Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Ι - Εισαγωγή
1 Με προδικαστικό ερώτημα που υποβάλλει στο Δικαστήριο, το Sozialgericht Karlsruhe της Γερμανίας ζητεί την ερμηνεία, ιδίως, των άρθρων 6 και 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ.
2 Η διαφορά στην κύρια δίκη συνίσταται στο ότι ζεύγος εργαζομένων, Ολλανδού και Γερμανίδας, το οποίο κατοικεί στην Γαλλία και εργάζεται στην Γερμανία, υπάγεται και συνεισφέρει υποχρεωτικά στο γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως κατά του κινδύνου της εξαρτήσεως, αλλά δεν δύναται να απολαύσει των σχετικών παροχών καθόν χρόνο κατοικεί στο εξωτερικό.
ΙΙ - Η εξάρτηση ως ασφαλιστέος κίνδυνος
3 Ο κίνδυνος της εξαρτήσεως, ως κοινωνική πραγματικότητα υπήρχε μεν ανέκαθεν, ως αντικείμενο της κοινωνικής ασφαλίσεως, όμως, είναι σχετικά πρόσφατο. Ως εκ τούτου είναι νομίζω σκόπιμο, πριν εκθέσω τις κρίσιμες εθνικές διατάξεις, να επισημάνω ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά του κινδύνου αυτού, όπως προκύπτουν από μία σύντομη επισκόπηση της σχετικής θεωρίας και της πρακτικής (1).
4 Ως εξάρτηση νοείται γενικώς η έλλειψη αυτονομίας του ατόμου και, ως εκ τούτου, η ανάγκη της βοηθείας τρίτου προσώπου για την εκτέλεση των δραστηριοτήτων της καθημερινής ζωής.
H κατάσταση εξαρτήσεως είναι συνήθως απότοκος της ηλικίας, δυνατόν όμως να οφείλεται και σε ασθένεια, αναπηρία, ατύχημα κ.λπ.
Παροχές για τα εξηρτημένα άτομα με την ανωτέρω έννοια υφίσταντο από μακρού, και εξακολουθούν να υφίστανται, είτε στα πλαίσια ειδικών κλάδων κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως του γήρατος, της αναπηρίας κ.λπ., είτε στα πλαίσια της κοινωνικής προνοίας. Παρατηρείται ωστόσο μία τάση να συγκεντρωθούν οι διάσπαρτες παροχές και να δημιουργηθεί αυτόνομος κλάδος κοινωνικής ασφαλίσεως κατά της εξαρτήσεως (2).
5 Οι παροχές καταβάλλονται σε είδος ή σε χρήμα, ή σε συνδυασμό. Σε ορισμένες νομοθεσίες εναπόκειται στον ενδιαφερόμενο να επιλέξει τον προσήκοντα τύπο παροχής. Οι παροχές σε είδος περιλαμβάνουν φροντίδα κατ' οίκον ή, σε πιο βαριές περιπτώσεις, σε ειδικευμένο ίδρυμα, καθώς και την θέση στη διάθεση του ενδιαφερομένου των τυχόν αναγκαίων φαρμάκων ή μηχανημάτων. Η φροντίδες αυτές παρέχονται είτε «ανεπισήμως», δηλαδή από τον/την σύζυγο, ή άλλο οικογενειακό ή συγγενικό πρόσωπο (3), είτε από εθελοντές, είτε από επαγγελματίες που συνδέονται με τους αρμόδιους κοινωνικούς φορείς. Οι παροχές σε χρήμα συνίστανται σε περιοδικές παροχές που χορηγούνται αντί των παροχών σε είδος ή παράλληλα μ' αυτές, κατ' επιλογήν ή μη του ενδιαφερομένου. Το ύψος τους εξαρτάται κυρίως από τον βαθμό εξαρτήσεως, ενδεχομένως δε και από την οικονομική κατάσταση του εξηρτημένου ατόμου (κυρίως όπου η εξάρτηση συνάπτεται με την κοινωνική πρόνοια).
αΟσον αφορά την χορήγηση των παροχών, υπάρχουν δύο προτεραιότητες: α) προτεραιότητα της παραμονής στο σπίτι και γενικά σε οικείο περιβάλλον, αντί της εισαγωγής σε κάποιο ίδρυμα, που παραμένει η εξαίρεση· τούτο γίνεται για λόγους σεβασμού της αξιοπρέπειας και αυτοπροσδιορισμού του ατόμου και β) προτεραιότητα στην επαναδραστηριοποίηση των ατόμων αντί της απλής χορηγήσεως παροχών.
6 Πρόνοια λαμβάνεται και για το τρίτο πρόσωπο που επικουρεί το εξηρτημένο άτομο, ιδίως όταν αυτό γίνεται σε επαγγελματική βάση. ηΕτσι, σε ορισμένες χώρες, το βοηθητικό πρόσωπο ασφαλίζεται υποχρεωτικά ή προαιρετικά μέσω του εξηρτημένου ατόμου, ενώ δικαιούται επίσης ορισμένων (αμειβομένων) ελεύθερων ημερών, καθώς και διακοπών. Υπάρχουν προτάσεις, πάντως, αυτά τα πλεονεκτήματα να επεκταθούν και στα βοηθητικά πρόσωπα που δεν είναι επαγγελματίες (όπως οι οικείοι) (4).
ΙΙΙ - Οι εθνικές διατάξεις
7 Στην Γερμανία, η παροχή βοηθείας κατ' οίκον σε πρόσωπα που είχαν σχετική ανάγκη καθιερώθηκε το πρώτον το 1988 στα πλαίσια της ασφαλίσεως ασθενείας και περιελήφθη στο βιβλίο V του Socialgesetzbuch (κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως - στο εξής: SGB). Σκοπός των παροχών αυτών ήταν, κατά το δυνατόν, η παραμονή του ενδιαφερομένου στο σπίτι και η αποφυγή της εισαγωγής του σε ίδρυμα.
Ο ενδιαφερόμενος, πάντως, μπορούσε να επιλέξει, αντί της βοηθείας κατ' οίκον, την καταβολή μηνιαίου επιδόματος, ύψους 400 γερμανικών μάρκων (DM), εφόσον ήταν σε θέση να εξασφαλίσει μόνος του την προσήκουσα φροντίδα μέσω ενός τρίτου προσώπου.
8 Οι παροχές αυτές αντικαταστάθηκαν και βελτιώθηκαν από 1ης Ιανουαρίου 1995, με τον Pflegeversicherungsgesetz (νόμο περί της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά του κινδύνου της εξαρτήσεως), ο οποίος περιελήφθη στο βιβλίο ΞΙ του SGB και διέπει την επίδικη περίπτωση.
9 Ο κίνδυνος της εξαρτήσεως συνίσταται, και εδώ, στην αδυναμία κάποιου να επιμεληθεί αυτοδυνάμως του εαυτού του. Πλήττει δηλαδή τα πρόσωπα που έχουν ανάγκη, προσωρινώς ή μονίμως, ενός τρίτου προσώπου για την εκτέλεση ενός μέρους ή και όλων των δραστηριοτήτων της καθημερινής ζωής, όπως υγιεινή του σώματος, διατροφή, κίνηση, οικιακές εργασίες κ.λπ. Τα εξηρτημένα άτομα δεν μετέχουν στην ενεργό ζωή (υπό την έννοια, προδήλως, ότι ευρίσκονται σε παροδική ή μόνιμη ανικανότητα προς εργασία) η δε κατάσταση της υγείας τους δεν αναμένεται να βελτιωθεί (5).
10 Στην ασφάλιση κατά της εξαρτήσεως υπάγονται υποχρεωτικώς, μεταξύ άλλων, όλα τα πρόσωπα τα οποία είναι ασφαλισμένα, υποχρεωτικώς ή προαιρετικώς, κατά της ασθενείας. Η διαχείριση της ασφαλίσεως εξαρτήσεως έχει ανατεθεί στους ασφαλιστικούς φορείς ασθενείας.
11 Η ασφάλιση χρηματοδοτείται με εισφορές των εργαζομένων και των εργοδοτών. Το ύψος της εισφοράς ανέρχεται, για κάθε έναν από αυτούς, στο 0,85 % του ακαθάριστου μισθού.
12 ύΟσον αφορά τις παροχές, οι ασφαλισμένοι, εφόσον έχουν συμπληρώσει ορισμένο χρόνο στην ασφάλιση (ήδη ένα έτος, που αυξάνεται σταδιακά μέχρι τη συμπλήρωση πενταετίας το έτος 2000), δικαιούνται, πρώτον, περιθάλψεως κατ' οίκον, η οποία περιλαμβάνει παροχές σε είδος, ή μηνιαίο επίδομα, ή συνδυασμό των δύο.
Οι παροχές σε είδος (άρθρο 36), συνίστανται κυρίως στην διάθεση ειδικευμένου προσωπικού, συμβεβλημένου με τους ασφαλιστικούς φορείς, για παροχή κατ' οίκον βοηθείας. Το ανώτατο μηνιαίο όριο παροχών εξαρτάται από τον βαθμό της εξαρτήσεως (6).
Το εξηρτημένο πρόσωπο δικαιούται, αντί των παροχών σε είδος, να ζητήσει μηνιαίο επίδομα (στο εξής: επίδομα εξαρτήσεως), το οποίο θα του επιτρέψει να εξασφαλίσει την προσήκουσα μορφή περιθάλψεως μέσω ενός βοηθητικού προσώπου (άρθρο 37) (7). Στην περίπτωση αυτή, εξουσιοδοτημένος φορέας επισκέπτεται ανά εξάμηνο (κατηγορίες Ι και ΙΙ), ή ανά τρίμηνο (κατηγορία ΙΙΙ), το εξηρτημένο άτομο για να ελέγξει την κατάστασή του.
Ο ενδιαφερόμενος έχει πάντως τη δυνατότητα να προσφύγει σε συνδυασμό των δύο τύπων παροχών (άρθρο 38).
Περαιτέρω, προβλέπεται η θέση στη διάθεση του ασφαλισμένου της υλικής και τεχνικής υποδομής που είναι απαραίτητη για την βελτίωση της καταστάσεώς του, όπως π.χ. η ενοικίαση ή αγορά και εγκατάσταση ειδικών μηχανημάτων, η εκτέλεση εργασιών μετατροπής του οικήματος, ή ακόμη τα έξοδα αντικαταστάσεως, κατά την διάρκεια της αδείας, του βοηθητικού προσώπου που φροντίζει συνήθως τον ασφαλισμένο (άρθρο 40).
13 Οι ασφαλισμένοι δικαιούνται, δεύτερον, περιθάλψεως σε ίδρυμα, όταν η κατ' οίκον περίθαλψη αποδεικνύεται ανεπαρκής ή απρόσφορη. Η περίθαλψη σε ίδρυμα μπορεί να είναι μερική ή πλήρης. Ο ασφαλιστικός οργανισμός αναλαμβάνει, μέχρις ενός ανωτάτου ορίου, τα έξοδα της μερικής περιθάλψεως σε ίδρυμα (άρθρο 41) (8).
14 Τέλος, προβλέπονται παροχές υπέρ του βοηθητικού προσώπου, όπως ανάληψη των ασφαλιστικών εισφορών ασθενείας και εργατικού ατυχήματος αυτού (άρθρο 44), καθώς επίσης και ειδικά σεμινάρια για την οικογένεια του εξηρτημένου ατόμου και για τα πρόσωπα που παρέχουν φροντίδες εθελοντικώς (άρθρο 45).
15 Σύμφωνα με το άρθρο 34, παράγραφος 1, του βιβλίου ΞΙ του SGB, το δικαίωμα παροχών αναστέλλεται, μεταξύ των άλλων, για όσον χρόνο ο ασφαλισμένος διαμένει στο εξωτερικό, ακόμη και όταν η ανάγκη περιθάλψεώς του γεννήθηκε κατά την διάρκεια προσωρινής παραμονής του στο εξωτερικό (9).
IV - Τα πραγματικά περιστατικά
16 Ο Manfred και η Barbara Molenaar, ενάγοντες στην κύρια δίκη, oλλανδικής και γερμανικής ιθαγενείας, αντιστοίχως, κατοικούν στη Γαλλία και εργάζονται στη Γερμανία.
17 Τον Δεκέμβριο του 1994 και τον Ιανουάριο του 1995, ο ΑΟΚ Baden-Wόrttemberg, καθού στην κύρια δίκη, τους γνωστοποίησε ότι από 1ης Ιανουαρίου 1995 θα ασφαλίζοντο υποχρεωτικώς κατά του κινδύνου εξαρτήσεως, καταβάλλοντας τις σχετικές ασφαλιστικές εισφορές, αλλά ότι, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 34 του SGB, το δικαίωμά τους επί των αντιστοίχων ασφαλιστικών παροχών αδρανεί για όσον χρόνο έχουν την κατοικία τους στην αλλοδαπή.
18 Κατά της πράξεως αυτής το ζεύγος Molenaar προσέφυγε ενώπιον του Socialgericht Karlsruhe, ζητώντας:
α) Κατά κύριο λόγο, να αναγνωρισθεί ότι έχουν δικαίωμα επί των παροχών εξαρτήσεως, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, ακόμη και αν η κατοικία τους ευρίσκεται στο εξωτερικό.
β) Επικουρικώς, να αναγνωρισθεί ότι δικαιούνται, υπό τις αυτές προϋποθέσεις, σε απόδοση των δαπανών περιθάλψεως στις οποίες υποβλήθηκαν.
γ) Επικουρικότερον, να αναγνωρισθεί ότι δεν υπέχουν υποχρέωση ασφαλίσεως κατά της εξαρτήσεως.
δ) Έτι επικουρικότερον, να καταδικασθεί ο καθού να απαλλάξει τους προσφεύγοντες από την υποχρέωση ασφαλίσεως και και να τους αποδώσει τις καταβληθείσες εισφορές.
19 Το Socialgericht έκρινε ότι τα δύο πρώτα αιτήματα ήσαν απαράδεκτα κατά το γερμανικό δικονομικό δίκαιο, κυρίως διότι δεν συνάπτονται με μία συγκεκριμένη πραγματική κατάσταση δεκτική προστασίας (10).
20 Αντιθέτως, έκρινε ότι τα άλλα δύο αιτήματα, και ιδίως το τρίτο, θέτουν το ζήτημα αν τα άρθρα 6 και 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης επιτρέπουν σε μια εθνική νομοθεσία να απαιτεί την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών στα πλαίσια υποχρεωτικού συστήματος ασφαλίσεως κατά ενός κινδύνου όπως αυτός στην κύρια δίκη, την στιγμή που οι αντίστοιχες ασφαλιστικές παροχές δεν οφείλονται, λόγω του ότι η κατοικία του δικαιούχου ευρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος. Ως εκ τούτου, ο εθνικός δικαστής αποστέλλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:
V - Το προδικαστικό ερώτημα
«αΕχουν τα άρθρα 6 και 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ την έννοια ότι περιορίζουν το δικαίωμα κράτους μέλους να θεσπίζει σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως προς κάλυψη αναγκών περιθάλψεως, στο πλαίσιο μιας εκ του νόμου επιβαλλόμενης υποχρεώσεως ασφαλίσεως, κατά το οποίο πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους σε άλλο κράτος μέλος υπόκεινται σε υποχρεωτικές εισφορές, μολονότι, ακριβώς λόγω του τόπου κατοικίας τους, το δικαίωμά τους για παροχές δεν υφίσταται ή αδρανεί;»
VI - Επί του αντικειμένου της παραπεμπτικής αποφάσεως
21 Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 6 της Συνθήκης, το οποίο καθιερώνει την γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, μπορεί να εφαρμοσθεί αυτοτελώς μόνο σε καταστάσεις διεπόμενες από το κοινοτικό δίκαιο για τις οποίες η Συνθήκη δεν προβλέπει ειδική απαγόρευση των διακρίσεων.
Στο τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων συγκεκριμενοποιήθηκε με τα άρθρα 48 έως 51 της Συνθήκης, καθώς και με τις πράξεις των κοινοτικών θεσμικών οργάνων που εκδόθηκαν βάσει των άρθρων αυτών και, ειδικότερα, με τους κανονισμούς 1408/71 και 1612/68.
Συνεπώς, αν μια περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης διέπεται από τα ενλόγω άρθρα της Συνθήκης και τους κοινοτικούς κανονισμούς που εκδόθηκαν βάσει αυτών, δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να αποφανθεί ως προς την ερμηνεία του άρθρου 6 της Συνθήκης (11).
22 Από την διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος φαίνεται ότι το παραπέμπον δικαστήριο δεν αμφιβάλλει για το συμβατό της ρήτρας κατοικίας, που θέτει το άρθρο 34 του SGB, με το κοινοτικό δίκαιο, αλλά διερωτάται για τις επιπτώσεις της ρήτρας αυτής επί της υποχρεώσεως υπαγωγής στην ασφάλιση και της καταβολής ασφαλιστικών εισφορών. Περαιτέρω, το εθνικό δικαστήριο δεν θέτει μεν ευθέως το ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού της επίμαχης ασφαλίσεως από απόψεως κοινοτικού δικαίου. Όμως, από το γεγονός ότι μνημονεύει τα άρθρα 19 και 22 του κανονισμού 1408/71, συνάγεται εμμέσως ότι την θεωρεί ως εμπίπτουσα στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του ενλόγω κανονισμού, και μάλιστα στο κεφάλαιο 1 του τίτλου ΙΙΙ, που αναφέρεται στην ασθένεια και την μητρότητα. Εξάλλου, και η επιχειρηματολογία των μερών που υπέβαλαν παρατηρήσεις αναφέρεται, κατά μέγα μέρος, στο ζήτημα της υπαγωγής των επιδίκων παροχών στον κανονισμό 1408/71, ενδεχομένως δε και στον κανονισμό 1612/68.
23 Κατά την άποψή μου, τα ζητήματα αυτά είναι αλληλένδετα και θα πρέπει να αντιμετωπισθούν ειδικά. Το προέχον ζήτημα είναι ο νομικός χαρακτηρισμός των επιμάχων παροχών από απόψεως κοινοτικού δικαίου. Δεδομένου δε ότι οι παροχές αυτές έχουν προδήλως κοινωνικό χαρακτήρα, δύο λύσεις προσφέρονται: ή αποτελούν παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως, κατά την έννοια του άρθρου 51 της Συνθήκης και του κανονισμού 1408/71, οπότε ανακύπτει περαιτέρω το ζήτημα σε ποια ειδικότερη κατηγορία του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού υπάγονται· είτε αποτελούν κοινωνικό πλεονέκτημα, κατά την έννοια του άρθρου 7 του κανονισμού 1612/68, εντασσόμενες, ενδεχομένως, στην κοινωνική πρόνοια. Aπό την απάντηση στο ζήτημα αυτό επηρεάζεται η απάντηση στα ζητήματα της δυνατότητας εξαγωγής των σχετικών παροχών, της υποχρεώσεως υπαγωγής στην ασφάλιση και της καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, καθώς και της δυνατότητας επιστροφής των καταβληθεισών εισφορών. Ως εκ τούτου, τα ανακύπτοντα ζητήματα θα πρέπει να ερευνηθούν πρώτα υπό το φως των άρθρων 48 και 51 της Συνθήκης και, ειδικότερα, των κανονισμών 1408/71 και 1612/68.
24 Συναφώς, περιορίζομαι να υπενθυμίσω ότι, κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να δώσει την πληρέστερη δυνατή απάντηση στο εθνικό δικαστήριο, το Δικαστήριο δεν κωλύεται να εξετάσει τα ζητήματα που τίθενται εξ αντικειμένου με την διάταξη της παραπομπής υπό το φως των προσηκόντων κανόνων του κοινοτικού δικαίου (12).
VΙΙ - Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο
25 Ενόψει τούτων, οι κοινοτικές διατάξεις που ασκoύν επιρροή στην προκειμένη περίπτωση είναι οι εξής:
i) Συνθήκη ΕΚ
ΚΑρθρο 6, εδάφιο πρώτο: «Εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας Συνθήκης και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών της απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας.»$
ςΑρθρο 48, παράγραφος 2: «Η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων συνεπάγεται την κατάργηση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας.»
ii) Κανονισμός 1408/71 (13)
σΑρθρο 4: «1. Ο παρών κανονισμός ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους ακόλουθους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως:
α) παροχές ασθενείας και μητρότητας·
β) παροχές αναπηρίας, περιλαμβανομένων και εκείνων που προορίζονται για τη διατήρηση ή βελτίωση της ικανότητας βιοπορισμού·
γ) παροχές γήρατος·
(...)
2α. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά οι οποίες εμπίπτουν σε νομοθεσία ή καθεστώς εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή που εξαιρούνται δυνάμει της παραγράφου 4, όταν οι παροχές αυτές προορίζονται:
α) είτε για να καλύψουν συμπληρωματικά, εναλλακτικά ή επικουρικά την επέλευση οιουδήποτε κινδύνου που εμπίπτει στους κλάδους κοινωνικής ασφάλισης που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως η) της παραγράφου 1·
β) είτε μόνον για να εξασφαλίσουν την ειδική προστασία των μειονεκτούντων ατόμων.»
νΑρθρο 10: «1. Εκτός αν ο παρών κανονισμός προβλέπει άλλως, οι σε χρήμα παροχές αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων, οι συντάξεις εργατικών ατυχημάτων ή επαγγελματικής ασθένειας και τα επιδόματα θανάτου που αποκτώνται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών δεν δύνανται να υποστούν καμμία μείωση, τροποποίηση, αναστολή, κατάργηση, κατάσχεση επειδή ο δικαιούχος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο, όπου ευρίσκεται ο φορέας οφειλέτης (...)»
ςΑρθρο 10α: «1. Παρά τις διατάξεις του άρθρου 10 και του τίτλου ΙΙΙ, τα άτομα στα οποία εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός λαμβάνουν τις ειδικές σε χρήμα παροχές χωρίς συνεισφορά της παραγράφου 2α του άρθρου 4 αποκλειστικά στο έδαφος και σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους όπου κατοικούν, εφόσον αυτές περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙα. Οι παροχές αυτές βαρύνουν το φορέα του τόπου κατοικίας από τον οποίο και καταβάλλονται.»
ιΑρθρο 19: «1. Ο μισθωτός που κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος μέλος και καλύπτει τους όρους που απαιτούνται από τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους για να έχει δικαίωμα παροχών, αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον συντρέχει περίπτωση, οι διατάξεις του άρθρου 18, λαμβάνει στο κράτος της κατοικίας του:
α) παροχές σε είδος που χορηγούνται για λογαριασμό του αρμοδίου φορέα από το φορέα του τόπου κατοικίας, σύμφωνα με τη νομοθεσία που ισχύει για το φορέα αυτόν, σαν να ήταν ασφαλισμένος σε αυτόν·
β) παροχές σε χρήμα που καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει αυτός (...)».
iii) Κανονισμός 1612/68 (14)
σΑρθρο 7: «1. Ο εργαζόμενος υπήκοος ενός κράτους μέλους δεν δύναται στην επικράτεια των άλλων κρατών μελών να έχει, λόγω της ιθαγενείας του, διαφορετική μεταχείριση από τους ημεδαπούς εργαζομένους, ως προς τους όρους απασχολήσεως και εργασίας, ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση, την επαγγελματική επανένταξη ή την επαναπασχόληση αν έχει καταστεί άνεργος.
2. Απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους.»
VIII - Επί της ουσίας
Α - Ξαρακτηρισμός της επίδικης ασφαλίσεως
26 O νομικός χαρακτηρισμός της επίμαχης νομοθεσίας παρουσιάζει, καταρχάς, μία πρακτική δυσχέρεια, για τον λόγο ότι, όπως προαναφέρθηκε, στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει επέλθει ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος. Πράγματι, οι προσφεύγοντες δεν έχουν περιέλθει σε κατάσταση εξαρτήσεως κατά την έννοια της γερμανικής νομοθεσίας και, ως εκ τούτου, δεν τους χορηγήθηκε ποτέ, ούτε διακόπηκε η χορήγηση, συγκεκριμένης παροχής εξαρτήσεως, ως προς την οποία να αμφιβάλλει το παραπέμπον δικαστήριο (15). Τούτο θα διευκόλυνε ασφαλώς τα πράγματα, διότι η επίδικη ασφάλιση περιλαμβάνει πλειάδα παροχών, οι οποίες παρουσιάζουν ιδιαιτερότητες και η συγκέντρωση των οποίων σε ενιαίο σχήμα είναι αρκετά πρωτότυπη. Δεδομένου, πάντως, ότι οι παρατηρήσεις των μερών επικεντρώνονται κυρίως στις παροχές σε είδος και στο επίδομα εξαρτήσεως, αυτές τις παροχές θα λάβω υπόψη μου στη συνέχεια, χωρίς πάντως να παραγνωρίζεται το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται.
27 Σε σχέση προς τον αυτό χαρακτηρισμό ανακύπτει, δεύτερον, ένα πρόβλημα μεθόδου, το οποίο υποκρύπτει ένα πρόβλημα ουσίας.
Το πρώτο αφορά στο αν η έρευνα θα πρέπει να αρχίσει πρώτα από τον κανονισμό 1408/71 ή από τον κανονισμό 1612/68. Επ' αυτού, άλλες αποφάσεις δίνουν προτεραιότητα στον ένα κανονισμό, κρίνοντας συνήθως ότι, εφόσον η παροχή εμπίπτει στον πρώτο κανονισμό, παρέλκει η έρευνα ως προς τον άλλο (16), ενώ άλλες χωρούν αντιστρόφως (17).
Το πρόβλημα ουσίας συνίσταται στο αν επί μιας και της αυτής παροχής μπορεί να εφαρμοσθεί μόνον ο ένας κανονισμός (οπότε αποκλείεται η εφαρμογή του άλλου), ή αν είναι δυνατή η εφαρμογή σωρευτικώς και των δύο κανονισμών. Η σημασία του ζητήματος είναι αυτονόητη, δεδομένου ότι οι ρυθμίσεις των δύο κειμένων δεν ταυτίζονται. Πάντως, και επί του ζητήματος αυτού η νομολογία του Δικαστηρίου έχει γνωρίσει διακυμάνσεις (18).
28 Παρά το ότι, όπως θα εκθέσω στο οικείο μέρος, δεν αποκλείεται η αυτή παροχή να αποτελεί, ως προς την φύση της, και παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως και κοινωνικό πλεονέκτημα, ορθότερο είναι να ερευνηθεί πρώτα αν οι επίδικες παροχές αποτελούν παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως. Και τούτο διότι, πάντως, οι διατάξεις τόσο του άρθρου 51 της Συνθήκης, όσο και του κανονισμού 1408/71 που το εξειδικεύουν, είναι ειδικότερες σε σχέση προς τις διατάξεις του άρθρου 48 της Συνθήκης και του βάσει αυτού εκδοθέντος κανονισμού 1612/68.
α) Παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως
29 Η νομολογία προβαίνει συνήθως στον χαρακτηρισμό μιας παροχής ως «παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως» εν αναφορά προς τον κανονισμό 1408/71, αποδίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα, μεταξύ των άλλων, στο αν αυτή εμπίπτει ή όχι στον κατάλογο των κλάδων κοινωνικής ασφαλίσεως του άρθρου 4, παράγραφος 1, αυτού. Ο χαρακτήρας της παροχής ως παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως, μάλιστα, προκύπτει ανάγλυφα, εν αντιδιαστολή προς τις παροχές κοινωνικής προνοίας, οι οποίες εξαιρούνται ρητώς του κανονισμού, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 4, εν σχέσει ιδίως προς ορισμένες μικτές ή υβριδικές παροχές, οι οποίες μετέχουν ταυτοχρόνως και των δύο κατηγοριών.
30 Έτσι, κρίνεται παγίως ότι η διάκριση μεταξύ των παροχών που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 και των παροχών που εμπίπτουν στο εν λόγω πεδίο έγκειται κατ' ουσίαν στα συστατικά κάθε παροχής στοιχεία, ιδίως στον σκοπό και στις προϋποθέσεις χορηγήσεώς της, και όχι στο αν μία παροχή χαρακτηρίζεται από την εθνική νομοθεσία ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως (19).
31 Ακόμη, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει επανειλημμένως ότι μία παροχή μπορεί να θεωρείται ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως εφόσον χορηγείται στους δικαιούχους βάσει μιας εκ του νόμου καθοριζομένης καταστάσεως, χωρίς οποιαδήποτε εξατομικευμένη και κατά διακριτική ευχέρεια στάθμιση των ατομικών τους αναγκών (η οποία αποτελεί χαρακτηριστικό της κοινωνικής προνοίας), και εφόσον αφορά έναν από τους κινδύνους που απαριθμούνται ρητώς στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 (20).
32 Ωστόσο, η έννοια της κοινωνικής ασφαλίσεως δεν θα πρέπει να συγχέεται με τους συγκεκριμένους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως που απαριθμούνται περιοριστικά (21) στις περιπτώσεις αα έως ηη της παραγράφου 1 του άρθρου 4, του κανονισμού. Στην πραγματικότητα, η έννοια της κοινωνικής ασφαλίσεως έχει ευρύτερο, αυτοτελές και κοινοτικό περιεχόμενο (22), το οποίο απορρέει από το άρθρο 51 της Συνθήκης, δηλαδή από κανόνα τυπικής ισχύος υπέρτερης του κανονισμού 1408/71. Σ' αυτή δε την έννοια, ως έννοια γένους, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αναφέρεται ο κοινοτικός νομοθέτης στην πρώτη φράση του ανωτέρω άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού, για να απαριθμήσει ακολούθως, ως είδη, ορισμένους ασφαλιστικούς κινδύνους, ως προς τους οποίους επέλεξε να θεσπίσει κανόνες συντονισμού.
33 Γι' αυτό το λόγο συχνά η νομολογία, ιδίως επί των μικτών παροχών, και εν γένει των παροχών των οποίων είναι δυσχερής η κατάταξη, αφού καταλήγει ότι η επίμαχη εκάστοτε παροχή πλησιάζει περισσότερο προς παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως από ό,τι προς παροχή κοινωνικής προνοίας, αποφαίνεται ότι η παροχή «εμπίπτει, σχετικά με τα αναφερόμενα στον κανονισμό 3 πρόσωπα, στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, κατά την έννοια του άρθρου 51 της Συνθήκης και της κοινοτικής κανονιστικής ρύθμισης που θεσπίστηκε κατ' εφαρμογήν αυτής της διατάξεως» (23), ή ότι «εμπίπτει, εν σχέσει με τα πρόσωπα στα οποία αφορά ο κανονισμός 1408/71, στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια του άρθρου 51 της Συνθήκης» (24), ή ότι «(...) υπάγεται καταρχήν στην κοινωνική ασφάλιση κατά την έννοια του άρθρου 51 της Συνθήκης και δεν εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού» (25). Μία παροχή χαρακτηρίζεται ως υπαγομένη στην έννοια αυτή ενόψει του «εγγενούς χαρακτήρα κοινωνικής ασφαλίσεως» (26) της παροχής αυτής, δηλαδή ενόψει των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που την κάνουν να είναι παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως και όχι άλλου είδους παροχή.
34 Το γεγονός ότι τα ανωτέρω κείμενα δεν περιέχουν ορισμό της εννοίας της κοινωνικής ασφαλίσεως (δηλαδή προσδιορισμό της εννοίας κατά το βάθος της - τεχνική που χρησιμοποιεί σπανίως το κοινοτικό δίκαιο) δεν πρέπει να ξενίζει. Ο νομοθέτης αποφεύγει να «ακινητοποιεί» τις αόριστες νομικές έννοιες που είναι ρευστές και διαρκώς εξελισσόμενες. Οι έννοιες αυτές λαμβάνουν συγκεκριμένο περιεχόμενο κατά τον χρόνο της εφαρμογής τους από τον κανονιστικό νομοθέτη και, σε τελευταία ανάλυση, από το Δικαστήριο, υπό το φως του σκοπού του άρθρου 51, που είναι η διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και εν όψει της νομικής και κοινωνικής πραγματικότητας του χρόνου της εφαρμογής. Τέτοια είναι και η έννοια της κοινωνικής ασφαλίσεως. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός 3 και ο διάδοχός του κανονισμός 1408/71, οι οποίοι, αρχικά τουλάχιστον, περιορίζονταν στον απλό συντονισμό των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως (27), αφήνοντας κατά μέρος τον προσδιορισμό της ανωτέρω εννοίας, προέβησαν σε απαρίθμηση των συνηθέστερων και, ίσως, σημαντικότερων κλάδων κοινωνικής ασφαλίσεως της εποχής τους, αφήνοντας αρρύθμιστες ειδικές ή απλώς άγνωστες ακόμη περιπτώσεις ασφαλιστικών κινδύνων (28).
35 Επομένως, το ζήτημα της φύσεως μιας παροχής ως παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως είναι εν μέρει ανεξάρτητο και προηγείται του ζητήματος σε ποιον ιδιαίτερο κλάδο κοινωνικής ασφαλίσεως, από αυτούς που απαριθμούνται στον κανονισμό, εντάσσεται η παροχή. Συνεπώς, είναι απολύτως νοητό παροχή να αποτελεί παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως με την έννοια που έχει ο όρος αυτός στο άρθρο 51 της Συνθήκης και στον κανονισμό, αλλά να μη περιλαμβάνεται ακόμη (29) μεταξύ των παροχών (που προβλέπονται από τις νομοθεσίες) στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού, με συνέπεια να δημιουργείται κενό δικαίου.
36 Το ζήτημα που ανακύπτει σχετικά με τις περιπτώσεις που τοποθετούνται στον κενό αυτόν χώρο μεταξύ του άρθρου 51 της Συνθήκης και του καταλόγου του κανονισμού 1408/71 είναι αν, εν απουσία συντονισμού, μπορούν να ρυθμισθούν με βάση τις διατάξεις της Συνθήκης και τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Η άποψή μου είναι θετική. Ισχύει και εδώ ό,τι ισχύει στο πεδίο της θεσπίσεως κανόνων υπαγωγής στην ασφάλιση και ρυθμίσεως των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των ασφαλισμένων, που ανήκει καταρχήν στην δικαιοδοσία των κρατών μελών. νΟπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, «εναπόκειται στη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους να καθορίσει τις προϋποθέσεις του δικαιώματος ή της υποχρεώσεως υπαγωγής σ' ένα σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ή σε κάποιον κλάδο τέτοιου συστήματος, εφόσον δεν γίνονται σχετικά διακρίσεις μεταξύ ημεδαπών και υπηκόων των άλλων κρατών μελών» (30). Κατά τον ίδιο τρόπο, στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως εν γένει, ο οποίος ενδιαφέρει το κοινοτικό δίκαιο καθόσον αφορά τους διακινουμένους εργαζομένους, τα κράτη μέλη οφείλουν να σέβονται τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, όπως τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως, της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αναλογικότητας (31). Ωστόσο, η προσφυγή σε τόσο γενικούς κανόνες αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, ultimum refugium, δικαιολογούμενη όταν η συγκεκριμένη περίπτωση δεν ρυθμίζεται από ειδικότερους κανόνες δικαίου (32). Τούτο όμως δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
β) Κανονισμός 1408/71
37 Ας εξετάσουμε, καταρχάς, τις επίδικες παροχές, από την πλευρά των προσφευγόντων στην κύρια δίκη, σε σχέση προς τον κανονισμό 1408/71.
38 Πρέπει να παρατηρηθεί ευθύς εξαρχής ότι οι προσφεύγοντες υπάγονται στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, δεδομένου ότι είναι ασφαλισμένοι σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως κατά της ασθενείας στην Γερμανία (33).
39 Ακολούθως, εφαρμόζοντας τα κριτήρια που έχει διαμορφώσει η νομολογία σχετικά με τις παροχές που εμπίπτουν και αυτές που αποκλείονται του καθ' ύλην πεδίου εφαρμογής του κανονισμού, διαπιστώνουμε ότι αυτές αποτελούν αναμφίβολα παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως. Πράγματι, ανεξαρτήτως του ότι αντίστοιχες προς τις επίδικες παροχές εχορηγούντο και προηγουμένως στην Γερμανία στα πλαίσια της ασφαλίσεως ασθενείας (34), προϋπόθεση υπαγωγής στην ασφάλιση εξαρτήσεως είναι η ιδιότητα του ασφαλισμένου κατά της ασθενείας, η κατάσταση του ασφαλισμένου είναι νομικώς καθορισμένη, η ασφάλιση είναι υποχρεωτική και συνεπάγεται την καταβολή εισφορών, ενώ η χορήγηση των παροχών δεν εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια της Διοικήσεως, δεν συναρτάται προς την εκτίμηση προσωπικών αναγκών (παρά μόνο εντός των υπό του νόμου καθοριζομένων πλαισίων), ούτε λαμβάνει υπόψη ως μοναδικό ή κύριο κριτήριο την ένδεια ή την ανάγκη. Και ναι μεν η εφαρμογή μιας εκάστης των προϋποθέσεων αυτών δεν είναι ίσως αποφασιστική καθεαυτήν, ο συνδυασμός τους όμως είναι ικανός να προσδώσει στις επίδικες παροχές τον χαρακτήρα παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως.
40 Τούτο δεν σημαίνει βεβαίως ότι οι επίμαχες παροχές υπάγονται άνευ ετέρου στον κανονισμό 1408/71. 'Οπως έχει κριθεί, η απαρίθμηση των ασφαλιζομένων κινδύνων στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού είναι περιοριστική, μόνο δε οι εθνικές νομοθεσίες κοινωνικής ασφαλίσεως που ασφαλίζουν τους κινδύνους αυτούς εμπίπτουν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (35).
41 Η έρευνα αν η επίδικη γερμανική νομοθεσία υπάγεται σε κάποια από τις περιπτώσεις αυτές αποβαίνει αρνητική, αφού ο κίνδυνος της εξαρτήσεως συνάπτεται μεν προς το γήρας, την ασθένεια ή την αναπηρία, πλην δεν ταυτίζεται με κάποιον ειδικά από τους κινδύνους αυτούς. Ωστόσο, το γεγονός ότι μία νομοθεσία δεν υπάγεται ευθέως σε μία από τις ενλόγω περιπτώσεις, δεν σημαίνει ότι εξαιρείται άνευ ετέρου του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει επεκτείνει το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού και στις νομοθεσίες που παρουσιάζουν επαρκή σύνδεση με αυτές στις οποίες εφαρμόζεται ρητώς ο κανονισμός (36), με αποτέλεσμα να εξομοιώνονται προς τις τελευταίες (37).
42 Οι επίδικες παροχές, εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσαν να αποτελούν είτε παροχές ασθενείας, είτε παροχές γήρατος, είτε παροχές αναπηρίας.
43 ςΟπως έχει κριθεί, «οι παροχές γήρατος στις οποίες αφορούν τα άρθρα 4, παράγραφος 1, στοιχείο γγ (...) του κανονισμού 1408/71, χαρακτηρίζονται ουσιαστικά από το ότι αποβλέπουν στο να εξασφαλίσουν τα μέσα συντηρήσεως των προσώπων που παύουν να απασχολούνται, όταν συμπληρώσουν ορισμένη ηλικία και δεν είναι πλέον υποχρεωμένοι να ευρίσκονται στη διάθεση της υπηρεσίας απασχολήσεως» (38). Δεδομένου ότι οι επίδικες παροχές δεν αποβλέπουν σε παρόμοιο σκοπό, δεν νομίζω ότι έχουν τόσο στενή σχέση με τις παροχές γήρατος ώστε να μπορούν να εξομοιωθούν προς αυτές. Ούτε έχει αποφασιστική σημασία το γεγονός ότι, ενδεχομένως, οι παροχές εξαρτήσεως αφορούν στατιστικώς κατά κύριο λόγο ηλικιωμένα άτομα, αφού το χαρακτηριστικό αυτό είναι συμπτωματικό και όχι αναγκαίο και, επομένως, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως συστατικό στοιχείο της παροχής.
44 Για παρόμοιους λόγους δεν θεωρώ ότι οι επίδικες παροχές παρουσιάζουν τον απαραίτητο στην προκειμένη περίπτωση βαθμό συνδέσεως προς τις παροχές αναπηρίας ώστε να εξομοιωθούν προς αυτές.
45 Απομένει η εξέταση των επιδίκων παροχών σε σχέση με τις παροχές ασθενείας.
46 Θα πρέπει καταρχάς να παρατηρηθεί ότι η έννοια «παροχές ασθενείας» έχει κοινοτικό περιεχόμενο και πρέπει να ερμηνεύεται ομοιόμορφα (39). Ο προσδιορισμός της εννοίας αυτής, πάντως, της οποίας ο κανονισμός 1408/71 δεν περιέχει ορισμό, δεν μπορεί να γίνει με αυστηρώς ιατρικά κριτήρια, αλλά με βάση νομικά κριτήρια και την κοινή πείρα. Από την άποψη αυτή έχει σημασία, αφενός μεν ότι το άρθρο 18 του κανονισμού 574/72 συνδέει τις παροχές ασθενείας σε χρήμα με ανικανότητα προς εργασία, αφετέρου δε ότι ειδικές περιπτώσεις ασθενειών αντιμετωπίζονται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο 4 του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού 1408/71 (Εργατικά ατυχήματα και επαγγελματικές ασθένειες) (40). Από αυτά συνάγεται ότι η έννοια της ασθενείας στο κεφάλαιο 2 του τίτλου ΙΙΙ, το οποίο αποτελεί το jus commune επί θεμάτων ασθενείας, πρέπει να νοηθεί ευρέως, έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνει κάθε εξασθένιση του οργανισμού η οποία συνεπάγεται ανικανότητα προς εργασία, εφόσον αυτή δεν ρυθμίζεται σε ειδικό κεφάλαιο του κανονισμού. ύΑλλωστε, το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει ευρέως την έννοια των παροχών ασθενείας, ώστε αυτές να περιλάβουν και τις παροχές που έχουν ως σκοπό, π.χ., την πρόληψη και την επαναδραστηριοποίηση του ατόμου. υΕτσι, προκειμένου του χαρακτηρισμού νομοθεσίας που σκοπούσε στην θεραπεία και την προστασία του περιβάλλοντος των φυματικών, το Δικαστήριο, με την απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 1972, Heinze (41), υπογράμμισε εν πρώτοις ότι η έννοια της κοινωνικής ασφαλίσεως περιλαμβάνει και ένα στόχο προληπτικής προστασίας που δεν εξομοιούται προς ένα απλό μέτρο προνοίας (σκέψη 4). Ακολούθως, το Δικαστήριο έκρινε ότι «διάταξη που δημιουργεί άμεσο σύνδεσμο μεταξύ της υπαγωγής σε συνταξιοδοτικό σύστημα και της κτήσεως δικαιώματος σε παροχές εκ μέρους των συνταξιοδοτικών οργανισμών υπέρ των ασφαλισμένων και όσων έλκουν εξ αυτών δικαιώματα, λόγω του ότι νοσούν από φυματίωση, και αυτό προκειμένου να εξασφαλισθεί η ανάρρωσή τους, πρέπει να θεωρηθεί ότι υπάγεται σε νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως (...)» (σκέψη 5) και ότι «παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως που, χωρίς να σχετίζονται με την "ικανότητα προσπορισμού κέρδους" του ασφαλισμένου, χορηγούνται επίσης στα μέλη της οικογενείας του και αποβλέπουν κυρίως στην ανάρρωση του ασθενούς και στην προστασία του περιβάλλοντός του, πρέπει να θεωρούνται ως παροχές ασθενείας (...)» (σκέψη 8).
47 Ενόψει τούτων, και λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών της επίμαχης νομοθεσίας που εκτέθηκαν ήδη (42), ιδίως δε του γεγονότος ότι η υπαγωγή στην ασφάλιση εξαρτήσεως είναι υποχρεωτική και αυτόματη συνέπεια της υπαγωγής στην ασφάλιση ασθενείας, κλίνω προς την άποψη ότι η επίμαχη νομοθεσία αντιμετωπίζει την εξάρτηση ως εξασθένιση, ως απομείωση των σωματικών δυνάμεων που εξομοιώνεται με εν ευρεία εννοία ασθένεια (43). Σκοπός της είναι να συμπληρώσει και να επεκτείνει την ασφάλιση ασθενείας, είτε μέσω παλαιοτέρων παροχών ασθενείας, οι οποίες παραμένουν ως έχουν ή εμπλουτίζονται με νέα στοιχεία, είτε μέσω νέων παροχών, οι οποίες, πάντως, εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό. Ενόψει τούτων, η ασφάλιση αυτή, ως σύνολο, ως σύστημα παροχών, εμφανίζεται εκ πρώτης όψεως ως «νέος κλάδος» κοινωνικής ασφαλίσεως, ο οποίος παρουσιάζει κάποια δυσχέρεια κατατάξεως στις παραδοσιακές κατηγορίες του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71. Ωστόσο νομίζω ότι με την κατάλληλη διασταλτική ερμηνεία των όρων «κοινωνική ασφάλιση» και «ασθένεια», αφενός, και ενόψει των χαρακτηριστικών της επίμαχης ασφαλίσεως, αφετέρου, η τελευταία εξομοιώνεται με ασφάλιση ασθενείας. Eπομένως, και οι επίδικες παροχές θα πρέπει να εξομοιωθούν με παροχές ασθενείας εν ευρεία εννοία. Στο σημείο αυτό, εξάλλου, φαίνεται να συμπίπτουν οι απόψεις όλων σχεδόν των μερών που υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις (προσφεύγοντες, Γερμανική, Αυστριακή και Σουηδική κυβέρνηση), πλην της Επιτροπής, η οποία διστάζει να συνδέσει την εξάρτηση με κάποιον συγκεκριμένο κίνδυνο και προβάλλει την ανάγκη θεσπίσεως κανόνων συντονισμού.
48 Ας προστεθεί ότι, από πρακτικής απόψεως, η εξάρτηση υπό την ανωτέρω έννοια συνδυάζεται ευχερώς με τους λοιπούς ασφαλιστικούς κινδύνους του κανονισμού 1408/71, των οποίων αποτελεί απόρροια στην πράξη. Τούτο διευκολύνει και την λειτουργία των παροχών εξαρτήσεως ως παροχών ασθενείας, δεδομένου ότι οι τελευταίες, περιλαμβάνοντας ποικίλες παροχές σε είδος και σε χρήμα, συνδυάζονται ευχερέστερα με τις παροχές των λοιπών ασφαλιστικών κινδύνων, που περιλαμβάνουν κατά κανόνα μόνο χρηματικές παροχές (44).
49 Μία τελευταία παρατήρηση για να ολοκληρώσω την ανάπτυξή μου επί του νομικού χαρακτηρισμού των παροχών. Επεσήμανα λίγο πριν την χαλαρή, κατά την άποψή μου, σύνδεση μεταξύ των παροχών εξαρτήσεως και των παροχών γήρατος ή αναπηρίας. Η χαλαρή αυτή σύνδεση δεν επιτρέπει, νομίζω, να θεωρηθεί ότι μεταξύ των κινδύνων γήρατος ή αναπηρίας και της εξαρτήσεως, καθώς και μεταξύ των αντίστοιχων παροχών, υπάρχει σχέση «βασικού» προς «παρεπόμενο». Είναι αλήθεια ότι με τις αποφάσεις Biason, Giletti και Επιτροπή κατά Γαλλίας (45), κρίθηκε ότι συμπληρωματικό επίδομα που σκοπούσε στην προσαύξηση συντάξεων γήρατος, αναπηρίας και επιζώντων ενέπιπτε στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κανονισμού, ενόψει του ότι αποτελούσε αυτοδικαίως παρεπόμενο στοιχείο παροχών που ενέπιπταν ήδη στον κανονισμό. Ωστόσο, η νομολογία αυτή δεν νομίζω ότι μπορεί να εφαρμοσθεί στην προκειμένη περίπτωση, όσον αφορά τουλάχιστον τις εν στενή εννοία παροχές εξαρτήσεως σε είδος, και τούτο κυρίως για δύο λόγους. Πρώτον, στις υποθέσεις εκείνες επρόκειτο για παροχές της ίδιας φύσεως (σύνταξη και προσαύξηση συντάξεως, δηλαδή παροχές σε χρήμα), πράγμα που δεν συμβαίνει αναγκαίως στην παρούσα υπόθεση. Δεύτερον, η προσαύξηση εκείνη αποτελούσε «αυτοδικαίως» παρεπόμενο στοιχείο της βασικής συντάξεως, ενώ στην παρούσα υπόθεση η χορήγηση παροχών εξαρτήσεως αποτελεί απλώς ενδεχόμενη συνέπεια της επελεύσεως άλλων ασφαλιστικών κινδύνων.
γ) Παροχή σε είδος ή παροχή σε χρήμα
50 Υπό την εκδοχή ότι οι επίδικες παροχές αποτελούν παροχές ασθενείας, θα πρέπει να εξετασθεί ήδη το ζήτημα αν αποτελούν παροχές σε είδος, ή παροχές σε χρήμα. Το ζήτημα ανακύπτει μόνον όσον αφορά το επίδομα εξαρτήσεως, δεδομένου ότι για τις λοιπές παροχές δεν υφίσταται αμφισβήτηση. Το ζήτημα έχει σημασία κυρίως όσον αφορά την δυνατότητα εξαγωγής του επιδόματος εξαρτήσεως, η οποία θα εξετασθεί ακολούθως.
51 Η Γερμανική κυβέρνηση, επικαλούμενη την απόφαση Vaasen-Gφbbels (46), υποστηρίζει ότι το επίδομα εξαρτήσεως αποτελεί υποκατάστατο παροχών σε είδος. Και τούτο διότι κατ' ουσίαν χορηγείται σε αντικατάσταση των λοιπών παροχών εξαρτήσεως που προβλέπει ο SGB. Η Γερμανική κυβέρνηση προσθέτει ότι ο ασφαλισμένος, παρά το ότι δεν υποχρεούται να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για την πραγματοποίηση συγκεκριμένων δαπανών εξαρτήσεως, υφίσταται, ωστόσο, περιοδικούς ελέγχους για να διαπιστωθεί κατά πόσον το επίδομα χρησιμοποιείται για τις ανάγκες της εξαρτήσεως, σε αρνητική δε περίπτωση η χορήγηση του επιδόματος δύναται να διακοπεί.
52 Αντιθέτως, οι προσφεύγοντες, η Αυστριακή και η Σουηδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, θεωρούν ότι το επίδομα αυτό συνιστά χρηματική παροχή. Παρατηρούν σχετικώς ότι το μηνιαίο επίδομα εξαρτήσεως είναι σταθερό, ότι δεν καταβάλλεται έναντι της πραγματοποιήσεως συγκεκριμένων εξόδων και ότι δεν υπάρχει οργανωμένος έλεγχος για τον τρόπο χρησιμοποιήσεώς του.
53 Κατά την νομολογία, ο όρος «παροχές σε είδος» δεν αποκλείει μία τέτοια παροχή να συνίσταται σε καταβολή χρημάτων από τον οφειλέτη φορέα, π.χ. υπό την μορφή επιστροφής εξόδων ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως στα οποία υποβλήθηκε ο ασφαλισμένος, και μάλιστα αδιαφόρως αν τα ποσά αυτά καταβάλλονται στον ίδιο τον εργαζόμενο ή σε τρίτους (47). Eξάλλου, οι παροχές σε χρήμα προορίζονται ουσιαστικά στο να αντισταθμίσουν την απώλεια μισθού του ασθενούντος εργαζομένου και, επομένως, να εξασφαλίσουν τα έξοδα διαβιώσεώς του, προς τα οποία διαφορετικά δεν θα μπορούσε να αντεπεξέλθει (48).
54 Στην προκειμένη περίπτωση, δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς το γεγονός ότι το επίμαχο επίδομα εξαρτήσεως χορηγείται προκειμένου ο ασφαλισμένος να εξασφαλίσει ο ίδιος την προσήκουσα μορφή περιθάλψεως, υπό την περιοδική εποπτεία του αρμοδίου φορέα. Από την άποψη αυτή, το επίδομα εξαρτήσεως ομοιάζει με παροχή σε είδος, όπως υποστηρίζει η Γερμανική κυβέρνηση.
55 Από την άλλη πλευρά, όμως, το επίδομα αυτό δεν έχει χαρακτήρα επιστροφής συγκεκριμένων εξόδων περιθάλψεως, όπως στην υπόθεση Vaassen-Gφbbels. Aντιθέτως, όπως ορθώς τονίζουν τα λοιπά μέρη που υπέβαλαν παρατηρήσεις, το ύψος του μηνιαίου επιδόματος είναι σταθερό ανάλογα με τον βαθμό εξαρτήσεως και ανέρχεται, όπως αναφέρθηκε ήδη (49), στο ήμισυ του ανωτάτου μηνιαίου ορίου παροχών σε είδος για την κατηγορία Ι και σε λιγότερο από το ήμισυ για τις κατηγορίες ΙΙ και ΙΙΙ. Περαιτέρω, ενώ για βαριές περιπτώσεις της κατηγορίας ΙΙΙ προβλέπεται δυνατότητα προσαυξήσεως των παροχών σε είδος, δεν προβλέπεται, καθόσον γνωρίζω, παρόμοια δυνατότητα για το επίδομα που αντιστοιχεί στην κατηγορία αυτή. Από την άποψη αυτή, το επίδομα εξαρτήσεως δεν φαίνεται να αποτελεί «υποκατάστατο» παροχών σε είδος. Και ναι μεν δεν αποκλείεται ένας ασφαλιστικός οργανισμός να καλύπτει μέρος μόνο, των πραγματοποιηθέντων από τον ασφαλισμένο εξόδων, πλην και στις περιπτώσεις αυτές επιστρέφεται συνήθως ποσοστό των εξόδων, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
56 Εξάλλου, ιδιαίτερη σημασία έχει στην προκειμένη περίπτωση η ίδια η δυνατότητα που δίδει η γερμανική νομοθεσία στον ασφαλισμένο να επιλέξει ο ίδιος την προσήκουσα μορφή περιθάλψεως, συνήθως μέσω συγγενικού και, εν γένει, προσώπου της εμπιστοσύνης του. Ο νόμος προβλέπει την δυνατότητα αυτή και σε βαρείες περιπτώσεις της κατηγορίας ΙΙΙ, ενώ δεν φαίνεται να υπάρχουν αυστηροί κανόνες και περιορισμοί στην ελευθερία του ασφαλισμένου να ζητήσει την καταβολή χρημάτων αντί των παροχών σε είδος. Η ελευθερία επιλογής αυτή ουδόλως συνηγορεί στον χαρακτηρισμό του επίμαχου επιδόματος ως παροχής ασθενείας σε είδος ή ως υποκαταστάτου παρόμοιας παροχής. Πράγματι, επί παροχών ασθενείας σε είδος, και μάλιστα επί σοβαρών περιπτώσεων, ο ασφαλισμένος είναι κατά κανόνα υποχρεωμένος να ακολουθήσει την καθορισθείσα από τον ιατρό θεραπεία ή αγωγή και δεν δύναται να την διαμορφώσει κατά βούλησιν, πολύ λιγότερο δε να την αναλάβει ο ίδιος έναντι ενός κατ' αποκοπήν χρηματικού ποσού.
57 Τέλος, το γεγονός ότι ο ασφαλισμένος υφίσταται περιοδικούς ελέγχους και ότι η χορήγηση του επιδόματος δύναται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις τις οποίες ομολογώ ότι δεν αντελήφθην πλήρως, να διακοπεί, δεν νομίζω ότι είναι αποφασιστικά. Και τούτο διότι φαίνεται ότι αποσκοπούν μάλλον στο να διαπιστώσουν αν υφίστανται ακόμη οι κατά νόμον προϋποθέσεις χορηγήσεως του επιδόματος (δηλαδή αν ο ασφαλισμένος είναι ακόμη σε κατάσταση εξαρτήσεως ή αν ανένηψε, οπότε λογικώς θα πρέπει να διακοπεί η χορήγηση του επιδόματος, καθώς και αν ο βαθμός εξαρτήσεως παραμένει ο ίδιος, ή αν η κατάστασή του βελτιώθηκε ή επιδεινώθηκε, οπότε ενδεχομένως τίθεται θέμα υπαγωγής του σε άλλη κατηγορία και, επομένως, καταβολής του αντιστοίχου προς την νέα κατηγορία επιδόματος), παρά στο να ελέγξουν τον τρόπο χρησιμοποιήσεως αυτού εν τοις πράγμασι.
ιΑλλωστε, η διενέργεια παρόμοιων ελέγχων δεν αποτελεί πρωτοτυπία. Σύμφωνα με το άρθρο 18 του κανονισμού 574/72, το οποίο καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου 19 του κανονισμού 1408/71, αυτόν το σκοπό εξυπηρετούν οι διοικητικοί και ιατρικοί έλεγχοι που πραγματοποιούνται από τον φορέα του τόπου κατοικίας (ή οι ιατρικοί έλεγχοι που δικαιούται να πραγματοποιήσει ο αρμόδιος φορέας): δηλαδή, να διαπιστώσουν εάν συντρέχει (ή εξακολουθεί να συντρέχει) ανικανότητα προς εργασία, προκειμένου ο εργαζόμενος να λάβει (ή να συνεχίσει να λαμβάνει) παροχές ασθενείας σε χρήμα στον τόπο κατοικίας του.
58 Ενόψει των τελευταίων αυτών χαρακτηριστικών του, τα οποία είναι επικρατέστερα, θεωρώ ότι το επίμαχο επίδομα αποτελεί παροχή ασθενείας σε χρήμα, η οποία σκοπεί να αντισταθμίσει την απώλεια μισθού ή συντάξεως, κατά περίπτωση, την οποία θα υφίστατο ο ασφαλισμένος λόγω των αυξημένων εξόδων που συνεπάγεται η εξασθενημένη υγεία του (50).
Β - Εξαγωγιμότητα
59 Ας εξετάσουμε ήδη το ζήτημα της δυνατότητας εξαγωγής των επιδίκων παροχών και ιδίως του επιδόματος εξαρτήσεως. Συναφώς, η Γερμανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το επίδομα εξαρτήσεως, ως «υποκατάστατο» παροχών ασθενείας σε είδος, δεν μπορεί καταρχήν να εξαχθεί εφόσον το κράτος κατοικίας δεν χορηγεί παρόμοιες παροχές (άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού 1408/71). Αντιθέτως, τα λοιπά μέρη που υπέβαλαν παρατηρήσεις θεωρούν ότι το επίμαχο επίδομα εξαρτήσεως, ως παροχή σε χρήμα, μπορεί να εξαχθεί, είτε βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 (προσφεύγοντες και Αυστριακή Κυβέρνηση), είτε σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης (Σουηδική Κυβέρνηση και Επιτροπή).
60 Πριν αναχθούμε στις διατάξεις της Συνθήκης, θα εξετάσουμε το ζήτημα της εξαγωγιμότητας στα πλαίσια του κανονισμού.
61 Εάν γίνει δεκτή η άποψη που υποστηρίχθηκε ήδη, ότι δηλαδή το επίμαχο επίδομα αποτελεί παροχή ασθενείας σε χρήμα, τα πράγματα απλοποιούνται. Σύμφωνα με το άρθρο 19.1.β του κανονισμού 1408/71, το οποίο εξειδικεύει επιταγή του άρθρου 51, στοιχείο ββ, της Συνθήκης, δεν επιτρέπεται η κατάργηση της παροχής αυτής για μόνο το λόγο ότι ο δικαιούχος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο όπου ευρίσκεται ο οφειλέτης φορέας (51). Επομένως, οποιαδήποτε ρήτρα κατοικίας περιλαμβανόμενη σε εθνική νομοθεσία που έχει ως αποτέλεσμα να παρεμποδίσει την εξαγωγή χρηματικής παροχής ασθενείας είναι αντίθετη με τις διατάξεις αυτές, ο δε εθνικός δικαστής πρέπει να την παραμερίσει. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται δυνάμει των ίδιων των ανωτέρω κοινοτικών διατάξεων, χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει κανείς στα άρθρα 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης και το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, που θεσπίζουν την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας (52).
62 Ας εξετάσουμε, όμως, αν το συμπέρασμα θα ήταν το ίδιο, αν επρόκειτο περί αμιγών παροχών ασθενείας σε είδος.
63 Θα πρέπει να πω ευθύς εξαρχής ότι δεν συμμερίζομαι την άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι παροχές όπως οι επίδικες, και υπό την εκδοχή ακόμη ότι αποτελούν και οι δύο παροχές ασθενείας εις είδος, δεν δύνανται να εξαχθούν εάν και εφόσον σε άλλα κράτη μέλη δεν υφίστανται παροχές εξαρτήσεως όμοιες με τις γερμανικές.
64 Το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού 1408/71 (53) δεν έχει, κατ' εμέ, την έννοια ότι οι παροχές ασθενείας χορηγούνται από τον φορέα του κράτους κατοικίας μόνο όταν το τελευταίο διαθέτει «σύστημα» ή «κλάδο» ασθενείας αντίστοιχο με αυτόν του κράτους απασχολήσεως, αλλά και όταν ο φορέας έχει εξ αντικειμένου την δυνατότητα να παράσχει την απαιτούμενη παροχή, ανεξαρτήτως της ειδικότερης ονομασίας του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως στο οποίο είναι εντεταγμένη η παροχή.
65 Πράγματι, με την απόφαση Jordens-Vosters (54) κρίθηκε ότι ως «παροχή ασθενείας» πρέπει να νοηθεί κάθε παροχή που χορηγείται σε περίπτωση ασθενείας, συμπεριλαμβανομένης, π.χ., της υγειονομικής περιθάλψεως, ανεξαρτήτως του είδους της κοινωνικής νομοθεσίας που προβλέπει τέτοιες παροχές, εφόσον πρόκειται για νομοθεσία περί κλάδου κοινωνικής ασφαλίσεως που τις αφορά (σκέψη 8).
Επομένως, οι παροχές αυτές «(...) συμπεριλαμβάνουν τις παροχές, οι οποίες προβλέπονται από μία εθνική νομοθεσία περί αναπηρίας και έχουν τον χαρακτήρα παροχών υγειονομικής περιθάλψεως, ιατρικής ή χειρουργικής φύσεως» (σκέψη 9).
66 Επιπλέον, με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι ο κανονισμός 1408/71, που «θεσπίζει σύνολο κανόνων οι οποίοι στηρίζονται ιδίως στην απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας ή κατοικίας και στη διατήρηση από τον εργαζόμενο των κεκτημένων δικαιωμάτων του δυνάμει του συστήματος ή των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης που εφαρμόζονται ή εφαρμόστηκαν σ' αυτόν» (σκέψη 11), δεν μπορεί να ερμηνευθεί, λαμβανομένων υπόψη και των άρθρων 19 και 28 αυτού, ότι απαγορεύει στον φορέα του κράτους απασχολήσεως να χορηγήσει στον ασφαλισμένο που κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος, συμπληρωματικές κοινωνικές παροχές, τις οποίες ο ασφαλισμένος δεν έχει μεν δικαίωμα να απαιτήσει, αλλά τις οποίες επιτρέπεται να χορηγήσει ο φορέας του κράτους απασχολήσεως (σκέψεις 13 και 14).$
67 Εξάλλου, με την απόφαση Pierik I (55), το Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι «τοποθετούμενο εντός του πλαισίου των γενικών σκοπών της Συνθήκης, το άρθρο 22 του κανονισμού [1408/71] εντάσσεται μεταξύ των μέτρων που σκοπούν να επιτρέψουν στον εργαζόμενο, υπήκοο ενός κράτους μέλους της Κοινότητας, να απολαύσει, όποιος και αν είναι ο εθνικός φορέας στον οποίο υπάγεται ή ο τόπος της διαμονής του, των παροχών εις είδος που χορηγούνται σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος» (σκέψη 14),
έκρινε περαιτέρω ότι η έκφραση «έχει δικαίωμα παροχών εις είδος που χορηγούνται, για λογαριασμό του αρμοδίου φορέα, από τον φορέα του τόπου διαμονής ή κατοικίας» [άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο i)] δεν σημαίνει αποκλειστικά τις παροχές σε είδος που χορηγούνται στο κράτος μέλος κατοικίας, αλλά και τις παροχές που ο αρμόδιος φορέας έχει τη δυνατότητα να χορηγήσει (σκέψη 21)·
και τούτο διότι, όπως απεφάνθη το Δικαστήριο, ο κανονισμός απαιτεί να χορηγούνται στον εργαζόμενο οι καταλληλότερες και οι αποτελεσματικότερες για την κατάσταση της υγείας του φροντίδες, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας του ή του τόπου, εντός της Κοινότητας, στον οποίο αυτές είναι διαθέσιμες (σκέψεις 17 και 22).
68 Εξάλλου, τo Δικαστήριο, με την απόφαση Pierik II (56), επιβεβαιώνοντας και συμπληρώνοντας την απόφαση Pierik I, έκρινε, σε σχέση πάντα με το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, ότι ο φορέας του κράτους μέλους όπου μεταβαίνει ο ενδιαφερόμενος για να υποβληθεί στην κατάλληλη για την υγεία του θεραπεία, κατόπιν εγκρίσεως του φορέα του κράτους απασχολήσεως, οφείλει να χορηγήσει την ενλόγω θεραπεία, «ακόμα και αν, δυνάμει της νομοθεσίας που εφαρμόζει, δεν έχει την υποχρέωση αλλά απλώς το δικαίωμα να την χορηγεί» (σκέψεις 13 και 14).
69 Βέβαια, με τις αποφάσεις Pierik I και ΙΙ, το Δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο 22 του κανονισμού 1408/71, το οποίο αναφέρεται σε παροχές ασθενείας σε είδος σε περίπτωση διαμονής, δηλ. προσωρινής παραμονής του εργαζομένου στο εξωτερικό (άρθρο 1, στοιχείο θθ), ενώ «το άρθρο 19 αφορά τον εργαζόμενο που κατοικεί σε κράτος μέλος διαφορετικό του αρμοδίου κράτους, ήτοι τον εργαζόμενο που έχει σ' αυτό το κράτος μέλος τη "συνήθη διαμονή" του (άρθρο 1, στοιχείο ηη του ιδίου κανονισμού)» (57).
70 ηΟμως, η σχεδόν ταυτόσημη διατύπωση των δύο άρθρων (19.1.α και 22.1.i - όπως άλλωστε και των άρθρων 25.1.α και 28.1.α), δεν αφήνει αμφιβολίες, νομίζω, ότι επί όλων των παροχών ασθενείας σε είδος του καφαλαίου 1 του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού πρέπει να ισχύουν οι ίδιες αρχές (58). Επομένως, στο κράτος κατοικίας του, ο εργαζόμενος πρέπει να τυγχάνει όλων των παροχών ασθενείας σε είδος που η νομοθεσία του κράτους αυτού είναι σε θέση να παράσχει, ανεξαρτήτως της ειδικότερης ονομασίας του συστήματος κοινωνικής προστασίας στο οποίο είναι αυτές εντεταγμένες. Με άλλα λόγια, τότε μόνον μπορεί να αρνηθεί την χορήγηση παροχών σε είδος ο φορέας του κράτους κατοικίας, όταν οι φροντίδες που απαιτούνται για την κατάσταση της υγείας του ασφαλισμένου είναι παντελώς άγνωστες και ο φορέας δεν έχει καμμία δυνατότητα να τις χορηγήσει - και όχι επειδή απλώς η νομοθεσία του δεν αναγνωρίζει αυτόνομες παροχές εξαρτήσεως ή αναγνωρίζει μεν τέτοιου είδους παροχές, αλλά στα πλαίσια άλλου κλάδου ασφαλίσεως.
71 Πράγματι, θα ήταν ασυνεπές και αντίθετο προς τους σκοπούς που επιδιώκει ο κανονισμός να υποστηρίξει κανείς ότι ο τελευταίος, επί μεν προσωρινής διαμονής του μισθωτού σε άλλο κράτος μέλος απαιτεί υψηλής ποιότητας και με όλα τα διαθέσιμα μέσα προστασία της υγείας του, ενώ σε περίπτωση συνήθους διαμονής του αυτού μισθωτού στο ίδιο κράτος μέλος αρκείται σε κατώτερης ποιότητας ή σε εκ των ενόντων προστασία της υγείας του.
72 Εάν έτσι έχουν τα πράγματα προκειμένου περί αμιγών παροχών σε είδος, δεν βλέπω καμμία δυσχέρεια εξαγωγής του επιδόματος εξαρτήσεως, και υπό την εκδοχή ακόμη ότι αυτό αποτελεί υποκατάστατο παροχών ασθενείας σε είδος, όπως υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση. Πράγματι, κανένας από τους πρακτικούς λόγους οι οποίοι μπορεί να δυσχεράνουν την εξαγωγή των αμιγών παροχών ασθενείας σε είδος (αδυναμία του φορέα του τόπου κατοικίας να χορηγήσει παρόμοιες παροχές κ.λπ.) δεν συντρέχει στην περίπτωση αυτή. Και τούτο διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος επιλέξει την καταβολή του επιδόματος εξαρτήσεως, αναλαμβάνει ο ίδιος την εξασφάλιση των απαραίτητων φροντίδων μέσω οικείου προσώπου ή ατόμου της εμπιστοσύνης του. Εφόσον λοιπόν υπάρχουν τέτοια πρόσωπα στον τόπο κατοικίας του, δεν βλέπω πώς θα μπορούσε κανείς να του αρνηθεί το δικαίωμα να επικουρείται από τα πρόσωπα αυτά στον τόπο κατοικίας του.
73 Η Γερμανική Κυβέρνηση προέβαλε ότι η μη εξαγωγή στην προκειμένη περίπτωση δικαιολογείται λόγω της στενής συνδέσεως της επίδικης ασφαλίσεως με το συγκεκριμένο κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον της Γερμανίας.
74 Με την απόφαση Lenoir (59), το Δικαστήριο διέκρινε μεταξύ οικογενειακών παροχών που εμπίπτουν στο άρθρο 77 του κανονισμού 1408/71 και παροχών που εξαιρούνται αυτού. ύΕτσι, έκρινε ότι εξαιρούνται δύο οικογενειακές παροχές που προέβλεπε η γαλλική νομοθεσία, ήτοι το επίδομα υπέρ του εργαζομένου συζύγου και το σχολικό επίδομα (σκέψη 11), με συνέπεια να μη μπορούν να εξαχθούν σε περίπτωση μεταφοράς κατοικίας του δικαιούχου στο εξωτερικό. Τεθέντος ζητήματος εγκυρότητας του άρθρου 77, καθό μέρος δεν περιλαμβάνει τα δύο αυτά επιδόματα, το Δικαστήριο έκρινε, εφόσον ερμηνεύω ορθώς, ότι το άρθρο είναι έγκυρο δεδομένου ότι περιλαμβάνει όλες τις οικογενειακές παροχές που χορηγούνται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, όπως ο αριθμός των τέκνων και η ηλικία. Αντίθετα, διαφορετικής φύσεως παροχές [προφανώς το επίδομα υπέρ του εργαζομένου συζύγου] και το σχολικό επίδομα, «που προορίζεται να καλύψει συγκεκριμένα έξοδα των τέκνων λόγω ενάρξεως του σχολικού έτους, συνδέονται κατά κανόνα στενά με το κοινωνικό περιβάλλον και, συνακόλουθα, με την κατοικία των ενδιαφερομένων» (σκέψη 16).
75 Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αυτή η νομολογία. Πράγματι, σύμφωνα με όσα ήδη εξετέθησαν (60), το επίδομα εξαρτήσεως συμπληρώνει και βελτιώνει τις παροχές ασθενείας και, επομένως, εξομοιώνεται με παροχές ασθενείας κατά την έννοια των άρθρων 4, παράγραφος 1, στοιχείο αα, και 19 του κανονισμού, και δεν εξαιρείται βάσει άλλης διατάξεως. Ενόψει τούτου, δεν μπορεί να έχει διαφορετική τύχη από τις παροχές προς τις οποίες εξομοιώνεται (61). ηΑλλωστε, δεν θεωρώ ότι το επίδομα αυτό συνάπτεται ειδικά με το γερμανικό κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον, δεδομένου, πάντως, ότι ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος είναι κοινός σε όλα τα κράτη μέλη, ανεξαρτήτως αν καλύπτεται από διαφορετικά συστήματα κοινωνικής προστασίας και αν οι χορηγούμενες παροχές είναι εν μέρει διαφορετικής φύσεως ή ύψους.
76 ςΟσον αφορά το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως περί δυσχερείας πραγματοποιήσεως ελέγχων στο εξωτερικό, ελέχθησαν ήδη τα αναγκαία ανωτέρω, στην παράγραφο 57. Περιορίζομαι λοιπόν να υπενθυμίσω ότι, κατά πάγια νομολογία, πρακτικής φύσεως δυσχέρειες που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή των ισχυόντων κανονισμών, δεν μπορούν να βλάψουν τα δικαιώματα που αντλούν οι ιδιώτες από τις αρχές της κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας της Κοινότητας, ενώ τα πρακτικά προβλήματα μπορούν πάντα να υποβληθούν στην διοικητική επιτροπή του άρθρου 81, στοιχείο δδ, του κανονισμού (62).
Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι πρακτικές δυσχέρειες μπορούν να οδηγήσουν σε απώλεια του δικαιώματος παροχών ειδικώς προκειμένου περί μεθοριακών εργαζομένων, όπως οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη. Πράγματι, όπως ορθώς τονίζουν οι τελευταίοι, ακόμη και αν ο αρμόδιος γερμανικός φορέας επιθυμεί να εξετάσει τον ασφαλισμένο με δικούς του ιατρούς, η εξέταση αυτή δεν είναι δυσχερής ή ιδιαιτέρως δαπανηρή επί εργαζομένων που διαμένουν σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από τα γερμανογαλλικά σύνορα.
Γ - Υπαγωγή στην ασφάλιση και συνέπειες αυτής
α) Υπαγωγή στην ασφάλιση
77 Με το τρίτο και το τέταρτο αίτημά τους προς το παραπέμπον δικαστήριο, οι προσφεύγοντες είχαν ζητήσει επικουρικώς (δηλαδή σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι δεν έχουν δικαίωμα παροχών εφόσον κατοικούν εκτός Γερμανίας) να απαλλαγούν από την υποχρέωση υπαγωγής στην ασφάλιση και να τους επιστραφούν οι καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές.
78 Το εθνικό δικαστήριο θεώρησε σημαντικά τα αιτήματα αυτά, θεωρώντας σιωπηρώς ότι η ρήτρα κατοικίας που επιβάλλει η γερμανική νομοθεσία δεν παρουσιάζει προβλήματα από απόψεως κοινοτικού δικαίου.
79 Εξέθεσα ήδη την άποψή μου ότι η επίμαχη ασφάλιση εμπίπτει στο κεφάλαιο περι παροχών ασθενείας του κανονισμού 1408/71, ο οποίος ρυθμίζει, μεταξύ των άλλων, τα ζητήματα εξαγωγής των σχετικών ασφαλιστικών παροχών, καθώς και ότι μία ρήτρα κατοικίας όπως αυτή του άρθρου 34 του SGB αντίκειται στις διατάξεις του κανονισμού. Εάν γίνει δεκτή η ερμηνεία αυτή, η οποία ικανοποιεί κατ' ουσίαν τα κύρια αιτήματα των προσφευγόντων, παρέλκει η αντιμετώπιση των ζητημάτων που ανακύπτουν από τα επικουρικά αιτήματα των τελευταίων. Ως εκ τούτου, θα περιορισθώ σε συνοπτική μόνο διαπραγμάτευση των ζητημάτων αυτών.
80 Το Δικαστήριο αποφαίνεται παγίως ότι στην παρούσα κατάσταση του κοινοτικού δικαίου, η εξουσία διαρρυθμίσεως των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως παραμένει στην δικαιοδοσία των κρατών μελών (63). Μεταξύ των όρων και προϋποθέσεων υπαγωγής σε ένα εκ του νόμου σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως το επίμαχο, περιλαμβάνονται τόσο η υποχρέωση υπαγωγής σε ορισμένον ασφαλιστικό κλαδο, όσο και η υποχρέωση καταβολής εισφορών για την χρηματοδότηση του κλάδου. Πράγματι, τα συστήματα αυτά επιδιώκουν κοινωνικό σκοπό και στηρίζονται στην αρχή της αλληλεγγύης, η οποία προϋποθέτει υποχρέωση υπαγωγής σ' αυτά και καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, ώστε να διασφαλίζεται η οικονομική ισορροπία και η επιβίωσή τους (64).
81 Ωστόσο, όπως ήδη εξέθεσα (65), η εξουσία των κρατών μελών να νομοθετούν στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως δεν είναι απεριόριστη. Ευρίσκει το όριό της στα άρθρα 48 έως 51 της Συνθήκης, τα οποία δεν επιτρέπουν τη λήψη μέτρων κοινωνικής ασφαλίσεως που αποβαίνουν, αμέσως ή εμμέσως, σε βάρος των διακινουμένων εργαζομένων. νΕτσι, κατά τη νομολογία, η ρύθμιση των προϋποθέσεων του δικαιώματος ή της υποχρεώσεως υπαγωγής σε ένα σύστημα ή κλάδο κοινωνικής ασφαλίσεως, καθώς και των συνεπειών της υπαγωγής, ανήκει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, εφόσον δεν γίνονται διακρίσεις μεταξύ ημεδαπών και αλλοδαπών (66). Πράγματι, ο σκοπός του άρθρου 51 της Συνθήκης δεν θα επιτυγχανόταν, αν τα κράτη μέλη μπορούσαν να θεσπίζουν όρους κτήσεως ή διατηρήσεως του δικαιώματος παροχών που μπορούν να εκπληρώσουν μόνο οι ημεδαποί, ή όρους απωλείας ή αναστολής του ενλόγω δικαιώματος που μπορούν να εκπληρώσουν ευκολότερα οι υπήκοοι κράτους μέλους άλλου από εκείνο στο οποίο ευρίσκεται ο αρμόδιος φορέας (67).
82 Στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι οι προσφεύγοντες, διά της υποχρεωτικής υπαγωγής τους στο γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως κατά της εξαρτήσεως, έχουν αποκτήσει κατ' αρχήν δικαίωμα επί των αντιστοίχων παροχών, αλλά απλώς αν το κτηθέν δικαίωμά τους μπορεί να ανασταλεί λόγω της κατοικίας τους σε άλλο κράτος μέλος. Εξάλλου, η υπαγωγή τους στην ασφάλιση έγινε βάσει της υπαγωγής τους στην ασφάλιση ασθενείας, δηλαδή με αντικειμενικά κριτήρια και ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, θεμιτώς η γερμανική νομοθεσία (68), υποχρεώνει τους προσφεύγοντες να υπαχθούν στην γερμανική ασφάλιση εξαρτήσεως και να καταβάλουν ασφαλιστικές εισφορές, παρά το ότι αυτοί κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος, δικαίως δε, κατά τούτο, η Γερμανική Κυβέρνηση επικαλείται την αρχή της αλληλεγγύης.
83 Περαιτέρω, έχει κριθεί ότι ο κανονισμός 3 (όσο και ο κανονισμός 1408/71), λαμβάνει τις εθνικές νομοθεσίες ως σύνολο και ότι, επομένως, το ζήτημα της επιστροφής εισφορών εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εφόσον ρυθμίζεται από τις εθνικές νομοθεσίες, εφαρμοζομένων μόνον των γενικών αρχών που καθιερώνονται από τον κανονισμό, όπως η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και της άρσεως των ρητρών κατοικίας (69). Ενόψει τούτου, ο κανονισμός 3 δεν εκώλυε την επιστροφή εισφορών που προέβλεπε, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, εθνική νομοθεσία, ακόμη και αν ο ασφαλισμένος υπήχθη στην συνέχεια στην υποχρεωτική ασφάλιση άλλου κράτους μέλους, δεδομένου ότι τούτο θα προσέκρουε στην ελευθερία του ασφαλισμένου να κρίνει περί των ιδίων αυτού συμφερόντων εντός των πλαισίων των επιλογών που προσφέρει μία εθνική νομοθεσία (70).
84 Ο κανονισμός 1408/71 αναφέρεται, σε ορισμένες διατάξεις, σε ζητήματα επιστροφής εισφορών. νΕτσι, το άρθρο 1, στοιχείο κκ, ορίζει ότι ως «παροχές» νοούνται και οι καταβολές που πραγματοποιούνται λόγω επιστροφής εισφορών, το άρθρο 10, παράγραφος 2, ορίζει ότι αν προϋπόθεση αποδόσεως εισφορών κατά το εθνικό δίκαιο είναι η έξοδος από την υποχρεωτική ασφάλιση, δεν θεωρείται ότι έπαυσε η ασφάλιση αυτή εφόσον ο μισθωτός υπάγεται υποχρεωτικώς στην ασφάλιση άλλου κράτους μέλους, κ.λπ. Ωστόσο, οι διατάξεις αυτές παραπέμπουν κατ' ουσίαν στο δικαίωμα επιστροφής εισφορών όπως αυτό τυχόν προβλέπεται από την εκάστοτε εφαρμοστέα νομοθεσία, δεν καθιερώνουν δε κοινοτικό δικαίωμα επιστροφής εισφορών.
Τέλος, και το άρθρο 17α του κανονισμού, το οποίο ανέφερε η Αυστριακή Κυβέρνηση και το οποίο αναφέρεται στο δικαίωμα του δικαιούχου συντάξεως να ζητήσει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την εξαίρεσή του από την νομοθεσία του κράτους κατοικίας, είναι όλως ειδικό και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλογικώς ούτε δύναται να συναχθεί γενική αρχή από αυτό.
85 Κατά συνέπειαν, οι προσφεύγοντες δεν μπορούν να ζητήσουν εξαίρεσή τους από την ασφάλιση ή επιστροφή ασφαλιστικών εισφορών, παρά μόνο αν κάτι τέτοιο επιτρέπεται από την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία.
β) Η λήψη παροχών ως αντιστάθμισμα της υπαγωγής στην ασφάλιση
86 Αν η υποχρέωση υπαγωγής στην ασφάλιση και καταβολής εισφορών δεν αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο, ερωτάται αν οι ασφαλισμένοι αποκτούν κοινοτικό δικαίωμα επί των αντιστοίχων παροχών, όπως υποστηρίζει ιδίως η Αυστριακή Κυβέρνηση.
87 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι το κοινοτικό δίκαιο αντιλαμβάνεται την σχέση εισφορών - παροχών ως σχέση που γεννά εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Στα πλαίσια της σχέσεως αυτής, οι ασφαλιστικές παροχές αποτελούν το αντιστάθμισμα της καταβολής εισφορών, κατά τρόπον ώστε η υποχρέωση υπαγωγής στην ασφάλιση γεννά δικαίωμα απολαύσεως των αντιστοίχων παροχών.
88 νΕτσι, έχει κριθεί ότι «το σύστημα του συνυπολογισμού και του αναλογικού επιμερισμού των παροχών που προβλέπει το άρθρο 46 στηρίζεται στο γεγονός ότι οι παροχές αυτές κανονικά χρηματοδοτούνται και αποκτώνται βάσει ιδίων εισφορών των δικαιούχων και υπολογίζονται σε συνάρτηση με τη διάρκεια της υπαγωγής τους στο ενλόγω σύστημα ασφαλίσεως» (71).
89 Εξάλλου, ερμηνεύοντας το άρθρο 33 του κανονισμού 1408/71 (72), το Δικαστήριο έκρινε ότι «Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι (...) κρατήσεις επί συντάξεων διενεργούνται από το φορέα κράτους μέλους μόνο εις βάρος δικαιούχων κοινωνικής ασφαλίσεως, οι οποίοι σε αντιστάθμισμα απολαύουν παροχών λόγω ασθενείας και μητρότητας εκ μέρους του φορέα αυτού του κράτους μέλους που είναι αρμόδιος για τις ενλόγω παροχές. Απεναντίας, τέτοιες κρατήσεις δεν μπορούν να διενεργούνται όταν οι ενλόγω παροχές δεν βαρύνουν φορέα αυτού του κράτους μέλους. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση δικαιούχων κοινωνικής ασφαλίσεως που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και, λόγω του ότι κατοικούν εκεί, απολαύουν παροχών του αρμόδιου φορέα του τελευταίου αυτού κράτους μέλους δυνάμει των άρθρων 27 έως 32 του κανονισμού 1408/71» (73).
90 Η δεύτερη παράγραφος που προστέθηκε στο άρθρο 33 με τον κανονισμό 2332/89 όρισε ότι, αντιστρόφως, το κράτος κατοικίας όπου ισχύει σύστημα γενικής ασφαλίσεως και δυνάμει της νομοθεσίας του οποίου δεν θεμελιώνεται δικαίωμα συντάξεως, δεν μπορεί να ζητεί από τον δικαιούχο της συντάξεως, λόγω του ότι αυτός κατοικεί στο έδαφος του κράτους αυτού, να καταβάλλει εισφορές για τη χορήγηση παροχών που βαρύνουν οργανισμό άλλου κράτους μέλους.
Ερμηνεύοντας το νέο άρθρο, το Δικαστήριο, με την απόφαση Noij (74), έκρινε ότι «Αυτές οι διατάξεις εντάσσονται στο πλαίσιο του στόχου του κανονισμού 1408/71, ο οποίος συνίσταται στην εξασφάλιση της όσο το δυνατόν μεγαλύτερης ελευθερίας διακινήσεως των διακινουμένων εργαζομένων. Συναφώς, πολλές άλλες διατάξεις αποσκοπούν στην εξάλειψη των εμποδίων σ' αυτή τη θεμελιώδη ελευθερία, όπως εκείνα τα οποία προκύπτουν από τη μεταφορά της κατοικίας από ένα κράτος μέλος σε άλλο και την ταυτόχρονη εφαρμογή πολλών εθνικών νομοθεσιών. Θα ήταν όμως αντίθετο προς τον στόχο αυτό ένας εργαζόμενος να στερείται, χωρίς να συντρέχουν λόγοι γενικού συμφέροντος, από μέρος της συντάξεως που λαμβάνει βάσει της νομοθεσίας κράτους μέλους απλώς και μόνο διότι εγκαταστάθηκε σε άλλο κράτος μέλος» (σκέψη 13).
Με την ίδια απόφαση, το Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι οι κανόνες του άρθρου 33 «(...) αποτελούν έκφραση μιας γενικότερης αρχής κατά την οποία ο δικαιούχος συντάξεως δεν μπορεί να υποχρεώνεται, λόγω του ότι κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους, να καταβάλλει εισφορές σε σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως για τη χορήγηση παροχών που βαρύνουν φορέα άλλου κράτους μέλους» (σκέψη 14, η υπογράμμιση δική μου), διευκρίνισε ότι τούτο, πάντως, δεν κωλύει το κράτος μέλος κατοικίας του ενδιαφερομένου να τον υπαγάγει σε σύστημα γενικής ασφαλίσεως (σκέψη 15).
91 Η σημασία που αποδίδει το κοινοτικό δίκαιο στην σχέση εισφορών-παροχών φαίνεται, νομίζω, ανάγλυφα στην ρητή υπαγωγή των ειδικών παροχών χωρίς συνεισφορά στον κανονισμό 1408/71, με τον κανονισμό 1247/92 (75) (παράγραφος 2α του άρθρου 4). Οι παροχές αυτές, πλέον, χορηγούνται αποκλειστικά από τον φορέα του τόπου κατοικίας και σε βάρος του (άρθρο 10α), ενώ πριν από την τροποποίηση ίσχυε επ' αυτών, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της άρσεως των ρητρών κατοικίας. Το γεγονός, ακριβώς, ότι οι παροχές αυτές δεν χρηματοδοτούνται από εισφορές των ασφαλισμένων και, επομένως, συνδέονται αποκλειστικά με τις δυνατότητες και τις συνθήκες που επικρατούν στο χορηγούν κράτος, επέτρεψε στο Συμβούλιο να τις εξαιρέσει από την αρχή της άρσεως των ρητρών κατοικίας και στο Δικαστήριο να κρίνει ότι η εξαίρεση αυτή δεν αντίκειται στο άρθρο 51 της Συνθήκης (76).
92 Επομένως, δύναται να συναχθεί, κατά τη γνώμη μου, γενική αρχή, η οποία διατρέχει το κοινοτικό δίκαιο της κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων, σύμφωνα με την οποία αυτοί, εφόσον έχουν υπαχθεί σε υποχρεωτικό σύστημα ασφαλίσεως με καταβολή εισφορών στο αρμόδιο κράτος και έχουν θεμελιώσει δικαίωμα σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού, δικαιούνται σε κάθε περίπτωση να λάβουν τις αντίστοιχες ασφαλιστικές παροχές, εκτός εάν ρητή διάταξη του κοινοτικού δικαίου προβλέπει το αντίθετο.
93 Η αρχή αυτή θα ήταν κατά τι ευρύτερη της αρχής της διατηρήσεως των κεκτημένων δικαιωμάτων ή άλλως της εξαγωγιμότητας των ασφαλιστικών παροχών, από τρεις κυρίως απόψεις. Πρώτον, θα τόνιζε τον χαρακτήρα του προσωπικού δικαιώματος του διακινουμένου εργαζομένου να απολαύσει, οπουδήποτε της Κοινότητας, πλεονεκτημάτων, στην χρηματοδότηση των οποίων συνέβαλε ο ίδιος με το προϋόν, ενδεχομένως δε και με το υστέρημα, της εργασίας του. Θα αναγνωριζόταν άρα η συμβολή του Ευρωπαίου εργαζομένου, δηλαδή του Ευρωπαίου πολίτη, στην οικοδόμηση της οικονομίας και του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος των κρατών μελών στα οποία προσέφερε την εργασία του. Δεύτερον, θα υπογράμμιζε ότι η αρχή της αλληλεγγύης που, όπως ήδη αναφέρθηκε, διέπει τα εκ του νόμου συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν είναι ετεροβαρής. Δεν απαιτεί, δηλαδή, μόνο θυσίες από τον εργαζόμενο χάριν του συστήματος. Αντιθέτως, επιβάλλει στο σύστημα να επιδείξει αλληλεγγύη προς τον εργαζόμενο σε περίπτωση ανάγκης, δηλαδή σε περίπτωση επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου. Τρίτον, θα περιελάμβανε όλες τις ασφαλιστικές παροχές, είτε σε χρήμα, είτε σε είδος, δεδομένου ότι και οι τελευταίες, εξίσου ζωτικές με τις πρώτες, δεν έχουν ουσιαστική διαφορά από αυτές, αφού και οι δύο προορίζονται να θεραπεύσουν βιωτικές ανάγκες του ασφαλισμένου. υEτσι, θα τονιζόταν το πραγματικό νόημα του άρθρου 51 της Συνθήκης, το οποίο, ορίζοντας ότι το Συμβούλιο οφείλει να θεσπίσει, ιδίως, μέτρα που θα εξασφαλίζουν «(...) β) την [πληρωμή] των παροχών στα πρόσωπα που κατοικούν στις επικράτειες των κρατών μελών», κατοχυρώνει ένα minimum (77). Ο στόχος δεν μπορεί παρά να είναι η κατοχύρωση της «καταβολής» όλων των ασφαλιστικών παροχών.
94 Εφαρμογή της ερμηνευτικής αυτής αρχής θα μπορούσε να γίνει στην κρινόμενη υπόθεση, και έγινε ήδη σιωπηρώς στα πλαίσια των παρουσών προτάσεων, και στα ζητήματα του νομικού χαρακτηρισμού και της υπαγωγής της επίδικης ασφαλίσεως σε μία από τις παραδοσιακές κατηγορίες του κανονισμού 1408/71, και στο ζήτημα της ερμηνείας του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχείο αα του κανονισμού, όσον αφορά την καταβολή των παροχών ασθενείας σε είδος στο εξωτερικό.
95 Στο πλαίσιο αυτό, το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι οι προσφεύγοντες θα πρέπει να καταβάλλουν ισοβίως ασφαλιστικές εισφορές σε ένα σύστημα το οποίο, σε περίπτωση ανάγκης, δεν πρόκειται να τους προσφέρει τίποτε, εφόσον αυτοί θα κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος, και τούτο για λόγους αλληλεγγύης, δεν είναι μόνο ασθενές αφεαυτού, είναι και αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο.
Δ - Κανονισμός 1612/68
96 Δύο λόγια σχετικά με το ενδεχόμενο χαρακτηρισμού των επίμαχων παροχών ως κοινωνικών πλεονεκτημάτων, κατά την έννοια του κανονισμού 1612/68, ζήτημα που έθεσε η Επιτροπή.
97 Επί του ζητήματος της σχέσεως μεταξύ των κανονισμών 1408/71 και 1612/68, η νομολογία έχει γνωρίσει κάποιες διακυμάνσεις (78). Δύο κατά βάσιν τάσεις προκύπτουν από την επισκόπηση της νομολογίας.
α) Κατά την πρώτη, η υπαγωγή μιας παροχής στον ένα κανονισμό αποκλείει την υπαγωγή της και στον άλλο. Πράγματι, σε ορισμένες περιπτώσεις το Δικαστήριο αποφαίνεται ρητώς ότι προηγείται η εξέταση του ζητήματος αν η επίμαχη νομοθεσία ή παροχή υπάγεται στην έννοια της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά το άρθρο 51 της Συνθήκης και τον κανονισμό 3 ή 1408/71, διότι μόνο σε αποφατική περίπτωση δύναται να τεθεί ζήτημα αν συνιστά κοινωνικό πλεονέκτημα κατ' άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68 (79).
β) Κατά την δεύτερη τάση, η οποία φαίνεται ότι έχει επικρατήσει, δεν αποκλείεται η αυτή παροχή να εμπίπτει και στην έννοια της κοινωνικής ασφαλίσεως και στην έννοια του κοινωνικού πλεονεκτήματος, με αποτέλεσμα οι δύο κανονισμοί να εφαρμόζονται σωρευτικώς.
i) ςΕτσι, με την απόφαση Inzirillo (80), κρίθηκε ότι επίδομα για ενήλικους αναπήρους αποτελεί και παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια του άρθρου 51 της Συνθήκης και του κανονισμού 1408/71 (σκέψεις 9 και 22) και κοινωνικό πλεονέκτημα κατ' άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68 (σκέψη 21).
ii) Ακολούθησε η απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1992, Επιτροπή κατά Βελγίου (81), με την οποία κρίθηκε ότι το Βασίλειο του Βελγίου, διατηρώντας τον όρο της διάρκειας διαμονής στο βελγικό έδαφος ως προϋπόθεση για τη χορήγηση στους εργαζομένους των άλλων κρατών μελών, που υπάγονται στη βελγική νομοθεσία των επιδομάτων για άτομα με ειδικές ανάγκες, του εισοδήματος που κατοχυρώνεται για τους ηλικιωμένους και του κατωτάτου ορίου μέσων διαβιώσεως (minimex), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, και ιδίως από τα άρθρα 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 και 3 του κανονισμού 1408/71.
iii) Η νομολογία αυτή επιβεβαιώθηκε με την απόφαση της 10ης Μαρτίου 1993, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (82). Με την απόφαση αυτή κρίθηκε, εν σχέσει προς επίδομα μητρότητας, ότι «(...) δοθέντος ότι ο κανονισμός 1612/68 είναι γενικής ισχύος όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού μπορεί να εφαρμόζεται όσον αφορά κοινωνικά πλεονεκτήματα εμπίπτοντα ταυτοχρόνως και στο ειδικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71» (σκέψη 21) (83).
iv) Την αυτή σκέψη, εξάλλου, επανέλαβε το Δικαστήριο με την απόφαση Schmid (84) (σκέψη 17). Με την απόφαση αυτή κρίθηκε οτι επίδομα υπέρ μειονεκτούντος ενηλίκου εμπίπτει μεν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 (σκέψη 10), πλην δεν μπορούσε να ζητηθεί υπέρ προσώπου μη εμπίπτοντος στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού [(ενήλικη ανάπηρη κόρη διακινουμένου εργαζομένου - (σκέψη 14)]. Το ενλόγω επίδομα, πάντως, κρίθηκε ότι συνιστά (και) κοινωνικό πλεονέκτημα κατά τον κανονισμό 1612/68 (σκέψη 18), το οποίο δύναται να διεκδικήσει ο διακινούμενος εργαζόμενος προς όφελος της κόρης (σκέψη 26) (85).
98 Θα πρέπει να παρατηρηθεί, καταρχάς, ότι μεταξύ των άρθρων 48 και 49 της Συνθήκης, τα οποία αναφέρει στο προοίμιό του ο κανονισμός 1612/68, και του άρθρου 51, που επικαλείται ο κανονισμός 1408/71 δεν υπάρχουν στεγανά. Και τα δύο άρθρα εντάσσονται στο κεφάλαιο 1 του τίτλου ΙΙΙ που έχει στόχο την προώθηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Επιπλέον, ως γνωστόν, αναφερόμενο το άρθρο 48, παράγραφος 2, στην κατάργηση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας και όσον αφορά τους «όρους εργασίας», περιλαμβάνει και τους κανόνες κοινωνικής ασφαλίσεως (86).
99 Ωστόσο, η συνάφεια των δύο κατηγοριών και ο κοινός σκοπός δεν νομίζω πως αρκούν για την σωρευτική εφαρμογή των δύο κανονισμών σε κάθε περίπτωση. Tο άρθρο 51 της Συνθήκης είναι ειδικό σε σχέση με το άρθρο 48, τον αυτό δε χαρακτήρα πρέπει να γίνει δεκτό ότι έχουν μεταξύ τους και οι βάσει αυτών εκδοθέντες κανονισμοί. Εξάλλου, όταν εκδόθηκε ο κανονισμός 1612/68, ίσχυε ήδη ο κανονισμός 3, ο οποίος ρύθμιζε τα ίδια θέματα μέ τον κανονισμό 1408/71 που τον αντικατέστησε· ελλείψει διαφορετικής μνείας, επομένως, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο κανονισμός 1612/68 ρυθμίζει τα ζητήματα που δεν ενέπιπταν ήδη στον κανονισμό 3 (άρα και στον κανονισμό 1408/71) και, επομένως, έχουν διαφορετικό καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής. Ας προστεθεί ότι, με την υπαγωγή στον κανονισμό 1408/71 των μη μισθωτών (87), το πεδίο εφαρμογής του τελευταίου είναι κατά τι διάφορο.
100 Οι ανωτέρω, υπό i έως iv, αποφάσεις δεν μπορούν, νομίζω, να παράσχουν πλέον επιχείρημα περί του εναντίου. Στην πραγματικότητα αφορούν στις ειδικές παροχές που μετείχαν ταυτοχρόνως της κοινωνικής ασφαλίσεως και της κοινωνικής προνοίας και τις οποίες η νομολογία του Δικαστηρίου κατέτασσε συνήθως στην πρώτη κατηγορία. αΗδη, μετά την ρύθμιση του θέματος με τον κανονισμό 1247/92, οι δυνατότητες σωρευτικής εφαρμογής των δύο κανονισμών, αν υπάρχουν ακόμη, είναι πολύ περιορισμένες. Εν πάση περιπτώσει, προκειμένου περί παροχών οι οποίες υπάγονται σαφώς στην κοινωνική ασφάλιση, όπως κατά την γνώμη μου οι επίδικες, διεπόμενες από τις λεπτομερείς διατάξεις του κανονισμού 1408/71, δεν βλέπω τι επιπλέον θα μπορούσαν να προσφέρουν οι γενικές διατάξεις του κανονισμού 1612/68. Θεωρώ, επομένως, ότι παρέλκει η εξέταση του τελευταίου κανονισμού.
101 Εάν ήθελε θεωρηθεί, πάντως, ότι οι επίδικες παροχές αποτελούν κοινωνικό πλεονέκτημα, θα πρέπει να υπομνησθεί ότι τα άρθρα 48 της Συνθήκης και 7 του κανονισμού απαγορεύουν όχι μόνο τις εμφανείς, αλλά και τις έμμμεσες διακρίσεις λόγω ιθαγενείας. Τέτοιες είναι ιδίως, όπως τις συνόψισε εύστοχα η απόφαση O'Flynn (88), εκείνες που θίγουν κυρίως ή στη μεγάλη πλειονότητά τους, τους διακινουμένους εργαζομένους, καθώς και οι αδιακρίτως εφαρμοζόμενες προϋποθέσεις των οποίων η πλήρωση είναι ευκολότερη για τους ημεδαπούς από ό,τι για τους διακινούμενους εργαζομένους, ή οι οποίες ενέχουν τον κίνδυνο να λειτουργήσουν σε βάρος ειδικά των διακινουμένων εργαζομένων (σκέψη 18). Οι διακρίσεις αυτές επιτρέπονται μόνο κατ' εξαίρεση, αν δικαιολογούνται από αντικειμενικούς λόγους και είναι ανάλογες προς τον σκοπό που επιδιώκει το εθνικό δίκαιο (σκέψη 19).
102 Τέτοια θα πρέπει να θεωρηθεί μία ρήτρα κατοικίας όπως η επίμαχη, αφού πληρούται ευκολότερα από τους ημεδαπούς παρά από τους εργαζομένους των άλλων κρατών μελών (89). Πράγματι, ο μεν σκοπός της παροχής αξιοπρεπούς διαβιώσεως στα εξηρτημένα άτομα δεν έχει σχέση με τον τόπο κατοικίας τους, ενώ η αποφυγή της δαπάνης ιατρικών ελέγχων στο εξωτερικό δεν αποτελεί, καθεαυτήν, επαρκή λόγο διακοπής των παροχών, προκειμένου ιδίως περί μεθοριακού εργαζομένου, όπως στην προκειμένη περίπτωση (90), αλλά μόνον, ενδεχομένως, μειώσεως του ύψους των καταβλητέων παροχών εφόσον ήθελε αποδειχθεί ότι το κόστος αυτών είναι υψηλότερο σε σχέση με το κόστος παρομοίων παροχών σε ημεδαπούς οι οποίοι κατοικούν σε απομακρυσμένα ή δυσπρόσιτα μέρη εντός της Γερμανίας (91).
Ενόψει τούτων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο προδικαστικό ερώτημα:
IX - Πρόταση
«Μία παροχή όπως το επίδομα εξαρτήσως στην κύρια δίκη πρέπει να
εξομοιωθεί με παροχή ασθενείας σε χρήμα, με την έννοια που έχει ο όρος αυτός στο κεφάλαιο 1 του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού 1408/71 και, ως εκ τούτου, διέπεται από τις οικείες διατάξεις του ενλόγω κεφαλαίου, μεταξύ των οποίων οι διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 1.
Υπό την προϋπόθεση αυτή, η υποχρέωση υπαγωγής στην ασφάλιση εξαρτήσεως και καταβολής ασφαλιστικών εισφορών δεν αντίκειται σε καμμία διάταξη της Συνθήκης ή του κανονισμού 1408/71.»
(1) - Οι σχετικές πληροφορίες αντλούνται από τις γραπτές παρατηρήσεις των μερών στην παρούσα υπόθεση και στην εκκρεμή υπόθεση C-40/97, Jordy, από τα πρακτικά της 6ης διασκέψεως των υπουργών κοινωνικής ασφαλίσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης, που έγινε στην Λισσαβώνα από τις 29 έως τις 31 Μαου 1995 [(Strasbourg 1995) - στο εξής : Πρακτικά] και από το άρθρο του καθηγητή G. Igl, Coordination et nouvelles formes de protection sociale, σε αναμνηστικό τόμο για την 25η επέτειο από την έκδοση του κανονισμού 1408/71, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί. Τα τελευταία στοιχεία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν η Γερμανική κυβέρνηση και η Επιτροπή.
(2) - Οσον αφορά τα κράτη μέλη της Ευρωπαϋκής Ενώσεως, η κατάσταση μπορούσε το 1995 να συνοψισθεί ως εξής : α) Μία πρώτη ομάδα χωρών δίνει προτεραιότητα σε αυτόνομες παροχές προς εξηρτημένα άτομα (Αυστρία, Γερμανία, Δανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο, Πορτογαλία, Σουηδία, Φινλανδία). β) Σε άλλες χώρες, οι παροχές εξαρτήσεως συνδέονται προς άλλες παροχές, όπως τις συντάξεις γήρατος ή αναπηρίας (Βέλγιο, Ισπανία). γ) Σε μία τρίτη ομάδα χωρών, παροχές προς εξηρτημένα άτομα χορηγούνται κυρίως μέσω συστημάτων κοινωνικής προνοίας, ή σε επίπεδο δήμου ή περιφέρειας (Γαλλία, Ελλάς, Ιταλία). δ) Αλλού, τέλος, υφίστανται ορισμένες παροχές οι οποίες όμως δεν προορίζονται ειδικώς για εξηρτημένα άτομα, αλλά καλύπτουν εν μέρει τις ανάγκες τους (Ολλανδία) - βλ. Πρακτικά, σ. 61. Σημειώνεται πάντως ότι έκτοτε έχουν επέλθει αρκετές αλλαγές, όπως η ψήφιση νέου νόμου στην Γαλλία, με τον οποίο καθιερώνεται ειδική παροχή εξαρτήσεως υπέρ των ηλικιωμένων ατόμων (νόμος Νο 97-60 της 24.1.1997, JORF της 25.2.1997, σ. 1280), σημείο της ταχείας εξελίξεως στόν τομέα της ασφαλίσεως κατά της εξαρτήσεως.
(3) - Πρόκειται για την συνηθέστερη περίπτωση. Είναι οι αφανείς ήρωες στις περιπτώσεις εξηρτημένων ατόμων, ιδίως όταν το εξηρτημένο άτομο διαμένει στο σπίτι. Φαίνεται να γίνεται συνείδηση, πάντως, ότι πρέπει να ληφθούν μέτρα προστασίας και των προσώπων αυτών, λόγω των ποικίλων κινδύνων που διατρέχουν (ψυχολογικών, κοινωνικού αποκλεισμού κ.λπ.) εξαιτίας της συνεχούς απασχολήσεώς τους με τα εξηρτημένα άτομα.
(4) - Πρακτικά, σ. 52.
(5) - Βλ. παρατηρήσεις της Γερμανικής Κυβερνήσεως στην υπόθεση C-40/97, Jordy. Κατά την Γερμανική Κυβέρνηση, ο κίνδυνος αυτός πλήττει σήμερα περίπου 1,65 εκατομμύρια άτομα στην Γερμανία.
(6) - Κατηγορίες, Ι: έως 750 DM, II: έως 1 800 DM, ΙΙΙ: έως 2 800 DM. Σε ειδικές περιπτώσεις, το ανώτατο μηνιαίο όριο για την κατηγορία ΙΙΙ μπορεί να ανέλθει στις 3 750 DM.
(7) - Το ύψος του μηνιαίου επιδόματος είναι σταθερό και ισούται με το ήμισυ περίπου του ανωτάτου ορίου του επιδόματος σε είδος, ήτοι 400, 800 και 1 300 DM για τις κατηγορίες Ι, ΙΙ και ΙΙΙ, αντιστοίχως.
(8) - 750, 1 500 και 2 100 DM για τις κατηγορίες Ι, ΙΙ και ΙΙΙ, αντιστοίχως.
(9) - Επιτρέπεται, πάντως, απουσία στο εξωτερικό μέχρι 6 εβδομάδες κάθε χρόνο για το εξηρτημένο και το βοηθητικό πρόσωπο, διατηρουμένων των παροχών σε χρήμα, βασικά χάριν διακοπών (βλ. απάντηση της Γερμανικής Κυβερνήσεως σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου).
(10) - Νοείται, προφανώς, ότι, λόγω μη επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, δεν τίθεται ζήτημα χορηγήσεως συγκεκριμένης παροχής ή επιστροφής συγκεκριμένης δαπάνης.
(11) - Βλ. αντί άλλων απόφαση της 25ης Ιουνίου 1997, C-131/96, Romero (Συλλογή 1997, σ. Ι-3659, σκέψεις 10 έως 12).
(12) - Βλ. αποφάσεις της 23ης Μαου 1996, C-237/94, O'Flynn (Συλλογή 1996, σ. Ι-2617, σκέψεις 24 και 25), της 13ης Μαρτίου 1997, C-131/95, Huijbrechts (μη δημοσιευθείσα ακόμη στην Συλλογή, σκέψη 11), κά.
(13) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73) όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ L 28, της 30ης Ιανουαρίου 1997, σ. 1).
(14) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33).
(15) - Από την άποψη αυτή, η κατάσταση είναι σαφέστερη στην εκκρεμούσα υπόθεση C-40/97, Jordy. Στην υπόθεση αυτή, Γερμανός ασφαλισμένος που ελάμβανε σύνταξη αναπηρίας και επίδομα εξαρτήσεως μετέφερε την κατοικία του στην Ισπανία, συνεπεία δε τούτου, ο αρμόδιος γερμανικός φορέας διέκοψε την χορήγηση του επιδόματος. Το δικαστήριο της παραπομπής, θεωρώντας ότι το επίδομα αυτό συνιστά παροχή ασθενείας κατά τον κανονισμό 1408/71, ερωτά το Δικαστήριο αν το επίδομα αποτελεί παροχή σε είδος ή παροχή σε χρήμα.
(16) - Βλ. π.χ., απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-78/91, Hughes (Συλλογή 1992, σ. Ι-4839, σκέψη 29).
(17) - Βλ. π.χ. αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1984, υπόθεση 261/83, Castelli (Συλλογή 1984, σ. 3199) και της 10ης Μαρτίου 1993, C-111/91, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 1993, σ. Ι-0817, σκέψη 6).
(18) - Βλ. κατωτέρω, παραγράφους 96 επ.
(19) - Αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1985, 249/83, Hoeckx (Συλλογή 1985, σ. 973, σκέψη 11), της 10ης Οκτωβρίου 1996, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-245/94 και 312/94, Hoever και Zachow (Συλλογή 1996, σ. Ι-4895, σκέψη 17), κά. Βλ. επίσης, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16, απόφαση Hughes, σκέψη 14.
(20) - Βλ. προπαρατεθείσες, στην υποσημείωση 16, απόφαση Hughes, σκέψη 15, και στην υποσημείωση 19, απόφαση Hoever και Zachow, σκέψη 18.
(21) - Βλ. κατωτέρω, παράγραφο 40.
(22) - Τούτο είχε ήδη επισημάνει ο γενικός εισαγγελέας κ. Mayras στις προτάσεις του επί της υποθέσεως Heinze (απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 1972, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 259), όπου γίνεται λόγος για «κοινοτική έννοια κοινωνικής ασφαλίσεως» (Συλλογή τόμος 1972, σ. 1120).
(23) - Απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1974, υπόθεση 39/74, Costa (Συλλογή τόμος 1974, σ. 1251, σκέψη 11).
(24) - Προαναφερθείσα απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1974, υπόθεση 24/74, Biason, σκέψη 15, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1976, υπόθεση 63/76, Inzirillo (Συλλογή τόμος 1976, σ. 2057, σκέψη 9). Σημειωτέον ότι, η τελευταία απόφαση εξετάζει ακολούθως αν ο ενδιαφερόμενος εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (σκέψη 10).
(25) - Απόφαση της 5ης Μαου 1983, υπόθεση 139/82, Piscitello (Συλλογή 1983, σ. 1427, σκέψη 13).
(26) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 24, υπόθεση Biason, σκέψη 12 και της 24ης Φεβρουαρίου 1987, Giletti, σκέψη 11. Βλ. και απόφαση της 12ης Ιουλίου 1990, C-236/88, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1990, σ. Ι-3163, σκέψη 10) (η υπογράμμιση δική μου).
(27) - Είναι νομίζω φανερό ότι ο κανονισμός μεταβάλλεται συν τω χρόνω σε όργανο μερικής, τουλάχιστον, εναρμονίσεως των εθνικών νομοθεσιών κοινωνικής ασφαλίσεως.
(28) - Οπως επεσήμανε ο τότε γενικός εισαγγελέας κ. Mancini, το άρθρο 4 του κανονισμού απαριθμεί τους 9 κλασσικούς τομείς που αφορά η σύμβαση της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας (ΔΟΕ) «περί ελαχίστου ορίου κοινωνικής ασφαλίσεως (αριθμός 102 της 28ης Ιουνίου 1952) αλλά, με ελάχιστες εξαιρέσεις (οικογενειακές παροχές, επιδόματα λόγω θανάτου κ.λπ.), δεν καθορίζει τις διάφορες παροχές (βλ. προτάσεις στην απόφαση της 5ης Ιουλίου 1983, 78/83, Valentini, Συλλογή 1983, σ. 2157, 2177).
(29) - Πρβλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 1996, C-25/95, Otte (Συλλογή 1996, σ. Ι-3745), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι το γερμανικό βοήθημα λόγω αναδιαρθρώσεως επιχειρήσεων προσομοιάζει με παροχές πρόωρης συνταξιοδοτήσεως «οι οποίες δεν διέπονται ακόμη από τον κανονισμό 1408/71» (σκέψη 33).
(30) - Απόφαση της 24ης Απριλίου 1980, 110/79, Coonan (Συλλογή τόμος 1980, σ. 1445, σκέψη 12).
(31) - Με το πνεύμα αυτό το Δικαστήριο, σε περιπτώσεις που παρουσιάζουν ζητήματα αλλοδαπότητας, κρίνει παγίως ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν τις βασικές αρχές της Συνθήκης ακόμη και όταν λαμβάνουν μέτρα σε τομείς που ανήκουν στη δικαιοδοσία τους, όπως η ρύθμιση της ιδιοκτησίας [απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 1984, υπόθεση 182/83, Fearon (Συλλογή 1984, σ. 3677, σκέψη 7)] ή της πνευματικής ιδιοκτησίας [απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1993, C-92 και 326/92, Phil Collins (Συλλογή 1993, σ. Ι-5145, σκέψη 22)], ο τομέας των αμέσων φόρων [απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1995, C-279/93, Schumacker (Συλλογή 1995, σ. Ι-225, σκέψη 21)], κ.λπ.
(32) - Πρβλ. προμνημονευθείσα, στην υποσημείωση 11, απόφαση Romero.
(33) - Βλ. απόφαση της 4ης Νοεμβρίου 1997, C-20/96, Snares (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 28).
(34) - Βλ., ανωτέρω, παράγραφος 7.
(35) - Προμνησθείσα στην υποσημείωση 19 αποφάση Hoeckx σκέψη 12, και, απόφαση της 27ης Μαρτίου 1985, υπόθεση 122/84, Scrivner (Συλλογή 1985, σ. 1027, σκέψη 16, κ.λπ.).
(36) - Βλ. προαναφερθείσα στην υποσημείωση 29 απόφαση Otte, σκέψη 23.
(37) - Βλ. προαναφερθείσα στην υποσημείωση 19 απόφαση Hughes, σκέψη 22, και απόφαση της 20ης Ιουνίου 1991, C-356/89 Newton (Συλλογή 1991, σ. Ι-3017, σκέψη 22 κά.).
(38) - Προαναφερθείσα, στην υποσημείωση 28, απόφαση Valentini, σκέψη 14.
(39) - Απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 1980, υπόθεση 69/70, Jordens-Vosters (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 47, σκέψη 7).
(40) - Απόφαση της 12ης Μαρτίου 1987, υπόθεση 22/86, Rindone (Συλλογή 1987, σ. 1339).
(41) - Μνημονεύθηκε ανωτέρω, στην υποσημείωση 22. Πρέπει να σημειωθεί ιδιαιτέρως ότι η κρίσιμη γερμανική νομοθεσία στην υπόθεση εκείνη περιελάμβανε διάφορες παροχές παρεμφερείς με τις επίδικες στην παρούσα υπόθεση, όπως ιατρική περίθαλψη κατ' οίκον ή σε νοσοκομείο, παροχές σε χρήμα, όπως επιδόματα συντηρήσεως και εντάξεως ή επανεντάξεως στην ενεργό ζωή, καθώς και ειδικές παροχές, όπως βοήθημα για την πρόσληψη ενός βοηθητικού προσώπου κατ' οίκον ή ενός αντικαταστάτη του (βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα κ. Mayras, Rec. 1972, σ. 1119).
(42) - Βλ. ανωτέρω, παράγραφοι 7 και επόμενες, και 39.
(43) - Δεν μπορώ να μη παρατηρήσω ότι στα ελληνικά, από τα οποία, όπως και από τα λατινικά, αντλεί κυρίως το διεθνές ιατρικό λεξιλόγιο, η λέξη «ασθένεια» ετυμολογείται από το στερητικό «α» και την λέξη «σθένος» (ισχύς, δύναμη), και σημαίνει τόσο την «νόσο», όσο και την «έλλειψη σθένους, δυνάμεως, ισχύος». Η έλλειψη ακριβώς αυτή χαρακτηρίζει την κατάσταση εξαρτήσεως. Σημειωτέον ότι η ανωτέρω λέξη «ασθένεια» (γαλλικά: asthιnie, αγγλικά: asthenia, ιταλικά και ισπανικά: astenia, γερμανικά: asthenie), στην διεθνή ιατρική ορολογία, σημαίνει την νοσηρή κατάσταση της εξασθενίσεως των σωματικών δυνάμεων.
(44) - Βλ., προαναφερθείσα στην υποσημείωση 39, υπόθεση Jordens-Vosters, σκέψη 7.
(45) - Ηδη μνημονευθείσες στην υποσημείωση 26.
(46) - Απόφαση της 30ής Ιουνίου 1966, υπόθεση 61/65, Vaasen-Gφbbels (Συλλογή 1965-1968, σ. 337).
(47) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 46, απόφαση Vaassen-Gφbbels.
(48) - Απόφαση της 2ας Μαϋου 1996, C-206/94, Paletta (Συλλογή 1996, σ. Ι-2357, σκέψη 20), της 6ης Απριλίου 1995, C-325/93, Del Grosso (Συλλογή 1995, σ. Ι-939, σκέψη 25) και μνημονευθείσα στην υποσημείωση 46, απόφαση Vaassen-Gφbbels.
(49) - Βλ. υποσημείωση 7.
(50) - Είτε λόγω της αγοράς υλικών αγαθών, είτε λόγω της καταβολής μισθού στο τρίτο πρόσωπο που παρέχει τις υπηρεσίες είτε λόγω δαπανών αβροφροσύνης προς οικείο ή εθελοντικώς προσφερόμενο πρόσωπο, στο οποίο δεν προσήκει η καταβολή «μισθού».
(51) - Πρβλ. προμνημονευθείσα, στην υποσημείωση 37, απόφαση Newton, σκέψη 24, σχετικά με επίδομα αναπηρίας εμπίπτον στο άρθρο 10 του κανονισμού 1408/71.
(52) - Πρβλ. απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 1973, υπόθεση 51/73, Smieja (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 1213, σκέψεις 10 και επόμενες).
(53) - Αναφέρομαι στο άρθρο αυτό για τον λόγο απλώς ότι αφορά σε εν ενεργεία μισθωτούς, όπως οι προσφεύγοντες, και διότι το επικαλούνται τα μέρη. ηΟ,τι ισχύει, πάντως, για το άρθρο αυτό, ισχύει και για τα υπόλοιπα άρθρα του κεφαλαίου 1 του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού, που έχουν την ίδια διατύπωση (βλ. κατωτέρω, παράγραφο 56).
(54) - Προμνησθείσα στην υποσημείωση 39.
(55) - Απόφαση της 16ης Μαρτίου 1978, υπόθεση 117/77, Pierik I (Συλλογή τόμος 1978, σ. 297).
(56) - Απόφαση της 31ης Μαου 1979, υπόθεση 182/78, Pierik II (Συλλογή τόμος 1979/II, σ. 3).
(57) - Απόφαση της 10ης Μαρτίου 1992, C-215/90, Twomey (Συλλογή 1992, σ. Ι-1823, σκέψη 15).
(58) - Πρβλ. την μνημονευθείσα, στην προηγούμενη υποσημείωση, απόφαση Twomey, σκέψη 16.
(59) - Απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, υπόθεση 313/86, Lenoir (Συλλογή 1988, σ. 5391).
(60) - Βλ., ανωτέρω, παράγραφος 47.
(61) - Πρβλ. μνημονευθείσα ήδη, στην υποσημείωση 26, απόφαση της 12ης Ιουλίου 1990, Επιτροπή κατά Γαλλίας (σκέψη 13).
(62) - Βλ. μνημονευθείσα ήδη στην υποσημείωση 26, απόφαση της 12ης Ιουλίου 1990, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 17, απόφαση της 28ης Μαου 1974, υπόθεση 187/73, Callemeyn (Συλλογή τόμος 1974, σ. 553, σκέψη 12) κ.ά.
(63) - Αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1984, υπόθεση 238/82, Duphar (Συλλογή 1984, σ. 523, σκέψη 16), της 17ης Φεβρουαρίου 1993, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-159/91 και C-160/91, Poucet και Pistre (Συλλογή 1993, σ. Ι-637, σκέψη 6) και της 26ης Μαρτίου 1996, υπόθεση C-238/94, Garcνa κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. Ι-1673, σκέψη 15).
(64) - Βλ., προμνημονευθείσες αποφάσεις Poucet και Pistre, σκέψεις 8 έως 13, και Garcνa, σκέψη 14.
(65) - Βλ. ανωτέρω, παράγραφο 36.
(66) - Μνημονευθείσα, στην υποσημείωση 30, απόφαση Coonan, σκέψεις 12 και 15.
(67) - Αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 1978, υπόθεση 1/78, Kenny (Συλλογή τόμος 1978, σ. 461, σκέψη 17) και της 4ης Οκτωβρίου 1991, υπόθεση C-349/87, Παράσχη (Συλλογή 1991, σ. Ι-4501, σκέψη 23).
(68) - Ως lex loci laboris και, επομένως, αρμόδια σύμφωνα με τα άρθρα 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα και 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 (βλ. απόφαση της 8ης Ιουνίου 1995, υπόθεση C-451/93, Delavant (Συλλογή 1995, σ. Ι-1545, σκέψη 14).
(69) - Απόφαση της 5ης Μαου 1977, υπόθεση 104/76, Jansen (Συλλογή τόμος 1977, σ. 829, σκέψεις 6 και 7). Βλ. και απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1993, υπόθεση C-28/92, Leguaye-Neelsen (Συλλογή 1993, σ. Ι-6857, σκέψεις 12 και 21).
(70) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 69, απόφαση Jansen, σκέψη 12.
(71) - Προαναφερθείσα, στην υποσημείωση 28, απόφαση 1983 Valentini, σκέψη 14.
(72) - Οπως ίσχυε πριν την τροποποίηση με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3232/89 του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 1989 (ΕΕ L 224, σ. 1), που προσέθεσε μία δεύτερη παράγραφο.
(73) - Αποφάσεις της 28ης Μαρτίου 1985, υπόθεση 275/83, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1985, σ. 1097, σκέψη 3) και απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 1992, C-253/90, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1992, σ. Ι-531, σκέψη 13).
(74) - Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1991, C-140/88, Noij (Συλλογή 1991, σ. Ι-387).
(75) - Κανονισμός (ΕΟΚ) του Συμβουλίου της 30ής Απριλίου 1992 (ΕΕ L 136, σ. 1).
(76) - Βλ. μνημονευθείσα στην υποσημείωση 33, απόφαση Snares, σκέψεις 39 επ.
(77) - Βλ. προς αυτή την κατεύθυνση απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, υπόθεση 242/83, Patteri (Συλλογή 1984, σ. 3171, σκέψη 8).
(78) - Βλ. και ανωτέρω, παράγραφος 27.
(79) - Βλ. αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 1972, υπόθεση 1/72, Frilli (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 59, σκέψη 4) και της 27ης Μαρτίου 1985, υπόθεση 122/84, Scrivner (Συλλογή 1985, σ. 1027, σκέψη 16). Ομοίως, εμμέσως, απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 1972, υπόθεση 14/72, Heinze (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 259, σκέψη 4).
(80) - Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1976, υπόθεση 63/76, Inzirillo (Συλλογή τόμος 1976, σ. 767).
(81) - Απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1992, C-326/90, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1992, σ. Ι-5517).
(82) - Απόφαση της 10ης Μαρτίου 1993, C-111/91, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 1993, σ. Ι-817).
(83) - Αλλοτε, η δυνατότητα σωρευτικής εφαρμογής των δύο κανονισμών προκύπτει εμμέσως από τη νομολογία. Π.χ., ερωτηθέν αν η μεταφορά ασφαλιστικών δικαιωμάτων από ένα κράτος μέλος σε άλλο επιτρέπεται βάσει ενός από τους κανονισμούς 1612/68 ή 1408/71, το Δικαστήριο, αφού επεσήμανε ότι σκοπός του κανονισμού 1612/68 είναι η συστηματική εφαρμογή της αρχής της «εθνικής μεταχειρίσεως» επί των αλλοδαπών κοινοτικών υπηκόων όσον αφορά όλες τις συνθήκες απασχολήσεως και εργασίας, έκρινε ότι «Ο κανονισμός αυτός δεν αποσκοπεί στο να δημιουργήσει δικαιώματα ανάλογα με τις περιόδους ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν σε άλλο κράτος μέλος, εάν αυτά τα δικαιώματα δεν προκύπτουν για τους δικούς του υπηκόους από τις εθνικές διατάξεις. Επομένως, όταν πρόκειται για παροχή όπως η επίδικη, δεν υπάρχει λόγος προσφυγής στις διατάξεις του κανονισμού 1612/68» (απόφαση της 24ης Απριλίου 1980, υπόθεση 110/79, Coonan (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 77, σκέψη 6). Από το χωρίο που υπογραμμίζω συνάγεται, νομίζω, ότι, εφόσον ασφαλιστικά δικαιώματα προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία υπέρ των ημεδαπών, τα ίδια δικαιώματα πρέπει να αναγνωρίζονται υπό τους ίδιους όρους υπέρ των αλλοδαπών κοινοτικών υπηκόων βάσει (και) του κανονισμού 1612/68.
(84) - Απόφαση της 27ης Μαου 1993, C-310/91, Schmid (Συλλογή 1993, σ. Ι-3011).
(85) - Θα μπορούσε να αναφερθεί και μία ενδιάμεση τάση, κατά την οποία το Δικαστήριο, αφού κρίνει ότι συγκεκριμένη παροχή υπάγεται στην κοινωνική ασφάλιση, θεωρεί, περαιτέρω, ότι παρέλκει η έρευνα του ζητήματος αν η ενλόγω παροχή αποτελεί και κοινωνικό πλεονέκτημα. Από τη νομολογία αυτή, ωστόσο, δεν μπορούν να συναχθούν σαφή συμπεράσματα (Απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1974, υπόθεση 39/74, Costa (Συλλογή τόμος 1974, σ. 1251, σκέψεις 12 έως 14). Βλ. και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 19, απόφαση Hughes.
(86) - Βλ. απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986, υπόθεση 41/84, Pinna (Συλλογή 1986, σ. 1, σκέψη 21) και απόφαση της 2ας Μαρτίου 1989, υπόθεση 359/87, Pinna (Συλλογή 1989, σ. 585).
(87) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1390/81, ΕΕ L 143 της 29ης Μαου 1981, σ. 1.
(88) - Απόφαση της 23ης Μαου 1996, C-237/94, O'Flynn (Συλλογή 1996, σ. Ι-2617).
(89) - Βλ. αντί άλλων, πρόσφατη απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1997, C-57/96, Meints (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 46).
(90) - Βλ., ανωτέρω, παράγραφος 76.
(91) - Πρβλ. προμνησθείσα στην υποσημείωση 88, απόφαση O'Flynn, σκέψεις 28 και 29.
Full & Egal Universal Law Academy