Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
A - Εισαγωγή
1 Αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως είναι μια κατ' αποκοπή μείωση των αναλαμβανομένων από το ΕΓΤΠΕ (1) δαπανών, κατά της οποίας βάλλει το προσφεύγον. Η Επιτροπή, ως καθής, δικαιολογεί τη μείωση αυτή με το επιχείρημα ότι οι εθνικές αρχές δέχθηκαν, στο πλαίσιο των αγορών εκ μέρους των οργανισμών παρεμβάσεως, πολλαπλές προσφορές (ομαδικές ή συνδεόμενες προσφορές), οι οποίες ήσαν παράνομες (2). Οι προσφορές αυτές είχαν ενδεχομένως κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Πράγματι, οσάκις πολύ μεγάλες ποσότητες βοείου κρέατος προσφέρονται προς πώληση στο πλαίσιο του συστήματος παρεμβάσεως, καθίσταται αναγκαία η μείωση των ποσοτήτων αυτών διά της εφαρμογής ενός συντελεστή (3). Όμως, οι υποβάλλοντες προσφορά κερδοσκοπούν διά της υποβολής διογκωμένων προσφορών, επειδή επιδιώκουν επιπλέον να πωλήσουν, στο πλαίσιο του συστήματος παρεμβάσεως, τη συνολική ποσότητα κρέατος που διαθέτουν. Αν ένας υποβάλλων προσφορά εικάζει ότι θα καθοριστεί συγκεκριμένος συντελεστής μειώσεως, προσφέρει προς πώληση στο πλαίσιο του συστήματος παρεμβάσεως μια αντιστοίχως μεγαλύτερη ποσότητα. Αν τελικώς καθοριστεί συντελεστής ο οποίος δεν είναι τόσο υψηλός όσο υπέθετε, ο υποβαλών προσφορά οφείλει να παραδώσει στον οργανισμό παρεμβάσεως μεγαλύτερη ποσότητα κρέατος απ' εκείνη που πράγματι διαθέτει. Αν δεν μπορεί να εκτελέσει τη σύμβαση που συνήψε με τον οργανισμό παρεμβάσεως παραδίδοντας ποσότητα αντιπροσωπεύουσα το 85 % ή το 95 % της προσφερθείσας, χάνει ολικώς ή μερικώς τη συσταθείσα για το συνολικό ποσό εγγύηση (4).
2 Αν όμως ο υποβάλλων προσφορά κατανέμει την αρχική του προσφορά σε πλείονες μικρές προσφορές, τις οποίες υποβάλλει μέσω αχυρανθρώπων, μειώνεται ο κίνδυνος απώλειας της εγγυήσεως. Αν δεν μπορεί να παραδώσει ολόκληρη την προσφερθείσα ποσότητα, μπορεί, εφόσον έχει υποβάλει πλείονες μικρές προσφορές, να παραδώσει τις ποσότητες που αφορούν τουλάχιστον ορισμένες από αυτές, έτσι ώστε να μη χάσει την εγγύηση. Βέβαια, όσον αφορά τις υπόλοιπες προσφορές, που αφορούν ποσότητες τις οποίες δεν μπορεί πλέον να παραδώσει, η εγγύηση καταπίπτει, πλην όμως δεν υπολογίζεται επί του συνολικού ποσού όλων των προσφορών που υπέβαλε αλλά μόνο βάσει του ποσού καθεμιάς από τις προσφορές αυτές, που είναι μικρότερο. Έτσι, περιορίζεται το ποσό της καταπίπτουσας εγγυήσεως, ενώ συχνά υπερκαλύπτεται από το επιτευχθέν κέρδος.
3 Από τούτο προκύπτει σαφώς, κατά την άποψη της Επιτροπής, ότι η υποβολή πλειόνων προσφορών ευνοεί την κερδοσκοπία, δεδομένου ότι περιορίζεται το αποτέλεσμα της συστάσεως εγγυήσεως.
4 Η Επιτροπή φρονεί ότι η ψευδής προσφορά μεγαλύτερων ποσοτήτων, συνδυαζόμενη με κερδοσκοπικές ενέργειες, αντιβαίνει προς την οικονομία του συστήματος παρεμβάσεως. Το σύστημα αυτό σκοπεί - σε περίπτωση πτώσεως των τιμών της αγοράς κάτω από ορισμένο ποσό - στη σταθεροποίηση της αγοράς και στην αποτροπή ή στον περιορισμό μιας σημαντικής μειώσεως των τιμών, π.χ., μέσω αγορών εκ μέρους των οργανισμών παρεμβάσεως (5). Ο κανονισμός 859/89 (6) θέσπισε μια διαδικασία δημοπρασίας (7). Στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας δημοπρασίας, οι τιμές αγοράς και οι αγοραζόμενες ποσότητες καθορίζονται βάσει των παραληφθεισών προσφορών (8).
5 Οι κερδοσκοπικές προσφορές, οι οποίες - όπως προαναφέρθηκε - ευνοούνται από την υποβολή πολλαπλών προσφορών, εμποδίζουν την επιτυχή εφαρμογή των μέτρων παρεμβάσεως. Δεδομένου ότι προσφέρεται μεγαλύτερη ποσότητα κρέατος απ' εκείνη που πράγματι υπάρχει στην αγορά, οι τιμές αγοράς και οι αγοραζόμενες ποσότητες, οι οποίες καθορίζονται βάσει των παραληφθεισών προσφορών, δεν μπορούν πλέον να καθορίζονται με συνάρτηση προς τις συνθήκες της αγοράς. Έτσι, οι κερδοσκοπικές προσφορές εμποδίζουν την Επιτροπή να έχει σαφή αντίληψη της καταστάσεως στην αγορά. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πρέπει, κατά την άποψή της, να θεωρηθεί σχεδόν βέβαιο ότι, λόγω αυτών των κερδοσκοπικών προσφορών και των «πολλαπλών» προσφορών που τις ευνοούν, οι οργανισμοί παρεμβάσεως αγοράζουν μεγαλύτερες ποσότητες κρέατος σε υψηλότερες τιμές. Συναφώς, πρέπει επιπλέον να παρατηρηθεί ότι η υποβολή πλειόνων προσφορών διευκολύνει επίσης την κερδοσκοπία σε σχέση με την τιμή. Αγοράζοντας υπερβολικά μεγάλες ποσότητες, το ΕΓΤΠΕ υποβάλλεται σε μεγαλύτερες δαπάνες από τις αναγκαίες για την στήριξη της αγοράς.
B - Πραγματικά περιστατικά και νομοθετικές διατάξεις
6 Με την υπό κρίση προσφυγή, το Ηνωμένο Βασίλειο ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής να μην αναλάβει ποσό ύψους 3 356 000 λιρών στερλινών (UK£), ως δαπάνες του Ηνωμένου Βασιλείου για το οικονομικό έτος 1992 στο πλαίσιο των αγορών βοείου κρέατος (9) (στο εξής: απόφαση). Η μη αναγνώριση των δαπανών αυτών προβλέπεται στο παράρτημα I της αποφάσεως. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε κατ' αποκοπήν διόρθωση κατά 2 % των δαπανών για το 1992.
7 Στη συνοπτική της έκθεση (10), η Επιτροπή υποστηρίζει, προς αιτιολόγηση της μειώσεως αυτής, ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έλεγξε αν είχαν υποβληθεί πολλαπλές προσφορές.
8 Κατά την άποψή της, τούτο μπορούσε να διαπιστωθεί ευχερώς, δεδομένου ότι οι υποβαλόντες προσφορά δεν είχαν καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για να αποκρύψουν τις μεταξύ τους σχέσεις. Όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου, σε ορισμένες περιπτώσεις οι προσφορές είχαν βέβαια υποβληθεί από ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα, πλην όμως είχαν υπογραφεί από το ίδιο πρόσωπο και είχαν αποσταλεί μέσω της ιδίας συσκευής τηλεομοιοτυπίας. Επιπλέον, στις προσφορές αναγραφόταν ο ίδιος αριθμός λογαριασμού για το έμβασμα των πληρωτέων ποσών, η δε εγγύηση είχε συσταθεί από ένα και το αυτό πρόσωπο για όλες τις εν λόγω προσφορές. Εξ αυτών η Επιτροπή συνάγει ότι οι βρετανικές αρχές πρέπει να γνώριζαν εξαρχής τις ενέργειες των υποβαλόντων προσφορά.
9 Επομένως, η συμπεριφορά των αρμόδιων βρετανικών αρχών (Intervention Board) δεν ήταν σύμφωνη προς τους κοινοτικούς κανόνες, είχε δε ως συνέπεια δυσμενή διάκριση σε βάρος των μετασχόντων στη διαδικασία οι οποίοι είχαν τηρήσει τους κανόνες.
10 Αντιθέτως, κατά την άποψη του προσφεύγοντος, τηρήθηκαν όλες οι διατάξεις που διέπουν το σύστημα παρεμβάσεως. Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι δεν δέχθηκε καμία παράνομη προσφορά και, άρα, δεν παρέβη ούτε τις υποχρεώσεις του προς διενέργεια ελέγχων.
11 Η ρύθμιση την οποία αφορά η υπό κρίση διαφορά περιέχεται στο άρθρο 9 του κανονισμού 859/89, του οποίου η παράγραφος 1 ορίζει τα εξής: «Ο υποβάλλων προσφορά μπορεί να συμμετέχει στη δημοπρασία μόνον εάν αναλαμβάνει γραπτώς να τηρήσει τις διατάξεις σχετικά με τις εν λόγω αγορές» (11).
12 Η παράγραφος 2 έχει ως εξής: «Οι ενδιαφερόμενοι συμμετέχουν στη δημοπρασία του οργανισμού παρέμβασης των κρατών μελών όπου αυτή έχει αρχίσει, είτε με κατάθεση γραπτής προσφοράς έναντι αποδείξεως παραλαβής είτε με οποιοδήποτε μέσο γραπτής επικοινωνίας με απόδειξη παραλαβής αποδεκτό από τον οργανισμό παρέμβασης· οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν μόνο μία προσφορά ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία» (12).
13 Κατά την Επιτροπή, έχει σημασία συναφώς η διάκριση μεταξύ των εννοιών «υποβάλλων προσφορά» και «ενδιαφερόμενος». Η επιλογή διαφορετικών όρων δείχνει, κατά την άποψή της, ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούν να εξομοιωθούν με τους υποβάλλοντες προσφορά. Στην έννοια «ενδιαφερόμενοι» δεν υπάγονται μόνον όσοι πράγματι μετέσχαν στη διαδικασία και υπέβαλαν προσφορά. Αντιθέτως, η έννοια αυτή καλύπτει έναν πολύ ευρύτερο κύκλο προσώπων· επομένως, η απαγόρευση υποβολής περισσοτέρων της μιας προσφορών δεν αφορά αποκλειστικά και μόνον τον υποβάλλοντα προσφορά - δηλαδή εκείνον που πράγματι υποβάλλει προσφορά. Πολλώ μάλλον, η απαγόρευση αυτή ισχύει για όλους όσους υποβάλλουν προσφορές αφορώσες την ίδια ποσότητα κρέατος.
14 Αντιθέτως, το προσφεύγον φρονεί ότι οι έννοιες «υποβάλλοντες προσφορές» και «ενδιαφερόμενοι» μπορούν να υποκατασταθούν αμοιβαίως. Η μόνη διαφορά που μπορεί να διακριθεί - αν υποτεθεί ότι υπάρχει - έγκειται στο ότι ο όρος «ενδιαφερόμενοι» περιγράφει τους εν δυνάμει υποβάλλοντες προσφορά· αντιθέτως, «υποβάλλων προσφορά» είναι το πρόσωπο το οποίο πράγματι υποβάλλει προσφορά. Επομένως, η απαγόρευση του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, σημαίνει απλώς ότι το πρόσωπο που μετέχει τελικώς ως υποβάλλων προσφορά μπορεί να υποβάλει μία μόνον προσφορά.
15 Κατά το προσφεύγον, το ότι η διάταξη αυτή αφορά και άλλα πρόσωπα, πέραν του υποβάλλοντος προσφορά, δεν κατέστη φανερό παρά μόνον αφότου θεσπίστηκε το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2456/93 της Επιτροπής, της 1ης Σεπτεμβρίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, όσον αφορά τα γενικά και ειδικά μέτρα παρέμβασης στον τομέα του βοείου κρέατος (13), το οποίο δεν είχε ακόμη τεθεί σε ισχύ κατά τον χρόνο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών. Η εν λόγω διάταξη προβλέπει τα εξής:
«Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν μόνο μία προσφορά ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία.
Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν συνδέονται μεταξύ τους από πλευράς διεύθυνσης, προσωπικού και λειτουργίας.
Εφόσον υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι αυτό δεν συμβαίνει ή όταν μια προσφορά δεν αντιστοιχεί στην οικονομική πραγματικότητα, η αποδοχή της εν λόγω προσφοράς προϋποθέτει προσκόμιση, από τον υποβάλλοντα την προσφορά, πρόσφορων αποδείξεων ως προς την τήρηση της διατάξεως του δευτέρου εδαφίου.
Όταν αποδειχτεί ότι ένας ενδιαφερόμενος έχει υποβάλει περισσότερες από μία αιτήσεις, τότε δεν γίνεται δεκτή καμία από τις αιτήσεις του.»
16 Το προσφεύγον, το οποίο, αντίθετα προς την Επιτροπή, θεωρεί ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας δημοπρασίας την οποία εφάρμοσε, το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, του κανονισμού 859/89 τηρήθηκε επακριβώς, προσέφυγε, τον Μάιο του 1995, στο όργανο συμβιβασμού (14). Όσον αφορά την πρακτική των «πολλαπλών» προσφορών, οι οποίες, στην πραγματικότητα, προέρχονται - από οικονομικής απόψεως - από έναν και τον αυτό επιχειρηματία, το εν λόγω όργανο εξέφρασε, σύμφωνα με τις δηλώσεις του προσφεύγοντος, την ακόλουθη άποψη: μολονότι τα κράτη μέλη δεν έλαβαν κανένα μέτρο προς καταπολέμηση της πρακτικής αυτής, είναι αδύνατο να μην πληροφορήθηκαν την εν λόγω πρακτική οι ίδιες οι υπηρεσίες της Επιτροπής. Ωστόσο, δεν αντέδρασαν πριν από το 1993. Υπ' αυτές τις συνθήκες - πάντοτε κατά το όργανο συμβιβασμού - και δεδομένου ότι η πρακτική αυτή δεν προκάλεσε, όπως φαίνεται, καμία οικονομική ζημία στο Ταμείο, η διόρθωση κατά 2 % των συνολικών δαπανών δεν μπορεί να δικαιολογηθεί.
17 Συναφώς, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι - σε αντίθεση προς τις εθνικές αρχές - δεν πληροφορήθηκε αμέσως την πρακτική αυτή. Δεδομένου ότι οι προσφορές τής διαβιβάζονται ανωνύμως, οι παρατυπίες αυτές υπέπεσαν στην αντίληψή της για πρώτη φορά στο πλαίσιο των ελέγχων που διενήργησε.
18 Όταν η Επιτροπή επικύρωσε, με την απόφασή της, τη μείωση κατά 2 %, την οποία είχε προτείνει με τη συνοπτική της έκθεση, το προσφεύγον άσκησε, τον Ιούνιο του 1996, προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, ζητώντας από αυτό:
- να ακυρώσει την απόφαση (15) με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να επιβαρύνει το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, με το ποσό των 3 356 000 UK£, ως δαπάνες του Ηνωμένου Βασιλείου για το οικονομικό έτος 1992·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα του προσφεύγοντος.
Η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο:
- να απορρίψει την προσφυγή·
- να καταδικάσει το προσφεύγον στα δικαστικά έξοδα.
Γ - Η άποψή μου επί της υποθέσεως
Η οικονομία του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, του κανονισμού 859/89
19 Το προσφεύγον υποστηρίζει, πρώτον, ότι η Επιτροπή ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση. Η διάταξη αυτή απαιτεί απλώς από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εμφανίζεται ενώπιον των αρχών ως υποβάλλων προσφορά να υποβάλει μία μόνον προσφορά. Ο κανονισμός 859/89 δεν αναφέρεται στις τυχόν σχέσεις μεταξύ των διαφόρων υποβαλλόντων προσφορά, οι οποίες θα έπρεπε ενδεχομένως να λαμβάνονται υπόψη. Το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, ρυθμίζει απλώς και μόνον τον αριθμό των προσφορών. Ουδόλως αναφέρεται στα χαρακτηριστικά των υποβαλλόντων προσφορά. Ο αριθμός των προσφορών ελέγχθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οι εθνικές αρχές έλεγξαν αν οι διάφοροι υποβαλόντες προσφορά αποτελούσαν καταχωρισθέντα νομικά πρόσωπα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν διενεργήθηκε έλεγχος σχετικά με το αν οι διάφορες επιχειρήσεις που υπέβαλαν προσφορές συνδέονταν ενδεχομένως μεταξύ τους, επειδή δεν υπήρχε ανάγκη να διενεργηθεί τέτοιος έλεγχος.
20 Ακόμη κι αν είχε πραγματοποιηθεί τέτοιος έλεγχος, ο κανονισμός 859/89 δεν θα είχε παράσχει στο προσφεύγον νομική βάση για να απορρίψει τις εν λόγω συνδεόμενες προσφορές.
21 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, στην Επιτροπή εναπόκειται, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, να αποδείξει ότι ένα κράτος μέλος παρέβη κοινοτικούς κανόνες. Η Επιτροπή δεν μπόρεσε - όπως προαναφέρθηκε - να προσκομίσει την απόδειξη αυτή. Επιπλέον, το προσφεύγον επισημαίνει ότι οι διατάξεις που μπορούν να έχουν οικονομικής φύσεως συνέπειες για τα κράτη μέλη πρέπει να είναι διατυπωμένες σαφώς και επακριβώς.
22 Το προσφεύγον παραπέμπει στη νομολογία του Δικαστηρίου. Κατά τη νομολογία αυτή, «το ΕΓΤΠΕ χρηματοδοτεί μόνον τις επιστροφές που χορηγούνται και τις παρεμβάσεις που αναλαμβάνονται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών (...)» (16). Συναφώς, στην Επιτροπή εναπόκειται να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως των κανόνων της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών (17).
23 Εξάλλου, όσον αφορά τις προϋποθέσεις που τίθενται σχετικά με τη διατύπωση των διατάξεων, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι «δεδομένου ότι ένας κανόνας, η μη τήρηση του οποίου συνεπάγεται οικονομικής φύσεως συνέπειες, πρέπει να είναι αρκούντως σαφής και ακριβής, η Επιτροπή δεν μπορούσε να στηριχθεί στη διατύπωση της διακρίσεως (...) για να προβεί, κατά το χρονικό σημείο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, σε ερμηνεία μη συνάδουσα με τη συνήθη έννοια των χρησιμοποιουμένων όρων» (18).
24 Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν η διατύπωση του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, του κανονισμού 859/89 πληροί τις προϋποθέσεις αυτές και αν επιτρέπει μια ερμηνεία όπως αυτή την οποία υποστηρίζει η Επιτροπή. Συναφώς, φαίνεται σκόπιμο να εξεταστεί προηγουμένως ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή επιθυμεί να ερμηνεύσει το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση. Στα δικόγραφα γίνεται λόγος τις περισσότερες φορές για «πολλαπλές» προσφορές. Οι προσφορές αυτές δεν μπορούν να είναι οι προσφορές οι οποίες υποβάλλονται, υπό το ίδιο όνομα, από έναν και τον αυτό υποβάλλοντα προσφορά. Πράγματι, οι προσφορές αυτού του είδους δεν επιτρέπονται ούτε στο Ηνωμένο Βασίλειο. Όπως προκύπτει επίσης από τα δικόγραφα, η Επιτροπή δεν επικρίνει ούτε κάθε μορφή σχέσεως που συνδέει τις διάφορες προσφορές. Έτσι, εκθέτει, π.χ., ότι αν ένα πρόσωπο εκμεταλλεύεται δύο ανεξάρτητα σφαγεία, καθένα από αυτά μπορεί να υποβάλει προσφορά. Όπως δήλωσε η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, δεν απαγορεύει, κατά την άποψή της, παρά μόνον τις προσφορές που αφορούν την ίδια ποσότητα κρέατος. Αν, επομένως, ένας ενδιαφερόμενος προσφέρει την ποσότητα κρέατος που έχει στη διάθεσή του όχι μόνον ο ίδιος αλλά και μέσω αχυρανθρώπων, τούτο αντιβαίνει προς τις κοινοτικές διατάξεις, οι δε αρχές των κρατών μελών οφείλουν να λαμβάνουν μέτρα κατά της πρακτικής αυτής.
25 Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μια διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά επίσης βάσει της φύσεως και των σκοπών που επιδιώκει (19). Από τούτο η Επιτροπή συνάγει ότι η εν προκειμένω επίμαχη ρύθμιση θα στερούνταν του περιεχομένου της αν ήταν δυνατή η υποβολή, μέσω αχυρανθρώπων, πλειόνων προσφορών και, συνακόλουθα, η καταστρατήγηση της απαγορευτικής διατάξεως.
26 Όπως προαναφέρθηκε, η πρακτική που εφαρμόζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, στο πλαίσιο των αγορών εκ μέρους των οργανισμών παρεμβάσεως, θέτει σε κίνδυνο το καθεστώς παρεμβάσεων. Η αγορά μεγαλυτέρων ποσοτήτων συνεπάγεται μεγαλύτερες δαπάνες από τις αναγκαίες για τη στήριξη της αγοράς. Επιπλέον, δεν διασφαλίζεται η ισότητα προσβάσεως όλων των ενδιαφερομένων, την οποία επιβάλλει το άρθρο 6, παράγραφος 6, του κανονισμού 805/68, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 571/89.
27 Επομένως, το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, του κανονισμού 859/89 πρέπει να ερμηνεύεται, ενόψει της οικονομίας του, έτσι ώστε να μην είναι δυνατό να τεθούν εμπόδια στα μέτρα παρεμβάσεως. Κατά την Επιτροπή, οι προσφορές που αφορούν την ίδια ποσότητα κρέατος προέρχονται, στην πραγματικότητα, από έναν και μοναδικό υποβαλόντα προσφορά. Επομένως, οι προσφορές αυτές είναι παράνομες.
28 Κατά την Επιτροπή, τούτο προκύπτει επίσης από τη διατύπωση της διατάξεως. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η χρήση διαφορετικών όρων στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 9 θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί ένδειξη εννοιολογικής διαφοράς. Από τούτο θα μπορούσε να συναχθεί ότι δεν αρκεί να ελέγχεται αν το πρόσωπο που πράγματι υποβάλλει την προσφορά υποβάλλει μία μόνον προσφορά, δηλαδή αν κάθε φορά μετέχει στη διαδικασία ένα αυτοτελές (νομικό) πρόσωπο. Ως ενδιαφερόμενος θα μπορούσε, επομένως, να θεωρηθεί ένα πρόσωπο που ενδιαφέρεται να πωλήσει την ποσότητά του κρέατος στο πλαίσιο του συστήματος παρεμβάσεως. Όπως προαναφέρθηκε, το πρόσωπο αυτό δεν ταυτίζεται οπωσδήποτε με τον υποβάλλοντα προσφορά, δηλαδή με εκείνον που πράγματι υποβάλλει την προσφορά. Εάν, π.χ., η ποσότητα κρέατος προσφέρεται μέσω αχυρανθρώπων, υπάρχει ένας μόνον ενδιαφερόμενος, αλλά πλείονες υποβάλλοντες προσφορά. Αν, ωστόσο, εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο οι δύο αυτές έννοιες χρησιμοποιούνται σε άλλους κανονισμούς που αφορούν τα μέτρα παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος, διαπιστώνεται ότι δεν γίνεται πάντοτε η εν λόγω διάκριση. Έτσι, π.χ., στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 2271/90 (20), διευκρινίζεται ότι πρέπει να προβλεφθεί «ότι ο υποβάλλων προσφορά μπορεί να καταθέσει μία μόνο προσφορά (...) ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία». Επιπλέον, στη γερμανική απόδοση του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 2456/93, που αντικατέστησε το άρθρο 9 του κανονισμού 859/89, χρησιμοποιείται, σε σχέση με την υποβολή προσφορών, άλλοτε η έννοια «ενδιαφερόμενος» και άλλοτε η έννοια «υποβάλλων προσφορά» (21).
29 Επομένως, από τη διάκριση μεταξύ των εννοιών «υποβάλλων προσφορά» και «ενδιαφερόμενος», η οποία γίνεται στο άρθρο 9, δεν μπορούν να συναχθούν περαιτέρω συμπεράσματα.
30 Ωστόσο, το ζήτημα διευκρινίζεται περισσότερο αν εξεταστούν οι προγενέστερες των εν προκειμένω επίμαχων διατάξεις. Ενδεικτικά, το 1990 θεσπίστηκε η δυνατότητα υποβολής πλειόνων προσφορών σε διαφορετικές τιμές. Ο κανονισμός 1282/90 (22) τροποποίησε το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, ως εξής:
«Μπορούν να υποβάλουν περισσότερες προσφορές, σε διαφορετικές τιμές, ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία.»
31 Ωστόσο, η διάταξη αυτή καταργήθηκε εκ νέου ήδη τον Αύγουστο 1990. Ο κανονισμός 2271/90, ο οποίος επέφερε την κατάργηση αυτή, ανέφερε στην πρώτη αιτιολογική του σκέψη τα εξής: «Έπειτα από την πείρα που αποκτήθηκε, πρέπει να προβλεφθεί ότι ο υποβάλλων προσφορά μπορεί να καταθέσει μία μόνο προσφορά (...) ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία».
32 Κατά το προσφεύγον, με τις διατάξεις αυτές ρυθμίζεται μόνον ο αριθμός των προσφορών που μπορεί να υποβάλει ο υποβάλλων προσφορά. Συγχρόνως όμως, είναι σαφές ότι, από της καταργήσεως του κανονισμού 1282/90, ο υποβάλλων προσφορά δεν μπορεί πλέον να υποβάλει πλείονες προσφορές αφορώσες την ίδια ποσότητα κρέατος. Επομένως η εν προκειμένω επίμαχη διάταξη του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, σκοπεί, εν πάση περιπτώσει, να αποτρέψει το ενδεχομένο να προσφερθεί δεδομένη ποσότητα κρέατος περισσότερες από μία φορές. Η διάταξη αυτή θα στερούνταν του περιεχομένου της αν μπορούσε ευχερώς να καταστρατηγείται μέσω της χρήσεως αχυρανθρώπων.
33 Και το ίδιο το προσφεύγον είχε ασφαλώς επίγνωση του γεγονότος αυτού, όταν παραλάμβανε τις προσφορές. Αφενός, είναι αληθές για όλους τους κανόνες ότι στερούνται του περιεχομένου τους όταν, π.χ., καταστρατηγούνται διά της προσφοράς της ιδίας ποσότητας κρέατος από πλείονα πρόσωπα, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, κατά τους ισχυρισμούς της καθής. Αφετέρου, το προσφεύγον γνώριζε επίσης τον σκοπό του συστήματος παρεμβάσεως. Κατά το μέτρο αυτό, πρέπει να είχε επίσης επίγνωση του ότι αντιβαίνει προς τον σκοπό του εν λόγω συστήματος το να προσφέρεται πλείονες φορές η υφιστάμενη στην αγορά ποσότητα κρέατος.
34 Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι, ακόμη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το κοινοτικό δίκαιο έχει εφαρμοστεί κατά τρόπο αντικειμενικώς εσφαλμένο συνεπεία μιας ερμηνείας που υιοθέτησαν καλόπιστα οι εθνικές αρχές, οι δαπάνες αυτές επιβαρύνουν, κατά τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 (23), τα κράτη μέλη (24). Η εν λόγω στενή ερμηνεία των προϋποθέσεων αναλήψεως των δαπανών από το ΕΓΤΠΕ επιβάλλεται, κατά το Δικαστήριο, από τον σκοπό του κανονισμού 729/70. Πράγματι, η διαχείριση της κοινής γεωργικής πολιτικής υπό συνθήκες ισότητας μεταξύ των επιχειρηματιών των κρατών μελών εμποδίζει τις εθνικές αρχές ενός κράτους μέλους να ευνοούν, μέσω της ευρείας ερμηνείας ορισμένης διατάξεως, τους επιχειρηματίες αυτού του κράτους, σε βάρος των επιχειρηματιών των λοιπών κρατών μελών, όπου η εν λόγω διάταξη ερμηνεύεται στενότερα (25).
35 Βέβαια, ορθώς το προσφεύγον υπογραμμίζει ότι η διάταξη του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, του κανονισμού 859/89 δεν περιέχει ορισμό των διαφόρων υποβαλλόντων προσφορά ούτε διευκρινίζει τη μορφή που πρέπει να έχουν οι μεταξύ τους σχέσεις. Ωστόσο, τούτο δεν είναι απαραίτητο. Από την οικονομία του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, προκύπτει ότι απαγορεύεται η προσφορά ποσοτήτων κρέατος μέσω αχυρανθρώπων. Το προσφεύγον δεν μπορεί να ισχυριστεί απλώς ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 9, δεν υποχρεούται να ελέγχει τις σχέσεις που συνδέουν ενδεχομένως τους διαφόρους υποβάλλοντες προσφορές μεταξύ τους. Τούτο αφορά απλώς και μόνον το ζήτημα πώς μπορεί να ελέγχεται η τήρηση μιας απαγορευτικής διατάξεως, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση.
36 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, απαγορεύει επίσης τις προσφορές οι οποίες, μολονότι προέρχονται από διαφορετικά νομικά πρόσωπα, αφορούν την ίδια ποσότητα κρέατος, με αποτέλεσμα να μπορεί να γίνει δεκτό ότι υποβλήθηκαν από αχυρανθρώπους.
37 Επομένως, αντίθετα προς τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος, υφίσταται έρεισμα για την απόρριψη τέτοιου είδους προσφορών και πρόκειται, συγκεκριμένα, για το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση.
Υποχρέωση ελέγχου εκ μέρους του κράτους μέλους
38 Η Επιτροπή φρονεί ότι η μείωση στην οποία προέβη στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών δικαιολογείται από το ότι το προσφεύγον δεν μερίμνησε για την τήρηση της διατάξεως αυτής.
39 Είναι σαφές ότι, στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο έλεγχος των προσφορών ενέκειτο αποκλειστικά στην εξέταση του αν προέρχονταν από διαφορετικά νομικά πρόσωπα. Δεν διενεργήθηκε πιο εμπεριστατωμένος έλεγχος. Επομένως, στη συνέχεια πρέπει να εξεταστεί αν τούτο αρκεί για να γίνει δεκτό ότι το προσφεύγον δεν τήρησε μια κοινοτική διάταξη.
40 Το προσφεύγον ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν ανέφερε ούτε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα προσφορών που υποβλήθηκαν πράγματι από αχυρανθρώπους.
41 Ωστόσο, η Επιτροπή δεν μπορεί να προσκομίσει τέτοια απόδειξη, δεδομένου ότι το προσφεύγον δεν πραγματοποίησε κανέναν έλεγχο συναφώς. Οι έλεγχοι που διενήργησε αφορούσαν μόνον το αν οι προσφορές προέρχονταν από ανεξάρτητα (νομικά) πρόσωπα. Επομένως, η Επιτροπή δεν διαθέτει πληροφορίες που της επιτρέπουν να προβεί σε εμπεριστατωμένη εξέταση της καταστάσεως. Η Επιτροπή μπορεί, ασφαλώς, να διενεργήσει και η ίδια ελέγχους, πλην όμως, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η διαχείριση της χρηματοδοτήσεως από το ΕΓΤΠΕ εναπόκειται πρωτίστως στις εθνικές διοικητικές αρχές, οι οποίες οφείλουν να επαγρυπνούν για την αυστηρή τήρηση των κοινοτικών κανόνων. Το Δικαστήριο έχει δεχθεί ακόμη τα εξής: «Το σύστημα αυτό, το οποίο βασίζεται στην αρχή της εμπιστοσύνης, δεν υπόκειται σε κανένα συστηματικό έλεγχο εκ μέρους της Επιτροπής, πράγμα, άλλωστε, που θα ήταν ουσιαστικώς αδύνατο για την τελευταία (...). Πράγματι, μόνον το κράτος μέλος είναι σε θέση να γνωρίζει και να καθορίζει με ακρίβεια τα αναγκαία για την επεξεργασία των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ στοιχεία, ενώ η Επιτροπή δεν βρίσκεται τόσο κοντά όσο απαιτείται για να λαμβάνει τις πληροφορίες που χρειάζεται από τους επιχειρηματίες» (26).
42 Επομένως, δεδομένου ότι, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, η Επιτροπή χρειάζεται οπωσδήποτε να λαμβάνει πληροφορίες από τα κράτη μέλη, δεν μπορεί να αναφέρει, εν προκειμένω, συγκεκριμένο παράδειγμα παραβάσεως διαπραχθείσας στο πλαίσιο των δημοπρασιών. Το μόνο που μπορεί - και οφείλει - να αποδείξει είναι ότι το προσφεύγον δεν έλεγξε αν συνέτρεχαν όλες οι αναγκαίες για την τήρηση της επίμαχης διατάξεως προϋποθέσεις. Η Επιτροπή προσκόμισε αποδείξεις συναφώς.
43 Στο πλαίσιο της εξετάσεως του ζητήματος αν τα στοιχεία αυτά αρκούν για να θεωρηθεί αποδεδειγμένη η εκ μέρους του προσφεύγοντος παράβαση του κοινοτικού δικαίου, πρέπει επίσης να εξεταστεί αν το προσφεύγον υποχρεούνταν να προβεί σε πιο εμπεριστατωμένο έλεγχο. Συναφώς, πρέπει να γίνει παραπομπή στον κανονισμό 729/70. Στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού αυτού αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Πρέπει να ληφθούν μέτρα για την πρόληψη (...) κάθε ανωμαλίας (...)» (27). Στην όγδοη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ότι «οι δαπάνες της Κοινότητας πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο επισταμένων ελέγχων· (...) συμπληρωματικά προς τους ελέγχους που ενεργούν τα κράτη μέλη από δική τους πρωτοβουλία και που παραμένουν ουσιώδεις, πρέπει να προβλεφθούν έλεγχοι από τους υπαλλήλους της Επιτροπής, καθώς και η ευχέρεια αυτής να προσκαλεί τα κράτη μέλη να μετάσχουν στους ελέγχους αυτούς».
44 Το άρθρο 8 του κανονισμού, το οποίο αντανακλά τις εν λόγω θεωρήσεις, προβλέπει, στην παράγραφο 1, τα εξής:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να:
- εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των χρηματοδοτουμένων από το Ταμείο πράξεων
- προλάβουν και διώξουν ανωμαλίες
- ανακτήσουν τα απολεσθέντα εξαιτίας ανωμαλιών ή αμελειών ποσά.
(...)»
45 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, στις εθνικές διοικητικές αρχές εναπόκειται να επαγρυπνούν για την αυστηρή τήρηση των κοινοτικών διατάξεων (28). Το ζήτημα της εκτάσεως της εν λόγω υποχρεώσεως των κρατών μελών στο πλαίσιο της χρηματοδοτήσεως από το ΕΓΤΠΕ διευκρινίστηκε από το Δικαστήριο με την απόφασή του στην υπόθεση Exportslachterijen van Oordegem. Στην απόφαση αυτή, αναφέρονται, όσον αφορά το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, τα εξής:
«Η διάταξη αυτή, η οποία αποτυπώνει, στον συγκεκριμένο αυτό τομέα, τις υποχρεώσεις που επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 5 της Συνθήκης, ορίζει, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τις αρχές βάσει των οποίων η Κοινότητα και τα κράτη μέλη οφείλουν να ρυθμίζουν την εφαρμογή των κοινοτικών αποφάσεων περί των γεωργικών παρεμβάσεων που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ και να λαμβάνουν μέτρα προς καταπολέμηση των απατών και των παρατυπιών που διαπράττονται σε σχέση με τις ανωτέρω πράξεις (βλ. προαναφερθείσα απόφαση BayWa, σκέψη 13).
Συνεπώς, το άρθρο αυτό επιβάλλει στα κράτη μέλη τη γενική υποχρέωση λήψεως των αναγκαίων μέτρων για τη διασφάλιση της πραγματοποιήσεως και του νομοτύπου των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΠΕ πράξεων, ακόμη κι αν η συγκεκριμένη κοινοτική νομική πράξη δεν προβλέπει ρητά τη θέσπιση του τάδε ή του δείνα μέτρου ελέγχου (βλ. απόφαση 12ης Ιουνίου 1990, C-8/88, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-2321, σκέψεις 16 και 17)» (29).
46 Εξ αυτού έπεται ότι είναι δυνατό να υποχρεούνται τα κράτη μέλη να διενεργούν ελέγχους, ακόμη κι αν η υποχρέωση αυτή δεν προβλέπεται ρητά από την οικεία ρύθμιση.
47 Επομένως, ανακύπτει το ερώτημα αν, στη συγκεκριμένη υπό κρίση περίπτωση, το προσφεύγον υποχρεούνταν να προβεί σε πιο εμπεριστατωμένους ελέγχους· με άλλα λόγια, όφειλε ή μπορούσε το κράτος μέλος να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες και, αν ναι, σε ποιες;
48 Όπως εξέθεσε η Επιτροπή, η ζημία που προκαλείται στο Ταμείο οφείλεται στο ότι η υποβολή, μέσω αχυρανθρώπων, πλειόνων προσφορών από έναν ενδιαφερόμενο ευνοεί την υποβολή κερδοσκοπικών προσφορών. Αν, όμως, ληφθούν υπόψη, αυτές καθαυτές, οι ενέργειες της Επιτροπής για την καταπολέμηση των κερδοσκοπικών προσφορών, ανακύπτει το ερώτημα αν το προσφεύγον υποχρεούνταν να λάβει δραστικότερα μέτρα.
49 Προς αποτροπή των κερδοσκοπικών προσφορών, οι οποίες συνίστανται στην προσφορά μεγαλύτερης ποσότητας κρέατος από την πράγματι υφιστάμενη, επειδή προεξοφλείται ο καθορισμός συγκεκριμένου συντελεστή μειώσεως, το άρθρο 10, παράγραφος 1, επέβαλε τη σύσταση εγγυήσεως (30), με σκοπό «να διασφαλίζεται η σοβαρότητα των προσφορών και η τήρηση των προβλεπομένων όρων» (31). Τούτο σημαίνει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται, συναφώς, απλώς και μόνο να διασφαλίζουν ότι έχει κατατεθεί το ποσό που αντιστοιχεί στην εγγύηση. Δεν οφείλουν να ελέγχουν αν κάθε επιμέρους υποβαλών προσφορά προσέφερε μεγαλύτερη ποσότητα κρέατος από εκείνη που διαθέτει.
50 Ωστόσο, στην υπό κρίση περίπτωση επιβαλλόταν η τήρηση μιας ακόμη διατάξεως, η οποία δεν έπρεπε να καταστρατηγηθεί: ο ενδιαφερόμενος ο οποίος επιθυμούσε να πωλήσει την ποσότητα κρέατος που διέθετε στο πλαίσιο του συστήματος παρεμβάσεως δεν μπορούσε να υποβάλει περισσότερες από μία προσφορές. Τούτο προκύπτει από την οικονομία του συστήματος παρεμβάσεως. Βέβαια, η ιδέα αυτή δεν συγκεκριμενοποιήθηκε παρά μόνο μεταγενέστερα, με τον κανονισμό 2456/93 (32). Ωστόσο, τούτο ουδόλως αναιρεί το γεγονός ότι η ιδέα αυτή - ή τουλάχιστον η ουσία της - ήταν οπωσδήποτε γνωστή ήδη προγενέστερα.
51 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το προσφεύγον όφειλε να προβεί σε πιο εμπεριστατωμένους ελέγχους, προκειμένου να διαπιστώσει αν οι υποβληθείσες προσφορές προέρχονταν πράγματι από έναν και τον αυτό υποβαλόντα προσφορά. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο ενόψει των προαναφερθεισών σαφών ενδείξεων περί του ότι οι διάφοροι υποβαλόντες προσφορά συνδέονταν μεταξύ τους. Ακόμη κι αν από τις ενδείξεις αυτές δεν ήταν δυνατό να συναχθεί με βεβαιότητα ότι συνέτρεχε παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, του κανονισμού 859/89, παρά ταύτα, οι ενδείξεις ήταν τέτοιου είδους ώστε οι αρχές μπορούσαν και όφειλαν βάσει αυτών να θεωρήσουν ότι απαιτούνταν πιο εμπεριστατωμένος έλεγχος, και τούτο ήταν το μόνο αποφασιστικό κριτήριο.
52 Το προσφεύγον ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να διενεργηθεί τέτοιος έλεγχος, δεδομένου ότι οι ημερομηνίες σφαγής ήσαν μεταγενέστερες της υποβολής των προσφορών. Επομένως, κατά το χρονικό αυτό σημείο, δεν ήταν δυνατό να ελεγχθεί αν πράγματι υπήρχε η προσφερόμενη ποσότητα κρέατος. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτός δεν ήταν ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να ελεγχθεί αν η προσφορά προερχόταν από αχυράνθρωπο. Π.χ. θα ήταν επίσης δυνατό να ελεγχθούν οι σχέσεις που συνέδεαν τους διαφόρους υποβαλόντες προσφορές μεταξύ τους και το αν καθένας απ' αυτούς είχε κατ' αρχήν τη δυνατότητα να προσφέρει ποσότητα κρέατος που του ανήκε. Ενδεικτικά, ο κανονισμός 2456/93 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν συνδέονται μεταξύ τους από πλευράς διεύθυνσης, προσωπικού και λειτουργίας (33). Ένας τέτοιος έλεγχος θα μπορούσε να διενεργηθεί ήδη πριν από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού αυτού, που εκδόθηκε το 1993. Όπως προαναφέρθηκε, είναι δυνατό να φέρουν τα κράτη μέλη υποχρέωση διενέργειας ελέγχων ακόμη κι όταν η υποχρέωση αυτή δεν προβλέπεται ρητά από τη σχετική ρύθμιση. Εν προκειμένω, η υποχρέωση αυτή απέρρεε από την οικονομία του συστήματος παρεμβάσεως και, άρα, υπήρχε πολύ πριν από την έκδοση του κανονισμού 2456/93. Εκείνο που έχει σημασία συναφώς είναι να ελέγχει το κράτος μέλος αν οι προσφορές αφορούν πράγματι διαφορετικές ποσότητες κρέατος. Το κράτος μέλος είναι ελεύθερο να καθορίσει τον τρόπο διενέργειας των ελέγχων αυτών. Συναφώς, δεν απαιτείται ρητή ρύθμιση εκ μέρους της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτό - αντίθετα προς τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος - ούτε ότι η Επιτροπή σκοπεί να προβεί σε αναδρομική εφαρμογή του κανονισμού 2456/93 στα υπό κρίση πραγματικά περιστατικά.
53 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το προσφεύγον όφειλε να διενεργήσει πιο εμπεριστατωμένο έλεγχο, πράγμα το οποίο δεν έπραξε.
Απόδειξη της ζημίας την οποία υπέστη το ΕΓΤΠΕ - Βάρος αποδείξεως
54 Ακολούθως, πρέπει να εξεταστεί αν τα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν μια μείωση στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, όπως αυτή που επιβλήθηκε από την Επιτροπή. Κατά την άποψη του προσφεύγοντος, η εν λόγω μείωση δεν δικαιολογείται, δεδομένου ότι το Ταμείο δεν υπέστη ζημία.
55 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να ληφθεί υπόψη η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την απόδειξη της ζημίας και το βάρος αποδείξεως στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαρισμών του ΕΓΤΠΕ. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι το ΕΓΤΠΕ χρηματοδοτεί μόνον τις επιστροφές που χορηγούνται και τις παρεμβάσεις που αναλαμβάνονται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών (34). Όπως έxει κρίνει περαιτέρω το Δικαστήριο, σε τελική ανάλυση, σε περίπτωση που η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με ορισμένες δαπάνες με την αιτιολογία ότι οι δαπάνες αυτές προκλήθηκαν από καταλογιστέες σε κράτος μέλος παραβάσεις των κοινοτικών ρυθμίσεων, σ' αυτό το κράτος εναπόκειται να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της χρηματοδοτήσεως την οποία του αρνείται η Επιτροπή (35).
56 Το ερώτημα που ανακύπτει συναφώς είναι ποιες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούν οι ισχυρισμοί της Επιτροπής σχετικά με την πρόκληση οικονομικής ζημίας. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, σε περίπτωση που δεν καθίσταται δυνατό να διαπιστωθεί με βεβαιότητα ο βαθμός στον οποίο ένα εθνικό μέτρο, ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο, προκάλεσε αύξηση των δαπανών μιας θέσεως του προϋπολογισμού του ΕΓΤΠΕ, η Επιτροπή «δεν έχει άλλη επιλογή» από το να αρνηθεί τη χρηματοδότηση του συνόλου των εν λόγω δαπανών, και, άρα, όχι μόνον ορισμένου ποσοστού των δαπανών αυτών (36).
57 Τούτο ενδέχεται να συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση, δεδομένου ότι, ακριβώς επειδή δεν είχαν πραγματοποιηθεί οι αναγκαίοι έλεγχοι, η Επιτροπή αδυνατούσε να διαπιστώσει κατά πόσον η συμπεριφορά του προσφεύγοντος είχε προκαλέσει ζημία στο ΕΓΤΠΕ. Συναφώς, δεν μπορούν να διατυπωθούν παρά μόνον υποθέσεις όσον αφορά τις δαπάνες που θα είχαν αποφευχθεί αν το προσφεύγον είχε προβεί στους ενδεδειγμένους ελέγχους.
58 Πάντως, σε μια περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή είχε αμφισβητήσει την ορθότητα των διαβιβασθέντων από το κράτος μέλος αριθμητικών στοιχείων, το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: «Πράγματι, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αποδείξει κατά τρόπο εξαντλητικό τον πλημμελή χαρακτήρα των διαβιβασθέντων από τα κράτη μέλη στοιχείων, αλλά να προσκομίσει αποδεικτικό στοιχείο της σοβαρής και εύλογης αμφιβολίας με την οποία αντιμετωπίζει τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν από τις εθνικές διοικητικές αρχές. Ο εν λόγω μετριασμός της απαιτήσεως για την εκ μέρους της Επιτροπής απόδειξη εξηγείται από το γεγονός ότι (...) το κράτος είναι αυτό που μπορεί καλύτερα να συλλέξει και να επαληθεύσει τα αναγκαία στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ και στο οποίο εναπόκειται, συνεπώς, να προσκομίσει την πλέον λεπτομερή και πλήρη απόδειξη του αληθούς των αριθμητικών του στοιχείων και, ενδεχομένως, της ανακρίβειας των υπολογισμών της Επιτροπής» (37).
59 Βέβαια, η περίπτωση αυτή δεν είναι απευθείας συγκρίσιμη με την υπό κρίση περίπτωση, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν προσάπτει στο προσφεύγον ότι τα αριθμητικά στοιχεία που διαβίβασε είναι εσφαλμένα. Η αιτίασή της συνίσταται στο ότι τα εν λόγω αριθμητικά στοιχεία θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά αν το προσφεύγον είχε πραγματοποιήσει επαρκείς ελέγχους. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν περιορίστηκε, ούτε στην προκείμενη περίπτωση, απλώς να ισχυριστεί ότι το ΕΓΤΠΕ υπέστη ζημία. Αντιθέτως, προέβαλε ότι το προσφεύγον είχε παραβεί το κοινοτικό δίκαιο και διευκρίνισε τη μορφή που είχε λάβει η παράβαση αυτή. Επιπλέον, εξέθεσε τον τρόπο με τον οποίο η παράβαση αυτή ευνόησε, ενδεχομένως, κερδοσκοπικές ενέργειες εκ μέρους των υποβαλόντων προσφορά. Τέλος, η Επιτροπή εξήγησε ότι τούτο είχε ενδεχομένως ως συνέπεια την εσφαλμένη αξιολόγηση της αγοράς και, συνακόλουθα, την αγορά υπερβολικά μεγάλων ποσοτήτων βοείου κρέατος σε υψηλότερες, ενδεχομένως, τιμές. Επομένως, προσκόμισε, εν πάση περιπτώσει, πειστικά στοιχεία όσον αφορά τη ζημία που υπέστη ενδεχομένως το ΕΓΤΠΕ.
60 Δεν μπορεί να απαιτηθεί από την Επιτροπή να προσκομίσει περαιτέρω αποδείξεις, δεδομένου ότι οι προαναφερθέντες λόγοι που επιβάλλουν τον μετριασμό του βάρους αποδείξεως συντρέχουν επίσης στην υπό κρίση περίπτωση. Δεν μπορεί να αποκλειστεί με βεβαιότητα ούτε το ενδεχόμενο να έθεσε η συμπεριφορά του προσφεύγοντος σε κίνδυνο τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως της αγοράς (38).
61 Επομένως - όπως προκύπτει από την απόφαση που αναφέρθηκε στην παράγραφο 55 - στο προσφεύγον εναπόκειται να αποδείξει ότι η συμπεριφορά που του προσάπτεται δεν προκάλεσε διόγκωση των δαπανών στο επίπεδο του ΕΓΤΠΕ. Το προσφεύγον ισχυρίζεται ότι, για την ενημέρωσή της σχετικά με την κρατούσα στην αγορά κατάσταση, η Επιτροπή δεν στηρίζεται αποκλειστικά στις προσφορές πωλήσεως στο πλαίσιο του συστήματος παρεμβάσεως που της διαβιβάζουν τα κράτη μέλη, αλλά διαθέτει και άλλες δυνατότητες.
62 Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, κατά τον κανονισμό 571/89, οι τιμές αγοράς και οι αγοραζόμενες ποσότητες καθορίζονται βάσει των παραληφθεισών προσφορών (39). Από τούτο συνάγεται ότι αυτά τα σχετικά με τις προσφορές αριθμητικά στοιχεία συμβάλλουν, εν πάση περιπτώσει, στην αξιολόγηση της αγοράς και στον καθορισμό των τιμών και των ποσοτήτων που αγοράζονται. Επομένως, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να αποτέλεσαν οι υπερτιμημένες προσφορές την αιτία εσφαλμένης εκτιμήσεως.
63 Δεδομένου ότι η Επιτροπή προσκόμισε, εν πάση περιπτώσει, πειστικά στοιχεία σχετικά με το ότι η συμπεριφορά του προσφεύγοντος μπορούσε να προκαλέσει ζημία στο ΕΓΤΠΕ, στο προσφεύγον εναπόκειται να αποδείξει ότι τούτο δεν συνέβη.
64 Η κατ' αυτόν τον τρόπο κατανομή του βάρους αποδείξεως φαίνεται να είναι η ενδεδειγμένη, λαμβανομένων υπόψη επίσης και άλλων αποφάσεων του Δικαστηρίου σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών. Ενδεικτικά, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες το κοινοτικό δίκαιο εξαρτούσε την καταβολή ενισχύσεως από την προϋπόθεση της τηρήσεως ορισμένων διατυπώσεων αναγομένων στη διεξαγωγή των αποδείξεων ή ελέγχων, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η ενίσχυση που είχε καταβληθεί χωρίς να τηρηθεί η προϋπόθεση αυτή δεν ήταν σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο. Η σχετική δαπάνη δεν μπορούσε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ, ακόμη κι αν ήταν βέβαιο ότι δεν συνέτρεχε καμία ουσιαστική πλημμέλεια (40).
65 Ομοίως, το Δικαστήριο δέχθηκε, όσον αφορά την τήρηση των διατυπώσεων, τα εξής: «Αρκεί η διαπίστωση ότι, ενόψει του ουσιώδους χαρακτήρα των μη τηρηθεισών διατυπώσεων, από την αδυναμία ελέγχου της τηρήσεως της προθεσμίας εντός της οποίας τα προϋόντα έπρεπε να εξαχθούν και, ως εκ τούτου, από την πιθανότητα ζημιών ή ακόμα απάτης σε βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού, το μη αναγνωρισθέν από την Επιτροπή ποσό, που έχει περιοριστεί στο 2 % των σχετικών δαπανών, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υπερβολικό και δυσανάλογο» (41). Εξ αυτού συνάγεται ότι ακόμα κι η απλή πιθανότητα ζημιών μπορεί να ληφθεί υπόψη ως κριτήριο αξιολογήσεως. Η πιθανότητα αυτή υπάρχει και εν προκειμένω, ενόψει των προαναφερθεισών ενδείξεων και των ελέγχων που δεν πραγματοποιήθηκαν.
66 Επομένως, απομένει να εξεταστεί αν οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος αρκούν για να αποδειχθεί ότι το ΕΓΤΠΕ δεν υπέστη ζημία. Το προσφεύγον ισχυρίζεται, καταρχάς, ότι στην Επιτροπή εναπόκειται να αποδείξει ότι προκλήθηκε ζημία. Όπως προαναφέρθηκε (42), ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί. Περαιτέρω, το προσφεύγον διατείνεται ότι, καθόσον γνωρίζει, το ΕΓΤΠΕ δεν υποβλήθηκε σε μεγαλύτερες δαπάνες. Ούτε ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να θεωρηθεί επαρκής.
67 Επιπλέον, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι οι εγγυήσεις που κατέπεσαν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα αντιστοιχούσαν σε πολύ μικρά ποσά. Επομένως, ήταν αδύνατο να έγιναν κερδοσκοπικές ενέργειες μεγάλων διαστάσεων σε σχέση με τις προσφορές. Κατά την Επιτροπή, τούτο δείχνει ακριβώς πόσο αποτελεσματικά η πρακτική των καλουμένων πολλαπλών προσφορών μειώνει τον κίνδυνο για τους επιμέρους υποβαλόντες προσφορά.
68 Όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, η πρακτική των καλουμένων πολλαπλών προσφορών παρέχει στον υποβάλλοντα προσφορά τη δυνατότητα να κερδοσκοπήσει μέσω της υποβολής πλειόνων προσφορών, καθόσον η ζημία που μπορεί να προκαλέσει μια ανεπιτυχής κερδοσκοπική ενέργεια μειώνεται, αφού για μικρότερες ποσότητες κατατίθεται μικρότερο ποσό εγγυήσεως.
69 Επομένως, η πρακτική των καλουμένων πολλαπλών προσφορών δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκην τον περιορισμό των περιπτώσεων κατά τις οποίες η εγγύηση καταπίπτει, αλλά, εν πάση περιπτώσει, τη μείωση του ποσού της εγγυήσεως που ενδεχομένως καταπίπτει.
70 Επιπλέον, το προσφεύγον αναφέρει παραδείγματα από τα οποία προκύπτει ότι οι φερόμενες πολλαπλές προσφορές δεν απέφεραν κανένα όφελος στους υποβαλόντες προσφορά. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι, αν, στις περιπτώσεις που η Επιτροπή θεωρεί ύποπτες, οι υποβαλόντες προσφορά που υπέβαλαν πολλαπλές εισφορές είχαν υποβάλει μία μόνον - κοινή - προσφορά, θα είχαν καταπέσει μικρότερα τμήματα του ποσού της εγγυήσεως· μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις, η εγγύηση ουδόλως θα είχε καταπέσει. Ωστόσο, το προσφεύγον θεωρεί ως δεδομένο ότι οι προσφορές αφορούσαν διαφορετικές ποσότητες κρέατος, οι οποίες μπορούσαν, ενδεχομένως, να υποκατασταθούν αμοιβαίως. Αντιθέτως, στο παράδειγμα που ανέφερε η Επιτροπή, οι προσφορές αφορούν την ίδια ποσότητα κρέατος.
71 Τέλος, το προσφεύγον διατείνεται ότι, ακόμη και στις δημοπρασίες που οργανώνονται στο πλαίσιο της διαδικασίας που καλείται «δίκτυ ασφαλείας», ο κύκλος των μετεχόντων ταυτίζεται με εκείνον των μετεχόντων σε κανονικές δημοπρασίες (43). Δεδομένου όμως ότι, στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, γίνονται δεκτές όλες οι προσφορές, δεν συντρέχει λόγος υποβολής κερδοσκοπικών προσφορών στην περίπτωση αυτή. Αν όμως ο κύκλος των προσώπων που μετέχουν στις εν λόγω διαδικασίες παρεμβάσεως ταυτίζεται με τον κύκλο των προσώπων που μετέχουν στις κανονικές διαδικασίες παρεμβάσεως - όπως ισχυρίζεται το προσφεύγον - μπορούν, πράγματι, να δημιουργηθούν αμφιβολίες σχετικά με το αν στο πλαίσιο των κανονικών διαδικασιών παρεμβάσεως υποβλήθηκαν πολλαπλές προσφορές.
72 Δεδομένου, όμως, ότι - όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή - τα αναγόμενα στο δίκτυο ασφαλείας μέτρα παρεμβάσεως έχουν ληφθεί σε ελάχιστες μόνον περιπτώσεις, από μόνον τον ισχυρισμό αυτό του προσφεύγοντος δεν μπορεί να συναχθεί, ενόψει των λοιπών ενδείξεων, ότι δεν υποβλήθηκαν πολλαπλές προσφορές και ότι, επομένως, το ΕΓΤΠΕ δεν υπέστη ζημία. Εξάλλου, τα επιχειρήματα αυτά δεν αρκούν για να αντικρουστεί η άποψη ότι η προσφορά της ιδίας ποσότητας κρέατος περισσότερες από μία φορές δεν συνιστά μεμονωμένη περίπτωση.
73 Επομένως, είναι σαφές ότι το προσφεύγον δεν μπόρεσε να αντικρούσει τους ισχυρισμούς της Επιτροπής σχετικά με την οικονομική ζημία που υπέστη το ΕΓΤΠΕ.
Δυνατότητα κατ' αποκοπήν υπολογισμού της οικονομικής ζημίας
74 Ωστόσο, το προσφεύγον αμφισβητεί επίσης τον κατ' αποκοπήν υπολογισμό της οικονομικής ζημίας, στον οποίο προέβη η Επιτροπή. Δεδομένου ότι δεν υφίσταται συνάφεια με ζημία, το προσφεύγον θεωρεί ότι ο υπολογισμός αυτός συνιστά κύρωση, για την οποία πρέπει να υπάρχει ρητή νομική βάση. Κατά την άποψή του, τέτοια νομική βάση δεν υπάρχει.
75 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι κακώς το προσφεύγον θεωρεί ως δεδομένο ότι εν προκειμένω δεν διαπιστώνεται συνάφεια με ζημία. Όπως προαναφέρθηκε (44), δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να υπέστη το ΕΓΤΠΕ ζημία. Εξάλλου, αρκεί να υπομνηστεί η νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η Επιτροπή, αντί να απορρίψει το σύνολο των δαπανών τις οποίες αφορά η παράβαση, επιχειρεί να διαπιστώσει, μέσω υπολογισμών, τις οικονομικές επιπτώσεις της παράνομης ενέργειας. Οι υπολογισμοί αυτοί στηρίζονται στην εκτίμηση της καταστάσεως που θα κρατούσε στην αγορά αν δεν είχε διαπραχθεί η παράβαση. Στις περιπτώσεις αυτές, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι στο κράτος μέλος εναπόκειται να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της χρηματοδοτήσεως την οποία αρνείται η Επιτροπή (45). Επομένως, και εν προκειμένω, στο προσφεύγον εναπόκειται να αποδείξει ότι η εκτίμηση της Επιτροπής είναι εσφαλμένη. Όπως προαναφέρθηκε, το προσφεύγον δεν μπόρεσε να προσκομίσει την απόδειξη αυτή.
Oι κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής (Belle Group Report)
76 Συναφώς, πρέπει εκ νέου να υπομνηστεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή μπορεί να αρνηθεί τη χρηματοδότηση των δαπανών ακόμη και μέχρι ποσοστού 100 %, αν δεν είναι δυνατό να διαπιστωθούν με ακρίβεια οι οικονομικές επιπτώσεις ενός αντίθετου προς το κοινοτικό δίκαιο μέτρου (46).
77 Για την περίπτωση της κατ' αποκοπή διορθώσεως, η Επιτροπή έχει υιοθετήσει, κατόπιν προτάσεως μιας διυπηρεσιακής ομάδας (Belle Group Report), ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές. Βάσει των εν λόγω κατευθυντηρίων γραμμών, προτείνεται η μείωση του κατ' αποκοπήν υπολογισμού κατά τρία διαφορετικά ποσοστά, που είναι τα ακόλουθα:
- 2 %, αν οι ελλείψεις περιορίζονται σε λιγότερο σημαντικά τμήματα του συστήματος ελέγχου ή στη διενέργεια ελέγχων που δεν είναι απολύτως αναγκαίοι για τη διασφάλιση του νομοτύπου των δαπανών, ώστε να μπορεί ευλόγως να συναχθεί ότι ο κίνδυνος να υποστεί το ΕΓΤΠΕ ζημία ήταν ασήμαντος·
- 5 %, αν οι ελλείψεις αφορούν σημαντικά στοιχεία του συστήματος ελέγχου ή τη διενέργεια ελέγχων οι οποίοι έχουν αποφασιστική σημασία για τη διασφάλιση του νομοτύπου των δαπανών, ώστε να μπορεί ευλόγως να συναχθεί ότι ο κίνδυνος να υποστεί το ΕΓΤΠΕ ζημία ήταν σημαντικός·
- 10 %, αν οι ελλείψεις αφορούν το σύνολο ή βασικά στοιχεία του συστήματος ελέγχου ή τη διενέργεια ελέγχων που είναι ουσιώδεις για τη διασφάλιση του νομοτύπου των δαπανών, ώστε να μπορεί ευλόγως να συναχθεί ότι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να υποστεί το ΕΓΤΠΕ εκτεταμένη ζημία.
78 Πάντοτε σύμφωνα με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, δεν πρέπει να γίνεται καμία διόρθωση σε περιπτώσεις ασήμαντων ελλείψεων όσον αφορά τη διενέργεια ελέγχων, κατά τις οποίες εκτιμάται ότι ο κίνδυνος ζημίας είναι ελάχιστος. Τούτο ισχύει ιδίως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι εθνικές αρχές έλαβαν αποτελεσματικά μέτρα για τη θεραπεία των ελλείψεων αυτών, αμέσως μόλις διαπιστώθηκαν, καθώς και για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ελλείψεις οφείλονται σε δυσχέρειες κατά την ερμηνεία των κοινοτικών νομοθετημάτων.
79 Αυτή είναι η ρύθμιση στην οποία παραπέμπει το προσφεύγον. Ακόμη κι αν μπορούσε να γίνει δεκτό ότι οι ελλείψεις του συστήματος ελέγχου οφείλονται στη δυσχέρεια ερμηνείας του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, του κανονισμού 859/89, πρέπει, παρά ταύτα, να τονιστεί ότι δεν συντρέχει η αναφερόμενη στις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές προϋπόθεση υπάρξεως ασήμαντων (απλώς) ελλείψεων στο σύστημα ελέγχου. Στην υπό κρίση υπόθεση, το πρόβλημα δεν έγκειται στην ύπαρξη ασήμαντων ελλείψεων του συστήματος ελέγχου, αλλά στο ότι δεν διενεργήθηκαν έλεγχοι προκειμένου να διαπιστωθεί αν μία και μοναδική ποσότητα κρέατος είχε προσφερθεί, μέσω αχυρανθρώπων, περισσότερες από μία φορές. Υπ' αυτές τις συνθήκες, το ανερχόμενο σε 2 % ποσοστό διορθώσεως που προέκρινε η Επιτροπή φαίνεται ανάλογο και ενδεδειγμένο.
80 Επομένως, το προσφεύγον δεν απέδειξε ότι οι εκτιμήσεις της Επιτροπής όσον αφορά την οικονομική διόρθωση που πρέπει να επιβληθεί στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών είναι εσφαλμένες.
Παράβαση του άρθρου 190;
81 Τέλος, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η απόφαση της Επιτροπής πρέπει να ακυρωθεί επειδή παραβαίνει το άρθρο 190 της Συνθήκης. Κατά τους ισχυρισμούς του, η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε επαρκώς το ότι οι πολλαπλές προσφορές είχαν τις επιπτώσεις τις οποίες προέβαλε. Όπως προαναφέρθηκε, η Επιτροπή εκπλήρωσε εν πάση περιπτώσει, εν προκειμένω, τις υποχρεώσεις της όσον αφορά το βάρος αποδείξεως. Συνεπώς, δεν απαιτούνταν περαιτέρω αιτιολογία.
82 Κατά τα λοιπά, πρέπει να γίνει παραπομπή στη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία, στις αποφάσεις περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, δεν απαιτείται λεπτομερής αιτιολογία, στο μέτρο που η ενδιαφερόμενη κυβέρνηση συνεργάστηκε στενά κατά τη διαδικασία καταρτίσεως της αποφάσεως και, επομένως, γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο η Επιτροπή έκρινε ότι δεν πρέπει να επιβαρυνθεί το ΕΓΤΠΕ με τα επίμαχα ποσά (47).
83 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε το προσφεύγον κατά της αποφάσεως της Επιτροπής δεν είναι πειστικά.
Δικαστικά έξοδα
84 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα.
Δ - Πρόταση
85 Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1) Η προσφυγή απορρίπτεται.
2) Το Ηνωμένο Βασίλειο φέρει τα δικαστικά έξοδα.
(1) - Πρόκειται για το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων.
(2) - Το πρόβλημα αυτό αποτελεί επίσης το αντικείμενο, τουλάχιστον εν μέρει, των υποθέσεων C-232/96 (Γαλλία κατά Επιτροπής), C-233/96 (Δανία κατά Επιτροπής), C-238/96 (Ιρλανδία κατά Επιτροπής) και C-242/96 (Ιταλία κατά Επιτροπής).
(3) - Η σχετική ρύθμιση περιέχεται στο άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 859/89 της Επιτροπής, της 29ης Μαρτίου 1989, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των μέτρων παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 91, σ. 5).
(4) - Άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 859/89.
(5) - Τέταρτη αιτιολογική σκέψη και άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72).
(6) - Όπ.π., υποσημείωση 3.
(7) - Τρίτη αιτιολογική σκέψη και άρθρα 7 επ. του κανονισμού 859/89.
(8) - Δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 571/89 του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 1989, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68, για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1302/73 και για την παράταση του κανονισμού (ΕΟΚ) 4132/88 (ΕΕ L 61, σ. 43).
(9) - Απόφαση 96/311/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Απριλίου 1996, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1992, καθώς και για ορισμένες δαπάνες για το οικονομικό έτος 1993 (ΕΕ L 117, σ. 19).
(10) - Έγγραφο VI/6355/95.
(11) - Η υπογράμμιση δική μου.
(12) - Η υπογράμμιση δική μου.
(13) - ΕΕ L 225, σ. 4.
(14) - Το όργανο αυτό συστάθηκε με την απόφαση 94/442/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 1994, σχετικά με τη θέσπιση διαδικασίας συμβιβασμού στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των λογαριασμών του Ευρωπαϋκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 182, σ. 45).
(15) - Βλ. υποσημείωση 9.
(16) - Απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1993, C-48/91, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-5611, σκέψεις 13 και 14), όπου και περαιτέρω παραπομπές.
(17) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 18, όπου και περαιτέρω παραπομπές· αποφάσεις της 19ης Φεβρουαρίου 1991, C-281/89, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-347, σκέψη 19), όπου και περαιτέρω παραπομπές· της 24ης Μαρτίου 1988, 347/85, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 1749, σκέψη 16)· της 6ης Οκτωβρίου 1993, C-55/91, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-4813, σκέψη 13), όπου και περαιτέρω παραπομπές.
(18) - Απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1988, 349/85, Δανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 169, σκέψη 16).
(19) - Αποφάσεις της 3ης Δεκεμβρίου 1992, C-283/91, Contarini (Συλλογή 1992, σ. I-6359, σκέψη 14), και της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C-296/93 και C-307/93, Γαλλία και Ιρλανδία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-795, σκέψη 21).
(20) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 2271/90 της Επιτροπής, της 1ης Αυγούστου 1990, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) 859/89 (ΕΕ L 204, σ. 45).
(21) - Η διάκριση αυτή γίνεται επίσης στην αγγλική απόδοση, όπου γίνεται λόγος για «interested parties» και «tenderer».
(22) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1282/90 της Επιτροπής, της 15ης Μαου 1990, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 859/89 (ΕΕ L 126, σ. 31).
(23) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93).
(24) - Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 προβλέπει τα εξής:
«Ξρηματοδοτούνται, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, οι παρεμβάσεις που προορίζονται για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών και που επιχειρούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών.»
(25) - Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 11/76, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 93, σκέψεις 8 και 9).
(26) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 11.
(27) - Έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 729/70.
(28) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 11· αποφάσεις της 9ης Οκτωβρίου 1990, C-366/88, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-3571, σκέψη 20), της 12ης Ιουνίου 1990, C-8/88, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-2321, σκέψη 17), και της 6ης Μαου 1982, 146/81, 192/81 και 193/81, BayWa κ.λπ. (Συλλογή 1982, σ. 1503, σκέψη 26).
(29) - Απόφαση της 2ας Ιουνίου 1994, C-2/93, Exportslachterijen van Oordegem (Συλλογή 1994, σ. Ι-2283, σκέψεις 17 και 18).
(30) - Άρθρο 10 του κανονισμού 859/89.
(31) - Τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 859/89.
(32) - Τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2456/93.
(33) - Άρθρο 11, παράγραφος 3, δεύτερη φράση.
(34) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 14, όπου και περαιτέρω παραπομπές.
(35) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 16, και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 17 απόφαση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, σκέψη 14.
(36) - Αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 1996, C-50/94, Ελλάδα κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-3331, σκέψη 26), της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 15/76 και 16/76, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 141, σκέψεις 32 επ.), και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 17 απόφαση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, σκέψη 13.
(37) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 17.
(38) - Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1985, 55/83, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 683, σκέψη 16).
(39) - Δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 571/89 (όπ.π., υποσημείωση 8).
(40) - Απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1988, 327/85, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 1065, σκέψη 25).
(41) - Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1995, C-49/94, Ιρλανδία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. I-2683, σκέψη 22).
(42) - Βλ. παραγράφους 54 επ.
(43) - Τα αναγόμενα στο δίκτυ ασφαλείας μέτρα λαμβάνονται όταν σημειώνεται ιδιαίτερα μεγάλη πτώση της τιμής της αγοράς. Στο πλαίσιο των μέτρων αυτών, όλες οι προσφορές που είναι ίσες ή κατώτερες του 80 % της τιμής παρεμβάσεως γίνονται δεκτές (άρθρο 6, παράγραφος 5, του κανονισμού 805/68, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 571/89).
(44) - Βλ. τις παραγράφους 54 επ., ιδίως δε την παράγραφο 63.
(45) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 17 απόφαση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, σκέψεις 14 και 15.
(46) - Βλ. υποσημείωση 36.
(47) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 17 απόφαση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, σκέψη 60.
Full & Egal Universal Law Academy