Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Ιουνίου 1996, σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
«1) ν' αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή της προς την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991, για την τροποποίηση της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ περί των στερεών αποβλήτων (1), ή μη γνωστοποιώντας τη θέσπιση τέτοιων διατάξεων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) να καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.»
2 Το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής προβλέπει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να έχουν θέσει σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωσή τους προς την εν λόγω οδηγία το αργότερο την 1η Απριλίου 1993 και να πληροφορήσουν περί αυτού αμέσως την Επιτροπή.
3 Στις 9 Αυγούστου 1993 η Επιτροπή, μη έχοντας λάβει καμιά γνωστοποίηση ή άλλη πληροφορία από τη Γαλλική Κυβέρνηση, κίνησε, με έγγραφο οχλήσεως με το οποίο καλούσε την εν λόγω κυβέρνηση να της γνωστοποιήσει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών, τη διαδικασία λόγω παραβάσεως.
4 Απαντώντας, με έγγραφα της 4ης Νοεμβρίου 1993 και της 1ης Απριλίου 1994, οι γαλλικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή τα ισχύοντα γαλλικά νομοθετήματα για την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας, ενώ ταυτόχρονα διασαφήνισαν ότι, σχετικά με τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 12 της οδηγίας (2) ήταν υπό εκπόνηση διάταγμα σχετικό με τις εργασίες συλλογής, μεταφοράς, διαπραγματεύσεως ή μεσιτείας αποβλήτων.
5 Ελλείψει οποιασδήποτε νέας γνωστοποιήσεως σχετικά με την ολοκλήρωση της μεταφοράς στο γαλλικό δίκαιο της οδηγίας, η Επιτροπή διατύπωσε, στις 3 Αυγούστου 1995, αιτιολογημένη γνώμη με την οποία κάλεσε τη Γαλλική Δημοκρατία να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.
6 Με έγγραφο της 30ής Οκτωβρίου 1995, η Γαλλική Κυβέρνηση επιβεβαίωσε την πρόοδο της διαδικασίας εκδόσεως του διατάγματος που θα ολοκλήρωνε τη μεταφορά της οδηγίας.
7 Μη έχοντας λάβει καμία άλλη πληροφορία από τις γαλλικές αρχές, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή, προς στήριξη της οποίας υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 189, τρίτο εδάφιο, και 5, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, τα κράτη μέλη που είναι αποδέκτες μιας οδηγίας υποχρεούνται να έχουν επιτύχει τα αποτελέσματα που η εν λόγω οδηγία προβλέπει εντός της τασσομένης απ' αυτήν προθεσμίας, δηλαδή τη μεταφορά των διατάξεών της στο εθνικό δίκαιο κατά τρόπο ώστε η οδηγία να έχει παραγάγει τα πλήρη αποτελέσματά της ήδη κατά την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς.
8 Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η Γαλλική Δημοκρατία υποστηρίζει, κυρίως, ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, και τούτο λόγω της ασαφούς διατυπώσεως των αιτιάσεων που της έχουν προσαφθεί τόσο κατά την προ της ασκήσεως της ένδικης προσφυγής διαδικασία όσο και με το δικόγραφο της προσφυγής. Επικουρικώς, ενημερώνοντας το Δικαστήριο σχετικά με την πρόοδο της μεταφοράς της οδηγίας στο γαλλικό δίκαιο, η εν λόγω κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι το επίμαχο άρθρο 12 πρόκειται ν' αποτελέσει το αντικείμενο διατάγματος περί μεταφοράς το οποίο πρόκειται να υπογραφεί και να δημοσιευθεί εντός του 1996.
9 Η Επιτροπή αντικρούει την προταθείσα ένσταση απαραδέκτου. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, ισχυρίζεται ότι η προ της ασκήσεως της ένδικης προσφυγής διαδικασία εξελίχθηκε σύμφωνα με τον επιδιωκόμενο σκοπό ο οποίος είναι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, να παρασχεθεί στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα να συμμορφωθεί προς τις απορρέουσες από το κοινοτικό δίκαιο υποχρεώσεις του καθώς και να προβάλει τους αμυντικούς ισχυρισμούς του έναντι των διατυπωθεισών από την Επιτροπή αιτιάσεων. Συναφώς, κατά το στάδιο της οχλήσεως, και ενώ η Επιτροπή δεν γνώριζε εισέτι, ελλείψει γνωστοποιήσεως των γαλλικών αρχών, εάν η οδηγία είχε αποτελέσει το αντικείμενο μέτρου μεταφοράς, οι αρχές αυτές ανακοίνωσαν τα μέτρα που είχαν ληφθεί και πληροφόρησαν την Επιτροπή ότι μόνον όσον αφορά το άρθρο 12 απαιτούνταν εισέτι μέτρα για την ολοκλήρωση της μεταφοράς. Κατόπιν τούτου, η Επιτροπή επισημαίνει ότι έλαβε υπόψη αυτήν την εκ μέρους της Γαλλικής Κυβερνήσεως αναγνώριση στην αιτιολογημένη γνώμη της, η οποία ήταν, καθώς έκανε ρητή αναφορά στα έγγραφα τα οποία είχαν αποσταλεί και με τα οποία αναγγέλλονταν τα μέτρα που έπρεπε εισέτι να ληφθούν, αρκούντως σαφής.
10 Αντιθέτως, η Γαλλική Κυβέρνηση εκτιμά, με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως, ότι οι ισχυρισμοί που η Επιτροπή προβάλλει προς αντίκρουση της ενστάσεως απαραδέκτου καταλήγουν στο να επιρρωννύουν την άποψή της. Είναι πράγματι παράδοξο να μην μπορεί η Επιτροπή, προκειμένου να δικαιολογήσει το ότι είχε πλήρως περιγράψει το αντικείμενο της διαφοράς, να αναφερθεί παρά μόνο στα έγγραφα του καθού κράτους μέλους.
11 Η προταθείσα από τη Γαλλική Κυβέρνηση ένσταση απαραδέκτου πρέπει ν' απορριφθεί.
12 Αφενός, όπως έχει εκθέσει η Επιτροπή, οι γαλλικές αρχές είχαν πλήρη επίγνωση, τόσο κατά την προ της ασκήσεως της ένδικης προσφυγής διαδικασία όσο και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, της παραβάσεως που τους προσάφθηκε εφόσον αμύνθηκαν επικαλούμενες την ομαλή πρόοδο της διαδικασίας εκδόσεως του διατάγματος για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο του επίμαχου άρθρου 12 το οποίο σαφώς προσδιόρισαν ως τη διάταξη που δεν είχε μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο. Εξάλλου, η Επιτροπή, με την αιτιολογημένη της γνώμη, ρητώς αναφέρθηκε στο γεγονός ότι «(...) οι γαλλικές αρχές προβαίνουν στη λήψη των αναγκαίων μέτρων που απομένουν προκειμένου να υπάρξει συμμόρφωση προς τη σχετική οδηγία» (3), μέτρα με τα οποία αναμφιβόλως υποδηλώνεται το μνημονευθέν από τις γαλλικές αρχές σχέδιο διατάγματος (4).
13 Αφετέρου, η προσαπτομένη παράβαση έχει επίσης σχέση με τη μη ανακοίνωση των μέτρων μεταφοράς εντός της τασσομένης από το άρθρο 2 της οδηγίας προθεσμίας.
14 Κατά συνέπεια, η Επιτροπή έχει σαφώς εκθέσει, τόσο κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της ένδικης προσφυγής φάσης όσο και στο πλαίσιο της προσφυγής της, το αντικείμενο της προσαπτομένης παραβάσεως.
15 Δεν αμφισβητείται ότι η Γαλλική Δημοκρατία ούτε γνωστοποίησε εντός της ταχθείσας προθεσμίας τα μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο ούτε έχει ολοκληρώσει τη διαδικασία θεσπίσεως των μέτρων αυτών.
16 Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτή η προσφυγή της Επιτροπής και να καταδικαστεί η καθής, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, στα δικαστικά έξοδα.
Πρόταση
17 Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) ν' αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή της προς την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991, για την τροποποίηση της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ περί των στερεών αποβλήτων, ή μη γνωστοποιώντας τη θέσπιση τέτοιων διατάξεων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής·
2) να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(1) - ΕΕ L 78, σ. 32 (στο εξής: οδηγία).
(2) - Πρόκειται, στην πραγματικότητα, για το άρθρο 1 της οδηγίας, με το οποίο το άρθρο 12 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975 (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86), τροποποιείται ως εξής: «Οι εγκαταστάσεις ή επιχειρήσεις που ασχολούνται επαγγελματικά με τη συλλογή ή τη μεταφορά αποβλήτων ή που φροντίζουν για την εξάλειψη ή την αξιοποίηση των αποβλήτων για λογαριασμό τρίτων (εργολάβοι ή μεσίτες), εφόσον δεν υπόκεινται σε έγκριση, καταχωρούνται σε σχετικό μητρώο των αρμόδιων αρχών».
(3) - Σημείο ΙΙΙ, παράγραφος 2.
(4) - Που ρητώς μνημονεύεται στο σημείο ΙΙ.
Full & Egal Universal Law Academy