Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με διάταξη της 18 Απριλίου 1996, το Landgericht Kφln ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του κύρους ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 92/100/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1992, σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϋόντων της διανοίας (στο εξής: οδηγία).
Το εθνικό δικαστήριο ερωτά ειδικότερα αν η παροχή αποκλειστικού δικαιώματος συναινέσεως ή απαγορεύσεως της εκμισθώσεως προστατευομένων έργων, που προβλέπουν τα άρθρα 1 και 2 της οδηγίας, συμβιβάζεται με τα θεμελιώδη δικαιώματα που διασφαλίζει η κοινοτική έννομη τάξη και, ιδίως, με το δικαίωμα ελεύθερης ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας.
Το νομοθετικό πλαίσιο
2 Η οδηγία, όπως και άλλες σχετικές οδηγίες, αποσκοπεί στην προσέγγιση των νομοθεσιών (1), και εκδόθηκε από το Συμβούλιο κατόπιν της δημοσιεύσεως της ανακοινώσεως της Επιτροπής (πράσινη βίβλος) «Το δικαίωμα του δημιουργού και η τεχνολογική πρόκληση - Προβλήματα του δικαιώματος του δημιουργού που απαιτούν άμεση δράση» (2). Σκοπός των οδηγιών αυτών είναι να συμβάλουν στην εναρμόνιση των εσωτερικών ρυθμίσεων των σχετικών με το δικαίωμα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα, διασφαλίζοντας παράλληλα μια προστασία των δικαιωμάτων προσαρμοσμένη στο νέο τεχνολογικό πλαίσιο. Η νομική βάση της οδηγίας είναι τα άρθρα 57, 66 και 100 A της Συνθήκης ΕΚ.
3 Κρίσιμες για την παρούσα υπόθεση είναι ορισμένες διατάξες του κεφαλαίου Ι της οδηγίας, που ρυθμίζουν το δικαίωμα εκμίσθωσης και δανεισμού (3). Η γενικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1, παράγραφος 1, προσδιορίζει το αντικείμενο της εναρμονίσεως. Προβλέπει ότι τα κράτη μέλη παρέχουν «δικαίωμα συναίνεσης ή απαγόρευσης για την εκμίσθωση και τον δανεισμό πρωτοτύπων και αντιγράφων έργων που προστατεύονται από την πνευματική ιδιοκτησία και άλλων αντικειμένων που μνημονεύονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1». Η τελευταία αυτή διάταξη καθορίζει τα πρόσωπα στα οποία παρέχεται αποκλειστικό δικαίωμα εκμισθώσεως: στον δημιουργό, όσον αφορά το πρωτότυπο και τα αντίγραφα του έργου του: στον καλλιτέχνη ερμηνευτή ή εκτελεστή, όσον αφορά τις υλικές ενσωματώσεις της εκτέλεσής του· στον παραγωγό φωνογραφημάτων, όσον αφορά τα φωνογραφήματά του· στον παραγωγό της πρώτης υλικής ενσωματώσεως μιας ταινίας, όσον αφορά το πρωτότυπο και τα αντίγραφα της ταινίας του. Στο άρθρο 2, παράγραφος 4, διευκρινίζεται, εξάλλου, ότι τα δικαιώματα αυτά μπορούν να μεταβιβάζονται, να εκχωρούνται ή να αποτελούν αντικείμενο συμβατικών αδειών.
Το άρθρο 1 καθορίζει, στις παραγράφους 2 και 3, τα δικαιώματα που παρέχονται με το κεφάλαιο Ι της οδηγίας. Ορίζει ότι «η "εκμίσθωση" έχει την έννοια της διάθεσης προς χρήση, για περιορισμένο χρονικό διάστημα και για άμεσο ή έμμεσο οικονομικό ή εμπορικό όφελος», ενώ ο "δανεισμός" έχει την έννοια της διάθεσης προς χρήση, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, και όχι για άμεσο ή έμμεσο οικονομικό ή εμπορικό όφελος, όταν γίνεται από ιδρύματα που είναι ανοιχτά στο κοινό». Η εκκρεμούσα ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου υπόθεση αφορά αποκλειστικώς τις ρυθμίσεις περί του δικαιώματος εκμισθώσεως. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 4, αποκλείεται ρητώς να έχει η άσκηση του δικαιώματος πωλήσεως ή διανομής των προστατευομένων έργων, υπό οποιαδήποτε μορφή, ως συνέπεια την εξάντληση του δικαιώματος εκμισθώσεως και δανεισμού (4). Η οδηγία παρέχει πλήρη αυτοτέλεια στο δικαίωμα εκμισθώσεως, καθόσον συνιστά μορφή εκμεταλλεύσεως διακρινόμενη από τη διανομή του πρωτοτύπου ή των αντιγράφων του προστατευομένου έργου.
4 Υπενθυμίζω ότι αντικείμενο του κεφαλαίου II της οδηγίας είναι η εναρμόνιση των διατάξεων των εθνικών νομοθεσιών που αφορούν ορισμένα δικαιώματα συγγενικά με το δικαίωμα του δημιουργού, ιδίως το δικαίωμα υλικής ενσωμάτωσης (άρθρο 6), το δικαίωμα αναπαραγωγής (άρθρο 7), το δικαίωμα αναπαραγωγής (άρθρο 8) το δικαίωμα διανομής (άρθρο 9). Οι παραγωγοί φωνογραφημάτων έχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να συναινούν ή να απαγορεύουν την αναπαραγωγή και τη διανομή των έργων τους, καθώς και δικαίωμα δίκαιης ανταμοιβής σε περίπτωση ραδιοφωνικής μεταδόσεως ή οποιασδήποτε άλλης διαδόσεως στο κοινό του φωνογραφήματος ή αντιγράφου αυτού.
Αντικείμενο του άρθρου 13, το οποίο περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο IV που φέρει τον τίτλο «Κοινές διατάξεις», είναι η διαχρονική εφαρμογή του συνόλου των προστατευτικών διατάξεων της οδηγίας. Επιβάλλεται να ληφθεί υπόψη, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, η παράγραφος 3 του εν λόγω άρθρου, η οποία περιλαμβάνει μεταβατική διάταξη που αποσκοπεί στη διευκόλυνση της εφαρμογής του συστήματος που διαμορφώνουν οι κανονιστικές της διατάξεις, στα κράτη εκείνα στα οποία το αποκλειστικό δικαίωμα εκμισθώσεως δεν είχε ακόμα παρασχεθεί στους δημιουργούς και στους δικαιούχους συγγενικών δικαιωμάτων (5). Τέλος, να σημειωθεί ότι κατά το άρθρο 15, τα κράτη μέλη είχαν την υποχρέωση να λάβουν τα μέτρα για την εκτέλεση της οδηγίας προ της 1ης Ιουλίου 1994.
5 Η οδηγία μεταφέρθηκε στη γερμανική νομοθεσία με νόμο της 23ης Ιουνίου 1995, με τον οποίο τροποποιήθηκε ο Urheberrechtsgesetz (νόμος περί δικαιωμάτων του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων), της 9ης Σεπτεμβρίου 1965 (στο εξής: UrhG).
Πριν τεθεί σε ισχύ ο νόμος για τη μεταφορά της οδηγίας, η εκμίσθωση έργων καλυπτομένων από την προστασία του δικαιώματος του δημιουργού επιτρεπόταν, κατά τη γερμανική νομοθεσία, μόνον υπό την προϋπόθεση ότι το υλικό υπόθεμα των προστατευομένων έργων τέθηκε σε κυκλοφορία με τη συναίνεση των δικαιούχων του δικαιώματος διανομής (άρθρο 17, παράγραφος 2, του UrhG, προ της τροποποιήσεώς του)· μεταξύ των δικαιούχων, κατά το άρθρο 85 του UrhG, περιλαμβάνεται ο παραγωγός, όσον αφορά τα φωνογραφήματά του. Το άρθρο 27 του νόμου επέβαλε στους εκμισθωτές την υποχρέωση καταβολής δίκαιης ανταμοιβής στους δικαιούχους του δικαιώματος διανομής και, κατά συνέπεια, επίσης στον παραγωγό.
6 Το άρθρο 17, παράγραφος 2, του UrhG τροποποιήθηκε κατόπιν της θέσεως σε ισχύ του νόμου της 23ης Ιουνίου 1995. Μετά την τροποποίησή της η διάταξη αυτή αποκλείει ρητώς να θεωρείται η εκμίσθωση ως νέα διανομή, επιτρεπόμενη, του πρωτοτύπου ή αντιγράφων προστατευομένου έργου που τέθηκε σε κυκλοφορία κατά τρόπο νόμιμο στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη της Κοινότητας. Συνεπώς, η εκμίσθωση προστατευομένων έργων απαιτεί τη συναίνεση των κατόχων του δικαιώματος, δηλαδή των δημιουργών, των καλλιτεχνών ερμηνευτών και εκτελεστών και των παραγωγών των φωνογραφημάτων. Κατά το άρθρο 4 της οδηγίας, σε περίπτωση που το δικαίωμα εκμισθώσεως που διαθέτουν οι δημιουργοί παραχωρήθηκε στους παραγωγούς φωνογραφημάτων, το τροποποιημένο άρθρο 27 αναγνωρίζει υπέρ των πρώτων δικαίωμα δίκαιης ανταμοιβής, από το οποίο δεν μπορούν να παραιτηθούν. Την υποχρέωση καταβολής αυτής της ανταμοιβής υπέχει το πρόσωπο που ασκεί τη δραστηριότητα της εκμισθώσεως.
Τα πραγματικά περιστατικά και το προδικαστικό ερώτημα
7 Η εταιρία γερμανικού δικαίου Metronome Musik (στο εξής: Metronome), παραγωγός του σύμπυκνου δίσκου (CD) Planet Punk και, επομένως, κάτοχος των αντίστοιχων συγγενικών προς το δικαίωμα του δημιουργού δικαιωμάτων που αναγνωρίζει ο γερμανικός νόμος, ζήτησε από το Landgericht Kφln τη λήψη προσωρινών μέτρων κατά της Music Point Hokamp GmbH (στο εξής: Music Point). Η Metronome διαμαρτυρόταν διότι η Music Point πρόσφερε για εκμίσθωση, στο εμπορικό της κατάστημα, αντίγραφα του ανωτέρω σύμπυκνου δίσκου κατά παράβαση του αποκλειστικού δικαιώματος εκμισθώσεως που παρέχει το άρθρο 17, παράγραφος 2, του UrhG. Με διάταξη της 4ης Δεκεμβρίου 1995, το Landgericht έκανε δεκτή την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων και απαγόρευσε στη Music Point να συνεχίσει να προσφέρει προς εκμίσθωση το εν λόγω προϋόν. Κατά της διατάξεως αυτής ασκήθηκε ανακοπή. Η Music Point αμφισβήτησε τη συνταγματική και κοινοτική βάση της κανονιστικής ρυθμίσεως που παρέχει στους παραγωγούς φωνογραφικών ηχογραφήσεων αποκλειστικό δικαίωμα συναινέσεως ή απαγορεύσεως για την εκμίσθωση των προστατευομένων έργων.
8 Το εθνικό δικαστήριο έκρινε ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε η ασκήσασα την ανακοπή δεν είναι αβάσιμα. Επειδή είχε αμφιβολίες ως προς το συμβιβαστό της οδηγίας με την αναγνωριζόμενη από το κοινοτικό δίκαιο γενική αρχή της ελεύθερης ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας, υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, με τα κοινοτικά θεμελιώδη δικαιώματα, η θέσπιση αποκλειστικού δικαιώματος εκμισθώσεως, κατ' αντίθεση προς τη θεμελιώδη αρχή της εξαντλήσεως του δικαιώματος διανομής, διά του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/100/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1992, σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϋόντων της διανοίας;»
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
9 Λόγω της ασαφούς διατυπώσως του ερωτήματος, νομίζω ότι επιβάλλεται καταρχάς ο προσδιορισμός του περιεχομένου του, ώστε να υπογραμμιστούν καλύτερα τα στοιχεία που θεμελιώνουν την εγκυρότητα της οδηγίας η οποία αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας.
10 Επιβάλλεται καταρχάς να παρατηρηθεί ότι το αιτούν δικαστήριο δεν θέτει υπό αμφισβήτηση το δικαίωμα δανεισμού, το οποίο επίσης παρέχεται στον παραγωγό φωνογραφημάτων βάσει των άρθρων 1 και 2 της οδηγίας. Εξάλλου, δεν είναι νοητή εν προκειμένω σύγκρουση με την αρχή της ελεύθερης ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας, δεδομένου ότι το δικαίωμα δανεισμού ασκείται εξ ορισμού από ιδρύματα ανοιχτά στο κοινό (π.χ. βιβλιοθήκες) και για μη εμπορικούς σκοπούς.
11 Κατά δεύτερο λόγο, μολονότι το γράμμα του προδικαστικού ερωτήματος δίνει την εντύπωση ότι αναφέρεται γενικώς σε όλες τις κατηγορίες κατόχων δικαιώματος εκμισθώσεως, που απαριθμούνται στο άρθρο 2 της οδηγίας, πάντως, στο σκεπτικό της διατάξεώς του το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται ρητώς μόνο στο αποκλειστικό δικαίωμα που παρέχεται στους παραγωγούς φωνογραφημάτων. Είναι προφανές ότι η άσκηση του παρεχομένου στους δημιουργούς αποκλειστικού δικαιώματος μπορεί επίσης να έχει ως συνέπεια την απαγόρευση της δραστηριότητας των εκμισθωτών. Πάντως, στην κύρια δίκη, περίπτωση συγκρούσεως με την αρχή της ελεύθερης ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας αντιμετωπίστηκε μόνο σε σχέση με το δικαίωμα που παρέχεται στους παραγωγούς. Επομένως, οι παρατηρήσεις που ακολουθούν αναφέρονται αποκλειστικά στην εξέταση του κύρους του δικαιώματος εκμισθώσεως που διαθέτουν οι παραγωγοί φωνογραφημάτων.
12 Εξάλλου, θα ήταν χρήσιμο να διευκρινιστεί ότι ο έλεγχος αυτός του κύρους θα γίνει μόνο βάσει της αρχής της ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, όχι όμως βάσει των άλλων γενικών αρχών οι οποίες, θεωρητικώς, θα μπορούσαν να είναι κρίσιμες για την αξιολόγηση της αποφάσεως να παραχωρηθεί στους παραγωγούς το αποκλειστικό δικαίωμα συναινέσεως ή απαγορεύσεως για την εκμίσθωση των φωνογραφημάτων τους (6). Πράγματι, αυτός ο τρόπος αντιμετωπίσεως του προβλήματος επιβεβαιώνεται, παρά τον αόριστο χαρακτήρα του ερωτήματος, από το κείμενο της διατάξεως παραπομπής, από την οποία συνάγονται με επαρκή ακρίβεια οι λόγοι για τους οποίους το εθνικό δικαστήριο αμφιβάλλει ως προς το κύρος της οδηγίας.
13 Μια τελευταία διευκρίνιση αφορά την ίδια τη φύση του δικαιώματος εκμισθώσεως και τη σχέση του δικαιώματος αυτού με την αρχή της εξαντλήσεως του δικαιώματος του δημιουργού. Παρατηρείται ότι στο προδικαστικό ερώτημα το εθνικό δικαστήριο θεωρεί την παραχώρηση δικαιώματος εκμισθώσεως στις κατηγορίες που απαριθμεί η οδηγία ως «παραβίαση» της αρχής της εξαντλήσεως των δικαιωμάτων διανομής. Δηλαδή, κατά την άποψη του Landgericht, η αναγνώριση υπέρ των δημιουργών και κατόχων συγγενικών δικαιωμάτων του δικαιώματος συναινέσεως ή απαγορεύσεως για την εκμίσθωση προστατευομένων έργων συνιστά εξαίρεση από την αρχή της εξαντλήσεως του δικαιώματος διανομής.
Πάντως, δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς να συμφωνήσει προς την άποψη αυτή, η οποία εξάλλου δεν ευσταθεί αν εξεταστεί υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου. Στην απόφαση Warner Brothers και Metronome Video, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διευκρινίσει ότι η ρητή συναίνεση του κατόχου δικαιώματος δημιουργού ή συγγενικού δικαιώματος για την κυκλοφορία στο εμπόριο υποθέματος που περιέχει το προστατευόμενο έργο, καίτοι καθιστά νόμιμες τις πωλήσεις του ιδίου υποθέματος που πραγματοποιούνται μεταγενέστερα έστω και χωρίς τη ρητή συναίνεση του δικαιούχου, δεν επιτρέπει την οικονομική εκμετάλλευση του έργου υπό διαφορετική μορφή, όπως υπό τη μορφή της εκμισθώσεως του αγορασθέντος υποθέματος. Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, λαμβανομένης υπόψη της εμφανίσεως μιας ειδικής αγοράς εκμισθώσεως, διαφορετικής από την αγορά των πωλήσεων, «με το να επιτρέπεται η είσπραξη δικαιωμάτων του δημιουργού μόνο για τις πωλήσεις που γίνονται με τη συναίνεσή του τόσο στους απλούς ιδιώτες όσο και στους εκμισθωτές βιντεοκασετών δεν είναι δυνατό να εξασφαλιστεί στους δημιουργούς ταινιών αμοιβή η οποία να είναι ανάλογη προς τον αριθμό των εκμισθώσεων που όντως πραγματοποιούνται και να τους παρέχει ικανοποιητικό μερίδιο στην αγορά εκμισθώσεων» (7).
14 Το πρόβλημα, επομένως, προφανώς δεν έχει τεθεί ορθώς. Η θέση σε κυκλοφορία του ηχητικού υποθέματος δεν μπορεί, εξ ορισμού, να καταστήσει νόμιμες άλλες πράξεις εκμεταλλεύσεως του προστατευομένου έργου, οι οποίες είναι διαφορετικής φύσεως από την πώληση ή οποιαδήποτε άλλη νόμιμη πράξη διανομής. Ακριβώς όπως το δικαίωμα δημόσιας εκτέλεσης (8), ακόμα και υπό τη μορφή ραδιοφωνικής μεταδόσεως (9), το δικαίωμα εκμισθώσεως περιλαμβάνεται μεταξύ των προνομίων του δημιουργού και του παραγωγού, ανεξαρτήτως της πωλήσεως του υποθέματος (corpus mechanicum) που περιέχει το έργο.
Δεν πρόκειται, επομένως, για εξαίρεση και, ακόμα λιγότερο για «παραβίαση» της αρχής της εξαντλήσεως του δικαιώματος του δημιουργού. Η πώληση του ηχητικού υποθέματος συνεπάγεται απλώς εξάντληση του δικαιώματος διανομής, που παρέχει στον δημιουργό τη δυνατότητα να αποφασίσει αν, πώς, και πότε θα θέσει στο εμπόριο το πρωτότυπο ή τα αντίγραφα του προστατευομένου έργου. Επομένως, η άσκηση του δικαιώματος διανομής δεν μπορεί, αφεαυτής, να επηρεάσει τα άλλα προνόμια, που πρέπει να παραχωρούνται στον δημιουργό ή στον κάτοχο συγγενικών δικαιωμάτων και τα οποία καθιστούν δυνατό τον έλεγχο οποιασδήποτε οικονομικής εκμεταλλεύσεως του προστατευομένου έργου. Το ίδιο, κατά μείζονα λόγο, ισχύει και για τις δραστηριότητες οι οποίες μπορούν να επαναλαμβάνονται στο διηνεκές και οι οποίες μπορούν να αυξήσουν τη διάδοση του έργου στο κοινό: όπως η δημόσια εκτέλεση, η διανομή και, επομένως, και η μίσθωση ή ο δανεισμός αντιτύπων του έργου (10).
Επί της ουσίας
15 Μετά τον καθορισμό του πλαισίου εντός του οποίου θα κινηθεί η ανάλυσή μου, έρχομαι στην πρώτη επί της ουσίας εκτίμηση η οποία αφορά το ίδιο το περιεχόμενο του δικαιώματος στο οποίο αναφέρονται τα άρθρα 1 και 2 της οδηγίας. Οι κανόνες αυτοί, όχι μόνον απαγορεύουν την εκμίσθωση προστατευομένων έργων, αλλά παρέχουν σε ορισμένες κατηγορίες δικαιούχων το αποκλειστικό δικαίωμα συναινέσεως ή απαγορεύσεως για την εκμίσθωση των έργων αυτών.
16 Η νομική αυτή επιλογή της παραχωρήσεως αποκλειστικού δικαιώματος αποδείχθηκε ότι θα μπορούσε να ζημιώσει την άσκηση της οικονομικής δραστηριότητας που συνίσταται στην εκμίσθωση φωνογραφικών προϋόντων, όπως οι σύμπυκνοι δίσκοι. Αντιθέτως προς την κατάσταση που επικρατούσε σε ορισμένα κράτη μέλη προ της θεσπίσεως της κοινοτικής ρυθμίσεως στον τομέα της εναρμονίσεως των νομοθεσιών, η δραστηριότητα αυτή μπορεί στο εξής να ασκείται μόνον υπό την προϋπόθεση ότι οι κάτοχοι των δικαιωμάτων θα χορηγήσουν τις απαιτούμενες άδειες. Από τα κατατεθέντα έγγραφα προκύπτει ότι οι παραγωγοί φωνογραφημάτων, που είναι κάτοχοι του δικαιώματος εκμισθώσεως των δημιουργιών τους, προτιμούν επί του παρόντος και για λόγους οικονομικούς, να μην επιτρέπουν στους τρίτους να προσφέρουν προς εκμίσθωση τα προϋόντα τους.
17 Πάντως, από την ίδια τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το δικαίωμα ελεύθερης ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας, όχι μόνο δεν αποτελεί απόλυτο προνόμιο, αλλά πρέπει να νοείται, στο πλαίσιο της κοινοτικής εννόμου τάξεως, υπό το πρίσμα της κοινωνικής του λειτουργίας. Αυτό σημαίνει ότι η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση μπορεί να επιφέρει περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος αυτού, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί εξυπηρετούν πράγματι τους επιδιωκόμενους από την Κοινότητα σκοπούς γενικού συμφέροντος και δεν συνιστούν, σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, δυσανάλογη και μη επιτρεπόμενη παρέμβαση, δυνάμενη να θίξει την ίδια την ουσία αυτού του δικαιώματος (11).
18 Στη συνέχεια, επιβάλλεται να καθοριστεί αν οι λόγοι που οδήγησαν τον κοινοτικό νομοθέτη να αναγνωρίσει υπέρ των παραγωγών φωνογραφημάτων αποκλειστικό δικαίωμα συναινέσεως ή απαγορεύσεως για την εκμίσθωση των φωνογραφικών τους προϋόντων ανταποκρίνεται στα ανωτέρω κριτήρια.
- Επί των λόγων εναρμονίσεως των εθνικών κανόνων περί δικαιώματος εκμισθώσεως
19 Στο προοίμιο της οδηγίας το Συμβούλιο εκθέτει τους σκοπούς που επιδιώκονται με την παραχώρηση δικαιώματος εκμισθώσεως στις κατηγορίες που απαριθμούνται στο άρθρο 2. Μνημονεύεται πρώτον η συμβολή της εναρμονίσεως των ρυθμίσεων που ισχύουν στα κράτη μέλη σχετικά με το δικαίωμα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα στην υλοποίηση και την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Στην πρώτη αυτή αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αναφέρεται, επίσης, ότι «στην έννομη προστασία που παρέχεται από τη νομοθεσία και τις πρακτικές των κρατών μελών που καλύπτονται από την πνευματική ιδιοκτησία και για το προστατευόμενο αντικείμενο των συγγενικών δικαιωμάτων υπάρχουν διαφορές όσον αφορά την εκμίσθωση και τον δανεισμό και ότι οι διαφορές αυτές μπορούν να δημιουργήσουν εμπόδια στις συναλλαγές, να προκαλέσουν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και να παρακωλύσουν την υλοποίηση και την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς». Για τον λόγο αυτό στην τρίτη αιτιολογική σκέψη προστίθεται ότι «οι εν λόγω διαφορές πρέπει να εξαλειφθούν, σύμφωνα με τον στόχο του άρθρου 8 A της Συνθήκης, ήτοι τη δημιουργία ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα, κατά τρόπον ώστε να εγκαθιδρυθεί, βάσει των διατάξεων του άρθρου 3 ΣΤ της Συνθήκης, καθεστώς το οποίο να εξασφαλίζει ανόθευτο ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς».
Η όγδοη και ένατη αιτιολογική σκέψη υπογραμμίζουν, κατόπιν, την ανάγκη ομοιόμορφης ρυθμίσεως των δικαιωμάτων στα οποία αναφέρεται η οδηγία. Η πρώτη από τις δύο αυτές αιτιολογικές σκέψεις διευκρινίζει ότι οι δημιουργικές, καλλιτεχνικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες, ιδίως δε αυτές που ασκούν οι παραγωγοί φωνογραφημάτων και ταινιών, αποτελούν σε σημαντικό βαθμό δραστηριότητες ελεύθερων επαγγελματιών, και ότι η άσκηση αυτών των δραστηριοτήτων πρέπει να διευκολυνθεί με την παροχή εναρμονισμένης έννομης προστασίας εντός της Κοινότητας. Στη δεύτερη από αυτές τις αιτιολογικές σκέψεις τονίζεται ότι, «επειδή οι δραστηριότητες αυτές συνιστούν κυρίως υπηρεσίες, η παροχή τους πρέπει να διευκολυνθεί με την καθιέρωση εναρμονισμένου νομικού πλαισίου εντός της Κοινότητας».
20 Πράγματι, δεν μπορεί παρά να γίνουν δεκτοί οι λόγοι αυτοί. Στην προαναφερθείσα απόφαση Warner Brothers και Metronome Video, είχαν ήδη υπογραμμιστεί οι στρεβλώσεις που επηρέαζαν τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και προέκυπταν από τις διαφορές των εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων των σχετικών με το δικαίωμα εκμισθώσεως προστατευομένων έργων (12). Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα εν λόγω εθνικά μέτρα αποτελούσαν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό, δικαιολογούμενα πάντως βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης, ως αποβλέποντα στην προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας. Ο μόνος τρόπος για την άρση των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ήταν η θέσπιση κανονιστικής ρυθμίσεως για την προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών (13).
21 Θα ήταν χρήσιμο να αναφερθεί ότι πριν την εναρμόνιση παρείχετο εκ του νόμου δικαίωμα εκμισθώσεως, υπό διαφορετικές όμως προϋποθέσεις, στη Γαλλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Στην Ιταλία, η κατά πλειοψηφία ακολουθούμενη νομολογιακή κατεύθυνση ήταν να περιλαμβάνεται το δικαίωμα αυτό στο δικαίωμα της «θέσεως στο εμπόριο» στην οποία αναφέρεται το άρθρο 72, προ της τροποποιήσεώς του, του ειδικού νόμου περί δικαιώματος του δημιουργού. Στο Βέλγιο, την Ελλάδα και το Λουξεμβούργο, οι σχετικές διατάξεις δεν ήταν από τις σαφέστερες δυνατές, οι δε νομολογιακές κατευθύνσεις απέκλιναν, το δικαίωμα όμως εκμισθώσεως συνδυαζόταν γενικώς με το «δικαίωμα προορισμού» που αναγνώριζε η εσωτερική νομοθεσία. Σε άλλες χώρες, το δικαίωμα εκμισθώσεως λίγο απήχε από τη διά νόμου αναγνώρισή του, σύμφωνα με το προεκτεθέν γερμανικό πρότυπο, που προβλέπει δίκαιη ανταμοιβή (περίπτωση Κάτω Ξωρών), ή παρέχει το δικαίωμα αυτό μόνο στους δημιουργούς (περίπτωση Δανίας). Μόνο στην Ιρλανδία δεν αναγνωριζόταν δικαίωμα εκμισθώσεως προστατευομένων έργων (14).
Συνεπώς, είναι αναντίρρητο ότι η εναρμόνιση των νομοθετικων διατάξεων των κρατών μελών των σχετικών με το δικαίωμα εκμισθώσεως, ειδικότερα δε, η παροχή στους παραγωγούς δικαιώματος εκμισθώσεως των φωνογραφημάτων τους, δικαιώματος ανεξαρτήτου από εκείνο των δημιουργών και των καλλιτεχνών ερμηνευτών και εκτελεστών, δικαιολογείται ασφαλώς για την επίτευξη του σκοπού της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, και ειδικότερα της ελεύθερης κυκλοφορίας των αγαθών και των υπηρεσιών και προς αποτροπή στρεβλώσεων του ανταγωνισμού. Εξάλλου, όπως διευκρινίζεται στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, οι διαφορές στον τομέα της εννόμου προστασίας θα έβαιναν αυξανόμενες «όσο τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να θεσπίζουν νέες και διαφορετικές νομοθετικές διατάξεις ή να εξελίσσονται διαφορετικά οι εθνικές νομολογίες σχετικά με την ερμηνεία αυτών των διατάξεων».
22 Εκτός από τον σκοπό της διασφαλίσεως της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, υπογραμμίζεται στη συνέχεια ότι «η προσήκουσα προστασία των έργων που καλύπτονται από την πνευματική ιδιοκτησία και του προστατευόμενου αντικειμένου των συγγενικών δικαιωμάτων μέσω των δικαιωμάτων εκμίσθωσης και δανεισμού» μπορεί να θεωρηθεί «ως θεμελιώδους σημασίας για την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της Κοινότητας» (πέμπτη αιτιολογική σκέψη). Η σχέση μεταξύ της παροχής του δικαιώματος εκμισθώσεως στους παραγωγούς και της οικονομικής και πολιτιστικής αναπτύξεως της Κοινότητας θα εκτεθεί λεπτομερέστερα στη συνέχεια, όταν θα εξετάσω την απόφαση του Συμβουλίου να παράσχει στους παραγωγούς αποκλειστικό δικαίωμα συναινέσεως ή απαγορεύσεως για την εκμίσθωση των φωνογραφημάτων τους. Ξρειάζεται, πάντως, να υπομνησθεί σχετικώς το άρθρο 128 της Συνθήκης EΚ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο Ζ, σημείο 37, της Συνθήκης περί Ευρωπαϋκής Ένωσης, βάσει του οποίου ανατίθεται στην Κοινότητα το καθήκον να συμβάλλει στην πολιτιστική ανάπτυξη και πολυμορφία. Μεταξύ των τομέων που έχουν σημασία από πλευράς πολιτιστικής, το άρθρο 128, παράγραφος 2, αναφέρει την καλλιτεχνική και λογοτεχνική δημιουργία. Στην παράγραφο 4 του άρθρου 128 ορίζεται ότι η Κοινότητα λαμβάνει υπόψη της τις πολιτιστικές πτυχές όταν αναλαμβάνει δράση δυνάμει άλλων διατάξεων της παρούσας Συνθήκης.
Ως γνωστόν ο κανόνας αυτός τέθηκε σε ισχύ μετά την έκδοση της οδηγίας. Θεωρώ, πάντως, ότι το στοιχείο αυτό δεν έχει σημασία, δεδομένου ότι πρόκειται για κανόνα ο οποίος αποτελεί ασφαλώς έκφραση μιας γενικότερης αρχής.$
- Επί της παροχής αποκλειστικού δικαιώματος εκμισθώσεως στους παραγωγούς φωνογραφημάτων
23 Οι ανωτέρω παρατηρήσεις δικαιολογούν πλήρως την απόφαση του Συμβουλίου να προβεί στην εναρμόνιση των εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων περί δικαιώματος εκμισθώσεως. Απομένει όμως να εξετασθεί αν συμβιβάζεται με το δικαίωμα ελεύθερης ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας η απόφαση του Συμβουλίου να παράσχει στους παραγωγούς φωνογραφημάτων αποκλειστικό δικαίωμα συναινέσεως ή απαγορεύσεως για την εκμίσθωση των έργων τους.
Πρόκειται, αν εξεταστεί προσεκτικότερα, για πραγματική αιτίαση κατά των διατάξεων της οδηγίας. Οι εταιρίες που ασκούσαν τη δραστηριότητα της εκμισθώσεως συμπύκνων δίσκων στη Γερμανία, πριν τεθεί σε εφαρμογή η εθνική νομοθεσία περί μεταφοράς της οδηγίας, ήταν εν πάση περιπτώσει υποχρεωμένες, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, να καταβάλλουν στους παραγωγούς δίκαιη ανταμοιβή για την οικονομική εκμετάλλευση των φωνογραφημάτων τους. Θα αρκούσε λοιπόν, κατά την άποψη της καθής εταιρίας της κύριας δίκης, να διασφαλιστεί μια ισορροπία μεταξύ των συγκρουομένων συμφερόντων, που θα επέτρεπε πάντως τη διασφάλιση της προσβάσεως των ασχολουμένων με το εμπόριο επιχειρηματιών στην αγορά της εκμισθώσεως, χωρίς να θίγεται η υποχρέωση παροχής δίκαιης ανταμοιβής στους παραγωγούς φωνογραφημάτων.
24 Επιβάλλεται, συνεπώς, προκειμένου να κριθεί κατά πόσον η επιλεγείσα με την οδηγία λύση είναι αναλογική, να αποδειχθεί ότι οι επιδιωκόμενοι από την Κοινότητα σκοποί γενικού συμφέροντος, όπως προεκτέθηκαν, δεν θα μπορούσαν να επιτευχθούν με μέτρα που θα περιόριζαν λιγότερο την άσκηση της δραστηριότητας των εκμισθωτών. Το ίδιο το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί στη διάταξη παραπομπής, δεχόμενο πάντως ότι η θέσπιση αποκλειστικού δικαιώματος εκμισθώσεως είναι δικαιολογημένη και αναγκαία για τη διασφάλιση της υλοποιήσεως και της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, ότι «ανακύπτει το ερώτημα, ενόψει της εκτάσεως της προσβολής της ελευθερίας ασκήσεως του επαγγέλματος του εκμισθωτή CD, αν τα οικονομικά συμφέροντα των παραγωγών ηχητικών υποθεμάτων και η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς μπορούσαν να διασφαλιστούν μέσω ενός συστήματος υποχρεωτικής αμοιβής».
Ας μου επιτραπεί ευθύς εξαρχής να τονίσω ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να είναι αρνητική.
25 Καταρχάς, όπως διευκρινίζει το Συμβούλιο στην έκτη και έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων πρέπει να προσαρμόζεται στις νέες οικονομικές εξελίξεις, όπως για παράδειγμα οι νέες μορφές οικονομικής χρησιμοποιήσεως των προστατευομένων έργων. Η προσαρμογή αυτή εκφράζεται με την εφαρμογή σειράς κανόνων που αποσκοπούν στην προστασία των κατόχων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα αποκομίσεως «επαρκούς εισοδήματος», όπως το απαιτεί η διασφάλιση «της συνέχειας του δημιουργικού και καλλιτεχνικού έργου». Η δικαιολογία της προστασίας που παρέχουν στους παραγωγούς φωνογραφημάτων οι κανονιστικές ρυθμίσεις οι σχετικές με το δικαίωμα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα στηρίχθηκε πάντοτε στην προστασία των ιδιαίτερα υψηλών και ριψοκίνδυνων επενδύσεων, οι οποίες, πάντως, είναι απολύτως απαραίτητες για τη συνέχιση της δημιουργικής δραστηριότητας και την παραγωγή νέων έργων. Συνεπώς, «μόνο με την ενδεδειγμένη έννομη προστασία των εν λόγω δικαιούχων μπορεί να διασφαλιστεί αποτελεσματικά η δυνατότητα (...) αποσβέσεως των επενδυόμενων ποσών» (έβδομη αιτιολογική σκέψη, τελευταία φράση). Η αμοιβή για την επένδυση του παραγωγού συνιστά επίσης, εμμέσως, αμοιβή της πνευματικής εργασίας του δημιουργού.
26 Όσον αφορά το δικαίωμα εκμισθώσεως, η παροχή στους παραγωγούς αποκλειστικού δικαιώματος συνιστά ασφαλώς την αποτελεσματικότερη μορφή προστασίας. Τέλος, στην περίπτωση των συμπύκνων δίσκων, αν δεν παρεχόταν στους παραγωγούς η δυνατότητα να αποφασίζουν για τους όρους μιας ενδεχόμενης παροχής σε τρίτους αδειών εκμισθώσεως, θα είχαμε το φαινόμενο, που παρατηρήθηκε στο παρελθόν ελλείψει επακριβούς κανονιστικής ρυθμίσεως, της πωλήσεως στην τιμή της εκμισθώσεως. Δηλαδή, ο μισθωτής του φωνογραφικού υποθέματος θα μπορούσε να αποκτήσει, με χαμηλή τιμή αντίγραφο του προϋόντος, προκειμένου εύκολα να προβεί στην αναπαραγωγή του περιχομένου. Όπως μάλιστα έδειξε η πείρα, στην περίπτωση των σύμπυκνων δίσκων, αντιθέτως προς τις βιντεοκασέτες, η μίσθωση γίνεται χωρίς αμφιβολία όχι για την ακρόαση, αλλά μάλλον και κυρίως για τη δημιουργία προσωπικού αντιγράφου του προστατευομένου έργου.
Πρέπει να προστεθεί ότι πρόκειται για πράξη η οποία δυνητικώς μπορεί να επαναλαμβάνεται απεριόριστα. Η πώληση ενός μόνον αντιγράφου σε πρόσωπο που ασκεί την εμπορική δραστηριότητα της εκμισθώσεως παρέχει τη δυνατότητα υψηλού αριθμού μισθώσεων, δεδομένου ότι οι σύμπυκνοι δίσκοι, κατ' αντίθεση προς τους δίσκους βινυλίου, δεν φθείρονται εύκολα. Εξάλλου, η εφαρμογή της ψηφιακής τεχνολογίας στις αχρησιμοποίητες μαγνητικές ταινίες (DAT) παρέχει σήμερα τη δυνατότητα αναπαραγωγής του περιεχομένου του σύμπυκνου δίσκου με την ίδια ακριβώς ηχητική ποιότητα, πράγμα που καθιστά ακόμα πλεονεκτικότερη τη μίσθωση του ηχητικού υποθέματος. Το αποτέλεσμα θα είναι, προφανώς, η σημαντική μείωση των πωλήσεων φωνογραφικών προϋόντων την οποία δεν μπορούν να αντισταθμίσουν τα προερχόμενα από τις εκμισθώσεις κέρδη. Συνεπώς, υπάρχει κίνδυνος να μη μπορεί να εξασφαλιστεί η δίκαιη αμοιβή όσων επενδύουν κεφάλαια στην παραγωγή φωνογραφικών προϋόντων, με προφανείς επιπτώσεις στη δημιουργία νέων έργων. Εξάλλου, οι παραγωγοί θα συγκεντρώσουν αποκλειστικώς τις επενδύσεις τους σε έργα προοριζόμενα για το ευρύ κοινό, που είναι περισσότερο επικερδή, προς ζημία της πολιτιστικής πολυφωνίας εντός της Κοινότητας.
27 Τα περιλαμβανόμενα στη διάταξη παραπομπής στοιχεία, που παρουσίασε και πάλι στις παρατηρήσεις που κατέθεσε η Music Point, σύμφωνα με τα οποία οι πωλήσεις σύμπυκνων δίσκων δεν παρουσίασαν κάμψη στη Γερμανία κατά τα έτη που επιτρεπόταν η εκμίσθωση (15), δεν είναι προφανώς σημαντικά. Ο λόγος είναι, πρώτον, ότι τα στοιχεία αυτά λαμβάνουν υπόψη την κατάσταση της αγοράς σε μια εποχή κατά την οποία οι τεχνολογικές εξελίξεις δεν επέτρεπαν ακόμα στον καταναλωτή να επιλέγει, στην πράξη, μεταξύ μισθώσεως και αγοράς. Δεύτερον, πράγμα ακόμα σημαντικότερο, η ακρίβεια των εκτιμήσεων στις οποίες προβαίνουν κοινοτικά όργανα για να δικαιολογήσουν το περιεχόμενο μιας κανονιστικής ρυθμίσεως περί εναρμονίσεως, δεν μπορεί να κριθεί μόνο υπό το πρίσμα στατιστικών στοιχείων που αφορούν ένα ή περισσότερα κράτη μέλη.
28 Στην πραγματικότητα, η παραχώρηση αποκλειστικού δικαιώματος προϋποθέτει την ορθή εκτίμηση των δυνητικών τεχνολογικών εξελίξεων. Η κανονιστική ρύθμιση που εισάγεται με την οδηγία, λαμβανομένων επίσης υπόψη των μεταβατικών διατάξεων που επιτρέπουν την εκμίσθωση υποθεμάτων που αγοράστηκαν πριν από μια ορισμένη ημερομηνία, συνιστά λύση δυνάμενη να προστατεύσει τις επενδύσεις από οποιοδήποτε υπερβάλλοντα κίνδυνο. Επομένως, είναι απολύτως ανάλογη των σκοπών που επιδιώκονται με την εναρμόνιση των νομοθεσιών, καθόσον είναι αναγκαία για την κατάλληλη προστασία των δικαιωμάτων των παραγωγών φωνογραφημάτων.
Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί σχετικά ότι κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος της οδηγίας, ορισμένα κράτη μέλη είχαν ήδη προβλέψει στην εσωτερική τους νομοθεσία αποκλειστικό δικαίωμα εκμισθώσεως υπέρ των παραγωγών φωνογραφημάτων, στοιχείο το οποίο δεν μπορούσε να αγνοήσει το Συμβούλιο κατά τη θέσπιση μιας εναρμονιστικής κανονιστικής ρυθμίσεως σε κοινοτικό επίπεδο. Μια διαφορετική λύση θα είχε προφανώς συμβάλει στη διατήρηση και όχι στην άρση των εμποδίων στην απρόσκοπτη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
29 Συμπερασματικώς, το Συμβούλιο ορθώς αποφάσισε να θεσπίσει ένα νομικό καθεστώς που παρέχει ειδική προστασία του δικαιώματος εκμισθώσεως που διαθέτουν οι δημιουργοί, οι καλλιτέχνες και οι παραγωγοί, δικαιώματος που θα μπορούσε να θιγεί από τις τεχνολογικές προόδους. Στην περίπτωση των παραγωγών, η μεγάλη ευκολία αναπαραγωγής ηχογραφημένων έργων αποτελεί στοιχείο που θα μπορούσε σοβαρά να παραβλάψει την αποδοτικότητα της επενδύσεώς τους. Η θυσία στην οποία εξαναγκάζονται όσοι ασκούσαν προηγουμένως νομίμως τη δραστηριότητα της εκμισθώσεως ηχητικών υποθεμάτων εμφανίζεται επίσης, υπ' αυτή την οπτική γωνία, ως ανάλογη προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Το δικαίωμα ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας πρέπει πάντοτε να συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις της προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας και με τις εξελίξεις που δημιουργεί στην αγορά της εκμισθώσεως η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών.
30 Πρόκειται, εξάλλου, για απαιτήσεις που αποτελούν αντικείμενο προφανούς συναινέσεως σε διεθνές επίπεδο. Καίτοι η Σύμβαση της Βέρνης για την προστασία των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων, η τελευταία αναθεώρηση της οποίας ανάγεται στο 1971, όπως και η Σύμβαση της Ρώμης του 1961 για τα συγγενικά δικαιώματα, δεν περιέχουν κανένα κανόνα για το δικαίωμα εκμισθώσεως, πράγμα που εύκολα εξηγείται από την εξέλιξη της τεχνολογίας αναπαραγωγής, η τρέχουσα πρακτική των τελευταίων ετών έχει εντελώς στραφεί προς την κατεύθυνση της ενισχύσεως της προστασίας. Το ίδιο ισχύει, μεταξύ άλλων, για τους παραγωγούς φωνογραφημάτων.
Από αυτή την άποψη έχει εντελώς ιδιαίτερη σημασία η συμφωνία για τις πτυχές των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που αφορούν το εμπόριο (Συμφωνία TRIP's), που αποτελεί παράρτημα της Συμφωνίας περί ιδρύσεως του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (16), στην οποία συμβαλλόμενοι είναι τόσο η Κοινότητα όσο και τα κράτη μέλη. Πράγματι, το άρθρο 11 της Συμφωνίας TRIPs προβλέπει ότι «σε σχέση, τουλάχιστον, με τα προγράμματα ηλεκτρονικού υπολογιστή και τα κινηματογραφικά έργα, τα μέρη παρέχουν το δικαίωμα στους δημιουργούς και στα πρόσωπα που τους έχουν διαδεχθεί στο εκάστοτε δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν την εμπορική μίσθωση στο κοινό των πρωτότυπων έργων που καλύπτονται από δικαίωμα δημιουργού ή αντιγράφου τους (...)». Εξάλλου, το άρθρο 14 προβλέπει ότι οι διατάξεις του άρθρου 11 περί των προγραμμάτων ηλεκτρονικού υπολογιστή «εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν και ως προς τους παραγωγούς φωνογραφημάτων, καθώς και γενικότερα ως προς τα πρόσωπα που έχουν δικαίωμα σε κάποιο φωνογράφημα, όπως αυτά ορίζονται από τη νομοθεσία κάθε μέλους. Εάν σε ένα μέλος στις 15 Απριλίου 1994 υπάρχει σε ισχύ σύστημα καταβολής εύλογης αμοιβής στους δικαιούχους για τη μίσθωση φωνογραφημάτων, το εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος δύναται να διατηρήσει σε ισχύ το σύστημα αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι η εμπορική μίσθωση των φωνογραφημάτων δεν συνεπάγεται την πρόκληση σοβαρής ζημίας στα αποκλειστικά δικαιώματα αναπαραγωγής των δικαιούχων». Τουλάχιστον, όμως, όσον αφορά τους σύμπυκνους δίσκους, νομίζω ότι από όσα προηγουμένως εξέθεσα αποδεικνύεται ότι ένα σύστημα δίκαιης ανταμοιβής είναι, εξ ορισμού, ικανό να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο το αποκλειστικό δικαίωμα αναπαραγωγής των παραγωγών φωνογραφημάτων.
31 Εξάλλου, διάταξη αναλόγου περιεχομένου περιλαμβάνεται στην Performances and Phonogram Treaty, η οποία τέθηκε προς υπογραφή στη Γενεύη στις 20 Δεκεμβρίου 1996, μετά το πέρας της διπλωματικής διασκέψεως που οργάνωσε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Πνευματικής Ιδιοκτησίας (OMPI), με αντικείμενο τον εκσυγχρονισμό των ισχυουσών διεθνών συμβάσεων περί δικαιωμάτων του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων. Αντιθέτως προς το άρθρο 14 της Συμφωνίας TRIP's, το άρθρο 17 της Συμβάσεως της Γενεύης προβλέπει προθεσμία πέραν της οποίας τα μέλη δεν μπορούν να διατηρήσουν σε ισχύ σύστημα δίκαιης ανταμοιβής (τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος της συνθήκης).
32 Είναι αδύνατον να εξεταστεί το κύρος των κανόνων της οδηγίας περί του δικαιώματος εκμισθώσεως χωρίς να ληφθούν υπόψη τέτοια στοιχεία, η σημασία των οποίων είναι εντελώς ιδιαίτερη. Αποδεικνύουν την ευρύτατη συναίνεση που υπάρχει υπέρ της ενισχύσεως της προστασίας των παραγωγών φωνογραφημάτων, κατεύθυνση την οποία ακολούθησε και το Συμβούλιο εκδίδοντας την οδηγία (17). Θα μπορούσε επίσης να αναφερθεί σχετικώς ότι στο προοίμιο της οδηγίας υπογραμμίζεται η ανάγκη προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών «κατά τρόπο που να μην αντιβαίνει προς τις διεθνείς συμβάσεις».
Αυτό σημαίνει ότι η γενική αρχή της ελεύθερης ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας, καθώς και το αντίστοιχο θεμελιώδες δικαίωμα, δεν μπορούν να ερμηνευθούν ανεξαρτήτως των διεθνών υποχρεώσεων που ανέλαβαν η Κοινότητα και τα κράτη μέλη. Μια οικονομική δραστηριότητα δεν μπορεί να ασκείται εντελώς ελεύθερα αν η άσκησή της θίγει την προστασία δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας η αναγνώριση των οποίων αποτελεί, επίσης, αντικείμενο ευρύτατης συναίνεσης στο πλαίσιο της διεθνούς κοινότητας.$
33 Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι η οδηγία δεν αποκλείει εκ των προτέρων τη δυνατότητα παραχωρήσεως εκ μέρους των παραγωγών των αναγκαίων αδειών εκμισθώσεως, αν κρίνουν ότι ορισμένες προσφορές είναι ενδιαφέρουσες. Ωστόσο, ανακύπτει ένα ακανθώδες ζήτημα στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι η απαγόρευση χορηγήσεως αδειών εκμισθώσεως έχει ως αποκλειστικό σκοπό την εξαφάνιση από την αγορά εκείνων που ασκούν τη δραστηριότητα της εκμισθώσεως, με πρόθεση κατακτήσεως, στη συνέχεια, της ίδιας αγοράς μέσω καταστημάτων ελεγχομένων από τους παραγωγούς. Το ζήτημα αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης, η οποία αποκλειστικώς αφορά το ζήτημα του κύρους των κανόνων της οδηγίας που παρέχουν αποκλειστικό δικαίωμα συναινέσεως ή απαγορεύσεως για την εκμίσθωση φωνογραφικών προϋόντων. Πάντως, στην περίπτωση αμφισβητήσεως του τρόπου ασκήσεως του αποκλειστικού αυτού δικαιώματος, δεν νομίζω ότι θα μπορούσε με βεβαιότητα να υποστηριχθεί, ενόψει της πρόσφατης νομολογίας του Δικαστηρίου, ότι οι γενικού συμφέροντος απαιτήσεις που δικαιολόγησαν την παροχή αυτού του δικαιώματος θα μπορούσαν επίσης να δικαιολογήσουν ένα τρόπο ασκήσεως αυτού του δικαιώματος που θα αντέβαινε προφανώς στις διατάξεις του άρθρου 86 της Συνθήκης (18).
Πρόταση
34 Βάσει των ανωτέρω σκέψεων προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο ερώρτημα του Landgericht Kφln την ακόλουθη απάντηση:
«Από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/100/EΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1992, σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϋόντων της διανοίας.»
(1) - Οδηγία 91/250/EOK του Συμβουλίου, της 14ης Μαου 1991, για τη νομική προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών (ΕΕ L 122, σ. 42)· οδηγία 93/83/EOK του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 1993, περί συντονισμού ορισμένων κανόνων όσον αφορά το δικαίωμα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα που εφαρμόζονται στις δορυφορικές ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις και την καλωδιακή αναμετάδοση (ΕΕ L 248, σ. 15)· οδηγία 93/98/EOK του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1993, περί εναρμονίσεως της διάρκειας προστασίας του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και ορισμένων συγγενών δικαιωμάτων (ΕΕ L 290, σ. 9)· οδηγία 96/9/EΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 1996, σχετικά με τη νομική προστασία των βάσεων δεδομένων (ΕΕ L 77, σ. 20).
(2) - COM(88) 172 τελικό της 10ης Νοεμβρίου 1988.
(3) - Διατάξεις που αφορούν το αποκλειστικό δικαίωμα συναινέσεως ή απαγορεύσεως της μισθώσεως περιλαμβάνονται και σε ορισμένες άλλες οδηγίες που αφορούν την προστασία του δικαιώματος του δημιουργού. Η προαναφερθείσα οδηγία 91/250 παρείχε ήδη, με το άρθρο 4, στοιχείο γγ, στους δημιουργούς προγραμμάτων υπολογιστών αποκλειστικό δικαίωμα επί «οποιασδήποτε μορφής διανομής στο κοινό, συμπεριλαμβανομένης της εκμίσθωσης, του πρωτότυπου προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή ή των αντιγράφων του». Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνεται στο εξής στον γενικό κανόνα που θέτει το άρθρο 1 της οδηγίας. Ας μου επιτραπεί, επίσης, να υπογραμμίσω τη σημασία του άρθρου 7, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, της προαναφερθείσας οδηγίας 96/9, το οποίο παρέχει επίσης αποκλειστικό δικαίωμα συναινέσεως ή απαγορεύσεως της εκμισθώσεως στους δημιουργούς (παραγωγούς, κατά την ορολογία της οδηγίας) βάσεων δεδομένων, οι οποίοι μη πληρούντες το κριτήριο της πρωτοτυπίας, δεν καλύπτονται από την προστασία του δικαιώματος του δημιουργού. Πράγματι, το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνεται στις πράξεις επαναχρησιμοποιήσεως της βάσεως δεδομένων (ή ουσιώδους μέρους αυτής) την οποία δικαιούται να απαγορεύσει ο παραγωγός.
(4) - Το δικαίωμα διανομής, ως συγγενικό του δικαιώματος του δημιουργού, ορίζεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας ως «το αποκλειστικό δικαίωμα διάθεσης στο κοινό των αντικειμένων αυτών, περιλαμβανομένων και των αντιγράφων τους, μέσω πωλήσεως ή με άλλους τρόπους (...)», αφορά δε: «για τους καλλιτέχνες ερμηνευτές ή εκτελεστές (...), τις υλικές ενσωματώσεις των εκτελέσεών τους· για τους παραγωγούς φωνογραφημάτων (...), τα φωνογραφήματά τους· για τους παραγωγούς των πρώτων υλικών ενσωματώσεων ταινιών (...), το πρωτότυπο και τα αντίγραφα των ταινιών τους· για τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς (...), τις υλικές ενσωματώσεις των εκπομπών τους, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 παράγραφος 2». Το άρθρο 9, παράγραφος 2, ορίζει ότι «Το δικαίωμα διανομής δεν εξαντλείται εντός της Κοινότητας όσον αφορά ένα αντικείμενο προβλεπόμενο στην παράγραφο 1 εκτός από την περίπτωση πρώτης πώλησης στην Κοινότητα του αντικειμένου αυτού από το δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του.
(5) - Τα κράτη μέλη διατηρούν, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 3, τη δυνατότητα να προβλέπουν, στην εσωτερική τους νομοθεσία, ότι η συναίνεση για την εκμίσθωση ή τον δανεισμό θεωρείται δεδομένη για τα έργα που αποκτήθηκαν προ της 1ης Ιουλίου 1994. Πάντως, τα κράτη μέλη έχουν επίσης τη δυνατότητα να προβλέπουν ότι οι δικαιούχοι έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν αντίστοιχη αμοιβή για την εκμίσθωση ή τον δανεισμό, ιδίως όταν το αντικείμενο της εκμισθώσεως ή του δανεισμού είναι ψηφιακή ηχογράφηση.
(6) - Αναφέρομαι στο δικαίωμα όλων των πολιτών να έχουν πρόσβαση στα πολιτιστικά αγαθά, που έχει αναγνωριστεί από διεθνείς πράξεις, στον τομέα των δικαιωμάτων του ανθρώπου, στις οποίες τα κράτη μέλη συνέπραξαν και προσχώρησαν. Αναφέρω για παράδειγμα το διεθνές σύμφωνο για τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα, που καταρτίστηκε από τα Ηνωμένα Έθνη και είναι ανοικτό για υπογραφή στη Νέα Υόρκη από τις 19 Δεκεμβρίου 1966, το άρθρο 15 του οποίου προβλέπει ότι «τα κράτη μέλη του παρόντος συμφώνου αναγνωρίζουν σε κάθε πολίτη το δικαίωμα: α) να μετέχει στην πολιτιστική ζωή· β) να επωφελείται της επιστημονικής προόδου και των εφαρμογών της· γ) να επωφελείται της προστασίας των ηθικών και υλικών συμφερόντων που απορρέουν από παντός είδους επιστημονική, λογοτεχνική ή καλλιτεχνική παραγωγή της οποίας είναι δημιουργός». Επίσης, στο άρθρο 27 της Παγκόσμιας Διακήρυξης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, την οποία ενέκρινε η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 10 Δεκεμβρίου 1948, και η οποία αναγνωρίζει σε όλους «το δικαίωμα να μετέχουν ελεύθερα στην πολιτιστική ζωή της Κοινότητας, να απολαμβάνουν τις τέχνες και να μετέχουν στην επιστημονική πρόοδο και τα οφέλη που απορρέουν εξ αυτής». Η δεύτερη παράγραφος αναγνωρίζει επίσης ρητώς ότι το δικαίωμα του δημιουργού είναι της ιδίας φύσεως με ένα δικαίωμα του ανθρώπου: «άπαντες δικαιούνται προστασίας των ηθικών και υλικών συμφερόντων που απορρέουν από οποιαδήποτε επιστημονική, λογοτεχνική ή καλλιτεχνική παραγωγή της οποίας είναι δημιουργοί». Βλ. σχετικώς Cassin: «L'intιgration, parmi les droits fondamentaux de l'homme, des droits des crιateurs des oeuvres de l'esprit», στο tudes sur la propriιtι industrielle, littιraire, artistique. Mιlanges Robert Plaisant, Παρίσι 1960, σ. 225. Δεν θα εξετάσω, στο πλαίσιο των προτάσεών μου αυτών, τον χαρακτηρισμό, στις διεθνείς συμφωνίες, του δικαιώματος του δημιουργού ως δικαιώματος του ανθρώπου, δεδομένου ότι το δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας, το οποίο αφορά η παρούσα υπόθεση, αποτελεί συγγενικό δικαίωμα και δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των ανωτέρω κανόνων.
(7) - Απόφαση της 17ης Μαου 1988, 158/86 (Συλλογή 1988, σ. 2605, σκέψη 15).
(8) - Απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, 395/87, Tournier (Συλλογή 1989, σ. 2521).
(9) - Απόφαση της 18ης Μαρτίου 1980, 62/79, Coditel (Συλλογή 1980, σ. 881).
(10) - Βλ. Sarti: Diritti esclusivi e circolazione dei beni, Μιλάνο 1996, σ. 312· Bergι: La Protection internationale et communautaire du droit d'auteur, Παρίσι 1996, σ. 128.
(11) - Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 14ης Μαου 1974, 4/73, Nold (Συλλογή τόμος 1974, σ. 265, σκέψη 14)· της 11ης Ιουλίου 1989, 265/87, Schrδder (Συλλογή 1989, σ. 2237, σκέψη 15)· της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-280/93, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I-4973, σκέψη 78), και της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-44/94, Fishermen's Organisations κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I-3115, σκέψη 55).
(12) - Απόφαση παρατεθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 10: «η εμπορία βιντεοκασετών πραγματοποιείται όχι μόνο με την πώληση, αλλά επίσης, και με αυξανόμενο ρυθμό, με την εκμίσθωση σε ιδιώτες που διαθέτουν μαγνητοσκόπια. Επομένως, η δυνατότητα απαγορεύσεως των εκμισθώσεων αυτών εντός κράτους μέλους μπορεί να ασκήσει επίδραση στο εμπόριο των βιντεοκασετών εντός αυτού του κράτους και, ως εκ τούτου, να επηρεάσει έμμεσα τις ενδοκοινοτικές εμπορικές ανταλλαγές των προϋόντων αυτών. Κατά συνέπεια, μια νομοθεσία, όπως αυτή η οποία προκάλεσε τη διαφορά της κύριας δίκης, πρέπει, κατά πάγια νομολογία, να θεωρηθεί ως μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό, που απαγορεύεται από το άρθρο 30 της Συνθήκης».
(13) - Το Δικαστήριο δέχθηκε, στην απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1993, C-92/92 και C-326/92, Phil Collins κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I-5145, σκέψη 26), ότι: «το Συμβούλιο, ακριβώς για να αποφύγει τους κινδύνους εμποδίων στις συναλλαγές και στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, εξέδωσε (...) βάσει του άρθρου 57, παράγραφος 2, και των άρθρων 66 και 100 A της Συνθήκης, την οδηγία 92/100/ΕΟΚ, της 19ης Νοεμβρίου 1992, σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϋόντων της διανοίας».
(14) - Τα στοιχεία αυτά προέρχονται από την έκθεση που συνόδευε την πρόταση οδηγίας της Επιτροπής, έγγραφο COM(90) 586, της 24ης Ιανουαρίου 1991, σημεία 11 επ.
(15) - Πρόκειται για στοιχεία τα οποία αμφισβητεί η Metronome.
(16) - Η Συμφωνία περί ιδρύσεως του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και τα παραρτήματά της, η υπογραφή των οποίων έγινε στο Μαρακές στις 15 Απριλίου 1994, επικυρώθηκαν εκ μέρους της Κοινότητας με την απόφαση 94/800/EΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϋκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθόσον αφορά θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (ΕΕ 1994, L 336, σ. 213).
(17) - Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι εργασίες που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της OMPI περί προστασίας του δικαιώματος εκμισθώσεως ελήφθησαν υπόψη από την Επιτροπή κατά την σύνταξη του σχεδίου οδηγίας. Βλ. την παράγραφο 40 και την υποσημείωση 12 της εισαγωγικής εκθέσεως, παραπομπή στην οποία έγινε στην υποσημείωση 14.
(18) - Η απόφαση της 6ης Απριλίου 1995, C-241/91 P και C-242/91 P, RTE και ITP κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. I-743), θα μπορούσε να παράσχει περισσότερο από ένα στοιχεία υπέρ του ελέγχου του τρόπου ασκήσεως του αποκλειστικού δικαιώματος που παρέχεται στους παραγωγούς φωνογραφημάτων. Ας μου επιτραπεί πάντως να προσθέσω ότι μου είναι δύσκολο να συμφωνήσω με το συμπέρασμα, το οποίο εξάλλου έχει ανάγκη ορισμένων διευκρινίσεων, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο στην απόφασή του αυτή, αν το νόημά του είναι ότι παρέχει γενική δικαιολόγηση ελέγχου, ασκούμενου μέσω της εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού, των αποφάσεων του δημιουργού που αφορούν την άσκηση των ουσιωδών προνομίων του, όπως το δικαίωμα αναπαραγωγής και εκτελέσεως. O χαρακτήρας του θεμελιώδους δικαιώματος που παρέχουν στον δημιουργό οι προαναφερθείσες διεθνείς συμβάσεις δεν επιτρέπουν τη συναγωγή ενός τέτοιου συμπεράσματος. Δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί το ίδιο για τα συγγενικά δικαιώματα προς το δικαίωμα του δημιουργού στα οποία οι διεθνείς κανόνες δεν παρέχουν ισοδύναμη προστασία.
Full & Egal Universal Law Academy