Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Στην υπό κρίση υπόθεση το Corte d'appello di Venezia (Ιταλία) ζητεί από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συναπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (1) (στο εξής: κανονισμός).
Νομικό πλαίσιο της διαφοράς
2 Ο κανονισμός περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τις ακόλουθες διατάξεις:
«1. Όταν οι αρμόδιες αρχές διαπιστώνουν ότι το σύνολο ή μέρος του ποσού των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που οφείλεται νομίμως για εμπόρευμα που [διασαφήθηκε] σε τελωνειακό καθεστώς που συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών δεν κατέστη απαιτητό σε βάρος του φορολογουμένου, προβαίνουν στην είσπραξη των δασμών που δεν καταβλήθησαν.
Εν τούτοις, η διαδικασία αυτή δεν δύναται να αναληφθεί μετά την εκπνοή προθεσμίας τριών ετών, που υπολογίζεται από την ημερομηνία βεβαιώσεως του αρχικού ποσού που δεν κατέστη απαιτητό σε βάρος του φορολογουμένου, ή, εφόσον δεν έλαβε χώρα βεβαίωση χρέους, από την ημερομηνία γενέσεως της σχετικής με το εμπόρευμα τελωνειακής οφειλής.
(...)
Άρθρο 11
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την 1η Ιουλίου 1980.»
Η διαφορά ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου και το προδικαστικό ερώτημα
3 Στο διάστημα μεταξύ Μαου 1978 και Οκτωβρίου 1980, η Conserchimica Srl αγόρασε από ιταλούς εισαγωγείς πετρελαιοειδή που είχαν εισαχθεί στο πλαίσιο ευνοϋκού δασμολογικού καθεστώτος. Η Conserchimica μεταπώλησε τα προϋόντα αυτά σε τρίτους.
4 Στις 28 Απριλίου 1986, η Amministrazione delle Finanze dello Stato, αφού απηύθυνε στην εταιρία διάφορα εκκαθαριστικά σημειώματα στο διάστημα μεταξύ Φεβρουαρίου 1981 και Μαου 1984, εξέδωσε πράξη καταλογισμού φόρου εις βάρος της Conserchimica με την οποία την κάλεσε να καταβάλει τον ΦΠΑ και τους δασμούς, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε την αναγκαία άδεια για να αγοράσει τα εισαχθέντα εμπορεύματα υπό το ευνοϋκό δασμολογικό καθεστώς.
5 Η Conserchimica άσκησε ανακοπή κατά της πράξεως αυτής ενώπιον του Tribunale di Venezia το οποίο αφού υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο (2) αποφάνθηκε υπέρ της Amministrazione delle Finanze dello Stato.
6 Η Conserchimica άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως του Tribunale di Venezia ενώπιον του Corte d'appello di Venezia και υποστήριξε μεταξύ άλλων ότι η πράξη καταλογισμού φόρου δεν είχε εκδοθεί εντός της προθεσμίας των τριών ετών που προβλέπει το άρθρο 2 του κανονισμού περί εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών.
7 Με διάταξη της 9ης Μαου 1996, το Corte d'appello di Venezia αποφάσισε να ζητήσει από το Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 177, πρώτο εδάφιο, στοιχείο ββ, της Συνθήκης επί του ακολούθου ερωτήματος:
«ςΕχει εφαρμογή το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, το οποίο προβλέπει τριετή προθεσμία για την κίνηση της διαδικασίας αναζητήσεως των μη εισπραχθέντων δασμών, και στις περιπτώσεις των οποίων τα πραγματικά περιστατικά ανατρέχουν πριν από την 1η Ιουλίου 1980, δηλαδή την ημερομηνία κατά την οποία άρχισε να ισχύει ο εν λόγω κανονισμός σύμφωνα με το άρθρο 11;»
Νομικά ζητήματα
8 Η Conserchimica υποστηρίζει ότι η προθεσμία των τριών ετών που προβλέπει το άρθρο 2 του κανονισμού αντικατέστησε την πενταετή προθεσμία που προέβλεπε η προϋσχύουσα εθνική νομοθεσία για τις περιπτώσεις που είχαν ήδη ανακύψει πριν από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού.
9 Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο έχει ήδη απαντήσει στο ερώτημα αυτό με τις αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 1981, Salumi κ.λπ. (3), και της 9ης Δεκεμβρίου 1982, Italgrani (4), κρίνοντας ότι ο κανονισμός δεν έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις όπου η εκκαθάριση εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών έγινε πριν από την ημερομηνία της θέσεως του κανονισμού σε ισχύ, δηλαδή πριν από την 1η Ιουλίου 1980.
10 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η υπόθεση Salumi κ.λπ. αφορούσε την εκκαθάριση δασμών που είχε γίνει πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού, ενώ αντιθέτως η υπό κρίση υπόθεση αφορά τελωνειακές οφειλές που δεν είχαν ακόμη εκκαθαριστεί κατά την έναρξη ισχύος του κανονισμού αλλ' είχαν ήδη γεννηθεί. Ωστόσο η συλλογιστική που ακολούθησε το Δικαστήριο στην υπόθεση Salumi κ.λπ. πρέπει να ισχύσει και στην υπό κρίση υπόθεση.
11 Θα παρατηρήσω, όπως επισήμανε και η Επιτροπή, ότι η υπό κρίση υπόθεση, αντίθετα με τις υποθέσεις Salumi κ.λπ. και Italgrani, αφορά δασμούς που εκκαθαρίστηκαν μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού. Οι δασμοί πάντως αφορούν πράξεις προγενέστερες της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού.
12 Στην υπόθεση Salumi κ.λπ. το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«Ενώ οι κανόνες διαδικασίας θεωρούνται γενικώς ως εφαρμοζόμενοι επί όλων των διαφορών που εκκρεμούν κατά το χρονικό σημείο που οι εν λόγω κανόνες τίθενται εν ισχύι, δεν συμβαίνει το ίδιο με τους ουσιαστικούς κανόνες. Αντιθέτως, οι τελευταίοι ερμηνεύονται συνήθως ως μη αφορώντες διαμορφωθείσες προ της ενάρξεως της ισχύος τους καταστάσεις, παρά μόνο εφ' όσον από την διατύπωσή τους, τον επιδιωκόμενο σκοπό ή την οικονομία τους προκύπτει σαφώς ότι πρέπει να τους προσδοθεί ένα τέτοιο αποτέλεσμα [σκέψη 9].
Η ανωτέρω ερμηνεία εξασφαλίζει την τήρηση των αρχών της ασφαλείας του δικαίου και της θεμιτής εμπιστοσύνης, δυνάμει των οποίων η κοινοτική νομοθεσία πρέπει να είναι σαφής και να δύναται να προβλεφθεί από τους πολίτες. Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως τονίσει την σημασία των εν λόγω αρχών, ιδίως με τις αποφάσεις της 25ης Ιανουαρίου 1979 (Racke, 98/78, Racc. σ. 69· Decker, 99/78, Racc. σ. 101), με τις οποίες έκρινε ότι, κατά κανόνα, η αρχή της ασφαλείας των εννόμων καταστάσεων αντιτίθεται στο να καθορίζεται η αφετηρία της χρονικής ισχύος μιας κοινοτικής πράξεως σε προγενέστερη της δημοσιεύσεώς της ημερομηνία και ότι δεν δύναται να συμβαίνει άλλως παρά σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν το απαιτεί ο επιδιωκόμενος σκοπός και δεν θίγεται η θεμιτή εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων [σκέψη 10].
Συναφώς προς τα ανωτέρω, πρέπει πρώτον να διαπιστωθεί ότι το εν λόγω κείμενο αναφέρεται σε γενική ρύθμιση της εκ των υστέρων εισπράξεως των εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών, οι οποίοι προκύπτουν από την εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής ή τις διατάξεις της συνθήκης περί τελωνειακής ενώσεως. Δεδομένου ότι το εν λόγω κείμενο έχει αντικαταστήσει τις σχετικές κανονιστικές εθνικές διατάξεις με κοινοτικές διατάξεις, περιέχει τόσο διαδικαστικούς, όσο και ουσιαστικούς κανόνες, οι οποίοι αποτελούν αδιαίρετο σύνολο, οι ειδικές διατάξεις του οποίου δεν δύνανται να εξετάζονται μεμονωμένως ως προς το διαχρονικό τους αποτέλεσμα [σκέψη 1].
Συνεπώς, δεν δύναται να αναγνωρισθεί στις διατάξεις του κανονισμού αναδρομικό αποτέλεσμα, εκτός αν αρκετά σαφείς ενδείξεις οδηγούν σ' ένα τέτοιο συμπέρασμα. Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι τόσο η διατύπωση, όσο και η γενική οικονομία του κανονισμού πολύ απέχουν από το να υποδηλούν αναδρομική ισχύ, ενώ αντιθέτως οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κανονισμός ορίζει μόνον για το μέλλον [σκέψη 12].
Αυτό προκύπτει, πρώτον, από την ίδια την διατύπωση των διατάξεων του κανονισμού, οι οποίες προβλέπουν είτε την υποχρέωση είτε την απαγόρευση "αναλήψεως ενεργειών" [κινήσεως διαδικασίας] εισπράξεως και οι οποίες, συνεπώς, δεν δύνανται να αφορούν διαδικασίες που έχουν ήδη κινηθεί κατά την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού. Δεύτερον, προκύπτει επίσης από το χρονικό διάστημα που εμεσολάβησε μεταξύ της εκδόσεως του κανονισμού, την 24η Ιουλίου 1979, και της ενάρξεως της ισχύος του, την 1η Ιουλίου 1980, διάστημα που δεικνύει ότι το Συμβούλιο δεν έκρινε ως επείγουσα την θέση σε εφαρμογή της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως [σκέψη 13].
Επί πλέον, αν το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού επεξετείνετο στο σύνολο των διαφορών που εκκρεμούσαν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων κατά την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του, η εφαρμογή είτε του εθνικού δικαίου είτε της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως θα εξηρτάτο από την συμπεριφορά των εθνικών αρχών και, ειδικότερα, από την ταχύτητα κινήσεως και περατώσεως μιας ενδίκου διαδικασίας. Αυτό θα ηδύνατο να καταλήξει σε αδικαιολόγητη διαφορά μεταχειρίσεως πράξεων που διενεργήθησαν υπό παρόμοιες καταστάσεις και θα ήταν ασυμβίβαστο προς τις αρχές της ισότητος και της δικαιοσύνης. Συνεπώς, πρέπει να ληφθεί υπ' όψη η ημερομηνία της αρχικής καταβολής των δασμών, προκειμένου να οριοθετηθεί το πεδίο διαχρονικής εφαρμογής του κανονισμού [σκέψη 14].
Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι ο κανονισμός αφορά μόνον τις πράξεις εισαγωγής ή εξαγωγής, για τις οποίες η καταβολή των δασμών διενεργήθη από 1ης Ιουλίου 1980» [σκέψη 15].
13 Νομίζω ότι η συλλογιστική αυτή ισχύει και στην υπό κρίση υπόθεση, η οποία αφορά την είσπραξη δασμών που έπρεπε να καταβληθούν πριν από την θέση του κανονισμού σε ισχύ, όταν δηλαδή η Conserchimica αγόρασε τα επίδικα προϋόντα. Συναφώς, παραπέμπω στην απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Απριλίου 1993 στις υποθέσεις Lageder κ.λπ. (5):
«Ωστόσο ο εν λόγω κανονισμός δεν ίσχυε κατά τον χρόνο των περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης και, επομένως, δεν έχει εφαρμογή σ' αυτά (βλ. απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1981, 212/80 έως 217/80, Mericionale Industria Salumi κ.λπ., Συλλογή 1981, σ. 2735, σκέψη 15)» (σκέψη 26).
Πρόταση
14 Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα του Corte d'appello di Venezia:
«To άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών, έχει την έννοια ότι δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση της εκ των υστέρων εισπράξεως δασμών που έπρεπε να έχουν καταβληθεί για πράξεις διενεργηθείσες πριν από την 1η Ιουλίου 1980.»
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254.
(2) - Aπόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, 248/88, 254/88, 255/88, 256/88, 257/88, 258/88, 309/88 και 316/88, Chimica del Friuli κ.λπ. (Συλλογή 1989, σ. 2837).
(3) - Υπόθεση 212/80 έως 217/80, Συλλογή 1981, σ. 2735.
(4) - Υπόθεση 82/82, Συλλογή 1982, σ. 4323.
(5) - C-31/91 έως C-44/91, Συλλογή σ. Ι-1761, σκέψη 26.
Full & Egal Universal Law Academy