Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
A - Εισαγωγή
1 Αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως είναι διάφορες μειώσεις των αναλαμβανομένων από το ΕΓΤΠΕ (1) δαπανών στις οποίες είχε υποβληθεί η Ιταλία και οι οποίες αντιπροσωπεύουν συνολικό ποσό 108 850 076 808 ιταλικών λιρών (LIT). Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε μειώσεις κυμαινόμενες μεταξύ 2 και 10 %, οι οποίες έχουν επιβληθεί σε 6 διαφορετικές θέσεις του προϋπολογισμού.
2 Οι δύο πρώτες μειώσεις αφορούν τη δημόσια αποθεματοποίηση βοείου κρέατος. Η Επιτροπή προσάπτει στην Ιταλία, καταρχάς, σοβαρές ελλείψεις στην οργάνωση των αγορών κρέατος. Η αρμόδια αρχή ανέθεσε τα ελεγκτικά της καθήκοντα σε μια επαγγελματική ένωση, χωρίς να διασφαλίσει την ορθή εκτέλεση της ανατεθείσας εντολής. Ομοίως, πάντοτε κατά την Επιτροπή, η ευθύνη για τις εργασίες αφαιρέσεως των οστών ανατέθηκε καθ' ολοκληρίαν σε κέντρα παρεμβάσεως - επίσης χωρίς κανέναν έλεγχο. Οι πρακτικές αυτές είχαν ως συνέπεια σοβαρές ελλείψεις.
3 Προς αιτιολόγηση της τρίτης μειώσεως που επιβλήθηκε στον τομέα αυτό, η Επιτροπή, ως καθής, προβάλλει ότι οι εθνικές αρχές δέχθηκαν, στο πλαίσιο των αγορών βοείου κρέατος εκ μέρους των οργανισμών παρεμβάσεως, πολλαπλές προσφορές (ομαδικές ή συνδεόμενες προσφορές), οι οποίες ήσαν παράνομες (2).
4 Ένα περαιτέρω ζήτημα αφορά τις ελλείψεις στο σύστημα ελέγχου στον τομέα των πριμοδοτήσεων για το πρόβειο και το αίγειο κρέας. Λόγω των ελλείψεων αυτών, καταβλήθηκαν πριμοδοτήσεις σε πολυάριθμες περιπτώσεις, μολονότι τα οικεία ζώα δεν έπρεπε να είχαν επιλεγεί για την καταβολή πριμοδοτήσεως.
5 Η Επιτροπή προβάλλει επίσης σοβαρές ελλείψεις του συστήματος ελέγχου στον τομέα της δημόσιας αποθεματοποιήσεως των σιτηρών, οι οποίες, κατά την άποψή της, οφείλονται στο ότι τα σχετικά με τη δημόσια αποθεματοποίηση καθήκοντα είχαν ανατεθεί εξ ολοκλήρου σε ιδιώτες επιχειρηματίες.
6 Αντιθέτως, όσον αφορά την παύση καλλιέργειας των αροσίμων γαιών, η Επιτροπή προσάπτει στην Ιταλική Δημοκρατία ότι κατέβαλε πριμοδοτήσεις για την παύση της καλλιέργειας γαιών οι οποίες δεν είχαν προηγουμένως καλλιεργηθεί.
7 Όσον αφορά την αντιστάθμιση των δαπανών αποθεματοποιήσεως της ζάχαρης, η Επιτροπή διατείνεται ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αρμόδιοι οργανισμοί και η ΑΙΜΑ δεν διενήργησαν κανέναν έλεγχο.
B - Πραγματικά περιστατικά και νομοθετικές διατάξεις
Δημόσια αποθεματοποίηση βοείου κρέατος
8 Η Ιταλία ζητεί συναφώς την ακύρωση της αποφάσεως 96/311/EΚ της Επιτροπής (3), στο μέτρο που η Επιτροπή αρνείται να αναλάβει ποσό ύψους 54 927 174 194 LIT. Η μείωση αυτή αντιστοιχεί σε ποσοστό 10 % των δαπανών που δηλώθηκαν για το 1990 και το 1991.
9 Προς αιτιολόγηση της μειώσεως αυτής, η Επιτροπή παραπέμπει στη συνοπτική της έκθεση (4), από την οποία προκύπτει ότι, στο πλαίσιο των ερευνών που διενήργησε το 1990 και το 1991, διαπίστωσε σημαντικές ελλείψεις του συστήματος ελέγχου στην Ιταλία. Οι ελλείψεις αυτές οφείλονται, κατά την άποψή της, στο γεγονός ότι ο αρμόδιος οργανισμός παρεμβάσεως, η ΑΙΜΑ, ανέθεσε την εκτέλεση των καθηκόντων της σε μια επαγγελματική ένωση, την ΑΙΑ. Η ευθύνη για τις εργασίες αφαιρέσεως των οστών του αγορασθέντος βοείου κρέατος ανατέθηκε, και αυτή, σε ιδιωτικά κέντρα παρεμβάσεως. Σε καμία από τις δύο αυτές περιπτώσεις δεν διενεργήθηκαν επαρκείς έλεγχοι σχετικά με το εάν οι εργασίες αυτές εκτελέστηκαν σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της Επιτροπής.
10 Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι, σε πολλές περιπτώσεις, οι ελεγκτές ταυτίζονταν με τους ελεγχομένους. Συγκεκριμένα, οι οργανισμοί που διενεργούσαν τους ελέγχους θα μπορούσαν και οι ίδιοι να παραδώσουν κρέας στους οργανισμούς παρεμβάσεως.
11 Η Επιτροπή φρονεί ότι η άποψή της σχετικά με τις εν λόγω ελλείψεις του συστήματος ελέγχου επιβεβαιώθηκε από το γεγονός ότι, στο πλαίσιο των επιθεωρήσεων που διενήργησε, διαπίστωσε σημαντικές ανωμαλίες τόσο κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας όσο και σε σχέση με την ποιότητα του αποθεματοποιηθέντος κρέατος. Ενδεικτικά, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο οργανισμός παρεμβάσεως αγόρασε κρέας το οποίο, λόγω της διαπλάσεώς του, δεν ήταν επιλέξιμο για αγορά στο πλαίσιο του συστήματος παρεμβάσεως. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι σφραγίδες ελέγχου επί του κρέατος είχαν αποξεστεί, γεγονός που δημιουργούσε την εντύπωση ότι δεν επρόκειτο για κρέας κοινοτικής προελεύσεως. Επίσης, διαπιστώθηκε ότι είχαν πραγματοποιηθεί εκ νέου κατατάξεις, με παραποίηση της αρχικής κατατάξεως. Οι λοιπές επικρίσεις της Επιτροπής αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την ακατάλληλη συσκευασία και την ανεπαρκή κατάψυξη του κρέατος.
12 Η Επιτροπή αναφέρει επίσης, ως παραδείγματα των ελλείψεων του ιταλικού συστήματος, τις πωλήσεις του αποθεματοποιημένου κρέατος, αφενός, στο πλαίσιο των επιχειρήσεων παροχής επισιτιστικής βοηθείας υπέρ της Βουλγαρίας και, αφετέρου, στο πλαίσιο των πωλήσεων προς την πρώην Σοβιετική Ένωση και τη Βραζιλία. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι προαναφερθείσες ελλείψεις διαπιστώθηκαν επίσης στους τομείς αυτούς. Γι' αυτό τον λόγο, η Επιτροπή θεώρησε ότι η μείωση κατά 10 % των δαπανών που είχαν δηλωθεί για το 1990 και το 1991 ήταν δικαιολογημένη.
13 Η Ιταλία αμφισβητεί τον ισχυρισμό ότι οι έλεγχοι δεν διενεργήθηκαν σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες. Κατά την άποψή της, ακόμη κι αν γίνει δεκτό ότι σημειώθηκαν ορισμένες ανωμαλίες σε σχέση με το κρέας, τούτο συνέβη σε μεμονωμένες μόνον περιπτώσεις. Επομένως, η μείωση κατά 10 % είναι εν πάση περιπτώσει υπερβολική, ιδίως αν ληφθούν υπόψη οι βελτιώσεις τις οποίες επέφερε στο μεταξύ η Ιταλία.
Η διαδικασία δημοπρασίας για το βόειο κρέας
14 Συναφώς, η Ιταλία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, καθόσον με αυτήν η Επιτροπή αρνείται να αναλάβει ποσό ύψους 7 104 000 000 LIT. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε κατ' αποκοπήν διόρθωση κατά 2 % των δαπανών για το 1992.
15 Στη συνοπτική της έκθεση (5), η Επιτροπή προβάλλει, προς αιτιολόγηση της μειώσεως αυτής, το γεγονός ότι η Ιταλία επέτρεψε την υποβολή πολλαπλών προσφορών. Η συμπεριφορά των αρμόδιων ιταλικών αρχών δεν ήταν σύμφωνη προς τους κοινοτικούς κανόνες, είχε δε ως συνέπεια δυσμενή διάκριση σε βάρος των μετασχόντων στη διαδικασία οι οποίοι είχαν τηρήσει τους κανόνες.
16 Οι επικρινόμενες πολλαπλές προσφορές είχαν ενδεχομένως κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Πράγματι, οσάκις πολύ μεγάλες ποσότητες βοείου κρέατος προσφέρονται προς πώληση στο πλαίσιο του συστήματος παρεμβάσεως, καθίσταται αναγκαία η μείωση των ποσοτήτων αυτών διά της εφαρμογής ενός συντελεστή (6). Όμως, οι υποβάλλοντες προσφορά κερδοσκοπούν διά της υποβολής διογκωμένων προσφορών, επειδή επιδιώκουν επιπλέον να πωλήσουν, στο πλαίσιο του συστήματος παρεμβάσεως, τη συνολική ποσότητα κρέατος που διαθέτουν. Αν ένας υποβάλλων προσφορά εικάζει ότι θα καθοριστεί συγκεκριμένος συντελεστής μειώσεως, προσφέρει προς πώληση στο πλαίσιο του συστήματος παρεμβάσεως μια αντιστοίχως μεγαλύτερη ποσότητα. Αν τελικώς καθοριστεί συντελεστής ο οποίος δεν είναι τόσο υψηλός όσο υπέθετε, ο υποβαλών προσφορά οφείλει να παραδώσει στον οργανισμό παρεμβάσεως μεγαλύτερη ποσότητα κρέατος απ' εκείνη που πράγματι διαθέτει. Αν δεν μπορεί να εκτελέσει τη σύμβαση που συνήψε με τον οργανισμό παρεμβάσεως παραδίδοντας ποσότητα αντιπροσωπεύουσα το 85 % ή το 95 % της προσφερθείσας, χάνει ολικώς ή μερικώς τη συσταθείσα για το συνολικό ποσό εγγύηση (7).
17 Αν όμως ο υποβάλλων προσφορά κατανέμει την αρχική του προσφορά σε πλείονες μικρές προσφορές, τις οποίες υποβάλλει μέσω αχυρανθρώπων, μειώνεται ο κίνδυνος απώλειας της εγγυήσεως. Αν δεν μπορεί να παραδώσει ολόκληρη την προσφερθείσα ποσότητα, μπορεί, εφόσον έχει υποβάλει πλείονες μικρές προσφορές, να παραδώσει τις ποσότητες που αφορούν τουλάχιστον ορισμένες από αυτές, έτσι ώστε να μη χάσει την εγγύηση. Βέβαια, όσον αφορά τις υπόλοιπες προσφορές, που αφορούν ποσότητες τις οποίες δεν μπορεί πλέον να παραδώσει, η εγγύηση καταπίπτει, πλην όμως δεν υπολογίζεται επί του συνολικού ποσού όλων των προσφορών που υπέβαλε αλλά μόνο βάσει του ποσού καθεμιάς από τις προσφορές αυτές, που είναι μικρότερο. Έτσι, περιορίζεται το ποσό της καταπίπτουσας εγγυήσεως, ενώ συχνά υπερκαλύπτεται από το επιτευχθέν κέρδος.
18 Από τούτο προκύπτει σαφώς, κατά την άποψη της Επιτροπής, ότι η υποβολή πλειόνων προσφορών ευνοεί την κερδοσκοπία, δεδομένου ότι περιορίζεται το αποτέλεσμα της συστάσεως εγγυήσεως.
19 Η Επιτροπή φρονεί ότι η ψευδής προσφορά μεγαλύτερων ποσοτήτων, συνδυαζόμενη με κερδοσκοπικές ενέργειες, αντιβαίνει προς την οικονομία του συστήματος παρεμβάσεως. Το σύστημα αυτό σκοπεί - σε περίπτωση πτώσεως των τιμών της αγοράς κάτω από ορισμένο ποσό - στη σταθεροποίηση της αγοράς και στην αποτροπή ή στον περιορισμό μιας σημαντικής μειώσεως των τιμών, π.χ., μέσω αγορών εκ μέρους των οργανισμών παρεμβάσεως (8). Ο κανονισμός 859/89 (9) θέσπισε μια διαδικασία δημοπρασίας (10). Στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας δημοπρασίας, οι τιμές αγοράς και οι αγοραζόμενες ποσότητες καθορίζονται βάσει των παραληφθεισών προσφορών (11).
20 Οι κερδοσκοπικές προσφορές, οι οποίες - όπως προαναφέρθηκε - ευνοούνται από την υποβολή πολλαπλών προσφορών, εμποδίζουν την επιτυχή εφαρμογή των μέτρων παρεμβάσεως. Δεδομένου ότι προσφέρεται μεγαλύτερη ποσότητα κρέατος απ' εκείνη που πράγματι υπάρχει στην αγορά, οι τιμές αγοράς και οι αγοραζόμενες ποσότητες, οι οποίες καθορίζονται βάσει των παραληφθεισών προσφορών, δεν μπορούν πλέον να καθορίζονται με συνάρτηση προς τις συνθήκες της αγοράς. Έτσι, οι κερδοσκοπικές προσφορές εμποδίζουν την Επιτροπή να έχει σαφή αντίληψη της καταστάσεως στην αγορά. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πρέπει, κατά την άποψή της, να θεωρηθεί σχεδόν βέβαιο ότι, λόγω αυτών των κερδοσκοπικών προσφορών και των «πολλαπλών» προσφορών που τις ευνοούν, οι οργανισμοί παρεμβάσεως αγοράζουν μεγαλύτερες ποσότητες κρέατος σε υψηλότερες τιμές. Συναφώς, πρέπει επιπλέον να παρατηρηθεί ότι η υποβολή πλειόνων προσφορών διευκολύνει επίσης την κερδοσκοπία σε σχέση με την τιμή. Αγοράζοντας υπερβολικά μεγάλες ποσότητες, το ΕΓΤΠΕ υποβάλλεται σε μεγαλύτερες δαπάνες από τις αναγκαίες για την στήριξη της αγοράς.
21 Αντιθέτως, η προσφεύγουσα φρονεί ότι τηρήθηκαν όλες οι διατάξεις στο πλαίσιο του συστήματος παρεμβάσεως. Υποστηρίζει ότι δεν δέχθηκε περισσότερες από μία προσφορές από κάθε υποβαλόντα προσφορά και ότι, επομένως, δεν παρέβη τις υποχρεώσεις της ελέγχου.
22 Η ρύθμιση την οποία αφορά η υπό κρίση διαφορά περιέχεται στο άρθρο 9 του κανονισμού 859/89, του οποίου η παράγραφος 1 ορίζει τα εξής: «Ο υποβάλλων προσφορά μπορεί να συμμετέχει στη δημοπρασία μόνον εάν αναλαμβάνει γραπτώς να τηρήσει τις διατάξεις σχετικά με τις εν λόγω αγορές» (12).
23 Η παράγραφος 2 έχει ως εξής: «Οι ενδιαφερόμενοι συμμετέχουν στη δημοπρασία του οργανισμού παρέμβασης των κρατών μελών όπου αυτή έχει αρχίσει, είτε με κατάθεση γραπτής προσφοράς έναντι αποδείξεως παραλαβής είτε με οποιοδήποτε μέσο γραπτής επικοινωνίας με απόδειξη παραλαβής αποδεκτό από τον οργανισμό παρέμβασης· οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν μόνο μία προσφορά ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία» (13).
24 Κατά την Επιτροπή, έχει σημασία συναφώς η διάκριση μεταξύ των εννοιών «υποβάλλων προσφορά» και «ενδιαφερόμενος». Η επιλογή διαφορετικών όρων δείχνει, κατά την άποψή της, ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούν να εξομοιωθούν με τους υποβάλλοντες προσφορά. Στην έννοια «ενδιαφερόμενοι» δεν υπάγονται μόνον όσοι πράγματι μετέσχαν στη διαδικασία και υπέβαλαν προσφορά. Αντιθέτως, η έννοια αυτή καλύπτει έναν πολύ ευρύτερο κύκλο προσώπων· επομένως, η απαγόρευση υποβολής περισσοτέρων της μιας προσφορών δεν αφορά αποκλειστικά και μόνον τον υποβάλλοντα προσφορά - δηλαδή εκείνον που πράγματι υποβάλλει προσφορά. Πολλώ μάλλον, η απαγόρευση αυτή ισχύει για όλους όσους υποβάλλουν προσφορές αφορώσες την ίδια ποσότητα κρέατος.
25 Αντιθέτως, η προσφεύγουσα φρονεί ότι οι έννοιες «υποβάλλοντες προσφορές» και «ενδιαφερόμενοι» μπορούν να υποκατασταθούν αμοιβαίως. Η επιλογή διαφορετικών όρων έγινε με αποκλειστικό σκοπό να αποφευχθεί η επανάληψη του ιδίου όρου. Είναι αδύνατο να γίνει διάκριση μεταξύ των δύο αυτών εννοιών. Ο όρος «ενδιαφερόμενος» δεν έχει, ούτε σε άλλες κοινοτικές ρυθμίσεις, ευρύτερη σημασία από εκείνη μιας επιχειρήσεως που μετέχει σε δημοπρασία. Επομένως, η απαγόρευση του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, σημαίνει απλώς ότι το πρόσωπο που μετέχει τελικώς ως υποβάλλων προσφορά μπορεί να υποβάλει μία μόνον προσφορά.
26 Κατά την προσφεύγουσα, το γεγονός ότι στο πλαίσιο των προσφορών πρέπει να λαμβάνεται επίσης υπόψη η οικονομική κατάσταση δεν κατέστη φανερό παρά μόνον αφότου θεσπίστηκε το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2456/93 της Επιτροπής, της 1ης Σεπτεμβρίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, όσον αφορά τα γενικά και ειδικά μέτρα παρέμβασης στον τομέα του βοείου κρέατος (14), το οποίο δεν είχε ακόμη τεθεί σε ισχύ κατά τον χρόνο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών. Η εν λόγω διάταξη προβλέπει τα εξής:
«Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν μόνο μία προσφορά ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία.
Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν συνδέονται μεταξύ τους από πλευράς διεύθυνσης, προσωπικού και λειτουργίας.
Εφόσον υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι αυτό δεν συμβαίνει ή όταν μια προσφορά δεν αντιστοιχεί στην οικονομική πραγματικότητα, η αποδοχή της εν λόγω προσφοράς προϋποθέτει προσκόμιση, από τον υποβάλλοντα την προσφορά, πρόσφορων αποδείξεων ως προς την τήρηση της διατάξεως του δευτέρου εδαφίου.
Όταν αποδειχτεί ότι ένας ενδιαφερόμενος έχει υποβάλει περισσότερες από μία αιτήσεις, τότε δεν γίνεται δεκτή καμία από τις αιτήσεις του.»
27 Κατά την άποψη της Επιτροπής, υπάρχει ακόμη ένας λόγος για τον οποίο πρέπει να γίνει δεκτό ότι η διαδικασία δημοπρασίας στην Ιταλία δεν ήταν σύμφωνη προς τους κοινοτικούς κανόνες. Οι επιχειρήσεις στην αγορά βοείου κρέατος στην Ιταλία έχουν σχηματίσει τρεις μεγάλες ενώσεις παραγωγών. Σύμφωνα με τις δηλώσεις της προσφεύγουσας, οι ενώσεις αυτές διεκπεραιώνουν για λογαριασμό των μελών τους όλες τις αναγκαίες διατυπώσεις έναντι των δημοσίων οργάνων. Η πρακτική αυτή είναι συνήθης στην Ιταλία. Έτσι, οι εν λόγω ενώσεις παραγωγών συγκέντρωναν τις προσφορές των μελών τους - σύμφωνα με τις δηλώσεις της προσφεύγουσας, σε σφραγισμένους φακέλους - και τις διαβίβαζαν περαιτέρω στον οργανισμό παρεμβάσεως. Κατά την άποψη της Επιτροπής, κατ' αυτόν τον τρόπο δεν διασφαλίζεται πλέον το απόρρητο των προσφορών, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 6, του κανονισμού 859/89. Αντιθέτως, η Ιταλία φρονεί ότι, ως προς το ζήτημα αυτό, οι εν λόγω ενώσεις δεν ενεργούσαν παρά μόνον ως ταχυδρόμοι. Επομένως, δεν συντρέχει παράβαση των κοινοτικών κανόνων.
28 Μια τέτοιου είδους ένωση παραγωγών μπορεί επίσης να υποβάλει επ' ονόματί της προσφορά εκ μέρους όλων των μελών της τα οποία δεν υπέβαλαν ατομική προσφορά. Κατά την άποψη της Επιτροπής, το απόρρητο δεν διασφαλίζεται ούτε στην περίπτωση αυτή. Τα συμφέροντα των ανταγωνιστών συνασπίζονται, με αποτέλεσμα να αναιρούνται τα πλεονεκτήματα της δημοπρασίας. Ωστόσο, η Ιταλία υποστηρίζει ότι τούτο ουδόλως συνιστά παράβαση της απαγορεύσεως των πολλαπλών προσφορών την οποία επικαλείται η Επιτροπή. Κατά την άποψή της, δεν πρόκειται για πολλαπλή προσφορά, αλλά για μία και μόνη προσφορά της ενώσεως παραγωγών. Τούτο δεν θέτει σε κίνδυνο το σύστημα παρεμβάσεως, αλλά έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του αριθμού των προσφορών, πράγμα το οποίο είναι απόλυτα επιθυμητό.
Πριμοδοτήσεις για το βόειο και το αίγειο κρέας
29 Συναφώς, η Ιταλία βάλλει κατά της αποφάσεως της Επιτροπής, στο μέτρο που η Επιτροπή αρνείται να αναλάβει ποσό ύψους 34 175 522 595 LIT. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε μείωση κατά 10 % των δαπανών για το 1992.
30 Το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3013/89 του Συμβουλίου, της 25ης Σεπτεμβρίου 1989, για την κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος (15), προβλέπει τη χορήγηση πριμοδοτήσεως στους παραγωγούς προβείου και αιγείου κρέατος προς αντιστάθμιση των απωλειών εισοδήματος που υφίστανται. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι σημαντικές ελλείψεις που παρουσίαζε το ιταλικό σύστημα ελέγχου είχαν ως αποτέλεσμα να καταβληθούν πριμοδοτήσεις αχρεωστήτως σε πολυάριθμες περιπτώσεις, οι οποίες, κατ' ουσίαν, δεν έπρεπε να επιλεγούν προς τον σκοπό αυτό.
31 Η Ιταλία δεν αμφισβητεί την ύπαρξη των ελλείψεων που προβάλλει η Επιτροπή, πλην όμως βάλλει κατά του ύψους της επιβληθείσας από αυτήν διορθώσεως. Προς δικαιολόγηση των ελλείψεων του συστήματος ελέγχου, η προσφεύγουσα προβάλλει την έλλειψη εκπαιδεύσεως και τις ανεπαρκείς νομικές γνώσεις του αρμόδιου για τους ελέγχους προσωπικού.
Δημόσια αποθεματοποίηση των σιτηρών
32 Συναφώς, η Ιταλία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, στο μέτρο που η Επιτροπή αρνείται να αναλάβει ποσό ύψους 10 082 336 246 LIT. Προς αιτιολόγηση της μειώσεως αυτής, η Επιτροπή προβάλλει τις σημαντικές ελλείψεις που διαπίστωσε στο πλαίσιο των επιθεωρήσεων που διενήργησε. Υποστηρίζει ότι η εκτέλεση των καθηκόντων στον τομέα της δημόσιας αποθεματοποιήσεως ανατέθηκε χωρίς κανέναν έλεγχο σε ιδιώτες επιχειρηματίες. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, δεν διενεργήθηκαν έλεγχοι όσον αφορά τη δραστηριότητα των ιδιωτών επιχειρηματιών ούτε όσον αφορά την ποιότητα των αποθεματοποιηθέντων προϋόντων. Τούτο είχε ως συνέπεια να υποβληθεί το Ταμείο σε περιττές δαπάνες. Γι' αυτόν τον λόγο, η Επιτροπή προέβη σε χρηματοοικονομική διόρθωση κατά 10 % των δαπανών που δηλώθηκαν ως τεχνικά και ως χρηματοδοτικά έξοδα για το 1992 και κατά 5 % των διαφόρων εξόδων που δηλώθηκαν για το 1992.
33 Η Ιταλία δεν αμφισβητεί την ύπαρξη των προβληθεισών ελλείψεων, πλην όμως βάλλει κατά του ύψους της μειώσεως.
Προσωρινή παύση της καλλιέργειας αροσίμων γαιών
34 Συναφώς, η Ιταλία βάλλει κατά της αποφάσεως της Επιτροπής, στο μέτρο που η Επιτροπή αρνείται να αναλάβει ποσό ύψους 2 169 762 753 LIT. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί, σύμφωνα με τις δηλώσεις της προσφεύγουσας, σε ποσοστό 10 % των δαπανών που είχαν δηλωθεί για το 1992 για τη Σικελία.
35 Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 797/85, για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των γεωργικών διαρθρώσεων (16), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1094/88 (17), θεσπίστηκε ένα καθεστώς ενισχύσεων με σκοπό να ενθαρρυνθεί η προσωρινή παύση της καλλιέργειας αροσίμων γαιών (18). Η ενίσχυση αυτή μπορούσε να χορηγηθεί για όλες τις αρόσιμες γαίες, χωρίς διάκριση ως προς τις καλλιέργειες, υπό τον όρο ότι οι γαίες είχαν πράγματι καλλιεργηθεί - προγενέστερα - κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αναφοράς (19) - εν προκειμένω κατά τη γεωργική περίοδο 1987/88.
36 Η Επιτροπή φρονεί ότι, στη Σικελία, το εν λόγω καθεστώς ενισχύσεων εφαρμόστηκε επίσης σε σχέση με γαίες οι οποίες δεν πληρούσαν την τελευταία προϋπόθεση που προαναφέρθηκε και ότι είναι παράλογο να καταβάλλονται πριμοδοτήσεις για την προσωρινή παύση της καλλιέργειας γαιών οι οποίες ήσαν βέβαια καλλιεργημένες, επί των οποίων όμως δεν είχε φυτευθεί τίποτε. Επιπλέον, η προσφεύγουσα δεν διενήργησε κανέναν έλεγχο συναφώς.
37 Η Ιταλία υποστηρίζει ότι η παραδοσιακή «τεχνική αγραναπαύσεως», η οποία εφαρμοζόταν μέχρι τούδε, έχει αντικατασταθεί. Στο πλαίσιο της εν λόγω τεχνικής αγραναπαύσεως, το έδαφος παραμένει ακαλλιέργητο επί ορισμένο χρονικό διάστημα και καλλιεργείται μόνον προκειμένου να βελτιωθεί η δυνατότητά του να προσλαμβάνει και να κατακρατεί νερό. Έκτοτε, η τεχνική αυτή έχει αντικατασταθεί από μια τεχνική που συνίσταται στη φύτευση στις εν λόγω γαίες που τελούν υπό αγρανάπαυση καλλιεργειών πρώιμης συγκομιδής το φθινόπωρο και την άνοιξη, όπως είναι τα όσπρια για ζωοτροφές, τα κουκιά, τα ρεβύθια, οι πατάτες κ.λπ., προς αποφυγή των ζημιών που οφείλονται στη διάβρωση.
38 Κατά την άποψη της Επιτροπής, η παραδοσιακή τεχνική της αγραναπαύσεως (δηλαδή χωρίς φύτευση) εξακολούθησε να χρησιμοποιείται (επίσης) στη Σικελία. Δεδομένου όμως ότι δεν διενεργήθηκε συναφώς οποιοσδήποτε έλεγχος, η Επιτροπή αρνήθηκε να αναλάβει ένα ποσό που αντιστοιχεί - σύμφωνα με τις δηλώσεις της - σε ποσοστό 5 % των αντίστοιχων δαπανών.
39 Η Ιταλία αμφισβητεί ότι η μείωση αυτή είναι δικαιολογημένη, δεδομένου ότι η σχετική διάταξη του κανονισμού δεν είναι διατυπωμένη σαφώς.
Δαπάνες αποθεματοποιήσεως της ζάχαρης
40 Συναφώς, η Ιταλία βάλλει κατά της αποφάσεως της Επιτροπής, καθόσον με αυτή δεν αναγνωρίζεται ποσό ύψους 391 281 020 LIT. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε ποσοστό 10 % των δαπανών αποθεματοποιήσεως που καταβλήθηκαν το 1992 σε ειδικευμένους εμπόρους (και σε ανεξάρτητες αποθήκες).
41 Προς αιτιολογόγηση της μειώσεως αυτή, η Επιτροπή προβάλλει την παντελή έλλειψη των αναγκαίων ελέγχων.
42 Το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (20), θέσπισε ρύθμιση για την αντιστάθμιση των δαπανών αποθεματοποιήσεως για τη ζάχαρη. Η ρύθμιση αυτή προβλέπει την κατ' αποκοπήν απόδοση και τη χρηματοδότηση της αποδόσεως αυτής μέσω εισφοράς. Κατά τον κανονισμό 1785/81, η εισφορά αυτή εισπράττεται από κάθε παραγωγό προτιμησιακής ζάχαρης και από κάθε ραφιναριστή προτιμησιακής ζάχαρης.
43 Σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1358/77 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1977, περί αντισταθμίσεως των εξόδων αποθεματοποιήσεως στον τομέα της ζάχαρης και περί καταργήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 750/68 (21), η απόδοση των δαπανών αποθεματοποιήσεως χορηγείται στα ακόλουθα πρόσωπα: «σε κάθε ζαχαροβιομήχανο που δικαιούται μιας βασικής ποσοστώσεως· σε κάθε ραφινέρ ζάχαρης· σε κάθε παρασκευαστή ζάχαρης άχνης, (...) καντιοζαχάρου (...)· σε κάθε ειδικευμένο έμπορο ζάχαρης, ο οποίος έχει εγκριθεί από το κράτος μέλος στην επικράτεια του οποίου είναι εγκατεστημένη η επιχείρησή του· σε οιονδήποτε οργανισμό παρεμβάσεως (...)».
44 Εξάλλου, στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού αναφέρονται τα εξής: «πρέπει να ληφθεί υπόψη, για τον καθορισμό των ποσών αυτών των εισφορών, η αρχή της ισότητας μεταξύ των ποσών των αποδόσεων που πραγματοποιούνται και των ποσών των εισφορών που εισπράττονται».
45 Τέλος, ο έλεγχος του συστήματος αυτού ρυθμίζεται από το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1998/78 της Επιτροπής, της 18ης Αυγούστου 1978, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του συστήματος αντισταθμίσεως των εξόδων αποθεματοποιήσεως στον τομέα της ζάχαρης (22). Το άρθρο αυτό προβλέπει τα εξής: «Τα κράτη μέλη παίρνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και προσδιορίζουν ειδικά όλες τις αναγκαίες διαδικασίες ελέγχου.»
46 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι πρόκειται για ένα πολύ περίπλοκο σύστημα, το οποίο απαιτεί αυστηρά μέτρα ελέγχου, τα οποία έχουν επίσης προβλεφθεί. Δεδομένου όμως ότι στην Ιταλία δεν διεξήχθη, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992, κανένας έλεγχος στους ειδικευμένους εμπόρους, η μείωση κατά 10 % είναι δικαιολογημένη.
47 Η Ιταλία δέχεται ότι, κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου (23), δεν είχαν διενεργηθεί επιτόπιοι έλεγχοι στους ειδικευμένους εμπόρους. Κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα είχαν διενεργηθεί μόνον έλεγχοι διοικητικής φύσεως. Ωστόσο, οι έλεγχοι αυτοί ήσαν ιδιαζόντως έντονοι ενώ προβλέπονταν αυστηρές κυρώσεις για την περίπτωση καθυστερημένης υποβολής των απαιτουμένων εγγράφων. Αμέσως μόλις η AIMA μπόρεσε να προβεί επίσης σε επιτόπιους ελέγχους, οι έλεγχοι αυτοί επεκτάθηκαν και στις προγενέστερες περιόδους. Στο πλαίσιο των ελέγχων αυτών δεν διαπιστώθηκαν παρατυπίες. Το ίδιο συνέβη και όσον αφορά τις προγενέστερες περιόδους.
48 Πάντοτε κατά την Ιταλική Δημοκρατία, δεδομένου ότι οι δαπάνες αποθεματοποιήσεως χρηματοδοτούνται από τις εισφορές που καταβάλλουν οι παραγωγοί, η μη αναγνώριση της εκκαθαρίσεως των δαπανών αποθεματοποιήσεως αντιφάσκει προς την αναγνώριση της εκκαθαρίσεως των εισφορών των αποδεκτών.
49 Όσον αφορά το ζήτημα των αναγκαίων ελέγχων, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι κοινοτικοί κανόνες δεν περιέχουν ειδικές διατάξεις σχετικά με τη συχνότητα και τη μέθοδο διεξαγωγής των ελέγχων. Αντιθέτως, ο κοινοτικός νομοθέτης έχει αφήσει μεγάλη ελευθερία στις αρχές των κρατών μελών κατά την εφαρμογή των διαδικασιών και των μέτρων που θεωρεί αναγκαία για τη διασφάλιση επαρκούς ελέγχου. Δεδομένου ότι, εν προκειμένω, δεν έχει αποδειχθεί η πρόκληση οικονομικής ζημίας, δεν υπάρχει έρεισμα για να υποστηριχθεί ότι οι έλεγχοι δεν ήσαν επαρκείς.
Προσφυγή και αιτήματα αντικρούσεως
50 Λόγω των έξι αυτών μειώσεων, η Ιταλική Δημοκρατία άσκησε, τον Ιούλιο του 1996, προσφυγή ακυρώσεως και ζήτησε από το Δικαστήριο:
- να ακυρώσει την απόφαση 417 της Επιτροπής, της 10ης Απριλίου 1996 (24), καθόσον η Επιτροπή αρνήθηκε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με το συνολικό ποσό των 108 850 076 808 LIT, ως δαπάνες τις οποίες δήλωσε η Ιταλική Δημοκρατία κατά την εκκαθάριση λογαριασμών που υπέβαλε για το οικονομικό έτος 1992.
51 Η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο:
- να απορρίψει την προσφυγή
- να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Γ - Η άποψή μου επί της υποθέσεως
Δημόσια αποθεματοποίηση βοείου κρέατος
52 Η Επιτροπή προσάπτει στην Ιταλία ότι το σύστημα ελέγχου παρουσίαζε σοβαρές ελλείψεις και ότι, επομένως, παρέβη τις υποχρεώσεις της ελέγχου. Όσον αφορά την εποπτεία των εργασιών αφαιρέσεως των οστών, η υποχρέωση αυτή απορρέει από το άρθρο 20 του κανονισμού 859/89, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των μέτρων παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος (25). Το άρθρο αυτό δεν προβλέπει μόνον ότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως πρέπει να εξασφαλίζουν τον έλεγχο όλων των σχετικών εργασιών. Αντιθέτως, προβλέπει επίσης τη μορφή που πρέπει να λαμβάνουν οι έλεγχοι αυτοί. Όσον αφορά τους λοιπούς ελέγχους, πρέπει να γίνει παραπομπή στον κανονισμό (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (26). Στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού αυτού αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Πρέπει να ληφθούν μέτρα για την πρόληψη (...) κάθε ανωμαλίας (...)» (27). Στην όγδοη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ότι «οι δαπάνες της Κοινότητας πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο επισταμένων ελέγχων· (...) συμπληρωματικά προς τους ελέγχους που ενεργούν τα κράτη μέλη από δική τους πρωτοβουλία και που παραμένουν ουσιώδεις, πρέπει να προβλεφθούν έλεγχοι από τους υπαλλήλους της Επιτροπής, καθώς και η ευχέρεια αυτής να προσκαλεί τα κράτη μέλη να μετάσχουν στους ελέγχους αυτούς».
53 Το άρθρο 8 του κανονισμού, το οποίο αντανακλά τις εν λόγω θεωρήσεις, προβλέπει, στην παράγραφο 1, τα εξής:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να:
- εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των χρηματοδοτουμένων από το Ταμείο πράξεων
- προλάβουν και διώξουν ανωμαλίες
- ανακτήσουν τα απολεσθέντα εξαιτίας ανωμαλιών ή αμελειών ποσά.
(...)»
54 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, στις εθνικές διοικητικές αρχές εναπόκειται να επαγρυπνούν για την αυστηρή τήρηση των κοινοτικών διατάξεων (28). Το ζήτημα της εκτάσεως της εν λόγω υποχρεώσεως των κρατών μελών στο πλαίσιο της χρηματοδοτήσεως από το ΕΓΤΠΕ διευκρινίστηκε από το Δικαστήριο με την απόφασή του στην υπόθεση Exportslachterijen van Oordegem. Στην απόφαση αυτή, αναφέρονται, όσον αφορά το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, τα εξής:
«Η διάταξη αυτή, η οποία αποτυπώνει, στον συγκεκριμένο αυτό τομέα, τις υποχρεώσεις που επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 5 της Συνθήκης, ορίζει, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τις αρχές βάσει των οποίων η Κοινότητα και τα κράτη μέλη οφείλουν να ρυθμίζουν την εφαρμογή των κοινοτικών αποφάσεων περί των γεωργικών παρεμβάσεων που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ και να λαμβάνουν μέτρα προς καταπολέμηση των απατών και των παρατυπιών που διαπράττονται σε σχέση με τις ανωτέρω πράξεις (βλ. προαναφερθείσα απόφαση BayWa κ.λπ., σκέψη 13).
Συνεπώς, το άρθρο αυτό επιβάλλει στα κράτη μέλη τη γενική υποχρέωση λήψεως των αναγκαίων μέτρων για τη διασφάλιση της πραγματοποιήσεως και του νομοτύπου των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΠΕ πράξεων, ακόμη κι αν η συγκεκριμένη κοινοτική νομική πράξη δεν προβλέπει ρητά τη θέσπιση του τάδε ή του δείνα μέτρου ελέγχου (βλ. απόφαση 12ης Ιουνίου 1990, C-8/88, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-2321, σκέψεις 16 και 17)» (29).
55 Εξ αυτού έπεται ότι είναι δυνατό να υποχρεούνται τα κράτη μέλη να διενεργούν ελέγχους, ακόμη κι αν η υποχρέωση αυτή δεν προβλέπεται ρητά από την οικεία ρύθμιση.
56 Δεδομένου ότι ο κανονισμός 859/89 περιέχει λεπτομερείς διατάξεις όσον αφορά τα χαρακτηριστικά που πρέπει να παρουσιάζει το αγοραζόμενο κρέας, καθώς και όσον αφορά τον τρόπο που πρέπει να αποθεματοποιείται και να συσκευάζεται, τα κράτη μέλη οφείλουν να διενεργούν τους σχετικούς ελέγχους, προκειμένου να διασφαλίζουν την τήρηση των κανόνων αυτών.
57 Εάν δεν εκπληρώνουν την υποχρέωση αυτή, οι δαπάνες στις οποίες υποβάλλονται στο πλαίσιο του ΕΓΤΠΕ δεν επιστρέφονται. Όπως έχει δεχθεί το Δικαστήριο, «το ΕΓΤΠΕ χρηματοδοτεί μόνον τις επιστροφές που χορηγούνται και τις παρεμβάσεις που αναλαμβάνονται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών (...)» (30). Συναφώς, στην Επιτροπή εναπόκειται να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως των κανόνων της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών (31).
58 Επομένως, στη συνέχεια πρέπει να εξεταστεί αν η Επιτροπή εκπλήρωσε τις σχετικές με το βάρος αποδείξεως υποχρεώσεις της. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τα καθήκοντα ελέγχου και η ευθύνη στο πλαίσιο της διαδικασίας παρεμβάσεως μεταβιβάστηκαν από την AIMA στην AIA και σε ιδιωτικά κέντρα, χωρίς να έχει η AIMA διασφαλίσει τον έλεγχο της εκτελέσεως των εργασιών αυτών.
59 Η Ιταλική Δημοκρατία διευκρινίζει πάντως από ποιους και με ποιον τρόπο διενεργούνταν οι έλεγχοι αυτοί. Καταρχάς, εκθέτει ότι οι έλεγχοι διενεργούνταν από κτηνιάτρους που ανήκαν επισήμως στις υπηρεσίες της, πλην όμως αναφέρει επίσης ότι έλεγχοι διενεργούνταν και από έναν οργανισμό άμεσα συνδεόμενο με την αρμόδια για την αποθεματοποίηση υπηρεσία. Η προσφεύγουσα δεν παρέχει κανένα στοιχείο σχετικά με το αν η AIMA προέβαινε η ίδια σε ελέγχους και σχετικά με τη μορφή που ελάμβαναν ενδεχομένως οι έλεγχοι αυτοί. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται απλώς ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η AIMA ανέθεσε τα καθήκοντά της στην ΑΙΑ. Αντιθέτως, μεταξύ των δύο αυτών οργανισμών έχει συναφθεί αμφοτεροβαρής σύμβασης.
60 Επομένως, δεδομένου ότι η AIMA ουδόλως διευκρίνισε εάν και πώς διενεργούσε τους ελέγχους της, θα μπορούσε να συναχθεί ότι στο επίπεδο αυτό δεν διενεργούνταν κανένας έλεγχος.
61 Κατά την άποψη της Επιτροπής, τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι οι διαπιστωθείσες ανωμαλίες όσον αφορά το ίδιο το κρέας ήσαν ορισμένες φορές τόσο προφανείς (π.χ., ελαττωματικές σφραγίδες) που θα έπρεπε οπωσδήποτε να είχαν διαπιστωθεί στο πλαίσιο ενός κανονικού ελέγχου.
62 Το ερώτημα που τίθεται είναι αν τα στοιχεία αυτά αρκούν για να αποδειχθεί ότι η AIMA διέπραξε παράβαση. Συναφώς, πρέπει να γίνει παραπομπή στη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία η Επιτροπή υποχρεούται πάντοτε να δικαιολογεί την απόφασή της με την οποία διαπιστώνει την έλλειψη ή την ανεπάρκεια των διενεργηθέντων ελέγχων (32). Στην εν λόγω υπόθεση, η Επιτροπή είχε υποστηρίξει, μεταξύ άλλων, ότι οι αρμόδιες αρχές δεν ήσαν σε θέση να παράσχουν στοιχεία σχετικά με τον αριθμό των επιτόπιων ελέγχων ή σχετικά με το σύστημα επικοινωνίας μεταξύ των εποπτευουσών αρχών και των εχόντων εκτελεστικό ρόλο τοπικών υπαλλήλων. Οι εν λόγω αρχές δεν μπορούσαν να εξηγήσουν ούτε το γεγονός ότι δεν είχαν συνταχθεί γραπτές εκθέσεις. Τα στοιχεία αυτά αρκούσαν, κατά την άποψη της Επιτροπής, προς δικαιολόγηση της αποφάσεώς της. Στην προσφεύγουσα εναπέκειτο πλέον να αποδείξει ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής ήσαν εσφαλμένες. Προς τούτο, δεν αρκούσε - πάντοτε κατά την άποψη του Δικαστηρίου - ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι, στην πραγματικότητα, είχαν διενεργηθεί διοικητικοί καθώς και επιτόπιοι έλεγχοι, τη στιγμή που δεν προσκόμισε συναφώς αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, δεδομένου ότι δεν απέδειξε ότι είχαν διενεργηθεί έλεγχοι, η διαπίστωση αυτή μπορούσε να γεννήσει σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν είχε θεσπιστεί ένα κατάλληλο και αποτελεσματικό σύστημα μέτρων εποπτείας και ελέγχου (33).
63 Η Επιτροπή υποστηρίζει συναφώς ότι η ΑΙΜΑ δεν διευκρίνισε τα κριτήρια βάσει των οποίων έλεγξε αν η ΑΙΑ εκτελούσε ορθώς τα καθήκοντα που της είχε μεταβιβάσει. Με άλλα λόγια, η ΑΙΜΑ δεν εξήγησε με ποια μέσα διασφάλισε την ορθή λειτουργία του συστήματος. Επιπλέον, δεν παρέσχε ενδείξεις ούτε όσον αφορά τις οδηγίες τις οποίες ενδεχομένως έδωσε. Οι ιταλικές αρχές δεν διευκρίνισαν ούτε καν αν είχαν πραγματοποιηθεί επιτόπιοι έλεγχοι και, στην περίπτωση που είχαν πραγματοποιηθεί, πόσο συχνά και βάσει ποιων κριτηρίων. Το ίδιο ισχύει για τα μέτρα σχετικά με τη συντήρηση του κρέατος. Τέλος, δεν μπόρεσαν να παράσχουν στοιχεία ούτε σε σχέση με τα αποτελέσματα των ελέγχων που ενδεχομένως διενεργήθηκαν.
64 Κατά την Επιτροπή, η ανάγκη υπάρξεως αποτελεσματικού συστήματος ελέγχου είναι ιδιαίτερα επιτακτική εν προκειμένω, για τον λόγο ότι, κατά την άποψή της, σε πολλές περιπτώσεις υπάρχει ταύτιση μεταξύ ελεγκτών και ελεγχομένων. Η πρακτική αυτή αυξάνει τον κίνδυνο διαπράξεως απατών. Η Ιταλία δεν προβάλλει συναφώς κανέναν ισχυρισμό. Περιορίζεται απλώς σε δηλώσεις σχετικά με την κατανομή των αρμοδιοτήτων, σε μια εξαιρετικά συγκεκριμένη περίπτωση, μεταξύ των ελεγκτών της ΑΙΑ και των κτηνιάτρων που ανήκουν επισήμως στις υπηρεσίες της καθώς και των ελεγκτών των ιδιωτικών κέντρων παρεμβάσεως. Από τις δηλώσεις αυτές δεν καθίσταται σαφές αν οι αρμοδιότητες των διαφόρων υπηρεσιών ήσαν πάντοτε σαφώς διαχωρισμένες μεταξύ τους.
65 Κατά τα λοιπά, η Ιταλία διατυπώνει την άποψή της μόνον σε σχέση με επιμέρους αιτιάσεις. Έτσι, π.χ., διατείνεται, όσον αφορά την αιτίαση ότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως αγόρασαν παρανόμως ήδη κατεψυγμένο κρέας, ότι μια τέτοια παράβαση δεν μπορούσε να διαπιστωθεί εκ των υστέρων στο πλαίσιο ελέγχου διενεργηθέντος από την Επιτροπή. Η Επιτροπή αμφισβητεί τον ισχυρισμό αυτό και υποστηρίζει ότι, στην περίπτωση που το αγορασθέν κρέας έχει ήδη καταψυχθεί, οι τεθείσες επ' αυτού σφραγίδες μπορούν πολύ εύκολα να αποξεστούν, σε αντίθεση προς τις σφραγίδες οι οποίες έχουν τεθεί επί νωπού κρέατος. Όσον αφορά την αιτίαση ότι στην Ιταλία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις περί της μεγίστης ποσότητας που μπορεί να συσκευαστεί σε χαρτοκιβώτια, η Ιταλία δεν αμφισβητεί την αιτίαση αυτή. Απλώς αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν τηρήθηκε ο κανόνας αυτός. Η προσφεύγουσα δεν εξετάζει την αιτίαση περί επιθέσεως νοθευμένων σφραγίδων. Αναφέρει απλώς ότι το γεγονός ότι μια σφραγίδα δεν τέθηκε στο σωστό σημείο δεν προκάλεσε ζημία.
66 Όσον αφορά πάντως τις εκ νέου κατατάξεις, η προσφεύγουσα παραδέχεται ότι η AIA υποχρεώθηκε, από το 1991, να διαβιβάζει μέσω εγκυκλίων λεπτομερείς οδηγίες στις αρμόδιες αρχές, προς διασφάλιση της τηρήσεως των κανόνων. Επομένως, η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι υπήρχαν δυσχέρειες στον τομέα αυτό.
67 Κατά τα λοιπά, όσον αφορά μεγάλο αριθμό αιτιάσεων, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται απλώς ότι διενεργήθηκαν έλεγχοι, στο πλαίσιο, όμως, των οποίων δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε παράβαση. Όπως προαναφέρθηκε, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αρκούν. Όσον αφορά τα προβλήματα κατατάξεως του κρέατος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η κατάταξη αυτή γίνεται βάσει υποκειμενικών κριτηρίων, τα οποία διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Στον ισχυρισμό αυτό πρέπει να αντιταχθεί ότι υπάρχουν σαφείς κοινοτικοί κανόνες όσον αφορά τον τρόπο κατατάξεως του κρέατος (34). Όσον αφορά την αιτίαση ότι αγοράστηκε βόειο κρέας και κρέας μόσχου υπαγόμενο στην κατώτερης αξίας κατηγορία P, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να πωληθεί κρέας μόσχου στους οργανισμούς παρεμβάσεως, δεδομένου ότι η τιμή του στην κανονική αγορά είναι πολύ υψηλότερη. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η πώληση κρέατος μόσχου στο πλαίσιο του συστήματος παρεμβάσεως μπορεί να είναι σκόπιμη, όταν το κρέας αυτό δεν μπορεί να πωληθεί στην ελεύθερη αγορά. Πάντοτε κατά την προσφεύγουσα, το κρέας της κατηγορίας P είναι πολύ σπάνιο στην Ιταλία και η ύπαρξή του δεν διαπιστώθηκε ούτε στο πλαίσιο των ελέγχων που διενήργησαν οι ιταλικές αρχές. Όπως προαναφέρθηκε, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αρκούν. Όσον αφορά την αιτίαση περί παραποιήσεως της κατατάξεως, η προσφεύγουσα παραπέμπει - προς συμπλήρωση του ισχυρισμού της ότι δεν διαπιστώθηκε τέτοια παραποίηση - σε εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης οι οποίες συντάχθηκαν κατόπιν αιτήσεων των παραγωγών και των κέντρων παρεμβάσεως. Η προσφεύγουσα διευκρινίζει ότι δεν δόθηκε ιδιαίτερη σημασία στην μετατροπή της κατηγορίας P στην ανώτερης αξίας κατηγορία R, δεδομένου ότι οι δηλωθείσες κατηγορίες αποδείχθηκαν ορθές. Είναι αμφίβολο αν οι ισχυρισμοί αυτοί αρκούν για την αντίκρουση της εν λόγω αιτιάσεως. Όμως, ακόμη και αν αρκούν συναφώς, εξακολουθούν να υπάρχουν αρκετά άλλα στοιχεία από τα οποία μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη ελλείψεων του συστήματος ελέγχου.
68 Ένας περαιτέρω ισχυρισμός τον οποίο προβάλλει η προσφεύγουσα έγκειται στο ότι οι διαπιστωθείσες ελλείψεις ήσαν ήσσονος σημασίας και άρα διαπράχθηκε ήσσονος σημασίας παράβαση. Ανεξαρτήτως του ότι υπάρχουν αμφιβολίες όσον αφορά τη σπουδαιότητα της παραβάσεως, ο ισχυρισμός αυτός δεν αφορά παρά ένα μόνον πρόβλημα και όχι το σύνολο των ελλείψεων που έχει προβάλει η Επιτροπή.
69 Όσον αφορά τις πωλήσεις προς τη Βουλγαρία, την πρώην Σοβιετική Ένωση και τη Βραζιλία, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι αποδέκτες δεν διαμαρτυρήθηκαν. Ωστόσο, τούτο δεν μπορεί να αποτελέσει κριτήριο εν προκειμένω. Όσον αφορά την περίπτωση της Βουλγαρίας, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το κρέας ελέγχθηκε πριν εξαχθεί. Αν είχαν διαπιστωθεί συναφώς ελλείψεις, το κρέας δεν θα είχε ελευθερωθεί προς εξαγωγή. Το ίδιο ισχύει για τις πωλήσεις προς την πρώην Σοβιετική Ένωση. Επιπλέον, όσον αφορά τις πωλήσεις προς τη Βουλγαρία, η Επιτροπή δήλωσε μια εντελώς εσφαλμένη ποσότητα κρέατος. Τούτο δεν μπορεί να ελεγχθεί. Ωστόσο, είναι σαφές ότι κατά τη διενέργεια ενός ελέγχου διαπιστώθηκε ότι το εξετασθέν κρέας δεν ήταν σύμφωνο προς τις διατάξεις που διέπουν το σύστημα παρεμβάσεως.
70 Η Ιταλία αναφέρει μια περαιτέρω ατομική περίπτωση. Στην περίπτωση αυτή η ΑΙΑ διαπίστωσε σοβαρές ελλείψεις, αφού προηγουμένως το ΕΓΤΠΕ είχε διενεργήσει έλεγχο χωρίς να διατυπώσει καμία επίκριση. Ωστόσο, από την εν λόγω ατομική περίπτωση, που αφορά έναν έλεγχο που πράγματι διενεργήθηκε, δεν μπορεί να συναχθεί ότι τα κριτήρια ελέγχου της ΑΙΑ ταυτίζονταν εν γένει με εκείνα του ΕΓΤΠΕ.
71 Τέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι ελλείψεις που διαπίστωσε η Επιτροπή δεν αφορούν παρά λίγες ατομικές περιπτώσεις (όπως είναι, π.χ., οι ελλείψεις όσον αφορά το ίδιο το κρέας και τη συσκευασία). Ωστόσο, οι ατομικές αυτές περιπτώσεις συνιστούν ένα πρόσθετο στοιχείο προς στήριξη του ισχυρισμού ότι δεν υπήρχε αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου (35). Και ως προς το ζήτημα αυτό, μπορεί να γίνει κάλλιστα δεκτό ότι η Επιτροπή απέδειξε ότι - στις περιπτώσεις που πράγματι διενεργήθηκαν έλεγχοι από την ΑΙΜΑ - ούτε οι έλεγχοι αυτοί ούτε οι έλεγχοι της ΑΙΑ ήσαν επαρκείς. Από την άποψη αυτή, οι διαπιστωθείσες ατομικές περιπτώσεις μπορούν να επιβεβαιώσουν το συμπέρασμα αυτό. Εξάλλου, η Επιτροπή υποστήριξε ότι το 1990 είχε ελέγξει όλα τα υφιστάμενα κέντρα παρεμβάσεως, ενώ το 1991 έλεγξε 15 κέντρα σε σύνολο 35. Σε όλα τα κέντρα αυτά διαπίστωσε τις ίδιες ελλείψεις. Συναφώς, δεν μπορεί να υποστηριχτεί ότι δεν πρόκειται παρά για ελάχιστες ατομικές περιπτώσεις ή για επιθεωρήσεις που διενεργήθηκαν με συγκεκριμένο σκοπό. Συγχρόνως, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η Επιτροπή επέλεξε εν προκειμένω τη μέθοδο του κατ' αποκοπήν υπολογισμού βάσει του υφισταμένου κινδύνου. Δεδομένου ότι η ΑΙΜΑ δεν μπόρεσε να αντικρούσει τον ισχυρισμό ότι, η ίδια, δεν είχε ασκήσει πλέον κανέναν έλεγχο, από το γεγονός αυτό και μόνο μπορεί να συναχθεί ότι το Ταμείο διέτρεξε σοβαρό κίνδυνο. Οι διαπιστωθείσες κατά τους ελέγχους ελλείψεις δεν πρέπει να θεωρηθούν ως το μόνο κρίσιμο στοιχείο.
72 Επομένως, η Επιτροπή απέδειξε ότι η Ιταλία δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της ελέγχου. Ορθώς η Επιτροπή θεωρεί ότι τούτο συνιστούσε κίνδυνο για το Ταμείο.
73 Η Ιταλία φέρει πλέον το βάρος αποδείξεως. Πράγματι, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, σε περίπτωση που η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με ορισμένες δαπάνες με την αιτιολογία ότι οι δαπάνες αυτές προκλήθηκαν από καταλογιστέες σε κράτος μέλος παραβάσεις των κοινοτικών ρυθμίσεων, σ' αυτό το κράτος εναπόκειται να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της χρηματοδοτήσεως την οποία του αρνείται η Επιτροπή (36), οπότε η προσφεύγουσα πρέπει να αποδείξει ότι η συμπεριφορά που της προσάπτεται δεν προκάλεσε διόγκωση των δαπανών στο επίπεδο του ΕΓΤΠΕ. Η προσφεύγουσα δεν προβάλλει όμως κανέναν ισχυρισμό συναφώς.
74 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει απλώς ότι, αν η Επιτροπή είχε ορθώς αποφανθεί κατά την άσκηση της εξουσίας της εκτιμήσεως, δεν θα είχε επιβάλει διόρθωση μεγαλύτερη από 5 %.
75 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, κατά το Δικαστήριο, σε περίπτωση που δεν καθίσταται δυνατό να διαπιστωθεί με βεβαιότητα ο βαθμός στον οποίο ένα εθνικό μέτρο, ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο, προκάλεσε αύξηση των δαπανών μιας θέσεως του προϋπολογισμού του ΕΓΤΠΕ, η Επιτροπή «δεν έχει άλλη επιλογή» από το να αρνηθεί τη χρηματοδότηση του συνόλου των εν λόγω δαπανών, και, άρα, όχι μόνον ορισμένου ποσοστού των δαπανών αυτών (37).
76 Για την περίπτωση της κατ' αποκοπή διορθώσεως, η Επιτροπή έχει υιοθετήσει, κατόπιν προτάσεως μιας διυπηρεσιακής ομάδας (Belle Group Report), ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές. Βάσει των εν λόγω κατευθυντηρίων γραμμών, προτείνεται η μείωση του κατ' αποκοπήν υπολογισμού κατά τρία διαφορετικά ποσοστά, που είναι τα ακόλουθα:
- 2 %, αν οι ελλείψεις περιορίζονται σε λιγότερο σημαντικά τμήματα του συστήματος ελέγχου ή στη διενέργεια ελέγχων που δεν είναι απολύτως αναγκαίοι για τη διασφάλιση του νομοτύπου των δαπανών, ώστε να μπορεί ευλόγως να συναχθεί ότι ο κίνδυνος να υποστεί το ΕΓΤΠΕ ζημία ήταν ασήμαντος·
- 5 %, αν οι ελλείψεις αφορούν σημαντικά στοιχεία του συστήματος ελέγχου ή τη διενέργεια ελέγχων οι οποίοι έχουν αποφασιστική σημασία για τη διασφάλιση του νομοτύπου των δαπανών, ώστε να μπορεί ευλόγως να συναχθεί ότι ο κίνδυνος να υποστεί το ΕΓΤΠΕ ζημία ήταν σημαντικός·
- 10 %, αν οι ελλείψεις αφορούν το σύνολο ή βασικά στοιχεία του συστήματος ελέγχου ή τη διενέργεια ελέγχων που είναι ουσιώδεις για τη διασφάλιση του νομοτύπου των δαπανών, ώστε να μπορεί ευλόγως να συναχθεί ότι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να υποστεί το ΕΓΤΠΕ εκτεταμένη ζημία.
77 Κατά τα λοιπά, αρκεί να γίνει παραπομπή στη νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η Επιτροπή, αντί να απορρίψει το σύνολο των δαπανών τις οποίες αφορά η παράβαση, επιχειρεί να διαπιστώσει, μέσω υπολογισμών, τις οικονομικές επιπτώσεις της παράνομης ενέργειας. Στις περιπτώσεις αυτές, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι στο κράτος μέλος εναπόκειται να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της χρηματοδοτήσεως την οποία αρνείται η Επιτροπή (38). Συναφώς, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται απλώς ότι, ενόψει των μη αντιπροσωπευτικών ελέγχων της Επιτροπής, η μείωση κατά 10 % δεν είναι δικαιολογημένη. Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός, δεδομένου ότι το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ο αριθμός των δειγματοληπτικών ελέγχων που διενήργησε η Επιτροπή. Αποφασιστική σημασία έχουν οι έλεγχοι την ευθύνη των οποίων φέρει η προσφεύγουσα. Δεδομένου ότι οι ελλείψεις αφορούν ολόκληρο το σύστημα - η AIMA δεν απέδειξε ότι ελέγχει την εκτέλεση των εργασιών που έχει αναθέσει -, η μείωση κατά 10 % δικαιολογείται επίσης υπό το πρίσμα των κατεθυντηρίων γραμμών της ομάδας Belle.
78 Η προσφεύγουσα προβάλλει επίσης τις βελτιώσεις του συστήματος τις οποίες επέφερε, όπως, εξάλλου, έγινε δεκτό με τη συνοπτική έκθεση. Για τον λόγο αυτό, δεν έπρεπε, κατά την άποψή της, να επιβληθεί μείωση ύψους 10 %. Οι κατευθυντήριες γραμμές προβλέπουν ότι, σε περίπτωση που το κράτος μέλος επιφέρει βελτιώσεις στο σύστημα, αμέσως μόλις γίνουν γνωστές οι υφιστάμενες ελλείψεις, τούτο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της επιβαλλομένης διορθώσεως. Τα κριτήρια αυτά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με το ποια από τις τρεις κατηγορίες διορθώσεων (2, 5 ή 10 %) πρέπει να επιβληθεί. Ωστόσο, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι οι τροποποιήσεις αυτές εισήχθησαν για πρώτη φορά το 1993. Η προσφεύγουσα όμως είχε ενημερωθεί, κατά την Επιτροπή, σχετικά με τις υφιστάμενες ελλείψεις ήδη από το 1991.
79 Επομένως, η Ιταλία δεν επέφερε τις βελτιώσεις αμέσως μόλις πληροφορήθηκε την ύπαρξη ελλείψεων. Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι, καταρχήν, ο κατ' αποκοπήν υπολογισμός ευνοεί την Ιταλία, δεδομένου ότι, αν η Επιτροπή αξιολογούσε τα αποτελέσματα των ελέγχων που διενήργησε, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι στο 30 % των περιπτώσεων είχαν σημειωθεί παρατυπίες. Κατά συνέπεια, θα μπορούσε να αρνηθεί να αναλάβει ακόμη και το σύνολο των δαπανών. Γι' αυτόν τον λόγο, πρέπει εν προκειμένω να γίνει δεκτό ότι η μείωση κατά 10 % ήταν δικαιολογημένη.
Η διαδικασία δημοπρασίας για το βόειο κρέας
Η οικονομία του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση του κανονισμού 859/89
80 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, πρώτον, ότι η Επιτροπή ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση. Η διάταξη αυτή απαιτεί απλώς από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εμφανίζεται ενώπιον των αρχών ως υποβάλλων προσφορά να υποβάλει μία μόνον προσφορά. Από τη διάταξη αυτή δεν προκύπτει ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η οικονομική πραγματικότητα - δηλαδή η σχέση που τυχόν υπάρχει μεταξύ των εταίρων μιας εταιρίας και της ίδιας της εταιρίας καθώς και των εταιριών της holding. Τούτο θα έπρεπε να προκύπτει ρητώς από τη διάταξη. Η απόρριψη, για οικονομικούς λόγους, προσφορών προερχομένων από αυτοτελή νομικά πρόσωπα θα αντέβαινε προς την οικονομική ελευθερία.
81 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, στην Επιτροπή εναπόκειται να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως των κανόνων της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών, απόδειξη η οποία έχει ως αποτέλεσμα την άρνηση αναλήψεως των δαπανών εκ μέρους του ΕΓΤΠΕ (39).
82 Εξάλλου, όσον αφορά τις προϋποθέσεις που τίθενται σχετικά με τη διατύπωση των διατάξεων, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι «δεδομένου ότι ένας κανόνας, η μη τήρηση του οποίου συνεπάγεται οικονομικής φύσεως συνέπειες, πρέπει να είναι αρκούντως σαφής και ακριβής, η Επιτροπή δεν μπορούσε να στηριχθεί στη διατύπωση της διακρίσεως (...) για να προβεί, κατά το χρονικό σημείο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, σε ερμηνεία μη συνάδουσα με τη συνήθη έννοια των χρησιμοποιουμένων όρων» (40).
83 Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν η διατύπωση του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, του κανονισμού 859/89 πληροί τις προϋποθέσεις αυτές και αν επιτρέπει μια ερμηνεία όπως αυτή την οποία υποστηρίζει η Επιτροπή. Συναφώς, φαίνεται σκόπιμο να εξεταστεί προηγουμένως ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή επιθυμεί να ερμηνεύσει το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση. Στα δικόγραφα γίνεται λόγος τις περισσότερες φορές για «πολλαπλές» προσφορές. Οι προσφορές αυτές δεν μπορούν να είναι οι προσφορές οι οποίες υποβάλλονται, υπό το ίδιο όνομα, από έναν και τον αυτό υποβάλλοντα προσφορά. Πράγματι, οι προσφορές αυτού του είδους δεν επιτρέπονται ούτε στην Ιταλία. Όπως προκύπτει επίσης από τα δικόγραφα, η Επιτροπή δεν επικρίνει ούτε κάθε μορφή σχέσεως που συνδέει τις διάφορες προσφορές. Έτσι, εκθέτει, π.χ., ότι αν ένα πρόσωπο εκμεταλλεύεται δύο ανεξάρτητα σφαγεία, καθένα από αυτά μπορεί να υποβάλει προσφορά. Όπως δήλωσε η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, δεν απαγορεύει, κατά την άποψή της, παρά μόνον τις προσφορές που αφορούν την ίδια ποσότητα κρέατος. Αν, επομένως, ένας ενδιαφερόμενος προσφέρει την ποσότητα κρέατος που έχει στη διάθεσή του όχι μόνον ο ίδιος αλλά και μέσω αχυρανθρώπων, τούτο αντιβαίνει προς τις κοινοτικές διατάξεις, οι δε αρχές των κρατών μελών οφείλουν να λαμβάνουν μέτρα κατά της πρακτικής αυτής.
84 Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μια διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά επίσης βάσει της φύσεως και των σκοπών που επιδιώκει (41). Από τούτο η Επιτροπή συνάγει ότι η εν προκειμένω επίμαχη ρύθμιση θα στερούνταν του περιεχομένου της αν ήταν δυνατή η υποβολή, μέσω αχυρανθρώπων, πλειόνων προσφορών και, συνακόλουθα, η καταστρατήγηση της απαγορευτικής διατάξεως.
85 Όπως προαναφέρθηκε, η πρακτική που εφαρμόζεται στην Ιταλία, στο πλαίσιο των αγορών εκ μέρους των οργανισμών παρεμβάσεως, θέτει σε κίνδυνο το καθεστώς παρεμβάσεων. Η αγορά μεγαλυτέρων ποσοτήτων συνεπάγεται μεγαλύτερες δαπάνες από τις αναγκαίες για τη στήριξη της αγοράς. Επιπλέον, δεν διασφαλίζεται η ισότητα προσβάσεως όλων των ενδιαφερομένων, την οποία επιβάλλει το άρθρο 6, παράγραφος 6, του κανονισμού 805/68, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 571/89.
86 Επομένως, το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, του κανονισμού 859/89 πρέπει να ερμηνεύεται, ενόψει της οικονομίας του, έτσι ώστε να μην είναι δυνατό να τεθούν εμπόδια στα μέτρα παρεμβάσεως. Κατά την Επιτροπή, οι προσφορές που αφορούν την ίδια ποσότητα κρέατος προέρχονται, στην πραγματικότητα, από έναν και μοναδικό υποβαλόντα προσφορά. Επομένως, οι προσφορές αυτές είναι παράνομες.
87 Κατά την Επιτροπή, τούτο προκύπτει επίσης από τη διατύπωση της διατάξεως. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η χρήση διαφορετικών όρων στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 9 θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί ένδειξη εννοιολογικής διαφοράς. Από τούτο θα μπορούσε να συναχθεί ότι δεν αρκεί να ελέγχεται αν το πρόσωπο που πράγματι υποβάλλει την προσφορά υποβάλλει μία μόνον προσφορά, δηλαδή αν κάθε φορά μετέχει στη διαδικασία ένα αυτοτελές (νομικό) πρόσωπο. Ως ενδιαφερόμενος θα μπορούσε, επομένως, να θεωρηθεί ένα πρόσωπο που ενδιαφέρεται να πωλήσει την ποσότητά του κρέατος στο πλαίσιο του συστήματος παρεμβάσεως. Όπως προαναφέρθηκε, το πρόσωπο αυτό δεν ταυτίζεται οπωσδήποτε με τον υποβάλλοντα προσφορά, δηλαδή με εκείνον που πράγματι υποβάλλει την προσφορά. Εάν, π.χ., η ποσότητα κρέατος προσφέρεται μέσω αχυρανθρώπων, υπάρχει ένας μόνον ενδιαφερόμενος, αλλά πλείονες υποβάλλοντες προσφορά. Αν, ωστόσο, εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο οι δύο αυτές έννοιες χρησιμοποιούνται σε άλλους κανονισμούς που αφορούν τα μέτρα παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος, διαπιστώνεται ότι δεν γίνεται πάντοτε η εν λόγω διάκριση. Έτσι, π.χ., στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 2271/90 (42), διευκρινίζεται ότι πρέπει να προβλεφθεί «ότι ο υποβάλλων προσφορά μπορεί να καταθέσει μία μόνο προσφορά (...) ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία». Επιπλέον, στη γερμανική απόδοση του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 2456/93, που αντικατέστησε το άρθρο 9 του κανονισμού 859/89, χρησιμοποιείται, σε σχέση με την υποβολή προσφορών, άλλοτε η έννοια «ενδιαφερόμενος» και άλλοτε η έννοια «υποβάλλων προσφορά» (43).
88 Επομένως, από τη διάκριση μεταξύ των εννοιών «υποβάλλων προσφορά» και «ενδιαφερόμενος», η οποία γίνεται στο άρθρο 9, δεν μπορούν να συναχθούν περαιτέρω συμπεράσματα.
89 Ωστόσο, το ζήτημα διευκρινίζεται περισσότερο αν εξεταστούν οι προγενέστερες των εν προκειμένω επίμαχων διατάξεις. Ενδεικτικά, το 1990 θεσπίστηκε η δυνατότητα υποβολής πλειόνων προσφορών σε διαφορετικές τιμές. Ο κανονισμός 1282/90 (44) τροποποίησε το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, ως εξής:
«Μπορούν να υποβάλουν περισσότερες προσφορές, σε διαφορετικές τιμές, ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία.»
90 Ωστόσο, η διάταξη αυτή καταργήθηκε εκ νέου ήδη τον Αύγουστο 1990. Ο κανονισμός 2271/90, ο οποίος επέφερε την κατάργηση αυτή, ανέφερε στην πρώτη αιτιολογική του σκέψη τα εξής: «Έπειτα από την πείρα που αποκτήθηκε, πρέπει να προβλεφθεί ότι ο υποβάλλων προσφορά μπορεί να καταθέσει μία μόνο προσφορά (...) ανά κατηγορία και ανά δημοπρασία».
91 Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, εξ αυτών δεν μπορεί να συναχθεί κανένα συμπέρασμα όσον αφορά την υπό κρίση περίπτωση. Ο κανονισμός 1282/90 αφορά την περίπτωση που έχουν υποβληθεί πλείονες προσφορές από ένα και το αυτό πρόσωπο. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά όμως το ερώτημα αν μπορούν να απορριφθούν προσφορές που προέρχονται από διαφορετικά νομικά πρόσωπα. Η περίπτωση αυτή ουδέποτε αντιμετωπίστηκε από την εν λόγω ρύθμιση. Επομένως, δεν είναι δυνατό, σε μια περίοδο οικονομικών δυσχερειών, να γίνει δεκτή μια διαφορετική ερμηνεία, καθόσον μάλιστα οι ρυθμίσεις του κανονισμού 2456/93 έχουν ως αποτέλεσμα την αντιστροφή του βάρους αποδείξεως για τον υποβάλλοντα προσφορά. Ο υποβάλλων προσφορά οφείλει να αποδείξει την οικονομική του ανεξαρτησία. Ένας τέτοιος κανόνας δεν μπορεί να συναχθεί από το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση. Ωστόσο, ως βάση δεν πρέπει απαραίτητα να ληφθεί υπόψη μια αντίστοιχη προς τον κανονισμό 2456/93 ρύθμιση. Συγχρόνως όμως, είναι σαφές ότι, από της καταργήσεως του κανονισμού 1282/90, ο υποβάλλων προσφορά δεν μπορεί πλέον να υποβάλει πλείονες προσφορές αφορώσες την ίδια ποσότητα κρέατος. Επομένως, η εν προκειμένω επίμαχη διάταξη του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, σκοπεί, εν πάση περιπτώσει, να αποτρέψει το ενδεχομένο να προσφερθεί δεδομένη ποσότητα κρέατος περισσότερες από μία φορές. Η διάταξη αυτή θα στερούνταν του περιεχομένου της αν μπορούσε ευχερώς να καταστρατηγείται μέσω της χρήσεως αχυρανθρώπων.
92 Και η ίδια η προσφεύγουσα είχε ασφαλώς επίγνωση του γεγονότος αυτού, όταν παραλάμβανε τις προσφορές. Αφενός, είναι αληθές για όλους τους κανόνες ότι στερούνται του περιεχομένου τους όταν, π.χ., καταστρατηγούνται διά της προσφοράς της ιδίας ποσότητας κρέατος από πλείονα πρόσωπα, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, κατά τους ισχυρισμούς της καθής. Αφετέρου, η προσφεύγουσα γνώριζε επίσης τον σκοπό του συστήματος παρεμβάσεως. Κατά το μέτρο αυτό, πρέπει να είχε επίσης επίγνωση του ότι αντιβαίνει προς τον σκοπό του εν λόγω συστήματος το να προσφέρεται πλείονες φορές η υφιστάμενη στην αγορά ποσότητα κρέατος.
93 Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι, ακόμη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το κοινοτικό δίκαιο έχει εφαρμοστεί κατά τρόπο αντικειμενικώς εσφαλμένο συνεπεία μιας ερμηνείας που υιοθέτησαν καλόπιστα οι εθνικές αρχές, οι δαπάνες αυτές επιβαρύνουν, κατά τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 729/70, τα κράτη μέλη (45). Η εν λόγω στενή ερμηνεία των προϋποθέσεων αναλήψεως των δαπανών από το ΕΓΤΠΕ επιβάλλεται, κατά το Δικαστήριο, από τον σκοπό του κανονισμού 729/70. Πράγματι, η διαχείριση της κοινής γεωργικής πολιτικής υπό συνθήκες ισότητας μεταξύ των επιχειρηματιών των κρατών μελών εμποδίζει τις εθνικές αρχές ενός κράτους μέλους να ευνοούν, μέσω της ευρείας ερμηνείας ορισμένης διατάξεως, τους επιχειρηματίες αυτού του κράτους, σε βάρος των επιχειρηματιών των λοιπών κρατών μελών, όπου η εν λόγω διάταξη ερμηνεύεται στενότερα (46).
94 Βέβαια, ορθώς η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι η διάταξη του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, του κανονισμού 859/89 δεν περιέχει ορισμό των διαφόρων υποβαλλόντων προσφορά ούτε διευκρινίζει τη μορφή που πρέπει να έχουν οι μεταξύ τους σχέσεις. Ωστόσο, τούτο δεν είναι απαραίτητο. Από την οικονομία του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, προκύπτει ότι απαγορεύεται η προσφορά ποσοτήτων κρέατος μέσω αχυρανθρώπων. Η προσφεύγουσα δεν μπορεί να ισχυριστεί απλώς ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 9, δεν υποχρεούται να ελέγχει τις σχέσεις που συνδέουν ενδεχομένως τους διαφόρους υποβάλλοντες προσφορές μεταξύ τους. Τούτο αφορά απλώς και μόνον το ζήτημα πώς μπορεί να ελέγχεται η τήρηση μιας απαγορευτικής διατάξεως, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση.
95 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, απαγορεύει επίσης τις προσφορές οι οποίες, μολονότι προέρχονται από διαφορετικά νομικά πρόσωπα, αφορούν την ίδια ποσότητα κρέατος, με αποτέλεσμα να μπορεί να γίνει δεκτό ότι υποβλήθηκαν από αχυρανθρώπους.
96 Επομένως, αντίθετα προς τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας, υφίσταται έρεισμα για την απόρριψη τέτοιου είδους προσφορών και πρόκειται, συγκεκριμένα, για το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση.
Υποχρέωση ελέγχου εκ μέρους του κράτους μέλους
97 Η Επιτροπή φρονεί ότι η μείωση στην οποία προέβη στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών δικαιολογείται από το ότι η προσφεύγουσα δεν μερίμνησε για την τήρηση της διατάξεως αυτής.
98 Είναι σαφές ότι, στην Ιταλία, ο έλεγχος των προσφορών ενέκειτο αποκλειστικά στην εξέταση του αν προέρχονταν από διαφορετικά νομικά πρόσωπα. Δεν διενεργήθηκε πιο εμπεριστατωμένος έλεγχος. Επομένως, στη συνέχεια πρέπει να εξεταστεί αν τούτο αρκεί για να γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα δεν τήρησε μια κοινοτική διάταξη, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ανέφερε ούτε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα προσφορών που υποβλήθηκαν πράγματι από αχυρανθρώπους.
99 Ωστόσο, η Επιτροπή δεν μπορεί να προσκομίσει τέτοια απόδειξη, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν πραγματοποίησε κανέναν έλεγχο συναφώς. Οι έλεγχοι που διενήργησε αφορούσαν μόνον το αν οι προσφορές προέρχονταν από ανεξάρτητα (νομικά) πρόσωπα. Επομένως, η Επιτροπή δεν διαθέτει πληροφορίες που της επιτρέπουν να προβεί σε εμπεριστατωμένη εξέταση της καταστάσεως. Η Επιτροπή μπορεί, ασφαλώς, να διενεργήσει και η ίδια ελέγχους, πλην όμως, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η διαχείριση της χρηματοδοτήσεως από το ΕΓΤΠΕ εναπόκειται πρωτίστως στις εθνικές διοικητικές αρχές, οι οποίες οφείλουν να επαγρυπνούν για την αυστηρή τήρηση των κοινοτικών κανόνων. Το Δικαστήριο έχει δεχθεί ακόμη τα εξής: «Το σύστημα αυτό, το οποίο βασίζεται στην αρχή της εμπιστοσύνης, δεν υπόκειται σε κανένα συστηματικό έλεγχο εκ μέρους της Επιτροπής, πράγμα, άλλωστε, που θα ήταν ουσιαστικώς αδύνατο για την τελευταία (...). Πράγματι, μόνον το κράτος μέλος είναι σε θέση να γνωρίζει και να καθορίζει με ακρίβεια τα αναγκαία για την επεξεργασία των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ στοιχεία, ενώ η Επιτροπή δεν βρίσκεται τόσο κοντά όσο απαιτείται για να λαμβάνει τις πληροφορίες που χρειάζεται από τους επιχειρηματίες» (47).
100 Επομένως, δεδομένου ότι, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, η Επιτροπή χρειάζεται οπωσδήποτε να λαμβάνει πληροφορίες από τα κράτη μέλη, δεν μπορεί να αναφέρει, εν προκειμένω, συγκεκριμένο παράδειγμα παραβάσεως διαπραχθείσας στο πλαίσιο των δημοπρασιών. Το μόνο που μπορεί - και οφείλει - να αποδείξει είναι ότι η προσφεύγουσα δεν έλεγξε αν συνέτρεχαν όλες οι αναγκαίες για την τήρηση της επίμαχης διατάξεως προϋποθέσεις. Η Επιτροπή προσκόμισε αποδείξεις συναφώς.
101 Όσον αφορά τη γενική υποχρέωση ελέγχου που απορρέει από το άρθρο 8 του κανονισμού 729/70, πρέπει να γίνει παραπομπή στις παραγράφους 53 επ. Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, είναι δυνατό να υποχρεούνται τα κράτη μέλη να διενεργούν ελέγχους, ακόμη κι αν η υποχρέωση αυτή δεν προβλέπεται ρητά από την οικεία ρύθμιση.
102 Επομένως, ανακύπτει το ερώτημα αν, στη συγκεκριμένη υπό κρίση περίπτωση, η προσφεύγουσα υποχρεούνταν να προβεί σε πιο εμπεριστατωμένους ελέγχους· με άλλα λόγια, όφειλε ή μπορούσε το κράτος μέλος να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες και, αν ναι, σε ποιες;
103 Όπως εξέθεσε η Επιτροπή, η ζημία που προκαλείται στο Ταμείο οφείλεται στο ότι η υποβολή, μέσω αχυρανθρώπων, πλειόνων προσφορών από έναν ενδιαφερόμενο ευνοεί την υποβολή κερδοσκοπικών προσφορών. Αν, όμως, ληφθούν υπόψη, αυτές καθαυτές, οι ενέργειες της Επιτροπής για την καταπολέμηση των κερδοσκοπικών προσφορών, ανακύπτει το ερώτημα αν η προσφεύγουσα υποχρεούνταν να λάβει δραστικότερα μέτρα.
104 Η Επιτροπή επέβαλε - όπως δηλώνει η ίδια - τη σύσταση εγγυήσεως προς αποτροπή των κερδοσκοπικών προσφορών, οι οποίες συνίστανται στην προσφορά μεγαλύτερης ποσότητας κρέατος από την πράγματι υφιστάμενη, επειδή προεξοφλείται ο καθορισμός συγκεκριμένου συντελεστή μειώσεως (48). Τούτο σημαίνει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται, συναφώς, απλώς και μόνο να διασφαλίζουν ότι έχει κατατεθεί το ποσό που αντιστοιχεί στην εγγύηση. Δεν οφείλουν να ελέγχουν αν κάθε επιμέρους υποβαλών προσφορά προσέφερε μεγαλύτερη ποσότητα κρέατος από εκείνη που διαθέτει.
105 Ωστόσο, στην υπό κρίση περίπτωση επιβαλλόταν η τήρηση μιας ακόμη διατάξεως, η οποία δεν έπρεπε να καταστρατηγηθεί: ο ενδιαφερόμενος ο οποίος επιθυμούσε να πωλήσει την ποσότητα κρέατος που διέθετε στο πλαίσιο του συστήματος παρεμβάσεως δεν μπορούσε να υποβάλει περισσότερες από μία προσφορές. Τούτο προκύπτει από την οικονομία του συστήματος παρεμβάσεως. Βέβαια, η ιδέα αυτή δεν συγκεκριμενοποιήθηκε παρά μόνο μεταγενέστερα, με τον κανονισμό 2456/93 (49). Ωστόσο, τούτο ουδόλως αναιρεί το γεγονός ότι η ιδέα αυτή - ή τουλάχιστον η ουσία της - ήταν οπωσδήποτε γνωστή ήδη προγενέστερα.
106 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα όφειλε να προβεί σε πιο εμπεριστατωμένους ελέγχους, προκειμένου να διαπιστώσει αν οι υποβληθείσες προσφορές προέρχονταν πράγματι από έναν και τον αυτό υποβαλόντα προσφορά. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο ενόψει των προαναφερθεισών σαφών ενδείξεων περί του ότι οι διάφοροι υποβαλόντες προσφορά συνδέονταν μεταξύ τους, οι οποίες προέκυψαν από την αντιπαραβολή των ονομάτων, των διευθύνσεων και των αριθμών των τραπεζικών λογαριασμών. Ακόμη κι αν από τις ενδείξεις αυτές δεν ήταν δυνατό να συναχθεί με βεβαιότητα ότι συνέτρεχε παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, του κανονισμού 859/89, παρά ταύτα, οι ενδείξεις ήταν τέτοιου είδους ώστε οι αρχές μπορούσαν και όφειλαν βάσει αυτών να θεωρήσουν ότι απαιτούνταν πιο εμπεριστατωμένος έλεγχος, και τούτο είναι το μόνο αποφασιστικό κριτήριο.
107 Ένας τέτοιος έλεγχος θα μπορούσε να διενεργηθεί ήδη πριν από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού αυτού, που εκδόθηκε το 1993. Όπως προαναφέρθηκε, είναι δυνατό να φέρουν τα κράτη μέλη υποχρέωση διενέργειας ελέγχων ακόμη κι όταν η υποχρέωση αυτή δεν προβλέπεται ρητά από τη σχετική ρύθμιση. Εκείνο που έχει σημασία συναφώς είναι να ελέγχει το κράτος μέλος αν οι προσφορές αφορούν πράγματι διαφορετικές ποσότητες κρέατος. Το κράτος μέλος είναι ελεύθερο να καθορίσει τον τρόπο διενέργειας των ελέγχων αυτών. Συναφώς, δεν απαιτείται ρητή ρύθμιση εκ μέρους της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτό - αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας - ούτε ότι η Επιτροπή επιδιώκει την αναδρομική εφαρμογή του κανονισμού 2456/93 στα υπό κρίση πραγματικά περιστατικά.
108 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα όφειλε να διενεργήσει πιο εμπεριστατωμένο έλεγχο, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Κατά συνέπεια, παρέβη τις υποχρεώσεις της ελέγχου και, συνακόλουθα, το κοινοτικό δίκαιο.
109 Επομένως, απομένει να εξεταστεί αν η πρακτική της υποβολής προσφορών μέσω των ενώσεων παραγωγών, η οποία εφαρμόζεται μόνον στην Ιταλία, συνιστά επίσης παράβαση του κοινοτικού δικαίου. Δεδομένου ότι, κατά τους ισχυρισμούς της Ιταλίας - τους οποίους δεν αμφισβήτησε η Επιτροπή - οι προσφορές περιέρχονται στην οικεία ένωση εντός σφραγισμένων φακέλων και απλώς διαβιβάζονται περαιτέρω, από τυπικής απόψεως δεν πρόκειται για πολλαπλές προσφορές· το απόρρητο τηρείται επίσης, οπότε δεν διαφαίνεται πώς η πρακτική αυτή θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, ή του άρθρου 9, παράγραφος 6. Ωστόσο, η περίπτωση της πρακτικής κατά την οποία οι ενώσεις παραγωγών υποβάλλουν προσφορές ιδίω ονόματι είναι διαφορετική. Δεδομένου ότι οι προσφορές κατ' αρχάς συγκεντρώνονται και στη συνέχεια διαβιβάζονται περαιτέρω ως μία και μόνη προσφορά, παραβιάζεται το απόρρητο των προσφορών. Επιπλέον, υπάρχει ο κίνδυνος παραβάσεως της διατάξεως του άρθρου 9, παράγραφος 4, στοιχείο αα, σύμφωνα με την οποία μια προσφορά πρέπει να αφορά ποσότητα τουλάχιστον δέκα τόνων. Η ρύθμιση αυτή στερείται παντελώς της πρακτικής αποτελεσματικότητάς της αν συγκεντρώνονται επίσης μικρές προσφορές, οι οποίες στη συνέχεια υποβάλλονται στο πλαίσιο μιας μεγάλης συνολικής προσφοράς. Συναφώς συντρέχει, εν πάση περιπτώσει, παράβαση των κοινοτικών κανόνων.
Απόδειξη της ζημίας την οποία υπέστη το ΕΓΤΠΕ - Βάρος αποδείξεως
110 Ακολούθως, πρέπει να εξεταστεί αν τα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν μια μείωση στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, όπως αυτή που επιβλήθηκε από την Επιτροπή. Δεδομένου ότι η Επιτροπή απέδειξε την παράβαση των κανόνων της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών, στην προσφεύγουσα εναπόκειται πλέον να αποδείξει ότι η Επιτροπή έσφαλε όσον αφορά τις οικονομικές συνέπειες της παραβάσεως αυτής.
111 Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν περιορίστηκε απλώς να ισχυριστεί ότι το ΕΓΤΠΕ υπέστη ζημία. Αντιθέτως, προέβαλε ότι η προσφεύγουσα παρέβη το κοινοτικό δίκαιο και διευκρίνισε τη μορφή που έλαβε η παράβαση αυτή. Επιπλέον, εξέθεσε τον τρόπο με τον οποίο η παράβαση αυτή ευνόησε, ενδεχομένως, κερδοσκοπικές ενέργειες εκ μέρους των υποβαλόντων προσφορά. Τέλος, η Επιτροπή εξήγησε ότι τούτο είχε ενδεχομένως ως συνέπεια την εσφαλμένη αξιολόγηση της αγοράς και, συνακόλουθα, την αγορά υπερβολικά μεγάλων ποσοτήτων βοείου κρέατος σε υψηλότερες, ενδεχομένως, τιμές. Επομένως, προσκόμισε, εν πάση περιπτώσει, πειστικά στοιχεία όσον αφορά τη ζημία που υπέστη ενδεχομένως το ΕΓΤΠΕ.
112 Δεδομένου ότι η ίδια η προσφεύγουσα δεν προέβαλε αντιρρήσεις κατά του χρηματοοικονομικού υπολογισμού της Επιτροπής, δεν απομένει να εξεταστεί παρά μόνον το εάν η διόρθωση κατά 2 % που προέβλεψε η Επιτροπή δικαιολογείται επίσης υπό το πρίσμα των κατευθυντηρίων γραμμών που έχει υιοθετήσει.
113 Οι συντελεστές μειώσεως και τα ποσοστά που αναφέρονται στις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές παρατίθενται ανωτέρω στην παράγραφο 76.
114 Συναφώς, πρέπει εκ νέου να υπομνηστεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή μπορεί να αρνηθεί τη χρηματοδότηση των δαπανών ακόμη και μέχρι ποσοστού 100 %, αν δεν είναι δυνατό να διαπιστωθούν με ακρίβεια οι οικονομικές επιπτώσεις ενός αντίθετου προς το κοινοτικό δίκαιο μέτρου (50).
115 Στην υπό κρίση υπόθεση, το πρόβλημα δεν έγκειται στην ύπαρξη ασήμαντων ελλείψεων του συστήματος ελέγχου, αλλά στο ότι δεν διενεργήθηκαν έλεγχοι προκειμένου να διαπιστωθεί αν μία και μοναδική ποσότητα κρέατος είχε προσφερθεί, μέσω αχυρανθρώπων, περισσότερες από μία φορές. Υπ' αυτές τις συνθήκες, το ανερχόμενο σε 2 % ποσοστό διορθώσεως που προέκρινε η Επιτροπή φαίνεται ανάλογο και ενδεδειγμένο.
116 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε συναφώς η προσφεύγουσα κατά της αποφάσεως της Επιτροπής δεν είναι πειστικά.
Έλεγχοι στον τομέα των πριμοδοτήσεων για το πρόβειο και το αίγειο κρέας
117 Η Ιταλία δεν αμφισβητεί ότι υπήρχαν σοβαρές ελλείψεις στον τομέα των ελέγχων. Δεδομένου όμως ότι από το 1993 ελήφθησαν μέτρα τα οποία κρίθηκαν αποτελεσματικά και από την ίδια την Επιτροπή, η Ιταλία βάλλει κατά του ύψους της μειώσεως. Κατά την άποψή της, η μείωση δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει το 2 %.
118 Αντιθέτως, η Επιτροπή επισημαίνει ότι τα μέτρα αυτά θεσπίστηκαν για πρώτη φορά το 1993, ενώ η εν προκειμένω επίμαχη απόφαση αφορά τις δαπάνες για το 1992. Επιπλέον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η μείωση κατά 10 % είναι δικαιολογημένη ακόμη και υπό το πρίσμα των κατευθυντηρίων γραμμών της Belle Group Report. Κατά την άποψή της, δεν διενεργήθηκε ουσιαστικά κανένας αποτελεσματικός έλεγχος. Γι' αυτόν τον λόγο, η Επιτροπή θα μπορούσε να είχε επιβάλει - όπως είχε πράξει κατά τα προγενέστερα έτη - ακόμη και μεγαλύτερη μείωση. Η Επιτροπή όμως δεν το έπραξε, δεδομένου ότι έλαβε υπόψη τις βελτιώσεις που επέφερε η Ιταλία.
119 Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της Belle Group Report, το ζήτημα των βελτιώσεων που επιφέρουν οι εθνικές αρχές πρέπει να τίθεται μόνον εφόσον δεν είναι απολύτως σαφές σε ποια από τις τρεις κατηγορίες μειώσεων (της τάξεως του 2, 5 ή 10 %) πρέπει να υπαχθεί η εκάστοτε περίπτωση. Η Ιταλία δεν αμφισβητεί ότι πριν από την υλοποίηση των βελτιώσεων που επέφερε δεν διενεργούνταν ουσιαστικά κανένας αποτελεσματικός έλεγχος. Επομένως, οι παραβάσεις ήσαν τόσο σοβαρές ώστε να εγκυμονούν σοβαρό οικονομικό κίνδυνο για το Ταμείο και να είναι δικαιολογημένη μια μείωση ύψους 10 %.
120 Στη Belle Group Report αναφέρεται περαιτέρω ότι οι βελτιώσεις πρέπει να υλοποιούνται αμέσως μόλις γίνονται γνωστές οι ελλείψεις. Είναι αναμφισβήτητο ότι ούτε τούτο συνέβη στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε ήδη κατά τα προγενέστερα έτη επιβάλει μειώσεις, ενώ οι βελτιώσεις δεν υλοποιήθηκαν παρά μόνον το 1993. Εν πάση περιπτώσει, ο οικονομικός κίνδυνος για το 1992 δεν μπορούσε πλέον να περιοριστεί. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η μείωση κατά 10 % μπορεί εν προκειμένω να θεωρηθεί δικαιολογημένη.
121 Από τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας ότι ο αριθμός των πριμοδοτήσεων που καταβλήθηκαν δεν υπερέβαινε τον επιτρεπόμενο θα μπορούσε να συναχθεί ότι η προσφεύγουσα αμφισβητεί την ύπαρξη ζημίας. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα φέρει συναφώς το βάρος αποδείξεως. Ωστόσο, η προσφεύγουσα δεν προέβαλε περαιτέρω επιχειρήματα και, άρα, δεν αντέκρουσε την άποψη ότι οι υφιστάμενες ελλείψεις του συστήματος ελέγχου εξέθεσαν το ΕΓΤΠΕ σε σοβαρό οικονομικό κίνδυνο. Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής, τούτο αρκεί για την επιβολή διορθώσεως.
Δημόσια αποθεματοποίηση των σιτηρών
122 Η Ιταλία δεν αμφισβητεί ούτε όσον αφορά τον τομέα αυτόν τις διαπιστωθείσες από την Επιτροπή ελλείψεις. Ωστόσο, διατείνεται, επικαλούμενη τις βελτιώσεις που επέφερε από το 1994, ότι οι μειώσεις κατά 5 και 10 % (που αντιστοιχούν σε διαφορετικές θέσεις του προϋπολογισμού), οι οποίες επιβλήθηκαν για το 1992, δεν δικαιολογούνται πλέον.
123 Η Επιτροπή υπογραμμίζει και στο πλαίσιο αυτό την αναμφισβήτητη σοβαρότητα των ελλείψεων, οι οποίες δικαιολογούν, σύμφωνα με τη Belle Group Report, τις μειώσεις που αποφάσισε να επιβάλει. Οι υλοποιηθείσες βελτιώσεις εξετάστηκαν στο πλαίσιο μεταγενέστερων εκκαθαρίσεων λογαριασμών. Κατά την άποψη όμως της Ιταλίας, οι υλοποιηθείσες μεταρρυθμίσεις πρέπει ήδη από τώρα να έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση των ποσοστών διορθώσεως.
124 Ενόψει της σοβαρότητας των παραβάσεων, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ούτε στο πλαίσιο αυτό - όπως άλλωστε ούτε και στο πλαίσιο των πριμοδοτήσεων για το πρόβειο και το αίγειο κρέας - ότι η μείωση που επέβαλε η Επιτροπή δεν είναι δικαιολογημένη, πολλώ μάλλον που οι προβαλλόμενες από την Ιταλία βελτιώσεις δεν εισήχθησαν, σύμφωνα με τις δηλώσεις της ιδίας, παρά μόνον το 1994.
Παύση της καλλιέργειας αροσίμων γαιών
125 Η Επιτροπή προσάπτει στην Ιταλία ότι δεν έλεγξε αν οι γαίες των οποίων η καλλιέργεια υποτίθεται ότι έπαυσε προσωρινώς είχαν πράγματι καλλιεργηθεί προγενέστερα ή αν είχαν καλλιεργηθεί στο πλαίσιο της τροποποιημένης τεχνικής αγραναπαύσεως.
126 Η Ιταλία δεν αμφισβητεί το γεγονός αυτό, πλην όμως ισχυρίζεται ότι από τη γεωργική περίοδο 1987/88 εφαρμόζεται στην Ιταλία η τροποποιηθείσα τεχνική αγραναπαύσεως (με φύτευση). Ωστόσο, οι σχετικές διατάξεις δεν είναι σαφείς και, επομένως, η διόρθωση δεν δικαιολογείται.
127 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, ενόψει των παρατηρήσεων του οργάνου συμβιβασμού, αρνήθηκε να αναλάβει μόνον το 5 % των δαπανών, και όχι το 10 %. Επομένως, έλαβε υπόψη συναφώς τους πολύ αυστηρούς ελέγχους στους οποίους προβαίνουν κατά τα λοιπά οι ιταλικές αρχές όσον αφορά την προσωρινή παύση καλλιέργειας των γαιών.
128 Όσον αφορά το ζήτημα αν στις διατάξεις του κανονισμού χρησιμοποιείται - όπως υποστηρίζει η Επιτροπή - μια τεχνική έννοια, η οποία δεν είναι σαφής, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία αναφέρεται συναφώς στην έννοια του όρου «αγρανάπαυση» (51). Εν προκειμένω, όμως, το κρίσιμο ζήτημα είναι υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να θεωρηθεί ότι μια γαία της οποίας η καλλιέργεια πρέπει να παύσει προσωρινώς είχε πράγματι καλλιεργηθεί προγενέστερα.
129 Συναφώς, πρέπει να γίνει παραπομπή στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1272/88 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 1988, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεων που αποσκοπούν στην ενθάρρυνση της προσωρινής παύσης της καλλιέργειας των αρόσιμων γαιών (52). Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, ως αρόσιμες γαίες νοούνται οι απαριθμούμενες στο παράρτημα Ι Δ του κανονισμού (ΕΟΚ) 571/88 (53), εξαιρουμένων των γαιών που υπάγονται στο στοιχείο Δ, σημείο 21. Προβλέπεται επίσης εξαίρεση για τις γαίες που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή προϋόντων που δεν υπόκεινται σε κοινή οργάνωση αγοράς. Το παράρτημα I Δ αναφέρει ως καλλιέργειες, μεταξύ άλλων, τα εξής: σιτηρά, όσπρια, πατάτες, ζαχαρότευτλα, βιομηχανικά φυτά, όπως ο καπνός, ο λυκίσκος, το βαμβάκι, άλλα ελαιούχα ή κλωστικά φυτά, καθώς και κτηνοτροφικά φυτά. Η εξαίρεση που περιλαμβάνεται στον αριθμό 21 περιγράφεται ως «γαίες υπό αγρανάπαυση». Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, οι γαίες στις οποίες έχουν φυτευθεί, στο πλαίσιο της αγραναπαύσεως, πατάτες και όσπρια, θα μπορούσαν, και αυτές, να αποτελέσουν αντικείμενο ενισχύσεως.
130 Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 1α, παράγραφος 3, τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού 1094/88, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν να χρησιμοποιούνται οι αρόσιμες γαίες που έχουν αποσυρθεί από την παραγωγή σαν βοσκότοποι και για την παραγωγή φακής, ρεβυθιών και λαθουριών. Οι γαίες που έχουν καλλιεργηθεί με αυτόν τον τρόπο δεν μπορούν, επομένως, να θεωρηθούν ως πράγματι καλλιεργημένες. Συνεπώς, μολονότι από τις οικείες ρυθμίσεις δεν προκύπτει σαφώς ότι οι επίμαχες γαίες στη Σικελία μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο ενισχύσεως, παρά ταύτα, μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι ρυθμίσεις δεν είναι σαφείς ως προς το ζήτημα αυτό.
131 Ωστόσο, η Ιταλία δεν κατόρθωσε να αντικρούσει την αιτίαση της Επιτροπής ότι στη Σικελία εξακολουθεί να εφαρμόζεται η παραδοσιακή μέθοδος αγραναπαύσεως. Ο απλός ισχυρισμός ότι η μέθοδος αυτή έχει αντικατασταθεί πλήρως δεν αρκεί συναφώς, καθόσον μάλιστα η Επιτροπή στηρίζεται επίσης σε στοιχεία που έχουν συλλεγεί στο πλαίσιο του δικτύου γεωργικής λογιστικής πληροφορήσεως (54). Επομένως, οι έλεγχοι που απαιτούσε η Επιτροπή ήσαν απαραίτητοι. Η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι οι έλεγχοι αυτοί πράγματι διενεργήθηκαν. Σύμφωνα με τις δηλώσεις της Επιτροπής, οι εθνικές αρχές δεν μπόρεσαν να προσκομίσουν στοιχεία σχετικά με τις οδηγίες που έδωσαν όσον αφορά τους ελέγχους που έπρεπε να διενεργηθούν. Συνεπώς, η προβλεφθείσα μείωση είναι δικαιολογημένη.
Δαπάνες αποθεματοποιήσεως της ζάχαρης
132 Κατά την προσφεύγουσα, οι έλεγχοι που διενήργησε ήσαν επαρκείς. Τούτο ισχύει, κατά την άποψή της, επίσης όσον αφορά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο διενεργήθηκαν, σε σχέση με τους ειδικευμένους εμπόρους, έλεγχοι διοικητικής μόνο φύσεως και όχι επιτόπιοι έλεγχοι.
133 Οι έλεγχοι που έπρεπε να διενεργηθούν αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 4 του κανονισμού 1358/77. Στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού προβλέπεται ότι ο υπολογισμός της αποδόσεως βασίζεται στις μηνιαίες καταγραφές των αποθεματοποιημένων ποσοτήτων. Από τούτο συνάγεται ότι οι έλεγχοι σχετικά με τις αποθεματοποιημένες ποσότητες έπρεπε να διεξάγονται κάθε μήνα. Ωστόσο, δεν είναι σαφές αν οι εν λόγω έλεγχοι έπρεπε να πραγματοποιούνται επί τόπου.
134 Το άρθρο 16 του κανονισμού 1998/78 ρυθμίζει την περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνονται διαφορές μεταξύ των πραγματικών και των εγγεγραμμένων αποθεμάτων. Ωστόσο, τέτοιου είδους διαφορές μπορούν να διαπιστωθούν μόνον αν διενεργούνται επιτόπιοι έλεγχοι. Επομένως, από τις διατάξεις σχετικά με την αντιστάθμιση των δαπανών αποθεματοποιήσεως της ζάχαρης προκύπτει ότι δεν αρκούσε η διενέργεια αποκλειστικά και μόνον ελέγχων διοικητικής φύσεως.
135 Δεδομένου ότι είναι αναμφισβήτητο ότι η προσφεύγουσα δεν διενήργησε κατά το εξεταζόμενο από την Επιτροπή χρονικό διάστημα επιτόπιους ελέγχους στους ειδικευμένους εμπόρους, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα παρέβη τις υποχρεώσεις ελέγχου που υπέχει από τους κοινοτικούς κανόνες.
136 Η προσφεύγουσα αντιτάσσει στο επιχείρημα αυτό ότι από τις οικείες διατάξεις δεν απέρρεε ρητά τέτοια υποχρέωση. Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Επιπλέον, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να φέρουν υποχρέωση ελέγχου ακόμη και αν αυτή δεν προβλέπεται ρητά σε κανονισμό. Τούτο προκύπτει από την οικονομία της ρυθμίσεως σε συνδυασμό με τη γενική υποχρέωση ελέγχου που απορρέει από το άρθρο 8 του κανονισμού 729/70.
137 Κατά τα λοιπά, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται απλώς ότι οι έλεγχοι που διενήργησε ήσαν επαρκείς. Κατά τη νομολογία όμως του Δικαστηρίου, ο ισχυρισμός αυτός δεν αρκεί.
138 Όσον αφορά τους ισχυρισμούς που προβάλλει η προσφεύγουσα σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ της αντισταθμίσεως των δαπανών αποθεματοποιήσεως και των εισφορών των παραγωγών, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το εν λόγω σύστημα αντισταθμίσεως στηρίζεται στην αρχή της χρηματοοικονομικής ουδετερότητας. Τούτο σημαίνει ότι, για κάθε οικονομικό έτος, η διαφορά μεταξύ του ποσού των εισπραττομένων εισφορών και του ποσού των καταβαλλομένων αντισταθμιστικών πληρωμών πρέπει να είναι ίση με μηδέν. Η Επιτροπή παραπέμπει συναφώς στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1358/77. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι η διαφορά που ενδεχομένως υφίσταται μεταφέρεται σε μεταγενέστερη περίοδο εμπορίας ζάχαρης. Κατ' εφαρμογήν της αρχής αυτής, αντισταθμιστικές πληρωμές καταβάλλονται μόνο για τα προϋόντα για τα οποία καταβάλλεται εισφορά. Αντιστρόφως, εισφορές εισπράττονται μόνο για προϋόντα για την αποθεματοποίηση των οποίων καταβάλλονται αντισταθμιστικές πληρωμές. Κατά την Επιτροπή, η εν λόγω συμμετρία των ποσών υφίσταται όμως στο κοινοτικό επίπεδο και όχι στο επίπεδο των επιμέρους επιχειρήσεων ή κρατών μελών. Στην Επιτροπή εναπόκειται να καθορίζει κάθε έτος τα ποσά αυτά για ολόκληρη την Κοινότητα.
139 Κατά την Επιτροπή, δεν είναι εξάλλου αναγκαίο να ταυτίζονται οι επιχειρηματίες που καταβάλλουν τις εισφορές με εκείνους που λαμβάνουν τις αντισταθμιστικές πληρωμές. Τούτο προκύπτει σαφώς από το ότι αντισταθμιστικές πληρωμές καταβάλλονται επίσης στους ειδικευμένους εμπόρους, οι οποίοι, ωστόσο, δεν έχουν υποχρέωση καταβολής εισφορών. Ακόμη και στην περίπτωση των παραγωγών, τα δύο ποσά - των αντισταθμιστικών πληρωμών και των εισφορών - δεν συμπίπτουν αυτομάτως.
140 Η άποψη αυτή πρέπει να γίνει δεκτή. Από τη σχέση μεταξύ των αντισταθμιστικών πληρωμών και των εισφορών δεν μπορεί να συναχθεί ότι οι αντισταθμιστικές πληρωμές πρέπει να καταβάλλονται ακόμη και όταν δεν πληρούνται οι αναγκαίες προς τούτο προϋποθέσεις. Έτσι, π.χ., η απόδοση χορηγείται μόνο για ορισμένα είδη ζάχαρης (55). Εξάλλου, ορισμένοι τρόποι επεξεργασίας μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα να παύσει το παραγόμενο προϋόν να αποτελεί αντικείμενο αποδόσεως (56). Εάν δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, δεν μπορούν πλέον να αντισταθμίζονται οι δαπάνες αποθεματοποιήσεως. Οι ήδη καταβληθείσες εισφορές είναι συναφώς άνευ σημασίας. Πολλώ μάλλον, η αχρεωστήτως γενομένη καταβολή αντισταθμιστικών ποσών προκαλεί ζημία στο Ταμείο.
141 Ούτε η αντίρρηση της προσφεύγουσας ότι δεν αποδείχθηκε ότι το Ταμείο υπέστη ζημία μπορεί εν προκειμένω να γίνει δεκτή. Όπως προαναφέρθηκε, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, σε περίπτωση παραβάσεως διαπραχθείσας από κράτος μέλος, στο εν λόγω κράτος εναπόκειται να αποδείξει ότι οι χρηματοοικονομικές εκτιμήσεις της Επιτροπής είναι εσφαλμένες. Τούτο όμως δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω από την προσφεύγουσα.
142 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα δεν διενήργησε τους αναγκαίους ελέγχους, με αποτέλεσμα να εκτεθεί το ΕΓΤΠΕ σε σοβαρό κίνδυνο. Κατά συνέπεια, η μείωση κατά 10 % είναι δικαιολογημένη.
Δικαστικά έξοδα
143 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα.
Δ - Πρόταση
144 Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1) Η προσφυγή απορρίπτεται.
2) Η Ιταλική Δημοκρατία φέρει τα δικαστικά έξοδα.
(1) - Πρόκειται για το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων.
(2) - Το πρόβλημα αυτό αποτελεί επίσης το αντικείμενο, τουλάχιστον εν μέρει, των υποθέσεων C-209/96 (Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής), C-232/96 (Γαλλία κατά Επιτροπής), C-233/96 (Δανία κατά Επιτροπής) και C-238/96 (Ιρλανδία κατά Επιτροπής).
(3) - Απόφαση 96/311/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Απριλίου 1996, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1992, καθώς και για ορισμένες δαπάνες για το οικονομικό έτος 1993 (ΕΕ L 117, σ. 19).
(4) - Έγγραφο VI/6355/95.
(5) - Βλ. υποσημείωση 4.
(6) - Η σχετική ρύθμιση περιέχεται στο άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 859/89 της Επιτροπής, της 29ης Μαρτίου 1989, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των μέτρων παρεμβάσεως στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 91, σ. 5).
(7) - Άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 859/89.
(8) - Τέταρτη αιτιολογική σκέψη και άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72).
(9) - Όπ.π., υποσημείωση 6.
(10) - Τρίτη αιτιολογική σκέψη και άρθρα 7 επ. του κανονισμού 859/89.
(11) - Δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 571/89 του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 1989, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68, για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1302/73 και για την παράταση του κανονισμού (ΕΟΚ) 4132/88 (ΕΕ L 61, σ. 43).
(12) - Η υπογράμμιση δική μου.
(13) - Η υπογράμμιση δική μου.
(14) - ΕΕ L 225, σ. 4.
(15) - ΕΕ L 289, σ. 1.
(16) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 797/85 του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 1985, για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των γεωργικών διαρθρώσεων (ΕΕ L 93, σ. 1).
(17) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1094/88 του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 1988, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 797/85 και (ΕΟΚ) 1760/87, όσον αφορά την παύση της καλλιέργειας αρόσιμων γαιών καθώς και την εκτατικοποίηση και τη μετατροπή της παραγωγής (ΕΕ L 106, σ. 28).
(18) - Άρθρο 1α, παράγραφος 1.
(19) - Άρθρο 1α, παράγραφος 2, του κανονισμού 1094/88.
(20) - ΕΕ L 177, σ. 4.
(21) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/018, σ. 161.
(22) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/022, σ. 152.
(23) - Κατά το χρονικό διάστημα που εξετάστηκε από την Επιτροπή, η ΑΙΜΑ είχε μόλις αναλάβει τις δραστηριότητες του πρώην Cassa Conguaglio Zucchero.
(24) - Δημοσιευθείσα με τον αριθμό 96/311/ΕΚ (βλ. υποσημείωση 3).
(25) - Όπ.π., υποσημείωση 6.
(26) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93.
(27) - Έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 729/70.
(28) - Αποφάσεις της 10ης Νοεμβρίου 1993, C-48/91, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-5611, σκέψη 11)· της 9ης Οκτωβρίου 1990, C-366/88, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-3571, σκέψη 20), της 12ης Ιουνίου 1990, C-8/88, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-2321, σκέψη 17), και της 6ης Μαου 1982, 146/81, 192/81 και 193/81, BayWa κ.λπ. (Συλλογή 1982, σ. 1503, σκέψη 26).
(29) - Απόφαση της 2ας Ιουνίου 1994, C-2/93, Exportslachterijen van Oordegem (Συλλογή 1994, σ. Ι-2283, σκέψεις 17 και 18).
(30) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 28 απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, σκέψεις 13 και 14, όπου και περαιτέρω παραπομπές.
(31) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 28 απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 18, όπου και περαιτέρω παραπομπές· αποφάσεις της 19ης Φεβρουαρίου 1991, C-281/89, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-347, σκέψη 19), όπου και περαιτέρω παραπομπές· της 24ης Μαρτίου 1988, 347/85, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 1749, σκέψη 16)· της 6ης Οκτωβρίου 1993, C-55/91, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-4813, σκέψη 13), όπου και περαιτέρω παραπομπές.
(32) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 28 απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 23.
(33) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 28 απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψεις 26 επ.
(34) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1208/81 του Συμβουλίου, της 28ης Απριλίου 1981, περί της θεσπίσεως κοινοτικής κλίμακας κατατάξεως σφαγίων των χονδρών βοοειδών (ΕΕ L 123, σ. 3).
(35) - Βλ. επίσης την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 28 απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 42.
(36) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 28 απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 16, και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 31 απόφαση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, σκέψη 14.
(37) - Αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 1996, C-50/94, Ελλάδα κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-3331, σκέψη 26), της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 15/76 και 16/76, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 141, σκέψεις 32 επ.), και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 31 απόφαση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, σκέψη 13.
(38) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 31 απόφαση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, σκέψεις 14 και 15.
(39) - Βλ. υποσημειώσεις 30 και 31.
(40) - Απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1988, 349/85, Δανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 169, σκέψη 16).
(41) - Αποφάσεις της 3ης Δεκεμβρίου 1992, C-283/91, Contarini (Συλλογή 1992, σ. I-6359, σκέψη 14), και της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C-296/93 και C-307/93, Γαλλία και Ιρλανδία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-795, σκέψη 21).
(42) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 2271/90 της Επιτροπής, της 1ης Αυγούστου 1990, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) 859/89 (ΕΕ L 204, σ. 45).
(43) - Η διάκριση αυτή γίνεται επίσης στην αγγλική απόδοση, όπου γίνεται λόγος για «interested parties» και «tenderer».
(44) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1282/90 της Επιτροπής, της 15ης Μαου 1990, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 859/89 (ΕΕ L 126, σ. 31).
(45) - Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 προβλέπει τα εξής:
«Ξρηματοδοτούνται, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, οι παρεμβάσεις που προορίζονται για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών και που επιχειρούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών.»
(46) - Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 11/76, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 93, σκέψεις 8 και 9).
(47) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 28 απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 11.
(48) - Άρθρο 10 του κανονισμού 859/89.
(49) - Τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2456/93.
(50) - Βλ. υποσημείωση 37.
(51) - Στο γερμανικό κείμενο χρησιμοποιείται ο όρος «Brachliegen», στο γαλλικό κείμενο ο όρος «jachθre», ενώ στο ιταλικό κείμενο χρησιμοποιείται ο όρος «maggese».
(52) - ΕΕ L 121, σ. 36.
(53) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 571/88 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1988, για τη διοργάνωση κοινοτικών ερευνών σχετικά με τη διάρθρωση των γεωργικών εκμεταλλεύσεων κατά τη χρονική περίοδο 1988-1997 (ΕΕ L 56, σ. 1).
(54) - Κανονισμός 79/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουνίου 1965, περί δημιουργίας δικτύου γεωργικής λογιστικής πληροφορήσεως επί των εισοδημάτων και της οικονομικής λειτουργίας των γεωργικών εκμεταλλεύσεων στην ΕΟΚ (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 184).
(55) - Άρθρο 3 του κανονισμού 1358/77.
(56) - Άρθρο 9 του κανονισμού 1998/78.
Full & Egal Universal Law Academy