Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Α - Εισαγωγή
1 Η παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το τέταρτο ποινικό τμήμα του cour d'appel de Mons αφορά το καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως.
2 Στην κύρια δίκη προσάπτεται στους κατηγορουμένους ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο 1984 έως τον Μάρτιο 1985 εισήγαγαν λαθραία από τη Γαλλία στο Βέλγιο έτοιμα ενδύματα άγνωστης καταγωγής.
3 Η ποινική δίωξη φαίνεται ότι κινήθηκε έπειτα από κοινές έρευνες των αρμοδίων βελγικών και γαλλικών αρχών. Στο πλαίσιο των ερευνών αυτών η DNΕD (direction nationale des enquκtes douaniθres: εθνική διεύθυνση τελωνειακών ερευνών) του Παρισιού έστειλε στις 13 Μαρτίου 1985 τηλετύπημα στις βελγικές αρχές, στο οποίο αναφερόταν ότι κατόπιν των κατ' οίκον ερευνών που είχαν πραγματοποιηθεί στη Γαλλία είχαν διαπιστωθεί οι ακόλουθες παραβάσεις:
«1. Λαθραία εξαγωγή ενδυμάτων (γαλλικής καταγωγής (1), προορισμός: Βέλγιο, και συγκεκριμένα Βρυξέλλες), καθ' υπολογισμό αξία: 5 000 000 γαλλικά φράγκα (FR), χωρίς να έχει συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής.
2. Λαθραία εισαγωγή άλλων ενδυμάτων (ισπανικής καταγωγής και βελγικής προελεύσεως (2)), προοριζομένων για διαφόρους πελάτες στο Παρίσι, καθ' υπολογισμό αξία: 2 000 000 γαλλικών φράγκων (FF).»
4 Κατόπιν αυτού οι βελγικές αρχές άσκησαν, βάσει της βελγικής τελωνειακής νομοθεσίας, ποινική δίωξη κατά του Amelynck και 29 άλλων (φυσικών και νομικών) προσώπων. Ως αιτιολογία ανέφεραν ότι, ελλείψει του παραστατικού εγγράφου Τ 2 ή Τ 2 L, δεν είναι δυνατό για τους κατηγορουμένους να αποδείξουν ότι τα εξαχθέντα από τη Γαλλία στο Βέλγιο εμπορεύματα είναι κοινοτικής καταγωγής. Εκτός αυτού οι αρχές αξίωσαν από τους κατηγορουμένους την καταβολή των αναλογούντων δασμών.
5 Το tribunal de Tournai έκρινε, με απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1993, ότι το αξιόποινο είχε παραγραφεί. Συγχρόνως έκρινε ως αποδεδειγμένα τα πραγματικά περιστατικά που προσάπτονταν στους κατηγορουμένους και υποχρέωσε 28 από τους κατηγορουμένους στην καταβολή των οφειλομένων δασμών, αυξημένων κατά τους τόκους υπερημερίας (3). Οι περισσότεροι από τους ενδιαφερομένους άσκησαν κατά της αποφάσεως αυτής έφεση ενώπιον του cour d'appel de Mons. Στη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου αυτού ορισμένοι τουλάχιστον από τους εφεσείοντες υποστήριξαν ότι από το προαναφερθέν τηλετύπημα της 13ης Μαρτίου 1985 προέκυπτε ότι τα επίδικα εμπορεύματα ήταν κοινοτικής καταγωγής.
6 Για την κατανόηση των ερωτημάτων που ανακύπτουν στην παρούσα διαδικασία είναι απαραίτητη η επισκόπηση των διατάξεων που ίσχυαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα για το καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως. Οι διατάξεις αυτές περιλαμβάνονταν στον κανονισμό (ΕΟΚ) 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως (4).
7 Το Δικαστήριο έχει ήδη εξετάσει τις διατάξεις αυτές με την απόφαση της 7ης Μαρτίου 1990 επί της υποθέσεως Trend-Moden Textilhandel (5). Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο συνόψισε τις εν λόγω διατάξεις ως εξής:
«9 Ο κανονισμός 222/77 προβλέπει δύο διαδικασίες κοινοτικής διαμετακομίσεως. Η μία, η διαδικασία εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, έχει κυρίως εφαρμογή, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 222/77, επί των εμπορευμάτων που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης ΕΟΚ, δηλαδή επί των εμπορευμάτων που προέρχονται από τρίτα κράτη και δεν ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας. Η άλλη, η διαδικασία εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, εφαρμόζεται κυρίως, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 3, του ιδίου κανονισμού, επί των εμπορευμάτων που πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης ΕΟΚ, δηλαδή επί των εμπορευμάτων που κατάγονται από κράτη μέλη ή ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας, τα καλούμενα "κοινοτικά εμπορεύματα".
10 Κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 222/77, τα εμπορεύματα που κυκλοφορούν κατά τη διαδικασία της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως πρέπει να δηλώνονται στο έντυπο Τ 1.
11 Κατά το άρθρο 39, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού, τα εμπορεύματα που κυκλοφορούν κατά τη διαδικασία της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, δηλαδή κυρίως τα κοινοτικά εμπορεύματα, πρέπει να δηλώνονται στο έντυπο Τ 2. Κατά συνέπεια, το παραστατικό αυτό συνιστά κατά κανόνα το μέσο αποδείξεως του κοινοτικού χαρακτήρα του εμπορεύματος που υπόκειται στη διαδικασία της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως.
12 Πρέπει να τονιστεί ότι στις ειδικές διατάξεις του κανονισμού 222/77 προβλέπονται περιπτώσεις στις οποίες τα κοινοτικά εμπορεύματα δεν κυκλοφορούν κατά τη διαδικασία της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως.
13 Γι' αυτά τα κοινοτικά εμπορεύματα, τα οποία δεν κυκλοφορούν κατά τη διαδικασία της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, στις περιπτώσεις που η διαδικασία αυτή δεν είναι υποχρεωτική, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 223/77 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1976, περί των διατάξεων εφαρμογής, ως και των μέτρων απλουστεύσεως του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακομίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/012, σ. 27), προβλέπει ως μέσο αποδείξεως το παραστατικό Τ 2 L, το περιεχόμενο του οποίου αντιστοιχεί στο παραστατικό Τ 2 της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως (βλέπε ένατη αιτιολογική σκέψη και άρθρο 1, παράγραφος 8, του κανονισμού 223/77).
14 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι κανονισμοί 222/77 και 223/77 καθιερώνουν τον κανόνα κατά τον οποίο η απόδειξη του κοινοτικού χαρακτήρα ενός εμπορεύματος παρέχεται, εκτός από τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις, αποκλειστικώς βάσει του παραστατικού Τ 2 ή του παραστατικού Τ 2 L.
15 Την ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνει το άρθρο 9 του κανονισμού 222/77, κατά το οποίο, όταν, στις περιπτώσεις που προβλέπει ο κανονισμός, "οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εφαρμόζονται μόνον επί τη προσκομίσει παραστατικού εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως που εκδίδεται με σκοπό να αποδείξει τον κοινοτικό χαρακτήρα των εμπορευμάτων, ο ενδιαφερόμενος δύναται, για κάθε βάσιμη αιτία, να αποκτήσει εκ των υστέρων το παραστατικό αυτό από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αναχωρήσεως". Η διάταξη αυτή εκφράζει την πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη να αποκλείσει τα άλλα αποδεικτικά μέσα, διευκολύνοντας παράλληλα τον ενδιαφερόμενο. Η ανάλογη διάταξη του άρθρου 71 του προαναφερθέντος κανονισμού εφαρμογής 223/77 προβλέπει ότι το παραστατικό Τ2L μπορεί να χορηγηθεί εκ των υστέρων.» (6)
8 Κατά το άρθο 39, παράγραφος 2, του κανονισμού 222/77, στη διαδικασία της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως εφαρμόζονται αναλόγως - πλην ελαχίστων ειδικών περιπτώσεων (που δεν είναι κρίσιμες εν προκειμένω) - οι διατάξεις του τίτλου ΙΙ (άρθρα 12 έως 38) περί εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως.
Στις διατάξεις αυτές περιλαμβάνεται και το άρθρο 37 του κανονισμού, που είναι διατυπωμένο ως εξής:
«1) Tα κανονικώς εκδοθέντα παραστατικά Τ1 και τα μέτρα που λαμβάνουν οι τελωνειακές αρχές κράτους μέλους για τη διαπίστωση της ταυτότητας έχουν, στα λοιπά κράτη μέλη, νομικές συνέπειες ταυτόσημες με τις συνέπειες των κανονικώς εκδοθέντων παραστατικών και των μέτρων που λαμβάνονται από τις τελωνειακές αρχές καθενός από τα κράτη μέλη αυτά.
2) Οι διαπιστώσεις που γίνονται από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους κατά τους ελέγχους που διενεργούνται στο πλαίσιο του καθεστώτος της κοινοτικής διαμετακομίσεως έχουν, στα λοιπά κράτη μέλη, την ίδια αποδεικτική ισχύ με τις διαπιστώσεις που γίνονται από τις αρμόδιες αρχές καθενός από αυτά τα κράτη μέλη.»
9 Το cour d'appel de Mons θεώρησε ότι, για να αποφανθεί επί της εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς, χρειαζόταν την ερμηνεία των προαναφερθεισών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου. Κατόπιν αυτού υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα, ζητώντας την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΚ:
«Είναι οι κοινοτικοί κανονισμοί 222/77 και 223/77, οι οποίοι θέτουν τον κανόνα ότι ο κοινοτικός χαρακτήρας ενός εμπορεύματος πρέπει να αποδεικνύεται, πλην προβλεπομένης εξαιρέσεως, αποκλειστικώς με το παραστατικό διαμετακομίσεως Τ 2 ή Τ 2 L, σύμφωνοι με τα άρθρα 9 και 10 της Συνθήκης ΕΟΚ και συμβιβάζονται με τα άρθρα 37, παράγραφος 2, και 39, παράγραφος 2, του κανονισμού 222/77, τα οποία ορίζουν ότι οι διαπιστώσεις που γίνονται από τις αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους έχουν [στα λοιπά κράτη μέλη] την ίδια αποδεικτική ισχύ με τις διαπιστώσεις που γίνονται από τις αρμόδιες αρχές καθενός από αυτά τα κράτη μέλη;»
10 Στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου έλαβαν μέρος συνολικά έντεκα από τους εφεσείοντες της κύριας δίκης, το Βασίλειο του Βελγίου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Συμβούλιο και η Επιτροπή.
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
11 Το προδικαστικό ερώτημα του cour d'appel de Mons έχει δύο σκέλη. Αφενός, ερωτάται αν η καταρχήν απαίτηση να αποδεικνύεται ο κοινοτικός χαρακτήρας ενός εμπορεύματος αποκλειστικά και μόνο με το παραστατικό διαμετακομίσεως T 2 ή το παραστατικό διαμετακομίσεως T 2 L είναι σύμφωνη με τα άρθρα 9 και 10 της Συνθήκης ΕΚ. Αφετέρου, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η απαίτηση αυτή είναι σύμφωνη με τα άρθρα 37, παράγραφος 2, και 39, παράγραφος 2, του κανονισμού 222/77.
Επί του πρώτου σκέλους του προδικαστικού ερωτήματος
12 Όπως υποστήριξαν η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, η απάντηση στο πρώτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος προκύπτει ήδη από την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Trend-Moden Textilhandel. Την ίδια άποψη υποστήριξε το Συμβούλιο.
13 Στην προαναφερθείσα απόφαση το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής:
«18 Στη διάταξη παραπομπής εκτίθεται η άποψη της Trend-Moden ότι η κατανομή του βάρους αποδείξεως και ο περιορισμός των αποδεικτικών μέσων μπορούν να έχουν ως συνέπεια την επιβολή δασμών σε εμπορεύματα μη συνοδευόμενα από τα προβλεπόμενα παραστατικά διαμετακομίσεως, των οποίων, όμως, ο κοινοτικός χαρακτήρας αποδεικνύεται με άλλα μέσα, συνέπεια που αντιβαίνει προς τα οριζόμενα στα άρθρα 9 και 10 της Συνθήκης.
19 Πρέπει σχετικώς να τονιστεί ότι τα άρθρα 9 και 10 της Συνθήκης δεν παρέχουν καμία ένδειξη ως προς τα μέσα αποδείξεως ή την κατανομή του βάρους αποδείξεως του κοινοτικού χαρακτήρα των εμπορευμάτων. Αφήνουν στο παράγωγο κοινοτικό δίκαιο τη ρύθμιση των ζητημάτων αυτών.
20 Πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι σκοπός της κανονιστικής ρυθμίσεως που προαναφέρθηκε είναι η διευκόλυνση της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων κατά τη διέλευση των εσωτερικών συνόρων της Κοινότητας, γεγονός που συνιστά μία από τις θεμελιώδεις αρχές της κοινοτικής αγοράς. Η παροχή προς τον επιχειρηματία, ο οποίος πρέπει κανονικά να φέρει το βάρος αποδείξεως, ενιαίων και απλοποιημένων μέσων αποδείξεως του κοινοτικού χαρακτήρα των εμπορευμάτων, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα προσκομίσεως των αποδείξεων αυτών ακόμα και μετά τη διέλευση των συνόρων, εντάσσεται στο πλαίσιο επιδιώξεως αυτού του σκοπού και δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να θεωρηθεί ως αντίθετη προς τα άρθρα 9 και 10 της Συνθήκης ΕΟΚ.
21 Βάσει των ανωτέρω σκέψεων η απάντηση που προσήκει είναι ότι από την εξέταση του ερωτήματος που υποβλήθηκε δεν προέκυψαν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι ο βάσει των κανονισμών 222/77 του Συμβουλίου και 223/77 της Επιτροπής αποκλεισμός, εκτός από τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις, της δυνατότητας αποδείξεως, έναντι των τελωνειακών αρχών του κράτους μέλους προορισμού, του κοινοτικού χαρακτήρα του εμπορεύματος με άλλα αποδεικτικά μέσα εκτός από τα παραστατικά διαμετακομίσεως Τ 2 ή Τ 2 L επηρεάζει το κύρος των εν λόγω κανονισμών.» (7)
14 Η θεώρηση αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, πειστική. Η ορθότητα της αποφάσεως αυτής δεν αμφισβητήθηκε εξάλλου από κανένα διάδικο της παρούσας διαδικασίας.
Επί του δευτέρου σκέλους του προδικαστικού ερωτήματος
15 Αντίθετα, η απάντηση στο δεύτερο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος δεν είναι τόσο απλή. Εν προκειμένω τίθεται το ερώτημα κατά πόσον ο κοινοτικός χαρακτήρας ενός εμπορεύματος μπορεί να αποδειχθεί και με επίκληση μιας ανάλογης «διαπιστώσεως» των τελωνειακών αρχών ενός κράτους μέλους κατά την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 2, του κανονισμού 222/77 (που εφαρμόζεται, βάσει του άρθρου 39, παράγραφος 2, και στην εσωτερική κοινοτική διαμετακόμιση). Το ερώτημα αυτό δεν έχει εξεταστεί μέχρι σήμερα από το Δικαστήριο.
16 Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι το τηλετύπημα των γαλλικών τελωνειακών αρχών της 13ης Μαρτίου 1985 περιείχε ή προοριζόταν να ανακοινώσει ορισμένη διαπίστωση σχετικά με την καταγωγή των οικείων εμπορευμάτων. Στηρίζει την άποψή της στο περιεχόμενο και τα συμφραζόμενα του εγγράφου αυτού. Εδώ πρόκειται προφανώς για πραγματικό ζήτημα, στο οποίο αρμόδιο να απαντήσει είναι μόνο το αιτούν δικαστήριο. Για την απάντηση του δευτέρου σκέλους του προδικαστικού ερωτήματος θα δεχθώ ως υπόθεση εργασίας ότι το προαναφερθέν τηλετύπημα περιείχε πράγματι μια τέτοια διαπίστωση (8).
17 Είναι αναμφισβήτητο ότι η δυνατότητα να αφορούν οι κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 37 «διαπιστώσεις» και τον κοινοτικό χαρακτήρα ενός εμπορεύματος είναι σύμφωνη με τη διατύπωση του άρθρου 37. Στην περίπτωση αυτή το άρθρο 37, παράγραφος 2, του κανονισμού 222/77 θα αποτελούσε διάταξη περί εξαιρέσεως, που θα επέτρεπε την απόδειξη του κοινοτικού χαρακτήρα όχι με την επίδειξη των κανονικά προβλεπομένων εγγράφων, αλλά με την ανάλογη διαπίστωση των τελωνειακών αρχών ενός κράτους μέλους.
18 Η Γερμανική Κυβέρνηση αντιτάσσει ότι το άρθρο 9 του κανονισμού, που ορίζει ότι αρμόδιο για τη χορήγηση του παραστατικού διαμετακομίσεως είναι το κράτος μέλος αναχωρήσεως, αποτελεί ειδική ρύθμιση, σε σχέση με τα άρθρα 37, παράγραφος 2, και 39, παράγραφος 2, και συνεπώς υπερισχύει των διατάξεων αυτών. Πρέπει όμως να ληφθεί υπόψη ότι το άρθρο 9 ανήκει στις «γενικές διατάξεις» του τίτλου Ι του κανονισμού, ενώ τα άρθρα 37 και 39 περιλαμβάνονται στις ειδικές διατάξεις για τη διαδικασία της εξωτερικής (τίτλος ΙΙ) και της εσωτερικής (τίτλος ΙΙΙ) κοινοτικής διαμετακομίσεως. Το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως δεν είναι επομένως, κατά την άποψή μου, απόλυτα πειστικό.
19 Εντούτοις, συμμερίζομαι την άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως, της Βελγικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία ο κοινοτικός χαρακτήρας ενός εμπορεύματος, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη τα άρθρα 37 και 39 του κανονισμού 222/77, μπορεί να αποδειχθεί κατά κανόνα - δηλαδή εκτός από τις εξαιρέσεις που επιτρέπουν οι ίδιοι οι κανονισμοί αυτοί - μόνο με τα επανειλημμένα ήδη αναφερθέντα παραστατικά διαμετακομίσεως.
20 Όπως έχει ήδη δεχτεί το Δικαστήριο, ο σκοπός της υπό κρίση κανονιστικής ρυθμίσεως περί του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακομίσεως συνίσταται «στη διευκόλυνση της μεταφοράς των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας διά της απλουστεύσεως και ενοποιήσεως των διαδικασιών που απαιτούνται κατά τη διέλευση των εσωτερικών συνόρων» (9). Μια τέτοια απλούστευση και ενοποίηση των διαδικασιών θα ήταν όμως απατηλή, αν οι επιχειρηματίες, για την απόδειξη του κοινοτικού χαρακτήρα των εμπορευμάτων, είχαν επίσης τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν κατά την κρίση τους, αντί των προβλεπομένων παραστατικών διαμετακομίσεως, άλλα έγγραφα με ανάλογες διαπιστώσεις, εκδιδόμενα από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές. Κατά την άποψή μου, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο κοινοτικός νομοθέτης μπορεί να σκόπευε να προσδώσει τέτοια ευρεία έννοια στο άρθρο 37, παράγραφος 2. Στο πλαίσιο αυτό - και από την άποψη αυτή είναι σημαντικό το επιχείρημα που προέβαλε η Γερμανική Κυβέρνηση - πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 9 του κανονισμού παρέχει τη δυνατότητα αποκτήσεως εκ των υστέρων του παραστατικού της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως. Όπως εξέθεσε ήδη το Δικαστήριο στην απόφαση Trend-Moden Textilhandel, η διάταξη αυτή «εκφράζει την πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη να αποκλείσει τα άλλα αποδεικτικά μέσα» (10).
21 Όπως ορθά υποστήριξε η Βελγική Κυβέρνηση, οι περιεχόμενοι στο άρθρο 37, παράγραφος 2, και στο άρθρο 39, παράγραφος 2, κανόνες εξυπηρετούν περισσότερο τη διευκόλυνση της συνεργασίας των τελωνειακών αρχών. Η Επιτροπή υποστηρίζει σχετικά ότι οι διατάξεις αυτές αναφέρονται σε «ελέγχους» που διενεργούνται στο πλαίσιο διαδικασιών διαμετακομίσεως, για τις οποίες έχει ήδη χορηγηθεί το προβλεπόμενο παραστατικό διαμετακομίσεως (ή - θα πρέπει να συμπληρωθεί - έχει υποβληθεί η σχετική αίτηση). Δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση τα εμπορεύμετα, όπως φαίνεται, δεν κυκλοφορούσαν «στο πλαίσιο του καθεστώτος της κοινοτικής διαμετακομίσεως», δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 37, παράγραφος 2. Ανάλογη άποψη εξέφρασε και η Βελγική Κυβέρνηση. Δεν χρειάζεται εν προκειμένω να αποφανθεί το Δικαστήριο κατά πόσον η άποψη αυτή αποτελεί ορθή ερμηνεία των οικείων διατάξεων (11). Σε κάθε περίπτωση, είναι, νομίζω, σαφές ότι οι διαπιστώσεις των τελωνειακών αρχών κατά τα άρθρα 37, παράγραφος 2, και 39, παράγραφος 2, του κανονισμού 222/77 δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τα κατά τον κανονισμό αυτό απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία της διαμετακομίσεως. Τα άρθρα αυτά δεν εφαρμόζονται επομένως στην προκειμένη περίπτωση.
22 Ορισμένοι από τους εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι στην παρούσα περίπτωση πρόκειται για ποινική διαδικασία, στην οποία οι κατηγορούμενοι πρέπει να θεωρούνται αθώοι μέχρις αποδείξεως του εναντίου. Στο πλαίσιο τουλάχιστον μιας τέτοιας διαδικασίας, ακόμη και ελλείψει των προβλεπομένων παραστατικών διαμετακομίσεως, θα πρέπει επομένως να θεωρείται κρίσιμη η πραγματική καταγωγή των εμπορευμάτων, όταν αυτή μπορεί να αποδειχθεί - όπως εν προκειμένω - με άλλο τρόπο. Το επιχειρήμα αυτό δεν πρέπει να αγνοηθεί. Θεωρώ εντούτοις ότι το Δικαστήριο δεν χρειάζεται, στην προκειμένη υπόθεση, να εξετάσει το ζήτημα αυτό - επί του οποίου αρμόδιο να αποφανθεί είναι τελικώς το εθνικό δικαστήριο. Πρέπει ιδίως να υπενθυμιστεί ότι το αξιόποινο των πράξεων που προσάπτονται στους κατηγορουμένους έχει παραγραφεί και ότι με την απόφαση του tribunal de Tournai διατάχθηκε μόνο η καταβολή των δασμών μετά των τόκων υπερημερίας.
Γ - Πρόταση
23 Προτείνω κατά συνέπεια στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα του cour d'appel de Mons ως εξής:
«Ο τιθέμενος με τους κανονισμούς (EOK) 222/77 του Συμβουλίου και (ΕΟΚ) 223/77 της Επιτροπής κανόνας ότι ο κοινοτικός χαρακτήρας ενός εμπορεύματος πρέπει να αποδεικνύεται, πλην προβλεπομένης εξαιρέσεως, αποκλειστικά με τα παραστατικά διαμετακομίσεως Τ 2 ή Τ 2 L είναι σύμφωνος τόσο με τα άρθρα 9 και 10 της Συνθήκης ΕΚ όσο και με τα άρθρα 37, παράγραφος 2, και 39, παράγραφος 2, του κανονισμού 222/77, που ορίζουν ότι οι διαπιστώσεις που γίνονται από τις αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους έχουν στα λοιπά κράτη μέλη την ίδια αποδεικτική ισχύ με τις διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνουν οι αρμόδιες αρχές καθενός από αυτά τα κράτη μέλη.»
(1) - Η υπογράμμιση δική μου.
(2) - Η υπογράμμιση δική μου.
(3) - Ένας από τους κατηγορουμένους απαλλάχθηκε με την απόφαση, ενώ ένας άλλος είχε εν τω μεταξύ αποβιώσει.
(4) - ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3. Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) του Συμβουλίου, της 17ης Σεπτεμβρίου 1990, περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως (ΕΕ L 262, σ. 1).
(5) - Υπόθεση C-117/88 (Συλλογή 1990, σ. I-631).
(6) - Όπ.π. (υποσημείωση 5), σκέψεις 9 έως 15.
(7) - Όπ.π. (υποσημείωση 5), σκέψεις 18 έως 21.
(8) - Η ερμηνεία αυτή θα μπορούσε, παραδείγματος χάρη, να στηριχθεί στο γεγονός ότι το προαναφερθέν τηλετύπημα διακρίνει σαφώς μεταξύ της «καταγωγής» και της «προελεύσεως» των εμπορευμάτων.
(9) - Όπ.π. (υποσημείωση 5), σκέψη 16.
(10) - Όπ.π. (υποσημείωση 5), σκέψη 15.
(11) - Πάντως το γράμμα των διατάξεων δεν επιτάσσει τέτοια στενή ερμηνεία.
Full & Egal Universal Law Academy