Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με την παρούσα προσφυγή η Πορτογαλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει, βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ, την «πρακτική των εξαιρετικών μέτρων ελαστικότητας», την οποία, κατά το προσφεύγον κράτος, ακολούθησε η Επιτροπή κατά τη διαχείριση των ποσοτικών ορίων εισαγωγής στην Ευρωπαϋκή Κοινότητα κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων και ειδών ενδύσεως από τρίτες χώρες, και ειδικότερα ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής να επιτρέψει για το 1995 την υπέρβαση των ποσοτικών ορίων εισαγωγής κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων και ειδών ενδύσεως από τη Λαϋκή Δημοκρατία της Κίνας.
Ι - Κανονιστικό πλαίσιο
Οι διεθνείς συμφωνίες
- Οι πολυμερείς συμφωνίες
2 Την πρώτη γενική ρύθμιση του τομέα των κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων αποτέλεσε ο πολυμερής διακανονισμός της 20ής Δεκεμβρίου 1973, ο οποίος αφορούσε το διεθνές εμπόριο κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων και αποκαλείται συνήθως «συμφωνία πολυϋνών» (1). Ο διακανονισμός αυτός άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1974 και εξακολούθησε να ισχύει, κατόπιν μιας σειράς συμφωνιών περί παρατάσεως της ισχύος του (2), μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1994.
3 Σκοπός της συμφωνίας πολυϋνών είναι «η επέκταση του εμπορίου, η μείωση των εμποδίων στο εμπόριο και η προοδευτική ελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου, με την παράλληλη εξασφάλιση της ομαλής και δίκαιης ανάπτυξης του εμπορίου των προϋόντων αυτών και με την αποφυγή των αποτελεσμάτων της αποδιοργανώσεως στις αγορές και στους τύπους παραγωγής τόσο των χωρών εισαγωγής όσο και των χωρών εξαγωγής» (άρθρο 1, παράγραφος 2). Προς τούτο η συμφωνία προβλέπει ότι «οι συμμετέχουσες χώρες δύνανται, σύμφωνα με τους στόχους και τις θεμελιώδεις αρχές του (...) διακανονισμού, να συνάψουν διμερείς συμφωνίες υπό αμοιβαία αποδεκτούς όρους με σκοπό αφενός να εξαφανίσουν τους πραγματικούς κινδύνους αποδιοργανώσεως της αγοράς (...) των χωρών εισαγωγής και αποδιοργανώσεως του εμπορίου των κλωστοϋφαντουργικών των χωρών εξαγωγής και αφετέρου να εξασφαλίσουν την επέκταση και την ομαλή ανάπτυξη του εμπορίου των κλωστοϋφαντουργικών και την ίση μεταχείριση των συμμετεχουσών χωρών» (άρθρο 4, παράγραφος 2).
4 Κατόπιν της δηλώσεως της 20ής Σεπτεμβρίου 1986 στην Punta del Este, άρχισαν οι διεθνείς διαπραγματεύσεις για την ενσωμάτωση στην ΓΣΔΕ (GATT) του τομέα των κλωστοϋφαντουργικών και των ειδών ενδύσεως, πράγμα που θα είχε ως αποτέλεσμα την εφαρμογή της γενικής ρυθμίσεως της ΓΣΔΕ στον εν λόγω τομέα, άρα το προοδευτικό άνοιγμα των εθνικών αγορών.
5 Στις 15 Απριλίου 1994 υπογράφηκε στο Μαρακές η τελική πράξη του Γύρου της Ουρουγουάης, η οποία περιλαμβάνει τη συμφωνία για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) και μια σειρά πολυμερών συμφωνιών εμπορευματικών συναλλαγών, οι οποίες αποτελούν παραρτήματα της συμφωνίας ΠΟΕ και μεταξύ των οποίων καταλέγεται και η συμφωνία για τα κλωστοϋφαντουργικά προϋόντα και τα είδη ενδύσεως (στο εξής: συμφωνία κλωστοϋφαντουργικών). Η Κοινότητα προσχώρησε στη συμφωνία αυτή με την απόφαση 94/800/EΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϋκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθόσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (3).
6 Η συμφωνία κλωστοϋφαντουργικών περιέχει τους κανόνες για το διεθνές εμπόριο κλωστοϋφαντουργικών κατά τη διάρκεια δεκαετούς μεταβατικής περιόδου, η οποία θα καταλήξει στην οριστική ενσωμάτωση του τομέα αυτού στη ΓΣΔΕ (άρθρο 1 της συμφωνίας κλωστοϋφαντουργικών).
7 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της συμφωνίας κλωστοϋφαντουργικών, όλοι οι ποσοτικοί περιορισμοί στο πλαίσιο διμερών συμφωνιών πρέπει να γνωστοποιούνται, εντός 60 ημερών από την έναρξη της ισχύος της συμφωνίας, στο εποπτικό όργανο κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων, τη σύσταση του οποίου προβλέπει η ίδια αυτή συμφωνία (4). Κατά την έναρξη της ισχύος της συμφωνίας ΠΟΕ, κάθε μέλος ενσωματώνει στη ΓΣΔΕ προϋόντα του κλωστοϋφαντουργικού τομέα τα οποία αντιπροσωπεύουν συνολικά τουλάχιστον το 16 % του συνόλου των εισαγωγών του μέλους κατά το 1990 (άρθρο 2, παράγραφος 6). Τα εναπομένοντα προϋόντα θα ενσωματωθούν σε τρεις φάσεις, οι οποίες θα ολοκληρωθούν την πρώτη ημέρα του 37ου μήνα, την πρώτη ημέρα του 85ου μήνα και την πρώτη ημέρα του 121ου μήνα μετά τη θέση της ισχύος της συμφωνίας ΠΟΕ. Κατά τη λήξη της τελευταίας αυτής φάσης «ο τομέας των κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων και των ειδών ένδυσης παραμένει ενσωματωμένος στη GATT του 1994, αφού έχουν καταργηθεί όλοι οι περιορισμοί δυνάμει της παρούσας συμφωνίας» (άρθρο 2, παράγραφος 8, και ιδίως στοιχείο γγ).
8 Τέλος, όσον αφορά τα διάφορα συστήματα ευελιξίας, το άρθρο 2, παράγραφος 16, της συμφωνίας κλωστοϋφαντουργικών προβλέπει τα εξής: «Οι διατάξεις ευελιξίας, ήτοι μεταβίβαση, μεταφορά και πρότερη χρήση, που ισχύουν για όλους τους προσδιορισμούς που διατηρούνται δυνάμει του παρόντος άρθρου, είναι οι ίδιες με αυτές που προβλέπονται στις διμερείς συμφωνίες της ΣΠΕ για τη 12μηνη περίοδο πριν από τη θέση σε ισχύ της συμφωνίας για τον ΠΟΕ». Επιπλέον, «Δεν τίθενται ούτε διατηρούνται ποσοτικά όρια σχετικά με τη συνδυασμένη χρήση της μεταβίβασης, μεταφοράς και πρότερης χρήσης».
- Η συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Λαϋκής Δημοκρατίας της Κίνας
9 Βάσει του άρθρου 4 της συμφωνίας πολυϋνών, η Ευρωπαϋκή Οικονομική Κοινότητα συνήψε με τη Λαϋκή Δημοκρατία της Κίνας (στο εξής: Κίνα) στις 9 Δεκεμβρίου 1988 τη συμφωνία για το εμπόριο κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων (στο εξής: βασική συμφωνία ΕΟΚ-Κίνας), η οποία τέθηκε προσωρινά σε εφαρμογή από την Κοινότητα με την απόφαση 88/656/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988 (5).
10 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της συμφωνίας αυτής προβλέπει την καθιέρωση ποσοτικών ορίων για την εξαγωγή κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων από την Κίνα, τα οποία προσδιορίζονται επακριβώς στο παράρτημα ΙΙΙ της συμφωνίας (6). Η εισαγωγή των προϋόντων αυτών στην Κοινότητα υπόκειται σε ένα σύστημα διπλού ελέγχου, το οποίο ρυθμίζεται στον τίτλο ΙΙΙ του πρωτοκόλλου Α της εν λόγω συμφωνίας. Συγκεκριμένα, οι κινεζικές αρχές χορηγούν πιστοποιητικά εξαγωγής και τα αρμόδια όργανα στην Κοινότητα χορηγούν, εντός πέντε ημερών από την προσκόμιση εκ μέρους του εισαγωγέα του πρωτοτύπου του πιστοποιητικού εξαγωγής, τις αντίστοιχες άδειες εισαγωγής.
11 Το άρθρο 5 της βασικής συμφωνίας ΕΟΚ-Κίνας προβλέπει επίσης τη δυνατότητα «ελαστικής» εφαρμογής των ποσοτικών ορίων, και συγκεκριμένα ορίζει ότι είναι δυνατή κατ' έτος η προκαταβολική χρησιμοποίηση μέχρι του 5 % των ποσοτικών ορίων του επομένου έτους, η λογιστική μεταφορά του 7 % των ποσοτήτων που δεν χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους και η μεταφορά διαθέσιμων ποσοτήτων από μία κατηγορία σε άλλη, εφόσον η μεταφορά δεν υπερβαίνει το 7 %. Εν πάση περιπτώσει, η αύξηση κάθε κατηγορίας χάρη στον μηχανισμό της ελαστικής εφαρμογής δεν μπορεί να υπερβαίνει το 17 %.
12 Όταν προσκομίζονται πιστοποιητικά εξαγωγής για ποσότητα προϋόντων που υπερβαίνει τις ποσοστώσεις και τις ποσότητες που προκύπτουν από την ελαστική εφαρμογή, οι κοινοτικές αρχές μπορούν να αναστείλουν την έκδοση των αδειών εισαγωγής. Οι κινεζικές αρχές ενημερώνονται αμέσως περί αυτού και κινείται, σύμφωνα με το άρθρο 16 της βασικής συμφωνίας ΕΟΚ-Κίνας (7), η διαδικασία διαβουλεύσεων στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής που συστάθηκε με τη συμφωνία εμπορικής και οικονομικής συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Λαϋκής Δημοκρατίας της Κίνας, της 21ης Μαου 1985 (8).
13 Τέλος, το άρθρο 20 της βασικής συμφωνίας ΕΟΚ-Κίνας ορίζει ως ημερομηνία λήξεως της ισχύος της την 31η Δεκεμβρίου 1992.
14 Η ισχύς της ανωτέρω συμφωνίας παρατάθηκε επανειλημμένα και η ίδια η συμφωνία τροποποιήθηκε επανειλημμένα τόσο σε σχέση με τις προς εξαγωγή ποσότητες των διαφόρων κατηγοριών προϋόντων, όσο και σε σχέση με τα ποσοστά ελαστικής εφαρμογής.
15 Συγκεκριμένα, η συμφωνία της 8ης Δεκεμβρίου 1992 καθόρισε τα ποσοτικά όρια εισαγωγών στην Κοινότητα για τα έτη 1993, 1994 και 1995 και τροποποίησε τα ποσοστά ελαστικής εφαρμογής που προβλέπει το άρθρο 5 της βασικής συμφωνίας ΕΟΚ-Κίνας. Η τροποποίηση αυτή έχει ως συνέπεια ότι επιτρέπεται κατ' έτος η προκαταβολική χρησιμοποίηση του 2 έως 5 % των ποσοτικών ορίων που έχουν καθοριστεί για το επόμενο έτος και ότι η μεταφορά στις ποσότητες του τρέχοντος έτους των ποσοτήτων που δεν χρησιμοποιήθηκαν κατά το προηγούμενο έτος μπορεί να κυμαίνεται από 5 έως 7 %. Εντούτοις, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, το μέγιστο ποσοστό μπορεί να ισχύσει μόνον κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή κλωστοϋφαντουργικών, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 16, παράγραφος 2, της βασικής συμφωνίας ΕΟΚ-Κίνας.
16 Η συμφωνία της 14ης Δεκεμβρίου 1994 τροποποίησε μόνο, κατόπιν της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας στην Ευρωπαϋκή Ένωση, τα ποσοτικά όρια για την εισαγωγή των κινεζικών κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων στις Κοινότητες.
17 Στις 14 Δεκεμβρίου 1994 μονογραφήθηκε επίσης μια συμφωνία για την τροποποίηση των ποσοστών αυξήσεως και ελαστικής εφαρμογής της βασικής συμφωνίας ΕΟΚ-Κίνας, με την προοπτική της προσχωρήσεως της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (στοιχείο αα, σημείο 2, της συμφωνίας). Η εφαρμογή των ποσοστών αυτών στην πράξη τελεί πάντως υπό αναστολή, μέχρι να πραγματοποιηθεί η εν λόγω προσχώρηση.
18 Τέλος, η συμφωνία της 13ης Δεκεμβρίου 1995 μετέθεσε την ημερομηνία λήξεως της ισχύος της βασικής συμφωνίας ΕΟΚ-Κίνας από την 1η Ιανουαρίου 1996 στις 31 Δεκεμβρίου 1998 και τροποποίησε τα ποσοστά ελαστικής εφαρμογής που προβλέπει το άρθρο 5 της βασικής συμφωνίας. Αποτέλεσμα της τροποποιήσεως αυτής είναι ότι ετησίως είναι δυνατή η προκαταβολική χρησιμοποίηση του 1 έως 2 % των ποσοτικών ορίων που έχουν καθοριστεί για το επόμενο έτος και ότι η μεταφορά στις ποσότητες του τρέχοντος έτους των ποσοτήτων που δεν χρησιμοποιήθηκαν κατά το προηγούμενο έτος μπορεί να κυμαίνεται από 3 έως 5 %. Εντούτοις, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, το μέγιστο ποσοστό του 5 και του 7 % μπορεί να ισχύσει μόνον κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή κλωστοϋφαντουργικών, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 16, παράγραφος 2, της βασικής συμφωνίας ΕΟΚ-Κίνας. Επιπλέον, η συμφωνία αυτή περιορίζει τις δυνατότητες ελαστικής εφαρμογής ως προς τις μεταφορές μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών εμπορευμάτων.
- Ο κοινοτικός κανονισμός 3030/93
19 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3030/93 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1993, περί κοινών κανόνων εισαγωγής ορισμένων κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων καταγωγής τρίτων χωρών (στο εξής: κανονισμός 3030/93) (9), καθορίζει τα ποσοτικά όρια για τις κοινοτικές εισαγωγές κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων από τις τρίτες χώρες και ρυθμίζει τη διαδικασία ελέγχου των εισαγωγών αυτών.
20 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 3289/94, της 22ας Δεκεμβρίου 1994 (10), ο κανονισμός εφαρμόζεται: «- στις εισαγωγές των κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων που αναφέρονται στο παράρτημα I, καταγωγής τρίτων χωρών, με τις οποίες η Κοινότητα έχει συνάψει διμερείς συμφωνίες, πρωτόκολλα ή άλλους διακανονισμούς, που παρατίθενται στο παράρτημα II (11)· - στις εισαγωγές κλωστοϋφαντουργικών μη ενσωματωμένων στον ΠΟΕ κατά την έννοια του άρθρου 2.6 της συμφωνίας [κλωστοϋφαντουργικών], που παρατίθενται στο παράρτημα X [και είναι] καταγωγής τρίτων χωρών, μελών του ΠΟΕ, οι οποίες παρατίθενται στο παράρτημα XI».
21 Τα κοινοτικά ποσοτικά όρια για κάθε κατηγορία προϋόντων και σε σχέση με κάθε τρίτο κράτος εξαγωγής περιλαμβάνονται στο παράρτημα V του κανονισμού 3030/93. Κατά το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού, «η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα των προϋόντων που εισάγονται στο πλαίσιο ποσοτικών ορίων που παρατίθενται στο παράρτημα V προϋποθέτει την προσκόμιση άδειας εισαγωγής, εκδιδομένης από τις αρχές των κρατών μελών σύμφωνα με το άρθρο 12». Οι αρχές αυτές, προκειμένου να μην υπάρξει υπέρβαση των συμφωνηθεισών ποσοτήτων εισαγωγής, εκδίδουν τις άδειες εισαγωγής μόνον αφού λάβουν από την Επιτροπή τη διαβεβαίωση ότι εξακολουθούν να υπάρχουν «διαθέσιμες ποσότητες από τα συνολικά κοινοτικά ποσοτικά όρια για τις συγκεκριμένες κατηγορίες κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων και για τις συγκεκριμένες τρίτες χώρες, για τις οποίες εισαγωγέας ή εισαγωγείς υπέβαλαν αίτηση» εκδόσεως αδειών εισαγωγής (άρθρο 2, παράγραφοι 2 και 7).
22 Η διαδικασία για την έκδοση των αδειών εισαγωγής ρυθμίζεται από το άρθρο 12 του κανονισμού 3030/93, το οποίο έχει ως εξής: «Για την εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 2, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, πριν εκδώσουν άδειες εισαγωγής, κοινοποιούν στην Επιτροπή τα ποσά των αιτήσεων αδειών εισαγωγής, που καλύπτονται από πρωτότυπα πιστοποιητικά εξαγωγής, τις οποίες έλαβαν. Εις απάντηση η Επιτροπή κοινοποιεί την επιβεβαίωσή της ότι το αιτούμενο ποσό ή τα αιτούμενα ποσά ή ποσότητες είναι διαθέσιμα προς εισαγωγή, κατά τη χρονολογική σειρά παραλαβής των κοινοποιήσεων των κρατών μελών (βάσει της αρχής κατά την οποία "όποιος παρουσιάζεται πρώτος, εξυπηρετείται πρώτος"). Σε έκτακτες, ωστόσο, περιπτώσεις, όταν υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι οι αναμενόμενες αιτήσεις αδειών εισαγωγών είναι δυνατόν να υπερβούν τα ποσοτικά όρια, η Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 17, μπορεί να περιορίζει το ποσό που θα έπρεπε να διατεθεί βάσει της αρχής κατά την οποία "όποιος παρουσιάζεται πρώτος, εξυπηρετείται πρώτος", στο 90 % των εν λόγω ποσοτικών ορίων. Στις περιπτώσεις αυτές, μόλις συμπληρωθεί αυτό το ποσοστό, η διάθεση του υπολοίπου αποφασίζεται κατά τη διαδικασία του άρθρου 17» (παράγραφος 1). Επιπλέον, το άρθρο 12 προβλέπει τα εξής: «Υπό συνήθεις συνθήκες, οι προβλεπόμενες από τις προηγούμενες παραγράφους του παρόντος άρθρου κοινοποιήσεις διαβιβάζονται ηλεκτρονικώς μέσω του ολοκληρωμένου δικτύου που εγκαθίσταται για τον σκοπό αυτό, εκτός αν, για αδήριτους τεχνικούς λόγους, απαιτείται να χρησιμοποιηθούν προσκαίρως άλλα μέσα επικοινωνιών» (παράγραφος 3), καθώς και τα εξής: «Κατά το δυνατόν, η Επιτροπή επιβεβαιώνει στις αρχές το πλήρες ποσό που αναγράφεται στις αιτήσεις που έχουν κοινοποιηθεί για κάθε κατηγορία προϋόντων και κάθε συγκεκριμένη τρίτη χώρα. Κοινοποιήσεις από κράτη μέλη, για τις οποίες δεν είναι δυνατόν να δοθεί επιβεβαίωση, διότι τα αιτούμενα ποσά δεν είναι πλέον διαθέσιμα μέσα στο κοινοτικό ποσοτικό όριο, φυλάσσονται από την Επιτροπή κατά τη χρονολογική σειρά παραλαβής τους και επιβεβαιώνονται κατά την ίδια σειρά μόλις καταστούν διαθέσιμα και άλλα ποσά, παραδείγματος χάρη, κατόπιν εφαρμογής των διατάξεων ελαστικότητας του άρθρου 7. Επιπλέον, η Επιτροπή έρχεται αμέσως σε επαφή με τις αρχές της οικείας προμηθεύτριας χώρας, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι κοινοποιούμενες αιτήσεις υπερβαίνουν τα ποσοτικά όρια, ώστε να δίδονται διευκρινίσεις και να επιτυγχάνεται σύντομη λύση» (παράγραφος 4). Τέλος, το άρθρο 12, παράγραφος 8, ορίζει τα εξής: «Η Επιτροπή μπορεί, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται από το άρθρο 17, να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου».
23 Τα άρθρα 7 και 8 του κανονισμού 3030/93 αφορούν την εφαρμογή των διατάξεων περί ελαστικότητας σε σχέση με τις εισαγόμενες ποσότητες. Συγκεκριμένα, το άρθρο 7 προβλέπει ότι οι προμηθεύτριες χώρες μπορούν, εφόσον απευθύνουν εκ των προτέρων κοινοποίηση στην Επιτροπή, να πραγματοποιούν «μεταφορές μεταξύ των ποσοτικών ορίων που απαριθμούνται στο παράρτημα V» στην έκταση και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο παράρτημα VIII. Οι διατάξεις ελαστικότητας περιλαμβάνουν την προκαταβολική χρησιμοποίηση του ποσοτικού ορίου που προβλέπεται για το επόμενο έτος (για την Κίνα η δυνατότητα αυτή έχει καθοριστεί στο ποσοστό του 2 % κατ' ανώτατο όριο), τη λογιστική μεταφορά των μη χρησιμοποιηθεισών ποσοτήτων στο επόμενο έτος ποσοστώσεων (με ανώτατο όριο για την Κίνα το 5 %), καθώς και τη δυνατότητα μεταφορών ποσοτήτων μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών προϋόντων. Η αύξηση του ποσοτικού ορίου για κάθε κατηγορία προϋόντων δεν πρέπει να υπερβαίνει, όσον αφορά πάντα την Κίνα, το 17 %.
24 Επιπλέον, το άρθρο 8 του κανονισμού 3030/93, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο της εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και της ασκήσεως της παρούσας προσφυγής, προέβλεπε τα εξής:
«Παρά τις διατάξεις του παραρτήματος V, όταν, υπό ιδιαίτερες περιστάσεις, απαιτούνται πρόσθετες εισαγωγές, η Επιτροπή μπορεί να ανοίξει πρόσθετες δυνατότητες για εισαγωγές στη διάρκεια συγκεκριμένου έτους ποσόστωσης. Αυτές οι πρόσθετες δυνατότητες εισαγωγών δεν λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 7.
Σε επείγουσες περιπτώσεις, η Επιτροπή αρχίζει τις διαβουλεύσεις στα πλαίσια της επιτροπής που συνιστάται με το άρθρο 17 εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και αποφαίνεται εντός 15 εργάσιμων ημερών από την ίδια ημερομηνία.
Τα μέτρα που προβλέπονται στο παρόν άρθρο θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 17» (12).
25 Το άρθρο 17 προβλέπει τη σύσταση μιας «επιτροπής κλωστοϋφαντουργικών», η οποία αποτελείται από αντιπροσώπους των κρατών μελών και προεδρεύεται από αντιπρόσωπο της Επιτροπής, καθώς και μια διαδικασία διαβουλεύσεων μεταξύ Επιτροπής και Συμβουλίου στο πλαίσιο της επιτροπής αυτής. Το άρθρο 17, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, προβλέπει ρητά ότι, σε περίπτωση σύμφωνης γνώμης της επιτροπής κλωστοϋφαντουργικών επί προτάσεως του προέδρου της - άρα της Επιτροπής - το εν λόγω κοινοτικό όργανο «θεσπίζει τα προτεινόμενα μέτρα».
ΙΙ - Πραγματικά περιστατικά
26 Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Επιτροπή εφάρμοσε επανειλημμένα κατά τη διάρκεια του 1995 μέτρα ελαστικότητας, με τα οποία επέτρεψε την υπέρβαση των ποσοτικών ορίων και των ποσοστών που προβλέπονταν σε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων περί ελαστικότητας ως προς τις εισαγωγές κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων και προϋόντων ενδύσεως από διάφορες τρίτες χώρες, και συγκεκριμένα τη Λευκορωσία, την Κίνα, την Ινδία, την πρώην Γιουγκοσλαβία, το Πακιστάν, τη Σρι Λάνκα και το Βιετνάμ (13).
27 Όσον αφορά τα κινεζικά προϋόντα, τα οποία αφορά η απόφαση εφαρμογής των λεγόμενων «εξαιρετικών μέτρων ελαστικότητας», κατά της οποίας βάλλει η παρούσα προσφυγή, η Επιτροπή, με ρηματική διακοίνωση της 8ης Φεβρουαρίου 1996, η οποία επιδόθηκε στη διπλωματική αντιπροσωπεία της Κίνας στην Ευρωπαϋκή Κοινότητα, γνωστοποίησε ότι ορισμένα κλωστοϋφαντουργικά προϋόντα, για τα οποία οι κινεζικές αρχές είχαν εκδώσει πιστοποιητικά εξαγωγής, παρά την υπέρβαση των ποσοστών ελαστικότητας που προβλέπονταν για τα προϋόντα αυτά, είχαν ήδη εξαχθεί προς την Κοινότητα και ανέμεναν την έκδοση αδειών εισαγωγής από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. Η Επιτροπή εξέφραζε την ανησυχία της για τη μη τήρηση των ορίων των ποσοστώσεων που προβλέπονταν στη συμφωνία που είχε συναφθεί με την Κίνα και ζητούσε συνεπώς από τις κινεζικές αρχές «to refrain in future from further issuing of export licences in excess of the agreed quantitative».
28 Στη συνέχεια, η Επιτροπή, με έγγραφο της 4ης Μαρτίου 1996 που απέστειλε προς τον διευθυντή εξωτερικού εμπορίου του Υπουργείου Εξωτερικού Εμπορίου και Οικονομικής Συνεργασίας της Λαϋκής Δημοκρατίας της Κίνας, ζήτησε, προκειμένου να αποφευχθεί η περαιτέρω υπέρβαση των ποσοστώσεων εισαγωγής στην Κοινότητα, να ενταθεί η χρήση του δικτύου πληροφορικής που συνδέει το κινεζικό με το κοινοτικό σύστημα διαβιβάσεως δεδομένων σχετικά με τη χορήγηση πιστοποιητικών εξαγωγής και αδειών εισαγωγής και πρότεινε τη συνεργασία των δύο μερών με σκοπό τη σταδιακή καθιέρωση της άμεσης συνδέσεως, ώστε να εμφανίζονται αμέσως τα στοιχεία που καταχωρίζονται σε αμφότερα τα συστήματα αυτά.
29 Οι κινεζικές αρχές απάντησαν με έγγραφο της 5ης Μαρτίου 1996, με το οποίο ισχυρίστηκαν ότι, αν και η υπέρβαση των ποσοστώσεων οφειλόταν σε βλάβη του συστήματος πληροφορικής των κινεζικών αρχών, υπήρχαν και ορισμένοι άλλοι παράγοντες που είχαν συμβάλει στη δυσχέρανση του ελέγχου της τηρήσεως των ποσοτικών ορίων εξαγωγής, και συγκεκριμένα η πλαστογράφηση των πιστοποιητικών εξαγωγής και τα εσφαλμένα στοιχεία που είχαν καταχωριστεί στο κοινοτικό σύστημα διαχειρίσεως των αδειών εισαγωγής. Οι κινεζικές αρχές δέχθηκαν πάντως να βελτιώσουν τη σύνδεση των δύο συστημάτων πληροφορικής και ζήτησαν, προκειμένου να ελευθερωθούν τα κινεζικά προϋόντα που είχαν ήδη εξαχθεί, να εφαρμοστούν για ορισμένες κατηγορίες προϋόντων (3A, 4, 7 και 13) τα συνήθη μέτρα ελαστικότητας, για ορισμένες δε άλλες κατηγορίες να επιτραπεί η προκαταβολική χρήση των ποσοτήτων εισαγωγής που προβλέπονταν για το 1996.
30 Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 5 Μαρτίου 1996, η Επιτροπή συγκάλεσε επειγόντως την επιτροπή κλωστοϋφαντουργικών για την επόμενη ημέρα. Από τα πρακτικά της συνεδριάσεως της εν λόγω επιτροπής της 6ης Μαρτίου 1996 (14) προκύπτει ότι η Επιτροπή είχε προτείνει στις κινεζικές αρχές μια σειρά μέτρων για τη βελτίωση της συνδέσεως του κινεζικού και του κοινοτικού συστήματος πληροφορικής και ότι η πρόταση αυτή είχε γίνει δεκτή από τις κινεζικές αρχές. Για τον λόγο αυτό η Επιτροπή πρότεινε στην επιτροπή κλωστοϋφαντουργικών να εφαρμόσει, όσον αφορά τα προϋόντα που είχαν εξαχθεί το 1995, τα συνήθη μέτρα ελαστικότητας, να καταλογίσει τις υπερβάσεις στις ποσοστώσεις του 1996 και να εφαρμόσει, όσον αφορά τις κατηγορίες 3A και 4, τη λογιστική μεταφορά και τις μεταφορές μεταξύ κατηγοριών προϋόντων. Επιπλέον, από τα ίδια αυτά πρακτικά προκύπτει ότι, «κατόπιν των επιφυλάξεων που εξέφρασαν ορισμένες αντιπροσωπείες, η Επιτροπή πρότεινε τον καταλογισμό των υπερβάσεων στις ποσοστώσεις του 1996 για όλες τις κατηγορίες στις οποίες υπήρχε στις 6 Μαρτίου 1996 υπέρβαση των ποσοστώσεων». Κατόπιν αυτού η επιτροπή κλωστοϋφαντουργικών εξέδωσε, με ειδική πλειοψηφία, γνώμη με την οποία συμφωνούσε με την πρόταση αυτή. Το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Ισπανίας και η Ελληνική Δημοκρατία εξέφρασαν επιφυλάξεις, λόγω του ότι οι υπερβάσεις ήσαν πολύ μεγάλες και επανειλημμένες. Η Πορτογαλική Δημοκρατία ψήφισε κατά της προτάσεως της Επιτροπής, «λόγω του ότι είναι κατ' αρχήν αντίθετη προς τα εξαιρετικά μέτρα ελαστικότητας και λόγω της ζημίας που έχει υποστεί η κοινοτική βιομηχανία» (15).
31 Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως της επιτροπής κλωστοϋφαντουργικών της 12ης Μαρτίου 1996 (16), το καθού κοινοτικό όργανο, κατόπιν της θετικής γνώμης της επιτροπής κλωστοϋφαντουργικών, επέτρεψε την εισαγωγή κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων και ειδών ενδύσεως από την Κίνα καθ' υπέρβαση της συνολικής ποσότητας που προβλεπόταν στη διμερή συμφωνία και στον κανονισμό 3030/93 για το 1995, ενώ παράλληλα μείωσε ανάλογα τις ποσότητες που μπορούσαν να εισαχθούν το 1996. Η αύξηση των ποσοστώσεων αφορούσε οκτώ κατηγορίες προϋόντων, και συγκεκριμένα τις κατηγορίες 3A, 4, 5, 6s, 21, 26, 73 και 78 και το ποσοστό της κυμαινόταν μεταξύ 1,1 και 11,7 %.
III - Επί του παραδεκτού
32 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η προσφυγή είναι εν μέρει απαράδεκτη, καθόσον το αίτημά της είναι η ακύρωση της «πρακτικής των εξαιρετικών μέτρων ελαστικότητας» η οποία εφαρμόστηκε, κατά την προσφεύγουσα, για τη διαχείριση των ποσοτικών ορίων εισαγωγής στην Κοινότητα κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων. Το καθού κοινοτικό όργανο υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα δεν προσκομίζει αρκετά στοιχεία από τα οποία να συνάγεται η ύπαρξη τέτοιας πρακτικής: κατά την Επιτροπή, η Πορτογαλική Δημοκρατία αρκέστηκε να παραθέσει έναν πίνακα αποφάσεων της Επιτροπής, οι οποίες στην πραγματικότητα βασίστηκαν σε διαφορετικά πραγματικά και νομικά στοιχεία. Επιπλέον, η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί από καμία άποψη τη νομιμότητα των αποφάσεων αυτών, οπότε η Επιτροπή δεν έχει καμία δυνατότητα να αμυνθεί.
33 Νομίζω ότι η γενικότητα αυτού του μέρους της προσφυγής είναι αναμφισβήτητη. Η ίδια η προσφεύγουσα δεν προβάλλει κανένα ειδικό επιχείρημα κατά αυτού του χαρακτηρισμού του αιτήματός της και φαίνεται να επικαλείται την έλλειψη νομιμότητας της πρακτικής αυτής με μοναδικό σκοπό να επικρίνει τις παρατυπίες των ελέγχων που έπρεπε να διενεργεί η Επιτροπή για τη διασφάλιση της τηρήσεως των ποσοτικών ορίων που προβλέπονταν για την εισαγωγή κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων.
34 Εν πάση περιπτώσει, φρονώ ότι το απαράδεκτο του αιτήματος ακυρώσεως προκύπτει εν προκειμένω από το γεγονός ότι το άρθρο 173 της Συνθήκης δεν επιτρέπει την άσκηση προσφυγής που να βασίζεται στην έλλειψη νομιμότητας της πρακτικής κοινοτικού οργάνου. Είναι αλήθεια ότι αυτή η ένσταση απαραδέκτου προβάλλεται μεν από την ίδια την Επιτροπή, αλλά μόνο με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, και μάλιστα χωρίς η Επιτροπή να διατυπώνει κανένα επιχείρημα υπέρ της ενστάσεώς της. Εντούτοις, παρά το εκπρόθεσμο και παρά τη γενικότητα του αμυντικού αυτού ισχυρισμού της καθής, αυτός ο λόγος απαραδέκτου είναι δημοσίας τάξεως και επομένως μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (άρθρο 92, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας).
35 Συναφώς αρκεί να υπομνηστεί ότι ενώπιον του Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί προσφυγή μόνο κατά των πράξεων των οργάνων που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα (17) και ότι η πρακτική όχι μόνο δεν αποτελεί, εντός της κοινοτικής έννομης τάξης, πηγή δικαίου, αλλ' ούτε καν δεσμεύει το όργανο του οποίου οι πράξεις ή η συμπεριφορά εμφανίζουν ορισμένα στοιχεία επαναλήψεως. Επ' αυτού θα ήθελα απλώς να υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί, με πάγια πλέον νομολογία, ότι, κατά τον προσδιορισμό της νομικής βάσης μιας πράξης, η πρακτική του κοινοτικού οργάνου που συνίσταται στην επιλογή διπλής νομικής βάσης δεν μπορεί «να δημιουργήσει προηγούμενο που δεσμεύει τα όργανα της Κοινότητας ως προς τον προσδιορισμό του ορθού νομίμου ερείσματος» (18). Θα ήθελα επίσης να προσθέσω ότι, αν ήταν δυνατή η άσκηση προσφυγής κατά ορισμένης πρακτικής, άρα και διαφόρων μεταγενέστερων πράξεων, θα υπήρχε η δυνατότητα καταστρατηγήσεως της υποχρεώσεως τηρήσεως της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής για καθεμία πράξη, πράγμα που θα αντέβαινε προδήλως στην αρχή της ασφάλειας δικαίου.
IV - Επί της ουσίας
Λόγοι ακυρώσεως
36 Η προσφυγή της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως στηρίζεται σε πέντε λόγους ακυρώσεως, και συγκεκριμένα: σε παράβαση του κανονισμού 3030/93, και ειδικότερα των άρθρων 7, 8 και 12 του κανονισμού αυτού, σε παράβαση της βασικής συμφωνίας ΕΟΚ-Κίνας, σε παράβαση της αρχής περί κατανομής των αρμοδιοτήτων και περί ισορροπίας μεταξύ των κοινοτικών οργάνων και, τέλος, σε παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
37 Κατά την εξέταση των διαφόρων λόγων ακυρώσεως, δεν θα ακολουθήσω τη σειρά με την οποία τους παραθέτει η προσφεύγουσα, διότι ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αφορούν την αρμοδιότητα της Επιτροπής για την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και συνεπώς έχουν άμεση συνάφεια με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως.
- Επί της παραβάσεως του κανονισμού 3030/93
38 Σε σχέση με τον πρώτο λόγο, η Πορτογαλική Κυβέρνηση τονίζει εκ προοιμίου ότι ο κανονισμός 3030/93, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3289/94, προβλέπει στο άρθρο 1, παράγραφος 7, την εντός δεκαετίας σταδιακή ενσωμάτωση στον ΠΟΕ των κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων, κατ' εφαρμογή του προπαρατεθέντος άρθρου 7 της συμφωνίας κλωστοϋφαντουργικών. Κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση, η απόφαση εφαρμογής «εξαιρετικών μέτρων ελαστικότητας» αντιβαίνει προς τις εν λόγω διατάξεις, οι οποίες εκδόθηκαν σε εκτέλεση συμφωνίας που είχε συνάψει η Κοινότητα.
39 Συναφώς αρκεί η παρατήρηση ότι τα άρθρα 7 και 8 του κανονισμού 3030/93, τα οποία αφορούν τη δυνατότητα προσωρινής τροποποιήσεως των ποσοστώσεων εισαγωγής κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων, δεν τροποποιήθηκαν με τον κανονισμό 3289/94 (το άρθρο 8 τροποποιήθηκε, όπως ανέφερα παραπάνω, με τον κανονισμό 824/97) και ότι, βάσει του ισχύοντος σήμερα κειμένου των δύο αυτών άρθρων, η Επιτροπή εξακολουθεί να είναι αρμόδια να θεσπίζει, εφόσον συντρέχουν ορισμένες περιστάσεις, τα μέτρα που προβλέπονται ρητώς από τις εν λόγω διατάξεις. Επιπλέον, αν ληφθεί υπόψη ο προσωρινός χαρακτήρας των μέτρων αυτών, δεν είναι σαφές πώς θα μπορούσαν να επηρεάσουν, κατά τη δεκαετή μεταβατική περίοδο μέχρι την ενσωμάτωση των κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων στη ΓΣΔΕ, τη διαδικασία προοδευτικής ελευθερώσεως των εισαγωγών στην Κοινότητα των προϋόντων αυτών (19).
40 Κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να έχει ως νόμιμο έρεισμα το άρθρο 7 του κανονισμού 3030/93, καθόσον το άρθρο αυτό προβλέπει τη δυνατότητα μεταφοράς μεταξύ των διαφόρων ποσοστώσεων μόνο «στην έκταση και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο παράρτημα VIII», δηλαδή μόνο εντός των ανωτάτων ποσοστών που προβλέπονται για κάθε μέτρο ελαστικότητας.
41 Η ορθότητα του επιχειρήματος αυτού δεν αμφισβητείται από την Επιτροπή, η οποία επιβεβαιώνει ότι δεν θέσπισε το υπό κρίση μέτρο βάσει του άρθρου 7, αλλά βάσει των άρθρων 8 και/ή 12, παράγραφοι 4 και 8, του κανονισμού 3030/93.
42 Η Πορτογαλική Κυβέρνηση αμφισβητεί επίσης την ορθότητα της νομικής αυτής βάσης, ισχυριζόμενη ότι η απόφαση περί εφαρμογής «εξαιρετικών μέτρων ελαστικότητας» δεν επιτρέπεται να λαμβάνεται κατόπιν της εκ μέρους τρίτου κράτους χορηγήσεως πιστοποιητικών εξαγωγής για ποσότητες που υπερβαίνουν τις προβλεπόμενες για την εισαγωγή στην Κοινότητα ποσοστώσεις. Ειδικότερα, το άρθρο 8 του κανονισμού 3030/93, το οποίο αφορά την κατ' εξαίρεση άδεια υπερβάσεως των ποσοτικών ορίων, δεν μπορεί, κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση, να ερμηνεύεται ευρέως, διότι τούτο θα ισοδυναμούσε με την παροχή διακριτικής ευχέρειας κατά τη διαχείριση των ποσοστώσεων εισαγωγής που έχουν καθοριστεί με τον κανονισμό του Συμβουλίου. Η υπέρβαση των ορίων, την οποία επιτρέπει το άρθρο 8, επιτρέπεται μόνο εφόσον συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις, οι οποίες βέβαια δεν μπορούν να συνίστανται μόνο στην εκ μέρους τρίτου κράτους μη τήρηση των ορίων. Στην προκειμένη περίπτωση δηλαδή, αν η αύξηση των ποσοστώσεων επιτρεπόταν κατά το άρθρο 8 σε μια περίπτωση όπως η παρούσα, το άρθρο αυτό θα είχε παράλληλα προσδιορίσει ένα ανώτατο ποσοστό αυξήσεως, το οποίο όμως δεν προβλέπεται στο άρθρο αυτό. Κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση, η ορθότητα της ερμηνείας αυτής επιβεβαιώνεται από την κοινή δήλωση Συμβουλίου και Επιτροπής, της 12ης Μαρτίου 1993, σχετικά με το υπό εξέταση άρθρο 8 (20), κατά την οποία οι «ιδιαίτερες περιστάσεις» που προβλέπονται στο άρθρο 8 αφορούν «τις εμπορικές εκθέσεις (όπως η έκθεση του Βερολίνου) ή (...) περιπτώσεις στις οποίες οι ανάγκες της κοινοτικής βιομηχανίας καθιστούν αναγκαίες τις πρόσθετες εισαγωγές».
43 Επιπλέον, η αρμοδιότητα της Επιτροπής για τη διαχείριση των ποσοστώσεων αυτών είναι, κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση πάντοτε, απλά και μόνο εκτελεστική και επομένως πρέπει να ασκείται εντός των ορίων και υπό τις προϋποθέσεις που θέτουν οι διατάξεις που οφείλει να εφαρμόζει το κοινοτικό αυτό όργανο. Σύμφωνα επομένως με την ανωτέρω αρχή, η Επιτροπή δεν μπορεί να θεσπίζει αποφάσεις για την υπέρβαση των ορίων, οι οποίες όχι μόνο δεν έχουν κανένα νόμιμο έρεισμα, αλλά ενέχουν επίσης τροποποίηση των ποσοστώσεων που έχει καθορίσει το Συμβούλιο. Ακόμη και αν η θεωρία των σιωπηρώς συναγομένων εξουσιών εφαρμοστεί στη μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων προς την Επιτροπή, το κοινοτικό αυτό όργανο εξακολουθεί να υποχρεούται να ασκεί καθήκοντα που έχουν άμεση και αναγκαία συνάφεια προς τις αρμοδιότητες που του έχουν παραχωρηθεί ρητά (21). Επιπλέον, στο πλαίσιο της εμπορικής πολιτικής, όπου η Επιτροπή έχει την ευθύνη της εκτελέσεως των διεθνών υποχρεώσεων, η άσκηση των καθηκόντων αυτών έχει συνέπειες όχι μόνο εντός του εσωτερικού κοινοτικού πεδίου, αλλά και στο πεδίο των εξωτερικών σχέσεων, πράγμα που σημαίνει ότι η εκτελεστική αρμοδιότητα της Επιτροπής δεν μπορεί να είναι στενότερη απ' ό,τι στο πλαίσιο άλλων κοινοτικών πολιτικών, π.χ. της γεωργικής πολιτικής.
44 Ομοίως, το άρθρο 12 δεν μπορεί να δικαιολογήσει, κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση, την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλ' αντίθετα επιβεβαιώνει την ανωτέρω εκτεθείσα ερμηνεία του συστήματος, διότι παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει προκαταβολικά τις συνέπειες της μη τηρήσεως των ποσοστώσεων εκ μέρους ενός τρίτου κράτους: να αντιμετωπίσει δηλαδή μια κατάσταση που δεν είναι καθόλου απρόσμενη, αλλά αντίθετα συχνή και επομένως προβλέψιμη. Συγκεκριμένα, το εν λόγω άρθρο επιτρέπει στην Επιτροπή να διακόψει, όταν υποπτεύεται υπέρβαση των ποσοστώσεων, την αυτόματη χορήγηση αδειών, εφόσον έχει καλυφθεί το 90 % των ποσοστώσεων. Επιπλέον, οι παράγραφοι 4 και 8 του άρθρου 12, τις οποίες επικαλείται η Επιτροπή ως νόμιμο έρεισμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, έχουν αντίθετα ως σκοπό τη διασφάλιση της τηρήσεως των ποσοτικών ορίων και όχι την παροχή της ευχέρειας χορηγήσεως πρόσθετων αδειών. Συγκεκριμένα, η «σύντομη λύση», για την οποία γίνεται λόγος στην παράγραφο 4 του άρθρου 12, μπορεί να συνίσταται, κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση πάντοτε, στην ακύρωση των αδειών εισαγωγής ή στην ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου.
45 Αντίθετα, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι αρμοδιότητες που της έχουν παρασχεθεί με το άρθρο 8 του κανονισμού 3030/93 δεν είναι δυνατό να μην περιλαμβάνουν την εξουσία παραχωρήσεως πρόσθετων αδειών εισαγωγής, ιδιαίτερα όταν ανακύπτει μια περίπτωση όπως η επίμαχη εν προκειμένω. Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για τη λήψη του μέτρου αυτού: πρώτον, άφιξη στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων για τα οποία έχει εκδοθεί πιστοποιητικό εξαγωγής από τις κινεζικές αρχές, δεύτερον, καλή πίστη των ενδιαφερόμενων για την έκδοση των αδειών εισαγωγής επιχειρηματιών και, τρίτον, αίτηση ορισμένων κρατών μελών περί αποδεσμεύσεως των εμπορευμάτων που έχουν ακινητοποιηθεί στα σύνορα. Κατά συνέπεια, η απόφαση της Επιτροπής ήταν αναγκαία για την αποφυγή του κινδύνου να υποστούν ζημίες οι επιχειρηματίες που εμπλέκονται στις εισαγωγές αυτές και των οποίων την καλή πίστη δεν αμφισβητεί η Πορτογαλική Κυβέρνηση, ζημίες που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την επιβίωση της επιχειρήσεως· έπρεπε επίσης να αποφευχθεί ο κίνδυνος να θεσπίσουν ορισμένα κράτη μέλη μέτρα που θα έπλητταν το γενικό σύστημα ποσοτικών περιορισμών που είχε καθιερωθεί σε κοινοτικό επίπεδο. Κατά την Επιτροπή, η ορθότητα αυτής της ερμηνείας του άρθρου 8 επιβεβαιώνεται από τη νέα διατύπωση του εν λόγω άρθρου, το δεύτερο εδάφιο του οποίου διευρύνει την έννοια των ιδιαίτερων περιστάσεων, ώστε να καλύπτονται και οι περιπτώσεις υπερβάσεως των ποσοτικών ορίων κατά τον χρόνο της εκδόσεως των πιστοποιητικών εξαγωγής.
46 Η Επιτροπή τονίζει επίσης ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν μπορεί να μην ληφθεί υπόψη το προδήλως ασύνηθες γεγονός ότι η υπέρβαση των ορίων οφειλόταν σε βλάβη του συστήματος πληροφορικής των κινεζικών αρχών, στο οποίο καταχωρίζονται τα δεδομένα σχετικά με την έκδοση πιστοποιητικών εξαγωγής για τα κλωστοϋφαντουργικά προϋόντα, καθώς και το ότι η υπέρβαση δημιουργήθηκε τόσο αιφνίδια, ώστε ήταν αδύνατη η λήψη προληπτικών μέτρων.
47 Η καθής υπογραμμίζει ακόμη ότι, εν πάση περιπτώσει, η προσβαλλόμενη απόφαση προέβλεψε όχι μόνο την αύξηση των ποσοστώσεων για το 1995, αλλά και την ισόποση μείωση των ποσοστώσεων του 1996.
48 Τέλος, κατά την Επιτροπή, το άρθρο 8 πρέπει, αντίθετα απ' ό,τι υποστηρίζει η προσφεύγουσα, να ερμηνεύεται ευρέως, και ειδικότερα λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων των παραγράφων 4 και 8 του άρθρου 12 του κανονισμού 3030/93. Η παράγραφος 4 υποχρεώνει την Επιτροπή, σε περίπτωση υπερβάσεως των ποσοτικών ορίων, να έρχεται σε επαφή με τις αρχές του τρίτου κράτους, ώστε να εξευρίσκεται λύση για την αντιμετώπιση των συνεπειών μιας ενδεχομένης υπερβάσεως των ορίων αυτών εκ μέρους της εν λόγω προμηθεύτριας χώρας. Η λύση αυτή περιλαμβάνει, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από την προπαρατεθείσα παράγραφο 8, τη δυνατότητα παροχής άδειας για πρόσθετες εισαγωγές. Δεν είναι επομένως δυνατόν η μόνη λύση να συνίσταται στην εφαρμογή των συνήθων μέτρων ελαστικότητας, διότι ειδάλλως δεν θα είχε έννοια η παράγραφος 8 του άρθρου 12. Η ορθότητα της ερμηνείας αυτής επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία οι εκτελεστικές εξουσίες που μεταβιβάζει το Συμβούλιο στην Επιτροπή πρέπει να ερμηνεύονται ευρέως και μπορούν συνεπώς να αποτελούν, σε μια περίπτωση όπως η προκειμένη, ένα μέσο αυτοτελούς διαχειρίσεως, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιείται «ως δικλείδα ασφαλείας» (22).
49 Ομοίως, αν το ενδεδειγμένο μέτρο ήταν το προβλεπόμενο στο άρθρο 12, παράγραφος 1, δηλαδή η διακοπή χορηγήσεως αδειών σε περίπτωση καλύψεως του 90 % της ποσοστώσεως, δεν θα υπήρχε στη συγκεκριμένη περίπτωση καμία δυνατότητα επιλύσεως του προβλήματος που είχε δημιουργήσει ο υπερβολικά μεγάλος αριθμός πιστοποιητικών εξαγωγής που είχαν χορηγήσει οι κινεζικές αρχές.
50 Προκειμένου να εκτιμηθεί το βάσιμο των επιχειρημάτων της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως, πρέπει να προσδιοριστούν οι αρμοδιότητες που ανέθεσε εν προκειμένω το Συμβούλιο στην Επιτροπή βάσει των εφαρμοστέων διατάξεων της Συνθήκης (άρθρο 145, τρίτη περίπτωση, και άρθρο 155, τέταρτη περίπτωση) καθώς και η συγκεκριμένη έκταση των αρμοδιοτήτων αυτών.
51 Με τον κανονισμό 3030/93, το Συμβούλιο μεταβίβασε ρητά στην Επιτροπή ορισμένες εξουσίες σχετικά με την εφαρμογή της κοινής εμπορικής πολιτικής στον τομέα της εισαγωγής κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Συγκεκριμένα, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, ανέθεσε στην Επιτροπή την αρμοδιότητα διαχειρίσεως των ποσοστώσεων εισαγωγής.
52 Για να προσδιοριστεί η έκταση αυτής της μεταβιβάσεως αρμοδιοτήτων, ενδείκνυται να παρατεθούν οι διατάξεις του εν λόγω κανονισμού που διέπουν τη διαδικασία ελέγχου των ποσοστώσεων.
53 Το άρθρο 12 προβλέπει ότι οι εθνικές αρχές κοινοποιούν στην Επιτροπή τις ποσότητες για τις οποίες ζητούνται άδειες εισαγωγής και ότι η Επιτροπή διαβιβάζει την επιβεβαίωση «ότι οι αιτούμενες ποσότητες είναι διαθέσιμες προς εισαγωγή, κατά τη χρονολογική σειρά παραλαβής των κοινοποιήσεων των κρατών μελών» (παράγραφος 1) (23). Στην περίπτωση που υπάρχει η υποψία ότι οι αναμενόμενες αιτήσεις αδειών εισαγωγής είναι δυνατό να αφορούν ποσότητες προϋόντων υπερβαίνουσες τις προβλεπόμενες από τον κανονισμό ποσοστώσεις, η Επιτροπή μπορεί, κατόπιν σύμφωνης γνώμης της επιτροπής κλωστοϋφαντουργικών - άρα κατ' εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 17 του κανονισμού 3030/93 -, να περιορίζει τις διατιθέμενες ποσότητες στο 90 % της εν λόγω ποσοστώσεως (άρθρο 12, παράγραφος 1). Οι κοινοποιήσεις για τις οποίες δεν είναι δυνατό να δοθεί επιβεβαίωση, για τον λόγο ότι οι αιτούμενες ποσότητες δεν είναι διαθέσιμες εντός των ποσοτικών ορίων, φυλάσσονται από την Επιτροπή κατά τη χρονολογική σειρά παραλαβής τους και επιβεβαιώνονται, δηλαδή ενεργοποιούνται, κατά την ίδια σειρά, μόλις καταστούν διαθέσιμες και άλλες ποσότητες «παραδείγματος χάρη, κατόπιν εφαρμογής των διατάξεων ελαστικότητας του άρθρου 7». Στην περίπτωση αυτή η Επιτροπή έρχεται αμέσως σε επαφή με τις αρχές της οικείας προμηθεύτριας χώρας, «ώστε να δίδονται διευκρινίσεις και να επιτυγχάνεται σύντομη λύση» (άρθρο 12, παράγραφος 4). Το άρθρο 12, παράγραφος 8, ορίζει τέλος ότι η Επιτροπή μπορεί, σύμφωνα πάντα με τη διαδικασία του άρθρου 17, «να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την άσκηση» των εξουσιών που της απονέμει ρητά το ίδιο αυτό άρθρο 12.
54 Ο κανονισμός προβλέπει επίσης τον εκ μέρους της Επιτροπής έλεγχο της ασκήσεως εκ μέρους των αρχών των τρίτων κρατών της ευχέρειας χορηγήσεως πιστοποιητικών εξαγωγής για ποσότητες που υπερβαίνουν ελαφρώς τις κοινοτικές ποσοστώσεις, εντός των ορίων των ποσοστών ελαστικότητας που έχει ορίσει το ίδιο το Συμβούλιο - και που προβλέπονται συνήθως στις διεθνείς συμφωνίες που συνάπτει η Κοινότητα με τις διάφορες προμηθεύτριες χώρες (άρθρο 7 του κανονισμού).
55 Κατά το άρθρο 8 του κανονισμού, το Συμβούλιο έχει επίσης αναθέσει στην Επιτροπή την αρμοδιότητα να επιτρέπει, «όταν, υπό ιδιαίτερες περιστάσεις, απαιτούνται πρόσθετες εισαγωγές», την εισαγωγή ποσοτήτων που υπερβαίνουν τις συγκεκριμένες ποσοστώσεις και τις πρόσθετες ποσότητες των οποίων η εισαγωγή έχει επιτραπεί χάρη στο μηχανισμό των διατάξεων ελαστικότητας κατά το άρθρο 7. Η διαδικασία για τη λήψη των μέτρων αυτών είναι η διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 17 του κανονισμού και στην οποία μετέχουν η Επιτροπή και η επιτροπή κλωστοϋφαντουργικών. Συγκεκριμένα, «σε επείγουσες περιπτώσεις, η Επιτροπή αρχίζει τις διαβουλεύσεις στα πλαίσια της επιτροπής [κλωστοϋφαντουργικών] εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και αποφαίνεται εντός 15 εργάσιμων ημερών από την ίδια ημερομηνία» (δεύτερη παράγραφος του άρθρου 8).
56 Από το γράμμα των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει σαφώς ότι οι αρμοδιότητες που έχουν παρασχεθεί στην Επιτροπή σχετικά με τη διαχείριση των κοινοτικών ποσοστώσεων εισαγωγής κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων, μολονότι αφορούν την εφαρμογή ρυθμίσεως που έχει θεσπίσει το Συμβούλιο, δεν έχουν απλώς εκτελεστικό χαρακτήρα, αλλ' ενέχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής (24). Όπως είναι γνωστό, οι αρμοδιότητες που μεταβιβάζει το Συμβούλιο στην Επιτροπή και στις οποίες αναφέρονται τα άρθρα 145, τρίτη περίπτωση, και 155, τέταρτη περίπτωση, της Συνθήκης πρέπει να ερμηνεύονται ευρέως, υπό την έννοια δηλαδή ότι πρέπει να περιλαμβάνουν όλες τις εξουσίες που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή της ρυθμίσεως που έχει θεσπίσει το Συμβούλιο. Όπως έχει τονίσει το Δικαστήριο με τη νομολογία του, τα μόνα όρια που τίθενται στην αρμοδιότητα αυτή προσδιορίζονται όχι βάσει γραμματικής ερμηνείας της εξουσιοδοτήσεως, αλλά βάσει των ουσιωδών γενικών σκοπών που επιδιώκει η προς εκτέλεση ρύθμιση. Η άσκηση της αρμοδιότητας αυτής δεν μπορεί δηλαδή να συνεπάγεται τροποποιήσεις ή αλλοιώσεις του βασικού συστήματος που έχει καθορίσει το Συμβούλιο (25).
57 Στην προκειμένη περίπτωση, αντίθετα απ' ό,τι τονίζει η Πορτογαλική Κυβέρνηση, δεν βλέπω ερμηνευτικά εμπόδια στην αναγνώριση της αρμοδιότητας της Επιτροπής να εκδίδει αποφάσεις περί «εξαιρετικών μέτρων ελαστικότητας», αποφάσεις δηλαδή που επιτρέπουν την υπέρβαση όχι μόνο των ποσοτικών ορίων που έχει καθορίσει το Συμβούλιο με τον επίμαχο κανονισμό, αλλά και των ποσοστών που προβλέπουν οι λεγόμενες «διατάξεις ελαστικότητας» στις οποίες αναφέρεται το προπαρατεθέν άρθρο 7 του ίδιου κανονισμού.
58 Το άρθρο 8, το οποίο αφορά τις «πρόσθετες εισαγωγές», κάνει γενική έστω, αλλά ρητή, μνεία των αποφάσεων περί λήψεως μέτρων που δεν προβλέπονται στο άρθρο 7, άρα μέτρων που καλύπτουν κατ' ανάγκη τις άδειες εισαγωγών για ποσότητες υπερβαίνουσες τις ποσοστώσεις καθώς και τις πρόσθετες ποσότητες των οποίων ακριβώς η εισαγωγή επιτρέπεται χάρη στην εφαρμογή του μηχανισμού περί ελαστικότητας.
59 Αντίθετα, αμφιβάλλω κατά πόσον η αρμοδιότητα αυτή μπορεί να στηριχθεί στις παραγράφους 4 και 8 του άρθρου 12 του εν λόγω κανονισμού, τις οποίες επικαλέστηκε η Επιτροπή ως νόμιμο έρεισμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Κατά την άποψή μου, το άρθρο 12 αφορά μόνο τη διαδικασία ελέγχου της τηρήσεως των ποσοστώσεων και όχι τη δυνατότητα της Επιτροπής να τροποποιήσει το ύψος των ποσοστώσεων. Ειδικότερα, η παράγραφος 4 κάνει απλώς μνεία των επαφών με τις αρχές της προμηθεύτριας χώρας στην περίπτωση που έχουν εκδοθεί πιστοποιητικά εξαγωγής για ποσότητες που δεν είναι πλέον διαθέσιμες. Οι επαφές αυτές δεν μπορούν να οδηγήσουν στη σύναψη συμφωνιών με τις αρχές των τρίτων κρατών σχετικά με την υπέρβαση των ποσοτικών ορίων που έχει καθορίσει το Συμβούλιο, καθόσον ούτε από το γράμμα του άρθρου 12 ούτε από το σύστημα στο σύνολό του συνάγεται καμία τέτοια εξουσιοδότηση. Ομοίως, ούτε η παράγραφος 8 περιέχει τέτοια εξουσιοδότηση: η διάταξη αυτή αποτελεί γενική διάταξη που καλύπτει τις λοιπές περιπτώσεις και η οποία, κατά την άποψή μου, παρέχει μόνο στην Επιτροπή την αρμοδιότητα να θεσπίζει τα αναγκαία μέτρα για την «εφαρμογή» του άρθρου 12, άρα τους διαδικαστικούς κανόνες που διέπουν τη διαχείριση των διαθέσιμων ποσοστώσεων.
60 Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση θα μπορούσε να έχει ως μόνο νόμιμο έρεισμα το άρθρο 8 του κανονισμού 3030/93.
61 Κατόπιν των ανωτέρω, ενδείκνυται να εξεταστεί ποια έννοια πρέπει να αποδοθεί στην έκφραση «ιδιαίτερες περιστάσεις» του άρθρου 8. Ειδικότερα, πρέπει να εξακριβωθεί κατά πόσον ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε, χρησιμοποιώντας την έκφραση αυτή, να αναφερθεί σε έκτακτες περιστάσεις, πράγμα που θα είχε ως αποτέλεσμα ότι η εν λόγω διάταξη δεν θα μπορούσε να ερμηνευθεί ευρέως.
62 Δεν νομίζω ότι υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η υπό κρίση διάταξη αφορά τη θέσπιση έκτακτων μέτρων. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή αποτελεί παρέκκλιση από όσα προβλέπει το όλο σύστημα που καθιερώνει ο κανονισμός, αφού επιτρέπει την εισαγωγή κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων καθ' υπέρβαση των ποσοστώσεων. Το ότι η εν λόγω διάταξη έχει χαρακτήρα εξαιρέσεως επιβεβαιώνεται από τη διατύπωσή της: στην διάταξη αυτή γίνεται ρητά λόγος για «ιδιαίτερες περιστάσεις» που δικαιολογούν την πραγματοποίηση πρόσθετων εισαγωγών σε σχέση με τις προβλεπόμενες στο παράρτημα V, δηλαδή σε σχέση με τις εισαγωγές που προέβλεψε το Συμβούλιο. Συναφώς, θα ήθελα οπωσδήποτε να τονίσω επίσης ότι, αντίθετα απ' ό,τι ισχυρίστηκε η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η τροποποίηση του άρθρου 8, την οποία επέφερε ο κανονισμός 824/97 και κατόπιν της οποίας η δεύτερη παράγραφος προβλέπει πλέον ορισμένες περιπτώσεις παροχής άδειας για πρόσθετες εισαγωγές, δεν αποκλείει το συμπέρασμα ότι η εν λόγω διάταξη έχει τον χαρακτήρα εξαιρέσεως, αλλ' αντίθετα το επιβεβαιώνει, καθόσον το Συμβούλιο αναφέρθηκε απλώς σε ορισμένες προϋποθέσεις για την έκδοση πρόσθετων αδειών, προϋποθέσεις οι οποίες δεν διευρύνουν, αλλά περιορίζουν την έκταση της εξουσιοδοτήσεως εκ μέρους του Συμβουλίου. Αν επομένως η διάταξη αυτή του άρθρου 8 έχει τον χαρακτήρα εξαιρέσεως, δεν μπορούν να ερμηνεύονται ευρέως οι προϋποθέσεις που θέτει για την παροχή της δυνατότητας πρόσθετων εισαγωγών.
63 Εδώ πρέπει να εξακριβωθεί κατά πόσον συντρέχουν εν προκειμένω ιδιαίτερες περιστάσεις υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια, δηλαδή περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση αδειών για πρόσθετες εισαγωγές. Με άλλα λόγια, πρέπει να εξακριβωθεί κατά πόσον η έκδοση υπεράριθμων πιστοποιητικών εξαγωγής εκ μέρους μιας προμηθεύτριας χώρας, της Λαϋκής Δημοκρατίας της Κίνας, κατόπιν βλάβης του συστήματος πληροφορικής της χώρας αυτής, συνιστά «ιδιαίτερη περίσταση» υπό την έννοια του άρθρου 8 του κανονισμού 3030/93. Η απάντησή μου στο ερώτημα αυτό είναι αρνητική για διάφορους λόγους.
64 Πρώτον, το γεγονός που προκάλεσε την υπέρβαση οφείλεται στη διαχείριση του συστήματος εκ μέρους του τρίτου κράτους. Δεν πρόκειται συνεπώς για γεγονός άσχετο προς τον μηχανισμό ελέγχου του διεθνούς εμπορίου των οικείων προϋόντων, για γεγονός δηλαδή που, όπως ισχυρίστηκε η καθής, ήταν απρόβλεπτο, αλλά μάλλον για κίνδυνο συμφυή προς τη διαδικασία ελέγχου. Δεύτερον, η Επιτροπή ουδόλως απέδειξε ότι η παράτυπη χορήγηση πιστοποιητικών από τις κινεζικές αρχές είχε άμεσα και καταστρεπτικά αποτελέσματα, τα οποία το κοινοτικό αυτό όργανο ήταν τελείως ανέτοιμο να αντιμετωπίσει και ότι επομένως δεν ήταν σε θέση να θεσπίσει τα ενδεδειγμένα διορθωτικά μέτρα για τη διασφάλιση της τηρήσεως των ποσοστώσεων. Τέλος, ο κανονισμός 3030/93, και ειδικότερα το άρθρο 12 του κανονισμού αυτού, παρέχει στην Επιτροπή τα μέσα για την εξεύρεση ταχείας λύσεως, όταν εμφανίζεται κατάσταση σαν την παρούσα: θα ήθελα συγκεκριμένα να υπενθυμίσω ότι η Επιτροπή, «σε έκτακτες περιπτώσεις», αν υποψιάζεται ότι οι αρχές της προμηθεύτριας χώρας έχουν χορηγήσει πιστοποιητικά εξαγωγής για ποσότητες που υπερβαίνουν τις προβλεπόμενες από τον κανονισμό, «μπορεί να περιορίζει το ποσό που θα έπρεπε να διατεθεί (...) στο 90 % των εν λόγω ποσοτικών ορίων» και να διαθέτει το υπόλοιπο 10 % σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 17, κατόπιν δηλαδή σύμφωνης καταρχήν γνώμης της επιτροπής κλωστοϋφαντουργικών (άρθρο 12, παράγραφος 1). Η Επιτροπή μπορεί επιπλέον να έρχεται αμέσως σε επαφή με τις αρχές της προμηθεύτριας χώρας, ώστε να δίδονται διευκρινίσεις και να επιτυγχάνεται σύντομη λύση (άρθρο 12, παράγραφος 4). Εν πάση περιπτώσει, το κοινοτικό αυτό όργανο μπορεί να θεσπίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διαχείριση των ποσοστώσεων εντός των ορίων που έχει καθορίσει το Συμβούλιο για τις ποσοστώσεις αυτές (άρθρο 12, παράγραφος 8) (26).
65 Για όλους τους ανωτέρω λόγους φρονώ ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν οι «ιδιαίτερες περιστάσεις» οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελούν τον μόνο δικαιολογητικό λόγο για την έγκριση πρόσθετων εισαγωγών, σύμφωνα με το άρθρο 8, και ότι επομένως η Επιτροπή δεν είχε αρμοδιότητα να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
66 Η ορθότητα του συμπεράσματος αυτού δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με την επίκληση της καλής πίστης των επιχειρηματιών, την οποία ακριβώς επικαλείται η Επιτροπή, ισχυριζόμενη ότι η καλή πίστη αυτή προκύπτει από το γεγονός ότι οι επιχειρηματίες αυτοί είχαν βασιστεί στα πιστοποιητικά εξαγωγής που είχαν χορηγήσει οι κινεζικές αρχές. Νομίζω ότι είναι προφανές ότι ένας ενημερωμένος επιχειρηματίας δεν μπορεί να μην έχει γνώση του συστήματος και συνεπώς των αποτελεσμάτων του πιστοποιητικού εξαγωγής και μόνο. Πράγματι, μολονότι η έκδοση της άδειας εισαγωγής από τις αρχές των κρατών μελών αποτελεί αυτόματη καταρχήν συνέπεια της εκδόσεως του πιστοποιητικού εξαγωγής, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το πιστοποιητικό της τρίτης χώρας παρέχει τη δυνατότητα, ούτε βέβαια το δικαίωμα, για εισαγωγή στην Κοινότητα των προϋόντων που υπόκεινται σε ποσοστώσεις.
- Επί της παραβιάσεως της αρχής περί κατανομής αρμοδιοτήτων και της αρχής περί ισορροπίας μεταξύ των κοινοτικών οργάνων
67 Η Πορτογαλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, εκδίδοντας μια απόφαση σαν την προκειμένη, η οποία επιτρέπει τη λήψη «εξαιρετικών μέτρων ελαστικότητας», παραβίασε την αρχή περί κατανομής των αρμοδιοτήτων την οποία προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της Συνθήκης, καθόσον άσκησε καθήκοντα που δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητες που της έχουν παραχωρηθεί με τη Συνθήκη ή με το παράγωγο δίκαιο. Κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση, η αρχή αυτή ουδόλως επιτρέπει στα κοινοτικά όργανα να ασκούν καθήκοντα που δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητές τους, ακόμη και αν τα όργανα αυτά θεωρούν ότι τα καθήκοντα αυτά είναι αναγκαία για την επίτευξη πρωταρχικής σημασίας σκοπών της πολιτικής της Κοινότητας σε κάποιο τομέα.
68 Η Επιτροπή παραβίασε επίσης, κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση πάντοτε, την αρχή περί ισορροπίας μεταξύ των κοινοτικών οργάνων, η οποία αποτελεί συνακόλουθο της αρχής περί νομιμότητας, διότι, ασκώντας κατ' επίφαση διαχειριστική αρμοδιότητα, αντιποιήθηκε αρμοδιότητα που η Συνθήκη έχει αναθέσει σαφέστατα στο Συμβούλιο (άρθρο 113, παράγραφος 2, και 115, παράγραφοι 1 και 4).
69 Συναφώς η Επιτροπή παρατηρεί απλώς ότι οι προβαλλόμενοι συναφώς λόγοι ακυρώσεως έχουν καθαρά «παρακολουθηματικό» χαρακτήρα και επομένως πρέπει να θεωρηθούν ως αναπόσπαστο μέρος του πρώτου λόγου ακυρώσεως. Επιπλέον τονίζει ότι, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μεταβάλλει το γενικό ύψος των περιορισμών των εισαγωγών, τους οποίους είχε θεσπίσει το Συμβούλιο, και αφού ο κανονισμός 3030/93 την εξουσιοδότησε να θεσπίζει μέτρα παρεκκλίσεως, δεν συντρέχει εν προκειμένω καμία παραβίαση της αρχής περί ισορροπίας μεταξύ των κοινοτικών οργάνων.
70 Συμφωνώ με την άποψη της Επιτροπής. Οι προαναφερθέντες δύο λόγοι ακυρώσεως, οι οποίοι βασίζονται στον ισχυρισμό περί παραβιάσεως των αρχών περί κατανομής αρμοδιοτήτων και περί ισορροπίας μεταξύ των κοινοτικών οργάνων, αφορούν στην πραγματικότητα την εκ μέρους της Επιτροπής μη τήρηση εν προκειμένω των διατάξεων που της αναθέτουν την αρμοδιότητα εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Κατά συνέπεια, ο έλεγχος του βασίμου των λόγων αυτών πρέπει να θεωρηθεί, κατά την άποψή μου, ότι εμπεριέχεται στην ανάλυση του ισχυρισμού περί παραβάσεως του κανονισμού 3030/93.
71 Όσον αφορά ειδικότερα τη μη τήρηση της αρχής περί κατανομής αρμοδιοτήτων, θα ήθελα συνεπώς να παραπέμψω απλώς στις παρατηρήσεις που ανέπτυξα ανωτέρω σχετικά με την παράβαση του κανονισμού 3030/93, και ειδικότερα του άρθρου 8.
72 Όσον αφορά την αρχή περί ισορροπίας μεταξύ των κοινοτικών οργάνων, θα ήθελα οπωσδήποτε να τονίσω ότι ο γενικός αυτός κανόνας, που συνάγεται από τη νομολογία, αφορά κυρίως τη σχέση μεταξύ των κοινοτικών οργάνων, και ειδικότερα την αμοιβαία τήρηση των αρμοδιοτήτων των οργάνων. Μολονότι η άσκηση καθηκόντων εκ μέρους αναρμόδιου κοινοτικού οργάνου συνιστά εξ ορισμού προσβολή της ισορροπίας μεταξύ των κοινοτικών οργάνων, ζήτημα εφαρμογής του ανωτέρω γενικού κανόνα τίθεται στην πράξη στην αντίθετη ακριβώς περίπτωση, δηλαδή όταν ένα κοινοτικό όργανο έχει περιορίσει την άσκηση των αρμοδιοτήτων άλλου οργάνου, μολονότι έχει ενεργήσει εντός των ορίων των εξουσιών του (27).
73 Στην προκειμένη περίπτωση επομένως, δεδομένου ότι έχει διαπιστωθεί ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις χορηγήσεως πρόσθετων αδειών για εισαγωγές από την Κίνα και ότι συνεπώς η Επιτροπή ήταν αναρμόδια να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, το συμπέρασμα είναι ότι υπήρξε επίσης παραβίαση αμφοτέρων των ανωτέρω αναφερθεισών αρχών, τόσο της αρχής περί κατανομής αρμοδιοτήτων όσο και της αρχής της μεταξύ των κοινοτικών οργάνων ισορροπίας.
- Επί της παραβάσεως της συμφωνίας μεταξύ Ευρωπαϋκής Κοινότητας και Λαϋκής Δημοκρατίας της Κίνας
74 Κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση, η προσβαλλόμενη απόφαση αντιβαίνει προς τη συμφωνία ΕΟΚ-Κίνας για το εμπόριο των κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων, καθόσον όχι μόνο ενέχει υπέρβαση των ορίων που προβλέπονται ρητά στη συμφωνία αυτή σχετικά με τη δυνατότητα προκαταβολικής χρησιμοποιήσεως των ποσοτήτων που έχουν καθοριστεί για τα επόμενα έτη (28), αλλά αντιβαίνει επίσης προς τη λογική βάσει της οποίας το Συμβούλιο συνήψε τις διάφορες συμφωνίες περί παρατάσεως της ισχύος της συμφωνίας: οι συμφωνίες αυτές, αν ερμηνευθούν υπό την έννοια που προτείνει η Πορτογαλική Κυβέρνηση, προβλέπουν συγκεκριμένα την προοδευτική μείωση του ετήσιου ποσοστού αυξήσεως των ποσοτήτων που μπορούν να εισάγονται στην Κοινότητα, καθώς και γενική μείωση των ποσοστών για τα μέτρα ελαστικότητας.
75 Σε τελική ανάλυση, ακόμη και αυτός ο λόγος ακυρώσεως συνίσταται σε αιτίαση περί μη τηρήσεως της αρμοδιότητας της Επιτροπής σχετικά με την έκδοση πράξεως εμπορικής πολιτικής σαν την επίμαχη εν προκειμένω.
76 Αν δηλαδή εξεταστεί η υφιστάμενη κατά τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας αντίφαση μεταξύ αφενός της κοινοτικής πράξης, η οποία επιτρέπει την εισαγωγή στην Κοινότητα κινεζικών κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων σε ποσότητα που υπερβαίνει την προβλεπόμενη από τη συμφωνία με την προμηθεύτρια χώρα, και αφετέρου της τελευταίας αυτής συμφωνίας, θα πρέπει ευλόγως να γίνει δεκτό ότι η μονομερής πράξη της Κοινότητας που αποβαίνει υπέρ της τρίτης χώρας, καθόσον αποβλέπει στην επίτευξη του σκοπού ελευθερώσεως του εμπορίου, που αποτελεί ακριβώς τον σκοπό της συμφωνίας για το εμπόριο κλωστοϋφαντουργικών, δεν αντιβαίνει προς καμία διάταξη της εν λόγω συμφωνίας.
77 Στην πραγματικότητα, η διεθνής συμφωνία αναδεικνύεται, στην προκειμένη περίπτωση, σε κριτήριο της νομιμότητας της πράξεως, όσον αφορά τα εντός της Κοινότητας αποτελέσματά της, δηλαδή όσον αφορά τα αποτελέσματά της έναντι των κρατών μελών, τα οποία επίσης αποτελούν αποδέκτες της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εξέταση αυτή είναι αναγκαία, διότι τα κράτη δεν μετέσχον - παρά μόνο τελείως έμμεσα, μέσω της διαδικασίας των επιτροπών του άρθρου 17 του κανονισμού 3030/93 - στη διαδικασία λήψεως της αποφάσεως για το υπό κρίση μέτρο. Αντίθετα, μια απόφαση του Συμβουλίου που θα είχε επιτρέψει στην Κίνα - κατόπιν εκδόσεως μονομερούς πράξεως ή συνάψεως συμφωνίας με τη χώρα αυτή - να εξαγάγει στην Κοινότητα τις ποσότητες που επέτρεψε στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή θα αποτελούσε αυτοτελή πράξη εμπορικής πολιτικής έναντι της συμφωνίας με την Κίνα, δηλαδή θα αποτελούσε πηγή δικαίου ανεξάρτητη από τη συμφωνία αυτή.
78 Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ακόμη μία φορά ότι το βασικό πρόβλημα αφορά την ύπαρξη εξουσιοδοτήσεως εκ μέρους του Συμβουλίου, δηλαδή του οργάνου που είναι αρμόδιο να εκδίδει τέτοιες πράξεις κατά το άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΚ, καθώς και την έκταση της εξουσιοδοτήσεως αυτής. Όσον αφορά την εξέταση του σημείου αυτού, παραπέμπω στις παρατηρήσεις που ανέπτυξα επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, και ιδίως στις παραγράφους 50 έως 66.
- Επί της παραβιάσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
79 Η Πορτογαλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, τέλος, ότι παραβιάστηκε η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης τόσο των παραγωγών, και ιδίως της πορτογαλικής βιομηχανίας παραγωγής κλωστοϋφαντουργικών, όσο και των εισαγωγέων προϋόντων από άλλες προμηθεύτριες χώρες, καθόσον η απόφαση που επιτρέπει εισαγωγές που δεν προβλέπονται από τη συμφωνία που έχει συναφθεί με την τρίτη χώρα αναιρεί τις προσδοκίες που έχουν βασιστεί στις διατάξεις της συμφωνίας με την Κίνα. Το δε γεγονός ότι τα εν λόγω «εξαιρετικά μέτρα ελαστικότητας» λαμβάνονται συχνά δεν τα καθιστά λιγότερο απρόβλεπτα.
80 Επ' αυτού η Επιτροπή παρατηρεί, πρώτον, ότι η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η προσβαλλόμενη πράξη προξένησε ζημία στους επιχειρηματίες του οικείου τομέα και, δεύτερον, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί απρόβλεπτη πράξη για ένα συνετό επιχειρηματία. Συναφώς η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να προσδοκούν νόμιμα ότι θα διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση, η οποία υπόκειται σε μεταβολές.
81 Αυτός ο λόγος ακυρώσεως είναι κατά τη γνώμη μου αβάσιμος. Όπως ορθά τόνισε η Επιτροπή, μια ρύθμιση σαν την επίμαχη εν προκειμένω, η οποία προβλέπει γενικά ορισμένες ποσότητες εισαγωγών για ορισμένες κατηγορίες προϋόντων από διάφορες προμηθεύτριες χώρες, δεν μπορεί να θεμελιώσει συγκεκριμένες και ειδικές προσδοκίες των επιχειρηματιών, ώστε να δημιουργηθεί η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των επιχειρηματιών αυτών ότι η ισχύουσα ρύθμιση δεν θα μεταβληθεί. Επιπλέον, θα ήθελα στο σημείο αυτό να υπενθυμίσω την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία η προστασία της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη μη δυνατότητα μεταβολής μιας ρυθμίσεως, και μάλιστα σε τομείς στους οποίους - όπως η εισαγωγή κλωστοϋφαντουργικών - είναι αναγκαία η συνεχής προσαρμογή των εφαρμοστέων κανόνων προς τις μεταβολές της οικονομικής καταστάσεως (29).
V - Επί του αιτήματος περιορισμού των αποτελεσμάτων της ακυρωτικής αποφάσεως του Δικαστηρίου
82 Η Επιτροπή ζητεί επικουρικά, αν γίνει δεκτή η προσφυγή, να μη θιγούν τα οριστικά αποτελέσματα που έχει παραγάγει η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον ο περιορισμός των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως του Δικαστηρίου θα επιτρέψει την άσκηση των δικαιωμάτων που απέκτησαν οι επιχειρηματίες λόγω του ότι επιτράπηκαν πρόσθετες εισαγωγές για το 1995, ενώ παράλληλα θα αποφευχθεί το ενδεχόμενο προσβολής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που η έκδοση της πράξεως και το τεκμήριο νομιμότητάς της δημιούργησαν, μεταξύ άλλων, στις εθνικές αρχές.
83 Κατά την άποψή μου, το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι υφίστανται προσδοκίες δικαιωμάτων ή άλλες υποκειμενικές καταστάσεις που θα μπορούσαν να θιγούν από την αναδρομική ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης. Συγκεκριμένα, τα εμπορεύματα που έχουν ήδη εισαχθεί στην Κοινότητα βάσει της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν μπορούν πλέον να εντοπιστούν, καθόσον τελούν σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός του κοινοτικού εδάφους. Τα δε δικαιώματα εισαγωγής που δεν έχουν ακόμη ασκηθεί, ακόμη και αν υποτεθεί ότι υφίστανται, στηρίζονται σε παράνομη πράξη, η ακύρωση της οποίας δεν έχει συνέπειες που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την εφαρμογή του άρθρου 174, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης. Πρέπει δηλαδή να γίνει δεκτό ότι η τροποποίηση του συστήματος των εισαγωγών συνιστά κίνδυνο συμφυή προς τη φύση των δραστηριοτήτων των επιχειρηματιών, οι οποίοι, δεδομένου ότι αποκομίζουν κέρδος από τις δραστηριότητες αυτές, πρέπει ομοίως να φέρουν τους συμφυείς προς τις δραστηριότητες αυτές κινδύνους (σύμφωνα με το γνωστό αξίωμα ubi commoda ibi incommoda). Ο κατά το άρθρο 174, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης περιορισμός των συνεπειών της ακυρώσεως αυτής θα ισοδυναμούσε δηλαδή με στέρηση της δυνατότητας του Δικαστηρίου να εξαλείφει αναδρομικά τις συνέπειες της ελλείψεως νομιμότητας των προσβαλλόμενων πράξεων σε όλες εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες οι πράξεις αυτές μπορούν να επηρεάσουν τα έννομα συμφέροντα των επιχειρηματιών.
Για όλους τους ανωτέρω λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο:
«- να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη κατά το μέρος κατά το οποίο ζητείται η ακύρωση της "πρακτικής των `εξαιρετικών μέτρων ελαστικότητας' που εφάρμοσε η Επιτροπή για τη διαχείριση των ποσοτικών ορίων εισαγωγής στην Κοινότητα κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων",
- να ακυρώσει την απόφαση που εξέδωσε η Επιτροπή κατόπιν της σύμφωνης γνώμης της επιτροπής κλωστοϋφαντουργικών της 6ης Μαρτίου 1996 σε σχέση με την εισαγωγή κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων από τη Λαϋκή Δημοκρατία της Κίνας,
- να απορρίψει το αίτημα της Επιτροπής περί διατηρήσεως της ισχύος των αποτελεσμάτων της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά το άρθρο 174, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης,
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.»
(1) - Η Κοινότητα προσχώρησε στη συμφωνία πολυϋνών με την απόφαση 74/214/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1974, περί σύναψης διακανονισμού όσον αφορά το διεθνές εμπόριο κλωστοϋφαντουργικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/006, σ. 141).
(2) - Τα πρωτόκολλα για την παράταση της ισχύος της συμφωνίας πολυϋνών συνήφθησαν στις 14 Δεκεμβρίου 1977, στις 22 Δεκεμβρίου 1981, στις 31 Ιουλίου 1986, στις 31 Ιουλίου 1991, στις 9 Δεκεμβρίου 1992 και, τέλος, στις 9 Δεκεμβρίου 1993. Η Κοινότητα προσχώρησε σε όλα αυτά τα πρωτόκολλα.
(3) - ΕΕ L 336, σ. 1.
(4) - Το άρθρο 8, παράγραφος 1, της συμφωνίας προβλέπει τα εξής: «Συστήνεται το εποπτικό όργανο κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων ("ΕΟΚΠ"), προκειμένου να εποπτεύει την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας, να εξετάζει όλα τα λαμβανόμενα δυνάμει της παρούσας συμφωνίας μέτρα και τη συμφωνία τους με τις διατάξεις αυτές και να αναλαμβάνει τις δράσεις που απαιτούνται συγκεκριμένα από την παρούσα συμφωνία. Το ΕΟΚΠ αποτελείται από τον πρόεδρο και 10 μέλη. Η σύνθεσή του είναι ισορροπημένη και ευρέως αντιπροσωπευτική των μελών και προβλέπεται η εναλλαγή των μελών σε εύθετα διαστήματα. Τα μέλη του οργάνου διορίζονται από τα μέλη που έχουν ορισθεί από το Συμβούλιο Εμπορευματικών Συναλλαγών για να υπηρετήσουν στο ΕΟΚΠ, όπου εκτελούν τα καθήκοντά τους σε προσωποπαγή βάση».
(5) - Απόφαση 88/656/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Λαϋκής Δημοκρατίας της Κίνας για το εμπόριο κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων (ΕΕ L 380, σ. 1).
(6) - Σε αντάλλαγμα αυτής της δυνατότητας εξαγωγών προς την Κοινότητα, η Κίνα δεσμεύθηκε να ενθαρρύνει και να διευκολύνει την εισαγωγή κλωστοϋφαντουργικών προϋόντων (αυτών που απαριθμούνται στα παραρτήματα Ι και ΙΙ της ίδιας συμφωνίας) από την Κοινότητα. Συγκεκριμένα, το άρθρο 12, παράγραφος 1, ορίζει ότι η Κίνα «will take such measures as are necessary to avoid exacerbating and if possible to reduce, during the period of application of the Agreement, the disequilibrium in its textile trade balance with the Community».
(7) - Βλ. το άρθρο 13 του Πρωτοκόλλου Α της εν λόγω βασικής συμφωνίας. Όσον αφορά τη διαδικασία, το άρθρο 16, παράγραφοι 2 και 3, προβλέπει τα εξής: «2. The consultation procedures referred to in this Agreement shall be governed by the following rules: - any request for consultations shall be notified in writing to the other Party, - the request for consultations shall be followed within a reasonable period (and in any case not later than 15 days following the notification) by a statement setting out the reasons and circumstances which, in the opinion of the requesting Party, justify the submission of such a request, - the Parties shall enter into consultations within one month at the latest of notification of the request, with a view to reaching agreement on a mutually acceptable conclusion within one further month at the latest. 3. The Community may request consultations in accordance with paragraph 2 when it ascertains that during a particular year of application of the Agreement difficulties arise in the Community or one of its regions from a sharp and substantial increase, by comparison to the preceding year, in imports of given category of Group I subject to the quantitative limits set out in Annex III».
(8) - Η συμφωνία συνήφθη από την Κοινότητα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2616/85 του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 1985, για τη σύναψη συμφωνίας εμπορικής και οικονομικής συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Λαϋκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ L 250, σ. 1). Το άρθρο 15 της εν λόγω συμφωνίας συνεργασίας προβλέπει την ίδρυση μιας μεικτής επιτροπής «που αποτελείται από αντιπροσώπους» των δύο συμβαλλομένων μερών.
(9) - ΕΕ L 275, σ. 1.
(10) - Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, για την τροποποίηση του κανονισμού 3030/93 (ΕΕ L 349, σ. 85).
(11) - Στον πίνακα των χωρών εξαγωγής περιλαμβάνεται και η Κίνα.
(12) - Το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, μετά την τροποποίησή του με τον κανονισμό (ΕΚ) 824/97 του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1997 (ΕΕ L 119, σ. 1), έχει ως εξής: «Όταν, υπό ιδιαίτερες περιστάσεις, καθίσταται αναγκαία η εισαγωγή προσθέτων ποσοτήτων, πέραν εκείνων που αναφέρονται στο παράρτημα V, για μία ή περισσότερες κατηγορίες προϋόντων, μπορούν να επιτραπούν από την Επιτροπή πρόσθετες εισαγωγές για ένα δεδομένο έτος ποσόστωσης, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 17. Οσάκις δίδονται τέτοιες πρόσθετες δυνατότητες, μετά από την έκδοση υπεραρίθμων αδειών από τις αρχές μιας χώρας-προμηθευτού, τούτο θα προϋποθέτει την αφαίρεση μιας ποσότητας αντίστοιχης με την πρόσθετη από το ποσοτικό όριο: - μιας ή πλειόνων κατηγοριών προϋόντων της ιδίας ομάδας ή υποομάδας προϋόντων για το τρέχον ποσοστωτικό έτος (όταν η ποσότητα δεν υπερβαίνει το 3 % του ποσοτικού ορίου για την κατηγορία για την οποία είχαν δοθεί οι πρόσθετες δυνατότητες)
ή/και - της ίδιας κατηγορίας προϋόντων για το επόμενο έτος.»
(13) - Βλ. συναφώς το παράρτημα 1 του δικογράφου της προσφυγής.
(14) - Βλ. τα πρακτικά της 413ης συνεδριάσεως της επιτροπής κλωστοϋφαντουργικών, της 6ης Μαρτίου 1996 (παράρτημα ΙΙ του δικογράφου της προσφυγής).
(15) - Βλ. τα πρακτικά της 414ης συνεδριάσεως της επιτροπής κλωστοϋφαντουργικών, της 12ης Μαρτίου 1996, σ. 2 (παράρτημα VI του δικογράφου της προσφυγής).
(16) - Βλ. ανωτέρω υποσημ. 15.
(17) - Βλ. π.χ. τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 31ης Μαρτίου 1971, 22/70, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 729, σκέψεις 38 έως 43), και της 30ής Ιουνίου 1993, C-181/91 και C-248/91, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-3685).
(18) - Απόφαση της 23 Φεβρουαρίου 1988, 131/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 905, σκέψη 29)· βλ. επίσης τις αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 68/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 855, σκέψη 24), της 9ης Νοεμβρίου 1995, C-426/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1995, σ. I-3723, σκέψη 21), της 26ης Μαρτίου 1996, C-271/94, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1996, σ. I-1689, σκέψη 34), και της 12ης Νοεμβρίου 1996, C-84/94, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου, (Συλλογή 1996, σ. I-5755, σκέψη 19). Θα ήθελα επίσης να υπενθυμίσω ότι με την απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994, C-327/91, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I-3641, σκέψη 36), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «μια απλή πρακτική δεν μπορεί να υπερισχύει των κανόνων της Συνθήκης».
(19) - Συναφώς θα ήθελα οπωσδήποτε να τονίσω ότι η ίδια η συμφωνία κλωστοϋφαντουργικών δεν απαγορεύει τη λήψη μέτρων ελαστικότητας, αλλά απλώς υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα κράτη να μην μεταβάλλουν τις κοινοποιούμενες στο εποπτικό όργανο διατάξεις «που προβλέπονται στις διμερείς συμφωνίες της ΣΠΙ για τη 12μηνη περίοδο πριν από τη θέση σε ισχύ της συμφωνίας για τον ΠΟΕ», ενώ απαγορεύει την εφαρμογή «ποσοτικών ορίων σχετικά με τη συνδυασμένη χρήση» διαφόρων μορφών μεταφοράς (άρθρο 2, παράγραφος 16).
(20) - Η εν λόγω δήλωση δεν προσκομίστηκε από την Πορτογαλική Κυβέρνηση, διότι το Συμβούλιο δεν έδωσε την προς τούτο συγκατάθεσή του.
(21) - Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 15ης Μαου 1984, 121/83, Zuckerfabrik Franken (Συλλογή 1984, σ. 2039, σκέψη 13), και της 2ας Μαου 1990, C-27/89, Scarpe (Συλλογή 1990, σ. I-1701).
(22) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-478/93, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. I-3081, σκέψεις 30 και 32).
(23) - Οι κοινοποιήσεις αυτές διαβιβάζονται ηλεκτρονικώς μέσω ολοκληρωμένου δικτύου που δημιουργείται προς τον σκοπό αυτό (άρθρο 12, παράγραφος 3, του κανονισμού 3030/93).
(24) - Το Δικαστήριο έχει δεχθεί επανειλημμένα ότι είναι νόμιμη η μεταβίβαση εξουσιών που δεν έχουν απλώς εκτελεστικό χαρακτήρα: βλ. αποφάσεις της 6ης Ιουλίου 1982, 188/80 έως 190/80, Γαλλία, Ιταλία και Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 2545, σκέψη 6), της 24ης Οκτωβρίου 1989, 16/88, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1989, σ. 3457, σκέψη 11), και, τέλος, της 27ης Οκτωβρίου 1992, C-240/90, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. I-5383).
(25) - Βλ., συναφώς, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 30ής Οκτωβρίου 1975, 23/75, Rey Soda (Συλλογή τόμος 1975, σ. 399, σκέψη 14), και της 13ης Νοεμβρίου 1991, C-303/90, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. Ι-5315). Όπως τόνισε ορθά στην τελευταία αυτή υπόθεση ο γενικός εισαγγελέας Tesauro, τίποτα δεν εμποδίζει την Επιτροπή να συμπληρώσει, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων που της έχουν μεταβιβαστεί, το πλέγμα των διατάξεων της πράξης του Συμβουλίου, εντούτοις «οι τρόποι εφαρμογής μιας διατάξεως περιλαμβάνουν εξ ορισμού τον προσδιορισμό τουλάχιστον των υποχρεώσεων που επιβάλλει η διάταξη αυτή και επομένως περιλαμβάνουν λεπτομερή ρύθμιση που εξειδικεύεται κατ' ανάγκη σε μια σειρά υποχρεώσεων», αλλά δεν μπορούν να ενέχουν καμία τροποποίηση των βασικών διατάξεων.
(26) - Η διαδικασία αυτή, η οποία περιλαμβάνει την αναστολή της χορηγήσεως αδειών εισαγωγής και επαφές με τις αρχές της προμηθεύτριας χώρας, προβλέπεται επίσης στη συμφωνία ΕΟΚ-Κίνας (άρθρο 13, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου A που έχει προσαρτηθεί στη βασική συμφωνία).
(27) - Θα ήθελα συναφώς να υπενθυμίσω τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την υποχρέωση συμμετοχής του Κοινοβουλίου στη νομοθετική διαδικασία, η οποία αποτελεί, στις περιπτώσεις στις οποίες προβλέπεται από τη Συνθήκη, «ουσιώδη τύπο, του οποίου η μη τήρηση συνεπάγεται την ακυρότητα της οικείας πράξεως», καθόσον η αποτελεσματική συμμετοχή του Κοινοβουλίου στη νομοθετική διαδικασία αποτελεί, κατά το Δικαστήριο, «ουσιώδες στοιχείο της μεταξύ των κοινοτικών οργάνων ισορροπίας που επιδιώκει η Συνθήκη» (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 10ης Ιουνίου 1997, C-392/95, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1997, σ. I-3213, σκέψη 14).
(28) - Το άρθρο 5 της συμφωνίας προβλέπει την προκαταβολική χρησιμοποίηση μέχρι ποσοστό 5 % της ποσότητας που έχει καθοριστεί για κάθε έτος.
(29) - Βλ., ως τελευταία σχετική απόφαση, την απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιανουαρίου 1998, C-315/96, Lopex Export (Συλλογή 1998, σ. I-317, σκέψεις 28 έως 30).
Full & Egal Universal Law Academy