είναι αβάσιμη. Όσον αφορά την πρώτη πτυχή, αρκεί να υπενθυμίσω συναφώς ότι το 97,9 % των κρουσμάτων ΣΕΒ στην Ευρώπη καταγράφηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο και ότι, συνακόλουθα, οι εκτροφείς που ασκούν τη δραστηριότητά τους στο εν λόγω κράτος μέλος ασφαλώς δεν βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με εκείνη όσων ασκούν τη δραστηριότητά τους σε άλλα κράτη μέλη. Ειδικότερα, η ύπαρξη εστιών της ΣΕΒ στα λοιπά κράτη μέλη είναι τόσο περιορισμένη ώστε να είναι παράλογη η σκέψη ότι τα ίδια μέτρα επιβάλλονται και στους μεν και στους δε. Επ' αυτού, ουδόλως απαιτείται να υπενθυμίσω ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ κοινοτικών παραγωγών και καταναλωτών, η οποία αποτελεί τη συγκεκριμένη έκφραση της γενικής αρχής περί ισότητας, «απαιτεί παρεμφερείς καταστάσεις να μην τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως, εκτός και αν η διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται αντικειμενικώς» (40).
Όσον αφορά το γεγονός ότι η απαιτούμενη προστασία της υγείας, λόγος ο οποίος προβλήθηκε προς στήριξη της αποφάσεως, δεν αφορά την υγεία των διαμενόντων στο Ηνωμένο Βασίλειο καταναλωτών (41), παρατηρώ καταρχάς ότι η επιλεγείσα για την έκδοση της αποφάσεως νομική βάση σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να καλύπτει απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο «εθνικών» κρεάτων στο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου δεδομένου ότι αφορά την κατάργηση των ελέγχων στα σύνορα εν όψει της υλοποιήσεως της εσωτερικής αγοράς και ότι, συνακόλουθα, άπτεται του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών. Αφετέρου, επιβάλλεται να αναγνωριστεί ότι η εν λόγω απαγόρευση εμπορίας απαιτεί πολύ δαπανηρούς ελέγχους, η αποτελεσματικότητα των οποίων είναι αβέβαιη, εκτός και αν συνδυάζεται με ριζικά μέτρα, όπως η σφαγή όλου του ζωικού κεφαλαίου που ενδιαιτάται στο εθνικό έδαφος (μέτρο το οποίο καθίσταται ασφαλώς δυσανάλογο). Επομένως, η υγειονομική απομόνωση της γεωγραφικής ζώνης στην οποία εκδηλώθηκε η νόσος συνιστούσε το μοναδικό ενδεδειγμένο μέσο, εν όψει της εκριζώσεως της νόσου, προκειμένου η ελεύθερη κυκλοφορία των εν λόγω προϋόντων να μη βλάψει σοβαρά τα ζώα και την υγεία των προσώπων.
36 Περιορίζομαι σε ορισμένες παρατηρήσεις που αρκούν για την αντίκρουση του επιχειρήματος του Ηνωμένου Βασιλείου ότι η απόφαση και οι υπόλοιπες προσβαλλόμενες πράξεις δεν ανταποκρίνονται σε κανέναν από τους στόχους του άρθρου 39, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Συγκεκριμένα, η άποψη αυτή συνίσταται στο ότι η απόφαση συνεπάγεται, λόγω της απαγορεύσεως εξαγωγής που επιβάλλει, αποσταθεροποίηση των αγορών και αδυναμία διασφαλίσεως λογικών τιμών υπέρ των καταναλωτών, κατά παράβαση των δύο θεμελιωδών στόχων του άρθρου 39, παράγραφος 1.
Συναφώς, παρατηρώ καταρχάς ότι η προστασία της υγείας αποτελεί, όπως ήδη υπογράμμισα, συνιστώσα όλων των κοινοτικών πολιτικών και ότι ειδικότερα πρόκειται για επιταγή αξιωματικού χαρακτήρα ακόμη και στα πλαίσια των σκοπών που επιδιώκει η κοινή γεωργική πολιτική (42). Σημειωτέον ότι μέτρα που αποσκοπούν στην προστασία της υγείας δεν μπορεί παρά να αυξάνουν την εμπιστοσύνη των καταναλωτών σε θέματα ποιότητας των προϋόντων και να καταλήγουν με τον τρόπο αυτό στην αύξηση της καταναλώσεως και επομένως στον όγκο των συναλλαγών και της παραγωγής, γεγονός που συμβάλλει αναπόφευκτα στην πραγματοποίηση των στόχων του άρθρου 39, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η προβαλλόμενη από το Ηνωμένο Βασίλειο αιτίαση στερείται παντελώς ερείσματος.
- Επί του κύρους του άρθρου 1, τρίτη περίπτωση, της αποφάσεως
37 Το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται περαιτέρω ότι συντρέχει έλλειψη κύρους του άρθρου 1, τρίτη περίπτωση, της αποφάσεως, το οποίο, υπενθυμίζω, απαγορεύει τις εξαγωγές προϋόντων «που έχουν παραχθεί από ζώα του βοείου είδους που εσφάγησαν στο Ηνωμένο Βασίλειο, που ενδέχεται να εισέλθουν στην ανθρώπινη ή ζωική τροφική αλυσίδα, και [των προϋόντων] που προορίζονται για ιατρική, φαρμακευτική χρήση ή για χρήση στον τομέα των καλλυντικών». Συγκεκριμένα, η εν λόγω διάταξη παραβιάζει, κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, την αρχή της ασφαλείας δικαίου υπό την έννοια ότι δεν προσδιορίζει σαφώς και επακριβώς την έκταση εφαρμογής της εν λόγω απαγορεύσεως, η οποία δεν θα μπορούσε να αποσαφηνιστεί περαιτέρω ούτε με παραπομπή στις βασικές οδηγίες, σύμφωνα με τις οποίες η Επιτροπή οφείλει όχι μόνον να εκδώσει τα αναγκαία μέτρα σχετικά με τα ρητώς προσδιοριζόμενα ζώα και προϋόντα, αλλά και να θεσπίσει μέτρα «αν το επιβάλλει η κατάσταση, για τα παράγωγα προϋόντα των εν λόγω ζώων» (άρθρο 10, παράγραφος 4, της οδηγίας 90/425) ή «για τα προϋόντα από τα οποία προέρχονται ή τα οποία αποτελούν παράγωγα των εν λόγω προϋόντων» (άρθρο 9, παράγραφος 4, της οδηγίας 89/662). Επιπλέον, δεν τηρείται η υποχρέωση αιτιολογήσεως, εφόσον δεν υφίσταται καμία σχέση μεταξύ της ανωτέρω επιταγής και της αντίστοιχης αιτιολογικής σκέψεως, η οποία περιορίζεται απλώς να τονίσει τη σκοπιμότητα απαγορεύσεως αποστολής «οποιουδήποτε προϋόντος που λαμβάνεται από βόειο κρέας στο Ηνωμένο Βασίλειο». Τέλος, και εν πάση περιπτώσει, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν ήταν αρμόδια να επιβάλει την απαγόρευση εξαγωγής προϋόντων όπως η ζελατίνη, το όξινο φωσφορικό ασβέστιο, τα αμινοξέα και τα πεπτίδια, τα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης· και τούτο επειδή οι οδηγίες βάσει των οποίων εξεδόθη η απόφαση και οι οποίες θεμελιώνονται με τη σειρά τους στο άρθρο 43 της Συνθήκης δεν θα μπορούσαν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι εφαρμόζονται αποκλειστικά επί των γεωργικών προϋόντων που μνημονεύονται στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης.
Στις ανωτέρω αιτιάσεις η Επιτροπή αντικρούει ότι, λαμβάνοντας υπόψη τον επείγοντα χαρακτήρα και την ανάγκη διασφαλίσεως πλήρους ελέγχου της καταστάσεως «εν αναμονή της συνολικής εξετάσεως της καταστάσεως», επιβάλλεται να αναγνωριστεί ότι η απόφαση δεν παραβιάζει την αρχή της ασφαλείας δικαίου. Η Επιτροπή προσθέτει ότι οι αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεώς της όχι μόνο συνιστούν επαρκή αιτιολογία της οικείας διατάξεως, αλλά και καθιστούν προφανές ότι (και) όλα τα παράγωγα προϋόντα που ενδέχεται να ενέχουν κίνδυνο για την υγεία εμπίπτουν στην απαγόρευση εξαγωγής. Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι βασικές οδηγίες περιλαμβάνουν ρητώς στο πεδίο εφαρμογής τους όλα τα παράγωγα προϋόντα και, επομένως, όλα τα προϋόντα επί των οποίων τυγχάνει εφαρμογής η απόφαση.
38 Δεδομένου ότι η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, όπως ακριβώς και η εθνική, πρέπει να είναι αρκούντως σαφής, οι δε ενδιαφερόμενοι που υπάγονται σ' αυτήν να μπορούν να προβλέψουν την εφαρμογή της (43), ας μου επιτραπεί να προσθέσω απλώς ότι η απόφαση απευθύνεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο, λαμβάνοντας υπόψη ότι είχε βαθεία γνώση της καταστάσεως, την οποία παρακολουθούσε σε στενή επαφή με την Επιτροπή, δεν νοείται να μην ήταν ενήμερη, τουλάχιστον στα πλαίσια των συζητήσεων εντός της κτηνιατρικής επιτροπής, για τα προϋόντα που αφορούσε η απόφαση. Εν όψει των προεκτεθέντων, νομίζω ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορεί να υποστηρίξει βασίμως ούτε ότι η επίδικη διάταξη στερείται ενδεδειγμένης αιτιολογίας και ότι με τον τρόπο αυτό παραβιάζει το άρθρο 190 της Συνθήκης (44).
Ακολούθως, όσον αφορά το γεγονός ότι η Επιτροπή άσκησε με τον τρόπο αυτό εξουσίες που δεν της έχουν απονεμηθεί, περιορίζομαι να παρατηρήσω, ομού μετά της Επιτροπής, ότι η έκφραση «παράγωγα προϋόντα», όπως χρησιμοποιείται στις βασικές οδηγίες, μπορεί ασφαλώς (και πρέπει) να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά όλα τα προϋόντα και υλικά που λαμβάνονται από τα (...) βοοειδή. Πράγματι, θα ήταν παράδοξο να γίνει δεκτό ότι προϋόν που παράγεται από βόειο κρέας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «παράγωγο προϋόν» κατά την έννοια των οικείων οδηγιών.
- Επί του κύρους των οδηγιών 90/425 και 89/662
39 Τέλος, το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται ότι, αν οι οδηγίες 90/425 και 89/662 έπρεπε να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι καλύπτουν και τα προϋόντα που δεν απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης, θα έπρεπε να λογίζονται ως άκυρες λόγω του ότι το άρθρο 43 της Συνθήκης δεν επιτρέπει στο Συμβούλιο να εκδίδει οδηγίες εφαρμοζόμενες και επί προϋόντων μη απαριθμουμένων στο εν λόγω παράρτημα. Αντίθετα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 43 συνιστά την ορθή νομική βάση και για τις οδηγίες που εφαρμόζονται επί μη απαριθμουμένων στο παράρτημα προϋόντων, και τούτο στο μέτρο που πρόκειται για απλώς παρεπόμενα προϋόντα. Συμμεριζόμενο την άποψη αυτή, το Συμβούλιο υπογραμμίζει καταρχάς ότι το παράρτημα II αφορά όχι μόνο τα ζώντα ζώα και τα περισσότερα προϋόντα ζωικής προελεύσεως, αλλά περιλαμβάνει και περαιτέρω πίνακα ο οποίος καλύπτει όλα τα «προϋόντα ζωικής προελεύσεως μη αλλαχού κατονομαζόμενα ή περιλαμβανόμενα». Επίσης, το Συμβούλιο τόνισε ότι η εν λόγω αιτίαση αφορά προϋόντα επί των οποίων έχει ήδη αρθεί, με την απόφαση 96/362 (45), ο εμπορικός αποκλεισμός που είχε επιβληθεί.
Εκτιμώ ότι η θέση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πράγματι, έστω και αν κατέληγα στο συμπέρασμα ότι ο περαιτέρω πίνακας που προανέφερα σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συμπεριλάβει τα εν λόγω προϋόντα, γεγονός παραμένει, όπως υποστήριξαν τόσο το Συμβούλιο όσο και η Επιτροπή, ότι το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να επιβεβαιώσει ότι το απλό γεγονός ότι ένα μέτρο εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής του παραρτήματος ΙΙ άπτεται δευτερευόντως και ορισμένων μη απαριθμουμένων στο εν λόγω παράρτημα προϋόντων δεν αρκεί για τη μη εφαρμογή της ανωτέρω κανονιστικής ρυθμίσεως στο πεδίο εφαρμογής της κοινής γεωργικής πολιτικής (46). Ουδόλως απαιτείται να προσθέσω ότι τα περισσότερα από τα προϋόντα επί των οποίων εφαρμόζεται η απόφαση παρατίθενται ρητώς και συγκεκριμένως στο παράρτημα ΙΙ.
Συμπέρασμα
40 Όσον αφορά την υπόθεση C-180/96 (Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής), προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει το προσφεύγον κράτος μέλος στα δικαστικά έξοδα.
41 Όσον αφορά την υπόθεση C-157/96 (National Farmers' Union κ.λπ.), προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση το προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το High Court of Justice, Queen's Bench Division:
«Από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του άρθρου 1 της αποφάσεως 96/239/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 1996, σχετικά με ορισμένα επείγοντα μέτρα προστασίας από τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών.»
(1) - ΕΕ L 78, σ. 47.
(2) - Διάταγμα περί της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών, SI 1988, αριθ. 1039, όπως τροποποιήθηκε με το SI 1991, αριθ. 2246, και το SI 1996, αριθ. 962.
(3) - SI 1989, αριθ. 2061.
(4) - SI 1996, αριθ. 963.
(5) - ΕΕ L 194, σ. 96. Η ανωτέρω απόφαση τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με την απόφαση 95/287/ΕΚ της Επιτροπής, της 18ης Ιουλίου 1995 (ΕΕ L 181, σ. 40).
(6) - ΕΕ L 152, σ. 37.
(7) - Γνωμάτευση της επιστημονικής κτηνιατρικής επιτροπής, της 22ας Μαρτίου 1996.
(8) - ΕΕ L 395, σ. 13.
(9) - ΕΕ L 224, σ. 29.
(10) - ΕΕ L 139, σ. 17.
(11) - Για την εμπεριστατωμένη καταγραφή των προ της τροποποιήσεως της αποφάσεως γνωματεύσεων, καθώς και για τη συνολική εξέλιξη της καταστάσεως, βλ. τις σκέψεις 23 έως 31 της διατάξεως της 12ης Ιουλίου 1996 στην υπόθεση C-180/96 R, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-3903).
(12) - Στο σημείο αυτό, οφείλω να υπενθυμίσω ότι η National Farmers' Union και ορισμένες άλλες επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητες στον τομέα των προϋόντων βοοειδών προσέβαλαν επίσης την απόφαση, ασκώντας, ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (υπόθεση T-76/96), προσφυγή βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης, αιτούμενες περαιτέρω τη βάσει του άρθρου 185 της Συνθήκης αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως. Η αίτηση απορρίφθηκε με διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 13ης Ιουλίου 1996, T-76/96 R, The National Farmers' Union κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-815).
(13) - Υπενθυμίζω ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ζήτησε από το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ιδίας υποθέσεως, την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 185 της Συνθήκης, και/ή τη λήψη προσωρινών μέτρων δυνάμει του άρθρου 186 της ίδιας Συνθήκης. Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε με την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 11 διάταξη Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής.
(14) - Συγκεκριμένα, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αναφέρθηκε σε δήλωση του αρμοδίου για τη γεωργία επιτρόπου, καθώς και στην πρόταση τροποποιήσεως της αποφάσεως, η οποία δεν είχε ακόμα θεσπισθεί κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής. Πάντως, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου διευκρίνισε με το υπόμνημά της απαντήσεως ότι δεν αρύεται κανένα έννομο συμφέρον από την ακύρωση των ληφθεισών θέσεων που οδήγησαν στην έκδοση της αποφάσεως 96/362.
(15) - Βλ. άρθρο 10, παράγραφος 4, της οδηγίας 90/425 και άρθρο 9, παράγραφος 4, της οδηγίας 89/662. Συναφώς, βλ. περαιτέρω όσα προεξέθεσα στο σημείο 9.
(16) - Συναφώς, το ίδιο το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να επιβεβαιώσει ότι «η επιδίωξη των στόχων της κοινής γεωργικής πολιτικής, ιδίως στο πλαίσιο κοινών οργανώσεων αγοράς, δεν μπορεί να μην λαμβάνει υπόψη τις γενικού συμφέροντος ανάγκες όπως είναι η προστασία των καταναλωτών ή της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων, ανάγκες τις οποίες δεν πρέπει να παραβλέπουν τα κοινοτικά όργανα κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους» (απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988 στην υπόθεση 131/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 905, σκέψη 17).
(17) - Περιττεύει, άλλωστε, να υπενθυμίσω ότι, κατά το άρθρο 129, παράγραφος 1, της Συνθήκης «Η Κοινότητα συμβάλλει στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας του ανθρώπου, ενθαρρύνοντας τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και, αν αυτό απαιτείται, υποστηρίζοντας τη δράση τους» (πρώτο εδάφιο) και ότι «οι απαιτήσεις στον τομέα της προστασίας της υγείας αποτελούν συνιστώσα των άλλων πολιτικών της Κοινότητας» (τρίτο εδάφιο).
(18) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 11 διάταξη Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, σκέψη 58.
(19) - Βλ. ειδικότερα την προαναφερθείσα έκθεση της ΣΕΣΕ της 20ής Μαρτίου 1996.
(20) - Επί του θέματος αυτού, βλ. την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 12 διάταξη The Nationals' Farmers Union κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 7.
(21) - Βλ. τις γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής επί της αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 11 διάταξη Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, σκέψεις 68 επ.).
(22) - Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 11ης Ιανουαρίου 1973 στην υπόθεση 13/72, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 349), και της 14ης Ιανουαρίου 1981 στην υπόθεση 819/79, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 21).
(23) - Απόφαση της 13ης Ιουνίου 1996 στην υπόθεση C-205/94, Binder (Συλλογή 1996, σ. I-2871, σκέψη 25).
(24) - Επ' αυτού, βλ. τις προτάσεις του δικαστή Vesterdorf, ο οποίος ορίσθη γενικός εισαγγελέας στα πλαίσια των υποθέσεων T-1/89, Τ-2/89, Τ-3/89, T-4/89 και T-6/89 έως T-15/89 (πολυπροπυλένιο), προτάσεις οι οποίες αναπτύχθηκαν στις 10 Ιουλίου 1991 (Συλλογή 1991, σ. II-869, και συγκεκριμένα σ. ΙΙ-908).
(25) - Βλ. δεύτερη και τρίτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως.
(26) - Βλ. συναφώς, μολονότι εντάσσεται σε διαφορετικό πλαίσιο, την απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-296/93 και C-307/93, Γαλλία και Ιρλανδία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. Ι-795, σκέψεις 30 και 31).
(27) - Απόφαση της 15ης Απριλίου 1997 στην υπόθεση C-27/95, Bakers of Nailsea (Συλλογή 1997, σ. Ι-1847, σκέψεις 37 και 38). Βλ. επίσης απόφαση της 11ης Ιουλίου 1989 στην υπόθεση 265/87, Schrδder (Συλλογή 1989, σ. 2237, σκέψη 22).
(28) - Στο σημείο αυτό αρκεί να υπενθυμίσω ότι η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως κρεαταλεύρων ή οστεαλεύρων προβατοειδών στη διατροφή των βοοειδών -- που, κατά το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρείται επαρκής για την αποσόβηση των κινδύνων εις βάρος της υγείας, εφόσον η εν λόγω απαγόρευση βάλλει κατά του υπευθύνου για τη ΣΕΒ παράγοντα - ανατρέχει στον Ιούλιο του 1988. Πλην όμως, στις 31 Δεκεμβρίου 1995 είχαν καταγραφεί 23 148 κρούσματα της ΣΕΒ στα γεννηθέντα μετά την επιβολή της απαγορεύσεως ζώα. Αυτό μπορεί ασφαλώς να σημαίνει ότι δεν έγινε σεβαστή η εν λόγω απαγόρευση, γεγονός που αποδεικνύει την ανεπάρκεια των ελέγχων, όπως άλλωστε δέχεται το ίδιο το Ηνωμένο Βασίλειο, μπορεί όμως εξίσου να σημαίνει, ή εν πάση περιπτώσει δεν αποκλείεται, η μετάδοση να λαμβάνει χώρα και με άλλους τρόπους. Εν πάση περιπτώσει, πρόκειται για ένα στοιχείο που βεβαιώνει την ανάγκη λήψεως συμπληρωματικών και πλέον δραστικών μέτρων.
(29) - Επ' αυτού βλ. ανωτέρω σημείο 24.
(30) - Συναφώς, βλ. τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 29ης και 30ής Απριλίου 1996.
(31) - Επί του σημείου αυτού, οφείλω να υπενθυμίσω ότι η απόφαση 89/469/EΟΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 1989, για τη λήψη ορισμένων προστατευτικών μέτρων κατά της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών στο Ηνωμένο Βασίλειο (ΕΕ L 225, σ. 51), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 90/261/EΟΚ (ΕΕ L 146, σ. 29), απαιτούσε ήδη από το Ηνωμένο Βασίλειο να χρησιμοποιήσει ολοκληρωμένο σύστημα μηχανογραφήσεως διασφαλίζον την ταυτότητα των ζώων (άρθρο 1, παράγραφος 3). Πάντως, με εξαίρεση τη Βόρεια Ιρλανδία - γεγονός που σημαίνει, σύμφωνα με τα στοιχεία που έγιναν γνωστά μέσω του Τύπου τις τελευταίες ημέρες, χαλάρωση της απαγορεύσεως εξαγωγής των βοοειδών που προέρχονται από ορισμένες αγέλες της εν λόγω περιοχής - δεν εγκαταστάθηκε το εν λόγω μηχανογραφημένο σύστημα. Η προσωρινή επιτροπή ερευνών του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, «με την έκθεση επί των καταγγελιών περί παραβάσεως ή κακοδιοικήσεως κατά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου σε θέματα ΣΕΒ, υπό την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων των κοινοτικών και εθνικών δικαστηρίων», επικέντρωσε το ενδιαφέρον της και επέκρινε τη δημιουργηθείσα κατάσταση. Ειδικότερα, στην εν λόγω έκθεση αναφέρεται: «Τα κενά του βρετανικού συστήματος καταγραφής οδήγησαν στην εμφάνιση επιχειρήσεων εκμεταλλεύσεως "οχετών" (ζήτημα το οποίο συζητήθηκε από το βρετανικό Κοινοβούλιο). Οι ανωτέρω εκμεταλλεύσεις, στις οποίες είχε ήδη σημειωθεί υψηλός αριθμός κρουσμάτων ΣΕΒ, αγόραζαν ζώα στο πρώτο στάδιο της νόσου και εισέπρατταν επιδότηση για τη σφαγή των προσβληθέντων από τη νόσο ζώων. Οι εκμεταλλεύσεις εκτροφής που πωλούσαν τα ασθενή ζώα δεν ενέπιπταν στους περιορισμούς, εξωραζοντας την πραγματική υγειονομική κατάστασή τους. Η κατάσταση αυτή επέφερε πλήγμα στην εγκυρότητα των επιδημιολογικών στατιστικών και παρεμπόδισε τη μελέτη και τον έλεγχο της νόσου. Εξάλλου, μείωσε την αποτελεσματικότητα της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, εκθέτοντας τους καταναλωτές σε κίνδυνο που μπορούσε να αποφευχθεί. Η μη εφαρμογή της κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με την επισήμανση, την καταγραφή και τον έλεγχο πλήττει τη σοβαρότητα οποιουδήποτε επιλεκτικού προγράμματος σφαγής όπως αυτό που αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης κατά τη σύνοδο κορυφής της Φλωρεντίας» (έγγραφο του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου 220.544/οριστικό, τμήμα A, I, αποτελέσματα της έρευνας, σ. 11).
(32) - Άλλωστε, δεν αμφισβητείται το στοιχείο που προσκόμισε η Επιτροπή, σύμφωνα με το οποίο ήταν ανέφικτος ο εντοπισμός της αγέλης καταγωγής για 11 000 κρούσματα ΣΕΒ που σημειώθηκαν σε ζώα.
(33) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 11 διάταξη Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, σκέψη 70.
(34) - Όπως ήδη ανέφερα, αντίθετα, έχει αποδειχθεί η δυνατότητα μεταδόσεως όσον αφορά «την τρομώδη νόσο του προβάτου», γεγονός που καθιστά ευλογοφανή τη δυνατότητα μεταδόσεως κληρονομικώς και της ΣΕΒ.
(35) - Στις 31 Δεκεμβρίου 1995, επισημάνθηκαν 933 κρούσματα ΣΕΒ σε ζώα προερχόμενα από μητέρες που εκδήλωσαν τη νόσο, αλλά γεννηθέντα μετά την έναρξη ισχύος της εν λόγω απαγορεύσεως. Στις περιπτώσεις αυτές, επομένως, είναι δυσχερής ο έλεγχος αν η ασθένεια μεταδόθηκε κληρονομικώς ή λόγω της μη τηρήσεως της απαγορεύσεως, ήτοι λόγω χρησιμοποιήσεως μολυσμένων ζωοτροφών.
(36) - Βλ. την προαναφερθείσα δήλωση του δρ. Ring, η οποία επισυνάφθηκε σε παράρτημα της γνωματεύσεως της επιστημονικής κτηνιατρικής επιτροπής, της 22ας Μαρτίου 1996.
(37) - Περιττεύει να διευκρινίσω ότι η Επιτροπή δεν έχει ελέγξει μέχρι σήμερα αν πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η επανάληψη των εξαγωγών των οικείων προϋόντων, οπότε η απαγόρευση εξακολουθεί να ισχύει και για τα προϋόντα αυτά.
(38) - Βλ. σ. 76 του δικογράφου της προσφυγής.
(39) - Βλ. ειδικότερα υποσημειώσεις 28, 31 και 32.
(40) - Βλ., όλως προσφάτως, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 27 απόφαση Bakers of Nailsea, σκέψη 27. Στο αυτό πνεύμα, βλ. και την απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1977 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 117/76 και 16/77, Ruckdeschel και Hansa-Lagerhaus Strφh (Συλλογή τόμος 1977, σ. 531, σκέψη 7).
(41) - Διευκρινίζω ότι το επιχείρημα αυτό προβλήθηκε και από τους αιτούντες της κυρίας δίκης στα πλαίσια της υποθέσεως C-157/96, πλην όμως προκειμένου να αποδειχθεί ότι η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση για λόγους άλλους πλην της προστασίας της υγείας, υποπίπτοντας με τον τρόπο αυτό σε κατάχρηση εξουσίας.
(42) - Συναφώς, βλ. ανωτέρω, σημείο 20, και ειδικότερα υποσημειώσεις 16 και 17.
(43) - Βλ. συναφώς, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 22ας Φεβρουαρίου 1984 στην υπόθεση 70/83, Kloppenburg (Συλλογή 1984, σ. 1075, σκέψη 11), και της 16ης Ιουνίου 1993 στην υπόθεση C-325/91, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-3283, σκέψη 26).
(44) - Συναφώς, βλ. ειδικότερα όσα ανέπτυξα ανωτέρω στα σημεία 26 και 27.
(45) - Πάντως, συναφώς βλ. υποσημείωση 37.
(46) - Βλ. συναφώς απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 1989 στην υπόθεση C-11/88, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1989, σ. 3799, συνοπτική δημοσίευση).
Full & Egal Universal Law Academy