Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 To Raad van State των Κάτω Ξωρών υπέβαλε διάφορα ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους (στο εξής: κανονισμός περί αποβλήτων ή, απλώς, κανονισμός) (1), και της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (στο εξής: οδηγία περί αποβλήτων ή, απλώς, οδηγία) (2). Το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν σε ποια έκταση τα φορτία στερεών αποβλήτων που δεν υπόκεινται στις υποχρεώσεις διασυνοριακής κοινοποιήσεως που επιβάλλει ο κανονισμός μπορούν να περιέχουν διάφορες ουσίες, αν η μεταφορά αποβλήτων για εναποθήκευση εν αναμονή περαιτέρω μεταφοράς σε επιχείρηση επεξεργασίας αποβλήτων απαλλάσσεται των υποχρεώσεων κοινοποιήσεως και αν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προορισμού έχουν την εξουσία να διατάσσουν την επιστροφή των παρανόμως μεταφερθέντων αποβλήτων.
Ο κανονισμός περί στερεών αποβλήτων
2 Ο κανονισμός περί στερεών αποβλήτων εκδόθηκε βάσει του άρθρου 130 Σ της Συνθήκης την 1η Φεβρουαρίου 1993 και τέθηκε σε εφαρμογή στις 6 Μαου 1994 (3). Ο κανονισμός θεσπίζει, μεταξύ άλλων, ένα σύστημα προηγούμενης κοινοποιήσεως των μεταφορών αποβλήτων μεταξύ των κρατών μελών. Διαφορετικά καθεστώτα ισχύουν για τα απόβλητα που προορίζονται για διάθεση και για εκείνα που προορίζονται για αξιοποίηση. Ωστόσο, σε αμφότερες τις περιπτώσεις απαιτείται γενικώς προηγούμενη κοινοποίηση.
3 Οι μεταφορές αποβλήτων για διάθεση ή αξιοποίηση πρέπει να κοινοποιούνται στην αρμόδια αρχή του τόπου προορισμού του φορτίου (στο εξής: αρμόδια αρχή προορισμού (4)). Αντίγραφα της κοινοποιήσεως αποστέλλονται στην αρμόδια αρχή του τόπου από τον οποίο πρόκειται να αποσταλεί το φορτίο (στο εξής: αρμόδια αρχή αποστολής (5)), στην αρμόδια αρχή του τόπου διαμέσου του οποίου διαμετακομίζεται το φορτίο (στο εξής: αρμόδια αρχή διαμετακομίσεως (6)), καθώς και στον παραλήπτη (7).
4 Όσον αφορά τα απόβλητα προς διάθεση, πρέπει να δοθεί άδεια από την αρμόδια αρχή προορισμού, η οποία είναι υποχρεωμένη να την παράσχει εφόσον δεν διατυπωθούν αντιρρήσεις από τις λοιπές αρμόδιες αρχές (8). Στην περίπτωση των αποβλήτων προς αξιοποίηση, εξάλλου, η συγκατάθεση συνήθως παρέχεται σιωπηρώς (9).
5 Ο κανονισμός διακρίνει μεταξύ ενός «πράσινου καταλόγου αποβλήτων» (παράρτημα ΙΙ), ενός «πορτοκαλί καταλόγου αποβλήτων» (παράρτημα ΙΙΙ) και ενός «κόκκινου καταλόγου αποβλήτων» (παράρτημα IV) (10). Τα απόβλητα που περιλαμβάνονται στον πράσινο κατάλογο (στο εξής: πράσινα απόβλητα) θεωρούνται γενικώς ότι «εφόσον αξιοποιούνται σωστά, (...) κανονικά [δεν] συνιστούν κίνδυνο για το περιβάλλον» (11) και εξαιρούνται γενικώς από τις υποχρεώσεις κοινοποιήσεως που επιβάλλει ο κανονισμός εφόσον πρόκειται να μεταφερθούν σε άλλο κράτος μέλος προς αξιοποίηση (12). Κάθε κατάλογος αποβλήτων υποδιαιρείται σε γενικές κατηγορίες με αλφαβητική αρίθμηση (στο εξής: γενικές κατηγορίες) (π.χ. η γενική κατηγορία GH του πράσινου καταλόγου αποβλήτων, που τιτλοφορείται «απορρίμματα πλαστικών υλών σε στερεά μορφή» (13)). Κάθε γενική κατηγορία υποδιαιρείται με τη σειρά της σε ειδικότερες υποκατηγορίες αποβλήτων με αριθμητική κατάταξη (στο εξής: υποκατηγορίες) (π.χ. η υποκατηγορία GH 011 ex 3915 10, που τιτλοφορείται «Απορρίμματα, ξέσματα και θραύσματα πλαστικών υλών από πολυμερή αιθυλενίου» (14)).
6 Η εισαγωγική παράγραφος του παραρτήματος ΙΙ (το οποίο περιέχει τον πράσινο κατάλογο αποβλήτων) ορίζει τα εξής: «Ανεξάρτητα από το εάν περιλαμβάνονται στον κατάλογο αυτό, τα απόβλητα δεν είναι δυνατόν να μεταφέρονται ως απόβλητα που υπάγονται στον πράσινο κατάλογο, εάν είναι μολυσμένα από άλλα υλικά σε βαθμό που α) αυξάνει τους κινδύνους που συνδέονται με τα απόβλητα αυτά τόσο ώστε να καθίστανται κατάλληλα για υπαγωγή στον πορτοκαλί ή τον κόκκινο κατάλογο ή β) παρεμποδίζει την ανάκτηση των αποβλήτων με ασφαλή από περιβαλλοντική άποψη τρόπο».
7 Η παράγραφος αυτή προστέθηκε στο παράρτημα ΙΙ με την απόφαση 94/721/ΕΚ της Επιτροπής (15), η οποία εκδόθηκε στις 21 Οκτωβρίου 1994. Δεδομένου ότι η Κυβέρνηση των Κάτω Ξωρών υποστηρίζει ότι τα επίδικα απόβλητα ανακαλύφθηκαν στις Κάτω Ξώρες την άνοιξη του 1995, η προσθήκη της παραγράφου αυτής στον κανονισμό πιθανόν ήταν προγενέστερη της μεταφοράς των αποβλήτων.
8 Τέλος, χρήσιμο θα ήταν να παρατεθεί το άρθρο 26 του κανονισμού. Το άρθρο 26, παράγραφος 1, στοιχείο αα, προβλέπει ότι κάθε μεταφορά αποβλήτων που πραγματοποιείται «χωρίς να έχει αποσταλεί η κοινοποίηση σε όλες τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές [σύμφωνα] με τον παρόντα κανονισμό» θεωρείται παράνομη μεταφορά αποβλήτων.
9 Η παράγραφος 2 του άρθρου 26 ορίζει τα εξής:
«Αν για μια τέτοια μεταφορά υπεύθυνος είναι ο κοινοποιών, η αρμόδια αρχή αποστολής μεριμνά ώστε τα εν λόγω απόβλητα:
α) να επιστρέφονται από τον κοινοποιούντα ή εάν είναι αναγκαίο από την ίδια την αρμόδια αρχή στο κράτος αποστολής ή, εάν αυτό είναι πρακτικώς ανέφικτο,
β) να διατίθενται ή να αξιοποιούνται άλλως, κατά περιβαλλοντικώς ορθό τρόπο,
εντός προθεσμίας 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η αρμόδια αρχή ενημερώθηκε για την παράνομη μεταφορά ή εντός άλλης προθεσμίας την οποία τυχόν συμφωνούν οι ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές.
Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να γίνεται νέα κοινοποίηση. Κανένα κράτος μέλος αποστολής ή διαμετακόμισης δεν μπορεί να αντιταχθεί στην επιστροφή των αποβλήτων αυτών, εφόσον το ζητήσει η αρμόδια αρχή προορισμού με δεόντως αιτιολογημένη αίτηση, εξηγώντας τους λόγους της.»
Τα πραγματικά περιστατικά
10 Η Beside BV (στο εξής: Beside) αγόρασε διάφορα απόβλητα στη Γερμανία και τα μετέφερε από τη Γερμανία σε αποθήκες στο Zutphen των Κάτω Ξωρών, όπου τα εναποθήκευσε εν αναμονή της πωλήσεως και παραδόσεώς τους σε παραγωγούς πλαστικών προϋόντων εγκατεστημένους κυρίως στην Άπω Ανατολή. Οι μεταφορές αποβλήτων από το ένα κράτος μέλος σε άλλο πρέπει κανονικά να κοινοποιούνται στις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τον κανονισμό περί αποβλήτων. Ωστόσο, όπως ανέφερα προηγουμένως (16), για τη μεταφορά αποβλήτων που κατατάσσονται από τον κανονισμό ως πράσινα απόβλητα δεν απαιτείται γενικώς κοινοποίηση αν τα απόβλητα προορίζονται για αξιοποίηση και όχι για διάθεση.
11 Η Beside και ο διευθυντής της, I. M. Besselsen (στο εξής: αιτούντες), υποστηρίζουν ότι τα απόβλητα προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως πρώτη ύλη για την παραγωγή διαφόρων πλαστικών ειδών και ότι αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη αξιοποιήσεως υπό την έννοια του κανονισμού (17). Κατά το Raad van State, οι αιτούντες προέβαλαν το επιχείρημα αυτό εκθέτοντας μόνο τις γενικές του γραμμές. Οι αιτούντες υποστηρίζουν επίσης ότι τα επίδικα απόβλητα εμπίπτουν στον πράσινο κατάλογο του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού.
12 Ο Υπουργός Οικισμού, Ξωροταξίας και Περιβάλλοντος (στο εξής: Υπουργός) δεν επέτρεψε τη μεταφορά των αποβλήτων με την αιτιολογία ότι η μεταφορά αυτή έπρεπε να είχε κοινοποιηθεί σύμφωνα με τον κανονισμό περί αποβλήτων. Οι αιτούντες, από την πλευρά τους, εμμένουν στο ότι δεν απαιτείτο κοινοποίηση κατά τον κανονισμό καθόσον τα απόβλητα ενέπιπταν στον πράσινο κατάλογο αποβλήτων και προορίζονταν για αξιοποίηση.
13 Αρχικά, επρόκειτο για δύο είδη αποβλήτων: πλαστικά απορρίμματα υπό μορφή σκόνης, ξεσμάτων και μεμβρανών και απόβλητα τα οποία το καθού χαρακτηρίζει ως «πλαστικές συσκευασίες υπολειμμάτων καταναλώσεως». Ωστόσο, η υπόθεση αφορά πλέον μόνον τις πλαστικές συσκευασίες υπολειμμάτων καταναλώσεως, καθόσον ο Υπουργός απέσυρε τις αντιρρήσεις του όσον αφορά την άλλη κατηγορία αποβλήτων. Όπως ανέφερα προηγουμένως, τα απορρίμματα πλαστικών υλών σε στερεά μορφή περιλαμβάνονται στον πράσινο κατάλογο αποβλήτων και αποτελούν τη γενική κατηγορία GH.
14 Οι αντιρρήσεις του Υπουργού στηρίζονταν σε εξέταση των αποβλήτων από το Rijksinstitut voor Volksgezondheid en Milieuhygiλne (Εθνικό Ινστιτούτο Ελέγχου της Δημόσιας Υγείας και της Ποιότητας του Περιβάλλοντος), η οποία κατέδειξε ότι τα απόβλητα δεν αποτελούνταν αποκλειστικά από πλαστικές ύλες και ότι η αναλογία των πλαστικών υλών ποίκιλλε από μπάλα σε μπάλα, κυμαινόμενη από 58,3 % έως 92,3 %. Διαπιστώθηκε ότι οι μπάλες στερεών αποβλήτων περιείχαν επίσης χαρτί, χαρτόνι, μέταλλα, ξύλα, καθώς και άλλες μη πλαστικές ύλες όπως το γυαλί και το υφαντικές ύλες, οι περισσότερες από τις οποίες ενέπιπταν στον πράσινο κατάλογο. Σε μία από τις μπάλες, ωστόσο, βρέθηκαν έξι αχρησιμοποίητα φυσίγγια. Φαίνεται ότι, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, τα απόβλητα αποτελούνταν από μίγμα απορριμμάτων τα οποία, μεμονωμένως, ενέπιπταν στον πράσινο κατάλογο, με ένα μικρό ποσοστό άλλων υλών. Βάσει αυτής της διαπιστώσεως, ο Υπουργός έκρινε ότι τα απόβλητα δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως απορρίμματα πλαστικών υλών σε στερεά μορφή, τα οποία αποτελούν τη γενική κατηγορία GH του πράσινου καταλόγου του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού. Έκρινε, αντιθέτως, ότι τα απόβλητα έπρεπε να καταταγούν στα «αστικά/οικιακά απόβλητα» που προβλέπονται υπό τον κωδικό AD 160 του πορτοκαλί καταλόγου του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού. (Ο κωδικός AD 160 είναι ένας από τους διαφόρους κωδικούς που περιλαμβάνει η γενική κατηγορία AD - με τίτλο «απόβλητα που μπορεί να περιέχουν οργανικά ή ανόργανα συστατικά» - του πορτοκαλί καταλόγου (18).) Στην περίπτωση αυτή, δεν αμφισβητείται ότι η μεταφορά των αποβλήτων έπρεπε να έχει κοινοποιηθεί. Ο Υπουργός κατέλειξε στο ότι τα απόβλητα ήταν «παράνομα» υπό την έννοια του άρθρου 26 του κανονισμού (19) και έπρεπε να επιστραφούν στη Γερμανία.
15 Με έγγραφο της 21ης Απριλίου 1995, ο Υπουργός πληροφόρησε τους αιτούντες ότι είχε αποφασίσει να εκδώσει διοικητική απόφαση σχετικά με τη μεταφορά αποβλήτων και να διατάξει την επιστροφή των αποβλήτων στο τόπο προελεύσεώς τους, παρέχοντας όμως στους αιτούντες τη δυνατότητα να αποστείλουν οι ίδιοι τα απόβλητα στον τόπο προελεύσεώς τους. Οι αιτούντες υπέβαλαν από κοινού ένσταση κατά των αποφάσεων του Υπουργού. Με δύο χωριστές αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 1995, ο Υπουργός έκρινε αβάσιμες τις ενστάσεις των αιτούντων. Οι αιτούντες, από κοινού, προσέφυγαν κατά των αποφάσεων αυτών ενώπιον του Raad van State. Όπως εξήγησα προηγουμένως, οι αιτούντες υποστηρίζουν ότι για τη μεταφορά των αποβλήτων δεν απαιτείτο κοινοποίηση σύμφωνα με τον κανονισμό. Υποστηρίζουν επίσης ότι, εν πάση περιπτώσει, η επιτροφή των αποβλήτων δεν θα ήταν ενδεδειγμένη.
Τα ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου
16 Το Raad van State θεωρεί ότι χρειάζεται τη συνδρομή του Δικαστηρίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων προκειμένου να απαντήσει στα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Ο όρος "αστικά/οικιακά απόβλητα", που περιλαμβάνεται υπό τον κωδικό AD 160 στο παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους (ΕΕ 1993, L 30, σ. 1), όπως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, έχει την έννοια ότι καλύπτει και τα απόβλητα που συντίθενται μεν κατά μεγάλο μέρος από πλαστικές ύλες σε στερεά μορφή, εμπίπτουσες στο παράρτημα ΙΙ του εν λόγω κανονισμού, αλλά περιέχουν και διάφορες άλλες ύλες εμπίπτουσες στο ίδιο παράρτημα καθώς και μικρή ποσότητα υλών που δεν αναφέρονται στο παράρτημα αυτό;
2) α) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, η έκφραση "εναποθήκευση υλικών προκειμένου να υποβληθούν σε μία από τις εργασίες που αναγράφονται στο παρόν παράρτημα", η οποία περιέχεται στο παράρτημα ΙΙ Β της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86), όπως αυτή τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, έχει την έννοια ότι καλύπτει όχι μόνο τις περιπτώσεις στις οποίες τα απόβλητα εναποθηκεύονται στην επιχείρηση εντός της οποίας πραγματοποιείται μία από τις άλλες εργασίες που προβλέπονται στο παράρτημα αυτό, αλλά και τις περιπτώσεις στις οποίες η εναποθήκευση πραγματοποιείται εν αναμονή της μεταφοράς τους προς μια τέτοια επιχείρηση, ανεξαρτήτως του αν η επιχείρηση αυτή είναι εγκατεστημένη εντός ή εκτός της Κοινότητας;
β) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος, ποια είναι τα ελάχιστα στοιχεία τα οποία, ελλείψει κοινοποιήσεως, πρέπει να είναι διαθέσιμα προκειμένου να μπορεί να γίνει δεκτό ότι συντρέχει όντως περίπτωση αξιοποιήσεως;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα και στο πρώτο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος, πρέπει από την τρίτη φράση της παραγράφου 2 του άρθρου 26 του κανονισμού να συναχθεί ότι, στις περιπτώσεις που αφορά η διάταξη αυτή, η αρμόδια αρχή προορισμού υποχρεούται και αυτή, ή έχει και αυτή την εξουσία, να πράξει ό,τι η αρμόδια αρχή αποστολής οφείλει να πράξει δυνάμει της πρώτης φράσεως της ίδιας αυτής διατάξεως;»
17 Παρατηρήσεις υπέβαλαν η Ολλανδική, η Δανική, η Γερμανική και η Φινλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση εκπροσωπήθηκαν η Ολλανδική και η Δανική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή.
Το πρώτο ερώτημα
18 Με το πρώτο του ερώτημα, το Raad van State ζητεί κατ' ουσίαν να καθοριστεί κατά πόσον τα απορρίμματα πλαστικών υλών για αξιοποίηση που εμπίπτουν στον πράσινο κατάλογο αποβλήτων (αλλά τα οποία αρχικά αποτελούσαν «αστικά/οικιακά απόβλητα» εμπίπτοντα στον πορτοκαλί κατάλογο αποβλήτων) μπορούν να μεταφερθούν ως πράσινα απόβλητα και, κατά συνέπεια, απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποιήσεως, όταν τα απορρίμματα αυτά είναι αναμεμιγμένα α) με διάφορα άλλα απόβλητα που περιλαμβάνονται στον πράσινο κατάλογο και β) με μικρή ποσότητα υλών που δεν περιλαμβάνονται στον πράσινο κατάλογο.
19 Το Raad van State θεωρεί ότι με τον όρο «αστικά/οικιακά απόβλητα» πρέπει να νοούνται τα απόβλητα που προέρχονται από νοικοκυριά και δεν έχουν υποστεί διαλογή. Ωστόσο, το εθνικό δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς το αν, κατά την κατάταξη των αποβλήτων, αποφασιστικό στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι ένα σημαντικό μέρος των αποβλήτων δεν έχει κατά τα φαινόμενα υποστεί διαλογή ή το γεγονός ότι οι περισσότερες από τις ύλες που περιλαμβάνονται στο επίδικο φορτίο προβλέπονται, κάθε μία χωριστά, στον πράσινο κατάλογο αποβλήτων.
20 Η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, εφόσον τα απόβλητα προέρχονταν από αστικά/οικιακά απόβλητα, η δε κατηγορία αυτή αποβλήτων περιλαμβάνεται στον πορτοκαλί κατάλογο αποβλήτων, τα επίδικα απόβλητα πρέπει να εξακολουθήσουν να θεωρούνται ως αστικά/οικιακά απόβλητα έστω και αν έχουν υποστεί διαλογή. Η Επιτροπή διαφωνεί με τη γνώμη της Ολλανδικής Κυβερνήσεως ότι για τους σκοπούς της κατατάξεως των αποβλήτων σημασία έχει η προέλευσή τους. Κατά την άποψη της Επιτροπής, εκείνο που έχει σημασία είναι η φύση των αποβλήτων, τα δε αστικά/οικιακά απόβλητα θα έπρεπε να μπορούν να μετατραπούν σε πράσινα απόβλητα μέσω της διαλογής, καθόσον άλλως αποθαρρύνεται η πραγματοποίηση της διαλογής.
21 Ωστόσο, η Επιτροπή θεωρεί ότι μόνον ομοιογενείς μπάλες απορριμμάτων εμπιπτόντων στην ίδια κατηγορία του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού μπορούν να μεταφερθούν ως πράσινα απόβλητα. Ως προς το σημείο αυτό, την άποψη αυτή υιοθετεί και η Δανική Κυβέρνηση. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Δανική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι, κατά τη γνώμη της, ομοιογενής μπάλα πράσινων απορριμμάτων είναι η μπάλα απορριμμάτων που εμπίπτουν στην ίδια υποκατηγορία του παραρτήματος ΙΙ. Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι μικτές μπάλες απορριμμάτων μπορούν να γίνουν δεκτές μόνον αν το μίγμα δεν δημιουργεί μία από τις καταστάσεις που περιγράφονται στην εισαγωγική παράγραφο του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού και αν τα διάφορα είδη πράσινων αποβλήτων εμπίπτουν στην ίδια γενική κατηγορία του παραρτήματος ΙΙ. Παρόμοια άποψη υποστηρίζει και η Φινλανδική Κυβέρνηση.
22 Το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού (το οποίο περιέχει τον πράσινο κατάλογο αποβλήτων) αναφέρει, στην εισαγωγική παράγραφό του, ότι, προκειμένου να μεταφερθούν ως πράσινα απόβλητα, τα απόβλητα πρέπει να μην είναι «μολυσμένα από άλλα υλικά» σε βαθμό που να αυξάνει τους κινδύνους που συνδέονται με τα απόβλητα αυτά τόσο ώστε να καθίστανται κατάλληλα για υπαγωγή στον πορτοκαλί ή τον κόκκινο κατάλογο ή που να παρεμποδίζει την αξιοποίηση των αποβλήτων με περιβαλλοντικώς ασφαλή τρόπο (20). Η διάταξη αυτή θα μπορούσε να εκληφθεί ως επιτρέπουσα ορισμένα μίγματα αποβλήτων (καίτοι δεν είναι σαφές αν αναφέρεται στη μόλυνση από μη πράσινο απόβλητο ή στη μόλυνση από πράσινο απόβλητο διαφορετικού είδους, ή σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές).
23 Η Επιτροπή υποστηρίζει, πάντως, ότι η παράγραφος αυτή αναφέρεται μόνο σε μικρής εκτάσεως μόλυνση και ότι, καταρχήν, οι μπάλες απορριμμάτων πρέπει να είναι ομοιογενείς. Η Ολλανδική και η Δανική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ομοίως ότι η παράγραφος αυτή αναφέρεται απλώς στα αναπόφευκτα μίγματα λαμβανομένων υπόψη των υλικών τα οποία περιέχουν, όπως μεταλλικοί συνδετήρες στο χαρτί ή χάρτινες ετικέτες στις γυάλινες φιάλες.
24 Διάφορα επιχειρήματα προβλήθηκαν προς στήριξη της απόψεως ότι δεν γίνονται δεκτές οι μικτές μπάλες απορριμμάτων. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η φύση των αποβλήτων πρέπει να είναι σαφής για να μπορούν να μεταφερθούν, αποθηκευθούν και αξιοποιηθούν κατά τρόπο που να περιορίζει τα περιβαλλοντικά προβλήματα (21). Η Δανική Κυβέρνηση υποστηρίζει, με το ίδιο πνεύμα, ότι, αν τα πράσινα απόβλητα δεν χρειαζόταν να υποστούν διαλογή πριν από τη μεταφορά, δεν θα εξασφαλιζόταν ότι τα διάφορα είδη πράσινων αποβλήτων θα υποστούν διαλογή πριν από την αξιοποίηση και θα ήταν ευκολότερο να συγκαλυφθεί η ύπαρξη κόκκινων ή πορτοκαλί αποβλήτων μεταξύ των πράσινων αποβλήτων.
25 Περαιτέρω, η Δανική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι η Επιτροπή, όταν κατά τη συνεδρίαση της 6ης Ιουνίου 1996 εξέφρασε την άποψη ότι δεν μπορούν να αναμειγνύονται διάφορα είδη πράσινων αποβλήτων, εξήγησε ότι είχε καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό διότι ο πράσινος κατάλογος αποβλήτων ήδη περιείχε, ως χωριστά είδη, ορισμένα μίγματα πράσινων αποβλήτων.
26 Η Δανική Κυβέρνηση μνημονεύει επίσης την απόφαση του ΟΟΣΑ της 30ής Μαρτίου 1992 (22), στην οποία παραπέμπει ο κανονισμός (23). Το παράρτημα Ι, τμήμα ΙΙΙ, παράγραφος 1, της αποφάσεως αυτής, το οποίο περιέχει τα πράσινα απόβλητα, αναφέρει ότι μόνον τα είδη που μνημονεύονται σε κάθε κύρια κατηγορία και όχι οι ίδιες οι γενικές αυτές κατηγορίες εμπίπτουν στον κατάλογο των πράσινων αποβλήτων.
27 Ένα περαιτέρω επιχείρημα της Δανικής Κυβερνήσεως συνίσταται στο ότι η εξαγωγή μιγμάτων πράσινων αποβλήτων που υποτίθεται ότι προορίζονται για αξιοποίηση θα μπορούσε να καταλήξει τόσο στη διάθεση όσο και στην αξιοποίησή τους σε περίπτωση καύσεως των αποβλήτων, δεδομένου ότι η χρησιμοποίηση των αποβλήτων κυρίως ως καυσίμων ή άλλης πηγής ενεργείας συνιστά πράξη αξιοποιήσεως, πράγμα το οποίο όμως δεν συμβαίνει όσον αφορά ορισμένες ουσίες που δεν ελευθερώνουν, κατά την καύση τους, επαρκή ενέργεια. Έτσι, για παράδειγμα, μια μπάλα απορριμμάτων περιέχουσα ξύλα και μέταλλα μπορεί να καταλήξει στην αξιοποίηση του ξύλου και τη διάθεση του μετάλλου, καθόσον το τελευταίο δεν παράγει πολλή ενέργεια.
28 Η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι πολλές και ποικίλες πλαστικές ύλες που περιέχονται στα επίδικα απόβλητα καθιστά ιδιαίτερα αμφίβολη ελάχιστα δυνατή την άμεση αξιοποίηση των αποβλήτων και ότι, έστω και αν η αξιοποίηση είναι τεχνικώς δυνατή, η σύνθεση των αποβλήτων ποικίλλει τόσο πολύ ώστε η ποσότητα που θα αξιοποιηθεί θα είναι ιδιαίτερα μικρή ώστε να δικαιολογεί την αξιοποίηση. Συναφώς, παραπέμπει στον λόγο αντιρρήσεως που περιέχεται στο άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο αα, πέμπτη παύλα, του κανονισμού, που επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να προβάλουν αντιρρήσεις όσον αφορά τη μεταφορά αποβλήτων προς αξιοποίηση εαν η αναλογία των αξιοποιησίμων προς τα μη αξιοποιήσιμα απόβλητα, η εκτιμώμενη αξία των υλικών που θα αξιοποιηθούν εν τέλει ή το κόστος της αξιοποιήσεως και το κόστος της διαθέσεως του μη αξιοποιηθέντος μέρους δεν δικαιολογούν την αξιοποίηση από οικονομική και περιβαλλοντική άποψη.
29 Κατά τη γνώμη μου, η ορθή προσέγγιση είναι ο καθορισμός του περιεχομένου της εννοίας «αστικά/οικιακά απόβλητα». Μπορούν να επισημανθούν τρία κύρια στοιχεία. Πρώτον, τα απόβλητα αυτά μπορούν να περιέχουν σημαντικό αριθμό αποβλήτων διαφόρων ειδών. Μια μεμονωμένη μπάλα τέτοιων αποβλήτων μπορεί να περιλαμβάνει πάμπολλα ή, αντιθέτως, λίγα διαφορετικά υλικά. Επιπλέον, μπορεί να περιλαμβάνει μόνον πράσινα απόβλητα ή μίγμα πράσινων και άλλων αποβλήτων. Η ποικιλία των αστικών αποβλήτων φαίνεται από τον μεγάλο αριθμό ειδών που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο «Δημοτικά απόβλητα από κατοικίες και παρόμοια από βιοτεχνίες εμπόριο, γεωργία, βιομηχανίες και ιδρύματα περιλαμβανομένων μερών χωριστά συλλεγέντων» της αποφάσεως 94/3/ΕΚ της Επιτροπής (24). Με την απόφαση εκείνη θεσπίστηκε ένας κατάλογος αποβλήτων, αποκαλούμενος «Ευρωπαϋκός Κατάλογος Αποβλήτων», σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο αα, της οδηγίας περί αποβλήτων (25). Σκοπός του ήταν να παράσχει κοινή ορολογία για όλη την Κοινότητα, με στόχο την αποτελεσματικότερη διαχείριση των αποβλήτων (26). Στο κεφάλαιο «Δημοτικά απόβλητα κ.λπ.» περιλαμβάνονται ποικίλα απόβλητα όπως οργανικά απόβλητα κουζίνας δυνάμενα να λιπασματοποιηθούν, υφάσματα, οξέα, μπαταρίες, αεροζόλ κ.λπ.
30 Δεύτερον, συμφωνώ με την άποψη της Επιτροπής ότι τα αστικά/οικιακά απόβλητα πρέπει να μπορούν να ανακαταταγούν σε άλλη κατηγορία εφόσον έχουν υποστεί την προσήκουσα διαλογή. Μετά τη διαλογή, το ουσιώδες κριτήριο θα πρέπει να συνίσταται στη σύνθεση των αποβλήτων.
31 Τρίτον, κατά την άποψή μου, μια μπάλα αποβλήτων που δεν έχουν υποστεί διαλογή δεν θα πρέπει να θεωρείται ως πράσινο απόβλητο απλώς και μόνον διότι τυχαία κανένα από τα είδη που συνθέτουν τη συγκεκριμένη αυτή μπάλα δεν εμπίπτει στον πορτοκαλί ή τον κόκκινο κατάλογο. Ακόμα και αν διαπιστωθεί ότι ολόκληρη ή σχεδόν ολόκληρη η μπάλα συντίθεται από υλικά του πράσινου καταλόγου, αυτό δεν αρκεί ώστε να εξαιρεθεί η μπάλα αυτή από την υποχρέωση κοινοποιήσεως. Τα απόβλητα πρέπει να έχουν υποστεί την προσήκουσα διαλογή και να έχουν χωριστεί σε κατηγορίες ούτως ώστε να αποφύγουν την κατάταξή τους στον πορτοκαλί κατάλογο ως «αστικά/οικιακά απόβλητα». Επισημαίνεται συναφώς η υποσημείωση 19 της αποφάσεως του ΟΟΣΑ της 30ής Μαρτίου 1992 (27). Στη Σύμβαση της Βασιλείας (28), τα οικιακά απόβλητα θεωρούνται ως «λοιπά απόβλητα» σε σχέση προς τα επικίνδυνα απόβλητα και υποβάλλονται σε έλεγχο όταν διασχίζουν σύνορα. Στην υποσημείωση αναφέρεται ότι η απόφαση έπρεπε να προβλέψει ότι «όλα τα οικιακά απόβλητα (και όχι μόνον εκείνα που εμφανίζουν επικίνδυνα χαρακτηριστικά) θα υπόκεινται στις διαδικασίες του τμήματος IV (πορτοκαλί επίπεδο επικινδυνότητας)».
32 Για τις ανάγκες της παρούσας αναλύσεως, αρκεί η παρατήρηση ότι τα αστικά/οικιακά απόβλητα δεν αποβάλλουν τον χαρακτήρα τους έως ότου υποστούν την προσήκουσα διαλογή και ότι τα υλικά που εντοπίστηκαν στα απόβλητα που αποτελούν το αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως είναι τόσο ποικίλα (29) ώστε δεν φαίνεται να έχει πραγματοποιηθεί επαρκής διαλογή. Έτσι, όσον αφορά τη συγκεκριμένη αμφιβολία που διατύπωσε το Raad van State στο επεξηγηματικό μέρος της διατάξεως περί παραπομπής, αποφασιστικής σημασίας είναι το κατά πόσον τα απόβλητα έχουν υποστεί την προσήκουσα διαλογή και όχι το κατά πόσον τα περισσότερα από τα εν λόγω υλικά μνημονεύονται χωριστά στον πράσινο κατάλογο αποβλήτων.
33 Σκόπιμη θα ήταν, ωστόσο, μια πρόσθετη παρατήρηση. Εάν τα απόβλητα έχουν υποστεί την προσήκουσα διαλογή, κάθε μπάλα πράσινων απορριμμάτων που έχει υποστεί διαλογή μπορεί κάλλιστα να εμπίπτει σε μία μόνο γενική κατηγορία του παραρτήματος ΙΙ. Ωστόσο, αν σκοπός είναι - όπως υποστηρίζουν η Επιτροπή και διάφορα κράτη μέλη - τα πράσινα απόβλητα που εμπίπτουν σε μία γενική κατηγορία (ή ίσως υποκατηγορία) να μη μπορούν ποτέ να αναμιχθούν με απόβλητα εμπίπτοντα σε άλλη γενική κατηγορία (ή υποκατηγορία) (εκτός αν η μίξη είναι αναπόφευκτη στα συγκεκριμένα είδη, όπως π.χ. χάρτινες ετικέτες σε γυάλινες φιάλες), τότε ευκταίον θα ήταν, για λόγους ασφάλειας δικαίου, να τροποποιηθεί η σχετική νομοθεσία ώστε το σημείο αυτό να καταστεί σαφές.
34 Προς απάντηση στο πρώτο ερώτημα, καταλήγω απλώς στο συμπέρασμα ότι η έκφραση «αστικά/οικιακά απόβλητα» του κωδικού AD 160 του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού περί αποβλήτων, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, έχει την έννοια ότι καλύπτει και τα απόβλητα που συντίθενται κυρίως από πλαστικές ύλες σε στερεά μορφή, οι οποίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού, αλλά και από διάφορα άλλα απόβλητα που εμπίπτουν στο παράρτημα ΙΙ και μικρή ποσότητα υλικών που δεν εμπίπτουν στο παράρτημα αυτό, αν τα εν λόγω απόβλητα δεν έχουν καταταγεί προσηκόντως στις ενδεδειγμένες κατηγορίες.
Το πρώτο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος
35 Φαίνεται ότι σκοπός του δευτέρου ερωτήματος είναι να καθοριστεί κατά πόσον, ακόμα και αν η σύνθεση των αποβλήτων δεν δικαιολογεί απαλλαγή από την υποχρέωση κοινοποιήσεως που προβλέπει ο κανονισμός, τα απόβλητα μπορούν να εξαιρεθούν από την υποχρέωση αυτή λόγω του ότι δεν προορίζονται άμεσα για αξιοποίηση ή για διάθεση αλλά για εναποθήκευση εν αναμονή της μεταφοράς τους στην εγκατάσταση όπου θα αξιοποιηθούν. Η υποκείμενη ιδέα φαίνεται να είναι ότι, εφόσον ο κανονισμός προβλέπει την κοινοποίηση μόνον των μεταφορών αποβλήτων προς αξιοποίηση και προς διάθεση, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι μεταφορές αποβλήτων προς εναποθήκευση εν αναμονή της μεταφοράς τους σε άλλη εγκατάσταση δεν συνιστούν ούτε μεταφορές αποβλήτων προς αξιοποίηση ούτε μεταφορές αποβλήτων προς διάθεση και, κατά συνέπεια, δεν απαιτείται να κοινοποιούνται.
36 Ωστόσο, η εναποθήκευση μνημονεύεται ρητώς στους ορισμούς τόσο των εργασιών διαθέσεως όσο και των εργασιών αξιοποιήσεως. Ο κανονισμός παραπέμπει στους ορισμούς της διαθέσεως και της αξιοποιήσεως που περιέχονται στην οδηγία (30). Η οδηγία θεωρεί ως διάθεση την εναποθήκευση εν αναμονή οποιασδήποτε από τις άλλες εργασίες διαθέσεως που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ Α, εκτός από την προσωρινή εναποθήκευση, κατά τη διάρκεια της συλλογής, στον χώρο όπου παράγονται τα απόβλητα. Ομοίως, η οδηγία θεωρεί ως αξιοποίηση την εναποθήκευση αποβλήτων εν αναμονή οποιασδήποτε από τις άλλες εργασίες αξιοποιήσεως που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ Β, εκτός από την προσωρινή εναποθήκευση, κατά τη διάρκεια της συλλογής, στον χώρο όπου παράγονται τα απόβλητα.
37 Τα παραρτήματα ΙΙ Α και ΙΙ Β δεν καθορίζουν ότι, προκειμένου να αποτελεί εργασία διαθέσεως ή αξιοποιήσεως, η εναποθήκευση των αποβλήτων πρέπει να γίνεται στην εγκατάσταση στην οποία πρόκειται να πραγματοποιηθούν οι άλλες εργασίες που απαριθμούνται στα παραρτήματα αυτά. Η μόνη εξαίρεση αφορά την εναποθήκευση στον χώρο όπου παράγονται τα απόβλητα και σε σχέση με τον οποίο δεν λαμβάνει χώρα άξια λόγου μεταφορά των αποβλήτων. Επιπλέον, το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού προβλέπει ρητώς ότι «η κοινοποίηση πρέπει υποχρεωτικά να καλύπτει όλα τα ενδεχόμενα ενδιάμεσα στάδια της μεταφοράς, από τον τόπο αποστολής μέχρι τον τελικό προορισμό». Αυτό έχει έννοια, δεδομένου ότι όχι μόνον η αξιοποίηση ή η διάθεση αποβλήτων, αλλά και η μεταφορά αποβλήτων, μπορεί να είναι επιβλαβείς για το περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία. Αυτό είναι αυταπόδεικτο. Εξάλλου, αυτό καταδεικνύεται και από την υποχρέωση που επιβάλλεται στους κοινοποιούντες τη μεταφορά αποβλήτων να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την ασφάλεια της μεταφοράς (31), καθώς και από την εξουσία των αρμοδίων αρχών να επιβάλλουν όρους όσον αφορά τη μεταφορά αποβλήτων εντός της περιοχής δικαιοδοσίας τους (32). Καταλήγω, συνεπώς, στο συμπέρασμα ότι είναι αδιάφορο το αν η εναποθήκευση ενός συγκεκριμένου φορτίου αποβλήτων πρόκειται να γίνει στον τόπο της τελικής αξιοποιήσεως ή σε άλλον τόπο: σε αμφότερες τις περιπτώσεις απαιτείται κοινοποίηση.
38 Καταλήγω επίσης στο ότι, εφόσον οι προμνησθέντες ορισμοί της διαθέσεως και της αξιοποιήσεως δεν προβλέπουν κανέναν γεωγραφικό περιορισμό, το δε σύστημα του κανονισμού έχει εφαρμογή και στις εξαγωγές προς τρίτες χώρες, είναι αδιάφορο το αν οι εργασίες αξιοποιήσεως μετά την εναποθήκευση πρόκειται να πραγματοποιηθούν εντός ή εκτός της Κοινότητας.
39 Αυτά, κατά τη γνώμη μου, αρκούν προς απάντηση του ερωτήματος του εθνικού δικαστηρίου. Θα ασχοληθώ, ωστόσο, εν συντομία με ένα άλλο ζήτημα που θίγεται στο κείμενο της διατάξεως περί παραπομπής και το οποίο σχολίασε η Επιτροπή, ήτοι στο κατά πόσον απαιτείται κοινοποίηση όταν η τελική μοίρα των αποβλήτων δεν είναι ακόμα γνωστή. Δεν νομίζω ότι μπορεί να υποστηριχθεί ότι μπορεί να υπάρξει κάποια μοίρα των αποβλήτων η οποία να μην εμπίπτει στις εργασίες διαθέσεως και αξιοποιήσεως που απαριθμούνται στα παραρτήματα ΙΙ Α και ΙΙ Β της οδηγίας. Είναι σαφές ότι πρόθεση του κανονισμού ήταν να καλύψει όλες τις μεταφορές αποβλήτων, έστω και αν η μεταφορά ορισμένων αποβλήτων απαλλάσσεται από την υποχρέωση κοινοποιήσεως. Όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, αν ο κανονισμός ερμηνευόταν υπό την έννοια ότι εξαιρούνται από την υποχρέωση κοινοποιήσεως τα απόβλητα των οποίων η τελική μοίρα δεν είναι ακόμα καθορισμένη, η ερμηνεία αυτή θα οδηγούσε στο άτοπο αποτέλεσμα να είναι οι μεταφορείς αποβλήτων οι οποίοι δεν έχουν καθορίσει τη μοίρα των αποβλήτων πριν από τη μεταφορά περισσότερο ελεύθεροι ως προς την οργάνωση αυτής μεταφοράς απ' ό,τι οι μεταφορείς που έχουν ήδη καθορίσει τη μοίρα των αποβλήτων, έστω και αν η πρώτη περίπτωση δημιουργεί περισσότερες ανησυχίες. Μπορεί επίσης να παρατηρηθεί ότι μια τέτοια ερμηνεία θα αποθάρρυνε τους μεταφορείς να λαμβάνουν, ή να αναγνωρίζουν ότι έχουν λάβει, την απόφασή τους ως προς την τελική μοίρα των αποβλήτων που πρόκειται να μεταφερθούν. Είναι, συνεπώς, σαφές ότι η υποχρέωση κοινοποιήσεως που προβλέπει ο κανονισμός όσον αφορά μια συγκεκριμένη μεταφορά αποβλήτων δεν αναιρείται απλώς και μόνον διότι η μοίρα του φορτίου δεν έχει ακόμα καθοριστεί.
40 Προς απάντηση στο πρώτο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος, καταλήγω στο ότι η μνεία της εναποθηκεύσεως υλικών που περιέχεται στο παράρτημα ΙΙ Β της οδηγίας περί αποβλήτων, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί, έχει την έννοια ότι καλύπτει όχι μόνον την εναποθήκευση στην εγκατάσταση όπου οι άλλες εργασίες που απαριθμούνται στο παράρτημα πρόκειται να πραγματοποιηθούν, αλλά και την εναποθήκευση εν αναμονή της μεταφοράς προς μια τέτοια εγκατάσταση (εξαιρουμένης της προσωρινής εναποθηκεύσεως, κατά τη διάρκεια της συλλογής, στον χώρο όπου παράγονται τα απόβλητα), ανεξαρτήτως του αν η εγκατάσταση αυτή βρίσκεται εντός ή εκτός της Κοινότητας.
Το δεύτερο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος
41 Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος, το Raad van State ερωτά ποιες είναι οι ελάχιστες αποδείξεις που απαιτούνται προκειμένου να γίνει δεκτό ότι τα απόβλητα που δεν κοινοποιήθηκαν προορίζονται για αξιοποίηση. Το εθνικό δικαστήριο ζητεί απάντηση στο σκέλος αυτό σε περίπτωση που δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο σκέλος του ερωτήματος, και εγώ όντως πρότεινα καταφατική απάντηση. Ωστόσο, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος έχει έννοια μόνον αν, σύμφωνα με την απάντηση στο πρώτο ερώτημα, τα επίδικα απόβλητα θεωρηθούν ως πράσινα απόβλητα, καθόσον μόνον τα πράσινα απόβλητα προς αξιοποίηση εξαιρούνται γενικώς από την υποχρέωση κοινοποιήσεως που προβλέπει ο κανονισμός. Αν τα απόβλητα δεν είναι πράσινα, οι μεταφορές τους πρέπει να κοινοποιούνται σε κάθε περίπτωση, είτε αυτά προορίζονται για αξιοποίηση είτε προορίζονται για διάθεση. Εφόσον υποστήριξα ότι τα απόβλητα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως πράσινα απόβλητα, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος. Ωστόσο, για την περίπτωση που θα υιοθετηθεί διαφορετική άποψη ως προς την κατάταξη των αποβλήτων, και δεδομένου ότι εναπόκειται καταρχήν στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει το αναγκαίο των ερωτημάτων που υποβάλλει, θεωρώ ενδεδειγμένο να δοθεί απάντηση στο δεύτερο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος.
42 Η μόνη διάταξη του κανονισμού όσον αφορά τις αναγκαίες πληροφορίες που απαιτούνται για τα πράσινα απόβλητα που προορίζονται για αξιοποίηση είναι το άρθρο 11, παράγραφος 1 (33). Το άρθρο 11, παράγραφος 1, ορίζει ότι, για να διευκολυνθεί η παρακολούθηση των μεταφορών αποβλήτων προς αξιοποίηση που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ (ήτοι των πράσινων αποβλήτων), οι μεταφορές αυτές πρέπει να συνοδεύονται από τις ακόλουθες πληροφορίες, υπογεγραμμένες από τον κάτοχο:
α) το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του κατόχου·
β) τη συνήθη εμπορική ονομασία των αποβλήτων·
γ) την ποσότητα των αποβλήτων·
δ) το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του παραλήπτη·
ε) τις δραστηριότητες αξιοποιήσεως που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ Β της οδηγίας· και
στ) την υπολογιζόμενη ημερομηνία αποστολής.
43 Πάντως, όσον αφορά τα απόβλητα προς αξιοποίηση που πρέπει, σύμφωνα με τον κανονισμό, να κοινοποιούνται, ο κανονισμός προβλέπει ότι ο κοινοποιών οφείλει να υποβάλει αντίγραφο της συμβάσεως στην αρμόδια αρχή εφόσον αυτή το ζητήσει. Αν τα απόβλητα μεταφέρονται μεταξύ δύο εγκαταστάσεων που ελέγχονται από το ίδιο νομικό πρόσωπο, η σύμβαση αυτή μπορεί να αντικατασταθεί με δήλωση του εν λόγω προσώπου (34).
44 Περαιτέρω, η παράγραφος 4 του άρθρου 6 του κανονισμού ορίζει ότι ο κοινοποιών συμπληρώνει το έγγραφο παρακολουθήσεως και, εφόσον του το ζητήσουν οι αρμόδιες αρχές, παρέχει συμπληρωματικές πληροφορίες και έγγραφα, η δε παράγραφος 5 του άρθρου 6 προβλέπει ότι το έγγραφο παρακολουθήσεως περιλαμβάνει πληροφορίες ιδίως επί ορισμένων σημείων. Στο μέτρο που απαιτείται, οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν τα εξής:
- την προέλευση, τη σύνθεση και την ποσότητα των προς αξιοποίηση αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένης της ταυτότητας του παραγωγού και, αν πρόκειται για απόβλητα διαφόρων προελεύσεων, λεπτομερή κατάλογο των αποβλήτων καθώς και, αν είναι γνωστή, την ταυτότητα των αρχικών παραγωγών,
- την ταυτότητα του παραλήπτη των αποβλήτων, τον τόπο στον οποίο βρίσκεται το κέντρο αξιοποιήσεως, καθώς και τον τύπο και τη διάρκεια ισχύος της αδείας βάσει της οποίας λειτουργεί το κέντρο αυτό,
- τις δραστηριότητες αξιοποίησεως, όπως αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ Β της οδηγίας περί αποβλήτων,
- την προβλεπόμενη διαδικασία διαθέσεως των αποβλήτων που θα απομείνουν μετά την ανακύκλωση,
- την ποσότητα του ανακυκλωμένου υλικού σε σχέση με τα εναπομένοντα απόβλητα,
- την υπολογιζόμενη αξία του ανακυκλωμένου υλικού.
45 Όλες οι πληροφορίες που αναφέρθηκαν ανωτέρω στις παραγράφους 42 έως 44 μπορούν να χρησιμεύσουν ως κατευθυντήριες γραμμές για τους μεταφορείς αποβλήτων ως προς το τι θα μπορούσαν να ζητήσουν οι αρμόδιες αρχές προς απόδειξη του ότι ένα συγκεκριμένο φορτίο προορίζεται για αξιοποίηση. Ωστόσο, συμφωνώ με την Επιτροπή ότι είναι δύσκολο να καθοριστεί, σε αφηρημένη βάση, ποιες επακριβώς αποδείξεις απαιτούνται, καθόσον αυτό εξαρτάται κάθε φορά από τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Πράγματι δε, ο κανονισμός αναγνωρίζει την ανάγκη ελαστικής αντιμετωπίσεως, καθόσον επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να ζητούν συμπληρωματικές πληροφορίες και έγγραφα (άρθρο 6, παράγραφος 4).
46 Μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί δεδομένο μόνον ότι οι πληροφορίες και οι αποδείξεις που προσκομίζονται πρέπει να είναι αρκετές για να πεισθεί η αρμόδια αρχή ότι το φορτίο όντως προορίζεται για αξιοποίηση. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν τη διακριτική ευχέρεια να ζητούν και άλλες πληροφορίες ή αποδείξεις πέραν αυτών που μνημονεύονται στον κανονισμό, ιδίως ενόψει των υποχρεώσεών που υπέχουν σε ορισμένες περιπτώσεις να εξασφαλίσουν ότι τα παρανόμως μεταφερθέντα απόβλητα θα επιστραφούν ή θα διατεθούν ή θα αξιοποιηθούν κατά περιβαλλοντικώς ορθό τρόπο (βλ. άρθρο 26 του κανονισμού). Το άρθρο 11, παράγραφος 1, δεν φιλοδοξεί να αποτελέσει εξαντλητική απαρίθμηση των αποδείξεων που είναι δυνατόν να ζητηθούν όσον αφορά τα πράσινα απόβλητα που προορίζονται για αξιοποίηση. Η διάταξη αυτή απλώς αναφέρει τις πληροφορίες που πρέπει να συνοδεύουν αυτές τις μεταφορές αποβλήτων προκειμένου να «διευκολυνθεί» η παρακολούθησή τους. Ακόμα και αν υφίσταται ο κίνδυνος μία αρμόδια αρχή να αρνηθεί αδικαιολόγητα να δεχθεί ότι ένα συγκεκριμένο φορτίο αποβλήτων προορίζεται για αξιοποίηση, από τις δυσκολίες αυτές δεν μπορεί να αντληθεί εκ των προτέρων επιχείρημα υπέρ του καθορισμού αυστηρών κριτηρίων ως προς το ποιες αποδείξεις είναι απαραίτητες ή επαρκείς.
47 Το εθνικό δικαστήριο ερωτά, εντούτοις, σχετικά με τα ελάχιστα αποδεικτικά στοιχεία που θα πρέπει να είναι διαθέσιμα. Αναφέρεται, συνεπώς, όχι στην περίπτωση κατά την οποία μια αρμόδια αρχή ζητεί υπερβολικά πολλές αποδείξεις, αλλά μάλλον στην περίπτωση μιας αρμόδιας αρχής που ζητεί πολύ λίγες αποδείξεις. Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού του κανονισμού που συνίσταται στην προστασία του περιβάλλοντος, οι αρμόδιες αρχές δεν πρέπει να είναι ιδιαίτερα χαλαρές όσον αφορά τον βαθμό της αποδείξεως. Κατά την άποψή μου, οι ελάχιστες απαιτούμενες αποδείξεις όσον αφορά τα μη κοινοποιούμενα πράσινα απόβλητα που προορίζονται για αξιοποίηση θα πρέπει κανονικά να συνίστανται στα στοιχεία που απαριθμεί το άρθρο 11. Βάσει των στοιχείων αυτών μπορούν να πραγματοποιηθούν περαιτέρω έλεγχοι και έρευνες, το δε γεγονός ότι στο άρθρο 11 δεν μνημονεύονται άλλα στοιχεία υπονοεί ότι θεωρείται ότι οι πληροφορίες αυτές, στις συνήθεις περιπτώσεις, είναι αρκετές. Αν υπάρχει αμφιβολία ως προς το αληθές της παρασχεθείσας πληροφορίας, η αρμόδια αρχή θα έπρεπε, ωστόσο, να υποχρεούται να ελέγξει την πληροφορία αυτή και, ενδεχομένως, να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες ή έγγραφα.
48 Όσον αφορά τα φορτία αποβλήτων που προορίζονται για εναποθήκευση, εφόσον η εναποθήκευση θεωρείται ως εργασία αξιοποιήσεως μόνον αν πραγματοποιείται εν αναμονή αξιοποιήσεως (35), πρέπει να αποδεικνύεται όχι μόνον η πρόθεση εναποθηκεύσεως των αποβλήτων αλλά και η πρόθεση ως προς την τελική εργασία αξιοποιήσεως, και τούτο έστω και αν η τελική αξιοποίηση πρόκειται να λάβει χώρα εκτός Κοινότητας, καθόσον οι αρμόδιες αρχές υπέχουν από τον κανονισμό υποχρεώσεις όσον αφορά τις εξαγωγές αποβλήτων από την Κοινότητα (36).
49 Συνεπώς, προς απάντηση στο δεύτερο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος, καταλήγω στο ότι οι ελάχιστες πληροφορίες που πρέπει κανονικά να απαιτεί η αρμόδια αρχή προς απόδειξη του ότι τα πράσινα απόβλητα προορίζονται για αξιοποίηση είναι οι πληροφορίες που απαριθμούνται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού· ωστόσο, η εν λόγω αρχή έχει την εξουσία ή, ενδεχομένως, την υποχρέωση να ζητήσει κάθε άλλη πληροφορία ή απόδειξη που είναι απαραίτητη προκειμένου να καταδειχθεί ότι τα απόβλητα προορίζονται για αξιοποίηση.
Το τρίτο ερώτημα
50 Με το τρίτο ερώτημά του, το Raad van State ζητεί να καθοριστεί η έκταση των υποχρεώσεων και των εξουσιών της αρμόδιας αρχής προορισμού προς επιστροφή των παρανόμως μεταφερθέντων αποβλήτων στο κράτος μέλος αποστολής.
51 Οι μεταφορές αποβλήτων που δεν έχουν κοινοποιηθεί σε όλες τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές θεωρούνται παράνομες μεταφορές σύμφωνα με το άρθρο 26, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού (37). Υποστηρίζεται συνεπώς, ότι η επίδικη μεταφορά ήταν παράνομη καθόσον δεν κοινοποιήθηκε. Η υποχρέωση κοινοποιήσεως επιβάλλεται, όπως είναι φυσικό, στον κοινοποιούντα τα απόβλητα (άρθρο 3, παράγραφος 1, και άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού). Ο «κοινοποιών» των αποβλήτων ορίζεται λεπτομερώς από το άρθρο 2, στοιχείο ζζ, του κανονισμού. Στον ορισμό αυτόν εμπίπτει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, «το πρόσωπο το οποίο έχει την κατοχή ή τον νόμιμο έλεγχο των αποβλήτων (κάτοχος)». Το Raad van State θεωρεί ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, η Beside ήταν ο κάτοχος των αποβλήτων υπό την έννοια του κανονισμού και ότι ως εκ τούτου, αν απαιτείτο κοινοποίηση, η Beside ήταν εκείνη που όφειλε να κοινοποιήσει τη μεταφορά των αποβλήτων σύμφωνα με τον κανονισμό.
52 Εφόσον για το ενδεχόμενο παράνομο της μεταφοράς στην υπό κρίση υπόθεση ευθύνεται ο κοινοποιών, έχει εφαρμογή το άρθρο 26, παράγραφος 2, του κανονισμού. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω (38), το άρθρο 26, παράγραφος 2, ορίζει ότι, αν για την παράνομη μεταφορά των αποβλήτων υπεύθυνος είναι ο κοινοποιών, η αρμόδια αρχή αποστολής μεριμνά ώστε τα εν λόγω απόβλητα είτε α) να επιστραφούν από τον κοινοποιούντα ή, εάν είναι αναγκαίο, από την ίδια την αρμόδια αρχή στο κράτος μέλος αποστολής, είτε, αν αυτό είναι πρακτικώς ανέφικτο, β) να διατεθούν ή να αξιοποιηθούν άλλως, κατά περιβαλλοντικώς ορθό τρόπο.
53 Σκόπιμο είναι να υπενθυμιστεί ειδικότερα ότι η δεύτερη και τρίτη φράση της παραγράφου 2 του άρθρου 26 έχουν ως εξής:
«Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να γίνεται νέα κοινοποίηση. Κανένα κράτος μέλος αποστολής ή διαμετακόμισης δεν μπορεί να αντιταχθεί στην επιστροφή των αποβλήτων αυτών, εφόσον το ζητήσει η αρμόδια αρχή προορισμού με δεόντως αιτιολογημένη αίτηση, εξηγώντας τους λόγους της.»
54 Ο Υπουργός υποστηρίζει ότι από την τρίτη φράση μπορεί να συναχθεί ότι η αρμόδια αρχή προορισμού έχει την υποχρέωση ή την εξουσία να πράξει ό,τι και η αρμόδια αρχή αποστολής οφείλει να πράξει δυνάμει της πρώτης φράσεως της εν λόγω διατάξεως.
55 Το Raad van State διερωτάται κατά πόσον το γεγονός ότι στη δεύτερη φράση του άρθρου 26, παράγραφος 2, προβλέπεται ότι η επιστροφή των αποβλήτων πρέπει να κοινοποιείται σημαίνει ότι η μνεία, στην τρίτη φράση του άρθρου 26, παράγραφος 2, του κράτους μέλους αποστολής αποτελεί στην πραγματικότητα αναφορά στο κράτος το οποίο ήταν το κράτος μέλος προορισμού σε σχέση με την αρχική παράνομη μεταφορά. Αυτή η ερμηνεία στηρίζεται στο ότι, κατά την επιστροφή των αποβλήτων, το κράτος μέλος προορισμού στο πλαίσιο της αρχικής μεταφοράς ενεργεί ως κράτος μέλος αποστολής. Από την άποψη αυτή, η υποχρέωση που επιβάλλει η τρίτη φράση στο «κράτος μέλος αποστολής» να μην αντιταχθεί στην επιστροφή των αποβλήτων θα μπορούσε να αναφέρεται στο κράτος το οποίο ήταν το κράτος μέλος προορισμού στο πλαίσιο της αρχικής μεταφοράς. Το Raad van State καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Υπουργός δεν μπορούσε να επικαλεστεί την τρίτη φράση του άρθρου 26, παράγραφος 2, ως έρεισμα της εξουσίας του να διατάξει την επιστροφή των αποβλήτων στη Γερμανία.
56 Θεωρώ, ωστόσο, σαφές ότι, όπως αναφέρει η Ολλανδική Κυβέρνηση, σκοπός του άρθρου 26, παράγραφος 2, είναι να εξασφαλίσει ότι τα κράτη μέλη δεν κλείνουν τα μάτια τους στις περιπτώσεις παρανόμων μεταφορών από το έδαφός τους, υποχρεώνοντάς τα να δέχονται και πάλι τα συναφή φορτία όταν για το παράνομο της μεταφοράς ευθύνεται ο κοινοποιών. Επιπλέον, όπως αναγνωρίζει το Raad van State, θα ήταν παράξενο η αναφορά στην αρμόδια αρχή αποστολής σε μία φράση και η αναφορά στην αρμόδια αρχή προορισμού σε άλλη φράση της ιδίας διατάξεως να υπονοούν την ίδια αρχή (39). Ως εκ τούτου, η κατά την τρίτη φράση του άρθρου 26, παράγραφος 2, υποχρέωση μη εναντιώσεως στην επιστροφή των παρανόμων αποβλήτων όταν την ευθύνη φέρει ο κοινοποιών, επιβάλλεται, κατά τη γνώμη μου, στο κράτος μέλος από το οποίο απεστάλησαν αρχικά τα απόβλητα.
57 Θεωρώ, συνεπώς, ότι η δεύτερη και η τρίτη φράση του άρθρου 26, παράγραφος 2, έχουν την έννοια ότι η επιστροφή των αποβλήτων στο κράτος μέλος αποστολής (ήτοι στο κράτος μέλος από το οποίο τα προϋόντα απεστάλησαν αρχικά) δεν μπορεί να επιχειρηθεί μονομερώς από το κράτος μέλος προορισμού (ήτοι το κράτος όπου έφθασαν τα απόβλητα) χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση στο κράτος μέλος αποστολής, το κράτος μέλος αποστολής όμως δεν μπορεί να αντιταχθεί στην επιστροφή των αποβλήτων εφόσον η αίτηση του κράτους μέλους προορισμού είναι δεόντως αιτιολογημένη (40). Μπορεί, ωστόσο, να υποτεθεί ότι το κράτος μέλος αποστολής μπορεί να αντιταχθεί στην επάνοδο των αποβλήτων αν είναι αδύνατο τόσο στον κοινοποιούντα όσο και στην αρμόδια αρχή αποστολής να τα ανακτήσουν, δεδομένου ότι, στην περίπτωση αυτή, η πρώτη φράση του άρθρου 26, παράγραφος 2, υποχρεώνει απλώς το κράτος αυτό να μεριμνήσει ώστε τα απόβλητα να διατεθούν κατ' άλλον, περιβαλλοντικώς ορθό, τρόπο.
58 Καίτοι εναπόκειται στο κράτος μέλος αποστολής να εξασφαλίσει την επιστροφή ή την περιβαλλοντικώς ορθή διάθεση ή αξιοποίηση των αποβλήτων, το κράτος αυτό μπορεί να χρειάζεται τη συνδρομή του κράτους μέλους προορισμού. Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, από τον σκοπό και την οικονομία του άρθρου 26 (41), σε συνδυασμό με τη γενική υποχρέωση συνεργασίας που προβλέπει το άρθρο 5 της Συνθήκης, το κράτος μέλος προορισμού υποχρεούται να συνδράμει το κράτος μέλος αποστολής στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχει από το άρθρο 26, παράγραφος 2.
59 Δεν καθίσταται, ωστόσο, σαφώς από το γράμμα της παραγράφου 2 του άρθρου 26 κατά πόσον το κράτος μέλος προορισμού μπορεί να διατάξει την επιστροφή των αποβλήτων αν, όταν αυτή έχει δεόντως κοινοποιηθεί, το κράτος μέλος αποστολής δεν επιθυμεί να τα ανακτήσει. Η Φινλανδική και η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι το κράτος μέλος προορισμού θα έπρεπε να διαθέτει αυτοτελή εξουσία να επιστρέψει τα απόβλητα, εφόσο έχει προηγουμένως απευθύνει σχετική αίτηση. Προς στήριξη της απόψεως αυτής, αναφέρονται στη συμφωνία των ανταποκριτών που καταρτίστηκε κατά τις συσκέψεις της 7ης Νοεμβρίου 1995 και της 6ης Ιουνίου 1996 (42). Η συμφωνία αυτή, ωστόσο, αφορά το κατά πόσον η αρμόδια αρχή προορισμού μπορεί να «ζητήσει» από την αρμόδια αρχή αποστολής να ανακτήσει τα απόβλητα που δεν κοινοποιήθηκαν διότι μεταφέρθηκαν ως πράσινα απόβλητα προς αξιοποίηση, αλλά τα οποία, κατά την άποψη της αρμόδιας αρχής προορισμού, δεν αποτελούν πράσινα απόβλητα, φαίνεται δε να εκκινεί από την υπόθεση ότι τα κράτη μέλη αποστολής και προορισμού θα καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με την επιστροφή των αποβλήτων. Επιπλέον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το κράτος μέλος προορισμού δεν θα πρέπει να διαθέτει αυτοτελή εξουσία προς επιστροφή των αποβλήτων διότι, αν το κράτος μέλος αποστολής δεν συμφωνεί, τα απόβλητα μπορεί να εγκαταλειφθούν στα σύνορα. Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει, ομοίως, ότι το κράτος μέλος προορισμού δεν μπορεί να επιστρέψει τα απόβλητα χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του κράτους μέλους αποστολής.
60 Πάντως, εφόσον στην υπό κρίση υπόθεση δεν υποστηρίζεται ότι το κράτος μέλος αποστολής αρνήθηκε να δεχθεί την επιστροφή των αποβλήτων, είναι άσκοπη η εξέταση της περιπτώσεως αυτής. Μπορεί, ωστόσο, να παρατηρηθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας περί αποβλήτων, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την απαγόρευση «της εγκατάλειψης, της απόρριψης και της ανεξέλεγκτης διάθεσης των αποβλήτων» καθώς και για την εξασφάλιση του ότι η αξιοποίηση ή η διάθεση των αποβλήτων πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη υγεία και χωρίς να βλάπτεται το περιβάλλον.
61 Προς απάντηση στο τρίτο ερώτημα, καταλήγω στο ότι η αρμόδια αρχή προορισμού έχει όχι μόνο εξουσία αλλά και καθήκον να συνδράμει την αρμόδια αρχή αποστολής να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 26, παράγραφος 2, του κανονισμού, καθώς και ότι το κράτος μέλος αποστολής δεν δικαιούται να αντιταχθεί στην επιστροφή των αποβλήτων, υπό την προϋπόθεση ότι η επιστροφή αυτή δεν είναι αδύνατη και ότι έχει λάβει δεόντως αιτιολογημένη αίτηση επιστροφής εκ μέρους της αρμόδιας αρχής προορισμού.
Πρόταση
62 Συνεπώς, θεωρώ ότι στα ερωτήματα που υπέβαλε το Raad van State πρέπει να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις:
«1) H έκφραση "αστικά/οικιακά απόβλητα" του κωδικού AD 160 του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού (EOK) 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους, όπως ο κανονισμός αυτός έχει τροποποιηθεί, έχει την έννοια ότι καλύπτει και τα απόβλητα που συντίθενται κυρίως από πλαστικές ύλες σε στερεά μορφή, οι οποίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού, αλλά και από διάφορα άλλα απόβλητα που εμπίπτουν στο παράρτημα ΙΙ και μικρή ποσότητα υλικών που δεν εμπίπτουν στο παράρτημα αυτό, αν τα εν λόγω απόβλητα δεν έχουν καταταγεί προσηκόντως στις ενδεδειγμένες κατηγορίες.
2) α) Η μνεία της εναποθηκεύσεως υλικών που περιέχεται στο παράρτημα ΙΙ Β της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί, έχει την έννοια ότι καλύπτει όχι μόνον την εναποθήκευση στην εγκατάσταση όπου οι άλλες εργασίες που απαριθμούνται στο παράρτημα πρόκειται να πραγματοποιηθούν, αλλά και την εναποθήκευση εν αναμονή της μεταφοράς προς μια τέτοια εγκατάσταση (εξαιρουμένης της προσωρινής εναποθηκεύσεως, κατά τη διάρκεια της συλλογής, στον χώρο όπου παράγονται τα απόβλητα), ανεξαρτήτως του αν η εγκατάσταση αυτή βρίσκεται εντός ή εκτός της Κοινότητας.
β) Οι ελάχιστες πληροφορίες που πρέπει κανονικά να απαιτεί η αρμόδια αρχή προς απόδειξη του ότι τα πράσινα απόβλητα προορίζονται για αξιοποίηση είναι οι πληροφορίες που απαριθμούνται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 259/93· ωστόσο, η εν λόγω αρχή έχει την εξουσία ή, ενδεχομένως, την υποχρέωση να ζητήσει κάθε άλλη πληροφορία ή απόδειξη που είναι απαραίτητη προκειμένου να καταδειχθεί ότι τα απόβλητα προορίζονται για αξιοποίηση.
3) Η αρμόδια αρχή προορισμού έχει όχι μόνο εξουσία αλλά και καθήκον να συνδράμει την αρμόδια αρχή αποστολής να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 26, παράγραφος 2, του κανονισμού 259/93· το κράτος μέλος αποστολής δεν δικαιούται να αντιταχθεί στην επιστροφή των αποβλήτων, υπό την προϋπόθεση ότι η επιστροφή αυτή δεν είναι αδύνατη και ότι έχει λάβει δεόντως αιτιολογημένη αίτηση επιστροφής εκ μέρους της αρμόδιας αρχής προορισμού.»
(1) - ΕΕ L 30, σ. 1.
(2) - ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86. Όλες οι ουσιαστικές διατάξεις της οδηγίας 75/442 αντικαταστάθηκαν από την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991, για την τροποποίηση της οδηγίας 75/442 (ΕΕ L 78, σ. 32). Τα παραρτήματα ΙΙ Α και ΙΙ Β που προστέθηκαν με την οδηγία 91/156 τροποποιήθηκαν με την απόφαση 96/350/ΕΚ της Επιτροπής, της 24ης Μαου 1996, για την προσαρμογή των παραρτημάτων ΙΙ Α και ΙΙ Β της οδηγίας 75/442 του Συμβουλίου για τα απόβλητα (ΕΕ L 135, σ. 32).
(3) - Άρθρο 44.
(4) - Για τον πλήρη ορισμό του όρου, βλ. άρθρο 2, στοιχείο δδ, του κανονισμού.
(5) - Για τον πλήρη ορισμό του όρου, βλ. άρθρο 2, στοιχείο γγ, του κανονισμού.
(6) - Για τον πλήρη ορισμό του όρου, βλ. άρθρο 2, στοιχείο εε, του κανονισμού.
(7) - Άρθρο 3, παράγραφος 1, όσον αφορά τα απόβλητα προς διάθεση· άρθρο 6, παράγραφος 1, όσον αφορά τα απόβλητα προς αξιοποίηση.
(8) - Άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο αα.
(9) - Άρθρο 8, παράγραφος 1. Πάντως, στην περίπτωση των αποβλήτων προς αξιοποίηση που εμπίπτουν στον «κόκκινο κατάλογο αποβλήτων» του παραρτήματος IV, η άδεια πρέπει να δοθεί εγγράφως πριν από την έναρξη της μεταφοράς: άρθρο 10.
(10) - Τα παραρτήματα του κανονισμού τροποποιήθηκαν με την απόφαση 94/721/ΕΚ της Επιτροπής, της 21ης Οκτωβρίου 1994, για την αναπροσαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 42, παράγραφος 3, των παραρτημάτων ΙΙ, ΙΙΙ και IV του κανονισμού 259/93 (ΕΕ L 288, σ. 36), καθώς και με την απόφαση 96/660/ΕΚ της Επιτροπής, της 14ης Νοεμβρίου 1996, για την προσαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 42, παράγραφος 3, του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού 259/93 (ΕΕ L 304, σ. 15).
(11) - Δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού.
(12) - Άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο αα.
(13) - Αρχικά γενική κατηγορία Δ, η οποία στη συνέχεια τροποποιήθηκε με την απόφαση 94/721 της Επιτροπής, που μνημονεύεται ανωτέρω στην υποσημείωση 10.
(14) - Αρχικά υποκατηγορία D 3915 10, η οποία τροποποιήθηκε στη συνέχεια με την απόφαση 94/721 της Επιτροπής, που μνημονεύεται ανωτέρω στην υποσημείωση 10.
(15) - Η οποία μνημονεύθηκε ανωτέρω στην υποσημείωση 10.
(16) - Βλ. ανωτέρω παράγραφο 5.
(17) - Άρθρο 2, στοιχείο ιαα.
(18) - Το αρχικό κείμενο του παραρτήματος ΙΙΙ αναφερόταν στα «οικιακά απόβλητα», τα οποία κατέτασσε μεταξύ των αποβλήτων του πορτοκαλί καταλόγου τα οποία θα «[έπρεπε] να εξεταστούν κατά προτεραιότητα με τον μηχανισμό αναθεώρησης του ΟΟΣΑ». Η πρόβλεψη υποκατηγορίας «αστικά/οικιακά απόβλητα» με κωδικό AD 160 στον πορτοκαλί κατάλογο πραγματοποιήθηκε με την απόφαση 94/721 της Επιτροπής, η οποία μνημονεύθηκε ανωτέρω στην υποσημείωση 10.
(19) - Η διάταξη αυτή παρατίθεται ανωτέρω στις παραγράφους 8 και 9.
(20) - Το πλήρες κείμενο της παραγράφου παρατίθεται ανωτέρω στην παράγραφο 6.
(21) - Βλ. άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για τα επικίνδυνα απόβλητα, το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να απαιτείται - υπό την επιφύλαξη των περιορισμένων εξαιρέσεως που προβλέπει η παράγραφος 3 του άρθρου 2 - από τους φορείς και τις επιχειρήσεις που διαθέτουν, αξιοποιούν, συλλέγουν ή μεταφέρουν επικίνδυνα απόβλητα «να μην αναμειγνύουν τις διάφορες κατηγορίες επικίνδυνων αποβλήτων, ούτε να αναμειγνύουν επικίνδυνα με μη επικίνδυνα απόβλητα» (ΕΕ L 377, σ. 20).
(22) - Απόφαση του ΟΟΣΑ σχετικά με τον έλεγχο των διασυνοριακών μεταφορών επικινδύνων αποβλήτων που προορίζονται για αξιοποίηση, C(92) 39 τελικό.
(23) - Τρίτη αιτιολογική σκέψη.
(24) - Απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για τη θέσπιση καταλόγου αποβλήτων σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο αα, της οδηγίας 75/442 (ΕΕ L 5, σ. 15).
(25) - Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 2.
(26) - Βλ. παράγραφο 5 της εισαγωγής της αποφάσεως.
(27) - Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 22.
(28) - Σύμβαση για τον έλεγχο της διασυνοριακής διακίνησης επικίνδυνων αποβλήτων και της διάθεσής τους, η οποία κυρώθηκε εκ μέρους της Κοινότητας με την απόφαση 93/98/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993 (ΕΕ L 39, σ. 1). Το κείμενο της Συμβάσεως επισυνάπτεται στην απόφαση του Συμβουλίου. Η Σύμβαση αυτή τέθηκε σε ισχύ εντός της Κοινότητας με τον κανονισμό περί αποβλήτων.
(29) - Βλ. ανωτέρω παράγραφο 14.
(30) - Βλ. άρθρο 2, στοιχεία θθ και ιαα, του κανονισμού και άρθρο 1, στοιχεία εε και σττ, και παραρτήματα ΙΙ Α και ΙΙ Β της οδηγίας. Οι σχετικές διατάξεις των παραρτημάτων αυτών τροποποιήθηκαν, έστω και όχι ουσιαστικά, μετά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως με την απόφαση 96/350 της Επιτροπής, που μνημονεύθηκε ανωτέρω στην υποσημείωση 2.
(31) - Άρθρο 3, παράγραφος 5, όσον αφορά τα απόβλητα προς διάθεση και άρθρο 6, παράγραφος 5, όσον αφορά τα απόβλητα προς αξιοποίηση.
(32) - Άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, όσον αφορά τα απόβλητα προς διάθεση και άρθρο 7, παράγραφος 3, όσον αφορά τα απόβλητα προς αξιοποίηση.
(33) - Βλ. άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο αα.
(34) - Άρθρο 6, παράγραφος 6.
(35) - Βλ. ανωτέρω παράγραφο 36.
(36) - Τίτλος IV του κανονισμού.
(37) - Το άρθρο αυτό παρατίθεται ανωτέρω στην παράγραφο 8.
(38) - Παράγραφος 9.
(39) - Σύγκρινε το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Βασιλείας, το οποίο περιέχει διάταξη παρεμφερή του άρθρου 26, παράγραφος 2, του κανονισμού. Η διάταξη αυτή προβλέπει απλώς ότι «τα ενδιαφερόμενα κράτη δεν αντιτίθενται στην επιστροφή αυτών των αποβλήτων στο κράτος μέλος εξαγωγής». (Η τέταρτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως 93/98 του Συμβουλίου, με την οποία κυρώθηκε η Σύμβαση εξ ονόματος της Κοινότητας, αναφέρει ότι ο κανονισμός περί αποβλήτων «[αποσκοπεί], μεταξύ άλλων, στο να προσαρμοθεί το υπάρχον κοινοτικό σύστημα επιτήρησης και ελέγχου των διακινήσεων αποβλήτων στις απαιτήσεις της Σύμβασης της Βασιλείας καθώς και της τέταρτης Σύμβασης ΑΚΕ-ΕΟΚ». Μνεία της Συμβάσεως της Βασιλείας περιέχεται επίσης και στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.)
(40) - Όσον αφορά το γράμμα της τελευταίας φράσεως του άρθρου 26, παράγραφος 2, δεν γίνεται σαφώς αντιληπτή η χρησιμότητα της διευκρινίσεως «εξηγώντας τους λόγους της» στη «δεόντως αιτιολογημένη αίτηση».
(41) - Βλ., ειδικότερα, τις αναφορές στη συνεργασία μεταξύ των αρμοδίων αρχών, που περιέχονται στο άρθρο 26, παράγραφοι 3 και 4.
(42) - Πληροφοριακό σημείωμα, κανονισμός 259/93, θέμα: παράνομες μεταφορές αποβλήτων, AMP D(96) (που επισυνάπτεται στις παρατηρήσεις της Φινλανδικής Κυβερνήσεως). Οι ανταποκριτές διορίζονται από τα κράτη μέλη και την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 37, παράγραφος 1, του κανονισμού· η παράγραφος 2 του άρθρου 37 προβλέπει ότι η Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεως των κρατών μελών ή εάν το κρίνει σκόπιμο, συγκαλεί κατά περιόδους τους ανταποκριτές προκειμένου να εξετάζει μαζί τους τα ζητήματα που ανακύπτουν από την εφαρμογή του κανονισμού.
Full & Egal Universal Law Academy