Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Η παρούσα υπόθεση, η οποία ήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου κατόπιν υποβολής από το Rechtbank van eerste aanleg te Antwerpen (Βέλγιο) αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, αφορά τις επιπτώσεις που είχε η διάσπαση της Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (στο εξής: ΟΣΔΓ) επί της αποφάσεως της Επιτροπής για την επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων προϋόντων σιδήρου ή χάλυβα «καταγωγής Γιουγκοσλαβίας» (1) (στο εξής: απόφαση για την επιβολή οριστικού δασμού ή απόφαση 2131/88). Η υπόθεση αφορά κατ' ουσίαν το ζήτημα αν η απόφαση εφαρμόζεται στις εισαγωγές από την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (στο εξής: ΠΓΔΜ) μετά την κήρυξη της ανεξαρτησίας της.
Το νομοθετικό πλαίσιο
2 Η απόφαση εκδόθηκε στο πλαίσιο των διαφόρων μέτρων που έχει λάβει η Ευρωπαϋκή Κοινότητα Άνθρακα και Ξάλυβα από το 1977 (2) για τη ρύθμιση της διαδικασίας και των εξουσιών της Επιτροπής κατά τις έρευνες που διεξάγει, στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΞ, επί των πρακτικών ντάμπινγκ και των επιχορηγήσεων· τα μέτρα αυτά κατέληξαν κατά τον κρίσιμο χρόνο στην έκδοση της αποφάσεως 2177/84/ΕΚΑΞ της Επιτροπής (3) (στο εξής: βασική απόφαση). Το απορρέον από τα μέτρα αυτά καθεστώς «θεσπίστηκε σε συμφωνία με τις υφιστάμενες διεθνείς υποχρεώσεις, ιδίως εκείνες που απορρέουν από το άρθρο VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (στο εξής καλουμένης: Γενική Συμφωνία), και από τη συμφωνία για την εφαρμογή του άρθρου VI της Γενικής Συμφωνίας (κώδικας αντιντάμπινγκ του 1979)» (4).
3 Το άρθρο 1 της βασικής αποφάσεως ορίζει ότι η απόφαση έχει ως αντικείμενο «την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϋκής Κοινότητας Άνθρακα και Ξάλυβα». Το άρθρο 2 ορίζει τη μέθοδο με την οποία εξακριβώνεται αν υφίσταται ντάμπινγκ· τα προβλεπόμενα από το άρθρο αυτό συμπληρώνονται με το άρθρο 4, που αναφέρεται στο ουσιώδες στοιχείο της ζημίας. Οι υποβαλλόμενες δυνάμει του άρθρου 5 καταγγελίες μπορούν, υπό ορισμένες συνθήκες, να οδηγήσουν σε έρευνα την οποία πρέπει να διεξαγάγει η Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 7. Εκτός της περιπτώσεως περατώσεως της διαδικασίας χωρίς λήψη μέτρων, παραδείγματος χάρη όταν προκύπτει ότι τα μέτρα άμυνας δεν είναι αναγκαία (5) ή όταν η Επιτροπή κρίνει αποδεκτές τις αναλήψεις υποχρεώσεων εκ μέρους των αποτελούντων το αντικείμενο της έρευνας (6), πρέπει να επιβληθεί προσωρινός (7) ή οριστικός (8) δασμός.
4 Στο άρθρο 13 περιλαμβάνονται οι γενικές διατάξεις περί δασμών. Το άρθρο 13, παράγραφος 2, ορίζει ότι:
«Τα μέτρα [αντιντάμπινγκ] αυτά αναφέρουν ιδίως το ποσό και τον τύπο του επιβαλλόμενου δασμού, το συγκεκριμένο προϋόν, τη χώρα καταγωγής ή εξαγωγής, το όνομα του προμηθευτή, αν αυτό είναι δυνατό, και την αιτιολογία τους.»
Το άρθρο 13, παράγραφος 2, αναπαράγει το άρθρο 8, παράγραφος 2, της συμφωνίας για την εφαρμογή του άρθρου VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου, το οποίο ορίζει ότι:
«(...) οι αρχές καθορίζουν τον προμηθευτή ή τους προμηθευτές του εν λόγω προϋόντος. Αν, παρ' όλ' αυτά, υπάρχουν πλείονες προμηθευτές από την ίδια χώρα και δεν είναι δυνατόν, από πρακτικής απόψεως, να κατονομαστούν όλοι, οι αρχές μπορούν να καθορίσουν την εν λόγω χώρα προμηθευτή. Αν υπάρχουν πλείονες προμηθευτές από πολλές χώρες, οι αρχές μπορούν να καθορίσουν είτε όλους τους μετέχοντες προμηθευτές είτε, αν αυτό είναι αδύνατο, όλες τις μετέχουσες χώρες προμηθευτές».
5 Το άρθρο 14 της βασικής αποφάσεως επιτρέπει την επανεξέταση των επιβαλλουσών δασμούς αποφάσεων, με πρωτοβουλία των κρατών μελών ή της Επιτροπής ή, υπό την προϋπόθεση ότι παρήλθε ένα τουλάχιστον έτος από την περάτωση της αρχικής έρευνας, κατόπιν αιτήσεως του «ενδιαφερομένου μέρους». Στη συνέχεια, το άρθρο αυτό ορίζει ότι:
«2. Όταν, μετά από διαβούλευση, η επανεξέταση εμφανίζεται αναγκαία, η έρευνα επαναλαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 7, αν οι περιστάσεις το απαιτούν. Η επανάληψη της έρευνας δεν θίγει αυτή καθ' εαυτή τα ισχύοντα μέτρα.
3. Όταν η επανεξέταση (...) το απαιτεί, τα μέτρα τροποποιούνται, καταργούνται ή ακυρώνονται από την Επιτροπή.»
6 Τέλος, το άρθρο 16 προβλέπει την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων δασμών.
Το πλαίσιο του επιδίκου δασμού αντιντάμπινγκ
7 Τον Φεβρουάριο του 1986 η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία αντιντάμπινγκ σχετικά με ορισμένα προϋόντα σιδήρου ή χάλυβα «καταγωγής Γιουγκοσλαβίας» (9).
8 Η απόφαση 2767/86/ΕΚΑΞ (10) επέβαλε προσωρινό δασμό 68 ECU ανά 1 000 kg σε ορισμένα προϋόντα «καταγωγής Γιουγκοσλαβίας» (11). Στην απόφαση αυτή αναφερόταν ρητώς η εταιρία Rudnici i Zelezarnica Skopje (στο εξής: Rudnici), εταιρία παραγωγής και εξαγωγής εγκατεστημένη στη σημερινή ΠΓΔΜ (12). Προφανώς, με την ονομασία «Γιουγκοσλαβία» εννοείτο απλώς το έδαφος της τότε Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (ΟΣΔΓ).
9 Τον Δεκέμβριο του 1986 η Επιτροπή αποδέχθηκε την ανάληψη υποχρεώσεων από τους ενδιαφερόμενους Γιουγκοσλάβους εξαγωγείς για την εξάλειψη της ζημίας που προκαλούνταν από τα αποτελούντα το αντικείμενο ντάμπινγκ προϋόντα (13).
10 Τον Ιανουάριο του 1988, κατόπιν καταγγελιών που αφορούσαν τη μη τήρηση των προαναφερθεισών υποχρεώσεων, η Επιτροπή επέβαλε εκ νέου, με την απόφαση 229/88/ΕΚΑΞ (14), προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ 68 ECU ανά 1 000 kg σε ορισμένα προϋόντα σιδηρουργίας «καταγωγής Γιουγκοσλαβίας».
11 Τέλος, στις 18 Ιουλίου 1988, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση για την επιβολή οριστικού δασμού (15), η οποία επιβάλλει οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ 48 ECU ανά 1 000 kg στις εισαγωγές ορισμένων προϋόντων σιδήρου και χάλυβα «καταγωγής Γιουγκοσλαβίας».
12 Η απόφαση για την επιβολή οριστικού δασμού τέθηκε σε ισχύ στις 20 Ιουλίου 1988 (16) για περίοδο πέντε ετών από την ημερομηνία αυτή ή από οποιαδήποτε μεταγενέστερη τροποποίηση ή επιβεβαίωσή της (17).
13 Τον Φεβρουάριο του 1990, η Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία Άνθρακα και Ξάλυβα υπέβαλε αίτηση για την επανεξέταση του ισχύοντος δασμού αντιντάμπινγκ εκ μέρους της Επιτροπής, λόγω μεταβολής των συνθηκών ανταγωνισμού. Η Επιτροπή θεώρησε ότι οι μεταβολές αυτές ήσαν επαρκείς για να δικαιολογήσουν την κίνηση της διαδικασίας επανεξετάσεως της αποφάσεως.
14 Το 1992 η Επιτροπή, μετά την περάτωση της επανεξετάσεως, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι εξακολουθούσαν να υφίστανται ντάμπινγκ και ζημία, μολονότι είχαν κάπως μειωθεί. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή τροποποίησε την απόφαση 2131/88 με την απόφαση 2297/92/ΕΚΑΞ, η οποία τέθηκε σε ισχύ (18) την επομένη ημέρα της δημοσιεύσεώς της στην Επίσημη Εφημερίδα, ήτοι στις 7 Αυγούστου 1992 (19).
15 Η ούτως τροποποιηθείσα απόφαση (στο εξής: τροποποιηθείσα απόφαση) επέβαλε δασμό αντιντάμπινγκ στις ίδιες κατηγορίες προϋόντων σιδηρουργίας και χαλυβουργίας με αυτές που καθορίζονταν στην απόφαση 2131/88 πριν από την τροποποίησή της, καθόσον επρόκειτο για προϋόντα «καταγωγής της Δημοκρατίας της Σλοβενίας (...) και των Γιουγκοσλαβικών Δημοκρατιών της Μακεδονίας (...) του Μαυροβουνίου (...) και της Σερβίας» (20). Ο δασμός ορίστηκε στο ελαφρώς μειωμένο ποσό των 44 ECU ανά 1 000 kg (21). Διευκρινίστηκε ότι ο δασμός αυτός δεν θα επιβαλλόταν στα προϋόντα τριών συγκεκριμένα κατονομαζόμενων εξαγωγέων, μεταξύ των οποίων η Rudnici (22), οι οποίοι είχαν προτείνει στην Επιτροπή την ανάληψη υποχρεώσεων και ως προς τους οποίους η Επιτροπή είχε αποφασίσει να περατώσει την έρευνα χωρίς την επιβολή οριστικών δασμών.
Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία της κύριας δίκης
16 Στις 17 Σεπτεμβρίου 1991 η ΠΓΔΜ κήρυξε την ανεξαρτησία της· επρόκειτο για συνέπεια των διαδοχικών διασπάσεων της ΟΣΔΓ σε πολλά μικρότερα κράτη, τα οποία αντιστοιχούν ως επί το πλείστον στις επιμέρους Δημοκρατίες που συναποτελούσαν την παλαιά ομοσπονδία (23).
17 Μεταξύ 1ης Μαου και 31ης Ιουλίου 1992 (ήτοι πριν από την τροποποίηση της αποφάσεως για την επιβολή οριστικού δασμού), η γερμανικού δικαίου εταιρία Stahlhandel Schmitz GmbH εισήγαγε προϋόντα σιδήρου και χάλυβα ανήκοντα σε μία από τις εμπίπτουσες στην απόφαση κατηγορίες. Τα προϋόντα αυτά εισήχθησαν στην οικονομική ένωση Βελγίου-Λουξεμβούργου, ήσαν καταγωγής ΠΓΔΜ και προέρχονταν από την εταιρία παραγωγής Rudnici· δεν είναι σαφές αν οι ενάγουσες είχαν εισαγάγει προϋόντα της Rudnici προηγουμένως. Μέχρι τις 31 Ιουλίου 1992 οι βελγικές αρχές είχαν ήδη επιβάλει και εισπράξει δασμούς αντιντάμπινγκ συνολικού ύψους 14 863 825 βελγικών φράγκων (BFR).
18 Στις 18 Μαου 1994 η Stahlhandel Schmitz, ο εγγυητής της Banque Indosuez, εταιρία ελβετικού δικαίου, και ο τελωνειακός πράκτορας NV Rijn- en Kanaalvaartexpeditie, εταιρία βελγικού δικαίου, άσκησαν αγωγή ενώπιον των βελγικών δικαστηρίων. Με την αγωγή αυτή, που στρεφόταν κατά του Βελγικού Δημοσίου, ζητούσαν την επιστροφή των καταβληθέντων δασμών, προφανώς βάσει του ότι η απόφαση 2131/88 δεν ετύγχανε εφαρμογής στις εισαγωγές τους χάλυβα και, ως εκ τούτου, οι δασμοί αυτοί είχαν επιβληθεί παρανόμως. Με απόφαση της 29ης Ιουνίου 1994, εκδοθείσα ερημοδικήσαντος του Βελγικού Δημοσίου, το Rechtbank van eerste aanleg te Antwerpen διέταξε την επιστροφή των δασμών αυτών. Το Βελγικό Δημόσιο άσκησε ανακοπή κατά της αποφάσεως αυτής. Κατόπιν αυτού, η διαδικασία επανελήφθη· εξάλλου, έγινε προσεπίκληση της Ευρωπαϋκής Κοινότητας, η οποία δεν παρενέβη.
19 Το βασικό επιχείρημα των εναγουσών ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ήταν ότι, εφόσον η απόφαση 2131/88 αφορά τις εισαγωγές από τη Γιουγκοσλαβία, δεν μπορεί να τυγχάνει εφαρμογής στις εισαγωγές τους, οι οποίες, μετά την κήρυξη της ανεξαρτησίας της ΠΓΔΜ, δεν προέρχονται πλέον από τη Γιουγκοσλαβία αλλά από την ΠΓΔΜ. Η επιχειρηματολογία αυτή φαίνεται ότι στηρίζεται στις αρχές του διεθνούς δικαίου περί διαδοχής κρατών: οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας (Σερβία και Μαυροβούνιο) (στο εξής: ΟΔΓ) είναι η μοναδική διάδοχος της πρώην ΟΣΔΓ και επομένως αυτή έχει υπεισέλθει - και όχι η ΠΓΔΜ - στις υποχρεώσεις της πρώην ΟΣΔΓ σε θέματα δασμών. Οι ενάγουσες επικαλέστηκαν επίσης το γεγονός ότι η τροποποιηθείσα απόφαση, αντίθετα απ' ό,τι η απόφαση για την επιβολή οριστικού δασμού, ανέφερε ρητώς την ΠΓΔΜ.
Τα υποβληθέντα ερωτήματα
20 Στις 13 Μαου 1996 το Rechtbank van eerste aanleg te Antwerpen αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Στην απόφαση 2131/88/ΕΚΑΞ, καλύπτει η ονομασία "Γιουγκοσλαβία" και το Κράτος της Μακεδονίας-Σκοπίων αφότου αυτό διαχωρίστηκε από τη (μικρή) Γιουγκοσλαβία;
2) Επιβάλλονται οι δασμοί αντιντάμπινγκ οι οποίοι, κατ' εφαρμογήν της αποφάσεως 2131/88/ΕΚΑΞ, εισπράττονται επί των εισαγωγών στην οικονομική Ένωση Βελγίου-Λουξεμβούργου προϋόντων σιδηρουργίας καταγωγής Γιουγκοσλαβίας και στις εισαγωγές των ιδίων προϋόντων καταγωγής του Κράτους της Μακεδονίας-Σκοπίων που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου από 1ης Μαου 1992 έως 31 Ιουλίου 1992;»
21 Η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι τα δύο ερωτήματα συνδέονται μεταξύ τους. Η Βελγική Κυβέρνηση φρονεί ότι καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα συνεπάγεται αναγκαστικά καταφατική απάντηση στο δεύτερο. Η Επιτροπή φρονεί ότι, στην πραγματικότητα, μπορεί να θεωρηθεί ότι τα δύο ερωτήματα αποτελούν μόνον ένα. Κατά την άποψή μου, τα επιχειρήματα αυτά είναι κατ' ουσίαν ορθά και τα δύο ερωτήματα θα έπρεπε να αναδιατυπωθούν ως εξής:
«Πρέπει να θεωρηθεί ότι οι δασμοί αντιντάμπινγκ, οι οποίοι, κατ' εφαρμογήν της αποφάσεως 2131/88/ΕΚΑΞ, επιβάλλονταν επί των εισαγωγών προϋόντων σιδήρου και χάλυβα "καταγωγής Γιουγκοσλαβίας", έπρεπε να επιβληθούν και στα ομοειδή προϋόντα τα οποία εισήχθησαν από την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας κατά τη διάρκεια της περιόδου από 1ης Μαου 1992 έως 31 Ιουλίου 1992;»
22 Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Μολονότι οι ενάγουσες δεν κατέθεσαν παρατηρήσεις, η θέση τους είναι γνωστή από τα επιχειρήματά τους στην κύρια δίκη, τα οποία συνοψίστηκαν ανωτέρω. Το βασικό ζήτημα διαφωνίας των εναγουσών αφενός και της Βελγικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής αφετέρου είναι η λυσιτέλεια των κανόνων διεθνούς δικαίου περί διαδοχής κρατών. Θα ασχοληθώ πρώτα με το ζήτημα αυτό, το οποίο, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, επιβάλλει να εξετάσω και τη φύση των δασμών αντιντάμπινγκ. Στη συνέχεια, λαμβάνοντας υπόψη τα συμπεράσματά μου επί του ζητήματος αυτού, θα ασχοληθώ με την ερμηνεία της αποφάσεως 2131/88· στο πλαίσιο αυτό, θα εξετάσω το ερώτημα περί της ασφαλείας δικαίου.
Η φύση των δασμών αντιντάμπινγκ
23 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο βασικός σκοπός των μέτρων αντιντάμπινγκ, δηλαδή η αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε εγκατεστημένη στην Κοινότητα βιομηχανία λόγω της θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας προϋόντων αποτελούντων αντικείμενο ντάμπινγκ, αποδυναμώνεται, αν επιχείρηση κατασκευάζουσα προϋόντα επί των οποίων επιβάλλεται δασμός αντιντάμπινγκ μπορεί να αποφύγει την καταβολή των δασμών αυτών για τον λόγο και μόνο ότι είναι εγκατεστημένη σε έδαφος του οποίου οι αρχές κήρυξαν την ανεξαρτησία. Έστω και αν, κατά το δημόσιο διεθνές δίκαιο, η επιχείρηση αυτή εμπίπτει πλέον στη δικαιοδοσία νέου κράτους, τούτο δεν σημαίνει ότι οι πρακτικές ντάμπινγκ της επιχειρήσεως αυτής δεν εξακολουθούν να ζημιώνουν τη βιομηχανία της Κοινότητας.
24 Η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή αναφέρονται αμφότερες στη δομή και στους μηχανισμούς επιβολής και εισπράξεως των δασμών αντιντάμπινγκ για να αποδείξουν ότι τα μέτρα αντιντάμπινγκ δεν δημιουργούν οφειλές κρατών αλλά δασμούς ανάλογους με αυτούς που οφείλουν οι ιδιώτες που εισάγουν προϋόντα στην Κοινότητα.
25 Θεωρώ ότι τα επιχειρήματα αυτά είναι πειστικά. Συναφώς, για την ερμηνεία της κρίσιμης φράσεως, δηλαδή «καταγωγής Γιουγκοσλαβίας», πρέπει να ληφθεί υπόψη όχι μόνο η πρωταρχική της έννοια αλλά και τα συμφραζόμενα και οι σκοποί της αποφάσεως 2131/88 και το νομικό καθεστώς του οποίου αποτελεί μέρος (24). Η επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ, είτε γίνεται υπό μορφή κανονισμών στην περίπτωση μέτρων λαμβανομένων από την ΕΚ είτε υπό μορφή αποφάσεων στην περίπτωση μέτρων λαμβανομένων από την ΕΚΑΞ, σκοπεί τελικώς στην προστασία της κοινοτικής βιομηχανίας από τα προϋόντα που εισάγονται σε τιμή κατώτερη από την κανονική αξία τους και επομένως δύνανται να προξενήσουν ζημία στους κοινοτικούς παραγωγούς. Η επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ στους εισαγωγείς τέτοιων προϋόντων εμποδίζει την πρόκληση της ζημίας αυτής. Τα μέτρα αντιντάμπινγκ αφορούν ακριβώς τα προϋόντα και την προέλευσή τους: τα μέτρα λαμβάνονται κατά των εισαγωγών από συγκεκριμένη χώρα, συνήθως βάσει έρευνας επιλεγμένων παραγωγών. Η γεωγραφική προέλευση των προϋόντων είναι το μόνο κρίσιμο κριτήριο από εμπορική ή οικονομική άποψη: η μεταβολή των πολιτικών συνόρων ή της ονομασίας δεν έχει καθ' εαυτή καμία συνέπεια επί του οικονομικού σκοπού των δασμών αντιντάμπινγκ.
26 Η συνήθης πρακτική των κανονισμών ή των αποφάσεων αντιντάμπινγκ είναι να κατονομάζονται οι συγκεκριμένοι παραγωγοί των εμπορευμάτων στα οποία επιβάλλονται οι δασμοί αντιντάμπινγκ. Εν τούτοις, όπως προκύπτει από το άρθρο 13, παράγραφος 2, της βασικής αποφάσεως, όταν ομάδα παραγωγών αποτελεί αντικείμενο δασμών αντιντάμπινγκ αλλά είναι αδύνατον στην πράξη να κατονομαστεί κάθε ένας παραγωγός χωριστά, μπορεί να γίνει χρήση γενικότερου όρου που να δείχνει την εδαφική προέλευση (είναι ενδεικτικό ότι η βασική απόφαση αναφέρει «χώρα» και όχι «κράτος»). Η χρήση γεωγραφικού ή εδαφικού όρου για να καθοριστούν συνοπτικά όλοι οι παραγωγοί συγκεκριμένων εμπορευμάτων, οι οποίοι δρούν στην περιοχή αυτή, ουδαμώς αλλοιώνει τον θεμελιώδη χαρακτήρα της αποφάσεως για την επιβολή οριστικού δασμού, δηλαδή ως πράξεως αφορώσας τα εισαγόμενα από μια συγκεκριμένη περιοχή προϋόντα.
27 Επομένως, η χρησιμοποίηση της προελεύσεως από το έδαφος ενός κράτους ως περιγραφικής ονομασίας προσδιορίζουσας το προϋόν δεν επαρκεί για να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη σχέσεως με υποχρεώσεις δημοσίου διεθνούς δικαίου. Είναι αληθές ότι οι εκπρόσωποι της χώρας εξαγωγής έχουν δικαίωμα να προειδοποιούνται για την απόφαση της Επιτροπής να κινήσει διαδικασία αντιντάμπινγκ (25) και οι εκπρόσωποι αυτοί έχουν και άλλα δικαιώματα κατά τη διαδικασία (26). Αν βέβαια τα δικαιώματα αυτά παραβιασθούν, μπορεί να τεθούν ζητήματα δημοσίου διεθνούς δικαίου, όπως το ζήτημα του ποιος είναι κυβερνητικός εκπρόσωπος και από πότε, στα ερωτήματα δε αυτά πρέπει να δοθεί απάντηση βάσει των αρχών περί αναγνωρίσεως κρατών και κυβερνήσεων καθώς και περί διαδοχής κρατών (27). Πάντως, εν προκειμένω δεν τίθεται κανένα τέτοιο ζήτημα· η διαδικασία δεν αμφισβητείται καθ' εαυτή και το ζήτημα της ερμηνείας αφορά μόνον τις εκτελεστικές διατάξεις της αποφάσεως στην οποία κατέληξε η εν λόγω διαδικασία και η οποία παραμένει πράξη αφορώσα προϋόντα συγκεκριμένης προελεύσεως.
28 Τέλος, έχω πειστεί ότι από την απορρέουσα από την τροποποιηθείσα απόφαση αλλαγή ορολογίας δεν προκύπτει κανένα στοιχείο ικανό να μεταβάλει την προαναφερθείσα ανάλυση.
29 Πρώτον, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, η απόφαση για την επιβολή οριστικού δασμού τυγχάνει εν πάση περιπτώσει εφαρμογής μέχρις ότου πραγματοποιηθεί τυχόν αναθεώρηση: βλ. άρθρο 14, παράγραφος 2, της βασικής αποφάσεως.
30 Δεύτερον, οι αλλαγές που περιέχονται στην τροποποιηθείσα απόφαση και οι οποίες αντικατοπτρίζουν τη δυνατότητα μεγαλύτερης γεωγραφικής σαφήνειας, κατόπιν της επενεξετάσεως της Επιτροπής (η οποία κατέδειξε ότι δεν υφίστανται προϋόντα σιδηρουργίας καταγωγής των Δημοκρατιών της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης ή της Κροατίας που να αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ), και τη συνεχιζόμενη διάσπαση της ΟΣΔΓ ουδόλως επιδρούν επί της πριν από τις εν λόγω τροποποιήσεις ερμηνείας της αποφάσεως για την επιβολή οριστικού δασμού.
31 Συνεπώς, τα επιχειρήματα των εναγουσών περί διαδοχής κρατών είναι, ως επί το πλείστον, αλυσιτελή· από τη στιγμή που καταστεί σαφές τι εξυπηρετεί η ορολογία της αποφάσεως 2131/88, δηλαδή ότι είναι ένα μέσο χρησιμοποιήσεως των εδαφικών ή γεωγραφικών συνόρων κρατών για λόγους συντομίας και μόνο, ώστε να μη χρειάζεται ο προσδιορισμός κάθε παραγωγού ο οποίος δρα εντός των συνόρων αυτών, είναι προφανές ότι η ορολογία αυτή ουδαμώς αλλοιώνει τη φύση των μέτρων αντιντάμπινγκ, τα οποία αφορούν οπωσδήποτε το προϋόν.
32 Η χρησιμοποίηση της συνοπτικής αυτής περιγραφής δεν μεταβάλλει ένα κατ' ουσίαν δασμολογικό μέτρο σε συναλλαγή μεταξύ κρατών· οι δασμοί αντιντάμπινγκ δεν συνιστούν οφειλές Δημοσίου. Μολονότι τα αδικαιολόγητα μέτρα αντιντάμπινγκ μπορεί κάλλιστα να έχουν συνέπειες από απόψεως διεθνού δικαίου, τα συνήθη μέτρα τα συνάδοντα με τον κώδικα αντιντάμπινγκ δεν αφορούν τις σχέσεις μεταξύ κρατών και δεν θέτουν συναφώς κανένα ζήτημα. Επομένως, δεν χρειάζεται να εξετάσω επί της ουσίας την επιχειρηματολογία των εναγουσών περί διαδοχής κρατών, η οποία φαίνεται να στηρίζεται στην άποψη ότι η ΟΔΓ είναι η μόνη διάδοχος των διεθνών υποχρεώσεων της ΟΣΔΓ. Θα προσέθετα ότι, από απόψεως διεθνούς δικαίου, η άποψη αυτή δεν είναι αυτονόητα ορθή. Πάντως, όπως προανέφερα, δεν θεωρώ ότι χρειάζεται να αναλυθεί το ζήτημα αυτό περαιτέρω για τους σκοπούς των προτάσεών μου.
Η ασφάλεια δικαίου
33 Το τελευταίο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι το ζήτημα της ασφαλείας δικαίου, δηλαδή το ζήτημα αν ο όρος «καταγωγής Γιουγκοσλαβίας» ήταν επαρκώς σαφής και ακριβής για να επιτρέπει την επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ σε όλα τα προϋόντα σιδήρου ή χάλυβα καταγωγής της πρώην ΟΣΔΓ, περιλαμβανομένης της ΠΓΔΜ. Κατ' ουσίαν η Επιτροπή και η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι, για την εν λόγω περίοδο, ο όρος «καταγωγής Γιουγκοσλαβίας» πρέπει να ερμηνευθεί ως «καταγωγής οποιουδήποτε κράτους διαδόχου της ΟΣΔΓ», περιλαμβανομένης συνεπώς της ΠΓΔΜ. Η ονομασία «Γιουγκοσλαβία», που χρησιμοποιείται στην απόφαση για την επιβολή οριστικού δασμού ως περιγραφικός όρος για ορισμένη εδαφική περιοχή, πρέπει να ερμηνευθεί ως καλύπτουσα συλλήβδην όλα τα κράτη αυτά.
34 Μολονότι δεν προκύπτει ότι οι ενάγουσες επικαλέστηκαν ρητώς την αρχή της ασφαλείας δικαίου, νομίζω ότι η ασφάλεια δικαίου είναι εγγενής στην επιχειρηματολογία τους, καθόσον συνιστά εναλλακτικό τρόπο προσεγγίσεως των επιχειρημάτων τους περί διαδοχής κρατών και περί της φερομένης συνέχειας μεταξύ ΟΣΔΓ και ΟΔΓ. Είναι επίσης εγγενής στο διατυπωθέν από το εθνικό δικαστήριο ερώτημα περί ερμηνείας. Ακόμη και αν γίνουν δεκτά τα επιχειρήματα της Επιτροπής και της Βελγικής Κυβερνήσεως περί της φύσεως των δασμών αντιντάμπινγκ και της μη λυσιτέλειας του ζητήματος της διαδοχής κρατών, παραμένει το ζήτημα αν το γεγονός ότι με την ονομασία «Γιουγκοσλαβία» πρέπει να νοούνται «όλα τα διάδοχα κράτη της ΟΣΔΓ» συνάδει προς την αρχή της ασφαλείας δικαίου.
35 Με την απόφαση Van Es Douane Agenten, η οποία αφορούσε εισφορές και εισαγωγικούς δασμούς επί γεωργικών προϋόντων, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«η αρχή της ασφάλειας δικαίου αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου (...) και απαιτεί να είναι σαφείς και ακριβείς οι διατάξεις με τις οποίες επιβάλλονται επιβαρύνσεις στους φορολογουμένους, ώστε αυτοί να μπορούν να γνωρίζουν σαφώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να λαμβάνουν τα ανάλογα μέτρα» (28).
36 Η ανωτέρω υπόθεση αφορούσε στην αντικατάσταση της παλαιάς ονοματολογίας του Κοινού Δασμολογίου με τη νέα Συνδυασμένη Ονοματολογία. Βάσει του παλαιού κανονισμού σχετικά με το Κοινό Δασμολόγιο, που κατέτασσε ορισμένα προϋόντα με βάση το καλαμπόκι σε συγκεκριμένες κατηγορίες, είχαν εκδοθεί ορισμένοι κανονισμοί. Όταν όμως καταργήθηκε η Ονοματολογία του Κοινού Δασμολογίου, ούτε οι κανονισμοί αυτοί αντικαταστάθηκαν ούτε οι ταξινομήσεις τις οποίες περιελάμβαναν τροποποιήθηκαν ούτως ώστε να συνάδουν προς την ορολογία της Συνδυασμένης Ονοματολογίας. Κατ' ουσίαν, το Δικαστήριο έπρεπε να αποφανθεί αν οι παλαιοί κανονισμοί μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την ανακατάταξη ορισμένων προϋόντων, τα οποία διαφορετικά θα απαλλάσσονταν των εισφορών και δασμών, ούτως ώστε να επιβληθούν επ' αυτών τέτοιου είδους επιβαρύνσεις. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή έπρεπε:
«να τροποποιήσει τυπικά τους κανονισμούς που εκδόθηκαν βάσει του [κανονισμού σχετικά με την ονοματολογία του Κοινού Δασμολογίου] και εξακολουθούν να παρουσιάζουν ενδιαφέρον μετά τη θέσπιση της Συνδυασμένης Ονοματολογίας και τούτο ώστε να μπορούν να γνωρίζουν σαφώς οι φορολογούμενοι τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να πράττουν τα δέοντα. Αν δεν γίνουν αυτές οι προσαρμογές, θα είναι ίσως δύσκολο για τους φορολογουμένους να γνωρίζουν με ακρίβεια τη νομική τους κατάσταση» (29).
37 Μολονότι η ούτως διατυπωθείσα αρχή φαίνεται αρκετά ευρεία ώστε να τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, η υπόθεση Van Es Douane Agenten, κατά τη γνώμη μου, διαφέρει κατά πολύ από την υπό κρίση υπόθεση. Στην υπόθεση εκείνη, η Επιτροπή ήταν ρητώς υποχρεωμένη να τροποποιήσει τη νομοθεσία και το Δικαστήριο έκρινε ότι η μη τροποποιηθείσα νομοθεσία δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής· επιπλέον, υφίστατο πραγματική αβεβαιότητα ως προς τη νομική κατάσταση, καθόσον υπήρχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των παλαιών και των νέων ταξινομήσεων, οι οποίες δεν επέτρεπαν στους ιδιώτες να γνωρίζουν τη νομική τους θέση. Στην παρούσα υπόθεση, αντιθέτως, δεν υφίστατο τέτοια ρητή υποχρέωση και, όπως θα αποδείξω κατωτέρω, η νομική θέση των εναγουσών ήταν για πολλούς λόγους ευκόλως διαγνώσιμη.
38 Πρώτον, κατά την άποψή μου, από τη διατύπωση της ίδιας της αποφάσεως 2131/88 και από το νομοθετικό της πλαίσιο προκύπτει σαφώς ότι τυγχάνει εφαρμογής στα επίδικα προϋόντα στην παρούσα υπόθεση. Η απόφαση 2767/86 (30), που πρώτη επέβαλε προσωρινούς δασμούς σε συγκεκριμένα προϋόντα «καταγωγής Γιουγκοσλαβίας», ανέφερε συγκεκριμένα τη Rudnici μεταξύ των εξαγωγέων που είχαν αποτελέσει αντικείμενο έρευνας (31). Η Rudnici περιλαμβανόταν στον κατάλογο των Γιουγκοσλάβων εξαγωγέων, των οποίων η ανάληψη υποχρεώσεων έναντι της Επιτροπής οδήγησε στη συνέχεια στην περάτωση της έρευνας αυτής (32). Η απόφαση 229/88 (33), η οποία επανέφερε σε ισχύ τον προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ επί των εν λόγω προϋόντων, ετύγχανε σαφώς εφαρμογής στη Rudnici, εφόσον ανέφερε ρητώς ότι η Επιτροπή ανακάλεσε την αποδοχή των αναφερομένων στην απόφαση 86/639 αναλήψεων υποχρεώσεων, περιλαμβανομένης της αναλήψεως υποχρεώσεων εκ μέρους της Rudnici (34). Συγχρόνως, η Επιτροπή κίνησε εκ νέου την έρευνα αντιντάμπινγκ. Είναι σαφές και από την ανακοίνωση περί επανεξετάσεως (35), η οποία αναφέρεται στους Γιουγκοσλάβους εισαγωγείς των οποίων οι αναλήψεις υποχρεώσεων είχαν γίνει δεκτές με την απόφαση 86/639, ότι η Rudnici περιλαμβανόταν στους εξαγωγείς που αποτελούσαν αντικείμενο της έρευνας. Μολονότι η απόφαση 2131/88 δεν αναφέρει ρητώς την Rudnici, είναι σαφές από τα προηγούμενα μέτρα που αναφέρονται στο προοίμιο και από τη συνεχή αναφορά «στους ενδιαφερόμενους/ή γνωστούς ως ενδιαφερομένους Γιουγκοσλάβους εξαγωγείς/παραγωγούς» ότι η απόφαση αυτή εφαρμοζόταν στα προϋόντα που παρήγε και εξήγε η Rudnici (36).
39 Δεύτερον, νομίζω ότι είναι εξίσου σαφές ότι η απόφαση περί επιβολής οριστικού δασμού είχε σκοπό να εφαρμοστεί σε όλο το έδαφος της ΟΣΔΓ, καθόσον, κατά τον χρόνο της εκπονήσεώς της και κατά τη διάρκεια των ερευνών και της επιβολής προσωρινών δασμών που κατέληξαν στην έκδοση της αποφάσεως 2131/88, η ονομασία «Γιουγκοσλαβία», που χρησιμοποίησαν τόσο η απόφαση 2131/88 όσο και οι προηγούμενες αυτής αποφάσεις, δεν μπορούσε να έχει καμία άλλη σημασία. Μολονότι το γιουγκοσλαβικό κράτος ή η ΟΣΔΓ έπαυσαν να υφίστανται, ο όρος αυτός εξυπηρετεί κατ' ουσίαν ακόμη τους ίδιους λόγους συνοπτικής περιγραφής όπως και προηγουμένως· καθορίζει ακριβώς την ίδια εδαφική ή γεωγραφική περιοχή (μολονότι σήμερα η «Γιουγκοσλαβία» θεωρείται κυρίως ως περιγραφικός όρος περιφερειακού ή ιστορικού χαρακτήρα, που καλύπτει συλλήβδην ένα σύνολο κρατών). Τα εδαφικά σύνορα ή το γεωγραφικό περιεχόμενο του περιγραφικού αυτού χαρακτηρισμού παραμένουν αμετάβλητα.
40 Όπως αποδείχθηκε ανωτέρω, το γεγονός ότι η απόφαση 2131/88 εφαρμοζόταν αναμφισβήτητα στα εισαγόμενα από κατασκευαστή εγκατεστημένο στη σημερινή ΠΓΔΜ προϋόντα, δηλαδή τη Rudnici, ενισχύει περαιτέρω την άποψη ότι η ονομασία «Γιουγκοσλαβία» που χρησιμοποιείται στην απόφαση 2131/88 σήμαινε όλα τα εδάφη της ΟΣΔΓ· εξάλλου, η απόφαση 2131/88 εφαρμοζόταν σαφώς και στα εισαγόμενα από επιχείρηση εγκατεστημένη στη σημερινή Σλοβενία προϋόντα (37).
41 Εξάλλου, δεν υπάρχει κανένα διάδοχο κράτος με το οποίο θα μπορούσε ευλόγως να δημιουργήσει σύγχυση ο όρος πρώην «Γιουγκοσλαβία» ή ΟΣΔΓ· πρέπει να δεχθούμε ότι η «Γιουγκοσλαβία» ισούται με τα πέντε διάδοχα κράτη της. Εν πάση περιπτώσει, το ίδιο το όνομα της «Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» υποδεικνύει σε οποιονδήποτε αγνοεί την ακριβή ιστορία της περιοχής αυτής ότι η ΠΓΔΓ ήταν προηγουμένως μία από τις δημοκρατίες που συνέθεταν την ΟΣΔΓ.
42 Τρίτον, και αυτό δεν είναι περίεργο ενόψει των προεκτεθέντων, τίποτε δεν αποδεικνύει ότι υφίσταται όντως σύγχυση ή αβεβαιότητα· αντίθετα απ' ό,τι στην υπόθεση Van Es Douane Agenten και στις προγενέστερες υποθέσεις Gondrand και Επιτροπή κατά Γαλλίας και Ηνωμένου Βασιλείου (38), ουδείς ισχυρίστηκε ότι υπήρξε ανατροπή των προσδοκιών ή γενική σύγχυση ως προς την έννοια της ονομασίας αυτής. Μολονότι είναι αληθές ότι, για να πληρούται η απαίτηση της ασφαλείας δικαίου, πρέπει να εφαρμόζονται αντικειμενικά κριτήρια, η απουσία κάθε συγχύσεως ή αβεβαιότητας είναι εντούτοις σημαντικό στοιχείο. Εν προκειμένω, όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη ενήργησαν προφανώς βάσει του ότι εξακολουθούσαν να οφείλονται δασμοί επί των προϋόντων που εισάγονταν από όλες τις Δημοκρατίες της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Οι ενάγουσες προέβαλαν αντιρρήσεις μόνον μετά την καταβολή των επιδίκων δασμών. Πράγματι, φαίνεται ότι η αγωγή ασκήθηκε μόνον λόγω των επελθουσών με την τροποποιηθείσα απόφαση μεταβολών της ορολογίας.
43 Κατά τη γνώμη μου, όλα τα προεκτεθέντα στοιχεία αποδεικνύουν ότι η απόφαση για την επιβολή οριστικού δασμού ήταν επαρκώς σαφής και ακριβής ώστε οι ενάγουσες να μπορούν να γνωρίζουν σαφώς την υποχρέωσή τους περί καταβολής δασμών αντιντάμπινγκ για τα προϋόντα τα οποία εισήγαγαν από τη ΠΓΔΜ κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου.
Πρόταση
44 Συνεπώς, νομίζω ότι στο υποβληθέν από το Rechtbank van eerste aanleg te Antwerpen ερώτημα πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«Οι δασμοί αντιντάμπινγκ οι οποίοι, κατ' εφαρμογήν της αποφάσεως 2131/88/ΕΚΑΞ της Επιτροπής, της 18ης Ιουλίου 1988, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων φύλλων από σίδηρο ή χάλυβα καταγωγής Γιουγκοσλαβίας και για την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ που έχει επιβληθεί στις εισαγωγές αυτές, έπρεπε να εισπραχθούν επί των εισαγωγών προϋόντων σιδήρου ή χάλυβα "καταγωγής Γιουγκοσλαβίας" επιβάλλονται και στα ομοειδή προϋόντα σιδήρου ή χάλυβα καταγωγής της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας που εισήχθησαν μεταξύ 1ης Μαου 1992 και 31ης Ιουλίου 1992.»
(1) - Απόφαση 2131/88/ΕΚΑΞ της Επιτροπής, της 18ης Ιουλίου 1988, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων φύλλων από σίδηρο ή χάλυβα καταγωγής Γιουγκοσλαβίας και για την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ που έχει επιβληθεί στις εισαγωγές αυτές (EE L 188, σ. 14).
(2) - Σύσταση 77/329/ΕΚΑΞ της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1977, σχετικά με την άμυνα κατά των πρακτικών «ντάμπινγκ», πριμοδοτήσεων ή επιχορηγήσεων από χώρες μη μέλη της Ευρωπαϋκής Κοινότητας Άνθρακα και Ξάλυβα (EE L 114, σ. 6).
(3) - Απόφαση της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 1984, σχετικά με την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων από χώρες μη μέλη της Ευρωπαϋκής Κοινότητας Άνθρακα και Ξάλυβα (EE L 201, σ. 17). Η απόφαση αυτή καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με την απόφαση 2424/88/ΕΚΑΞ της Επιτροπής, της 29ης Ιουλίου 1988, σχετικά με την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και επιδοτήσεων από χώρες μη μέλη της Ευρωπαϋκής Κοινότητας Άνθρακα και Ξάλυβα (EE L 209, σ. 18), οι κρίσιμες διατάξεις της οποίας συμπίπτουν κατ' ουσίαν με τις αντίστοιχες διατάξεις της προαναφερθείσας βασικής αποφάσεως. Η απόφαση αυτή αντικαταστάθηκε από τις 2 Δεκεμβρίου 1996 με την απόφαση 2277/96/ΕΚΑΞ της Επιτροπής, της 28ης Νοεμβρίου 1996, σχετικά με την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ από χώρες μη μέλη της Ευρωπαϋκής Κοινότητας Άνθρακα και Ξάλυβα (EE L 308, σ. 11).
(4) - Όγδοη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως 2177/84, προαναφερθείσας στην υποσημείωση 3.
(5) - Άρθρο 9.
(6) - Άρθρο 10.
(7) - Άρθρο 11.
(8) - Άρθρο 12.
(9) - EE 1986, C 38, σ. 3.
(10) - Απόφαση της Επιτροπής της 5ης Σεπτεμβρίου 1986 για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές ορισμένων φύλλων από σίδηρο ή χάλυβα καταγωγής Γιουγκοσλαβίας (EE L 254, σ. 18).
(11) - Άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2.
(12) - Δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη.
(13) - Απόφαση 86/639/ΕΚΑΞ της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1986, για την αποδοχή της αναλήψεως υποχρεώσεων που προτάθηκε όσον αφορά τη διαδικασία αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές ορισμένων φύλλων από σίδηρο ή χάλυβα, καταγωγής Γιουγκοσλαβίας, και για την περάτωση της έρευνας (EE 1986, L 371, σ. 84).
(14) - Απόφαση της Επιτροπής, της 25ης Ιανουαρίου 1988 για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές ορισμένων φύλλων από σίδηρο ή χάλυβα καταγωγής Γιουγκοσλαβίας (EE L 23, σ. 13). Η απόφαση 229/88 τροποποιήθηκε με την απόφαση 980/88/ΕΚΑΞ της Επιτροπής, της 13ης Απριλίου 1988 (EE L 98, σ. 33), προκειμένου να ληφθεί υπόψη η τροποποίηση της περιγραφής και κατατάξεως των εν λόγω προϋόντων κατόπιν της νέας Συνδυασμένης Ονοματολογίας του Κοινού Δασμολογίου, και με την απόφαση 1321/88/ΕΚΑΞ της Επιτροπής, της 11ης Μαου 1988 (EE L 123, σ. 20), η οποία παρέτεινε την ισχύ του επιβληθέντος προσωρινού δασμού.
(15) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 1.
(16) - Άρθρο 3.
(17) - Άρθρο 15, παράγραφος 1, της βασικής αποφάσεως.
(18) - Βλ. άρθρο 3.
(19) - Απόφαση της Επιτροπής της 31ης Ιουλίου 1992 περί τροποποιήσεως της αποφάσεως 2131/88/ΕΚΑΞ, περί αποδοχής των αναλήψεων υποχρεώσεων που έχουν προταθεί σχετικά με τις εισαγωγές ορισμένων φύλλων από σίδηρο ή χάλυβα καταγωγής της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και των Γιουγκοσλαβικών Δημοκρατιών της Μακεδονίας, του Μαυροβουνίου και της Σερβίας και περί περατώσεως της διαδικασίας αντιντάμπινγκ όσον αφορά τη Δημοκρατία της Κροατίας και τη Δημοκρατία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (EE L 221, σ. 36).
(20) - Άρθρο 1, παράγραφος 1, της τροποποιηθείσας αποφάσεως. Τα εν λόγω προϋόντα δεν κατασκευάζονταν ή εξάγονταν προς την Κοινότητα από τη Δημοκρατία της Κροατίας ή τη Δημοκρατία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή έκρινε ότι η αφορώσα τις χώρες αυτές διαδικασία μπορούσε να περατωθεί χωρίς τη λήψη μέτρων άμυνας: βλ. το σημείο 34 και το άρθρο 2 της αποφάσεως 2297/92.
(21) - Άρθρο 1, παράγραφος 2.
(22) - Άρθρο 1, παράγραφος 3.
(23) - Βλ. τις γνωμοδοτήσεις της επιτροπής διαιτησίας της συνδιασκέψεως για την ειρήνη στη Γιουγκοσλαβία (επιτροπή Badinter) επί των ζητημάτων που ανέκυψαν από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, που περιλαμβάνονται στο International Legal Materials, τόμος XXXI, σ. 1488 (1992), και συγκεκριμένα τη γνωμοδότηση υπ' αριθ. 8, σ. 1521, τέταρτη αιτιολογική σκέψη, σ. 1523. Για περισσότερες λεπτομέρειες όσον αφορά τις πολιτικές εξελίξεις μετά την κήρυξη της ανεξαρτησίας της ΠΓΔΜ, βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση C-120/94, Επιτροπή κατά Ελλάδος (διάταξη της 19ης Μαρτίου 1996, Συλλογή 1996, σ. Ι-1513, συγκεκριμένα σημεία 2 έως 17 των προτάσεων). Επιλογή των κυριοτέρων διεθνών εγγράφων σχετικά με την κατάσταση στην πρώην Γιουγκοσλαβία δημοσιεύθηκε στο International Legal Materials, τόμος XXXI, σ. 1421 έως 1594.
(24) - Αποφάσεις της 30ής Ιουλίου 1996, C-84/95, Bosphorus (Συλλογή 1996, σ. Ι-3953, σκέψη 11), και της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-83/94, Leifer κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. Ι-3231, σκέψη 22).
(25) - Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, της βασικής αποφάσεως.
(26) - Άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχεία αα και ββ.
(27) - Το Πρωτοδικείο έθιξε ορισμένα από τα ζητήματα αυτά με την απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1995, Τ-164/94, Ferchimex κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-2681, συγκεκριμένα σκέψη 155).
(28) - Απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1996, C-143/93, Van Es Douane Agenten (Συλλογή 1996, σ. Ι-431, σκέψη 27). Βλ. επίσης τις αποφάσεις της 9ης Ιουλίου 1981, 169/80, Gondrand Frθres και Garancini (Συλλογή 1981, σ. 1931), και της 22ας Φεβρουαρίου 1989, 92/87 και 93/87, Επιτροπή κατά Γαλλίας και Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1989, σ. 405).
(29) - Σκέψη 29 της αποφάσεως.
(30) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 10.
(31) - Δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη.
(32) - Άρθρο 1 της αποφάσεως 86/639, προαναφερθείσας στην υποσημείωση 13.
(33) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 14.
(34) - Όγδοη αιτιολογική σκέψη.
(35) - ΕΕ 1988 C 22, σ. 10.
(36) - Βλ., π.χ., αιτιολογικές σκέψεις 1, 4, 5, 9, 11, 16, 18, 19, 22 και 25.
(37) - Βλ. τις αναφορές που έγιναν στη Zelezarna στις ίδιες διατάξεις που αναφέρονται στη Rudnici, προαναφερθείσες στις υποσημειώσεις 31 έως 36.
(38) - Αποφάσεις προαναφερθείσες στην υποσημείωση 28.
Full & Egal Universal Law Academy