Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Α - Ιστορικό
1 Με την υπό κρίση προσφυγή, η Επιτροπή ζητεί να διαπιστωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη την οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (1).
2 Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των γυναικών, όπως διατυπώνεται στην εν λόγω οδηγία, απαγορεύει, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, κάθε διάκριση που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα. Προκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τους όρους εργασίας, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταργηθούν οι διατάξεις που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο αα) και να αναθεωρηθούν εκείνες οι διατάξεις που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως όταν δεν υφίστανται πλέον οι λόγοι προστασίας που τις δικαιολογούν (άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ). Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, τάχθηκε στα κράτη μέλη προθεσμία τριάντα μηνών από της κοινοποιήσεως της οδηγίας για να θέσουν σε εφαρμογή τις αναγκαίες διατάξεις. Ωστόσο, κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, ως προς το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, οι εθνικές αρχές έπρεπε να προβούν σε μια πρώτη εξέταση και, ενδεχομένως, σε μια πρώτη αναθεώρηση των διατάξεων τις οποίες αφορά το δεύτερο αυτό άρθρο εντός προθεσμίας τεσσάρων ετών από της κοινοποιήσεως της οδηγίας.
3 ςΟσον αφορά την ιταλική νομοθεσία, το άρθρο 5, παράγραφος 1, του νόμου 903 της 9ης Δεκεμβρίου 1977 (στο εξής: ιταλικός νόμος) ορίζει τα εξής: «Στα εργοστάσια και στα βιοτεχνικά εργαστήρια, απαγορεύεται η απασχόληση των γυναικών μεταξύ μεσονυκτίου και έκτης πρωϋνής ώρας. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για τις γυναίκες που απασχολούνται σε διευθυντικές θέσεις ούτε για όσες απασχολούνται στις επιφορτισμένες με την υγιεινή υπηρεσίες της επιχειρήσεως.» Βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, του ιταλικού νόμου, η εν λόγω απαγόρευση μπορεί να προσαρμόζεται ή να περιορίζεται με συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή με ειδικές επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας που συνάπτονται λόγω των συγκεκριμένων αναγκών της παραγωγής και λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτέρων συνθηκών του εργασιακού περιβάλλοντος και της οργανώσεως των υπηρεσιών. Ωστόσο, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 3, του ιταλικού νόμου, η απαγόρευση της παραγράφου 1 δεν επιδέχεται καμία εξαίρεση για το χρονικό διάστημα από την αρχή της εγκυμοσύνης μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία το νεογέννητο συμπληρώνει τον έβδομο μήνα της ηλικίας του.
4 Οι ιταλικές νομοθετικές διατάξεις θεσπίστηκαν για τη θέση σε εφαρμογή της συμβάσεως αριθ. 89 της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας (στο εξής: ΔΟΕ), της 9ης Ιουλίου 1948, η οποία κυρώθηκε από την Ιταλική Δημοκρατία με τον νόμο 1305, της 22ας Δεκεμβρίου 1952, ο οποίος απαγορεύει, με την επιφύλαξη εξαιρέσεων, τη νυκτερινή εργασία των γυναικών. Η Ιταλική Κυβέρνηση προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως αυτής με ισχύ από τον Φεβρουάριο του 1993.
5 Η Επιτροπή, φρονώντας ότι η ιταλική νομοθεσία δεν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, κίνησε, με έγγραφο οχλήσεως της 2ας Μαρτίου 1994, διαδικασία λόγω παραβάσεως κράτους μέλους. Δεδομένου ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν απάντησε εντός της προθεσμίας των δύο μηνών που της είχε ταχθεί προς τούτο, η Επιτροπή εξέδωσε στις 19 Ιουνίου 1995 αιτιολογημένη γνώμη, στην οποία εκθέτει ότι η Ιταλική Δημοκρατία υποχρεούται, ενόψει της καταγγελίας της συμβάσεως αριθ. 89 της ΔΟΕ, να προβεί στις αναγκαίες προσαρμογές. Δεδομένου ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν συμμορφώθηκε προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός της προθεσμίας των δύο μηνών που της είχε ταχθεί, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή στις 19 Ιουνίου 1996.
6 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 76/207 και διατηρώντας σε ισχύ, στην εσωτερική έννομη τάξη της, διατάξεις προβλέπουσες απαγόρευση της νυκτερινής εργασίας των γυναικών, κατά παράβαση του άρθρου 5 της εν λόγω οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο.
7 Η καθής ζητεί από το Δικαστήριο:
να απορρίψει την προσφυγή.
Β - Νομική εκτίμηση
8 Δεδομένου ότι η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η αιτίαση της Επιτροπής, η οποία αντλείται από την παράλειψη της Ιταλικής Δημοκρατίας να θεσπίσει τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την εν λόγω οδηγία, διατυπώθηκε κατ' ουσίαν μόλις στο στάδιο της ασκήσεως της προσφυγής και όχι στις προηγούμενες πράξεις της Επιτροπής, πρέπει κατ' αρχάς να καθοριστεί το αντικείμενο της διαφοράς. Το αντικείμενο αυτό οριοθετείται από τις αιτιάσεις που διατυπώνονται στο έγγραφο οχλήσεως (2).
9 Τόσο το έγγραφο οχλήσεως όσο και η αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής παρουσιάζουν πράγματι ασάφεια, κατά το μέτρο που αφορούν μόνο την παράλειψη θεσπίσεως των αναγκαίων μέτρων όσον αφορά το άρθρο 5 του ιταλικού νόμου και όχι, γενικώς, την παράλειψη θεσπίσεως των αναγκαίων, νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων. Ωστόσο, δεν πρόκειται περί ανεπίτρεπτης εκ των υστέρων διευρύνσεως του αντικειμένου της διαφοράς. Αντιθέτως, οι δύο αιτιάσεις που διατυπώνονται στα αιτήματα της Επιτροπής αφορούν το ίδιο αντικείμενο της διαφοράς, δεδομένου ότι πρόκειται σαφώς περί της ίδιας παραβάσεως που προσάπτεται στην Ιταλική Δημοκρατία. Η Ιταλική Δημοκρατία φέρεται να διέπραξε παράβαση, αφενός, λόγω της διατηρήσεως σε ισχύ του άρθρου 5 του ιταλικού νόμου και, αφετέρου, λόγω της παραλείψεως να θεσπίσει τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για την κατάργηση της διατάξεως αυτής. Δεδομένου ότι η αιτίαση που αντλείται από τη διατήρηση σε ισχύ του άρθρου 5 του ιταλικού νόμου είναι η πλέον συγκεκριμένη, η νομική εκτίμηση, εν προκειμένω, μπορεί να επικεντρωθεί μόνο στην αιτίαση αυτή χωρίς να χρειάζεται η κατά τα λοιπά απόρριψη της προσφυγής.
10 Η υπό κρίση προσφυγή αφορά το ίδιο θέμα με μια πρόσφατη απόφαση (3), με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί προσφυγής που είχε ως αίτημα να διαπιστωθεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία υπέπεσε σε παράβαση διότι, αφού κατήγγειλε τη σύμβαση αριθ. 89 της ΔΟΕ, διατήρησε σε ισχύ την απαγόρευση της νυκτερινής εργασίας, κατά παράβαση του άρθρου 5 της οδηγίας 76/207.
11 Οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα που προβάλλει η Ιταλική Δημοκρατία μπορεί να προκαλέσουν παρανοήσεις, κατά το μέτρο που η Ιταλική Κυβέρνηση, αφενός, δέχεται ότι οι επίμαχες ιταλικές διατάξεις είναι ενδεχομένως ασυμβίβαστες προς το κοινοτικό δίκαιο, αφετέρου όμως, ισχυρίζεται ότι, μολονότι οι διατάξεις αυτές προβλέπουν γενική απαγόρευση της νυκτερινής εργασίας των γυναικών, παρά ταύτα η απαγόρευση αυτή έχει οιονεί καταργηθεί λόγω των δυνατοτήτων παρεκκλίσεως που προβλέπονται. Ο Ιταλός νομοθέτης, αντί να καθιερώσει τυπικώς την ίση μεταχείριση των δύο φύλων κατά τον καθορισμό των όρων εργασίας που αφορούν τον χρόνο απασχολήσεως, προτίμησε μια μορφή της ουσιαστικής ισότητας, διατηρώντας σε ισχύ το ιδιαζόντως ευέλικτο σύστημα απαγορεύσεως που υφίστατο μέχρι τότε. Η λύση αυτή κρίθηκε αναγκαία προκειμένου να εξυπηρετηθούν προσωπικές και οικογενειακές ανάγκες, τη σπουδαιότητα των οποίων υπογραμμίζουν το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/207 (4) και το άρθρο 37, πρώτο εδάφιο, του Συντάγματος της Ιταλίας (5).
12 Καθόσον η επιχειρηματολογία αυτή έχει την έννοια ότι σκοπεί στην αμφισβήτηση της υπάρξεως νομοθετικής διατάξεως που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, υπό την έννοια του άρθρου 5 της οδηγίας 76/207, πρέπει να υπομνηστεί η απόφαση Stoeckel, την οποία ορθώς επικαλέστηκε η Επιτροπή και με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το άρθρο 5 της οδηγίας 76/207 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μην καθιερώνουν ως νομοθετική αρχή την απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας των γυναικών, έστω κι αν από την υποχρέωση αυτή δεν λείπουν οι εξαιρέσεις, ενώ ουδεμία υφίσταται απαγόρευση όσον αφορά τη νυχτερινή εργασία των ανδρών (6).
13 Εξάλλου, η Ιταλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι, παρά το γεγονός ότι ο νομοθέτης δεν έχει επέμβει στον τομέα αυτό, η ιταλική νομοθεσία συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο. Δυνάμει της απευθείας εφαρμογής των οδηγιών οι οποίες, από πλευράς περιεχομένου, είναι ανεπιφύλακτες και αρκούντως σαφείς, τα ιταλικά δικαστήρια δεν εφαρμόζουν το άρθρο 5 του ιταλικού νόμου, κρίνοντας ότι ο κανόνας του άρθρου αυτού έχει καταργηθεί και αντικατασταθεί από την ανώτερη ιεραρχικώς και έχουσα απευθείας εφαρμογή διάταξη του άρθρου 5 της οδηγίας 76/207.
14 Ωστόσο, και επί του σημείου αυτού συντάσσομαι με την άποψη της Επιτροπής, η οποία αναφέρεται στην παγία νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία η θέσπιση ή η διατήρηση χωρίς καμία τροποποίηση, στη νομοθεσία κράτους μέλους, νομοθετήματος ασυμβίβαστου με διάταξη του κοινοτικού δικαίου, έστω κι αν η εν λόγω διάταξη έχει απευθείας εφαρμογή στην έννομη τάξη των κρατών μελών, παρέχει αφορμή για τη δημιουργία συγχύσεως, καθόσον διατηρεί τα υποκείμενα δικαίου που αφορά σε κατάσταση αβεβαιότητας σχετικά με τη δυνατότητα που έχουν να επικαλεστούν το κοινοτικό δίκαιο (7). Κατά συνέπεια, το ασυμβίβαστο της εθνικής νομοθεσίας με το κοινοτικό δίκαιο, ακόμη κι αν αυτό έχει απευθείας εφαρμογή, δεν μπορεί να αρθεί οριστικώς, παρά μόνο με εσωτερικές διατάξεις δεσμευτικού χαρακτήρα που έχουν την ίδια τυπική ισχύ με τις διατάξεις που πρέπει να τροποποιηθούν (8). Επομένως, η απευθείας εφαρμογή μιας οδηγίας δεν απαλλάσσει τα κράτη μέλη από την υποχρέωση να θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της προσήκουσας μεταφοράς της οδηγίας αυτής στο εσωτερικό τους δίκαιο.
15 Αυτό το παραδέχεται τέλος, και η ίδια η Ιταλική Κυβέρνηση, δεδομένου ότι επισημαίνει ότι τα τυπικά μέτρα για την πλήρη προσαρμογή της ιταλικής κανονιστικής ρυθμίσεως στο κοινοτικό δίκαιο είναι ήδη υπό επεξεργασία.
16 Η προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, την οποία προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας, έληξε το 1978 όσον αφορά τα μέτρα του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο αα, και το 1980 όσον αφορά τα μέτρα του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ. Ωστόσο, πριν αρχίσει η καταγγελία της συμβάσεως αριθ. 89 της ΔΟΕ να παράγει αποτελέσματα, δεν μπορούσε να αναμένεται η εκ μέρους της Ιταλικής Δημοκρατίας κατάργηση του άρθρου 5 του ιταλικού νόμου, δεδομένου ότι η διατήρηση σε ισχύ της διατάξεως αυτής ήταν αναγκαία για τη διασφάλιση της εκτελέσεως των υποχρεώσεων έναντι τρίτων κρατών που απορρέουν από τη σύμβαση αυτή, η οποία είχε κυρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης ΕΟΚ. Ως εκ τούτου, στην αλληλουχία αυτή, το Δικαστήριο αναγνώρισε με την απόφαση Levy ότι το άρθρο 234 της Συνθήκης ΕΚ (9) επιτρέπει στα εθνικά δικαστήρια να αφήνουν ανεκπλήρωτες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 5 της οδηγίας (10), μέχρι την άρση του διαπιστωθέντος αυτού ασυμβιβάστου. Συνεπώς, τίθεται το ζήτημα αν, λόγω του ότι η καταγγελία της συμβάσεως άρχισε να παράγει αποτελέσματα τον Φεβρουάριο του 1993, η προθεσμία μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο άρχισε εκ νέου να τρέχει από την ημερομηνία αυτή και, ως εκ τούτου, η άσκηση της παρούσας προσφυγής από την Επιτροπή είναι πρόωρη.
17 Φρονώ ότι τούτο δεν πρέπει να γίνει δεκτό. Πράγματι, ακόμη και οσάκις, όπως εν προκειμένω, οι διεθνείς δεσμεύσεις που έχει αναλάβει κράτος μέλος πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης ΕΟΚ εμποδίζουν, αρχικώς, το κράτος αυτό να μεταφέρει πλήρως μία οδηγία στο εσωτερικό του δίκαιο, η προθεσμία για τη μεταφορά, η οποία αρχίζει να τρέχει από την κοινοποίηση της οδηγίας, παρέχει επαρκώς ευχέρεια στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος για να προετοιμάσει τα αναγκαία μέτρα προσαρμογής. Το εν λόγω κράτος μέλος πρέπει, κατά συνέπεια, να προβεί στις προσαρμογές αυτές αμέσως μετά τα μέτρα που λαμβάνει κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, τούτο δε ακριβώς ενόψει των υποχρεώσεων μεταφοράς που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο. Εξάλλου, η Ιταλική Δημοκρατία είχε στη διάθεσή της, από το χρονικό σημείο κατά το οποίο η καταγγελία άρχισε να παράγει αποτελέσματα τον Φεβρουάριο του 1993 μέχρι τον Αύγουστο του 1995, οπότε εξέπνευσε η ταχθείσα με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμία, αρκετό χρόνο για να προβεί στην τυπική κατάργηση του άρθρου 5 του ιταλικού νόμου.
18 Κατά το άρθρο 169, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
Γ - Πρόταση
19 Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
«Η Ιταλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ στην εσωτερική έννομη τάξη της διατάξεις προβλέπουσες απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας των γυναικών, κατά παράβαση του άρθρου 5 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο.
Καταδικάζει την καθής στα δικαστικά έξοδα.»
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70.
(2) - Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1982, 211/81, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1982, σ. 4547, σκέψη 8).
(3) - Απόφαση της 13ης Μαρτίου 1997, C-197/96, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1997, σ. Ι-1489).
(4) - Το άρθρο 2, παράγραφος 3, ορίζει τα εξής: «Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις διατάξεις που αφορούν την προστασία της γυναίκας, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα.»
(5) - Το άρθρο 37, πρώτο εδάφιο, ορίζει τα εξής: «Η εργαζόμενη γυναίκα έχει τα ίδια δικαιώματα και, εφόσον έχει την ίδια απασχόληση, λαμβάνει τις ίδιες αποδοχές με τον εργαζόμενο άνδρα. Οι όροι εργασίας πρέπει να της παρέχουν τη δυνατότητα να εκπληρώνει τον ουσιώδη ρόλο της στην οικογένεια και πρέπει να διασφαλίζουν ιδιαίτερη και προσήκουσα προστασία για τη μητέρα και το παιδί.»
(6) - Απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, C-345/89 (Συλλογή 1991, σ. Ι-4047, σκέψη 20).
(7) - Αποφάσεις της 26ης Απριλίου 1988, 74/86, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1988, σ. 2139, σκέψη 10), της 15ης Οκτωβρίου 1986, 168/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1986, σ. 2945, σκέψη 11), και της 4ης Απριλίου 1974, 167/73, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή τόμος 1974, σ. 179, σκέψη 22).
(8) - Βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 13.
(9) - Το άρθρο 234, πρώτο εδάφιο, ορίζει τα εξής: «Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις που συνήφθησαν προ της ενάρξεως της ισχύος της παρούσας συνθήκης, μεταξύ ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών αφενός και ενός ή περισσοτέρων τρίτων χωρών αφετέρου, δεν θίγονται από την παρούσα συνθήκη»· το δεύτερο εδάφιο του ιδίου άρθρου προσθέτει, μεταξύ άλλων, ότι, «κατά το μέτρο που οι συμβάσεις αυτές δεν συμβιβάζονται με την παρούσα συνθήκη, το ενδιαφερόμενο ή τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη προσφεύγουν σε όλα τα πρόσφορα μέσα, για να άρουν τα διαπιστωθέντα ασυμβίβαστα.»
(10) - Απόφαση της 2ας Αυγούστου 1993, C-158/91 (Συλλογή 1993, σ. Ι-4287, σκέψη 22).
Full & Egal Universal Law Academy