Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Α - Εισαγωγή
1 Αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως είναι οι κατ' αποκοπή μειώσεις των αναλαμβανομένων από το ΕΓΤΠΕ (1) δαπανών, κατά των οποίων βάλλει η προσφεύγουσα. Οι μειώσεις αυτές αφορούν, αφενός, μέτρα παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος και, αφετέρου, μέτρα παρεμβάσεως στο πλαίσιο της δημόσιας αποθεματοποιήσεως των σιτηρών. Τα δύο αυτά ζητήματα είναι σκόπιμο να εξεταστούν χωριστά.
2 Όσον αφορά τα μέτρα παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος, η Επιτροπή, ως καθής, δικαιολογεί τη σχετική μείωση με το επιχείρημα ότι οι εθνικές αρχές δέχθηκαν, στο πλαίσιο των αγορών εκ μέρους των οργανισμών παρεμβάσεως, πολλαπλές προσφορές (ομαδικές ή συνδεόμενες προσφορές) (2), οι οποίες ήσαν παράνομες. Οι προσφορές αυτές είχαν ενδεχομένως κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Πράγματι, οσάκις πολύ μεγάλες ποσότητες βοείου κρέατος προσφέρονται προς πώληση στο πλαίσιο του συστήματος παρεμβάσεως, καθίσταται αναγκαία η μείωση των ποσοτήτων αυτών διά της εφαρμογής ενός συντελεστή (3). Όμως, οι υποβάλλοντες προσφορά κερδοσκοπούν διά της υποβολής διογκωμένων προσφορών, επειδή επιδιώκουν επιπλέον να πωλήσουν, στο πλαίσιο του συστήματος παρεμβάσεως, τη συνολική ποσότητα κρέατος που διαθέτουν. Αν ένας υποβάλλων προσφορά εικάζει ότι θα καθοριστεί συγκεκριμένος συντελεστής μειώσεως, προσφέρει προς πώληση στο πλαίσιο του συστήματος παρεμβάσεως μια αντιστοίχως μεγαλύτερη ποσότητα. Αν τελικώς καθοριστεί συντελεστής ο οποίος δεν είναι τόσο υψηλός όσο υπέθετε, ο υποβαλών προσφορά οφείλει να παραδώσει στον οργανισμό παρεμβάσεως μεγαλύτερη ποσότητα κρέατος απ' εκείνη που πράγματι διαθέτει. Αν δεν μπορεί να εκτελέσει τη σύμβαση που συνήψε με τον οργανισμό παρεμβάσεως παραδίδοντας ποσότητα αντιπροσωπεύουσα το 85 ή το 95 % της προσφερθείσας, χάνει ολικώς ή μερικώς τη συσταθείσα για το συνολικό ποσό εγγύηση (4).
3 Αν όμως ο υποβάλλων προσφορά κατανέμει την αρχική του προσφορά σε πλείονες μικρές προσφορές, τις οποίες υποβάλλει μέσω αχυρανθρώπων, μειώνεται ο κίνδυνος απώλειας της εγγυήσεως. Αν δεν μπορεί να παραδώσει ολόκληρη την προσφερθείσα ποσότητα, μπορεί, εφόσον έχει υποβάλει πλείονες μικρές προσφορές, να παραδώσει τις ποσότητες που αφορούν τουλάχιστον ορισμένες από αυτές, έτσι ώστε να μη χάσει την εγγύηση. Βέβαια, όσον αφορά τις υπόλοιπες προσφορές, που αφορούν ποσότητες τις οποίες δεν μπορεί πλέον να παραδώσει, η εγγύηση καταπίπτει, πλην όμως δεν υπολογίζεται επί του συνολικού ποσού όλων των προσφορών που υπέβαλε, αλλά μόνο βάσει του ποσού καθεμιάς από τις προσφορές αυτές, που είναι μικρότερο. Έτσι, περιορίζεται το ποσό της καταπίπτουσας εγγυήσεως, ενώ συχνά υπερκαλύπτεται από το επιτευχθέν κέρδος.
4 Από τούτο προκύπτει σαφώς, κατά την άποψη της Επιτροπής, ότι η υποβολή πλειόνων προσφορών ευνοεί την κερδοσκοπία, δεδομένου ότι περιορίζεται το αποτέλεσμα της συστάσεως εγγυήσεως.
5 Η Επιτροπή φρονεί ότι η ψευδής προσφορά μεγαλύτερων ποσοτήτων, συνδυαζόμενη με κερδοσκοπικές ενέργειες, αντιβαίνει προς την οικονομία του συστήματος παρεμβάσεως. Το σύστημα αυτό σκοπεί - σε περίπτωση πτώσεως των τιμών της αγοράς κάτω από ορισμένο ποσό - στη σταθεροποίηση της αγοράς και στην αποτροπή ή στον περιορισμό μιας σημαντικής μειώσεως των τιμών, π.χ., μέσω αγορών εκ μέρους των οργανισμών παρεμβάσεως (5). Ο κανονισμός 859/89 (6) θέσπισε μια διαδικασία δημοπρασίας (7). Στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας δημοπρασίας, οι τιμές αγοράς και οι αγοραζόμενες ποσότητες καθορίζονται βάσει των παραληφθεισών προσφορών (8).
6 Οι κερδοσκοπικές προσφορές, οι οποίες - όπως προαναφέρθηκε - ευνοούνται από την υποβολή πολλαπλών προσφορών, εμποδίζουν την επιτυχή εφαρμογή των μέτρων παρεμβάσεως. Δεδομένου ότι προσφέρεται μεγαλύτερη ποσότητα κρέατος απ' εκείνη που πράγματι υπάρχει στην αγορά, οι τιμές αγοράς και οι αγοραζόμενες ποσότητες, οι οποίες καθορίζονται βάσει των παραληφθεισών προσφορών, δεν μπορούν πλέον να καθορίζονται με συνάρτηση προς τις συνθήκες της αγοράς. Έτσι, οι κερδοσκοπικές προσφορές εμποδίζουν την Επιτροπή να έχει σαφή αντίληψη της καταστάσεως στην αγορά. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πρέπει, κατά την άποψή της, να θεωρηθεί σχεδόν βέβαιο ότι, λόγω αυτών των κερδοσκοπικών προσφορών και των «πολλαπλών» προσφορών που τις ευνοούν, οι οργανισμοί παρεμβάσεως αγοράζουν μεγαλύτερες ποσότητες κρέατος σε υψηλότερες τιμές. Συναφώς, πρέπει επιπλέον να παρατηρηθεί ότι η υποβολή πλειόνων προσφορών διευκολύνει επίσης την κερδοσκοπία σε σχέση με την τιμή. Αγοράζοντας υπερβολικά μεγάλες ποσότητες, το ΕΓΤΠΕ υποβάλλεται σε μεγαλύτερες δαπάνες από τις αναγκαίες για τη στήριξη της αγοράς.
7 Όσον αφορά τα μέτρα παρεμβάσεως στο πλαίσιο της δημόσιας αποθεματοποιήσεως των σιτηρών, προς δικαιολόγηση της επιβληθείσας στον τομέα αυτό μειώσεως, η Επιτροπή προβάλλει ότι, κατόπιν των ελέγχων που διενήργησε, διαπίστωσε ελλείψεις όσον αφορά τη δημόσια αποθεματοποίηση των σιτηρών.
Β - Πραγματικά περιστατικά και νομοθετικές διατάξεις
Μέτρα παρεμβάσεως για το βόειο κρέας
8 Συναφώς, η Γαλλία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής να μην αναλάβει ποσό 76 041 440 γαλλικών φράγκων (FF) ως δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε η Γαλλική Δημοκρατία για το οικονομικό έτος 1992 στο πλαίσιο των αγορών βοείου κρέατος (9). Η μη αναγνώριση των δαπανών αυτών προκύπτει από το παράρτημα I της εν λόγω αποφάσεως. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε κατ' αποκοπήν διόρθωση κατά 2 % των δαπανών για το 1992.
9 Στη συνοπτική της έκθεση (10), η Επιτροπή υποστηρίζει, προς αιτιολόγηση της μειώσεως αυτής, ότι η συμπεριφορά των αρμόδιων γαλλικών αρχών αντέβαινε προς τις κοινοτικές διατάξεις, είχε δε ως συνέπεια δυσμενή διάκριση σε βάρος των μετασχόντων στη διαδικασία οι οποίοι είχαν τηρήσει τους κανόνες.
10 Στην έκθεση αυτή, η Επιτροπή ανέφερε επίσης, όσον αφορά τις πολλαπλές προσφορές, ότι από τα έγγραφα του φακέλου προέκυπτε ότι προσφορές υποβληθείσες από διαφορετικές εταιρίες ανέφεραν συχνά την ίδια διεύθυνση και τους ίδιους αριθμούς τηλεφώνου και τηλεομοιοτυπίας και ότι ορισμένες φορές είχαν υπογραφεί από το ίδιο πρόσωπο. Η Επιτροπή εξέθετε επίσης ότι τα τιμολόγια που είχαν αποσταλεί από τις διαφορετικές αυτές εταιρίες έφεραν διαδοχική αρίθμηση. Εξ αυτών η Επιτροπή συνάγει ότι οι ενέργειες των υποβαλόντων προσφορά πρέπει να ήσαν εξαρχής γνωστές στις γαλλικές αρχές. Παρά ταύτα, οι αρχές αυτές δεν διενήργησαν ελέγχους συναφώς, μολονότι έφεραν σχετική υποχρέωση.
11 Αντιθέτως, η προσφεύγουσα φρονεί ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας παρεμβάσεως, τηρήθηκαν όλες οι διατάξεις. Ισχυρίζεται ότι οι γαλλικές αρχές έχουν θεσπίσει εθνικές διατάξεις διασφαλίζουσες την τήρηση της διατάξεως που προβλέπει ότι οι μετέχοντες στη δημοπρασία μπορούν να υποβάλουν μία μόνον προσφορά ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία.
12 Η ρύθμιση την οποία αφορά η υπό κρίση διαφορά περιέχεται στο άρθρο 9 του κανονισμού 859/89, του οποίου η παράγραφος 1 ορίζει τα εξής: «Ο υποβάλλων προσφορά μπορεί να συμμετέχει στη δημοπρασία μόνον εάν αναλαμβάνει γραπτώς να τηρήσει τις διατάξεις σχετικά με τις εν λόγω αγορές» (11).
13 Η παράγραφος 2 έχει ως εξής: «Οι ενδιαφερόμενοι συμμετέχουν στη δημοπρασία του οργανισμού παρέμβασης των κρατών μελών όπου αυτή έχει αρχίσει, είτε με κατάθεση γραπτής προσφοράς έναντι αποδείξεως παραλαβής είτε με οποιοδήποτε μέσο γραπτής επικοινωνίας με απόδειξη παραλαβής αποδεκτό από τον οργανισμό παρέμβασης· οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν μόνο μία προσφορά ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία» (12).
14 Κατά την Επιτροπή, έχει σημασία συναφώς η διάκριση μεταξύ των εννοιών «υποβάλλων προσφορά» και «ενδιαφερόμενος». Η επιλογή διαφορετικών όρων δείχνει, κατά την άποψή της, ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούν να εξομοιωθούν με τους υποβάλλοντες προσφορά. Στην έννοια «ενδιαφερόμενοι» δεν υπάγονται μόνον όσοι πράγματι μετέσχαν στη διαδικασία και υπέβαλαν προσφορά. Αντιθέτως, η έννοια αυτή καλύπτει έναν πολύ ευρύτερο κύκλο προσώπων· επομένως, η απαγόρευση υποβολής περισσοτέρων της μίας προσφορών δεν αφορά αποκλειστικά και μόνον τον υποβάλλοντα προσφορά - δηλαδή εκείνον που πράγματι υποβάλλει προσφορά. Πολλώ μάλλον, η απαγόρευση αυτή ισχύει για όλους όσοι υποβάλλουν προσφορές αφορώσες την ίδια ποσότητα κρέατος.
15 Αντιθέτως, η προσφεύγουσα φρονεί ότι οι έννοιες «υποβάλλων προσφορά» και «ενδιαφερόμενος» αφορούν το ίδιο πρόσωπο. Κατά την άποψή της, ο μόνος λόγος για τον οποίο επιλέχθηκαν δύο διαφορετικοί όροι ήταν προκειμένου να αποφευχθεί η επανάληψη του όρου «υποβάλλων προσφορά».
16 Κατά την προσφεύγουσα, ειδικές προϋποθέσεις όσον αφορά το κύρος των προσφορών δεν θεσπίστηκαν παρά μόνο με το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2456/93 της Επιτροπής, της 1ης Σεπτεμβρίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 805/68 του Συμβουλίου, όσον αφορά τα γενικά και ειδικά μέτρα παρέμβασης στον τομέα του βοείου κρέατος (13), ο οποίος δεν είχε ακόμη τεθεί σε ισχύ κατά τον χρόνο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών. Η διάταξη αυτή προβλέπει τα εξής:
«Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν μόνο μία προσφορά ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία.
Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν συνδέονται μεταξύ τους από πλευράς διεύθυνσης, προσωπικού και λειτουργίας.
Εφόσον υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι αυτό δεν συμβαίνει ή όταν μια προσφορά δεν αντιστοιχεί στην οικονομική πραγματικότητα, η αποδοχή της εν λόγω προσφοράς προϋποθέτει προσκόμιση, από τον υποβάλλοντα την προσφορά, πρόσφορων αποδείξεων ως προς την τήρηση της διατάξεως του δευτέρου εδαφίου.
Όταν αποδειχτεί ότι ένας ενδιαφερόμενος έχει υποβάλει περισσότερες από μία αιτήσεις, τότε δεν γίνεται δεκτή καμία από τις αιτήσεις του.»
17 Η προσφεύγουσα, η οποία, αντίθετα προς την Επιτροπή, φρονεί ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας δημοπρασίας που οργάνωσε, τηρήθηκε πλήρως το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, του κανονισμού 859/89 προσέφυγε, τον Οκτώβριο του 1995, ενώπιον του οργάνου συμβιβασμού (14). Στα προσωρινά του συμπεράσματα, τα οποία περιέχονται στο παράρτημα της τελικής του εκθέσεως, το εν λόγω όργανο εξέφρασε, σύμφωνα με τις δηλώσεις της προσφεύγουσας, την ακόλουθη άποψη: είναι αληθές ότι τα κράτη μέλη δεν έλαβαν κανένα μέτρο προς καταπολέμηση της πρακτικής των πολλαπλών προσφορών, οι οποίες, στην πραγματικότητα, προέρχονται - από οικονομικής απόψεως - από έναν και τον αυτό επιχειρηματία. Μολονότι η πρακτική αυτή πρέπει να ήταν γνωστή στις ίδιες τις υπηρεσίες της Επιτροπής, οι εν λόγω υπηρεσίες δεν αντέδρασαν πριν από το 1993. Υπ' αυτές τις συνθήκες - πάντοτε κατά το όργανο συμβιβασμού - και δεδομένου ότι η πρακτική αυτή δεν προκάλεσε, όπως φαίνεται, καμία οικονομική ζημία στο Ταμείο, η διόρθωση κατά 2 % των συνολικών δαπανών ήταν δυσχερές να δικαιολογηθεί.
18 Συναφώς, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι - αντίθετα προς τις εθνικές αρχές - δεν πληροφορήθηκε αμέσως την πρακτική αυτή. Δεδομένου ότι οι προσφορές τής διαβιβάζονται ανωνύμως, οι παρατυπίες αυτές υπέπεσαν στην αντίληψή της για πρώτη φορά στο πλαίσιο των ελέγχων που διενήργησε.
Μέτρα παρεμβάσεως στο πλαίσιο της δημόσιας αποθεματοποιήσεως των σιτηρών
19 Συναφώς, η Γαλλική Δημοκρατία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, καθόσον η Επιτροπή αρνήθηκε να αναγνωρίσει δαπάνες ύψους 84 061 448 γαλλικά φράγκα (FF) ως δαπάνες αντιστοιχούσες σε μέτρα παρεμβάσεως στον τομέα των σιτηρών. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε ποσοστό 2 % των δαπανών για τεχνικά, χρηματοδοτικά και άλλα έξοδα που πραγματοποιήθηκαν κατά το οικονομικό έτος 1992. Προς αιτιολόγηση της μειώσεως αυτής, η Επιτροπή επικαλείται την ύπαρξη ελλείψεων στη δημόσια αποθεματοποίηση των σιτηρών.
20 Στο πλαίσιο ενός ελέγχου που διενήργησε κατά τη διάρκεια του Ιουνίου και του Ιουλίου 1993, η Επιτροπή διαπίστωσε ελλείψεις στη διαχείριση του συστήματος παρεμβάσεως. Η Επιτροπή πληροφόρησε σχετικά τις γαλλικές αρχές, ενώ συγχρόνως ανακοίνωσε, σύμφωνα με τις δηλώσεις της προσφεύγουσας, ότι θα υπήρχαν χρηματοοικονομικής φύσεως συνέπειες για την εκκαθάριση των λογαριασμών του 1993. Στην απάντησή τους του Δεκεμβρίου 1993, οι γαλλικές αρχές εξήγγειλαν μια σειρά μέτρων τα οποία επρόκειτο να λάβουν με σκοπό τη βελτίωση του συστήματος της δημόσιας αποθεματοποιήσεως των σιτηρών.
21 Σύμφωνα με τις δηλώσεις της προσφεύγουσας, η Επιτροπή ανακοίνωσε στη συνέχεια ότι, ιδίως ενόψει των εξαγγελθεισών βελτιώσεων του συστήματος διαχειρίσεως, παρείλκε η επιβολή γενικών οικονομικών κυρώσεων. Ωστόσο, η Επιτροπή ανακοίνωσε συγχρόνως - γεγονός το οποίο δεν αμφισβητεί η καθής - ότι θα επέβαλλε οικονομικές διορθώσεις εάν διαπίστωνε ότι σιτηρά αποθεματοποιημένα στο πλαίσιο του συστήματος παρεμβάσεως είχαν αντικατασταθεί από σιτηρά της ελεύθερης αγοράς.
22 Με την ευκαιρία ενός νέου ελέγχου, τον οποίο διενήργησε τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 1994, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι γαλλικές αρχές δεν είχαν εξαλείψει τις ελλείψεις που είχαν διαπιστωθεί στο πλαίσιο του πρώτου ελέγχου. Η Επιτροπή ενημέρωσε τις αρχές ότι θα αποφάσιζε σχετικά με την επιβολή χρηματοοικονομικών διορθώσεων από το οικονομικό έτος 1992 και εφεξής. Κατόπιν νέας ανταλλαγής επιστολών με την Επιτροπή, η προσφεύγουσα προσέφυγε τελικά ενώπιον του οργάνου συμβιβασμού. Σύμφωνα με τις δηλώσεις της προσφεύγουσας, το όργανο αυτό κατέληξε, με την οριστική του έκθεση, στο συμπέρασμα ότι η χρηματοοικονομική διόρθωση ήταν δικαιολογημένη. Συγκεκριμένα, εξέθεσε ότι ήταν βέβαια λυπηρό το ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής δημιουργούσαν την εντύπωση ότι είχαν μεταβάλει την αρχική τους πρόθεση. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι οι γαλλικές αρχές δεν αμφισβήτησαν ότι όφειλαν να τροποποιήσουν το αρχικό τους σύστημα προκειμένου να συμμορφωθούν προς τις απαιτήσεις της Επιτροπής.
Προσφυγή ακυρώσεως και αιτήματα αντικρούσεως
23 Κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως της Επιτροπής, η Γαλλική Δημοκρατία άσκησε τελικώς, ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, προσφυγή ακυρώσεως και ζήτησε από το Δικαστήριο:
- να ακυρώσει την απόφαση 96/311/EΚ της Επιτροπής (15), σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1992, καθώς και για ορισμένες δαπάνες για το οικονομικό έτος 1993, στο μέτρο που η Επιτροπή δεν αναγνώρισε για το 1992, όσον αφορά τη Γαλλία:
- δαπάνες ύψους 76 041 440 FF, αντιστοιχούσες στα μέτρα παρεμβάσεως που ελήφθησαν στον τομέα του βοείου κρέατος όσον αφορά την υποβολή προσφορών στο πλαίσιο της διαδικασίας δημοπρασίας·
- δαπάνες ύψους 84 061 448 FF, αντιστοιχούσες στα μέτρα παρεμβάσεως που ελήφθησαν στο πλαίσιο της δημόσιας αποθεματοποιήσεως των σιτηρών·
επικουρικώς, να κρίνει δυσανάλογα τα ποσά των εν λόγω διορθώσεων·
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
24 Η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την προσφυγή·
2) να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Γ - Η άποψή μου επί της υποθέσεως
Μέτρα παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος
Η οικονομία του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση
25 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, πρώτον, ότι η Επιτροπή ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση. Η διάταξη αυτή απαιτεί απλώς από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εμφανίζεται ενώπιον των αρχών ως υποβάλλων προσφορά να υποβάλει μία μόνον προσφορά. Ο κανονισμός 859/89 δεν αναφέρεται στις τυχόν σχέσεις μεταξύ των διαφόρων υποβαλλόντων προσφορά, οι οποίες πρέπει ενδεχομένως να λαμβάνονται υπόψη. Δεν τίθενται ειδικές προϋποθέσεις όσον αφορά το κύρος των προσφορών. Οι εθνικές αρχές έλεγξαν αν οι διάφοροι υποβαλόντες προσφορά αποτελούσαν καταχωρισθέντα νομικά πρόσωπα. Στη Γαλλία δεν διενεργήθηκε έλεγχος όσον αφορά το αν οι διάφορες επιχειρήσεις που υπέβαλαν προσφορές συνδέονταν ενδεχομένως μεταξύ τους, επειδή δεν υπήρχε ανάγκη να διενεργηθεί τέτοιος έλεγχος.
26 Ακόμη κι αν είχε πραγματοποιηθεί τέτοιος έλεγχος, ο κανονισμός 859/89 δεν θα είχε παράσχει στην προσφεύγουσα νομική βάση για να απορρίψει τις εν λόγω συνδεόμενες προσφορές.
27 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, στα κράτη μέλη εναπόκειται να αποδείξουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για να λάβουν χρηματοδότηση. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, επικαλούμενη το εθνικό σύστημα ελέγχου, ότι μπορεί να αποδειχθεί ότι κάθε υποβάλλων προσφορά συνιστά ιδιαίτερη και αυτοτελή επιχείρηση. Εξάλλου, τούτο δεν αμφισβητείται ούτε από την Επιτροπή. Ωστόσο, η Επιτροπή διατείνεται ότι τούτο δεν αρκεί, δεδομένου ότι για την επίτευξη του σκοπού του συστήματος παρεμβάσεως είναι αναγκαίο να είναι οι εταιρίες οικονομικώς ανεξάρτητες μεταξύ τους.
28 Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, σε μια τέτοια περίπτωση, η Επιτροπή φέρει το βάρος αποδείξεως. Η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η ακολουθηθείσα στη Γαλλία πρακτική προκάλεσε διατάραξη της διαδικασίας παρεμβάσεως.
29 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, «το ΕΓΤΠΕ χρηματοδοτεί μόνον τις επιστροφές που χορηγούνται και τις παρεμβάσεις που αναλαμβάνονται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών (...)» (16). Συναφώς, στην Επιτροπή εναπόκειται να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως των κανόνων της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών (17).
30 Εξάλλου, όσον αφορά τις προϋποθέσεις που τίθενται σχετικά με τη διατύπωση των διατάξεων, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι «δεδομένου ότι ένας κανόνας, η μη τήρηση του οποίου συνεπάγεται οικονομικής φύσεως συνέπειες, πρέπει να είναι αρκούντως σαφής και ακριβής, η Επιτροπή δεν μπορούσε να στηριχθεί στη διατύπωση της διακρίσεως (...) για να προβεί, κατά το χρονικό σημείο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, σε ερμηνεία μη συνάδουσα με τη συνήθη έννοια των χρησιμοποιουμένων όρων» (18).
31 Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν η διατύπωση του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, του κανονισμού 859/89 πληροί τις προϋποθέσεις αυτές και αν επιτρέπει μια ερμηνεία όπως αυτή την οποία υποστηρίζει η Επιτροπή. Συναφώς, φαίνεται σκόπιμο να εξεταστεί προηγουμένως ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή επιθυμεί να ερμηνεύσει το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση. Στα δικόγραφα γίνεται λόγος τις περισσότερες φορές για «πολλαπλές» προσφορές. Οι προσφορές αυτές δεν μπορούν να είναι οι προσφορές οι οποίες υποβάλλονται, υπό το ίδιο όνομα, από έναν και τον αυτό υποβάλλοντα προσφορά. Πράγματι, οι προσφορές αυτού του είδους δεν επιτρέπονται ούτε στη Γαλλία. Όπως προκύπτει επίσης από τα δικόγραφα, η Επιτροπή δεν επικρίνει ούτε κάθε μορφή σχέσεως που συνδέει τις διάφορες προσφορές. Έτσι, εκθέτει, π.χ., ότι αν ένα πρόσωπο εκμεταλλεύεται δύο ανεξάρτητα σφαγεία, καθένα από αυτά μπορεί να υποβάλει προσφορά. Όπως δήλωσε η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, δεν απαγορεύει, κατά την άποψή της, παρά μόνον τις προσφορές που αφορούν την ίδια ποσότητα κρέατος. Αν, επομένως, ένας ενδιαφερόμενος προσφέρει την ποσότητα κρέατος που έχει στη διάθεσή του όχι μόνον ο ίδιος αλλά και μέσω αχυρανθρώπων, τούτο αντιβαίνει προς τις κοινοτικές διατάξεις, οι δε αρχές των κρατών μελών οφείλουν να λαμβάνουν μέτρα κατά της πρακτικής αυτής.
32 Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μια διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά επίσης βάσει της φύσεως και των σκοπών που επιδιώκει (19). Από τούτο η Επιτροπή συνάγει ότι η εν προκειμένω επίμαχη ρύθμιση θα στερούνταν του περιεχομένου της αν ήταν δυνατή η υποβολή, μέσω αχυρανθρώπων, πλειόνων προσφορών και, συνακόλουθα, η καταστρατήγηση της απαγορευτικής διατάξεως.
33 Όπως προαναφέρθηκε, η πρακτική που εφαρμόζεται στη Γαλλία, στο πλαίσιο των αγορών εκ μέρους των οργανισμών παρεμβάσεως, θέτει σε κίνδυνο το καθεστώς παρεμβάσεων. Η αγορά μεγαλυτέρων ποσοτήτων συνεπάγεται μεγαλύτερες δαπάνες από τις αναγκαίες για τη στήριξη της αγοράς. Επιπλέον, δεν διασφαλίζεται η ισότητα προσβάσεως όλων των ενδιαφερομένων, την οποία επιβάλλει το άρθρο 6, παράγραφος 6, του κανονισμού 805/68, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 571/89.
34 Επομένως, το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, του κανονισμού 859/89 πρέπει να ερμηνεύεται, ενόψει της οικονομίας του, έτσι ώστε να μην είναι δυνατό να τεθούν εμπόδια στα μέτρα παρεμβάσεως. Κατά την Επιτροπή, οι προσφορές που αφορούν την ίδια ποσότητα κρέατος προέρχονται, στην πραγματικότητα, από έναν και μοναδικό υποβαλόντα προσφορά. Επομένως, οι προσφορές αυτές είναι παράνομες.
35 Κατά την Επιτροπή, τούτο προκύπτει επίσης από τη διατύπωση της διατάξεως. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η χρήση διαφορετικών όρων στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 9 θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί ένδειξη εννοιολογικής διαφοράς. Από τούτο θα μπορούσε να συναχθεί ότι δεν αρκεί να ελέγχεται αν το πρόσωπο που πράγματι υποβάλλει την προσφορά υποβάλλει μία μόνον προσφορά, δηλαδή αν κάθε φορά μετέχει στη διαδικασία ένα αυτοτελές (νομικό) πρόσωπο. Ως ενδιαφερόμενος θα μπορούσε, επομένως, να θεωρηθεί ένα πρόσωπο που ενδιαφέρεται να πωλήσει την ποσότητά του κρέατος στο πλαίσιο του συστήματος παρεμβάσεως. Όπως προαναφέρθηκε, το πρόσωπο αυτό δεν ταυτίζεται οπωσδήποτε με τον υποβάλλοντα προσφορά, δηλαδή με εκείνον που πράγματι υποβάλλει την προσφορά. Εάν, π.χ., η ποσότητα κρέατος προσφέρεται μέσω αχυρανθρώπων, υπάρχει ένας μόνον ενδιαφερόμενος, αλλά πλείονες υποβάλλοντες προσφορά. Αν, ωστόσο, εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο οι δύο αυτές έννοιες χρησιμοποιούνται σε άλλους κανονισμούς που αφορούν τα μέτρα παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος, διαπιστώνεται ότι δεν γίνεται πάντοτε η εν λόγω διάκριση. Έτσι, π.χ., στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 2271/90 (20), διευκρινίζεται ότι πρέπει να προβλεφθεί «ότι ο υποβάλλων προσφορά μπορεί να καταθέσει μία μόνο προσφορά (...) ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία». Επιπλέον, στη γερμανική απόδοση του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 2456/93, που αντικατέστησε το άρθρο 9 του κανονισμού 859/89, χρησιμοποιείται, σε σχέση με την υποβολή προσφορών, άλλοτε η έννοια «ενδιαφερόμενος» και άλλοτε η έννοια «υποβάλλων προσφορά» (21).
36 Επομένως, από τη διάκριση μεταξύ των εννοιών «υποβάλλων προσφορά» και «ενδιαφερόμενος», η οποία γίνεται στο άρθρο 9, δεν μπορούν να συναχθούν περαιτέρω συμπεράσματα.
37 Ωστόσο, το ζήτημα διευκρινίζεται περισσότερο αν εξεταστούν οι προγενέστερες των εν προκειμένω επίμαχων διατάξεις. Ενδεικτικά, το 1990 θεσπίστηκε η δυνατότητα υποβολής πλειόνων προσφορών σε διαφορετικές τιμές. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1282/90 (22) τροποποίησε το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, ως εξής:
«Μπορούν να υποβάλουν περισσότερες προσφορές, σε διαφορετικές τιμές, ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία.»
38 Ωστόσο, η διάταξη αυτή καταργήθηκε εκ νέου ήδη τον Αύγουστο 1990. Ο κανονισμός 2271/90, ο οποίος επέφερε την κατάργηση αυτή, ανέφερε στην πρώτη αιτιολογική του σκέψη τα εξής: «Έπειτα από την πείρα που αποκτήθηκε, πρέπει να προβλεφθεί ότι ο υποβάλλων προσφορά μπορεί να καταθέσει μία μόνο προσφορά (...) ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία.»
39 Η προσφεύγουσα φρονεί ότι από τις διαφορετικές αυτές γλωσσικές αποδόσεις δεν μπορούν να συναχθούν συμπεράσματα. Κατά την άποψή της, ο κανονισμός 1282/90 σκοπούσε να βελτιώσει την υφιστάμενη ρύθμιση και να καταστήσει δυνατή την υποβολή διαφορετικών προσφορών σε διαφορετικές τιμές εκ μέρους του ιδίου υποβάλλοντος προσφορά. Αφότου η διάταξη αυτή καταργήθηκε, ο κανονισμός 859/89 προβλέπει απλώς ότι ο ίδιος υποβάλλων προσφορά μπορεί να υποβάλει μία μόνον προσφορά. Δεν τίθενται άλλες προϋποθέσεις. Συγχρόνως, όμως, έχει καταστεί σαφές, αφότου καταργήθηκε η διάταξη του κανονισμού 1282/90, ότι ο υποβάλλων προσφορά δεν μπορεί πλέον να υποβάλει πλείονες προσφορές αφορώσες την ίδια ποσότητα κρέατος. Επομένως η εν προκειμένω επίμαχη διάταξη του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, σκοπεί, εν πάση περιπτώσει, να αποτρέψει το ενδεχόμενο να προσφερθεί δεδομένη ποσότητα κρέατος περισσότερες από μία φορές. Η διάταξη αυτή θα στερούνταν του περιεχομένου της αν μπορούσε ευχερώς να καταστρατηγείται μέσω της χρήσεως αχυρανθρώπων.
40 Και η ίδια η προσφεύγουσα είχε ασφαλώς επίγνωση του γεγονότος αυτού, όταν παραλάμβανε τις προσφορές. Αφενός, είναι αληθές για όλους τους κανόνες ότι στερούνται του περιεχομένου τους όταν, π.χ., καταστρατηγούνται διά της προσφοράς της ιδίας ποσότητας κρέατος από πλείονα πρόσωπα, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, κατά τους ισχυρισμούς της καθής. Αφετέρου, η προσφεύγουσα γνώριζε επίσης τον σκοπό του συστήματος παρεμβάσεως. Κατά το μέτρο αυτό, πρέπει να είχε επίσης επίγνωση του ότι αντιβαίνει προς τον σκοπό του εν λόγω συστήματος το να προσφέρεται πλείονες φορές η υφιστάμενη στην αγορά ποσότητα κρέατος.
41 Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι, ακόμη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το κοινοτικό δίκαιο έχει εφαρμοστεί κατά τρόπο αντικειμενικώς εσφαλμένο συνεπεία μιας ερμηνείας που υιοθέτησαν καλόπιστα οι εθνικές αρχές, οι δαπάνες αυτές επιβαρύνουν, κατά τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 (23), τα κράτη μέλη (24). Η εν λόγω στενή ερμηνεία των προϋποθέσεων αναλήψεως των δαπανών από το ΕΓΤΠΕ επιβάλλεται, κατά το Δικαστήριο, από τον σκοπό του κανονισμού 729/70. Πράγματι, η διαχείριση της κοινής γεωργικής πολιτικής υπό συνθήκες ισότητας μεταξύ των επιχειρηματιών των κρατών μελών εμποδίζει τις εθνικές αρχές ενός κράτους μέλους να ευνοούν, μέσω της ευρείας ερμηνείας ορισμένης διατάξεως, τους επιχειρηματίες αυτού του κράτους, σε βάρος των επιχειρηματιών των λοιπών κρατών μελών, όπου η εν λόγω διάταξη ερμηνεύεται στενότερα (25).
42 Βέβαια, ορθώς η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι η διάταξη του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, του κανονισμού 859/89 δεν περιέχει ορισμό των διαφόρων υποβαλλόντων προσφορά ούτε διευκρινίζει τη μορφή που πρέπει να έχουν οι μεταξύ τους σχέσεις. Ωστόσο, τούτο δεν είναι απαραίτητο. Από την οικονομία του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, προκύπτει ότι απαγορεύεται η προσφορά ποσοτήτων κρέατος μέσω αχυρανθρώπων. Η προσφεύγουσα δεν μπορεί να ισχυριστεί απλώς ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 9, δεν υποχρεούται να ελέγχει τις σχέσεις που συνδέουν ενδεχομένως τους διαφόρους υποβάλλοντες προσφορές μεταξύ τους. Τούτο αφορά απλώς και μόνον το ζήτημα πώς μπορεί να ελέγχεται η τήρηση μιας απαγορευτικής διατάξεως, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση.
43 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, απαγορεύει επίσης τις προσφορές οι οποίες, μολονότι προέρχονται από διαφορετικά νομικά πρόσωπα, αφορούν την ίδια ποσότητα κρέατος, με αποτέλεσμα να μπορεί να γίνει δεκτό ότι υποβλήθηκαν από αχυρανθρώπους.
44 Επομένως, αντίθετα προς τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας, υφίσταται έρεισμα για την απόρριψη τέτοιου είδους προσφορών και πρόκειται, συγκεκριμένα, για το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση.
Υποχρέωση ελέγχου εκ μέρους του κράτους μέλους
45 Η Επιτροπή φρονεί ότι η μείωση στην οποία προέβη στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών δικαιολογείται από το ότι η προσφεύγουσα δεν μερίμνησε για την τήρηση της διατάξεως αυτής.
46 Είναι σαφές ότι, στη Γαλλία, ο έλεγχος των προσφορών ενέκειτο αποκλειστικά στην εξέταση του αν προέρχονταν από διαφορετικά νομικά πρόσωπα. Δεν διενεργήθηκε πιο εμπεριστατωμένος έλεγχος. Επομένως, στη συνέχεια πρέπει να εξεταστεί αν τούτο αρκεί για να γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα δεν τήρησε μια κοινοτική διάταξη, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ανέφερε κανένα συγκεκριμένο παράδειγμα προσφορών που υποβλήθηκαν πράγματι από αχυρανθρώπους.
47 Ωστόσο, η Επιτροπή δεν μπορεί να προσκομίσει τέτοια απόδειξη, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν πραγματοποίησε κανέναν έλεγχο συναφώς. Οι έλεγχοι που διενήργησε αφορούσαν μόνον το αν οι προσφορές προέρχονταν από ανεξάρτητα (νομικά) πρόσωπα. Επομένως, η Επιτροπή δεν διαθέτει πληροφορίες που της επιτρέπουν να προβεί σε εμπεριστατωμένη εξέταση της καταστάσεως. Η Επιτροπή μπορεί, ασφαλώς, να διενεργήσει και η ίδια ελέγχους, πλην όμως, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η διαχείριση της χρηματοδοτήσεως από το ΕΓΤΠΕ εναπόκειται πρωτίστως στις εθνικές διοικητικές αρχές, οι οποίες οφείλουν να επαγρυπνούν για την αυστηρή τήρηση των κοινοτικών κανόνων. Το Δικαστήριο έχει δεχθεί ακόμη τα εξής: «Το σύστημα αυτό, το οποίο βασίζεται στην αρχή της εμπιστοσύνης, δεν υπόκειται σε κανένα συστηματικό έλεγχο εκ μέρους της Επιτροπής, πράγμα, άλλωστε, που θα ήταν ουσιαστικώς αδύνατο για την τελευταία (...). Πράγματι, μόνον το κράτος μέλος είναι σε θέση να γνωρίζει και να καθορίζει με ακρίβεια τα αναγκαία για την επεξεργασία των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ στοιχεία, ενώ η Επιτροπή δεν βρίσκεται τόσο κοντά όσο απαιτείται για να λαμβάνει τις πληροφορίες που χρειάζεται από τους επιχειρηματίες» (26).
48 Επομένως, δεδομένου ότι, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, η Επιτροπή χρειάζεται οπωσδήποτε να λαμβάνει πληροφορίες από τα κράτη μέλη, δεν μπορεί να αναφέρει, εν προκειμένω, συγκεκριμένο παράδειγμα παραβάσεως διαπραχθείσας στο πλαίσιο των δημοπρασιών. Το μόνο που μπορεί - και οφείλει - να αποδείξει είναι ότι η προσφεύγουσα δεν έλεγξε αν συνέτρεχαν όλες οι αναγκαίες για την τήρηση της επίμαχης διατάξεως προϋποθέσεις. Η Επιτροπή προσκόμισε αποδείξεις συναφώς, δεδομένου μάλιστα ότι η ίδια η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι είναι αδύνατο, ακόμη και όταν πρόκειται για καταχωρισμένες στο μητρώο επιχειρήσεις, να αφαιρεθεί από νομικώς αυτοτελή πρόσωπα η δυνατότητα να υποβάλλουν προσφορές κατόπιν μεταξύ τους συνεννοήσεων, δυνατότητα την οποία διαθέτουν λόγω των οικονομικών σχέσεων που τα συνδέουν.
49 Στο πλαίσιο της εξετάσεως του ζητήματος αν τα στοιχεία αυτά αρκούν για να θεωρηθεί αποδεδειγμένη η εκ μέρους της προσφεύγουσας παράβαση του κοινοτικού δικαίου, πρέπει επίσης να εξεταστεί αν η προσφεύγουσα υποχρεούνταν να προβεί σε πιο εμπεριστατωμένο έλεγχο. Συναφώς, πρέπει να γίνει παραπομπή στον κανονισμό 729/70. Στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού αυτού αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Πρέπει να ληφθούν μέτρα για την πρόληψη (...) κάθε ανωμαλίας (...)» (27). Στην όγδοη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ότι «οι δαπάνες της Κοινότητας πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο επισταμένων ελέγχων· (...) συμπληρωματικά προς τους ελέγχους που ενεργούν τα κράτη μέλη από δική τους πρωτοβουλία και που παραμένουν ουσιώδεις, πρέπει να προβλεφθούν έλεγχοι από τους υπαλλήλους της Επιτροπής, καθώς και η ευχέρεια αυτής να προσκαλεί τα κράτη μέλη να μετάσχουν στους ελέγχους αυτούς.»
50 Το άρθρο 8 του κανονισμού, το οποίο αντανακλά τις εν λόγω θεωρήσεις, προβλέπει, στην παράγραφο 1, τα εξής:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να:
- εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των χρηματοδοτουμένων από το Ταμείο πράξεων
- προλάβουν και διώξουν ανωμαλίες
- ανακτήσουν τα απολεσθέντα εξαιτίας ανωμαλιών ή αμελειών ποσά.
(...)»
51 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, στις εθνικές διοικητικές αρχές εναπόκειται να επαγρυπνούν για την αυστηρή τήρηση των κοινοτικών διατάξεων (28). Το ζήτημα της εκτάσεως της εν λόγω υποχρεώσεως των κρατών μελών στο πλαίσιο της χρηματοδοτήσεως από το ΕΓΤΠΕ διευκρινίστηκε από το Δικαστήριο με την απόφασή του στην υπόθεση Exportslachterijen van Oordegem. Στην απόφαση αυτή, αναφέρονται, όσον αφορά το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, τα εξής:
«Η διάταξη αυτή, η οποία αποτυπώνει, στον συγκεκριμένο αυτό τομέα, τις υποχρεώσεις που επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 5 της Συνθήκης, ορίζει, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τις αρχές βάσει των οποίων η Κοινότητα και τα κράτη μέλη οφείλουν να ρυθμίζουν την εφαρμογή των κοινοτικών αποφάσεων περί των γεωργικών παρεμβάσεων που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ και να λαμβάνουν μέτρα προς καταπολέμηση των απατών και των παρατυπιών που διαπράττονται σε σχέση με τις ανωτέρω πράξεις (βλ. προαναφερθείσα απόφαση BayWa, σκέψη 13).
Συνεπώς, το άρθρο αυτό επιβάλλει στα κράτη μέλη τη γενική υποχρέωση λήψεως των αναγκαίων μέτρων για τη διασφάλιση της πραγματοποιήσεως και του νομοτύπου των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΠΕ πράξεων, ακόμη κι αν η συγκεκριμένη κοινοτική νομική πράξη δεν προβλέπει ρητά τη θέσπιση του τάδε ή του δείνα μέτρου ελέγχου (βλ. απόφαση 12ης Ιουνίου 1990, C-8/88, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-2321, σκέψεις 16 και 17)» (29).
52 Εξ αυτού έπεται ότι είναι δυνατό να υποχρεούνται τα κράτη μέλη να διενεργούν ελέγχους, ακόμη κι αν η υποχρέωση αυτή δεν προβλέπεται ρητά από την οικεία ρύθμιση.
53 Επομένως, ανακύπτει το ερώτημα αν, στη συγκεκριμένη υπό κρίση περίπτωση, η προσφεύγουσα υποχρεούνταν να προβεί σε πιο εμπεριστατωμένους ελέγχους· με άλλα λόγια, όφειλε ή μπορούσε το κράτος μέλος να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες και, αν ναι, σε ποιες;
54 Όπως εξέθεσε η Επιτροπή, η ζημία που προκαλείται στο Ταμείο οφείλεται στο ότι η υποβολή, μέσω αχυρανθρώπων, πλειόνων προσφορών από έναν ενδιαφερόμενο ευνοεί την υποβολή κερδοσκοπικών προσφορών. Αν, όμως, ληφθούν υπόψη, αυτές καθαυτές, οι ενέργειες της Επιτροπής για την καταπολέμηση των κερδοσκοπικών προσφορών, ανακύπτει το ερώτημα αν η προσφεύγουσα υποχρεούνταν να λάβει δραστικότερα μέτρα.
55 Προς αποτροπή των κερδοσκοπικών προσφορών, οι οποίες συνίστανται στην προσφορά μεγαλύτερης ποσότητας κρέατος από την πράγματι υφιστάμενη, επειδή προεξοφλείται ο καθορισμός συγκεκριμένου συντελεστή μειώσεως, το άρθρο 10, παράγραφος 1, επέβαλε τη σύσταση εγγυήσεως (30), με σκοπό «να διασφαλίζεται η σοβαρότητα των προσφορών και η τήρηση των προβλεπομένων όρων» (31). Τούτο σημαίνει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται, συναφώς, απλώς και μόνο να διασφαλίζουν ότι έχει κατατεθεί το ποσό που αντιστοιχεί στην εγγύηση. Δεν οφείλουν να ελέγχουν αν κάθε επιμέρους υποβαλών προσφορά προσέφερε μεγαλύτερη ποσότητα κρέατος από εκείνη που διαθέτει.
56 Ωστόσο, στην υπό κρίση περίπτωση επιβαλλόταν η τήρηση μιας ακόμη διατάξεως, η οποία δεν έπρεπε να καταστρατηγηθεί: ο ενδιαφερόμενος ο οποίος επιθυμούσε να πωλήσει την ποσότητα κρέατος που διέθετε στο πλαίσιο του συστήματος παρεμβάσεως δεν μπορούσε να υποβάλει περισσότερες από μία προσφορές. Τούτο προκύπτει από την οικονομία του συστήματος παρεμβάσεως. Βέβαια, η ιδέα αυτή δεν συγκεκριμενοποιήθηκε παρά μόνο μεταγενέστερα, με τον κανονισμό 2456/93 (32). Ωστόσο, τούτο ουδόλως αναιρεί το γεγονός ότι η ιδέα αυτή - ή τουλάχιστον η ουσία της - ήταν οπωσδήποτε γνωστή ήδη προγενέστερα.
57 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα όφειλε να προβεί σε πιο εμπεριστατωμένους ελέγχους, προκειμένου να διαπιστώσει αν οι υποβληθείσες προσφορές προέρχονταν πράγματι από έναν και τον αυτό υποβαλόντα προσφορά. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο ενόψει των προαναφερθεισών σαφών ενδείξεων περί του ότι οι διάφοροι υποβαλόντες προσφορά συνδέονταν μεταξύ τους. Ακόμη κι αν από τις ενδείξεις αυτές δεν ήταν δυνατό να συναχθεί με βεβαιότητα ότι συνέτρεχε παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, του κανονισμού 859/89, παρά ταύτα, οι ενδείξεις ήταν τέτοιου είδους ώστε οι αρχές μπορούσαν και όφειλαν βάσει αυτών να θεωρήσουν ότι απαιτούνταν πιο εμπεριστατωμένος έλεγχος, και τούτο ήταν το μόνο αποφασιστικό κριτήριο.
58 Η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να διεξαχθεί τέτοιος έλεγχος, δεδομένου ότι οι ημερομηνίες σφαγής ήσαν προγενέστερες της υποβολής των προσφορών. Γι' αυτόν τον λόγο δεν ήταν δυνατό να διαπιστωθεί πού βρισκόταν η προσφερομένη ποσότητα κρέατος, δεδομένου ότι δεν είχε ακόμη λάβει τη μορφή κρέατος. Πράγματι, στο στάδιο αυτό τα ζώα δεν είχαν ακόμη σφαγεί. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτός δεν ήταν ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να ελεγχθεί αν η προσφορά είχε υποβληθεί από αχυράνθρωπο. Π.χ., θα ήταν επίσης δυνατό να ελεγχθούν οι σχέσεις που συνέδεαν τους διαφόρους υποβαλόντες προσφορές μεταξύ τους και το αν καθένας απ' αυτούς είχε κατ' αρχήν τη δυνατότητα να προσφέρει ποσότητα κρέατος που του ανήκε. Ενδεικτικά, ο κανονισμός 2456/93 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν συνδέονται μεταξύ τους από πλευράς διεύθυνσης, προσωπικού και λειτουργίας (33). Ένας τέτοιος έλεγχος θα μπορούσε να διενεργηθεί ήδη πριν από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού αυτού, που εκδόθηκε το 1993. Όπως προαναφέρθηκε, είναι δυνατό να φέρουν τα κράτη μέλη υποχρέωση διενέργειας ελέγχων ακόμη κι όταν η υποχρέωση αυτή δεν προβλέπεται ρητά από τη σχετική ρύθμιση. Εν προκειμένω, η υποχρέωση αυτή απέρρεε από την οικονομία του συστήματος παρεμβάσεως και, άρα, υπήρχε πολύ πριν από την έκδοση του κανονισμού 2456/93. Εκείνο που έχει σημασία συναφώς είναι να ελέγχει το κράτος μέλος αν οι προσφορές αφορούν πράγματι διαφορετικές ποσότητες κρέατος. Το κράτος μέλος είναι ελεύθερο να καθορίσει τον τρόπο διενέργειας των ελέγχων αυτών. Συναφώς, δεν απαιτείται ρητή ρύθμιση εκ μέρους της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτό - αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας - ούτε ότι η Επιτροπή σκοπεί να προβεί σε αναδρομική εφαρμογή του κανονισμού 2456/93 στα υπό κρίση πραγματικά περιστατικά.
59 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα όφειλε να διενεργήσει πιο εμπεριστατωμένο έλεγχο, πράγμα το οποίο δεν έπραξε.
Απόδειξη της ζημίας την οποία υπέστη το ΕΓΤΠΕ - Βάρος αποδείξεως
60 Ακολούθως, πρέπει να εξεταστεί αν τα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν μια μείωση στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, όπως αυτή που επιβλήθηκε από την Επιτροπή. Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, η εν λόγω μείωση δεν δικαιολογείται, δεδομένου ότι το Ταμείο δεν υπέστη ζημία.
61 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να ληφθεί υπόψη η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την απόδειξη της ζημίας και το βάρος αποδείξεως στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαρισμών του ΕΓΤΠΕ. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι το ΕΓΤΠΕ χρηματοδοτεί μόνον τις επιστροφές που χορηγούνται και τις παρεμβάσεις που αναλαμβάνονται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών (34). Όπως έχει κρίνει περαιτέρω το Δικαστήριο, σε τελική ανάλυση, σε περίπτωση που η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με ορισμένες δαπάνες με την αιτιολογία ότι οι δαπάνες αυτές προκλήθηκαν από καταλογιστέες σε κράτος μέλος παραβάσεις των κοινοτικών ρυθμίσεων, σ' αυτό το κράτος εναπόκειται να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της χρηματοδοτήσεως την οποία του αρνείται η Επιτροπή (35).
62 Το ερώτημα που ανακύπτει συναφώς είναι ποιες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούν οι ισχυρισμοί της Επιτροπής σχετικά με την πρόκληση οικονομικής ζημίας. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, σε περίπτωση που δεν καθίσταται δυνατό να διαπιστωθεί με βεβαιότητα ο βαθμός στον οποίο ένα εθνικό μέτρο, ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο, προκάλεσε αύξηση των δαπανών μιας θέσεως του προϋπολογισμού του ΕΓΤΠΕ, η Επιτροπή «δεν έχει άλλη επιλογή» από το να αρνηθεί τη χρηματοδότηση του συνόλου των εν λόγω δαπανών, και, άρα, όχι μόνον ορισμένου ποσοστού των δαπανών αυτών (36).
63 Τούτο ενδέχεται να συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση, δεδομένου ότι, ακριβώς επειδή δεν είχαν πραγματοποιηθεί οι αναγκαίοι έλεγχοι, η Επιτροπή αδυνατούσε να διαπιστώσει κατά πόσον η συμπεριφορά της προσφεύγουσας είχε προκαλέσει ζημία στο ΕΓΤΠΕ. Συναφώς, δεν μπορούν να διατυπωθούν παρά μόνον υποθέσεις όσον αφορά τις δαπάνες που θα είχαν αποφευχθεί αν η προσφεύγουσα είχε προβεί στους ενδεδειγμένους ελέγχους.
64 Πάντως, σε μια περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή είχε αμφισβητήσει την ορθότητα των διαβιβασθέντων από το κράτος μέλος αριθμητικών στοιχείων, το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: «Πράγματι, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αποδείξει κατά τρόπο εξαντλητικό τον πλημμελή χαρακτήρα των διαβιβασθέντων από τα κράτη μέλη στοιχείων, αλλά να προσκομίσει αποδεικτικό στοιχείο της σοβαρής και εύλογης αμφιβολίας με την οποία αντιμετωπίζει τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν από τις εθνικές διοικητικές αρχές. Ο εν λόγω μετριασμός της απαιτήσεως για την εκ μέρους της Επιτροπής απόδειξη εξηγείται από το γεγονός ότι (...) το κράτος είναι αυτό που μπορεί καλύτερα να συλλέξει και να επαληθεύσει τα αναγκαία στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ και στο οποίο εναπόκειται, συνεπώς, να προσκομίσει την πλέον λεπτομερή και πλήρη απόδειξη του αληθούς των αριθμητικών του στοιχείων και, ενδεχομένως, της ανακρίβειας των υπολογισμών της Επιτροπής» (37).
65 Βέβαια, η περίπτωση αυτή δεν είναι απευθείας συγκρίσιμη με την υπό κρίση περίπτωση, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν προσάπτει στην προσφεύγουσα ότι τα αριθμητικά στοιχεία που διαβίβασε είναι εσφαλμένα. Η αιτίασή της συνίσταται στο ότι τα εν λόγω αριθμητικά στοιχεία θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά αν η προσφεύγουσα είχε πραγματοποιήσει επαρκείς ελέγχους. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν περιορίστηκε, ούτε στην προκείμενη περίπτωση, απλώς να ισχυριστεί ότι το ΕΓΤΠΕ υπέστη ζημία. Αντιθέτως, προέβαλε ότι η προσφεύγουσα είχε παραβεί το κοινοτικό δίκαιο και διευκρίνισε τη μορφή που είχε λάβει η παράβαση αυτή. Επιπλέον, εξέθεσε τον τρόπο με τον οποίο η παράβαση αυτή ευνόησε, ενδεχομένως, κερδοσκοπικές ενέργειες εκ μέρους των υποβαλόντων προσφορά. Τέλος, η Επιτροπή εξήγησε ότι τούτο είχε ενδεχομένως ως συνέπεια την εσφαλμένη εκτίμηση της αγοράς και, συνακόλουθα, την αγορά υπερβολικά μεγάλων ποσοτήτων βοείου κρέατος σε υψηλότερες, ενδεχομένως, τιμές. Επομένως, προσκόμισε, εν πάση περιπτώσει, πειστικά στοιχεία όσον αφορά τη ζημία που υπέστη ενδεχομένως το ΕΓΤΠΕ.
66 Δεν μπορεί να απαιτηθεί από την Επιτροπή να προσκομίσει περαιτέρω αποδείξεις, δεδομένου ότι οι προαναφερθέντες λόγοι που επιβάλλουν τον μετριασμό του βάρους αποδείξεως συντρέχουν επίσης στην υπό κρίση περίπτωση. Δεν μπορεί να αποκλειστεί με βεβαιότητα ούτε το ενδεχόμενο να έθεσε η συμπεριφορά της προσφεύγουσας σε κίνδυνο τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως της αγοράς.
67 Επομένως - όπως προκύπτει από την απόφαση που αναφέρθηκε στην παράγραφο 61 - στην προσφεύγουσα εναπόκειται να αποδείξει ότι η συμπεριφορά που της προσάπτεται δεν προκάλεσε διόγκωση των δαπανών στο επίπεδο του ΕΓΤΠΕ. Η προσφεύγουσα διατείνεται ότι η μείωση κατά 2 % δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με το επιχείρημα ότι στο πλαίσιο των αγορών εκ μέρους των οργανισμών παρεμβάσεως σημειώθηκαν κερδοσκοπικές ενέργειες. Κατά την άποψή της, οι πολλαπλές προσφορές δεν προκάλεσαν πτωτική τάση των τιμών στο πλαίσιο των αγορών εκ μέρους των οργανισμών παρεμβάσεως. Ωστόσο, ούτε η Επιτροπή προβάλλει τον ισχυρισμό αυτό. Αντιθέτως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, λόγω των κερδοσκοπικών ενεργειών, οι ποσότητες κρέατος αγοράστηκαν από τους οργανισμούς παρεμβάσεως σε τιμές υψηλότερες απ' ό,τι ήταν αναγκαίο.
68 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται επίσης ότι ο κίνδυνος που ενέχουν οι κερδοσκοπικές ενέργειες είναι σε κάθε περίπτωση υψηλός και δεν επηρεάζεται από την υποβολή πολλαπλών προσφορών. Το ποσό της εγγυήσεως που πρέπει να καταβληθεί για δεδομένη ποσότητα κρέατος παραμένει αμετάβλητο, ανεξαρτήτως του εάν υποβλήθηκαν μία ή περισσότερες προσφορές. Τούτο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Ωστόσο, το στοιχείο που δεν λαμβάνει υπόψη η προσφεύγουσα είναι ότι - όπως προαναφέρθηκε - το ποσό της καταπίπτουσας εγγυήσεως μπορεί να μειωθεί σε περίπτωση υποβολής πολλαπλών προσφορών.
69 Περαιτέρω, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι το Ταμείο διέτρεξε πράγματι κίνδυνο. Η Επιτροπή δεν διατύπωσε παρά εικασίες και υποθετικούς συλλογισμούς. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, η Επιτροπή δεν μπορούσε ούτε όφειλε να προβάλει περαιτέρω ισχυρισμούς.
70 Κατά την προσφεύγουσα, ούτε οι προταθείσες τιμές που γνωστοποιήθηκαν στην Επιτροπή ήσαν διογκωμένες. Αντιθέτως, κάλυπταν ένα ευρύ φάσμα μεταξύ της τιμής της αγοράς και της ανώτατης τιμής που είχε καθορίσει η Επιτροπή. Επομένως, η Επιτροπή μπορούσε κάλλιστα να αξιολογήσει την κατάσταση της αγοράς. Διαφορετικά, οι αγορές εκ μέρους των οργανισμών παρεμβάσεως θα είχαν αναπόφευκτα προκαλέσει άνοδο της τιμής της αγοράς. Τούτο ωστόσο δεν συνέβη.
71 Όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, ο σκοπός του συστήματος παρεμβάσεως έγκειται στη στήριξη της αγοράς. Συναφώς, είναι αμφίβολο αν τα αποτελέσματά του είναι ικανά να προκαλέσουν - ακόμη και σε περίπτωση πολλαπλασιασμού των αγορών - μια τέτοια άνοδο των τιμών. Επιπλέον, η προσφεύγουσα αναφέρεται συναφώς αποκλειστικά στην τιμή αγοράς. Είναι όμως τουλάχιστον εξίσου σημαντικό, αν όχι ακόμη σπουδαιότερο, το ερώτημα αν αγοράστηκε μεγαλύτερη ποσότητα κρέατος από την αναγκαία για τη στήριξη της αγοράς. Ανεξαρτήτως της τιμής, οι πολλαπλές προσφορές μπορούν, από την άποψη αυτή, να αποτελέσουν την αιτία εσφαλμένης εκτιμήσεως.
72 Δεν μπορεί να γίνει δεκτός ούτε ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι η Επιτροπή μπορούσε να ελέγξει τις τιμές αγοράς και τις αγορασθείσες ποσότητες καθορίζοντας συντελεστή μειώσεως. Η Επιτροπή έχει ασφαλώς τη δυνατότητα αυτή. Όμως, και ο ίδιος ο συντελεστής μειώσεως αποτελεί συνάρτηση της προσφερομένης ποσότητας κρέατος. Από την άποψη αυτή, δεν είναι ικανός να αποτρέψει μια εσφαλμένη εκτίμηση, αλλά μπορεί, ενδεχομένως, να αποτυπώνει μια τέτοια εκτίμηση.
73 Επομένως, η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι η υποβολή πολλαπλών προσφορών δεν εξέθεσε το Ταμείο σε αυξημένο κίνδυνο. Συναφώς, πρέπει ακόμη να τονιστεί ότι και η ίδια η προσφεύγουσα δήλωσε, κατά την προφορική διαδικασία, ότι ο κίνδυνος απώλειας της εγγυήσεως είναι μικρότερος σε περίπτωση υποβολής πολλαπλών προσφορών.
74 Δεδομένου ότι η Επιτροπή προσκόμισε, εν πάση περιπτώσει, πειστικά στοιχεία σχετικά με το ότι η συμπεριφορά της προσφεύγουσας μπορούσε να προκαλέσει ζημία στο ΕΓΤΠΕ, στην προσφεύγουσα εναπόκειται να αποδείξει ότι τούτο δεν συνέβη.
75 Η κατ' αυτόν τον τρόπο κατανομή του βάρους αποδείξεως φαίνεται να είναι η ενδεδειγμένη, λαμβανομένων υπόψη επίσης και άλλων αποφάσεων του Δικαστηρίου σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών. Ενδεικτικά, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες το κοινοτικό δίκαιο εξαρτούσε την καταβολή ενισχύσεως από την προϋπόθεση της τηρήσεως ορισμένων διατυπώσεων αναγομένων στη διεξαγωγή των αποδείξεων ή ελέγχων, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η ενίσχυση που είχε καταβληθεί χωρίς να τηρηθεί η προϋπόθεση αυτή δεν ήταν σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο. Η σχετική δαπάνη δεν μπορούσε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ, ακόμη κι αν ήταν βέβαιο ότι δεν συνέτρεχε καμία ουσιαστική πλημμέλεια (38).
76 Ομοίως, το Δικαστήριο δέχθηκε, όσον αφορά την τήρηση των διατυπώσεων, τα εξής: «Αρκεί η διαπίστωση ότι, ενόψει του ουσιώδους χαρακτήρα των μη τηρηθεισών διατυπώσεων, από την αδυναμία ελέγχου της τηρήσεως της προθεσμίας εντός της οποίας τα προϋόντα έπρεπε να εξαχθούν και, ως εκ τούτου, από την πιθανότητα ζημιών ή ακόμα απάτης σε βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού, το μη αναγνωρισθέν από την Επιτροπή ποσό, που έχει περιοριστεί στο 2 % των σχετικών δαπανών, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υπερβολικό και δυσανάλογο» (39). Εξ αυτού συνάγεται ότι ακόμα κι η απλή πιθανότητα ζημιών μπορεί να ληφθεί υπόψη ως κριτήριο αξιολογήσεως. Η πιθανότητα αυτή υπάρχει και εν προκειμένω, ενόψει των προαναφερθεισών ενδείξεων και των ελέγχων που δεν πραγματοποιήθηκαν.
77 Επομένως, απομένει να εξεταστεί αν οι ισχυρισμοί της προσφεύγουσας αρκούν για να αποδειχθεί ότι το ΕΓΤΠΕ δεν υπέστη ζημία.
78 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, δεν κατέπεσαν εγγυήσεις παρά μόνο σε πολύ μικρό αριθμό περιπτώσεων. Επομένως, ήταν αδύνατο να έγιναν κερδοσκοπικές ενέργειες μεγάλων διαστάσεων σε σχέση με τις προσφορές. Κατά την Επιτροπή, τούτο δείχνει ακριβώς πόσο αποτελεσματικά η πρακτική των καλουμένων πολλαπλών προσφορών μειώνει τον κίνδυνο για τους επιμέρους υποβαλόντες προσφορά.
79 Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει ανεπιφύλακτα δεκτός. Όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, η πρακτική των καλουμένων πολλαπλών προσφορών παρέχει στον υποβάλλοντα προσφορά τη δυνατότητα να κερδοσκοπήσει μέσω της υποβολής πλειόνων προσφορών, καθόσον η ζημία που μπορεί να προκαλέσει μια ανεπιτυχής κερδοσκοπική ενέργεια μειώνεται, αφού για μικρότερες ποσότητες κατατίθεται μικρότερο ποσό εγγυήσεως.
80 Ακόμα και σύμφωνα με τις δηλώσεις της ίδιας της Επιτροπής, η πρακτική των καλουμένων πολλαπλών προσφορών δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε τη μείωση των περιπτώσεων στις οποίες καταπίπτει η εγγύηση. Ωστόσο, το γεγονός ότι η εγγύηση κατέπεσε σε λίγες μόνον περιπτώσεις δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν πωλήθηκε στους οργανισμούς παρεμβάσεως μεγαλύτερη ποσότητα κρέατος από την αναγκαία. Οι υποβαλόντες προσφορά οι οποίοι είχαν υποβάλει υπερτιμημένες προσφορές, εικάζοντας ότι θα καθοριζόταν υψηλότερος συντελεστής μειώσεως, μπορούσαν επίσης να αποφύγουν την απώλεια της εγγυήσεως αγοράζοντας την ελλείπουσα ποσότητα κρέατος στην ελεύθερη αγορά. Βέβαια, ούτε η πρακτική αυτή συνάδει προς την οικονομία του συστήματος παρεμβάσεως, πλην όμως είναι αναμφισβήτητο ότι εφαρμόζεται, όπως προκύπτει από τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 859/89, μια προσφορά απορρίπτεται αν η προτεινόμενη τιμή είναι μεγαλύτερη από τη μέγιστη τιμή που ισχύει για την οικεία δημοπρασία. Επομένως, ένας υποβαλών προσφορά που προσέφερε μεταλύτερη ποσότητα κρέατος από εκείνη που διαθέτει θα μπορούσε να αγοράσει την ποσότητα κρέατος που αφορούσε η απορριφθείσα για τον λόγο αυτό προσφορά. Η Επιτροπή θεωρεί επίσης ότι τούτο συνιστά παράβαση του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 859/89, το οποίο προβλέπει ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη δημοπρασία δεν μεταβιβάζονται.
81 Ούτε ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι, στο πλαίσιο των φερομένων πολλαπλών προσφορών, οι διαφορές μεταξύ των τιμών δεν ανέρχονταν παρά σε λίγα μόνο φράγκα αρκεί για να αντικρουστεί η άποψη ότι έγιναν κερδοσκοπικές ενέργειες και ότι το ΕΓΤΠΕ υπέστη, ενδεχομένως, ζημία. Η κερδοσκοπία μέσω της προσφοράς διαφορετικών τιμών είναι μία μόνον από τις πτυχές που επικρίνει η Επιτροπή. Πάντως, είναι αναμφισβήτητο ότι οι κερδοσκοπικές ενέργειες λαμβάνουν κυρίως τη μορφή υπερτιμημένων προσφορών. Οι ισχυρισμοί της προσφεύγουσας δεν μπορούν να αντικρούσουν το ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να έγιναν τέτοιες κερδοσκοπικές ενέργειες, οι οποίες προκάλεσαν, κατά περίπτωση, ζημία στο Ταμείο.
82 Επομένως, είναι σαφές ότι η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να αντικρούσει τους ισχυρισμούς της Επιτροπής σχετικά με την οικονομική ζημία που υπέστη το ΕΓΤΠΕ.
Δυνατότητα κατ' αποκοπήν υπολογισμού της οικονομικής ζημίας
83 Ωστόσο, η προσφεύγουσα αμφισβητεί επίσης τον κατ' αποκοπήν υπολογισμό της οικονομικής ζημίας, στον οποίο προέβη η Επιτροπή. Δεδομένου ότι δεν υφίσταται συνάφεια με ζημία, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι ο υπολογισμός αυτός συνιστά κύρωση.
84 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι κακώς η προσφεύγουσα θεωρεί ως δεδομένο ότι εν προκειμένω δεν διαπιστώνεται συνάφεια με ζημία. Όπως προαναφέρθηκε (40), δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να υπέστη το ΕΓΤΠΕ ζημία. Εξάλλου, αρκεί να υπομνηστεί η νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η Επιτροπή, αντί να απορρίψει το σύνολο των δαπανών τις οποίες αφορά η παράβαση, επιχειρεί να διαπιστώσει, μέσω υπολογισμών, τις οικονομικές επιπτώσεις της παράνομης ενέργειας. Οι υπολογισμοί αυτοί στηρίζονται στην εκτίμηση της καταστάσεως που θα κρατούσε στην αγορά αν δεν είχε διαπραχθεί η παράβαση. Στις περιπτώσεις αυτές, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι στο κράτος μέλος εναπόκειται να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της χρηματοδοτήσεως την οποία αρνείται η Επιτροπή (41). Επομένως, και εν προκειμένω, στην προσφεύγουσα εναπόκειται να αποδείξει ότι η εκτίμηση της Επιτροπής είναι εσφαλμένη. Όπως προαναφέρθηκε, η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να προσκομίσει την απόδειξη αυτή.
Oι κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής (Belle Group Report)
85 Τέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει επικουρικώς ότι η μείωση κατά 2 % είναι δυσανάλογη, δεδομένου ότι το Ταμείο δεν διέτρεξε κανένα κίνδυνο ζημίας. Τούτο δε μπορεί να γίνει δεκτό, δεδομένου ότι - όπως προαναφέρθηκε - το Ταμείο εκτέθηκε αναμφισβήτητα σε οικονομικό κίνδυνο.
86 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η μείωση είναι επίσης δυσανάλογη σε σχέση με τα άλλα κράτη μέλη. Κατά την άποψή της, και η ίδια η Επιτροπή υπογράμμισε ότι, στην περίπτωση της Γαλλίας, οι παραβάσεις ήσαν λιγότερο σοβαρές απ' ό,τι στην περίπτωση άλλων κρατών μελών. Ωστόσο, επέβαλε μείωση κατά 2 % σε όλα τα κράτη μέλη, αν και, σε ορισμένες περιπτώσεις, για δύο έτη, ενώ η μείωση που επέβαλε στη Γαλλία περιορίζεται αποκλειστικά στο 1992. Υπ' αυτές τις συνθήκες, δεν έπρεπε, κατά την άποψη της προσφεύγουσας, να επιβληθεί διόρθωση, δεδομένου μάλιστα ότι ο κίνδυνος που διέτρεξε το Ταμείο ήταν ελάχιστος.
87 Ορθώς η Επιτροπή παραπέμπει συναφώς στη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η Επιτροπή μπορεί να αρνηθεί τη χρηματοδότηση των δαπανών ακόμη και μέχρι ποσοστού 100 %, αν δεν είναι δυνατό να διαπιστωθούν με ακρίβεια οι οικονομικές επιπτώσεις ενός αντίθετου προς το κοινοτικό δίκαιο μέτρου (42).
88 Για την περίπτωση της κατ' αποκοπή διορθώσεως, η Επιτροπή έχει υιοθετήσει, κατόπιν προτάσεως μιας διυπηρεσιακής ομάδας (Belle Group Report), ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές. Βάσει των εν λόγω κατευθυντηρίων γραμμών, προτείνεται η μείωση του κατ' αποκοπήν υπολογισμού κατά τρία διαφορετικά ποσοστά, που είναι τα ακόλουθα:
- 2 %, αν οι ελλείψεις περιορίζονται σε λιγότερο σημαντικά τμήματα του συστήματος ελέγχου ή στη διενέργεια ελέγχων που δεν είναι απολύτως αναγκαίοι για τη διασφάλιση του νομοτύπου των δαπανών, ώστε να μπορεί ευλόγως να συναχθεί ότι ο κίνδυνος να υποστεί το ΕΓΤΠΕ ζημία ήταν ασήμαντος·
- 5 %, αν οι ελλείψεις αφορούν σημαντικά στοιχεία του συστήματος ελέγχου ή τη διενέργεια ελέγχων οι οποίοι έχουν αποφασιστική σημασία για τη διασφάλιση του νομοτύπου των δαπανών, ώστε να μπορεί ευλόγως να συναχθεί ότι ο κίνδυνος να υποστεί το ΕΓΤΠΕ ζημία ήταν σημαντικός·
- 10 %, αν οι ελλείψεις αφορούν το σύνολο ή βασικά στοιχεία του συστήματος ελέγχου ή τη διενέργεια ελέγχων που είναι ουσιώδεις για τη διασφάλιση του νομοτύπου των δαπανών, ώστε να μπορεί ευλόγως να συναχθεί ότι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να υποστεί το ΕΓΤΠΕ εκτεταμένη ζημία.
89 Πάντοτε σύμφωνα με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, δεν πρέπει να γίνεται καμία διόρθωση σε περιπτώσεις ασήμαντων ελλείψεων όσον αφορά τη διενέργεια ελέγχων, κατά τις οποίες εκτιμάται ότι ο κίνδυνος ζημίας είναι ελάχιστος. Τούτο ισχύει ιδίως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι εθνικές αρχές έλαβαν αποτελεσματικά μέτρα για τη θεραπεία των ελλείψεων αυτών, αμέσως μόλις διαπιστώθηκαν, καθώς και για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ελλείψεις οφείλονται σε δυσχέρειες κατά την ερμηνεία των κοινοτικών νομοθετημάτων.
90 Ακόμη κι αν μπορούσε να γίνει δεκτό ότι οι ελλείψεις του συστήματος ελέγχου οφείλονται στη δυσχέρεια ερμηνείας του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, του κανονισμού 859/89, πρέπει, παρά ταύτα, να τονιστεί ότι δεν συντρέχει η αναφερόμενη στις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές προϋπόθεση υπάρξεως ασήμαντων (απλώς) ελλείψεων στο σύστημα ελέγχου. Στην υπό κρίση υπόθεση, το πρόβλημα δεν έγκειται στην ύπαρξη ασήμαντων ελλείψεων του συστήματος ελέγχου, αλλά στο ότι δεν διενεργήθηκαν έλεγχοι προκειμένου να διαπιστωθεί αν μία και μοναδική ποσότητα κρέατος είχε προσφερθεί, μέσω αχυρανθρώπων, περισσότερες από μία φορές. Υπ' αυτές τις συνθήκες, το ανερχόμενο σε 2 % ποσοστό διορθώσεως που προέκρινε η Επιτροπή φαίνεται ανάλογο και ενδεδειγμένο.
91 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται επίσης ότι η Επιτροπή δεν έπρεπε να επεκτείνει τη διόρθωση κατά 2 % στη θέση του προϋπολογισμού σχετικά με τη μείωση της αξίας. Κατά την άποψή της, η μη τήρηση ορισμένων προϋποθέσεων σχετικών με την υποβολή των προσφορών ουδόλως επηρέασε τους όρους αποθεματοποιήσεως. Δεν υπάρχει συνάφεια μεταξύ της εν λόγω χρηματοοικονομικής διορθώσεως και του οικονομικού κινδύνου που διέτρεξε το Ταμείο.
92 Συναφώς, η Επιτροπή εκθέτει ότι το αναγόμενο στη μείωση της αξίας κόστος συνδέεται άμεσα - συγκεκριμένα, σε ποσοστό μεταξύ 50 και 55 % - με την αξία των αγορασθεισών ποσοτήτων. Επομένως, δεν είναι δυνατό να αποσυνδεθούν οι ζημίες που προκλήθηκαν λόγω της μειώσεως της αξίας από άλλες συναφείς θέσεις του προϋπολογισμού. Η άποψη αυτή πρέπει να γίνει δεκτή. Όσο μεγαλύτερες ποσότητες κρέατος αγοράζονται εκ μέρους των οργανισμών παρεμβάσεως - ενδεχομένως συνεπεία της υποβολής υπερτιμημένων προσφορών - τόσο μεγαλύτερες ζημίες προκαλούνται από τη μείωση της αξίας τους.
93 Επομένως, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι οι εκτιμήσεις της Επιτροπής όσον αφορά τη χρηματοοικονομική διόρθωση που πρέπει να επιβληθεί στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών είναι εσφαλμένες.
94 Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα κατά της αποφάσεως της Επιτροπής δεν είναι πειστικά.
Μέτρα παρεμβάσεως στο πλαίσιο της δημόσιας αποθεματοποιήσεως των σιτηρών
95 Η προσφεύγουσα βάλλει συναφώς κατά της αποφάσεως της Επιτροπής από τρεις απόψεις. Κατ' αρχάς διατείνεται ότι τα μέτρα που έλαβαν οι γαλλικές αρχές στον τομέα των μέτρων παρεμβάσεως για τα σιτηρά ήσαν επαρκή. Αντιθέτως, η Επιτροπή φρονεί ότι το Ταμείο εκτέθηκε σε σημαντικούς οικονομικούς κινδύνους λόγω των ελλείψεων του συστήματος ελέγχου.
96 Προς στήριξη του ισχυρισμού της, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι ορισμένα από τα μέτρα που απαιτεί η Επιτροπή δεν προβλέπονται από τις σχετικές κοινοτικές διατάξεις.
97 Συναφώς, πρέπει να γίνει παραπομπή στο άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 689/92 της Επιτροπής, της 19ης Μαρτίου 1992, περί καθορισμού της διαδικασίας και των όρων αναλήψεως των σιτηρών από τους οργανισμούς παρέμβασης (43). Το άρθρο αυτό προβλέπει τα εξής: «Οι οργανισμοί παρέμβασης θεσπίζουν, αν υπάρχει ανάγκη, συμπληρωματικές διαδικασίες και όρους αναλήψεως που συμφωνούν με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι ειδικές συνθήκες που επικρατούν στο κράτος μέλος στο οποίο ανήκουν (...).»
98 Ανεξαρτήτως όμως των προεκτεθέντων, στα κράτη μέλη εναπόκειται - όπως προαναφέρθηκε - η διενέργεια των αναγκαίων ελέγχων στο πλαίσιο του ΕΓΤΠΕ, ακόμη και αν οι έλεγχοι αυτοί δεν προβλέπονται ρητά από τις σχετικές διατάξεις.
99 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι τα μέτρα που είχε προβλέψει ήσαν επαρκή και ότι οι έλεγχοι διενεργήθηκαν σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες. Είναι αμφίβολο αν ο ισχυρισμός αυτός αρκεί προς αντίκρουση της απόψεως της Επιτροπής.
100 Τούτο ισχύει ιδίως για τον λόγο ότι - όπως ισχυρίζεται η ίδια η προσφεύγουσα - οι γαλλικές αρχές δεν αμφισβητούν ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις του οργάνου συμβιβασμού, όφειλαν να τροποποιήσουν το αρχικό τους σύστημα, προκειμένου να συμμορφωθούν προς τις απαιτήσεις της Επιτροπής. Ωστόσο, οι εξαγγελθείσες βελτιώσεις δεν υλοποιήθηκαν, κατά την προσφεύγουσα, παρά μόνον το 1993.
101 Βέβαια, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή υποχρεούται πάντοτε να δικαιολογεί την απόφασή της με την οποία διαπιστώνει την έλλειψη ή την ανεπάρκεια των διενεργηθέντων ελέγχων (44). Στην εν λόγω υπόθεση, η Επιτροπή είχε υποστηρίξει, μεταξύ άλλων, ότι οι αρμόδιες αρχές δεν ήσαν σε θέση να παράσχουν στοιχεία σχετικά με τον αριθμό των επιτόπιων ελέγχων ή σχετικά με το σύστημα επικοινωνίας μεταξύ των εποπτευουσών αρχών και των εχόντων εκτελεστικό ρόλο τοπικών υπαλλήλων. Οι εν λόγω αρχές δεν μπορούσαν να εξηγήσουν ούτε το γεγονός ότι δεν είχαν συνταχθεί γραπτές εκθέσεις. Τα στοιχεία αυτά αρκούσαν, κατά την άποψη της Επιτροπής, προς δικαιολόγηση της αποφάσεώς της. Στην προσφεύγουσα εναπέκειτο πλέον να αποδείξει ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής ήσαν εσφαλμένες. Προς τούτο, δεν αρκούσε - πάντοτε κατά την άποψη του Δικαστηρίου - ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι, στην πραγματικότητα, είχαν διενεργηθεί διοικητικοί καθώς και επιτόπιοι έλεγχοι, τη στιγμή που δεν προσκόμισε συναφώς αποδεικτικά στοιχεία. Δεδομένου ότι, επομένως, δεν απέδειξε ότι είχαν διενεργηθεί έλεγχοι, η διαπίστωση αυτή μπορούσε να γεννήσει σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν είχε θεσπιστεί ένα κατάλληλο και αποτελεσματικό σύστημα μέτρων εποπτείας και ελέγχου (45).
102 Και ως προς το ζήτημα αυτό η προσφεύγουσα δεν έχει κατ' ουσίαν διατυπώσει παρά μόνον απλούς ισχυρισμούς. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν μπορούν να θεωρηθούν επαρκείς, δεδομένου ότι η Επιτροπή διαπίστωσε ότι σιτηρά που έπρεπε να αποθεματοποιηθούν υπό διαφορετικά καθεστώτα αναμίχθηκαν ή υποκαταστάθηκαν αμοιβαίως. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αμφισβητήθηκε από την προσφεύγουσα. Η προσφεύγουσα επισήμανε απλώς ότι δεν επρόκειτο για σιτηρά τα οποία έπρεπε να αποθεματοποιηθούν στο πλαίσιο των μέτρων παρεμβάσεως. Ανεξαρτήτως του γεγονότος αυτού, μπορεί να συναχθεί, όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι η αποτελεσματικότητα του συστήματος ελέγχου ήταν αμφίβολη και ότι υπήρχε ο κίνδυνος να μη διαχωριστούν σαφώς τα σιτηρά που είχαν αποθεματοποιηθεί υπό διαφορετικά καθεστώτα.
103 Επομένως, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι τα μέτρα που έλαβε ήσαν επαρκή και ότι δεν υπήρξε παράβαση του κανονισμού 729/70. Οι λοιποί ισχυρισμοί της προσφεύγουσας αφορούν το οικονομικό έτος 1993, το οποίο δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως μέτρο συγκρίσεως, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις της προσφεύγουσας, οι εξαγγελθείσες βελτιώσεις του συστήματος υλοποιήθηκαν τον Δεκέμβριο του 1993.
104 Δεύτερον, η προσφεύγουσα προβάλλει παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου. Συναφώς, επικαλείται την ανακοίνωση της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία δεν θα επιβάλλονταν χρηματοοικονομικές διορθώσεις, ενόψει ιδίως των βελτιώσεων που είχαν εξαγγείλει οι γαλλικές αρχές. Κατά την προσφεύγουσα, το γεγονός ότι η Επιτροπή επέβαλε τελικά, παρά ταύτα, διόρθωση για το 1992 συνιστά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου.
105 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι η ανακοίνωση αυτή της Επιτροπής στηριζόταν κυρίως στο γεγονός ότι οι γαλλικές αρχές είχαν εξαγγείλει βελτιώσεις. Σύμφωνα με τις δηλώσεις της Επιτροπής, οι βελτιώσεις αυτές δεν υλοποιήθηκαν. (Ενδεικτικά, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι σιτηρά υπαγόμενα σε διαφορετικά καθεστώτα αποθεματοποιήσεως είχαν αναμιχθεί ή υποκατασταθεί αμοιβαίως.)
106 Συναφώς, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι συνιστά επίσης παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου το να λαμβάνονται υπόψη άλλες διατάξεις από τις εφαρμοστέες στα μέτρα παρεμβάσεως. Όπως όμως προαναφέρθηκε, μπορεί εν πάση περιπτώσει να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι υπήρχαν ελλείψεις στο σύστημα ελέγχου. Η προσφεύγουσα όφειλε να προβάλει τουλάχιστον ότι η εν λόγω υποκατάσταση επιτρεπόταν στο πλαίσιο των λοιπών καθεστώτων αποθεματοποιήσεως που αναφέρθηκαν. Η προσφεύγουσα όμως δεν προέβαλε τέτοιον ισχυρισμό.
107 Συγχρόνως, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, στην ανακοίνωσή της, η Επιτροπή ανέφερε επίσης σαφώς ότι, αν διαπίστωνε ότι η αμοιβαία υποκατάσταση μεταξύ διαφόρων αποθεμάτων σιτηρών είχε ως αποτέλεσμα την έλλειψη ορισμένης ποσότητας, θα επέβαλλε σημαντικές χρηματοοικονομικές διορθώσεις. Το γεγονός ότι οι διορθώσεις αυτές τελικώς επιβλήθηκαν δεν μπορεί να συνιστά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου.
108 Επιπλέον, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν έπρεπε να στηριχθεί σε απλές φήμες περί αμοιβαίας υποκαταστάσεως μεταξύ διαφόρων ειδών αποθεμάτων. Όπως ήδη προαναφέρθηκε, τα όσα εξέθεσε η Επιτροπή ως προς το ζήτημα αυτό ήσαν επαρκή.
109 Τέλος, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι η Επιτροπή δεν ανέφερε κανένα παράδειγμα αμοιβαίας υποκαταστάσεως μεταξύ σιτηρών υπαγομένων σε διαφορετικά καθεστώτα αποθεματοποιήσεως. Συναφώς, πρέπει να γίνει παραπομπή στην νομολογία του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι, οσάκις η Επιτροπή δεν προσκομίζει αποδείξεις σχετικά με ατομικές περιπτώσεις κατά τις οποίες η γεωργική κανονιστική ρύθμιση δεν τηρήθηκε, τούτο ουδόλως σημαίνει ότι το υφιστάμενο εντός του κράτους μέλους σύστημα ελέγχου διασφαλίζει την ορθή εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως. Οι εν λόγω ατομικές περιπτώσεις συνιστούν ένα πρόσθετο στοιχείο που μπορεί να ενισχύσει την κριτική της Επιτροπής σχετικά με την αποτελεσματικότητα του συστήματος ελέγχου του κράτους μέλους (46). Εξάλλου, ούτε η ίδια η προσφεύγουσα αμφισβήτησε ότι πραγματοποιήθηκαν τέτοιου είδους αμοιβαίες υποκαταστάσεις.
110 Επομένως, δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου.
111 Τέλος, η προσφεύγουσα προβάλλει, επικουρικώς, την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Κατά την άποψή της, η μείωση κατά 2 % δεν έπρεπε να εφαρμοστεί επίσης στη θέση 10-13 του προϋπολογισμού, η οποία αφορά τις ζημίες επί των πωλήσεων των αποθεμάτων. Οι εν λόγω ζημίες αντισταθμίζονται πλήρως, κατά την άποψή της, δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 3597/90 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1990, σχετικά με τους κανόνες λογιστικής καταχώρησης για τα μέτρα παρέμβασης που συνεπάγεται η αγορά, η αποθεματοποίηση και η πώληση γεωργικών προϋόντων από τους οργανισμούς παρέμβασης (47). Επομένως, το Ταμείο δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημία στο πλαίσιο της εν λόγω θέσεως του προϋπολογισμού.
112 Αντιθέτως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εν λόγω θέση αφορά τις χρηματοοικονομικές συνέπειες των ζημιών επί των πωλήσεων. Κατά την άποψή της, οι ελλείπουσες ποσότητες τις οποίες διαπίστωσε, σε συνδυασμό με τις υφιστάμενες ελλείψεις του συστήματος ελέγχου, μπορούσαν να προκαλέσουν ζημία στο Ταμείο.
113 Το ζήτημα αν πράγματι ενέλειπαν ορισμένες ποσότητες αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων. Όπως όμως προαναφέρθηκε, είναι αναμφισβήτητο ότι υπήρχαν ελλείψεις στο σύστημα ελέγχου. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι οι εν λόγω ζημίες επί των πωλήσεων αντισταθμίστηκαν αμέσως. Προς τούτο θα απαιτούνταν η διενέργεια εμπεριστατωμένου ελέγχου, ο οποίος ωστόσο δεν διενεργήθηκε. Συναφώς, δεν αποκλείεται να σημειώθηκαν ζημίες στο πλαίσιο της θέσεως 10-13 του προϋπολογισμού. Επομένως, δεν συντρέχει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
114 Κατά συνέπεια, ουδείς λόγος υφίσταται να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής.
Δικαστικά έξοδα
115 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασιας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα.
Δ - Πρόταση
116 Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
«1) Η προσφυγή απορρίπτεται.
2) Η Γαλλική Δημοκρατία φέρει τα δικαστικά έξοδα.»
(1) - Πρόκειται για το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων.
(2) - Το πρόβλημα αυτό αποτελεί, τουλάχιστον εν μέρει, το αντικείμενο των υποθέσεων C-209/96 (Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής), C-233/96 (Δανία κατά Επιτροπής), C-238/96 (Ιρλανδία κατά Επιτροπής) και C-242/96 (Ιταλία κατά Επιτροπής).
(3) - Η σχετική ρύθμιση περιέχεται στο άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 859/89 της Επιτροπής, της 29ης Μαρτίου 1989, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των μέτρων παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 91, σ. 5).
(4) - Άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 859/89.
(5) - Τέταρτη αιτιολογική σκέψη και άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72).
(6) - Όπ.π., υποσημείωση 3.
(7) - Τρίτη αιτιολογική σκέψη και άρθρα 7 επ. του κανονισμού 859/89.
(8) - Δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 571/89 του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 1989, για την τροποποίηση του κανονισμού 805/68, για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1302/73 και για την παράταση του κανονισμού (ΕΟΚ) 4132/88 (ΕΕ L 61, σ. 43).
(9) - Απόφαση 96/311/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Απριλίου 1996, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1992, καθώς και για ορισμένες δαπάνες για το οικονομικό έτος 1993 (ΕΕ L 117, σ. 19).
(10) - Έγγραφο VI/6355/95.
(11) - Η υπογράμμιση δική μου.
(12) - Η υπογράμμιση δική μου.
(13) - ΕΕ L 225, σ. 4.
(14) - Το όργανο αυτό συστάθηκε με την απόφαση 94/442/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 1994, σχετικά με τη θέσπιση διαδικασίας συμβιβασμού στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των λογαριασμών του Ευρωπαϋκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 182, σ. 45).
(15) - Βλ. υποσημείωση 9.
(16) - Απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1993, C-48/91, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-5611, σκέψεις 13 και 14), όπου και περαιτέρω παραπομπές.
(17) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 18, όπου και περαιτέρω παραπομπές· απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 1991, C-281/89, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-347, σκέψη 19), όπου και περαιτέρω παραπομπές· απόφαση της 24ης Μαρτίου 1988, 347/85, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 1749, σκέψη 16)· απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1993, C-55/91, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-4813, σκέψη 13), όπου και περαιτέρω παραπομπές.
(18) - Απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1988, 349/85, Δανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 169, σκέψη 16).
(19) - Αποφάσεις της 3ης Δεκεμβρίου 1992, C-283/91, Contarini (Συλλογή 1992, σ. I-6359, σκέψη 14), και της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C-296/93 και C-307/93, Γαλλία και Ιρλανδία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-795, σκέψη 21).
(20) - Κανονισμός της Επιτροπής, της 1ης Αυγούστου 1990, που τροποποιεί τον κανονισμό 859/89 (ΕΕ L 204, σ. 45).
(21) - Η διάκριση αυτή γίνεται επίσης στην αγγλική απόδοση, όπου γίνεται λόγος για «interested parties» και «tenderer».
(22) - Κανονισμός της Επιτροπής, της 15ης Μαου 1990, για την τροποποίηση του κανονισμού 859/89 (ΕΕ L 126, σ. 31).
(23) - Κανονισμός του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93).
(24) - Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 προβλέπει τα εξής:
«Ξρηματοδοτούνται, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, οι παρεμβάσεις που προορίζονται για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών και που επιχειρούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών.»
(25) - Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 11/76, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 93, σκέψεις 8 και 9).
(26) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 11.
(27) - Έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 729/70.
(28) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 11· αποφάσεις της 9ης Οκτωβρίου 1990, C-366/88, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-3571, σκέψη 20), της 12ης Ιουνίου 1990, C-8/88, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-2321, σκέψη 17), και της 6ης Μαου 1982, 146/81, 192/81 και 193/81, BayWa κ.λπ. (Συλλογή 1982, σ. 1503, σκέψη 26).
(29) - Απόφαση της 2ας Ιουνίου 1994, C-2/93, Exportslachterijen van Oordegem (Συλλογή 1994, σ. Ι-2283, σκέψεις 17 και 18).
(30) - Άρθρο 10 του κανονισμού 859/89.
(31) - Τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 859/89.
(32) - Τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2456/93.
(33) - Άρθρο 11, παράγραφος 3, δεύτερη φράση.
(34) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 14, όπου και περαιτέρω παραπομπές.
(35) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 16, και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 17 απόφαση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, σκέψη 14.
(36) - Αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 1996, C-50/94, Ελλάδα κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-3331, σκέψη 26), της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 15/76 και 16/76, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 141, σκέψεις 32 επ.), και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 17 απόφαση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, σκέψη 13.
(37) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 17.
(38) - Απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1988, 327/85, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 1065, σκέψη 25).
(39) - Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1995, C-49/94, Ιρλανδία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. I-2683, σκέψη 22).
(40) - Βλ. τις παραγράφους 60 έως 82.
(41) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 17 απόφαση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, σκέψεις 14 και 15.
(42) - Βλ. υποσημείωση 36.
(43) - EE L 74, σ. 18.
(44) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 28 απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 23.
(45) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 28 απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψεις 26 επ.
(46) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 33.
(47) - ΕΕ L 350, σ. 43.
Full & Egal Universal Law Academy