Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως, το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο (στο εξής: Κοινοβούλιο) σας ζητεί να αναιρέσετε την απόφαση του Πρωτοδικείου να δεχθεί την προσφυγή του E. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns με την οποία ζητήθηκε η ακύρωση της αποφάσεως του Κοινοβουλίου, της 10ης Ιανουαρίου 1994, να απορρίψει τη διοικητική ένσταση του E. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns κατά της απορρίψεως της υποψηφιότητάς του για την πλήρωση μιας κενής θέσεως διερμηνέα (η απόφαση του Πρωτοδικείου θα αναφέρεται στο εξής ως: απόφαση, ή ως: εκδοθείσα απόφαση) (1).
2 Το Κοινοβούλιο στηρίζει στην ουσία την αίτησή του αναιρέσεως σε ισχυρισμό περί παραβάσεως του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου - διατάξεως η οποία απαγορεύει την προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της δίκης -, καθόσον το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση του Κοινοβουλίου στηριζόμενο σε ισχυρισμό που δεν προβλήθηκε από τον προσφεύγοντα ούτε κατά το στάδιο της διοικητικής ενστάσεως ούτε κατά το στάδιο της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου.
Τα πραγματικά περιστατικά
3 Από την εκδοθείσα απόφαση προκύπτει ότι ο E. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns, ο οποίος εισήλθε στην υπηρεσία του Κοινοβουλίου στις 6 Ιανουαρίου 1986 ως διερμηνέας ισπανικής γλώσσας, μετατάχθηκε στο Δικαστήριο την 1η Ιανουαρίου 1990.
4 Από τις 4 Ιουλίου 1991 εξέφραζε την επιθυμία του να επανέλθει στη θέση που κατείχε στο Κοινοβούλιο πριν από τη μετάταξή του, απευθύνοντας προς τούτο διάφορες επιστολές στις αρμόδιες υπηρεσίες του Κοινοβουλίου. Παρά την επιμονή του, ο E. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns δεν έλαβε γραπτή απάντηση στην αίτηση αυτή παρά μόλις στις 30 Ιουλίου 1992, με έγγραφο της γενικής διευθύνσεως διοικήσεως του Κοινοβουλίου το οποίο τον πληροφόρησε ότι οι θέσεις διερμηνέων στο κοινοτικό αυτό όργανο καλύπτονται ανάλογα με τους «συνδυασμούς γλωσσών» και ότι το Κοινοβούλιο δεν προτίθεται να προσλάβει προσωπικό με γλωσσικές γνώσεις όπως οι δικές του.
5 Στις 26 Νοεμβρίου 1992, το Κοινοβούλιο δημοσίευσε την προκήρυξη διαγωνισμού PE/161/LA (2), για την πρόσληψη διερμηνέων ισπανικής γλώσσας (στο εξής: προκήρυξη διαγωνισμού). Θεωρώντας ότι η θέση που αφορούσε η προκήρυξη αυτή ήταν πανομοιότυπη με εκείνη που κατείχε πριν από επτά χρόνια, και μάλιστα ότι είχε μεγαλύτερα γλωσσικά προσόντα από εκείνα που απαιτούσε η προκήρυξη, ο E. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns, με έγγραφο της 11ης Ιανουαρίου 1993, υπενθύμισε στον προϋστάμενο του τμήματος προσωπικού του Κοινοβουλίου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 29 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), η διαδικασία μετατάξεως προηγείται της διαδικασίας διαγωνισμού και επανέλαβε ρητώς την αίτησή του επανόδου στο κοινοτικό αυτό όργανο.
6 Στις 15 Μαρτίου 1993, το Κοινοβούλιο δημοσίευσε την ανακοίνωση κενής θέσεως 7281, σχετικά με τη θέση VI/LA/2759 για διερμηνέα ισπανικής γλώσσας, η οποία επρόκειτο να πληρωθεί με μετάθεση, σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του ΚΥΚ (στο εξής: ανακοίνωση κενής θέσεως). Αυθημερόν, το Κοινοβούλιο δημοσίευσε και την ανακοίνωση κενής θέσεως PE/LA/91, σχετικά με την ίδια θέση VI/LA/2759, η οποία επρόκειτο να πληρωθεί με μετάταξη από άλλο κοινοτικό όργανο, σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, του ΚΥΚ (στο εξής: ανακοίνωση υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη).
7 Οι δύο αυτές ανακοινώσεις ήσαν πανομοιότυπες όσον αφορά τη φύση των καθηκόντων καθώς και τα προσόντα και τις γνώσεις που απαιτούνταν από τους υποψηφίους.
8 Μεταξύ των προσόντων και γνώσεων αυτών, περιλαμβάνονταν η «ικανότητα αναλήψεως της ευθύνης ορισμένων καθηκόντων συντονισμού» και η «ιδιαίτερη γνώση των προβλημάτων που ανάγονται στις αρμοδιότητες των Κοινοτήτων», προϋποθέσεις που δεν προβλέπονταν από την προκήρυξη διαγωνισμού, παρ' όλον ότι είχε δημοσιευθεί για την πρόσληψη υπαλλήλων που θα ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα που αφορούσαν οι δύο προαναφερθείσες ανακοινώσεις.
9 Στις 22 Μαρτίου 1993, ο E. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns υπέβαλε υποψηφιότητα για τη θέση που αφορούσε η ανακοίνωση υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε, με έγγραφο του Κοινοβουλίου της 16ης Αυγούστου 1993, για τον λόγο ότι οι πρώην προϋστάμενοι του E. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns δεν μπορούσαν να εκφραστούν υπέρ της μετατάξεώς του, καθότι, αφενός, κατά την περίοδο που υπηρετούσε στο Κοινοβούλιο οι σχέσεις του με τους προϋσταμένους του καθώς και με πολλούς συναδέλφους του ήταν δύσκολες και, αφετέρου, κατά την ίδια περίοδο είχε ανακληθεί συχνά στην τάξη.
10 Με τη διοικητική ένσταση που υπέβαλε βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως της αιτήσεώς του μετατάξεως, ο E. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns, αντικρούοντας την αιτιολογία αυτή ως αβάσιμη, ασυνεπή και αντίθετη με τον ΚΥΚ, υποστήριξε ότι η ανακοίνωση υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη αποτελεί το νομικό πλαίσιο που το Κοινοβούλιο δεσμεύτηκε από μόνο του να τηρήσει και ότι εντός του πλαισίου αυτού η απόρριψη της αιτήσεώς του μετατάξεως θα μπορούσε να αιτιολογηθεί μόνο με την έλλειψη των απαιτούμενων προσόντων.
11 Η πιο πάνω ένσταση απορρίφθηκε και αυτή, στις 10 Ιανουαρίου 1994, με τη διττή αιτιολογία ότι, προκειμένου περί ονομασίας υπαλλήλου, η αρμόδια για του διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, η οποία δεν μπορεί να ελεγχθεί παρά μόνον σε περίπτωση πρόδηλης πλάνης ή καταχρήσεως εξουσίας, και ότι, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Ιουνίου 1969 στην υπόθεση Fux κατά Επιτροπής (3), η ΑΔΑ δεν έχει υποχρέωση να καλύψει μια κενή θέση, πολλώ δε μάλλον όταν, όπως εν προκειμένω, η ύπαρξη μόνον ενός υποψηφίου στερεί την ΑΔΑ οποιασδήποτε δυνατότητας συγκρίσεως και επιλογής.
12 Ακριβώς κατά αυτής της απορριπτικής αποφάσεως ο E. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή ακυρώσεως.
Η απόφαση του Πρωτοδικείου
13 Από την εκδοθείσα απόφαση θα παραθέσω μόνο τα στοιχεία που έχουν σχέση με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως.
14 Προς στήριξη της προσφυγής του ενώπιον του Πρωτοδικείου, ο E. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns προέβαλε παράβαση του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, το οποίο ορίζει:
«Για την πλήρωση των κενών θέσεων σε όργανο, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, αφού εξετάσει:
α) τις δυνατότητες προαγωγής και μεταθέσεως εντός του οργάνου·
β) τις δυνατότητες οργανώσεως εσωτερικών διαγωνισμών στο όργανο·
γ) τις αιτήσεις μετατάξεως υπαλλήλων άλλων οργάνων των τριών Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων,
κινεί τη διαδικασία διαγωνισμών βάσει τίτλων, κατόπιν εξετάσεως ή βάσει τίτλων και εξετάσεων. Η διαδικασία διαγωνισμών καθορίζεται στο παράρτημα ΙΙΙ.
Η διαδικασία αυτή δύναται να κινηθεί επίσης με σκοπό την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα προσλήψεων.»
15 Ο E. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns υποστήριξε ότι το Κοινοβούλιο, δημοσιεύοντας την προκήρυξη διαγωνισμού πριν από την ανακοίνωση υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη, παραβίασε τη σειρά προτεραιότητας που καθορίζει η διάταξη αυτή, η οποία επιβάλλει στην ΑΔΑ να εξετάζει πρώτα τις αιτήσεις μετατάξεως υπαλλήλων άλλων κοινοτικών οργάνων πριν κινήσει τη διαδικασία γενικού διαγωνισμού. Το Κοινοβούλιο ισχυρίστηκε, αντιθέτως, ότι το γεγονός ότι η προκήρυξη διαγωνισμού δημοσιεύθηκε πριν από την ανακοίνωση υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη δεν συνιστά, εν προκειμένω, παράβαση του άρθρου 29 του ΚΥΚ.
16 Το Πρωτοδικείο εκτίμησε κατ' αρχάς, στη σκέψη 42 της αποφάσεως, ότι το γεγονός ότι η προκήρυξη διαγωνισμού δημοσιεύθηκε πριν από την ανακοίνωση υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη «(...) δεν συνιστά αυτομάτως παράβαση του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, καθόσον, όπως ισχυρίζεται το Κοινοβούλιο, οι υποψηφιότητες που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο του διαγωνισμού (...) ελήφθησαν υπόψη μόνο μετά την ολοκλήρωση της εξετάσεως των υποψηφιοτήτων που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της ανακοινώσεως υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη (...)».
17 Ωστόσο, υπενθύμισε, στη σκέψη 43 της αποφάσεως, ότι, εν πάση περιπτώσει, από τη νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου προκύπτει ότι, όταν η ΑΔΑ αποφασίζει, όπως εν προκειμένω, να μεταβεί από ένα στάδιο της διαδικασίας προσλήψεως σε άλλο, το οποίο είναι μεταγενέστερο σύμφωνα με τη σειρά που προβλέπεται από το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, οφείλει να πράττει τούτο εντός του πλαισίου νομιμότητας που από μόνη της δεσμεύτηκε με την ανακοίνωση κενής θέσεως να τηρήσει, «(...) εξασφαλίζοντας ότι οι προϋποθέσεις που θέτει η ανακοίνωση αυτή είναι αντίστοιχες με τις περιλαμβανόμενες στις ανακοινώσεις ή προκηρύξεις που αφορούν τα επόμενα στάδια, και ιδίως, όπως εν προκειμένω, στην προκήρυξη διαγωνισμού (...)» (4).
18 Όμως, εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο τόνισε, στις σκέψεις 44 και 45 της αποφάσεως, ότι από τη σύγκριση της επίμαχης ανακοινώσεως με την επίμαχη προκήρυξη προκύπτει ότι δεν υφίσταται η στενή αντιστοιχία που απαιτεί η νομολογία (5). Συναφώς, απέρριψε τα επιχειρήματα που, με τη γραπτή ερώτηση για την οποία γίνεται λόγος στη σκέψη 39 της αποφάσεως, κάλεσε το Κοινοβούλιο να διατυπώσει για να εξηγήσει γιατί στην ανακοίνωση υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη περιλαμβάνονταν δύο προϋποθέσεις που δεν περιλαμβάνονταν στην προκήρυξη διαγωνισμού.
19 Από την εξέταση των επίμαχων πρόσθετων προϋποθέσεων συνήγαγε, στη σκέψη 46 της αποφάσεως, ότι η ανακοίνωση έτασσε αυστηρότερες προϋποθέσεις συμμετοχής στη διαδικασία προσλήψεως για τη συγκεκριμένη θέση από εκείνες που έθετε η προκήρυξη.
20 Το Πρωτοδικείο εκτίμησε, στη σκέψη 46 της αποφάσεώς του, ότι εξ αυτού απορρέει ότι «(...) η ΑΔΑ δεν μπορούσε πλέον να τηρήσει ούτε το πλαίσιο το οποίο στην αρχή είχε από μόνη της δεσμευθεί να τηρήσει, δημοσιεύοντας, παρά τη σειρά που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, την προκήρυξη διαγωνισμού (...) πριν δημοσιεύσει την ανακοίνωση κενής θέσεως (...) και την ανακοίνωση υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη (...), ούτε το πλαίσιο το οποίο αργότερα δεσμεύτηκε από μόνη της να τηρήσει δημοσιεύντας τις δύο αυτές ανακοινώσεις. Εφόσον οι ανακοινώσεις και η προκήρυξη αφορούσαν την ίδια θέση, η ΑΔΑ κατέστησε αδύνατο να επιτελέσουν την ουσιώδη λειτουργία που πρέπει να έχουν στο πλαίσιο της διαδικασίας προσλήψεως, σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, δηλαδή να πληροφορούν τους ενδιαφερόμενους, κατά τον ακριβέστερο δυνατό τρόπο, για τη φύση των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την πρόσληψη στη σχετική θέση (...)».
21 Υπό τις συνθήκες αυτές, η επιχειρηματολογία του Κοινοβουλίου με την οποία προβαλλόταν ότι, καίτοι η προκήρυξη δημοσιεύθηκε πριν από την ανακοίνωση, το Κοινοβούλιο στην πραγματικότητα τήρησε τη σειρά προτεραιότητας που προβλέπεται από το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, καθόσον εξέτασε τις υποψηφιότητες που υποβλήθηκαν βάσει της προκηρύξεως διαγωνισμού μόνο μετά την ολοκλήρωση της εξετάσεως των υποψηφιοτήτων που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της ανακοινώσεως υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη, απορρίφθηκε από το Πρωτοδικείο, στη σκέψη 48 της αποφάσεως, με την αιτιολογία ότι «(...) οι προϋποθέσεις της προκηρύξεως ήσαν ελαστικότερες των προϋποθέσεων της ανακοινώσεως και, κατά συνέπεια, η υποψηφιότητα του προσφεύγοντος εξετάστηκε βάσει ανακοινώσεως θέτουσας αυστηρότερες προϋποθέσεις από την προκήρυξη».
22 Το Πρωτοδικείο συνήγαγε εξ αυτού, στη σκέψη 49 της αποφάσεως, «(...) ότι η απόρριψη της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος (...) έγινε υπό παράτυπες συνθήκες, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ οι οποίες συνεπάγονται (...) ότι μένουν αμετάβλητες οι προϋποθέσεις που τάσσουν οι ανακοινώσεις και οι προκηρύξεις που αντιστοιχούν στα διάφορα στάδια της διαδικασίας προσλήψεως».
23 Κατά συνέπεια, δέχθηκε την προσφυγή του E. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns, κρίνοντας, στη σκέψη 51 της αποφάσεως, ότι: «Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να ακυρωθεί η απόφαση του Κοινοβουλίου της 10ης Ιανουαρίου 1994 περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως του προσφεύγοντος κατά της απορρίψεως της υποψηφιότητάς του για τη θέση που αφορούσε η ανακοίνωση [υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη], χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν οι άλλοι ισχυρισμοί που προέβαλε ο προσφεύγων ούτε να διαταχθεί η διεξαγωγή των αποδείξεων που πρότεινε αυτός».
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
Επί της δυνατότητας του Πρωτοδικείου να διατυπώσει «ισχυρισμό»
24 Προς στήριξη της αιτήσεώς του αναιρέσεως, το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε κατά παράβαση του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου (στο εξής: άρθρο 48, παράγραφος 2), το οποίο ορίζει:
«Κατά τη διάρκεια της δίκης απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία» (6).
25 Το αναιρεσείον όργανο ισχυρίζεται ότι, ακυρώνοντας την απόφαση του Κοινοβουλίου λόγω μη ταυτίσεως του κειμένου της ανακοινώσεως υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη και του κειμένου της προκηρύξεως του διαγωνισμού, ενώ ο ισχυρισμός αυτός ουδέποτε προβλήθηκε από τον E. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns, το Πρωτοδικείο, με το να θέσει ορισμένες ερωτήσεις στο Κοινοβούλιο, διατύπωσε αυτεπαγγέλτως νέο «ισχυρισμό» κατά τη διάρκεια της δίκης.
26 Ο ισχυρισμός αυτός περί παραβάσεως του άρθρου 48, παράγραφος 2, εκ μέρους του Πρωτοδικείου δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
27 Η διάταξη αυτή, η οποία ανήκει στον τίτλο 2, κεφάλαιο 1, του Κανονισμού Διαδιακασίας του Πρωτοδικείου, εντάσσεται στους κανόνες περί της έγγραφης διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου. Η απαγόρευση προβολής νέων ισχυρισμών που εξαγγέλλει δεν μπορεί παρά να ερμηνευθεί ως απευθυνόμενη στους διαδίκους, χωρίς να είναι δυνατό να αφορά το Πρωτοδικείο.
28 Συγκεκριμένα, αρκεί να τονιστεί ότι οι ισχυρισμοί, εξ ορισμού, μπορούν να προβληθούν μόνον από τους διαδίκους. Συνιστούν τη νομική μορφή υπό την οποία προβάλλουν τις αξιώσεις τους ενώπιον των δικαστηρίων. Έτσι, τα νομοθετικά κείμενα σχετικά με τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ή του Πρωτοδικείου, όταν αφορούν τους ισχυρισμούς, αναφέρονται κατ' ανάγκη στην προβολή τους από τους διαδίκους. Ειδικότερα, το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο πρέπει να περιέχει «συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών των οποίων γίνεται επίκληση» (7).
29 Ομοίως, οι νέοι ισχυρισμοί, των οποίων η προβολή κατ' αρχήν απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της δίκης, μπορούν να προβληθούν μόνον από τους διαδίκους, όπως επιβεβαιώνει όχι μόνον το γράμμα αλλά και η ratio της απαγορεύσεως αυτής.
30 Το άρθρο 48 αναφέρεται, στο σύνολό του, στους διαδίκους. Η παράγραφος 1 της διατάξεως αυτής ορίζει ότι μόνον «Οι διάδικοι μπορούν προς υποστήριξη της επιχειρηματολογίας τους να προτείνουν με τα υπομνήματα απαντήσεως και ανταπαντήσεως αποδεικτικά μέσα. Οι διάδικοι αιτιολογούν την καθυστερημένη πρόταση των αποδεικτικών μέσων» (8). Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2, το οποίο είναι ακόμη πιο διαφωτιστικό, ορίζει ότι: «Αν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προβάλει ο διάδικος νέο ισχυρισμό κατά τους όρους του προηγουμένου εδαφίου, ο πρόεδρος μπορεί, μετά την εκπνοή των συνήθων δικονομικών προθεσμιών (...), να χορηγήσει στον αντίδικο προθεσμία για να απαντήσει» (9).
31 Όσον αφορά τον λόγο υπάρξεως της απαγορεύσεως αυτής, το ζητούμενο ήταν ανέκαθεν να επιβληθεί στους διαδίκους να περιοριστούν στο πλαίσιο που χάραξε το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο. Το έγγραφο αυτό καθορίζει το αντικείμενο της διαφοράς και δεν μπορεί να μεταβληθεί κατά τη διάρκεια της δίκης με την προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν καταργηθούν τα δικαιώματα άμυνας. Εξάλλου, όταν το άρθρο 48, παράγραφος 2, επιτρέπει, κατ' εξαίρεση, την προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της δίκης, αφορά νέους πραγματικούς ή νομικούς ισχυρισμούς οι οποίοι έρχονται να στηρίξουν το αίτημα που υποβλήθηκε με το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο. Όπως έχετε κρίνει σχετικά με το άρθρο 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο είναι πανομοιότυπο με το επίμαχο άρθρο, «(...) η διάταξη αυτή επιτρέπει στον προσφεύγοντα να προβάλει, κατ' εξαίρεση, νέους ισχυρισμούς προς υποστήριξη των αιτημάτων που διατυπώνονται στο δικόγραφο της προσφυγής. Δεν προβλέπει καθόλου τη δυνατότητα του προσφεύγοντος να υποβάλει νέα αιτήματα (...)» (10).
32 Το καθήκον του δικαστή να εκδικάσει τη διαφορά που ήχθη ενώπιόν του τον καθιστά κατ' ανάγκη τρίτο σε σχέση με τη διαφορά αυτή.
Είναι φανερό ότι ο χαρακτηρισμός «νέος ισχυρισμός» υπό την έννοια του άρθρου 48, παράγραφος 2, δεν μπορεί να ισχύει για το σκεπτικό της δικαστικής αποφάσεως.
33 Εξ αυτού συνάγω ότι το αναιρεσείον όργανο δεν μπορεί να προβάλει παράβαση, εκ μέρους του Πρωτοδικείου, του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού της ενώπιόν του διαδικασίας, διατεινόμενο ότι το ίδιο το Πρωτοδικείο διατύπωσε κατά τη διάρκεια της δίκης νέο «ισχυρισμό».
34 Ωστόσο, το αντικείμενο της αιτήσεως αναιρέσεως θα ήταν δυνατό να νοηθεί διαφορετικά, παρά τη διατύπωσή του. Προσάπτοντας στο Πρωτοδικείο ότι στηρίχθηκε στη σκέψη ότι η επίμαχη ανακοίνωση και η επίμαχη προκήρυξη δεν αντιστοιχούσαν, ενώ τούτο δεν είχε προβληθεί από τον προσφεύγοντα, το Κοινοβούλιο θα μπορούσε να εννοεί ότι το Πρωτοδικείο οφείλει να περιορίζεται στο στενότατο πλαίσιο που έχουν οριοθετήσει οι διάδικοι (11).
35 Είναι φανερό ότι ο δικαστής οφείλει να αποφαίνεται μόνον κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων. Το υπενθύμισα, στους διαδίκους απόκεται να οριοθετήσουν τη διαφορά τους, ο δε δικαστής δεν μπορεί, κατ' αρχήν, να αποφανθεί πέραν των προβληθεισών αξιώσεων ούτε, φυσικά, να δικάσει αγνοώντας πλήρως τη διαφορά όπως περιγράφεται στο πλαίσιο του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου.
36 Ωστόσο, ο ρόλος του δικαστή δεν είναι παθητικός και δεν μπορεί να του επιβληθεί να είναι απλώς και μόνον «το στόμα των διαδίκων». Η αποστολή του να απονέμει δικαιοσύνη προϋποθέτει να είναι σε θέση να εφαρμόζει επί των πραγματικών περιστατικών που του υποβάλλουν οι διάδικοι τους κανόνες δικαίου που ασκούν επιρροή για τη λύση της διαφοράς. Δεν μπορεί να περιοριστεί στα επιχειρήματα που οι διάδικοι προβάλλουν προς στήριξη των ισχυρισμών τους, καθότι έτσι ενδέχεται να αναγκαστεί να στηρίξει την απόφασή του σε εσφαλμένες νομικές σκέψεις.
37 Αυτός είναι ο λόγος που οι δικονομικοί κανόνες παρέχουν στον δικαστή τη δυνατότητα, παραμένοντας στο πλαίσιο της διαφοράς που ήχθη ενώπιόν του, να αναζητήσει με διάφορους τρόπους την καλύτερη δυνατή λύση.
38 Έτσι, ο δικαστής μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως ζήτημα που δεν τέθηκε από διάδικο.
Παραδείγματος χάριν, δεν χωρεί αμφιβολία ότι το Δικαστήριο (ή το Πρωτοδικείο), ακόμη και όταν δεν υφίσταται αμφισβήτηση, θα πρέπει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το ζήτημα της αρμοδιότητάς του αν η προσφυγή που ασκήθηκε ενώπιόν του εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου (ή του Δικαστηρίου) (12). Επίσης, έχετε κρίνει ότι έργο του Δικαστηρίου είναι να ελέγχει αυτεπαγγέλτως αν πληρούνται οι προϋποθέσεις παραδεκτού της προσφυγής, ακόμη και όταν ο καθού δεν προέβαλε κανένα ισχυρισμό περί απαραδέκτου (13).
39 Ωστόσο, δεν νομίζω ότι ο τρόπος που εν προκειμένω ενήργησε το Πρωτοδικείο πρέπει να νοηθεί, σε αντίθεση με όσα φαίνεται να ισχυρίζεται το Κοινοβούλιο (14), με βάση τη δυνατότητα αυτή να διατυπώσει αυτεπαγγέλτως «ισχυρισμό». Η διαπίστωση της μη ταυτίσεως των προϋποθέσεων της επίμαχης ανακοινώσεως με τις προϋποθέσεις της επίμαχης προκηρύξεως δεν μπορεί να εξομοιωθεί με «ισχυρισμό». Αντίθετα, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πρόκειται περί αναπτύξεως επιχειρήματος προς στήριξη ισχυρισμού τον οποίο προέβαλε ο προσφεύγων: εκείνον περί παραβάσεως του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ (15).
Πράγματι, μόνο στο πλαίσιο της εξετάσεως του ισχυρισμού περί παραβάσεως της διατάξεως αυτής, το Πρωτοδικείο ασχολήθηκε με το αν οι προϋποθέσεις της επίμαχης ανακοινώσεως ταυτίζονται με αυτές της επίμαχης προκηρύξεως.
40 Ομοίως, ο δικαστής δύναται να διατάξει τη διεξαγωγή ορισμένων αποδείξεων (16). Όμως, η παρούσα υπόθεση δεν αφορά τη δυνατότητα αυτή.
41 Τέλος, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Πρωτοδικείο ότι έθεσε ερωτήσεις στους διαδίκους, καθότι επρόκειτο περί ενός εκ των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας τα οποία θέτει στη διάθεσή του το άρθρο 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Τα μέτρα αυτά αποβλέπουν, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, «(...) στην υπό τους καλύτερους όρους προετοιμασία των υποθέσεων, εξέλιξη των διαδικασιών και επίλυση των διαφορών». Ομοίως, σύμφωνα με το άρθρο 29 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, το οποίο έχει εφαρμογή επί του Πρωτοδικείου δυνάμει του άρθρου 46, παράγραφος 1, του ίδιου Οργανισμού (17): «Κατά τη διάρκεια της συζητήσεως το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει (...) τους ίδιους τους διαδίκους (...)».
42 Αντιθέτως, δεν αποκλείεται ότι θα μπορούσε να προσαφθεί στο Πρωτοδικείο ότι, στο πλαίσιο του ισχυρισμού περί παραβάσεως του άρθρου 29 του ΚΥΚ, εξέτασε το ζήτημα της μη ταυτίσεως της επίμαχης ανακοινώσεως με την επίμαχη προκήρυξη χωρίς οι διάδικοι να τοποθετηθούν επί του σημείου αυτού. Με το να λάβει, με τις ερωτήσεις του, την άποψη του Κοινοβουλίου, το Πρωτοδικείο εξασφαλίστηκε σχετικά με την τήρηση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, της οποίας η παραβίαση θα μπορούσε να του προσαφθεί.
43 Συνεπώς, οφείλω να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να προσαφθεί στο Πρωτοδικείο ούτε ότι αποφάνθηκε κατά παράβαση του άρθρου 48, παράγραφος 2, ούτε ότι παρέβη τους εφαρμοστέους δικονομικούς κανόνες στηρίζοντας τη συλλογιστική του στις απαντήσεις που δόθηκαν στις ερωτήσεις που έθεσε στους διαδίκους στο πλαίσιο της εξετάσεως του προβληθέντος λόγου ακυρώσεως.
Επί της ελλείψεως βλαπτικής πράξεως και της ελλείψεως εννόμου συμφέροντος
44 Με την αίτησή του αναιρέσεως (18), το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται επί πλέον ότι, στην περίπτωση που ο ισχυρισμός περί παραβάσεως του άρθρου 48, παράγραφος 2, κηρυχθεί απαράδεκτος, η συλλογιστική του Πρωτοδικείου περί μη ταυτίσεως της ανακοινώσεως με την προκήρυξη θα πρέπει να κριθεί απαράδεκτη λόγω ελλείψεως βλαπτικής πράξεως και εννόμου συμφέροντος. Συγκεκριμένα, φρονεί ότι, εφόσον ο E. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns δεν παρουσιάστηκε στον διαγωνισμό PE/161/LA, το κείμενο της προκηρύξεως του εν λόγω διαγωνισμού δεν μπορεί να θεωρηθεί βλαπτικό γι' αυτόν. Εξάλλου, το γεγονός ότι δεν παρουσιάστηκε στον διαγωνισμό αποδεικνύει και ότι δεν έχει έννομο συμφέρον.
45 Όσον αφορά την έλλειψη βλαπτικής πράξεως, θα πω ευθύς εξ αρχής ότι η πράξη που ο E. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns προσέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου δεν ήταν η προκήρυξη του διαγωνισμού, αλλά η απόφαση απορρίψεως της υποψηφιότητάς του στο πλαίσιο της ανακοινώσεως υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη. Συνεπώς, μόνο σε σχέση με την ανακοίνωση αυτή έπρεπε να κριθεί αν υπάρχει βλαπτική πράξη.
46 Επί πλέον, θα υπενθυμίσω ότι, όπως διαπίστωσε το Πρωτοδικείο, «[εφόσον] η υποψηφιότητα του προσφεύγοντος εξετάστηκε βάσει ανακοινώσεως υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη θέτουσας αυστηρότερες προϋποθέσεις από την προκήρυξη του διαγωνισμού» (19), «(...) η απόρριψη της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος (...) έγινε υπό παράτυπες συνθήκες, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, οι οποίες συνεπάγονται, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία (...), ότι μένουν αμετάβλητες οι προϋποθέσεις που τάσσουν οι ανακοινώσεις και οι προκηρύξεις που αντιστοιχούν στα διάφορα στάδια της διαδικασίας προσλήψεως» (20). Έτσι, δεν μπορεί να υποστηριχθεί λυσιτελώς ότι το κείμενο της προκηρύξεως του διαγωνισμού δεν ήταν βλαπτικό για τον E. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns, όταν ακριβώς λόγω του ότι το κείμενο αυτό δεν αντιστοιχούσε στο κείμενο της ανακοινώσεως υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη θεωρήθηκε ότι η απόρριψη της υποψηφιότητας έγινε υπό παράτυπες συνθήκες.
47 Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ούτε το επιχείρημα του Κοινοβουλίου με το οποίο προβάλλεται ότι ο E. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns δεν έχει έννομο συμφέρον λόγω του ότι δεν παρουσιάστηκε στον διαγωνισμό. Συγκεκριμένα, όπως υπενθυμίζει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 41 της αποφάσεως, «(...) το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ επιβάλλει στην ΑΔΑ να εξετάζει κατά προτεραιότητα τις δυνατότητες προαγωγής και μεταθέσεως εντός του οργάνου πριν προχωρήσει σε ένα από τα επόμενα στάδια, δηλαδή, κατά σειρά, στο να εξετάσει τις δυνατότητες προκηρύξεως εσωτερικού διαγωνισμού, στο να λάβει υπόψη τις αιτήσεις μετατάξεως υπαλλήλων άλλων κοινοτικών οργάνων και, αν παρίσταται ανάγκη, στο να προκηρύξει γενικό διαγωνισμό (...)». Επομένως, το Κοινοβούλιο δεν μπορεί να απαιτήσει από τον υποψήφιο προς μετάταξη να πετύχει σε διαγωνισμό, του οποίου τα αποτελέσματα υποτίθεται ότι θα ληφθούν υπόψη μόνο μετά την ολοκλήρωση της εξετάσεως των υποψηφιοτήτων που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της ανακοινώσεως υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη, και μάλιστα όταν κατά την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων συμμετοχής στον διαγωνισμό αυτόν (στη συγκεκριμένη περίπτωση, στις 25 Ιανουαρίου 1993), η οποία ήταν προγενέστερη της ημερομηνίας δημοσιεύσεως της ανακοινώσεως υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη (στη συγκεκριμένη περίπτωση, στις 15 Μαρτίου 1993), η ύπαρξη της ανακοινώσεως αυτής δεν ήταν ακόμη γνωστή.
Επί των διαφορών μεταξύ της ανακοινώσεως υπάρξεως θέσεως προς πλήρωση με μετάταξη και της προκηρύξεως του διαγωνισμού
48 Τέλος, το Κοινοβούλιο, για την περίπτωση που κρίνετε παρά ταύτα ότι «ο λόγος ακυρώσεως που διατύπωσε το Πρωτοδικείο είναι αποδεκτός» και ότι δεν τίθεται πρόβλημα παραδεκτού λόγω ελλείψεως βλαπτικής πράξεως ή εννόμου συμφέροντος, επαναλαμβάνει (21), παραπέμποντας σε παράρτημα της αιτήσεως αναιρέσεως, τα επιχειρήματα που προέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου, κατά τα οποία οι διαφορές στο κείμενο της ανακοινώσεως και της προκηρύξεως, οι οποίες είναι απλώς διαφορές στη σύνταξη, δεν διαδραμάτισαν κανένα ρόλο κατά την εξέταση της υποψηφιότητας του E. Gutiιrrez de Quijano y Llorιns.
49 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η επιχειρηματολογία που συνίσταται απλώς και μόνον στην κατά γράμμα επανάληψη των ισχυρισμών και επιχειρημάτων που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου δεν μπορεί να γίνει δεκτή, καθόσον, με αυτήν, στην πραγματικότητα επιδιώκεται απλώς και μόνον η επανεξέταση του εγγράφου με το οποίο εισήχθη η δίκη ενώπιον του Πρωτοδικείου, επανεξέταση η οποία, κατά το άρθρο 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, διαφεύγει της αρμοδιότητάς σας (22).
50 Ενόψει των ανωτέρω, εκτιμώ ότι πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
51 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο βάσει του άρθρου 118 του ίδιου Κανονισμού έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Συμπέρασμα
52 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, σας προτείνω:
1) να απορρίψετε την αίτηση αναιρέσεως·
2) να καταδικάσετε το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
(1) - Απόφαση της 22ας Μαου 1996, Τ-140/94, Gutiιrrez de Quijano y Llorιns κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. ΙΙ-689).
(2) - EE C 308 A, σ. 8.
(3) - Υπόθεση 26/68 (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 45).
(4) - Το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε συναφώς στην απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Φεβρουαρίου 1989, 341/85, 251/86, 258/86, 259/86, 262/86, 266/86, 222/87 και 232/87, Van der Stijl και Cullington κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 511, σκέψη 52), κατά την οποία «Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα απογύμνωνε από τα αποτελέσματά τους τις διατάξεις του άρθρου 29 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, οι οποίες επιβάλλουν στα θεσμικά όργανα να ερευνούν τη δυνατότητα εσωτερικής προσλήψεως πριν διοργανώσουν γενικό διαγωνισμό. Αν επιτρεπόταν στα όργαναν αυτά να τροποποιήσουν τις προϋποθέσεις συμμετοχής από ένα στάδιο σε άλλο στάδιο της διαδικασίας, ιδίως απαλύνοντάς τις, τα εν λόγω όργανα θα ήταν στην πραγματικότητα ελεύθερα να διοργανώνουν διαδικασίες εξωτερικής προσλήψεως χωρίς να χρειάζεται να εξετάζονται εσωτερικές υποψηφιότητες.»
(5) - Επί των διαφορών μεταξύ της επίμαχης ανακοινώσεως και της επίμαχης προκηρύξεως, βλ. το σημείο 8 των προτάσεών μου.
(6) - Το κείμενο αυτό είναι πανομοιότυπο με το κείμενο του άρθρου 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
(7) - Άρθρα 19 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου και 44, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
(8) - Η υπογράμμιση δική μου.
(9) - Η υπογράμμιση δική μου.
(10) - Απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1979, 125/78, Gema κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 537, σκέψη 26, η υπογράμμιση δική μου).
(11) - Έτσι θα μπορούσε να κατανοηθεί η εκτιθέμενη στο υπόμνημα απαντήσεως προσέγγιση του Κοινοβουλίου η οποία είναι στην ουσία διαφορετική από εκείνη που εκτίθεται στην αίτηση αναιρέσεως.
(12) - Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 47, παράγραφος 2, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου.
(13) - Βλ., παραδείγματος χάριν, την απόφαση της 23ης Απριλίου 1986, 294/83, Πράσινοι κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1986, σ. 1339, σκέψη 19).
(14) - Ειδικότερα, σημεία 16 έως 18 του υπομνήματος απαντήσεως.
(15) - Βλ., μεταξύ των τελευταίων αποφάσεων, αυτήν της 29ης Μαου 1997, C-153/96 P, De Rijk κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. Ι-2901, σκέψη 19), όπου διακρίνατε προσεκτικά την έννοια του ισχυρισμού από την έννοια του επιχειρήματος, θεωρώντας, παραδείγματος χάριν, ότι η προβολή επιχειρήματος προς στήριξη ισχυρισμού που έχει ήδη εξεταστεί από το Πρωτοδικείο δεν αποτελεί νέο ισχυρισμό.
(16) - Όσον αφορά το Πρωτοδικείο, η δυνατότητα αυτή προβλέπεται στα άρθρα 65 επ. του Κανονισμού της ενώπιόν του διαδικασίας.
(17) - Κατά το οποίο: «Η ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία διέπεται από τον τίτλο ΙΙΙ του παρόντος Οργανισμού, εξαιρέσει του άρθρου 20».
(18) - Σημεία 19 επ. της αιτήσεως αναιρέσεως.
(19) - Σκέψη 48.
(20) - Σκέψη 49.
(21) - Σημείο 28 της αιτήσεως αναιρέσεως.
(22) - Βλ., παραδείγματος χάριν, με το αυτό περιεχόμενο τη διάταξη της 15ης Ιανουαρίου 1998, C-403/95 P, Obst κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. Ι-27, σκέψη 18).
Full & Egal Universal Law Academy