Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Εισαγωγή
1 Στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως η Επιτροπή ζήτησε την αναίρεση της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (στο εξής: Πρωτοδικείο) στις 28 Μαρτίου 1996 στην υπόθεση Τ-40/95, V κατά Επιτροπής (1), με την οποία το Πρωτοδικείο ακύρωσε, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, την απόφαση της Επιτροπής της 18ης Ιανουαρίου 1995 περί οριστικής παύσεως του V.
Η εφαρμοστέα κοινοτική ρύθμιση
2 Το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ ορίζει τα εξής:
«Οι κανονισμοί, οι οδηγίες και οι αποφάσεις που εκδίδονται από το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, καθώς και οι κανονισμοί, οι οδηγίες και οι αποφάσεις του Συμβουλίου ή της Επιτροπής, πρέπει να αιτιολογούνται και να αναφέρονται στις προτάσεις ή γνώμες που απαιτούνται κατά την παρούσα Συνθήκη.»
3 Το άρθρο 25, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ) ορίζει τα εξής:
«Κάθε ατομική απόφαση που λαμβάνεται κατ' εφαρμογή του παρόντος κανονισμού πρέπει να κοινοποιείται εγγράφως στον ενδιαφερόμενο. Κάθε απόφαση σε βάρος υπαλλήλου πρέπει να είναι αιτιολογημένη.»
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως
4 Στην απόφασή του το Πρωτοδικείο εξέθεσε τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως ως εξής:
«1 Ο V είναι πρώην υπάλληλος βαθμού C 3 της Επιτροπής (...).
2 Στις 24 Μαου 1991, [ο V], καθώς και η σύζυγός του και ένας από τους συναδέλφους του, ο Κ., έλαβαν μέρος στις γραπτές εξετάσεις επί θεμάτων λογιστικής και ελέγχου του γενικού διαγωνισμού EUR/B/21 (...) που είχε οργανωθεί από κοινού από την Επιτροπή και το Ελεγκτικό Συνέδριο. Με έγγραφο της 10ης Ιουλίου 1991 που απηύθυνε στην εξεταστική επιτροπή του επίμαχου διαγωνισμού ένας από τους διορθωτές των γραπτών εξετάσεων επισήμανε ομοιότητες στη σύνταξη των απαντήσεων των τριών υποψηφίων όσον αφορά ορισμένες ερωτήσεις λογιστικής και ελέγχου, καθώς και ομοιότητες μεταξύ ορισμένων απαντήσεων και του εγχειριδίου ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
3 Με έγγραφο της 19ης Φεβρουαρίου 1992, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) γνωστοποίησε στον V την ληφθείσα αυθημερόν απόφασή της, αφενός, να κινήσει κατ' αυτού πειθαρχική διαδικασία για τον λόγο ότι υπήρχαν υποψίες ότι είχε συνεργαστεί, κατά τη διάρκεια του διαγωνισμού EUR/B/21, με δύο άλλους υποψηφίους (...).
6 (...) [Ο V] ομολόγησε ότι είχε εγχειρίσει, κατά τη διάρκεια των γραπτών εξετάσεων του διαγωνισμού EUR/B/21, τα πρόχειρα σημειώματά του, υπό μορφή αντιγράφων με καρμπόν, τόσο στη σύζυγό του όσο και στον Κ. Αρνήθηκε εν τούτοις ότι είχε λάβει γνώση των ερωτήσεων και/ή των υποδειγμάτων των ορθών απαντήσεων των γραπτών εξετάσεων πριν από τις εξετάσεις της 24ης Μαου 1991.
7 Στις 17 Φεβρουαρίου 1993 η ΑΔΑ αποφάσισε (...) να ζητήσει τη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου (...).
8 Στις 11 Ιουνίου 1993, το πειθαρχικό συμβούλιο (...) συνέστησε στην ΑΔΑ να επιβάλει [στον V] την ποινή της επιπλήξεως. Το πειθαρχικό συμβούλιο διαπίστωσε ότι [ο V] είχε παραβεί τις εκ του ΚΥΚ υποχρεώσεις του, ενόψει του γεγονότος ότι ομολόγησε ότι είχε εγχειρίσει, κατά τη διάρκεια των γραπτών εξετάσεων, πρόχειρα σημειώματα σε δύο υποψηφίους, χωρίς όμως να εμμείνει στην αιτίαση, την οποία θεώρησε ως μη αποδειχθείσα, ότι είχε λάβει γνώση εκ των προτέρων των ερωτήσεων και/ή των υποδειγμάτων των ορθών απαντήσεων.
9 (...) στις 28 Ιουλίου 1993 πραγματοποιήθηκε ακρόαση του Κ. από την ΑΔΑ. Κατά την ακρόαση αυτή ο Κ. δήλωσε ότι είχε πληροφορηθεί από τον ίδιο [τον V], την παραμονή των γραπτών εξετάσεων, ότι ο τελευταίος είχε στη διάθεσή του τις ερωτήσεις που θα ετίθεντο στις εξετάσεις. Οι ερωτήσεις τού είχαν δοθεί από ένα δίκτυο, που υφίστατο εντός της υπηρεσίας ασφαλείας στο Λουξεμβούργο, το οποίο φαίνεται ότι έδινε πληροφορίες σχετικά με τις εξετάσεις των διαγωνισμών σε περιορισμένο αριθμό προσώπων (...).
10 Με υπηρεσιακό σημείωμα της 17ης Σεπτεμβρίου 1993, η ΑΔΑ γνωστοποίησε [στον V] την απόφασή της να αναστείλει προσωρινώς την κινηθείσα κατ' αυτού πειθαρχική διαδικασία, προκειμένου να συνεχιστεί η διοικητική ανάκριση "ενόψει των νέων γεγονότων που αποκαλύφθηκαν κατά τις πρόσφατες ακροάσεις" (...).
11 Με συμπληρωματική έκθεση της 5ης Νοεμβρίου 1993, η ΑΔΑ κίνησε εκ νέου την πειθαρχική διαδικασία κατά του V (...).
15 (...) το πειθαρχικό συμβούλιο εξέδωσε δεύτερη γνωμοδότηση στις 11 Οκτωβρίου 1994, το τελευταίο τμήμα της οποίας περιελάμβανε τα εξής:
"Το πειθαρχικό συμβούλιο:
(...) επειδή η πλειοψηφία των μελών του πειθαρχικού συμβουλίου κατέληξε στην πεποίθηση ότι ο V γνώριζε τις ερωτήσεις πριν από τις εξετάσεις·
(...) συνιστά, κατά πλειοψηφία, στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να επιβάλει στον V την πειθαρχική ποινή του άρθρου 86, παράγραφος 2, στοιχείο εε, του ΚΥΚ, ήτοι τον υποβιβασμό στον βαθμό C 4, με ταυτόχρονη διατήρηση του κλιμακίου του."
16 (...) στις 18 Ιανουαρίου 1995 η ΑΔΑ εξέδωσε απόφαση με την οποία επέβαλε [στον V] την πειθαρχική ποινή που προβλέπεται από το άρθρο 86, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, του ΚΥΚ, δηλαδή την οριστική παύση, με ισχύ από 1ης Μαρτίου 1995. Η αιτιολογία της αποφάσεως περιλαμβάνει τα εξής:
(...)
επειδή τόσο από τις εκθέσεις ακροάσεως του V όσο και από τις γνωμοδοτήσεις του πειθαρχικού συμβουλίου προκύπτει ότι ο V ομολόγησε ότι εγχείρισε κατά τη διάρκεια των γραπτών εξετάσεων πρόχειρα σημειώματα στον Κ. (...)·
επειδή η συμπεριφορά του V επιβαρύνεται ενόψει των περιστάσεων που περιγράφονται κατωτέρω·
επειδή από τα γραπτά του Κ. προκύπτει ότι η απάντησή του (...) παρουσιάζει μεγάλες ομοιότητες με την απάντηση του V·
(...)
επειδή από τον φάκελο προκύπτει ότι τα στοιχεία της απαντήσεως δεν είναι δυνατόν να έχουν ληφθεί από το εγχειρίδιο ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου (...)·
(...) επιβάλλεται, κατά συνέπεια, η διαπίστωση ότι ο V είχε στη διάθεσή του το υπόδειγμα ορθής απαντήσεως (...) και τούτο οπωσδήποτε πριν εισέλθει στην αίθουσα διεξαγωγής του διαγωνισμού· επωφελήθηκε, επομένως, από διαρροή θεμάτων·
επειδή ο V προσπάθησε κατά τον τρόπο αυτό εσκεμμένως να νοθεύσει τα αποτελέσματα του γενικού διαγωνισμού, παραβιάζοντας την αρχή κατά την οποία οι υποψήφιοι για θέσεις της ευρωπαϋκής δημοσιοϋπαλληλίας πρέπει να απολαύουν ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τις εξετάσεις των εν λόγω γενικών διαγωνισμών·
επειδή η συμπεριφορά αυτή εγκυμονούσε σοβαρό κίνδυνο επιτυχίας στις εξετάσεις του γενικού αυτού διαγωνισμού υποψηφίων οι οποίοι δεν διέθεταν, στην πραγματικότητα, τις απαιτούμενες επαγγελματικές γνώσεις, πράγμα που θα είχε ως συνέπεια τόσο να ζημιωθούν οι λοιποί υποψήφιοι όσο και να θιγούν τα συμφέροντα του οργάνου·
επειδή, αρνούμενος να παράσχει οποιοδήποτε στοιχείο σχετικά με την πηγή που του προμήθευσε το σχετικό υπόδειγμα της ορθής απαντήσεως, παρέβη το καθήκον του συνεργασίας για την ανεύρεση, προς το συμφέρον του οργάνου, της αλήθειας·
επειδή ο V, πρώην επιθεωρητής της βελγικής αστυνομίας και πρώην υπάλληλος της υπηρεσίας ασφαλείας (...) ασκούσε εξαιρετικώς υπεύθυνα και εμπιστευτικά καθήκοντα·
επειδή το όργανο δικαιούται να αναμένει από τους υπαλλήλους του και, ειδικότερα, από πρώην υπάλληλο της υπηρεσίας ασφαλείας, ως εκ της φύσεως των ασκουμένων καθηκόντων, την επίδειξη άκρας εντιμότητας·
λαμβάνοντας υπόψη την εξαιρετική βαρύτητα της συμπεριφοράς του V, ο οποίος καταχράστηκε της εμπιστοσύνης που πρέπει να επικρατεί μεταξύ του υπαλλήλου και του κοινοτικού του οργάνου·
επειδή για τους λόγους αυτούς και λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των συνθηκών της υπό κρίση υποθέσεως καθίσταται αναγκαία και δικαιολογημένη η επιβολή στον V ποινής αυστηρότερης της πειθαρχικής ποινής που συνέστησε το πειθαρχικό συμβούλιο.»
Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου
5 Στις 17 Φεβρουαρίου 1995 ο V άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως. Επικαλέστηκε πέντε λόγους ακυρώσεως προς στήριξη της προσφυγής του. Ενόψει των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι έπρεπε να προβεί κατ' αρχάς στην εξέταση του τελευταίου λόγου ακυρώσεως του V, ο οποίος αντλήθηκε από την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και από την ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως.
6 Το Πρωτοδικείο έκρινε τα εξής:
«35 Επιβάλλεται να υπομνησθεί, κατ' αρχάς, ότι από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου προκύπτει ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως μιας βλαπτικής αποφάσεως σκοπεί, αφενός, στο να παρασχεθούν στον ενδιαφερόμενο τα στοιχεία που είναι αναγκαία ώστε να γνωρίζει αυτός αν η απόφαση είναι ή όχι βάσιμη και, αφετέρου, στο να καταστήσει δυνατό τον σχετικό δικαστικό έλεγχο (...).
36 Όταν η ΑΔΑ επιβάλλει σε υπάλληλο πειθαρχική ποινή, από την αιτιολογία της αποφάσεώς της πρέπει να καταφαίνονται, κατά τρόπο ακριβή, τα γεγονότα που καταλογίστηκαν στον υπάλληλο καθώς και οι σκέψεις που οδήγησαν την ΑΔΑ στην επιλεγείσα ποινή. Εξάλλου, αν, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, η επιβληθείσα από την ΑΔΑ ποινή είναι αυστηρότερη της προταθείσας από το πειθαρχικό συμβούλιο, στη ληφθείσα απόφαση πρέπει να διευκρινίζονται, κατά τρόπο λεπτομερή, οι λόγοι που ώθησαν την ΑΔΑ να αποστεί από την γνωμοδότηση του πειθαρχικού συμβουλίου (...).
40 (...) το στοιχείο που, κατ' ουσίαν, αποτέλεσε τον καθοριστικό παράγοντα, τόσο για το πειθαρχικό συμβούλιο όσο και για την ΑΔΑ, στην εκτίμηση του βαθμού της βαρύτητας των προσαφθεισών [στον V] πράξεων είναι το γεγονός ότι [ο V] φέρεται να διέθετε, πριν από τις εξετάσεις, το υπόδειγμα των ορθών απαντήσεων.
41 Όμως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η ΑΔΑ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά του V επιβαρύνθηκε περισσότερο σε σχέση με αυτή που διαπίστωσε το πειθαρχικό συμβούλιο χωρίς ωστόσο να διασαφηνίσει, κατά τρόπο λεπτομερή, μέσω συμπληρωματικής αιτιολογίας, τους λόγους που την οδήγησαν να αποστεί από τη διατυπωθείσα από το πειθαρχικό συμβούλιο γνώμη.
(...)
50 (...) οι περιστάσεις που επικαλείται η ΑΔΑ δεν δικαιολογούν, εν προκειμένω, την επιβολή από την ΑΔΑ [στον V] της ποινής της οριστικής παύσεως και όχι της ποινής του υποβιβασμού που προτάθηκε από το πειθαρχικό συμβούλιο.
51 (...) η απόφαση έπρεπε να περιλαμβάνει λεπτομερή αιτιολογία και να μνημονεύει τους λόγους που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την άρνηση της ΑΔΑ να λάβει υπόψη τις ελαφρυντικές περιστάσεις που ώθησαν το πειθαρχικό συμβούλιο στην επιλογή της προταθείσας από αυτό ποινής.
(...)
53 Ενόψει των προηγουμένων σκέψεων πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλομένη απόφαση για ανεπάρκεια αιτιολογίας, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως και επιχειρημάτων που προέβαλε [ο V].»
Λόγοι αναιρέσεως και επιχειρήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου
7 Στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η Επιτροπή ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου στηριζόμενη σε τρεις λόγους. Η Επιτροπή υποστήριξε, κατ' αρχάς, ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Υποστήριξε, δεύτερον, ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που η ΑΔΑ δέχθηκε ως επιβαρυντικά με την επίδικη απόφαση. Κατά την άποψη της Επιτροπής, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα, καθόσον έκρινε ότι η επίδικη απόφαση έπρεπε να λάβει θέση επί των ελαφρυντικών περιστάσεων που επισήμανε το πειθαρχικό συμβούλιο. Τέλος, η Επιτροπή υποστήριξε, τρίτον, ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση του μέτρου αποδείξεως που απαιτείται για τη θεμελίωση πειθαρχικής παραβάσεως.
8 Ο V υποστήριξε ότι από το άρθρο 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, καθόσον αφορά αμιγώς εκτιμήσεις πραγματικών περιστατικών, είναι απαράδεκτη. Επικουρικώς, ο V ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως αβάσιμης.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως της Επιτροπής
9 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η κρίση του Πρωτοδικείου ότι η αιτιολογία της επίδικης αποφάσεως είναι ανεπαρκής στερείται ερείσματος. Η Επιτροπή ανέφερε συναφώς ότι το Πρωτοδικείο επέβαλε αυστηρότερες απαιτήσεις σε σχέση με τα συμφέροντα που εξυπηρετεί η υποχρέωση αιτιολογήσεως, ήτοι την παροχή στον ενδιαφερόμενο και στον δικαστή της δυνατότητας να ελέγξουν αν τα προβληθέντα πραγματικά περιστατικά μπορούν να δικαιολογήσουν την επιβληθείσα ποινή.
Εν προκειμένω, η υποχρέωση αιτιολογήσεως τηρήθηκε απολύτως, καθόσον η απόφαση της ΑΔΑ μνημονεύει ρητώς τους λόγους για τους οποίους η ΑΔΑ αποφάσισε να επιβάλει στον V ποινή βαρύτερη της προταθείσας από το πειθαρχικό συμβούλιο. Το Πρωτοδικείο δεν εκτίμησε συναφώς τη διαφορά μεταξύ της βλάβης που προκύπτει από την ανεπάρκεια της αιτιολογίας και της βλάβης που θα μπορούσε ενδεχομένως να προκύψει από το αβάσιμο των λόγων που όντως προβλήθηκαν για να δικαιολογήσουν την απόφαση. Η Επιτροπή δεν αγνόησε τις ελαφρυντικές περιστάσεις στην υπόθεση, αλλά δεν τις μνημόνευσε στην επίδικη απόφαση διότι αυτές καλύφθηκαν εν προκειμένω από τις επιβαρυντικές περιστάσεις.
10 Ο V ισχυρίστηκε ότι ο λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής σχετικά με το περιεχόμενο της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως είναι απαράδεκτος, στο μέτρο που η Επιτροπή επιδιώκει στην πραγματικότητα να προκαλέσει νέο χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο, πράγμα το οποίο αντιβαίνει στο άρθρο 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου. Επί της ουσίας, ο V ισχυρίστηκε ότι το Πρωτοδικείο ορθώς διαπίστωσε την παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, μεταξύ άλλων, η ΑΔΑ δεν έλαβε υπόψη τις ελαφρυντικές περιστάσεις που επισήμανε το πειθαρχικό συμβούλιο.
Παραδεκτό
11 Το Δικαστήριο, με την απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1997, C-166/95 P, Επιτροπή κατά Daffix (2) (στο εξής: απόφαση Daffix), η οποία αφορούσε επίσης την υποχρέωση αιτιολογήσεως στην περίπτωση κατά την οποία η ΑΔΑ επιβάλλει σε υπάλληλο πειθαρχική ποινή βαρύτερη εκείνης την οποία είχε συστήσει το πειθαρχικό συμβούλιο, είπε τα εξής:
«(...) η αιτιολογία μιας βλαπτικής αποφάσεως πρέπει να παρέχει στον κοινοτικό δικαστή τη δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχο της νομιμότητάς της και να παρέχει στον ενδιαφερόμενο τις αναγκαίες ενδείξεις ώστε να γνωρίζει αν η απόφαση είναι βάσιμη (...).
Κατά συνέπεια, οι λόγοι που στηρίζονται στην έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολογίας, η οποία εμποδίζει τον εν λόγω δικαστικό έλεγχο, αποτελούν λόγους δημοσίας τάξεως τους οποίους ο κοινοτικός δικαστής όχι μόνο μπορεί αλλά και οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως (...).
Επομένως, αφού οι λόγοι αυτοί μπορούν να εξετάζονται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας (...)» (σκέψεις 23, 24 και 25).
12 Στην απόφαση Daffix το Δικαστήριο διαπίστωσε, επομένως, ότι ήταν αρμόδιο να αποφανθεί, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, επί του ζητήματος κατά πόσον το Πρωτοδικείο εκτίμησε εσφαλμένα την υποχρέωση αιτιολογήσεως που απορρέει από το άρθρο 190 της Συνθήκης και από το άρθρο 25 του ΚΥΚ, καθόσον η εκτίμηση αυτή συνιστά νομικό ζήτημα. Ο έλεγχος της νομιμότητας μιας αποφάσεως που ασκεί στο πλαίσιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε το Πρωτοδικείο για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αιτιολογία είναι επαρκής ή ανεπαρκής.
13 Φρονώ, κατά συνέπεια, ότι η ένσταση απαραδέκτου του V δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
Επί της ουσίας
14 Το Πρωτοδικείο έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι έπρεπε να προβεί κατ' αρχάς στην εξέταση του προβληθέντος από τον V λόγου ακυρώσεως που αντλήθηκε από την «παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και από την ανεπάρκεια της αιτιολογίας». Αφού υπενθύμισε τη σχετική με την υποχρέωση αιτιολογήσεως νομολογία, το Πρωτοδικείο ανέφερε, στη σκέψη 37, ότι όφειλε να εξετάσει αν η υποχρέωση αιτιολογήσεως είχε εν προκειμένω τηρηθεί. Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως στις σκέψεις 38 έως 42. Στις σκέψεις 43 έως 50 το Πρωτοδικείο εξέτασε αν οι περιστάσεις που δέχθηκε η ΑΔΑ μπορούσαν να δικαιολογήσουν την επιβολή βαρύτερης πειθαρχικής ποινής από την προταθείσα από το πειθαρχικό συμβούλιο. Στη σκέψη 51 το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η απόφαση έπρεπε να περιλαμβάνει λεπτομερή αιτιολογία και να μνημονεύει τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ενδεχόμενες ελαφρυντικές περιστάσεις. Στη σκέψη 52 το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η απόφαση δεν περιελάμβανε επαρκή αιτιολογία ώστε να δικαιολογείται η επιλογή πειθαρχικής ποινής διαφορετικής από εκείνη που είχε προτείνει το πειθαρχικό συμβούλιο και, στη σκέψη 53, το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας.
15 Νομίζω ότι από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει με απόλυτη σαφήνεια επί ποίων λόγων ακυρώσεως αποφάνθηκε όντως το Πρωτοδικείο. Δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο ακύρωσε την επίδικη απόφαση αποκλειστικά λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, θα μπορούσε να θεωρηθεί εκ πρώτης όψεως ότι ο λόγος αυτός ακυρώσεως συνιστά το μόνο στοιχείο επί του οποίου το Πρωτοδικείο έλαβε θέση. Εν τούτοις, από την ανάγνωση της αποφάσεως στο σύνολό της προκύπτει ότι ο υπό εξέταση λόγος ακυρώσεως αφορά τόσο το ζήτημα της αιτιολογίας όσο και το ζήτημα της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας και ότι το Πρωτοδικείο αποφαίνεται, στις σκέψεις 43 έως 50, επί του ζητήματος της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας και, στις σκέψεις 51, 52 και 53, επί του ζητήματος της τηρήσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
16 Πρόκειται εν τούτοις για δύο διαφορετικά ζητήματα, τα οποία το Πρωτοδικείο φαίνεται ότι συνενώνει κατά τον τρόπο αυτό σε ένα. Το ζήτημα της ελλείψεως ή της ανεπάρκειας αιτιολογίας αφορά το κατά πόσον η επίδικη απόφαση εκθέτει κατά τρόπο αρκούντως σαφή γιατί η ΑΔΑ επέλεξε να αποστεί από την πειθαρχική ποινή που συνέστησε το πειθαρχικό συμβούλιο και έχει, επομένως, πλέον τυπικό χαρακτήρα. Το δεύτερο ζήτημα, σχετικά με την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, έχει καθαρώς ουσιαστικό χαρακτήρα· έγκειται στην πραγματικότητα στο κατά πόσον οι δοθείσες αιτιολογίες συνιστούν επαρκείς λόγους επιβολής της επιλεγείσας ποινής. Με άλλα λόγια, αν το πρώτο ζήτημα αφορά το κατά πόσον παρατέθηκε αιτιολογία, το δεύτερο αφορά το κατά πόσον η παρατεθείσα αιτιολογία είναι έγκυρη.
17 Θα ήταν επομένως πλέον εύλογο να αποφανθεί το Πρωτοδικείο κατ' αρχάς επί του ζητήματος αν η επίδικη απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη και να εξετάσει στη συνέχεια, ενδεχομένως, το κύρος της παρατεθείσας αιτιολογίας. Αν το Πρωτοδικείο είχε διαπιστώσει ότι η παρατεθείσα αιτιολογία ήταν ανεπαρκής, η απόφαση θα έπρεπε να ακυρωθεί για τον λόγο αυτό και θα παρείλκε η εξέταση του δευτέρου ζητήματος. Αντιθέτως, αν το Πρωτοδικείο είχε κρίνει ότι η απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη, θα έπρεπε να εξετάσει στη συνέχεια το ζήτημα της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας.
18 Ο τρόπος αυτός ενεργείας συνάδει προς την αφορώσα την υποχρέωση αιτιολογήσεως νομολογία του Δικαστηρίου (3), κατά την οποία η υποχρέωση αιτιολογήσεως μιας βλαπτικής αποφάσεως αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στο να καταστήσει δυνατό τον δικαστικό έλεγχο της αποφάσεως. Η διαπίστωση ότι μια απόφαση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι η απόφαση δεν περιλαμβάνει επαρκή στοιχεία για να καταστήσουν δυνατό τον δικαστικό έλεγχο του βασίμου αυτής.
19 Καίτοι από τη σύνταξη της αποφάσεως του Πρωτοδικείου προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο εξέτασε τόσο το κατά πόσον υπήρξε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας όσο και το κατά πόσον η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη, επιβάλλεται εν τούτοις το συμπέρασμα ότι το Πρωτοδικείο ακύρωσε, στη σκέψη 53 της αποφάσεώς του, την επίδικη απόφαση λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, οπότε, στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, απόφαση μπορεί να ληφθεί μόνον ως προς το κατά πόσον η διαπίστωση της εν λόγω ανεπάρκειας από το Πρωτοδικείο συνιστά νομικό σφάλμα.
20 Η απόφαση ορίζει, στη σκέψη 16, ότι από την επίδικη απόφαση προκύπτει ότι τα πραγματικά περιστατικά στα οποία ερείδεται η απόφαση της ΑΔΑ στηρίζονται στα ακόλουθα στοιχεία:
- Ο V ομολόγησε κατά τη διάρκεια των ακροάσεων ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου ότι είχε εγχειρίσει πρόχειρα σημειώματα σε συνάδελφο κατά τη διάρκεια των γραπτών εξετάσεων.
- Η απάντηση του συναδέλφου αυτού στην ερώτηση καθαρής λογιστικής παρουσίαζε μεγάλες ομοιότητες με την απάντηση του V.
- Ο V είχε στη διάθεσή του υπόδειγμα της ορθής απαντήσεως για ένα σημείο της εξετάσεως και τούτο οπωσδήποτε πριν εισέλθει στην αίθουσα του διαγωνισμού· επωφελήθηκε επομένως από διαρροή θεμάτων.
21 Κατά συνέπεια, ουδεμία υπάρχει αμφιβολία ότι η επίδικη απόφαση εκθέτει με απόλυτη σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά σε βάρος του V. Επιβάλλεται να τονιστεί συναφώς ότι η απόφαση αποτελούσε την κατάληξη πειθαρχικής διαδικασίας που κινήθηκε το 1992, ενώ ο V ενημερωνόταν τακτικά για την εξέλιξή της. Επομένως, η απόφαση παρέχει ως προς το σημείο αυτό στον αποδέκτη της τις αναγκαίες ενδείξεις ώστε να γνωρίζει αν η απόφαση είναι ή όχι βάσιμη και καθιστά δυνατό τον δικαστικό έλεγχο.
22 Στη σκέψη 16 της αποφάσεως εκτίθεται επίσης ότι η ΑΔΑ μνημόνευσε στη συνέχεια στην απόφαση ότι τα πραγματικά περιστατικά που καταλογίστηκαν στον V και περιγράφηκαν ανωτέρω συνοδεύονταν από ορισμένες επιβαρυντικές περιστάσεις, ήτοι:
- ο V προσπάθησε εσκεμμένως να νοθεύσει τα αποτελέσματα του γενικού διαγωνισμού παραβιάζοντας την αρχή κατά την οποία οι υποψήφιοι πρέπει να τυγχάνουν ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τους διαγωνισμούς αυτούς,
- η συμπεριφορά του V εγκυμονούσε σοβαρό κίνδυνο επιτυχίας στις εξετάσεις υποψηφίων οι οποίοι δεν διέθεταν τις απαιτούμενες επαγγελματικές γνώσεις, πράγμα που θα είχε ως συνέπεια τόσο να ζημιωθούν οι λοιποί υποψήφιοι όσο και να θιγούν τα συμφέροντα του οργάνου,
- αρνούμενος να παράσχει οποιοδήποτε στοιχείο σχετικά με την πηγή που του προμήθευσε το σχετικό υπόδειγμα της ορθής απαντήσεως, ο V παρέβη το καθήκον του συνεργασίας,
- ο V, πρώην επιθεωρητής της βελγικής αστυνομίας και πρώην υπάλληλος της υπηρεσίας ασφαλείας, ασκούσε εξαιρετικώς υπεύθυνα και εμπιστευτικά καθήκοντα,
- το όργανο δικαιούται να αναμένει από τους υπαλλήλους του και, ειδικότερα, από πρώην υπάλληλο της υπηρεσίας ασφαλείας, την επίδειξη άκρας εντιμότητας,
- ο V καταχράστηκε της εμπιστοσύνης που πρέπει να επικρατεί μεταξύ του υπαλλήλου και του κοινοτικού του οργάνου.
Κατά συνέπεια, η ΑΔΑ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, «για τους λόγους αυτούς και λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των συνθηκών της υπό κρίση υποθέσεως, καθίσταται αναγκαία και δικαιολογημένη η επιβολή στον V ποινής αυστηρότερης της πειθαρχικής ποινής που συνέστησε το πειθαρχικό συμβούλιο».
23 Το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 41 της αποφάσεως, ότι η ΑΔΑ είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά του V επιβαρύνθηκε περισσότερο σε σχέση με αυτή που διαπίστωσε το πειθαρχικό συμβούλιο, χωρίς ωστόσο να διασαφηνίσει, κατά τρόπο λεπτομερή, μέσω συμπληρωματικής αιτιολογίας, τους λόγους που την οδήγησαν να αποστεί από τη διατυπωθείσα από το πειθαρχικό συμβούλιο γνώμη. Το Πρωτοδικείο επισήμανε εξάλλου, στη σκέψη 51, ότι η ΑΔΑ δεν είχε λάβει υπόψη την ελαφρυντική περίσταση που δέχθηκε το πειθαρχικό συμβούλιο υπέρ του V, η οποία αντλήθηκε από τα έξι χρόνια άμεμπτης ασκήσεως των υπηρεσιακών του καθηκόντων, ούτε τις εκθέσεις βαθμολογίας του. Για τους λόγους αυτούς, το Πρωτοδικείο κατέληξε, στη σκέψη 52, ότι «η απόφαση δεν περιλαμβάνει καμία αιτιολογία διευκρινίζουσα επαρκώς τους λόγους για τους οποίους η ΑΔΑ επέβαλε στον V τη σαφώς βαρύτερη πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσεως σε σχέση με την ποινή που πρότεινε, βάσει των ίδιων πραγματικών περιστατικών, το πειθαρχικό συμβούλιο».
24 Από πάγια νομολογία (4) προκύπτει ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως βλαπτικής αποφάσεως αποσκοπεί κυρίως στο να παράσχει τη δυνατότητα δικαστικού ελέγχου. Από τη νομολογία προκύπτει επίσης ότι αν, όπως εν προκειμένω, η επιβληθείσα από την ΑΔΑ ποινή είναι βαρύτερη της προταθείσας από το πειθαρχικό συμβούλιο, η απόφαση πρέπει να διασαφηνίζει κατά τρόπο λεπτομερή τους λόγους που ώθησαν την ΑΔΑ να αποστεί από τη γνώμη που διατύπωσε το πειθαρχικό συμβούλιο (5).
25 Από τις σκέψεις που ανέπτυξα ανωτέρω στο σημείο 22 προκύπτει ότι η ΑΔΑ εξέθεσε στην επίδικη απόφαση τους λόγους για τους οποίους απέστη από την πειθαρχική ποινή που συνέστησε το πειθαρχικό συμβούλιο, ήτοι τις επιβαρυντικές περιστάσεις που δέχθηκε εν προκειμένω η ΑΔΑ. Από την ανάγνωση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου προκύπτει επίσης ότι οι λόγοι αυτοί ήσαν επαρκείς για τη διεξαγωγή δικαστικού ελέγχου του βασίμου της αποφάσεως, καθόσον το Πρωτοδικείο προέβη στην εκτίμηση αυτή στο πλαίσιο της αποφάσεώς του.
26 Δεν φαίνεται να προκύπτει από την προπαρατεθείσα νομολογία ότι οι αποφάσεις που επιβάλλουν ποινές βαρύτερες από τις προταθείσες από το πειθαρχικό συμβούλιο πρέπει να εκθέτουν τους λόγους τους οποίους η ΑΔΑ έκρινε, στο πλαίσιο της επιβολής της ποινής, ότι δεν πρέπει να δεχθεί. Τούτο δεν θα είχε εξάλλου ιδιαίτερο νόημα. Οι λόγοι που πρέπει να εκτίθενται είναι αυτοί που δικαιολογούν, κατά την άποψη της ΑΔΑ, την επιλογή βαρύτερης ποινής.
27 Θα ήταν βεβαίως δυνατόν να υποστηριχθεί ότι η ΑΔΑ θα μπορούσε να αναφέρει εν προκειμένω ότι «οι περιστάσεις που επικαλείται το πειθαρχικό συμβούλιο, που αντλούνται από έξι χρόνια άμεμπτης ασκήσεως των υπηρεσιακών καθηκόντων και από προηγούμενες εκθέσεις βαθμολογίας, δεν μπορούν να θεμελιώσουν διαφορετική λύση». Νομίζω εν τούτοις ότι μια ρητή μνεία των ελαφρυντικών περιστάσεων δεν είναι αναγκαία, δεδομένου ότι στην απόφαση αναφέρεται ρητά ότι η ΑΔΑ έλαβε υπόψη τις περιστάσεις αυτές, εφόσον εκτέθηκαν στην γνωμοδότηση του πειθαρχικού συμβουλίου.
28 Φρονώ, κατά συνέπεια, ότι η κρίση του Πρωτοδικείου, στη σκέψη 52 της αποφάσεως, ότι η επίδικη απόφαση δεν περιλαμβάνει καμία αιτιολογία διευκρινίζουσα επαρκώς τους λόγους για τους οποίους η ΑΔΑ επέβαλε στον V τη βαρύτερη ποινή της οριστικής παύσεως και όχι την ποινή που πρότεινε, βάσει των ίδιων πραγματικών περιστατικών, το πειθαρχικό συμβούλιο, συνιστά νομικό σφάλμα.
29 Με όμοια συλλογιστική, το Δικαστήριο κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα στην προπαρατεθείσα απόφαση Daffix, καίτοι η αιτιολογία της επιλογής βαρύτερης ποινής από την ποινή την οποία είχε προτείνει το πειθαρχικό συμβούλιο στην υπόθεση εκείνη ήταν σαφώς λιγότερο ακριβής από την αιτιολογία που εξετάζεται εν προκειμένω. Το Δικαστήριο έκρινε στην εν λόγω απόφαση τα εξής:
«(...) Ενώ το πειθαρχικό συμβούλιο είχε θεωρήσει ως αποδεδειγμένο μόνον το ότι ο Daffix δεν είχε εξακριβώσει την ταυτότητα του επίμαχου τρίτου προσώπου ούτε είχε βεβαιωθεί για το αν το πρόσωπο αυτό νομιμοποιούνταν να εισπράξει το εν λόγω ποσό, παραλείψεις τις οποίες το πειθαρχικό συμβούλιο χαρακτήρισε ως βαριά παράβαση των υποχρεώσεων ενός υπαλλήλου, η ΑΔΑ χαρακτήρισε τις κατηγορίες τις οποίες απέδειξε ως εξαιρετικώς βαριά παράβαση των υποχρεώσεων υπαλλήλου έναντι του κοινοτικού οργάνου του οποίου είναι μέλος, η οποία διακυβεύει τις ίδιες τις βάσεις των σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ του κοινοτικού οργάνου και του προσωπικού του (...). Επομένως, μολονότι τούτο δεν διευκρινίζεται ρητώς, από την επίδικη απόφαση προκύπτει με επαρκή σαφήνεια ότι αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο η ΑΔΑ απέστη της γνωμοδοτήσεως του πειθαρχικού συμβουλίου» (σκέψη 37).
30 Δεδομένου ότι, όπως ανέφερα, θεωρώ ότι πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής που αντλείται από το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα καθόσον δέχθηκε ότι η επίδικη απόφαση δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατ' εφαρμογή του άρθρου 54, παράγραφος 1, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων που προβάλλονται προς στήριξη της αναιρέσεως.
31 Στο μέτρο που, με την εξαίρεση του ζητήματος κατά πόσον η αιτιολογία ήταν επαρκής, το Πρωτοδικείο δεν αποφάνθηκε επί των λοιπών λόγων ακυρώσεως που προέβαλε πρωτοδίκως ο V ενώπιον του Πρωτοδικείου, η διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση και πρέπει, επομένως, να αναπεμφθεί στο Πρωτοδικείο για να αποφανθεί επί της ουσίας ως προς τους λόγους ακυρώσεως που διαλαμβάνονται στη σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Πρέπει επίσης να επιφυλαχθείτε ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Πρόταση
32 Για τους ανωτέρω λόγους σας προτείνω τα εξής:
«1) Να αναιρέσετε την απόφαση που εξέδωσε το Πρωτοδικείο στις 28 Μαρτίου 1996, στην υπόθεση Τ-40/95, V κατά Επιτροπής, καθόσον, αφενός, ακύρωσε, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, την απόφαση της Επιτροπής της 18ης Ιανουαρίου 1995, περί οριστικής παύσεως του V και, αφετέρου, καταδίκασε την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
2) Να αναπέμψετε την υπόθεση στο Πρωτοδικείο για να αποφανθεί επί των λοιπών λόγων ακυρώσεως που προβλήθηκαν κατά την ενώπιόν του διαδικασία και που διαλαμβάνονται στη σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
3) Να επιφυλαχθείτε ως προς τα δικαστικά έξοδα.»
(1) - Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. ΙΙ-461.
(2) - Συλλογή 1997, σ. Ι-983.
(3) - Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 26ης Νοεμβρίου 1981, 195/80, Michel κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1981, σ. 2861)· της 21ης Ιουνίου 1984, 69/83, Lux κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 1984, σ. 2447)· Daffix (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2), και την απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Μαρτίου 1991, Τ-1/90, Pιrez-Mνnguez Casariego κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-143).
(4) - Βλ. υποσημείωση 2.
(5) - Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985, 228/83, F. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 275).
Full & Egal Universal Law Academy