Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Το Tribunale civile di Genova (Ιταλία) υποβάλλει τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την επίδραση του κοινοτικού δικαίου, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, επί ορισμένων προϋποθέσεων της ασκήσεως του δικαιώματος αναζητήσεως φορολογικών επιβαρύνσεων αχρεωστήτως εισπραχθεισών από τις ιταλικές αρχές. Συγκεκριμένα, πρόκειται για την επιστροφή των ποσών που κατέβαλε η αιτούσα επιχείρηση προς εξόφληση εθνικού φόρου αντιβαίνοντος στο κοινοτικό δίκαιο.
Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
2 Η αιτούσα είναι εταιρία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στο Μητρώο Εταιριών του Tribunale civile di Genova, η οποία, δυνάμει του προεδρικού διατάγματος (Decreto del Presidente della Repubblica) 641 της 26ης Οκτωβρίου 1972 (στο εξής: DPR 641/72), κατέβαλε στο Ιταλικό Δημόσιο, από το 1986 έως το 1992, το ποσό των 64 500 000 ιταλικών λιρών (LIT), ως ετήσιο τέλος υπέρ του Δημοσίου για την εγγραφή της εταιρίας στο Μητρώο Επιχειρήσεων.
3 Μετά την απόφαση την οποία εξέδωσε το Δικαστήριο στις 20 Απριλίου 1993 στην υπόθεση Ponente Carni και Cispadana Costruzioni (1) (στο εξής: απόφαση Ponente Carni) απαντώντας σε διάφορα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων (2), ο Ιταλός νομοθέτης κατάργησε το ετήσιο τέλος και μείωσε σε 500 000 LIT το ποσό του τέλους της πρώτης εγγραφής των εταιριών στο Μητρώο (3).
4 Από την πλευρά τους, τα ιταλικά δικαστήρια αναγνώρισαν και αυτά το ασυμβίβαστο του ετησίου τέλους με το κοινοτικό δίκαιο (4) και, κατά συνέπεια, έκριναν ότι τα εισπραχθέντα στο πλαίσιο αυτό ποσά είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως.
5 Η εταιρία Edis, αφού ζήτησε ανεπιτυχώς από την ιταλική διοίκηση την επιστροφή των τελών που είχε αχρεωστήτως καταβάλει από το 1986 έως το 1992, ζήτησε από το Tribunale civile di Genova, στις 31 Μαου 1996, την έκδοση «decreto ingiuntivo» (5) σε βάρος του Ministero delle Finanze, προκειμένου να επιτύχει την απόδοση των επιδίκων τελών ύψους 64 500 000 LIT.
6 Ο πρόεδρος του Tribunale civile di Genova, προτού αποφανθεί επί του αιτήματος της αιτούσας εταιρίας, αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα τρία προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Προς συμπλήρωση και διευκρίνιση της αποφάσεως της 20ής Απριλίου 1993, C-71/91 και C-178/91, Ponente Carni, έχουν οι διατάξεις της Συνθήκης την έννοια ότι δεν επιτρέπουν τη θέσπιση και/ή τη διατήρηση εκ μέρους κράτους μέλους εθνικής ρυθμίσεως, όπως η θεσπισθείσα από τον Ιταλό νομοθέτη με το άρθρο 13, δεύτερο εδάφιο, του DPR 641 της 26ης Οκτωβρίου 1972, σε περίπτωση κατά την οποία η εφαρμογή της εν λόγω ρυθμίσεως έχει ως συνέπεια τον διαχρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων που συνεπάγεται η εκδοθείσα από το Δικαστήριο απόφαση;
2) Συμβιβάζεται το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ, όπως έχει ερμηνευθεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου, με εθνική ρύθμιση (άρθρο 13 του DPR 641/72) η οποία, στα πλαίσια των διαδικαστικών κανόνων των ενδίκων προσφυγών που ασκούνται προς διασφάλιση της επιστροφής φόρων καταβληθέντων κατά παράβαση της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, προβλέπει τριετή αποκλειστική προθεσμία, η οποία άρχεται από την ημερομηνία της καταβολής, ενώ, αντίθετα, δεν προβλέπεται τέτοια προθεσμία από την εθνική έννομη τάξη όσον αφορά τις μεταξύ ιδιωτών αγωγές περί αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως επί του προηγουμένου ερωτήματος, είναι ασυμβίβαστη με την κοινοτική έννομη τάξη εθνική ρύθμιση προβλέπουσα ότι η αποκλειστική προθεσμία τρέχει (επί ζημία πολίτη κράτους μέλους που επικαλείται, με σκοπό να επιτύχει την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου, τις διατάξεις οδηγίας) προτού η οδηγία μεταφερθεί ορθώς στην εθνική έννομη τάξη;»
Η εθνική νομοθεσία και η ερμηνεία της από τα ιταλικά δικαστήρια
7 Θα εκθέσω κατά πρώτον τα χαρακτηριστικά του τέλους το οποίο αφορά η καταβολή αχρεωστήτου, όπως αυτά διευκρινίστηκαν με την απόφαση Ponente Carni (σκέψεις 5 έως 11).
- Το τέλος υπέρ του Δημοσίου για την εγγραφή των εταιριών στο Μητρώο Επιχειρήσεων (στο εξής: τέλος υπέρ του Δημοσίου), το οποίο καθιερώθηκε με το διάταγμα 641 του Προέδρου της Δημοκρατίας της 26ης Οκτωβρίου 1972 (GURI αριθ. 292, της 11ης Νοεμβρίου 1972, συμπληρωματικό τεύχος αριθ. 3), επιβάλλεται κατά την εγγραφή στο Μητρώο Εταιριών των κυριοτέρων πράξεων που αφορούν τη σύσταση και λειτουργία των εταιριών. Το εν λόγω μητρώο τηρείται από τις γραμματείες των δικαστηρίων εν αναμονή της δημιουργίας του Μητρώου των Επιχειρήσεων που προβλέπεται στο άρθρο 2188 του ιταλικού Αστικού Κώδικα.
- Το τέλος υπέρ του Δημοσίου, καθόσον αφορά την εγγραφή του καταστατικού των εταιριών στο Μητρώο, υπέστη διαδοχικές τροποποιήσεις ως προς το ύψος και τη συχνότητα καταβολής του.
- Με την παράγραφο 18 του άρθρου 3 του νομοθετικού διατάγματος 853, της 19ης Δεκεμβρίου 1984 (GURI αριθ. 347, της 19ης Δεκεμβρίου 1984), το οποίο κατέστη νόμος με τον νόμο 17, της 17ης Φεβρουαρίου 1985 (GURI αριθ. 41 bis, της 17ης Φεβρουαρίου 1985), το ποσό του τέλους για την εν λόγω εγγραφή αυξήθηκε από 81 000 LIT σε 5 εκατομμύρια LIT για τις ανώνυμες εταιρίες και τις ετερόρρυθμες κεφαλαιουχικές εταιρίες, σε 1 εκατομμύριο LIT για τις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης και σε 100 000 LIT για τις λοιπές εταιρίες.
- Με το νομοθετικό διάταγμα 173, της 30ής Μαου 1988 (GURI αριθ. 125, της 30ής Μαου 1988), αυξήθηκε το ύψος του τέλους υπέρ του Δημοσίου. Δυνάμει του άρθρου 1 του νόμου 291, της 26ης Ιουλίου 1988 (GURI αριθ. 175, της 27ης Ιουλίου 1988), στον οποίο μετατράπηκε το ως άνω νομοθετικό διάταγμα, αυξήθηκε το ύψος του τέλους σε 2,5 εκατομμύρια LIT για τις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης και σε 500 000 LIT για τις λοιπές εταιρίες. Όσον αφορά τις ανώνυμες εταιρίες και τις ετερόρρυθμες κεφαλαιουχικές εταιρίες, το εν λόγω κείμενο καθόριζε, αναλόγως του ύψους του εταιρικού κεφαλαίου, πέντε διαφορετικά ποσά κυμαινόμενα από 9 έως 120 εκατομμύρια LIT.
- Με το άρθρο 36, παράγραφος 8, του νομοθετικού διατάγματος 69, της 2ας Μαρτίου 1989 (GURI αριθ. 51, της 2ας Μαρτίου 1989), το οποίο κατέστη νόμος 154 της 27ης Απριλίου 1989 (GURI αριθ. 99, της 29ης Απριλίου 1989), το ποσό του τέλους καθορίστηκε σε 12 εκατομμύρια LIT για τις ανώνυμες εταιρίες και τις ετερόρρυθμες κεφαλαιουχικές εταιρίες, σε 3,5 εκατομμύρια LIT για τις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης και σε 500 000 LIT για τις λοιπές εταιρίες.
- Με τον προμνησθέντα νόμο 154/89, προστέθηκε στο άρθρο 36 του νομοθετικού διατάγματος της 2ας Μαρτίου 1989 η παράγραφος 8 bis, η οποία καθορίζει το ύψος του τέλους, για το έτος 1988, σε 15 εκατομμύρια LIT για τις ανώνυμες εταιρίες και τις ετερόρρυθμες κεφαλαιουχικές εταιρίες, σε 3,5 εκατομμύρια LIT για τις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης και σε 500 000 LIT για τις λοιπές εταιρίες. Οι εν λόγω διατάξεις αντικατέστησαν τις προμνησθείσες διατάξεις του νόμου 291 της 26ης Ιουλίου 1988.
- Όσον αφορά τη συχνότητα καταβολής του τέλους, το προμνησθέν νομοθετικό διάταγμα 853/84 προέβλεπε ότι το τέλος καταβάλλεται όχι μόνο κατά την εγγραφή του καταστατικού της εταιρίας στο Μητρώο, αλλά και στις 30 Ιουνίου όλων των επομένων ετών.
8 Μεταξύ των εθνικών διατάξεων που διέπουν την άσκηση της ένδικης προσφυγής περί αναζητήσεως των αχρεωστήτων καταβληθέντων φόρων, επισημαίνονται, για τις ανάγκες της υπό κρίση υποθέσεως, οι ακόλουθες:
α) Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 13 του DPR 641/1972 ορίζει ότι «ο φορολογούμενος μπορεί να απαιτήσει την επιστροφή των εσφαλμένως καταβληθέντων τελών εντός προθεσμίας τριών ετών, αρχομένης από την ημέρα της καταβολής (...)».
β) Η ίδια αυτή τριετής αποσβεστική προθεσμία ισχύει για τις ένδικες προσφυγές περί αναζητήσεως και άλλων, δασμολογικού χαρακτήρα, επιβαρύνσεων υπέρ του Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 1, του νόμου 428/90, σε συνδυασμό με το άρθρο 91 του Ενιαίου Τελωνειακού Νόμου (DPR 43, της 23ης Ιανουαρίου 1973). Η τελευταία αυτή διάταξη καθόρισε πενταετή αποσβεστική προθεσμία, ισχύουσα, από της εκδόσεως του νόμου αυτού, για όλες τις ένδικες προσφυγές που μπορούν να ασκηθούν με αίτημα την επιστροφή ποσών καταβληθέντων επ' ευκαιρία τελωνειακών πράξεων (6).
9 Κατά το κοινό εθνικό δίκαιο, η άσκηση αγωγών αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος μεταξύ ιδιωτών δεν υπόκειται σε παραγραφή, πλην της συνήθους δεκαετούς παραγραφής που προβλέπει το άρθρο 2946 του ιταλικού Αστικού Κώδικα («εφόσον ο νόμος δεν ορίζει άλλως, οι αξιώσεις παραγράφονται μετά από παρέλευση δεκαετίας»).
10 Η ολομέλεια (sezioni unite) του Corte suprema di cassazione έκρινε, με την απόφαση αριθ. 3458/96, της 23ης Φεβρουαρίου 1996, ότι η αγωγή αναζητήσεως του επιδίκου τέλους πρέπει να θεωρηθεί ότι διέπεται από το άρθρο 13, παράγραφος 2, του DPR 641/72.
11 Στο πλαίσιο της διαφοράς που κρίθηκε με την εν λόγω απόφαση υποστηρίχθηκαν δύο αντίθετες απόψεις:
α) Η άποψη σύμφωνα με την οποία δεν έπρεπε να γίνει δεκτή η ένσταση παραγραφής που προβλήθηκε βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 2, του DPR 641/1972 «(...) καθόσον δεν συνέτρεχε περίπτωση σφάλματος, δεδομένου ότι η καταβολή δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως εκ σφάλματος διενεργηθείσα, ελλείψει οιασδήποτε πλάνης περί τα πράγματα ή περί το δίκαιο, αλλά, αντιθέτως, συνέτρεχε περίπτωση πλήρους απουσίας εξουσίας επιβολής του τέλους εκ μέρους του Δημοσίου, ενόψει της προϋπάρχουσας κοινοτικής νομοθεσίας». Αυτή ήταν η άποψη που υιοθέτησε το ιταλικό δικαστήριο στην απόφαση που αποτέλεσε το αντικείμενο αιτήσεως αναιρέσεως.
β) Η άποψη σύμφωνα με την οποία «(...) το άρθρο 13 περιλαμβάνει όλες τις εσφαλμένες καταβολές φόρου, ανεξαρτήτως της αιτίας της πληρωμής, συμπεριλαμβανομένου, συνεπώς, του επιδίκου τέλους». Την άποψη αυτή υποστήριξε η ιταλική φορολογική αρχή.
12 Το σκεπτικό του Corte suprema di cassazione υπέρ της απόψεως της φορολογικής αρχής διατυπώθηκε ως εξής:
«(...) Κατά το ισχύον φορολογικό σύστημα, η επιστροφή εσφαλμένως καταβληθέντων φόρων υπόκειται σε τριετή παραγραφή από της ημερομηνίας της καταβολής, το δε επίδικο τέλος δεν εξαιρείται από το καθεστώς αυτό, δεδομένου ότι εν προκειμένω συντρέχει περίπτωση μη εφαρμογής του - αντιβαίνοντος σε διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας - εθνικού δικαίου η οποία, όμως, ουδόλως συνεπάγεται την κατάργηση ή το ασυμβίβαστο της ιταλικής νομοθεσίας.
Ειδικότερα, όσον αφορά τα όρια του δικαιώματος αναζητήσεως του εσφαλμένως καταβληθέντος τέλους, το Corte costituzionale είχε ήδη την ευκαιρία να αποφανθεί με την απόφαση αριθ. 56 της 24ης Φεβρουαρίου 1995, με την οποία διαπίστωσε την αντισυνταγματικότητα του άρθρου 12 του DPR 641, της 26ης Οκτωβρίου 1972, καθόσον αυτό δεν προβλέπει, για τις διαφορές που μνημονεύονται στο άρθρο 11 του ιδίου διατάγματος, ότι η ένδικη προσφυγή μπορεί να ασκηθεί έστω και ελλείψει προηγούμενης διοικητικής προσφυγής. Κατά το Corte costituzionale, οι διατάξεις του άρθρου 12 δεν βασίζονταν σε ratio δυνάμενη να δικαιολογήσει τον επιβαλλόμενο περιορισμό έναντι της αρχής που καθιερώνεται στο άρθρο 24 του Συντάγματος. Δεν μπορεί, ωστόσο, να λεχθεί το ίδιο όσον αφορά μια διάταξη γενικής ισχύος, όπως η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 13, η οποία προβλέπει τριετή παραγραφή της αξιώσεως επιστροφής των τελών τα οποία έχουν εσφαλμένως και, συνεπώς, αχρεωστήτως καταβληθεί από τον φορολογούμενο στο Δημόσιο.
Πράγματι, η διάταξη είναι διατυπωμένη κατά τρόπον ώστε να περιλαμβάνει όλους τους εσφαλμένως καταβληθέντες φόρους, ανεξαρτήτως της αιτίας της αχρεώστητης καταβολής και, επομένως, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η διάταξη του άρθρου 13 εισάγει γενική αποκλειστική προθεσμία, ισχύουσα για όλες τις αιτήσεις επιστροφής, σύμφωνα με τον νομοθετικό προσανατολισμό της προβλέψεως αποκλειστικής προθεσμίας για όλες τις ένδικες προσφυγές περί αναζητήσεως των τελών που καταβάλλονται υπέρ του Δημοσίου.
Δεν μπορεί να γίνει δεκτή η άποψη σύμφωνα με την οποία, στην υπό κρίση περίπτωση, η καταβολή δεν υπήρξε εσφαλμένη, καθόσον δεν δημιουργήθηκε ψυχολογική κατάσταση πλάνης περί τα πράγματα ή περί το δίκαιο, δυνάμενη να επηρεάσει τη διαμόρφωση της βουλήσεως, αλλά πραγματοποιήθηκε εν πλήρη επιγνώσει της καταστάσεως, με σκοπό τη συμμόρφωση προς φορολογική διάταξη. Με άλλες λέξεις, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αρνείται την ύπαρξη πλάνης ως προς τις προϋποθέσεις εφαρμογής της φορολογικής υποχρεώσεως, πλάνης η οποία οδήγησε στην καταβολή του αχρεωστήτου, δηλαδή χωρίς να υφίσταται χρέος, αλλά θεωρεί ότι η παραγραφή, καίτοι ισχύει γενικώς για όλες τις περιπτώσεις αχρεωστήτως καταβληθέντος, δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή, λόγω του ανισχύρου των φορολογικών διατάξεων που αντιβαίνουν στην κοινοτική έννομη τάξη. Όμως, αν δεν ληφθεί υπόψη ότι δεν υφίστατο εξουσία επιβολής του φόρου και θεωρηθεί ότι ο δικαστής περιορίζεται να μην εφαρμόσει το αντιβαίνον στις κοινοτικές διατάξεις εθνικό δίκαιο, η αρχή της παραγραφής, λόγω της καθυστερήσεως με την οποία ζητείται η επιστροφή των αχρεωστήτως ή εσφαλμένως καταβληθέντων τελών, παράγει πλήρη αποτελέσματα και πρέπει, κατά συνέπεια, να εφαρμοστεί στην υπό κρίση περίπτωση».
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
13 Με το πρώτο ερώτημά του, το Tribunale civile di Genova ερωτά, κατ' ουσίαν, αν επιτρέπεται, από πλευράς κοινοτικού δικαίου, εθνική ρύθμιση η εφαρμογή της οποίας έχει ως αποτέλεσμα τον διαχρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων αποφάσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων. Η εθνική νομοθεσία στην οποία αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο είναι το προπαρατεθέν δεύτερο εδάφιο του άρθρου 13 του DPR 641/72, ενώ η απόφαση του Δικαστηρίου στην οποία αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο είναι η επίσης προμνησθείσα απόφαση Ponente Carni.
14 Για να δοθεί απάντηση σ' αυτό το προδικαστικό ερώτημα επιβάλλεται να αναλυθούν εν συντομία, κατά πρώτον, τα κοινά χαρακτηριστικά των αποφάσεων του Δικαστηρίου όσον αφορά τον διαχρονικό περιορισμό των αποφάσεών του και, κατά δεύτερον, η διαχρονική ισχύ των αποφάσεων που εκδίδονται προς απάντηση επί προδικαστικών ζητημάτων ερμηνείας. Με βάση την ανάλυση αυτή, θα μπορέσω να καταλήξω στο ότι η εφαρμογή της ιταλικής ρυθμίσεως δεν συνιστά διαχρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων της αποφάσεως Ponente Carni.
i) Ο διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων των αποφάσεων του Δικαστηρίου
15 Από την απόφαση της 8ης Απριλίου 1976 (7) και εντεύθεν, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως αποφανθεί επί του διαχρονικού περιορισμού των αποτελεσμάτων των αποφάσεών του (8). Με τις αποφάσεις αυτές, το Δικαστήριο προσπάθησε να συμβιβάσει τις επιταγές της αρχής της ασφάλειας δικαίου με τις επιταγές που απορρέουν, καταρχήν, από το ασυμβίβαστο ενός εθνικού κανόνα με το κοινοτικό δίκαιο.
16 Η νομική βάση επί της οποίας ερείδονται οι αποφάσεις αυτού του είδους είναι το άρθρο 174 της Συνθήκης ΕΚ, όταν πρόκειται για ευθείες προσφυγές ακυρώσεως βάλλουσες κατά κοινοτικών διατάξεων και πράξεων (9). Το άρθρο αυτό απονέμει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, η οποία του επιτρέπει, «εφόσον το κρίνει αναγκαίο», να επικυρώνει έννομες καταστάσεις οι οποίες, άλλως, θα ανατρέπονταν ως απορρέουσες από κανονισμό ο οποίος κηρύχθηκε άκυρος.
17 Για να διαφυλαχθεί η «αναγκαία συνοχή» μεταξύ των αποφάσεων που εκδίδονται επί προσφυγών ακυρώσεως και εκείνων που αποφαίνονται επί προδικαστικών ερωτημάτων ως προς το κύρος κοινοτικού κανόνα, το Δικαστήριο επεξέτεινε τη δυνατότητα που του παρέχει το άρθρο 174 και στις τελευταίες αυτές αποφάσεις. Και τούτο είναι λογικό, δεδομένου ότι μια απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνεται, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, το ανίσχυρο μιας κοινοτικής πράξεως έχει, καταρχήν, το ίδιο αναδρομικό αποτέλεσμα, ex tunc, με μια απόφαση ακυρώσεως: συνεπώς, η δυνατότητα περιορισμού αυτού του αναδρομικού αποτελέσματος πρέπει να επεκταθεί και στα δύο αυτά είδη υποθέσεων (10).
18 Έστω και χωρίς το έρεισμα που παρέχει το κείμενο αυτό, και παρά την απουσία παρεμφερών διατάξεων στο άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΚ, το Δικαστήριο εφάρμοσε ανάλογη λύση και στα προδικαστικά ερωτήματα ερμηνείας. Αναγνωρίζει, έτσι, ότι ενδέχεται να είναι απαραίτητο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να περιοριστούν τα διαχρονικά αποτελέσματα των αποφάσεων ερμηνείας, προς διασφάλιση ορισμένων επιταγών της ασφάλειας δικαίου (11). Εν πάση περιπτώσει, πρόκειται για μια ευχέρεια την οποία διαθέτει μόνο το Δικαστήριο και όχι οποιοδήποτε άλλο δικαιοδοτικό όργανο.
ii) Το διαχρονικό αποτέλεσμα των αποφάσεων που εκδίδονται επί προδικαστικών ερωτημάτων ερμηνείας
19 Καταρχήν, μια απόφαση του Δικαστηρίου εκδιδόμενη προς απάντηση προδικαστικού ερωτήματος ερμηνείας υποχρεώνει - υπό την επιφύλαξη των περιορισμών που θα αναλύσω κατωτέρω - τον εθνικό δικαστή να εφαρμόσει τον κοινοτικό κανόνα σύμφωνα με την ερμηνεία που δίδεται με την απόφαση αυτή και σε όλη της την έκταση, ακόμα και ως προς έννομες σχέσεις γεννηθείσες πριν από την έκδοση της αποφάσεως.
20 Πράγματι, όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1980, Denkavit italiana (12), και της 11ης Αυγούστου 1995, Roders κ.λπ. (13), «η ερμηνεία των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο κατά την άσκηση της αρμοδιότητας που του παρέχει το άρθρο 177, διαφωτίζει και αποσαφηνίζει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, την έννοια και το περιεχόμενο του σχετικού κανόνα, όπως πρέπει ή θα έπρεπε να έχει νοηθεί και εφαρμοστεί από τον χρόνο θέσεώς του σε ισχύ». Με περισσότερο συνθετικό τρόπο, το Δικαστήριο, στην απόφαση Goldsmiths της 3ης Ιουλίου 1997, αναφέρθηκε στην αρχή σύμφωνα με την οποία «(...) τα αποτελέσματα των αποφάσεων περί ερμηνείας του Δικαστηρίου ανατρέχουν στην ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του ερμηνευόμενου κανόνα» (14).
21 Με άλλες λέξεις, δεδομένου ότι η ερμηνεία ενός κοινοτικού κανόνα δεν προσθέτει τίποτε, από απόψεως διαχρονικών αποτελεσμάτων, στην ισχύ του εν λόγω κανόνα, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου με τις οποίες δίδεται τέτοια ερμηνεία μπορούν να εφαρμοστούν σε κάθε είδος εννόμων καταστάσεων τις οποίες διέπει ο ερμηνευόμενος κανόνας, ανεξαρτήτως των διαχρονικών στοιχείων τους.
22 Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι οι αποφάσεις τις οποίες εκδίδει το Δικαστήριο επί προδικαστικών ερωτημάτων ερμηνείας έχουν υπέρμετρη ισχύ, εφαρμοζόμενες σε οποιαδήποτε προγενέστερη έννομη κατάσταση, ανεξαρτήτως του αν αυτή έχει εξαντλήσει ή όχι τα αποτελέσματά της. Πράγματι, η ίδια προπαρατεθείσα νομολογία του Δικαστηρίου,
α) ενώ αναφέρει ότι «ο κατ' αυτόν τον τρόπο ερμηνευθείς [κοινοτικός] κανόνας μπορεί και πρέπει να εφαρμόζεται από τον δικαστή ακόμα και σε έννομες σχέσεις που γεννήθηκαν πριν από την απόφαση που έκρινε επί της αιτήσεως ερμηνείας (...)»,
β) υπογραμμίζει ευθύς αμέσως ότι αυτή η ευχέρεια και υποχρέωση γεννώνται «εφόσον συντρέχουν κατά τα λοιπά οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν να αχθεί ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων μια διαφορά σχετική με την εφαρμογή του εν λόγω κανόνα».
23 Αυτή η νομολογία - η οποία, εξάλλου, επιβεβαιώθηκε πρόσφατα με τις αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, Bosman (15), και της 13ης Φεβρουαρίου 1996, Bautiaa και Sociιtι franηaise maritime (16) - καθορίζει τα ορθά όρια των διαχρονικών αποτελεσμάτων των αποφάσεων που εκδίδονται επί προδικαστικών ερωτημάτων ερμηνείας.
24 Συνεπώς, οι αποφάσεις αυτές, ακόμα και όταν έχουν ως έμμεσο αποτέλεσμα τη διαπίστωση του ασυμβιβάστου ενός εθνικού κανόνα με το κοινοτικό δίκαιο, δεν έχουν υπερδιαχρονική ισχύ επιτρέπουσα τη μη λήψη υπόψη των διαφόρων εννόμων πραγματικών ή νομικών καταστάσεων στις οποίες θα μπορούσαν να εφαρμοστούν. Αντιθέτως, παράγουν αποτέλεσμα έναντι εννόμων καταστάσεων οι οποίες, κατά το εσωτερικό δίκαιο, μπορούν να αποτελέσουν ακόμα αντικείμενο διαφοράς ή αναθεωρήσεως και οι οποίες, ως εκ τούτου, μπορούν να υποβληθούν στην κρίση ενός δικαιοδοτικού οργάνου.
25 Το συμπέρασμα αυτό μπορεί άριστα να εφαρμοστεί όσον αφορά την άσκηση του δικαιώματος αναζητήσεως των αχρεωστήτων καταβληθέντων φόρων, όταν το δικαίωμα αυτό απορρέει από το ασυμβίβαστο της εσωτερικής φορολογικής επιβαρύνσεως με το κοινοτικό δίκαιο. Πάγια νομολογία, που αναπτύχθηκε από τις αποφάσεις Rewe (17) και Comet (18), έχει τονίσει τόσο την υποχρέωση των κρατών μελών να επιστρέφουν τους εν λόγω φόρους, καθόσον αυτή αποτελεί το αντίστοιχο του δικαιώματος των φορολογουμένων να ζητήσουν την επιστροφή τους (19), όσο την υπαγωγή του δικαιώματος αυτού στις συνήθεις προϋποθέσεις ασκήσεως των δικαιωμάτων στην έννομη τάξη κάθε κράτους.
26 Ανακεφαλαιώνοντας τη νομολογία αυτή, η απόφαση της 29ης Ιουνίου 1988, Deville (20), αναφέρει τα εξής: «(...) ελλείψει κοινοτικής ρυθμίσεως όσον αφορά την απόδοση των αχρεωστήτως εισπραχθέντων εθνικών φόρων, στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους εναπόκειται να ορίσει τα αρμόδια δικαιοδοτικά όργανα και να ρυθμίσει τις διαδικαστικές λεπτομέρειες των εν ευρεία εννοία ενδίκων μέσων που αποβλέπουν στην εξασφάλιση της προστασίας των δικαιωμάτων, τα οποία οι φορολογούμενοι έλκουν από το άμεσο αποτέλεσμα του κοινοτικού δικαίου, εξυπακουομένου ότι οι διαδικαστικές αυτές λεπτομέρειες δεν μπορούν να είναι ούτε λιγότερο ευνοϋκές από εκείνες που διέπουν ομοειδείς εσωτερικής φύσεως απαιτήσεις, ούτε διαμορφωμένες κατά τρόπον ώστε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη την άσκηση των δικαιωμάτων, τον σεβασμό των οποίων έχουν υποχρέωση να διασφαλίζουν τα εθνικά δικαστήρια (...)» (21).
27 Ακριβώς μία από τις προϋποθέσεις από τις οποίες μπορεί να εξαρτηθεί η άσκηση αυτού του είδους των ενδίκων προσφυγών είναι και η προθεσμία. Πράγματι, οι εθνικές έννομες τάξεις μπορούν να ορίσουν - περισσότερο ή λιγότερο μακρές - προθεσμίες παραγραφής των δικαιωμάτων ή αποκλειστικές προθεσμίες για την άσκηση των ενδίκων προσφυγών περί αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων. Όταν οι προθεσμίες αυτές δεν αντιβαίνουν στο κοινοτικό δίκαιο - και αυτό το ζήτημα θα εξεταστεί στο πλαίσιο των δύο άλλων προδικαστικών ερωτημάτων - παράγουν αποτελέσματα έναντι κάθε προσφυγής αυτού του είδους, χωρίς αυτό να ισοδυναμεί νομικώς με διαχρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων των αποφάσεων του Δικαστηρίου με τις οποίες διαπιστώθηκε το ασυμβίβαστο ενός εθνικού φόρου με το κοινοτικό δίκαιο.
iii) Η διάρθρωση μεταξύ των δύο αυτών νομικών εννοιών
28 Η τεχνική του, κατ' εξαίρεση, περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων μιας αποφάσεως λειτουργεί όπως ένας κύκλος ομόκεντρος άλλου, μεγαλύτερου, ο οποίος αντιπροσωπεύει τα «κανονικά» αποτελέσματα της αποφάσεως αυτής. Η έκταση των αποτελεσμάτων αυτών - τα οποία, όπως έχω αναφέρει, δεν εμποδίζουν την εφαρμογή των προϋποθέσεων που θέτουν οι εθνικές έννομες τάξεις, υπό τον όρο ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν εισάγουν διακρίσεις και δεν καθιστούν ανενεργό το δικαίωμα που που αναγνώρισε το Δικαστήριο - μπορεί ακόμα να περιοριστεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, με ρητή δήλωση του είδους αυτού.
29 Ο περιορισμός των διαχρονικών αποτελεσμάτων ερμηνευτικής αποφάσεως γίνεται, συνεπώς, ενόψει μιας πληθώρας εννόμων σχέσεων οι οποίες εκκρεμούν ακόμα, δεν έχουν «εξαντληθεί» κατά το εσωτερικό δίκαιο, και οι οποίες κανονικά θα επηρεάζονταν από την εκ μέρους του Δικαστηρίου ερμηνεία του κοινοτικού κανόνα. Υπό ορισμένες εξαιρετικές περιστάσεις, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι αυτή η ερμηνεία δεν πρέπει να παραγάγει αποτελέσματα ακόμα και ως προς αυτές τις εκκρεμείς έννομες καταστάσεις.
30 Ως εκ τούτου, η απουσία δηλώσεων αυτού του είδους στις ερμηνευτικές αποφάσεις του Δικαστηρίου (22) ουδόλως εμποδίζει τα εθνικά δικαστήρια να εφαρμόσουν στις έννομες σχέσεις που γεννήθηκαν ή συστάθηκαν πριν από την έκδοση των αποφάσεων τις γενικού χαρακτήρα διατάξεις που διέπουν, από πλευράς διαδικασίας, την άσκηση των αντιστοίχων δικαιωμάτων. Η εφαρμογή τέτοιων κανόνων περιορίζεται μόνο από την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων και την ανάγκη να μην καθίστανται ανενεργά τα μέσα ένδικης προστασίας: θα επανέλθω επί των δύο αυτών σημείων όταν θα αναλύσω το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα.
31 Τόσον η Επιτροπή όσο και οι κυβερνήσεις των κρατών μελών που κατέθεσαν παρατηρήσεις (της Ιταλίας, της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου) συμμερίζονται την άποψη αυτή, τονίζοντας τη σαφή διαφορά που υφίσταται μεταξύ των δύο αυτών περιπτώσεων: ο περιορισμός των διαχρονικών αποτελεσμάτων αποφάσεως του Δικαστηρίου, ως εξαιρετικό μέτρο που αποφασίζεται από το εν λόγω Δικαστήριο σε συγκεκριμένη περίπτωση επιδρά σε διαφορετικό επίπεδο απ' ό,τι η γενική ρύθμιση περί της, από απόψεως διαδικασίας, ασκήσεως των δικαιωμάτων, την οποία εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να θεσπίσει και σε κάθε ένα από τα δικαστήριά του να εφαρμόσει.
32 Πάντως, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή υποστήριξε μια άποψη που αποκλίνει από εκείνη που υποστήριζε προηγουμένως. Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, είχε προτείνει να επιβεβαιωθεί, προς απάντηση του πρώτου ερωτήματος, ότι η εφαρμογή προθεσμίας για την άσκηση ένδικης προσφυγής περί αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος δεν είναι ασυμβίβαστη με την εξουσία που μόνο το Δικαστήριο διαθέτει να περιορίζει χρονικώς τα αποτελέσματα των αποφάσεών του (23). Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, αντιθέτως, πρότεινε επισήμως να δώσει το Δικαστήριο απάντηση ανάλογη εκείνης που δόθηκε με την προμνησθείσα απόφαση Deville (24) και την απόφαση Barra (25), με μόνη διαφορά ότι η απάντηση αυτή έπρεπε να περιορίζει ρητώς το περιθώριο εκτιμήσεως των αρμοδίων εθνικών δικαστηρίων (26).
33 Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό αφού ανέλυσε την εξέλιξη της ιταλικής νομολογίας όσον αφορά την ερμηνεία του όρου «λάθος» που χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις αχρεώστητης καταβολής ορισμένων φόρων, καθώς και όσον αφορά την επακόλουθη εφαρμογή των αποκλειστικών προθεσμιών που ισχύουν για την αναζήτηση των ποσών αυτών. Κατά την Επιτροπή, το Corte suprema di cassazione ερμήνευε, κατά πάγια νομολογία, τον όρο αυτό υπό πολύ συγκεκριμένη έννοια (σφάλμα κατά τον υπολογισμό ή την εκκαθάριση), αποκλείοντας τις πληρωμές sine causa, όπως στην περίπτωση των φόρων που αντιβαίνουν στο κοινοτικό δίκαιο. Κατά την Επιτροπή, η νομολογία αυτή πραγματοποίησε «εντυπωσιακή» στροφή με την προμνησθείσα απόφαση του 1996, της οποίας τα γενικά χαρακτηριστικά είναι ανάλογα των εθνικών μέτρων που έλαβαν, αντιστοίχως, η Γαλλική και η Βελγική Κυβέρνηση - και τα οποία αποτέλεσαν το αντικείμενο των αποφάσεων Deville και Barra - για να αποφύγουν τις δυσμενείς συνέπειες προηγούμενης αποφάσεως του Δικαστηρίου.
34 Δεν συμφωνώ με την ανάλυση αυτή. Τα ιταλικά δικαιοδοτικά όργανα - συγκεκριμένα το Corte suprema di cassazione - συνήγαγαν τις συνέπειες που επιβάλλονταν από την απόφαση Ponente Carni, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα των φορολογουμένων στην επιστροφή του φόρου. Αν εφάρμοσαν μια ορισμένη αποκλειστική προθεσμία, αυτό το έπραξαν με βάση μια όχι παράλογη ερμηνεία ενός προϋπάρχοντος νομικού κανόνα. Επιπλέον, η ερμηνεία αυτή απέβλεπε στο να συμβιβάσει μια συγκεκριμένη περίπτωση με το γενικό σύστημα παραγραφής που ισχύει για όλα τα τέλη υπέρ του Δημοσίου (27). Όπως παρατήρησε ο εκπρόσωπος της Γαλλικής Κυβερνήσεως κατά την προφορική διαδικασία, τίποτε δεν επιτρέπει να διατυπωθεί η υποψία ότι, πίσω από αυτή τη μεταστροφή της νομολογίας, κρύβονται προθέσεις ξένες προς την αμεροληψία και την ανεξαρτησία αυτού του δικαιοδοτικού οργάνου. Το δικαστήριο αυτό, όπως και άλλα δικαστήρια του ιδίου επιπέδου, οφείλει ενίοτε να μεταβάλει την προγενέστερη νομολογία του και, τότε, δεν μπορεί να το πράξει αυτό παρά μόνο στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης διαφοράς.
35 Γι' αυτό ακριβώς θεωρώ ότι η απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να υπογραμμίζει τη σαφή διαφορά που υφίσταται μεταξύ των δύο νομικών εννοιών στις οποίες αναφέρεται το ερώτημα: το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν περιόρισε τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεως Ponente Carni συμβιβάζεται με την υπαγωγή των ενδίκων προσφυγών περί αναζητήσεως του τέλους που αποτελεί το αντικείμενο της αποφάσεως αυτής στους γενικούς κανόνες που ισχύουν γι' αυτό το είδος ενδίκων προσφυγών στην ιταλική έννομη τάξη.
Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
36 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν επιτρέπεται, από πλευράς κοινοτικού δικαίου, να υπόκεινται οι ένδικες προσφυγές περί επιστροφής τελών καταβληθέντων κατά παράβαση των διατάξεων της οδηγίας 69/335 του Συμβουλίου σε τριετή αποκλειστική προθεσμία από της ημερομηνίας της καταβολής, προθεσμία η οποία αποκλίνει από τη (δεκαετή) παραγραφή που προβλέπει η εθνική έννομη τάξη για τις αγωγές περί αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος μεταξύ ιδιωτών.
37 Πρέπει προ παντός να τονιστεί ότι, στο ιταλικό δίκαιο, η αποκλειστική προθεσμία στην οποία αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο δεν επηρεάζει μόνο τις ένδικες προσφυγές περί αναζητήσεως των ασυμβιβάστων με το κοινοτικό δίκαιο τελών, αλλά όλες τις ένδικες προσφυγές περί αναζητήσεως των κακώς καταβληθέντων τελών υπέρ του Δημοσίου, ασχέτως του αν το αχρεώστητο της καταβολής απορρέει από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο.
38 Πράγματι, όπως υπογράμμισα περιγράφοντας την εθνική ρύθμιση που ισχύει για τις ένδικες προσφυγές περί αναζητήσεως των κακώς καταβληθέντων τελών (28), το άρθρο 13, δεύτερο εδάφιο, του DPR 641/72 δεν περιορίζεται μόνο στα τέλη που καταβάλλονται κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου: αντιθέτως, ορίζει ότι ο φορολογούμενος μπορεί να απαιτήσει την επιστροφή παντός εσφαλμένως καταβληθέντος τέλους υπέρ του Δημοσίου και ότι οφείλει να το πράξει εντός τριετούς αποκλειστικής προθεσμίας από της ημέρας της καταβολής. Ανάλογες προθεσμίες ισχύουν και για τις ένδικες προσφυγές περί αναζητήσεως άλλων, δασμολογικού χαρακτήρα, φορολογικών επιβαρύνσεων.
39 Η θεωρητική συζήτηση και ο προβληματισμός της νομολογίας στην Ιταλία σχετικά με την ερμηνεία της διατάξεως αυτής - και, πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά την έννοια της «εσφαλμένης καταβολής» - αποτελεί ζήτημα καθαρά εσωτερικού δικαίου, επί του οποίου, προφανώς, το Δικαστήριο δεν δικαιούται να εκφέρει γνώμη. Αρκεί να λεχθεί ότι το Corte suprema di cassazione, με την προμνησθείσα απόφαση αριθ. 3458/96, έκρινε ότι η αποκλειστική προθεσμία του άρθρου 13, δεύτερο εδάφιο, του DPR 641/72 καλύπτει όλα τα τέλη υπέρ του Δημοσίου τα οποία καταβλήθηκαν εκ λάθους ή αχρεωστήτως, και, κατά συνέπεια, και το επίδικο εν προκειμένω τέλος (29).
40 Εκκινώντας από το δεδομένο αυτό, θεωρώ ότι κανένας κανόνας ή αρχή του κοινοτικού δικαίου δεν εμποδίζουν τον εθνικό νομοθέτη να τάσσει, για την παραγραφή των δικαιωμάτων ή την άσκηση των ενδίκων προσφυγών, προθεσμίες διαφορετικές αναλόγως του συγκεκριμένου κλάδου δικαίου, υπό την προϋπόθεση ότι οι προθεσμίες αυτές εφαρμόζονται αδιακρίτως στα δικαιώματα που απορρέουν από εθνικούς κανόνες και σ' εκείνα που απορρέουν από κοινοτικούς κανόνες.
41 Πράγματι, ο εθνικός νομοθέτης είναι ελεύθερος να επιβάλλει αποκλειστικές προθεσμίες ή προθεσμίες παραγραφής στον φορολογικό τομέα, οι δε προθεσμίες αυτές δεν πρέπει αναγκαστικά να συμπίπτουν μ' εκείνες που καθορίζονται για άλλου είδους σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου. Κανένας κανόνας ή αρχή του κοινοτικού δικαίου δεν τον υποχρεώνουν να εξομοιώνει συναφώς τις φορολογικές σχέσεις προς τις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών.
42 Το ιταλικό δίκαιο, εξάλλου, προβλέπει πολύ διαφορετικές προθεσμίες αναλόγως του κλάδου δικαίου που αυτές αφορούν. Συγκεκριμένα, η γενική προθεσμία της παραγραφής (δεκαετής) καθορίζεται από το άρθρο 2946 του Αστικού Κώδικα, υπό την επιφύλαξη των «περιπτώσεων όπου ο νόμος προβλέπει άλλως»· και πράγματι, πολυάριθμες είναι οι νομικές διατάξεις που προβλέπουν βραχύτερες προθεσμίες για την απόσβεση ορισμένων δικαιωμάτων ή την παραγραφή ορισμένων αξιώσεων (30).
43 Όπως και όλα τα κράτη μέλη που κατέθεσαν εν προκειμένω παρατηρήσεις, δεν βλέπω κανέναν λόγο να μην επιτρέπεται στον εθνικό νομοθέτη να επιβάλλει για τις ένδικες προσφυγές περί αναζητήσεως των κακώς καταβληθέντων φόρων προθεσμίες ασκήσεως διαφορετικές από εκείνες που ισχύουν για τις αντίστοιχες αγωγές μεταξύ ιδιωτών.
44 Κατά τα λοιπά, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τον νόμιμο χαρακτήρα της διακρίσεως αυτής με τις σκέψεις 22 έως 25 της προμνησθείσας αποφάσεως Denkavit italiana. Αφού αναγνώρισε ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαιτεί αναγκαστικά ενιαίο και κοινό κανόνα σε όλα τα κράτη μέλη για τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η αμφισβήτηση ή η αναζήτηση φορολογικών επιβαρύνσεων που αντίκεινται στο δίκαιο αυτό, καθώς και ότι η ρύθμιση του ζητήματος αυτού ποικίλλει από το ένα κράτος μέλος σε άλλο, ακόμα δε και στο εσωτερικό κάθε κράτους, αναλόγως των διαφόρων ειδών των επιμάχων φόρων, το Δικαστήριο δέχθηκε το νόμιμο των δύο πιο σημαντικών ειδών των συναφών εθνικών καθεστώτων:
- Σε ορισμένες περιπτώσεις, η εθνική νομοθεσία εξαρτά τις αμφισβητήσεις ή τις αναζητήσεις των παρανόμως εισπραχθέντων φόρων από συγκεκριμένες τυπικές προϋποθέσεις και προϋποθέσεις προθεσμίας, τόσο όσον αφορά τις διοικητικές προσφυγές που απευθύνονται στη φορολογική διοίκηση όσο και όσον αφορά τις ένδικες προσφυγές.
- Σε άλλες περιπτώσεις, οι ένδικες προσφυγές περί αναζητήσεως των φορολογικών επιβαρύνσεων που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως πρέπει να ασκούνται ενώπιον των κοινών δικαστηρίων, ιδίως υπό τη μορφή αγωγών περί αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος. Οι ένδικες αυτές προσφυγές υπόκεινται σε μακρές λίγο-πολύ προθεσμίες, οι οποίες μπορεί ενίοτε να αντιστοιχούν στην προθεσμία παραγραφής του κοινού δικαίου.
45 Ευθύς αμέσως, το Δικαστήριο υποστήριξε, υπενθυμίζοντας την προμνησθείσα νομολογία Rewe και Comet, ότι, από πλευράς κοινοτικού δικαίου, οι προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούν τα διάφορα εθνικά καθεστώτα όσον αφορά τις ένδικες προσφυγές περί αναζητήσεως των ποσών που ειπράττονται κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου είναι οι ήδη προμνησθείσες προϋποθέσεις να μην υπάρχει διάκριση και να μην καθίσταται πρακτικώς αδύνατη η άσκηση των αντιστοίχων προσφυγών. Αμφότερες οι προϋποθέσεις, σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση της 10ης Ιουλίου 1997, Palmisani (31), αποτελούν, αντιστοίχως, έκφραση της «αρχής της ισοδυναμίας» (σε σχέση προς τις απαιτήσεις που επιβάλλονται για τις ανάλογες προσφυγές του εσωτερικού δικαίου) και της «αρχής της αποτελεσματικότητας» του κοινοτικού δικαίου.
46 Σε άλλη, ανάλογη της υπό κρίση, περίπτωση, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διευκρινίσει καλύτερα τη θεωρία αυτή, αποφαινόμενο επί προδικαστικού ερωτήματος το οποίο αφορούσε «κατ' ουσίαν το ζήτημα κατά πόσον οι γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου αντιτίθενται σε εθνικούς κανόνες που προβλέπουν ανυπέρθετη προθεσμία τριών ετών για την υποβολή αιτήσεως επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντων δασμών, χωρίς να προβλέπουν εξαίρεση δικαιολογούμενη από λόγους ανωτέρας βίας».
47 Η απάντηση που δόθηκε με την απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1989, Bessin και Salson (32), είναι απολύτως εφαρμόσιμη εν προκειμένω, καθόσον η αναλογία των εννόμων καταστάσεων είναι προφανής. Ο επίδικος τότε εθνικός κανόνας ήταν ο γαλλικός τελωνειακός κώδικας, ο οποίος επέβαλλε τριετή προθεσμία για την υποβολή αιτήσεως περί επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων εισαγωγικών δασμών: ο ειδικός αυτός κανόνας αφίστατο της προθεσμίας παραγραφής του κοινού δικαίου, η οποία ίσχυε, σύμφωνα με τον γαλλικό Αστικό Κώδικα, για τις αγωγές περί αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος.
48 Με την απόφασή του επ' αυτού του προδικαστικού ερωτήματος, το Δικαστήριο υπενθύμισε, καταρχάς, την προϋπόθεση της άνευ διακρίσεων εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας σε σχέση με τις διαδικασίες προς επίλυση καθαρά εθνικών διαφορών του αυτού είδους, καθώς και το ότι η νομοθεσία αυτή δεν πρέπει να καθιστά πρακτικώς αδύνατη την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η κοινοτική νομοθεσία, προτού αποφανθεί ότι η επίδικη τριετής προθεσμία παραγραφής ανταποκρίνεται «σε επιλογή του νομοθέτη η οποία δεν έχει ως αποτέλεσμα να θίξει την προαναφερθείσα υποχρέωση».
49 Τελικά, με δύο αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, Texaco και Οlieselskabet Danmark (33), και Haahr Petroleum (34), το Δικαστήριο επανέλαβε τη θεωρία αυτή κρίνοντας ότι «η πρόβλεψη ευλόγων αποκλειστικών προθεσμιών, η οποία αποτελεί εφαρμογή της θεμελιώδους αρχής της ασφάλειας δικαίου, πληροί τις δύο προπαρατεθείσες προϋποθέσεις και δεν μπορεί ιδίως να θεωρείται ότι καθιστά πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει το κοινοτικό δίκαιο, έστω και αν, εξ ορισμού, η πάροδος των προθεσμιών αυτών συνεπάγεται την απόρριψη, εν όλω ή εν μέρει, του ασκηθέντος ενδίκου βοηθήματος». Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι η πενταετής αποκλειστική προθεσμία που ισχύει κατά το δανικό δίκαιο για τις αγωγές περί επιστροφής εθνικών φόρων αντικειμένων στο κοινοτικό δίκαιο συμβιβάζεται με το δίκαιο αυτό, έστω και αν έχει ως αποτέλεσμα να εμποδίζει, εν όλω ή εν μέρει, τη ζητουμένη επιστροφή.
50 Συνεπώς, θα υφίστατο δυσμενής διάκριση αν ο ιταλικός κανόνας περί παραγραφής των αξιώσεων επιστροφής των κακώς καταβληθέντων φόρων προέβλεπε διαφορετικές προθεσμίες αναλόγως του αν η υποχρέωση επιστροφής απορρέει από το εθνικό ή από το κοινοτικό δίκαιο. Αυτό θα συνέβαινε αν η εκ του νόμου προθεσμία για την αίτηση επιστροφής του φόρου, λόγω του ασυμβιβάστου του φόρου αυτού με το κοινοτικό δίκαιο, ήταν βραχύτερη από την εκ του νόμου προθεσμία για την αναζήτηση του φόρου αυτού λόγω άλλης αιτίας στηριζόμενης στο εθνικό δίκαιο. Όμως, εφόσον αυτό δεν συμβαίνει και η προθεσμία που καθορίζει το άρθρο 13, δεύτερο εδάφιο, του DPR 641/72 εφαρμόζεται αδιακρίτως σε όλες τις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής του φόρου, ανεξαρτήτως της βάσεώς τους, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το κείμενο αυτό συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο.
51 Η Επιτροπή προτείνει, σ' αυτό το στάδιο της συζητήσεως, μια διαφορετική προσέγγιση που οδηγεί στην «πλήρη αναδιατύπωση» του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος. Κατά τη γνώμη της, το ερώτημα αυτό, όπως είναι διατυπωμένο, πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτο, καθόσον αναφέρεται απλώς σε ζήτημα ερμηνείας του εσωτερικού δικαίου, ή, άλλως, θα πρέπει να αναδιατυπωθεί ως ακολούθως:
«Απαγορεύει το κοινοτικό δίκαιο εθνική ρύθμιση η οποία, όπως ερμηνεύεται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, υποβάλλει τις ένδικες προσφυγές περί αναζητήσεως εθνικού φόρου αντιβαίνοντος στο άρθρο 10 της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ σε αποκλειστική προθεσμία η οποία προϋποθέτει πραγματική εξουσία φορολογήσεως του κράτους μέλους και ύπαρξη αντίστοιχης φορολογικής οφειλής, και όχι στην προθεσμία παραγραφής που ισχύει, βάσει της ίδιας αυτής εθνικής ρυθμίσεως, σε περίπτωση αντικειμενικώς αχρεωστήτου απορρέοντος από την απουσία εξουσίας φορολογήσεως του κράτους και της αντίστοιχης φορολογικής οφειλής;»
52 Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή ούτε όσον αφορά το υποτιθέμενο απαράδεκτο του προδικαστικού ερωτήματος ούτε όσον αφορά την αναγκαιότητα ή τη σκοπιμότητα της αναδιατυπώσεώς του.
53 Όσον αφορά το απαράδεκτο, δεν είναι βέβαιο ότι το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αφορά ζήτημα του εσωτερικού δικαίου, όπως θα ήταν αν επρόκειτο απλώς για την ερμηνεία της εννοίας «εσφαλμένως καταβληθέντα τέλη» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 13, δεύτερο εδάφιο, του DPR 641/72. Όλως αντιθέτως, αυτό το οποίο ερωτά το αιτούν δικαστήριο είναι αν, με βάση την ερμηνεία της εννοίας αυτής από τα ιταλικά δικαστήρια, η εφαρμογή τριετούς αποκλειστικής προθεσμίας όσον αφορά την επιστροφή του τέλους, αντί της δεκαετούς παραγραφής που ισχύει μεταξύ ιδιωτών, αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο. Το ερώτημα είναι, συνεπώς, παραδεκτό, δεδομένου ότι αποσκοπεί στη διευκρίνιση της νομολογίας του Δικαστηρίου όσον αφορά τις προϋποθέσεις ισότητας οι οποίες πρέπει να ισχύουν για τις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής φόρων αντιθέτων προς το κοινοτικό δίκαιο.
54 Ούτε η πρόταση αναδιατυπώσεως του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να γίνει δεκτή. Το αιτούν δικαστήριο ουδόλως ανατρέχει στις «προϋποθέσεις» του κύρους του άρθρου 13 του DPR 641/72 ή στην ύπαρξη ή μη ύπαρξη εξουσίας φορολογήσεως του κράτους προκειμένου να συναγάγει τη δυνατότητα εφαρμογής τριετούς αποκλειστικής προθεσμίας ή μιας άλλης, δεκαετούς προθεσμίας παραγραφής. Αντιθέτως, τα ζητήματα αυτά αποτελούν το αντικείμενο των προδικαστικών ερωτημάτων που υπέβαλαν άλλα ιταλικά δικαστήρια σχετικά με την επιστροφή του επιδίκου τέλους, οπότε η συναφής απάντηση θα πρέπει να δοθεί στο πλαίσιο αυτών των υποθέσεων (35).
55 Είναι, ωστόσο, αληθές ότι, στα νομικά επιχειρήματα της διατάξεως περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο υποστηρίζει ότι το «σύστημα της επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 13 του DPR 641/72» έρχεται σε αντίθεση με το γενικό καθεστώς της εθνικής έννομης τάξεως, σύμφωνα με το οποίο η αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων υπόκειται στη γενική δεκαετή παραγραφή του κοινού δικαίου. Το δικαστήριο αυτό προσθέτει ότι «με την απόφαση αριθ. 56 της 20ής Φεβρουαρίου 1995, το Corte costituzionale υπήγαγε στην εν λόγω κατηγορία αγωγών - αγωγή περί επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντων - την ασκούμενη από τον φορολογούμενο ένδικη προσφυγή για την επιστροφή των καταβληθέντων υπέρ του Δημοσίου τελών».
56 Υπό το αυτό πνεύμα, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η προμνησθείσα απόφαση του Corte costituzionale «φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση» με την άποψη που καθιέρωσε το Corte suprema di cassazione με την επίσης προμνησθείσα απόφαση αριθ. 3458/96: το Corte costituzionale χαρακτήρισε τις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής φόρων ως «αγωγές περί αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων», έκφραση η οποία, στο ιταλικό δίκαιο, έχει σαφή και μη διφορούμενη σημασία, καθόσον παραπέμπει στο άρθρο 2033 του Αστικού Κώδικα (αντικειμενικώς αχρεωστήτως καταβληθέν). Συνεπώς, η προθεσμία παραγραφής που εφαρμόζεται στις ένδικες αυτές προσφυγές είναι η δεκαετής προθεσμία και όχι η τριετής αποκλειστική προθεσμία που καθορίζει το DPR 641/72.
57 Κατά τη γνώμη μου, η υποτιθέμενη αυτή διάσταση μεταξύ των αποφάσεων των δύο ιταλικών δικαστηρίων (36) δεν υφίσταται και, αν υφίστατο, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφανθεί υπέρ της μιας ή της άλλης λύσεως. Θα επρόκειτο, εν πάση περιπτώσει, για απλό ζήτημα συγκρούσεως μεταξύ εσωτερικών νόμων (αφενός, του ιταλικού Αστικού Κώδικα και, αφετέρου, του DPR 641/72), η τελική λύση του οποίου θα έπρεπε να δοθεί από τα ιταλικά δικαστήρια και μόνο, με εφαρμογή του δικού τους δικονομικού συστήματος.
58 Το αποφασιστικής σημασίας στοιχείο δεν είναι, συνεπώς, το ότι οι ένδικες προσφυγές περί αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων υπόκεινται σε διαφορετικές προθεσμίες αναλόγως του αν πρόκειται για φορολογικές οφειλές ή για οφειλές σε αστικές υποθέσεις, αλλά το ότι η λύση που υιοθέτησε η εσωτερική έννομη τάξη, όπως αυτή ερμηνεύθηκε από τα δικαιοδοτικά όργανά της (37), εφαρμόζεται αδιακρίτως στις ένδικες προσφυγές περί αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος που στηρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο και σ' εκείνες που στηρίζονται στο εσωτερικό δίκαιο. Αυτό, όμως, ακριβώς συμβαίνει με το επίδικο τέλος, σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας στη δίκη ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου.
59 Η Επιτροπή υποστήριξε, τόσο με τις γραπτές παρατηρήσεις της όσο και, εκτενέστερα, κατά την προφορική διαδικασία, ότι η αρχή της ισοδυναμίας παραβιάζεται όταν στις ένδικες προσφυγές περί αναζητήσεως φόρων οι οποίες στηρίζονται σε παράβαση του κοινοτικού δικαίου επιφυλλάσσεται δυσμενέστερη μεταχείριση σε σχέση προς εκείνη της οποίας τυγχάνουν οι ένδικες προσφυγές αυτές στην Ιταλία όταν η αναζήτηση του αχρεωστήτως καταβληθέντος στηρίζεται σε παράβαση υπερτέρου κανόνα του εσωτερικού δικαίου, ειδικότερα όταν πρόκειται για φόρους καταβληθέντες δυνάμει αντισυνταγματικών εθνικών νόμων.
60 Κατά την άποψή της, τα «μέτρα του εθνικού δικαίου» που πρέπει να λαμβάνονται ως σημείο αναφοράς για την εφαρμογή της αρχής της ισοδυναμίας είναι οι ένδικες προσφυγές οι οποίες ασκούν οι φορολογούμενοι που έχουν καταβάλει φόρο σύμφωνα με εσωτερική νομοθεσία η οποία, στη συνέχεια, κηρύχθηκε αντισυνταγματική. Στις γραπτές παρατηρήσεις της, η Επιτροπή ανέφερε ότι όσο η ιταλική νομοθεσία όσο και η ιταλική νομολογία θεωρούσαν τις ένδικες αυτές προσφυγές ως περιπτώσεις «αναζητήσεως αντικειμενικώς αχρεωστήτως καταβληθέντος» υπαγόμενες στο καθεστώς του κοινού δικαίου του ιταλικού Αστικού Κώδικα (ήτοι στο άρθρο 2033) και, ως εκ τούτου, υποκείμενες σε δεκαετή παραγραφή. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή υποστήριξε σαφώς λιγότερο κατηγορηματική άποψη, αναγνωρίζοντας ότι το πρόβλημα αυτό «δεν επιδέχεται εύκολη λύση» και ότι στα ιταλικά δικαστήρια εναπόκειται να το λύσουν.
61 Αν δεχθούμε εκ προοιμίου ότι η τελευταία λέξη επί του σημείου αυτού ανήκει στα ιταλικά δικαστήρια, οι πληροφορίες τις οποίες παρέσχε κατά την προφορική διαδικασία η Ιταλική Κυβέρνηση δεν επιβεβαιώνουν ακριβώς τη θέση της Επιτροπής.
62 Πράγματι, η άποψη που υιοθέτησε το Corte suprema di cassazione (sezioni unite) με την απόφαση αριθ. 2876 της 9ης Ιουνίου 1989, όσον αφορά τις συνέπειες τις οποίες μπορεί να έχει μια απόφαση διαπιστώνουσα την αντισυνταγματικότητα φορολογικού νόμου σε σχέση με τα ήδη καταβληθέντα δυνάμει του νόμου αυτού ποσά, έχει ως εξής:
- Οι αποφάσεις με τις οποίες το Corte costituzionale κηρύσσει το παράνομο διατάξεων εχουσών τάξη νόμου εξαλείφουν αναδρομικώς τις διατάξεις αυτές από την έννομη τάξη, υπό την έννοια ότι δεν μπορούν πλέον οι διατάξεις αυτές να εφαρμοστούν στις εκκρεμείς έννομες σχέσεις· αυτές οι αποφάσεις όμως δεν επηρεάζουν τις ήδη παγιωθείσες έννομες σχέσεις, δηλαδή εκείνες των οποίων τα συστατικά αποτελέσματα έχουν παγιωθεί σε βαθμό ώστε να καθίστανται απρόσβλητες.
- Συγκεκριμένα, οι αποφάσεις αυτές δεν έχουν επίδραση επί των εννόμων σχέσεων στον δημοσιονομικό τομέα οι οποίες, για διαφόρους λόγους, πρέπει να θεωρούνται ως έχουσες εξαντλήσει τα αποτελέσματά τους. Στους λόγους αυτούς μπορεί να περιλαμβάνονται η ύπαρξη προγενέστερης δικαστικής αποφάσεως, το γεγονός ότι η εκκαθάριση του φόρου έχει καταστεί οριστική (είτε διότι δεν αμφισβητήθηκε είτε διότι η κινηθείσα κατ' αυτού διαδικασία δεν ευδοκίμησε) ή ακόμα η εκπνοή των προθεσμιών παραγραφής ή των αποκλειστικών προθεσμιών που καθορίζουν οι διατάξεις που διέπουν τον φόρο.
- Κατά συνέπεια, είναι απρόσβλητες οι πληρωμές που έχουν πραγματοποιηθεί προς τακτοποίηση φορολογικών οφειλών στηριζομένων σε δημοσιονομικές διατάξεις κηρυχθείσες αντισυνταγματικές, στην περίπτωση που οι φορολογούμενοι που προέβησαν στις πληρωμές αυτές άφησαν να παγιωθεί η αντίστοιχη έννομη σχέση.
- Πρέπει να απορριφθεί ρητώς η άποψη σύμφωνα με την οποία, δεδομένου του αναδρομικού αποτελέσματος της κηρύξεως της αντισυνταγματικότητας μιας διατάξεως, η φορολογική οφειλή είναι ανυπόστατη in radice και, κατά συνέπεια, η γενική διάταξη περί αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος (δηλαδή το άρθρο 2033 του ιταλικού Αστικού Κώδικα) παράγει άμεσο αποτέλεσμα ώστε η ένδικη προσφυγή να μπορεί να ασκηθεί κατά παρέκκλιση από τους μηχανισμούς αμφισβητήσεως των εκκαθαρίσεων φόρου και κατά παρέκκλιση από τις αποκλειστικές προθεσμίες που προβλέπουν οι δημοσιονομικές διατάξεις.
- Συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ως αβάσιμη η άποψη ότι, στις περιπτώσεις αυτές (και τούτο έστω και αν γίνει δεκτό το εξ υπαρχής ή επιγενόμενο ανυπόστατο μιας έγκυρης δημοσιονομικής σχέσεως), έχει εφαρμογή η προβλεπόμενη από τον Αστικό Κώδικα αγωγή αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος, αντί των ειδικών, τόσο δικονομικών όσο και ουσιαστικών, κανόνων που ισχύουν για τις διαφορές στον δημοσιονομικό τομέα.
63 Η ίδια αυτή άποψη επανελήφθη στην απόφαση αριθ. 5731 του Corte suprema di cassazione (sezioni unite civili) της 21ης Ιουνίου 1996, στην οποία συνοψίζεται ως εξής: «(...) η κήρυξη της αντισυνταγματικότητας της διατάξεως που καθιερώνει συγκεκριμένο φόρο δεν έχει καμία επίπτωση επί των δημοσιονομικών σχέσεων ως προς τις οποίες οι προθεσμίες που παρέχονται στους φορολογουμένους για την αμφισβήτηση της εκκαθαρίσεως του φόρου έχουν λήξει· δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κήρυξη της αντισυνταγματικότητας της διατάξεως που απονέμει εξουσία φορολογήσεως έχει ως αποτέλεσμα την εξαίρεση της διαφοράς από τις ιδιαίτερες προθεσμίες και διαδικασίες του δημοσιονομικού τομέα (...). Το μη συμβατό της φορολογικής διατάξεως με το Σύνταγμα δεν δικαιολογεί τη μη τήρηση των ιδιαιτέρων προθεσμιών και διαδικασιών του δημοσιονομικού τομέα και δεν επιτρέπει την αμφισβήτηση των εκκαθαρίσεων φόρων που δεν προσβλήθηκαν εγκαίρως, εντός των προθεσμιών που τάσσει η συναφής νομοθεσία (...)».
64 Δεν μπορεί, συνεπώς, να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Επιτροπής ότι υπάρχει άνιση μεταχείριση μεταξύ των ενδίκων προσφυγών περί αναζητήσεως κακώς καταβληθέντων φόρων, αναλόγως του αν οι προσφυγές αυτές στηρίζονται σε παράβαση υπερτέρου εθνικού κανόνα ή σε παράβαση κοινοτικού κανόνα.
65 Κατά συνέπεια, δεν είναι απαραίτητο ούτε να αναδιατυπωθεί το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα ούτε να εκληφθεί ως αναφερόμενο σε υποτιθέμενη ανισότητα των προϋποθέσεων που ισχύουν για την άσκηση των ενδίκων προσφυγών περί αναζητήσεως των κακώς καταβληθέντων φόρων. Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα είναι σαφές και σ' αυτό πρέπει να απαντήσει το Δικαστήριο. Ενόψει των σκέψεων που μόλις εξέθεσα, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει απάντηση που να επιβεβαιώνει την προηγούμενη νομολογία του, επαναλαμβάνοντας ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει να επιβάλλουν οι εθνικές έννομες τάξεις τριετή αποκλειστική προθεσμία για την άσκηση των προσφυγών κατά των δημοσιονομικών αρχών με αίτημα την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων, ακόμα και όταν η προθεσμία αυτή διαφέρει από την προθεσμία που ισχύει για τις αγωγές περί αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος μεταξύ ιδιωτών, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω προθεσμία εφαρμόζεται αδιακρίτως στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος οι οποίες στηρίζονται σε λόγους απτόμενους του εσωτερικού δικαίου και σ' εκείνες που στηρίζονται σε λόγους απορρέοντες από την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων.
Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
66 Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο προϋποθέτει καταφατική απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα, ερωτάται αν πρέπει να θεωρούνται ότι συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο εθνικές ρυθμίσεις οι οποίες, όσον αφορά τις ένδικες προσφυγές περί αναζητήσεως κακώς καταβληθέντων φόρων, καθορίζουν ως ημερομηνία ενάρξεως της τριετούς αποκλειστικής προθεσμίας την ημερομηνία καταβολής, ενώ κατά την ημερομηνία αυτή η εφαρμοστέα κοινοτική οδηγία δεν είχε ακόμα μεταφερθεί ορθώς στο εθνικό δίκαιο.
67 Οι γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλαν η προσφεύγουσα επιχείρηση, η Επιτροπή και διάφορα κράτη μέλη είχαν ως επίκεντρο τα αποτελέσματα, όσον αφορά το ζήτημα αυτό, της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 1991 στην υπόθεση Emmott (38). Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι «(...) μέχρι το χρονικό σημείο της ορθής μεταφοράς της οδηγίας, το κράτος μέλος που δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του δεν μπορεί να προβάλλει την εκπρόθεσμη κίνηση από έναν ιδιώτη της σχετικής κατ' αυτού ένδικης διαδικασίας για την προστασία των δικαιωμάτων που του αναγνωρίζονται από τις διατάξεις της οδηγίας αυτής, η δε σχετική προθεσμία δεν μπορεί να αρχίσει να τρέχει παρά μόνο μετά από το χρονικό αυτό σημείο» (39).
68 Είναι αληθές ότι, αργότερα, το Δικαστήριο περιόρισε την έκταση εφαρμογής της αποφάσεως Emmott, υπογραμμίζοντας ότι η εφαρμογή της είναι δυνατή μόνον εφόσον συντρέχουν οι αυτές ιδιαίτερες περιστάσεις που συνέτρεχαν στην υπόθεση εκείνη. Με τις αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 1993, Steenhorst-Neerings (40), και της 6ης Δεκεμβρίου 1994, Johnson (41), το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τη δυνατότητα εφαρμογής των εθνικών προθεσμιών παραγραφής στις αιτήσεις κοινωνικών παροχών οι οποίες στηρίζονται στην εφαρμογή ορισμένων οδηγιών, ακόμα και στην περίπτωση που οι οδηγίες αυτές δεν είχαν ακόμα μεταφερθεί δεόντως στο εθνικό δίκαιο.
69 Ενόσω ήταν ακόμα εκκρεμής η παρούσα διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το Δικαστήριο εξέδωσε τις προμνησθείσες αποφάσεις Haahr Petroleum, και Texaco και Olieselskabet Danmark. Με τις αποφάσεις αυτές, το Δικαστήριο απέρριψε και πάλι την εφαρμογή των νομολογιακών αρχών που διατυπώθηκαν με την απόφαση Emmott. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, οι δανικές τελωνειακές αρχές είχαν απορρίψει αίτηση περί επιστροφής - στηριζόμενη σε παράβαση του άρθρου 95 της Συνθήκης -, επικαλούμενες μια διάταξη του εθνικού δικαίου δυνάμει της οποίας η ένδικη προσφυγή για την επιστροφή των κακώς καταβληθέντων φόρων υπόκειται σε πενταετή παραγραφή από της ημερομηνίας καταβολής του φόρου. Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι, έστω και αν η διάταξη αυτή εμπόδιζε την επιστροφή, εν όλω ή εν μέρει, των επιδίκων φόρων, η εφαρμογή της σε αμφότερες τις περιπτώσεις δεν αντέβαινε στο κοινοτικό δίκαιο.
70 Τέλος, δύο μήνες πριν από την προφορική διαδικασία στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1997, Fantask κ.λπ. (42) η οποία έχει ιδιαίτερη σημασία για την παρούσα διαδικασία, καθόσον επρόκειτο για υπόθεση της οποίας τα πραγματικά περιστατικά και τα νομικά στοιχεία είναι ανάλογα με αυτά της υπό κρίση υποθέσεως. Η υπόθεση Fantask κ.λπ. έχει ως αντικείμενο την επιστροφή αχρεωστήτως εισπραχθέντων ποσών και αφορά:
- το ίδιο είδος εθνικού φόρου με τον επίδικο (δανικό τέλος εγγραφής των εταιριών στο οικείο μητρώο)·
- το ίδιο είδος ασυμβιβάστου της εθνικής νομοθεσίας που διέπει το εν λόγω τέλος με το κοινοτικό δίκαιο (συγκεκριμένα με την οδηγία 69/335)·
- την ίδια αντίθεση μεταξύ αποκλειστικής προθεσμίας και προθεσμίας παραγραφής του εθνικού δικαίου (πενταετούς κατά το εθνικό δίκαιο, από της ημερομηνίας της καταβολής του φόρου).
71 Όπως και στην υπό κρίση υπόθεση, στην υπόθεση Fantask κ.λπ. το εθνικό δικαστήριο, επιληφθέν διαφοράς εμφανίζουσας τα χαρακτηριστικά που ανέφερα ανωτέρω, ερώτησε το Δικαστήριο «(...) αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει σε κράτος μέλος να αντιτάσσει στις αξιώσεις επιστροφής τελών, που εισπράχθηκαν κατά παράβαση της οδηγίας, προθεσμία παραγραφής κατά το εθνικό δίκαιο εφόσον το εν λόγω κράτος μέλος δεν έχει μεταφέρει ορθά στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία αυτή». Τα επιχειρήματα των προσφευγουσών στην κύρια δίκη εταιριών και της Επιτροπής στηρίζονταν και επί της απόψεως που υιοθετήθηκε με την απόφαση Emmott, στην εφαρμογή της οποίας αντιτάχθηκαν οι κυβερνήσεις που υπέβαλαν παρατηρήσεις στην εν λόγω προδικαστική διαδικασία.
72 Το Δικαστήριο προέκρινε, για μια ακόμα φορά, την τελευταία αυτή λύση, επαναλαμβάνοντας τη συλλογιστική στην οποία αναφέρθηκα ανωτέρω.
73 Πρώτον, το Δικαστήριο υπενθύμισε, ως γενική αρχή, ότι, ελλείψει σχετικής κοινοτικής ρυθμίσεως, στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους εναπόκειται να ρυθμίσει τις διαδικαστικές λεπτομέρειες ασκήσεως αγωγών προς απόδοση του αχρεωστήτως καταβληθέντος, εφόσον οι λεπτομέρειες αυτές δεν είναι λιγότερο ευνοϋκές από εκείνες που αφορούν παρόμοιες αγωγές της εσωτερικής έννομης τάξεως ούτε καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγεί η κοινοτική έννομη τάξη.
74 Δεύτερον, το Δικαστήριο, αφού υπογράμμισε ότι συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο ο καθορισμός ευλόγων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων προσφυγών, προς το συμφέρον της ασφαλείας δικαίου που προστατεύει συγχρόνως και τον ενδιαφερόμενο φορολογούμενο και τη εμπλεκόμενη διοίκηση, τόνισε ότι τέτοιες προθεσμίες δεν μπορούν να θεωρηθούν ικανές να καταστήσουν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η κοινοτική έννομη τάξη, έστω και αν, εξ ορισμού, η πάροδος των προθεσμιών αυτών συνεπάγεται την απόρριψη, εν όλω ή εν μέρει, του ασκηθέντος ενδίκου βοηθήματος. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η πενταετής προθεσμία παραγραφής του δανικού δικαίου είναι εύλογη και εφαρμόζεται αδιακρίτως στις ένδικες προσφυγές που στηρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο και σ' εκείνες που στηρίζονται στο εσωτερικό δίκαιο.
75 Τρίτον, το Δικαστήριο απέρριψε για μία ακόμα φορά την εφαρμογή, σ' αυτού του είδους τις διαφορές, της νομολογίας Emmott, η λύση της οποίας δικαιλογούνταν από τις περιστάσεις που χαρακτήριζαν την υπόθεση εκείνη, όπου η αποκλειστική προθεσμία είχε ως αποτέλεσμα να στερεί πλήρως την αιτούσα της κύριας δίκης από τη δυνατότητα να προβάλει το απορρέον από κοινοτική οδηγία δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως.
76 Τέλος, το Δικαστήριο κατέληξε στο ότι, «στο παρόν στάδιο εξελίξεώς του, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος, το οποίο δεν μετέφερε ορθώς στο εσωτερικό του δίκαιο την οδηγία, να αντιτάσσει στις αξιώσεις επιστροφής τελών τα οποία εισπράχθηκαν κατά παράβαση της οδηγίας αυτής προθεσμία παραγραφής του εσωτερικού δικαίου η οποία αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία κατά την οποία τα τέλη αυτά κατέστησαν απαιτητά, εφόσον μια τέτοια προθεσμία δεν είναι λιγότερο ευνοϋκή για τις ένδικες προσφυγές που στηρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο απ' ό,τι για τις ένδικες προσφυγές που στηρίζονται στο εσωτερικό δίκαιο και δεν καθιστά πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η κοινοτική έννομη τάξη».
77 Ενόψει της σαφήνειας της διατυπωθείσας θέσεως και της προφανούς αναλογίας των πραγματικών και νομικών καταστάσεων μεταξύ των υποθέσεων Fantask κ.λπ. και της υπό κρίση υποθέσεως, η Επιτροπή εγκατέλειψε, κατά την προφορική διαδικασία, την προηγούμενη θέση της και αναγνώρισε ότι το ζήτημα είχε οριστικώς κριθεί με την έκδοση της αποφάσεως Fantask κ.λπ. Αντιθέτως, οι προσφεύγουσες των κυρίων δικών επιχείρησαν, στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας (43), να υπογραμμίσουν την ύπαρξη στοιχείων διαφοροποιήσεως μεταξύ της δανικής και της ιταλικής έννομης τάξεως, τα οποία, κατ' αυτές, καθιστούν ανεφάρμοστη τη νομολογία Fantask κ.λπ. στην υπό κρίση υπόθεση.
78 Κατά τη γνώμη μου, η απόπειρα αυτή είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Πρώτον, το σημείο εκκινήσεως της απόψεως αυτής είναι εσφαλμένο: αντί να αναζητούν τυχόν διαφορές μεταξύ της υποθέσεως Fantask κ.λπ. και της υπό κρίση υποθέσεως, θα έπρεπε να αποδείξουν την αντιστοιχία των καταστάσεων μεταξύ της υποθέσεως Emmott και της παρούσας υποθέσεως, δεδομένου ότι η μεταγενέστερη της αποφάσεως Emmott νομολογία ενέμεινε στο γεγονός ότι η λύση που υιοθετήθηκε με την τελευταία αυτή απόφαση υπαγορευόταν απο τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως. Κατά την προφορική διαδικασία, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υπογράμμισε συναφώς ότι - μεταξύ άλλων περιστάσεων - οι ίδιες οι αρχές, στην υπόθεση εκείνη, είχαν ζητήσει από την Τ. Emmott να μην κινήσει τη σχετική ένδικη διαδικασία. Αντιθέτως, τίποτα δεν εμπόδισε τις ιταλικές εταιρίες να ασκήσουν το δικαίωμά τους προς άσκηση ένδικης προσφυγής κατά των αντιστοίχων εκκαθαρίσεων φόρου (44).
79 Δεύτερον, και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, οι υποτιθέμενες διαφορές μεταξύ των δύο αυτών εθνικών νομοθεσιών στερούνται σημασίας όσον αφορά τις επιπτώσεις της νομολογίας Fantask κ.λπ. στην υπό κρίση περίπτωση. Είτε η προθεσμία είναι πενταετής είτε είναι τριετής, είτε προβλέπεται σε γενική διάταξη είτε προβλέπεται σε ειδική διάταξη ισχύουσα για ορισμένη κατηγορία τελών, είτε υπήρξε είτε όχι μεταστροφή της νομολογίας όσον αφορά την ερμηνεία της προϋπάρχουσας αυτής διατάξεως, σημασία έχει ότι το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι η - τριετής ή πενταετής - αποκλειστική προθεσμία που ισχύει για τις ένδικες προσφυγές περί αναζητήσεως φόρων οι οποίες στηρίζονται σε λόγους κοινοτικού δικαίου μπορεί να αρχίσει να τρέχει ήδη από το χρονικό σημείο κατά το οποίο οι φόροι αυτοί καταβλήθηκαν και όχι από το χρονικό σημείο κατά το οποίο το κράτος μετέφερε ορθώς την οδηγία στο εσωτερικό του δίκαιο.
80 Το βάσιμο της θέσεως αυτής - η οποία, προδήλως, προϋποθέτει απουσία συναφών κανόνων κοινοτικού δικαίου και ύπαρξη κανόνα της εθνικής νομοθεσίας ο οποίος καθορίζει αποκλειστική προθεσμία κατά τρόπο μη εισάγοντα διακρίσεις - δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι η εκπνοή της προθεσμίας αυτής αποκλείει, όπως είναι εύλογο, την επιστροφή του ήδη εισπραχθέντος φόρου. Αυτό είναι ίδιον μιας τέτοιας αποκλειστικής προθεσμίας εμφανίζουσας αυτά τα χαρακτηριστικά και εμπνεομένης από την αρχή της ασφαλείας δικαίου· αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί την αποτελεσματικότητα του δικαιώματος στην ένδικη προστασία: επί τρία έτη μετά την καταβολή, οι φορολογούμενοι είχαν τη δυνατότητα να προσβάλουν την εκκαθάριση του φόρου.
81 Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η λύση αυτή δεν είναι ιδιαίτερα ικανοποιητική από πλευράς των φορολογουμένων οι οποίοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν φόρο αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο. Και αυτό είναι αλήθεια. Μια δυνατή λύση, καίτοι ενέχουσα σοβαρές δυσκολίες, θα ήταν να θεσπιστεί ένας ενιαίος κοινοτικός κανόνας ως προς το ζήτημα αυτό, ο οποίος θα εναρμόνιζε τα διάφορα εθνικά συστήματα. Επί όσο χρονικό διάστημα δεν θα υφίσταται τέτοιος κανόνας, θα εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίζουν, σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν επανειλημμένως διατυπωθεί, τις προϋποθέσεις στις οποίες υπόκεινται οι ένδικες προσφυγές περί αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος.
82 Είναι αληθές ότι, κάνοντας χρήση της ευχέρειας αυτής, τα κράτη μέλη - και, εν προκειμένω, η Ιταλική Δημοκρατία - οφείλουν να ενεργούν σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 5 της Συνθήκης. Είναι επίσης αληθές ότι, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις των μερών, η πολιτική που εφαρμόζουν οι ιταλικές αρχές όσον αφορά την επιστροφή του επιδίκου τέλους φαίνεται ότι, από ορισμένες πλευρές, δημιούργησε για τις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής του τέλους περισσότερα εμπόδια απ' όσα θα μπορούσαν να θεωρηθούν εύλογα κατά το άρθρο αυτό (45). Η παρούσα όμως προδικαστική διαδικασία δεν μπορεί να μετατραπεί σε διαδικασία λόγω παραβάσεως κράτους κατά το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΚ και, επιπλέον, δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι η επίσημη συμπεριφορά της Ιταλικής Δημοκρατίας υπήρξε, κατ' ουσίαν, σύμφωνη προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Συνθήκη: τα νομοθετικά της όργανα κατάργησαν το μέρος εκείνο του εθνικού φόρου το οποίο αντέβαινε στο κοινοτικό δίκαιο και αναγνώρισαν ρητώς το δικαίωμα στην επιστροφή του φόρου αυτού (46), δικαίωμα το οποίο τα ιταλικά δικαιοδοτικά όργανα προάσπισαν, καίτοι - είναι αλήθεια - εντός των ορίων των κανόνων του εθνικού δικαίου περί αποκλειστικής προθεσμίας για την άσκηση των ενδίκων προσφυγών.
Πρόταση
83 Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα του Tribunale civile di Genova:
«1) Η εφαρμογή των αποκλειστικών προθεσμιών που προβλέπει η εθνική νομοθεσία για την άσκηση ένδικης προσφυγής περί επιστροφής φόρων αχρεωστήτως καταβληθέντων δεν ισοδυναμεί προς διαχρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων αποφάσεως του Δικαστηρίου, τον οποίο μόνον το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να αποφασίζει.
2) Το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει να επιβάλλουν οι εθνικές έννομες τάξεις τριετή αποκλειστική προθεσμία για την άσκηση των προσφυγών κατά των δημοσιονομικών αρχών με αίτημα την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων, ακόμα και όταν η προθεσμία αυτή διαφέρει από την προθεσμία που ισχύει για τις αγωγές περί αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος μεταξύ ιδιωτών, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω προθεσμία εφαρμόζεται αδιακρίτως στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος οι οποίες στηρίζονται σε λόγους απτόμενους του εσωτερικού δικαίου και σ' εκείνες που στηρίζονται σε λόγους απορρέοντες από την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων.
3) Το κοινοτικό δίκαιο δεν αποκλείει την εφαρμογή, σε αίτηση περί επιστροφής φόρου ο οποίος δεν συμβιβάζεται με οδηγία, εθνικής ρυθμίσεως δυνάμει της οποίας η ένδικη προσφυγή προς ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων υπόκειται σε τριετή αποκλειστική προθεσμία από της ημερομηνίας της καταβολής του φόρου, ακόμα και όταν η ρύθμιση αυτή έχει ως συνέπεια να εμποδίζει, εν όλω ή εν μέρει, την εν λόγω επιστροφή του φόρου.»
(1) - Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-71/91 και C-178/91, Συλλογή 1993, σ. Ι-1915.
(2) - ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 20.
(3) - Βλ. νομοθετικό διάταγμα 331 της 30ής Αυγούστου 1993, το οποίο κατέστη νόμος 427 της 29ης Οκτωβρίου 1993.
(4) - Συναφώς, βλ. τις αποφάσεις του Corte suprema di cassazione (πρώτο πολιτικό τμήμα) της 28ης Μαρτίου 1994, αριθ. 2992, και της 23ης Νοεμβρίου 1994, αριθ. 9900, καθώς και την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1996, αριθ. 4468/96 και 3458/96, η οποία εκδόθηκε από την ολομέλεια (sezioni unite) του Corte suprema di cassazione. Ομοίως, στη δεύτερη σκέψη της αποφάσεως αριθ. 56 της 24ης Φεβρουαρίου 1995, το Corte costituzionale, αφού υπενθύμισε τις νομοθετικές περιπέτειες του τέλους, έκρινε όσον αφορά τα προ της καταργήσεώς του (1993) έτη τα εξής: «Δεδομένου ότι το τέλος εισπράχθηκε αχρεωστήτως από το Ιταλικό Δημόσιο, κατά παράβαση του άρθρου 10 της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ της 17ης Ιουλίου 1969, όπως αυτό ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων με την απόφαση της 20ής Απριλίου 1993 στις υποθέσεις C-71/91 και C-178/91, τα καταβληθέντα ποσά μπορούν να αναζητηθούν βάσει του κοινοτικού δικαίου, το οποίο έχει άμεση εφαρμογή στην ιταλική έννομη τάξη».
(5) - Το άρθρο 633 του ιταλικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας επιτρέπει στα δικαστήρια, όταν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις (βέβαια χρηματική και ληξιπρόθεσμη απαίτηση αποδεικνυόμενη δια δημοσίου ή ιδιωτικού εγγράφου), να εκδίδουν «decreto ingiuntivo» (διαταγή πληρωμής), που αποτελεί τίτλο προσωρινώς εκτελεστό για την είσπραξη του ζητουμένου ποσού.
(6) - Η εφαρμογή του νόμου 428/90 στις ένδικες προσφυγές περί αναζητήσεως ορισμένων φορολογικών επιβαρύνσεων αποτελεί το αντικείμενο των προδικαστικών ερωτημάτων στις υποθέσεις C-228/96, Aprile II, και C-343/96, Dilexport.
(7) - Υπόθεση 43/75, Συλλογή τόμος 1976, σ. 175.
(8) - Η ίδια τεχνική χρησιμοποιείται συχνά από τα συνταγματικά - ή εξομοιούμενα προς αυτά - δικαστήρια, όταν αυτά αντιμετωπίζουν προβλήματα που απορρέουν από την κήρυξη ενός νόμου ως αντισυνταγματικού. Βλ., συναφώς, το άρθρο του E. Garcνa de Enterrνa: «Un paso importante para el desarrollo de nuestra justicia constitucional: la doctrina prospectiva en la declaraciσn de ineficacia de las leyes inconstitucionales», Revista Espaρola de Derecho Administrativo, 1989, αριθ. 61, σ. 5 επ.
(9) - «Αν η προσφυγή είναι βάσιμη, το Δικαστήριο κηρύσσει την προσβαλλόμενη πράξη άκυρη. Αν το Δικαστήριο κηρύξει κανονισμό άκυρο, προσδιορίζει, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, εκείνα τα αποτελέσματα του ακυρωθέντος κανονισμού που θεωρούνται ότι διατηρούν την ισχύ τους.»
(10) - Απόφαση της 26ης Απριλίου 1994, C-228/92, Roquette Frθres (Συλλογή 1994, σ. Ι-1445, σκέψη 17).
(11) - Έτσι, στην απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-163/90, Legros κ.λπ. (Συλλογή 1992, σ. Ι-4625, σκέψη 30), αναφέρεται ότι: «πρέπει να επισημανθεί ότι μόνο κατ' εξαίρεση μπορεί το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή της γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου που είναι συμφυής με την κοινοτική έννομη τάξη, να αποφασίσει τον περιορισμό της δυνατότητας που έχει κάθε ενδιαφερόμενος να επικαλεστεί μια διάταξη που αυτό έχει ερμηνεύσει προκειμένου να τεθούν υπό αμφισβήτηση έννομες σχέσεις που έχουν καλοπίστως συναφθεί (...). Προκειμένου να αποφασιστεί αν επιβάλλεται ή όχι ο διαχρονικός περιορισμός του πεδίου εφαρμογής μιας αποφάσεως, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, καίτοι οι πρακτικές συνέπειες κάθε δικαστικής αποφάσεως πρέπει να σταθμίζονται με προσοχή, δεν μπορεί, εντούτοις, μια τέτοια μέριμνα να καταλήγει στο να περιορίζεται η αντικειμενικότητα του δικαίου και να διακυβεύεται η μελλοντική του εφαρμογή λόγω των επιπτώσεων που μια δικαστική απόφαση μπορεί να συνεπάγεται για το παρελθόν (απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 24/86, Blaizot, Συλλογή 1988, σ. 379, σκέψεις 28 και 30)».
(12) - Υπόθεση 61/79, Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 605, σκέψη 16.
(13) - Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-367/93 έως C-377/93, Συλλογή 1995, σ. Ι-2229, σκέψη 42.
(14) - Υπόθεση C-330/95, Συλλογή 1997, σ. Ι-3801, σκέψη 28.
(15) - Υπόθεση C-415/93, Συλλογή 1995, σ. Ι-4921, σκέψη 141.
(16) - Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-179/94 και C-252/94, Συλλογή 1996, σ. Ι-505, σκέψη 47.
(17) - Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1976, 33/76 (Συλλογή τόμος 1976, σ. 747).
(18) - Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1976, 45/76 (Συλλογή τόμος 1976, σ. 765).
(19) - Έρεισμα του δικαιώματος αυτού, όταν πρόκειται για την επιστροφή εθνικών φόρων ασυμβιβάστων με το κοινοτικό δίκαιο, μπορεί να αναζητηθεί σε πλείονες κανόνες ή αρχές, των οποίων γίνεται επίκληση σε διάφορες αποφάσεις του Δικαστηρίου. Έτσι, έγινε επίκληση του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΚ, στο μέτρο που η διάταξη αυτή επιβάλλει στα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη αυτή· σε άλλες περιπτώσεις, προβλήθηκε η ανάγκη διασφαλίσεως του αμέσου αποτελέσματος του κοινοτικού κανόνα ο οποίος ήταν αντίθετος προς την εθνική διάταξη που προέβλεπε τον φόρο· επίσης, έγινε επίκληση της γενικής απαγορεύσεως του αδικαιολογήτου πλουτισμού, που θα συνέτρεχε αν το κράτος δεν προέβαινε στην επιστροφή των αχρεωστήτως εισπραχθέντων ποσών.
(20) - Υπόθεση 240/87, Συλλογή 1988, σ. 3513.
(21) - Η διατύπωση αυτή είναι πάγια σε μια ήδη μακρά σειρά αποφάσεων οι οποίες, από τις υποθέσεις Rewe και Comet και εντεύθεν, εκδόθηκαν επί του θέματος αυτού: μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 1979, 177/78, Mc Carren (Συλλογή τόμος 1979/IΙ, σ. 67), της 27ης Φεβρουαρίου 1980, 68/79, Just (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 253)· της 5ης Μαρτίου 1980, 265/78, Ferwenda (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 313)· προμνησθείσα απόφαση Denkavit italiana· αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1980, 811/79, Ariete (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 637)· της 10ης Ιουλίου 1980, 826/79, MIRECO (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 643)· της 9ης Νοεμβρίου 1983, 199/82, San Giorgio (Συλλογή 1983, σ. 3595)· της 25ης Φεβρουαρίου 1988, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 331/85, 376/85 και 378/85, Bianco και Girard (Συλλογή 1988, σ. 1099), και της 23ης Μαου 1996, C-5/94, Hedley Lomas (Συλλογή 1996, σ. Ι-2553).
(22) - Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ένας τέτοιος περιορισμός πρέπει να προβλέπεται από την ίδια την απόφαση με την οποία το Δικαστήριο αποφαίνεται επί της ζητηθείσας ερμηνείας. Προφανώς, μόνο το Δικαστήριο έχει την εξουσία να περιορίζει τα διαχρονικά αποτελέσματα των αποφάσεών του.
(23) - Είναι αληθές ότι, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Επιτροπή είχε ήδη παραπέμψει στην απόφαση Deville και στην τυχόν αναλογία μεταξύ της αποφάσεως εκείνης και της υπό κρίση υποθέσεως, το είχε όμως πράξει σε μάλλον υποθετικό τόνο. Έτσι, στο σημείο 16 των εν λόγω παρατηρήσεων, η Επιτροπή «(...) διερωτάται μήπως (...) η ερμηνευτική αρχή που διατυπώνεται στην απόφαση Deville θα μπορούσε να εφαρμοστεί και (...) η Επιτροπή δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να (...) είναι δυνατόν να συναχθεί συμπέρασμα το οποίο, κατά παραλλαγή του ιδίου του διατακτικού της αποφάσεως Deville, να μπορεί να διατυπωθεί ως εξής (...)».
(24) - Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο εθνικός νομοθέτης δεν μπορεί να θεσπίσει, μετά την έκδοση αποφάσεως του Δικαστηρίου από την οποία προκύπτει ότι ορισμένη νομοθετική ρύθμιση αντιβαίνει στη Συνθήκη, διαδικαστικό κανόνα ο οποίος να μειώνει ειδικά τις δυνατότητες αναζητήσεως των φόρων οι οποίοι έχουν κακώς εισπραχθεί δυνάμει της εν λόγω νομοθετικής ρυθμίσεως.
(25) - Απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 309/85 (Συλλογή 1988, σ. 355).
(26) - Η προταθείσα απάντηση είχε ως εξής: «Μετά από απόφαση του Δικαστηρίου διαπιστώνουσα ότι μια συγκεκριμένη φορολογική νομοθετική ρύθμιση είναι ασυμβίβαστη με κοινοτική οδηγία, τα δικαστήρια κράτους μέλους δεν μπορούν να δώσουν σε διαδικαστικό κανόνα νέα ερμηνεία μειώνουσα ειδικά τη δυνατότητα των ενδιαφερομένων προς αναζήτηση φόρου κακώς εισπραχθέντος από το εν λόγω κράτος μέλος.»
(27) - Βλ. σημείο 12 των παρουσών προτάσεων.
(28) - Σημείο 7 των παρουσών προτάσεων.
(29) - Βλ. συναφώς, στο σημείο 12 των παρουσών προτάσεων, τα επιχειρήματα της αποφάσεως εκείνης του Corte suprema di cassazione.
(30) - Στο ίδιο τον ιταλικό Αστικό Κώδικα, τα άρθρα 2947 επ. προβλέπουν, σε μέρη επιγραφόμενα «Περί της βραχείας παραγραφής» και «Περί της τεκμαιρομένης παραγραφής», περιπτώσεις όπου οι προθεσμίες είναι βραχύτερες του κοινού δικαίου. Αυτό ισχύει, π.χ., για την αποκατάσταση ζημιών (πενταετής παραγραφή), τις σχέσεις μεταξύ εταίρων (πενταετής παραγραφή), τις συμβάσεις μεταφοράς και τις ασφαλιστικές συμβάσεις (ετήσια παραγραφή), τις εργασιακές σχέσεις (ετήσια ή τριετής παραγραφή, αναλόγως της περιπτώσεως), κ.λπ.
(31) - C-261/95, Συλλογή 1997, σ. Ι-4025.
(32) - 386/87, Συλλογή 1989, σ. 3551, σκέψεις 15 έως 18.
(33) - C-114/95 και C-115/95, Συλλογή 1997, σ. Ι-4263, σκέψεις 45 έως 49.
(34) - C-90/94, Συλλογή 1997, σ. Ι-4085, σκέψεις 46 έως 53.
(35) - C-10/97 έως C-22/97. Κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή απέφυγε να διατυπώσει παρατηρήσεις όσον αφορά τα αποτελέσματα τυχόν «νομικώς ανυποστάτου» των εθνικών νόμων που αντιβαίνουν στο κοινοτικό δίκαιο, το οποίο μπορεί, κατά τη γνώμη της, να συναχθεί από την απόφαση Simmenthal, και δήλωσε ρητώς ότι προτιμούσε να αναβάλει την ανάπτυξη των επιχειρημάτων της επί του σημείου αυτού έως την προφορική διαδικασία στις υποθέσεις αυτές.
(36) - Η απόφαση του Corte costituzionale αναφερόταν αποκλειστικά και μόνο στην υποχρέωση εξαντλήσεως των διοικητικών προσφυγών ως απόλυτης προϋποθέσεως για την άσκηση ένδικης προσφυγής. Η προϋπόθεση αυτή κρίθηκε αντισυνταγματική βάσει της ακόλουθης συλλογιστικής: «Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του παρόντος δικαστηρίου, η εξάρτηση της ασκήσεως ένδικης προσφυγής από την προηγούμενη εξάντληση των διοικητικών προσφυγών, με την καθυστέρηση που αυτή συνεπάγεται για την άσκηση μιας τέτοιας ένδικης προσφυγής πριν από την παρέλευση ορισμένου χρόνου από της ασκήσεως της διοικητικής προσφυγής, είναι θεμιτή μόνον αν δικαιολογείται από επιταγές γενικής φύσεως ή από υπέρτερους σκοπούς δικαίου, χωρίς αυτό να απαλλάσσει τον νομοθέτη, ακόμα και υπό τις περιστάσεις αυτές, να μεριμνά ώστε η επιβαλλόμενη επιβάρυνση να είναι η λιγότερο επαχθής. Για τις διαφορές που προβλέπονται στο άρθρο 12 του DPR 641/72, καθώς και για τις διαφορές που προβλέπονται στις αντίστοιχες διατάξεις των διαταγμάτων 640 και 642, καμία ratio δεν δικαιολογεί τον επιβληθέντα περιορισμό της αρχής του άρθρου 24 του Συντάγματος. Πρόκειται για διαφορές που δεν προϋποθέτουν τεχνικούς ελέγχους καθιστώντες αναγκαίο ή σκόπιμο να προηγείται της φάσεως ενώπιον του δικαστηρίου μια φάση διοικητικής εξετάσεως της διαφοράς (βλ. απόφαση 15 του 1991), κατά μείζονα δε λόγο όταν πρόκειται, όπως εν προκειμένω, για αίτηση περί επιστροφής φόρων κακώς εισπραχθέντων από τη δημοσιονομική αρχή. Ουδόλως δικαιολογείται το προνόμιο ενός ειδικού καθεστώτος, υπέρ του οφειλέτη, όσον αφορά τις ένδικες προσφυγές περί αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων που ασκούνται κατά του Δημοσίου.» Η Επιτροπή απομάκρυνε την τελευταία αυτή φράση από το όλο πλαίσιο της αποφάσεως, για να την εφαρμόσει στις αποκλειστικές προθεσμίες που ισχύουν για τις ένδικες αυτές προσφυγές, πράγμα το οποίο, κατά τη γνώμη μου, υπερβαίνει σαφέστατα τη ratio decidendi της αποφάσεως αυτής η οποία ουδαμού αναφέρεται στα ζητήματα των προθεσμιών ασκήσεως των ενδίκων προσφυγών περί αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων, αλλά αναφέρεται στη μη δικαιολογημένη επιβολή της υποχρεώσεως της προηγουμένης εξαντλήσεως των διοικητικών προσφυγών.
(37) - Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως δηλώσει (βλ., μεταξύ των πλέον προσφάτων, την απόφαση της 29ης Μαου 1997, C-300/95, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 1997, σ. Ι-2649, σκέψη 37) ότι το περιεχόμενο των εθνικών νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένης υπόψη της ερμηνείας τους από τα εθνικά δικαστήρια.
(38) - C-208/90, Συλλογή 1991, σ. Ι-4269.
(39) - Σκέψη 23.
(40) - C-338/91, Συλλογή 1993, σ. Ι-5475.
(41) - C-410/92, Συλλογή 1994, σ. Ι-5483.
(42) - C-188/95, Συλλογή 1997, σ. Ι-6783, σκέψεις 42 έως 52.
(43) - Διεξήχθη κοινή προφορική διαδικασία για τις ακόλουθες υποθέσεις: Edis (C-231/96), Spac (C-260/96), Ansaldo Energia (C-279/96), Marine Insurance Consultants (C-280/96) και GMB κ.λπ. (C-281/96).
(44) - Ο δικηγόρος της εταιρίας Edis το τόνισε αυτό όταν, κατά την προφορική διαδικασία, αναγνώρισε ότι ήδη το 1989 (και, συνεπώς, όχι μόνο πριν από την έκδοση της αποφάσεως Ponente Carni, αλλά και πριν από την υποβολή της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή) μια άλλη εταιρία Edis, συνδεδεμένη με την πελάτισσά του εταιρία, και ορισμένες ιταλικές επιχειρήσεις είχαν προσβάλει ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων την εκκαθάριση του τέλους εγγραφής στο Μητρώο. Οι προσφυγές αυτές, καίτοι απορρίφθηκαν για ζητήματα ουσίας, καταδεικνύουν ότι ουδείς αρνήθηκε στις εν λόγω εταιρίες το δικαίωμα ένδικης προστασίας.
(45) - Μεταξύ των δυσκολιών αυτών περιλαμβάνεται και η υποχρέωση της ασκήσεως ένδικης προσφυγής προς απόκτηση εκτελεστού τίτλου κατά του Δημοσίου, απαίτηση η οποία, εξάλλου, μπορεί να δημιουργήσει αδικαιολόγητη εμπλοκή της διαδικασίας - και, κατά συνέπεια, καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης - σε βάρος των φορολογουμένων.
(46) - Το άρθρο 61 του νομοθετικού διατάγματος 331, της 30ής Αυγούστου 1993, καθορίζει τους λεπτομερείς κανόνες της επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών του φόρου, ήτοι προβλέποντας την υποβολή διοικητικής ενστάσεως (για τα ποσά που καταβλήθηκαν για το φορολογικό έτος 1992) ή συμψηφισμό (για τα ποσά που καταβλήθηκαν για το έτος 1993).
Full & Egal Universal Law Academy