Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα, το κανονιστικό πλαίσιο και τα πραγματικά περιστατικά
1 Με διάταξη της 24ης Ιουλίου 1996, το Sozialgericht Aachen (στο εξής: Sozialgericht) ζήτησε από το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (στο εξής: Συνθήκη), τα στοιχεία ερμηνείας που είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς μεταξύ της Sema Sόrόl και του Bundesanstalt fόr Arbeit (στο εξής: BfA), που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Προς επίλυση της διαφοράς αυτής είναι αναγκαία η ερμηνεία της αποφάσεως 3/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, περί της εφαρμογής των καθεστώτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στους Τούρκους εργαζομένους και στα μέλη των οικογενειών τους (1) (στο εξής: απόφαση 3/80).
Τα ερωτήματα που υπέβαλε στο Δικαστήριο το αιτούν δικαστήριο είναι τα εξής:
«1) ςΕχει Τούρκος υπήκοος που ζει στη Γερμανία και εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 της αποφάσεως 3/80 της 19 Σεπτεμβρίου 1980 του Συμβουλίου Συνδέσεως που συστάθηκε με τη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας και έχει ειδική μόνον άδεια παραμονής (Aufenthaltsbewilligung), δικαίωμα που απορρέει άμεσα από το άρθρο 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο ηη, της αποφάσεως 3/80, επί γερμανικού επιδόματος τέκνων, υπό την έννοια ότι το δικαίωμα εξαρτάται μόνον από τη συνδρομή των ισχυουσών για τους Γερμανούς προϋποθέσεων όχι όμως από τη συνδρομή των λοιπών για αλλοδαπούς ισχυουσών προϋποθέσεων του άρθρου 1, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του ομοσπονδιακού νόμου περί οικογενειακών επιδομάτων (Bundeskindergeldgesetz), με τις τροποποιήσεις που περιλαμβάνει η δημοσίευση της 31ης Ιανουαρίου 1994 (BGBl. I, σ. 168);
Το ίδιο ερώτημα με γενικότερη διατύπωση:
Απαγορεύεται σε κράτος μέλος να αρνηθεί σε Τούρκο υπήκοο, ο οποίος εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 της αποφάσεως 3/80, τη χορήγηση προβλεπομένης από τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους οικογενειακής παροχής με την αιτιολογία ότι το άτομο αυτό δεν κατέχει άδεια παραμονής (Aufenthaltsberechtigung) ή περιορισμένης ισχύος άδεια παραμονής (Aufenthaltserlaubnis);
2) Τούρκος υπήκοος, ο οποίος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους, στα χρονικά διαστήματα στα οποία κατά τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους έχουν καταβληθεί υπέρ αυτού υποχρεωτικές εισφορές για την εκ του νόμου ασφάλιση γήρατος για περιόδους ενασχολήσεως με την ανατροφή τέκνου, θεωρείται ότι είναι εργαζόμενος κατά την έννοια του άρθρου 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, στοιχείο ββ, της αποφάσεως 3/80;
3) Τούρκος υπήκοος ο οποίος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους και απασχολείται σ' αυτό, παράλληλα με τις σπουδές του, βάσει αντίστοιχης άδειας εργασίας, ως έκτακτος υπάλληλος μέχρι 16 ώρες εβδομαδιαίως στο πλαίσιο σχέσεως εξηρτημένης εργασίας, είναι μόνον εκ του λόγου τούτου εργαζόμενος κατά την έννοια του άρθρου 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, στοιχείο ββ, της αποφάσεως 3/80, ή εν πάση περιπτώσει, λόγω του ότι έχει υπαχθεί στην εκ του νόμου προβλεπομένη ασφάλιση κατά εργατικών ατυχημάτων;»
2 Η απόφαση 3/80 αποβλέπει στον συντονισμό των καθεστώτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι Τούρκοι εργαζόμενοι οι οποίοι απασχολούνται εντός της Κοινότητας, ή έχουν απασχοληθεί στο παρελθόν, καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους και οι επιζώντες, απολαύουν παροχών στους παραδοσιακούς τομείς της κοινωνικής ασφαλίσεως.
Προς τούτο, η απόφαση 3/80 παραπέμπει ουσιαστικά στις ειδικές διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (2) (στο εξής: κανονισμός 1408/71), καθώς και ορισμένες διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 (3) (στο εξής: κανονισμός 574/72).
3 Κατά το παρατεθέν άρθρο 1, στοιχείο ββ, της αποφάσεως 3/80, για τους σκοπούς εφαρμογής της αποφάσεως αυτής, ως «εργαζόμενος» νοείται κάθε άτομο:
«i) το οποίο είναι ασφαλισμένο δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που εφαρμόζεται στους μισθωτούς, υπό την επιφύλαξη των περιορισμών που αναφέρονται στο παράρτημα V, σημείο Α ΒΕΛΓΙΟ, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71·
ii) το οποίο είναι ασφαλισμένο υποχρεωτικά κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους στους οποίους εφαρμόζεται [η παρούσα απόφαση] (4), στο πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που καλύπτει όλους τους κατοίκους ή το σύνολο του ενεργού πληθυσμού:
- όταν οι τρόποι διαχειρίσεως ή χρηματοδοτήσεως του συστήματος αυτού επιτρέπουν τον χαρακτηρισμό του ως μισθωτού, ή
- ελλείψει τέτοιων κριτηρίων, όταν το πρόσωπο είναι ασφαλισμένο δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής συνεχίσεως ασφαλίσεως κατά άλλου κινδύνου καθοριζομένου στο παράρτημα V, στο πλαίσιο συστήματος δημιουργηθέντος προς όφελος των μισθωτών» (5).
4 Το προσωπικό και το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 3/80 ορίζεται, αντιστοίχως, στα άρθρα 2 και 4 αυτής. Βάσει του προαναφερθέντος άρθρου 2, η εν λόγω απόφαση «ισχύει:
- για τους εργαζομένους που υπάγονται ή υπήχθησαν στις διατάξεις ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι Τούρκοι υπήκοοι,
- για τα μέλη των οικογενειών των εργαζομένων αυτών, που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη,
- για τους επιζώντες των εργαζομένων αυτών».
Το προαναφερθέν άρθρο 4, παράγραφος 1, ορίζει ότι η απόφαση 3/80 «ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους ακόλουθους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως:
α) παροχές ασθενείας και μητρότητος·
β) παροχές αναπηρίας, περιλαμβανομένων εκείνων που προορίζονται για τη διατήρηση ή βελτίωση της ικανότητος βιοπορισμού·
γ) παροχές γήρατος·
δ) παροχές επιζώντων·
ε) παροχές εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών·
στ) επιδόματα λόγω θανάτου·
ζ) παροχές ανεργίας·
η) οικογενειακές παροχές».
5 Η διάταξη περί παραπομπής του Sozialgericht υπενθυμίζει επίσης την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που καθιερώνει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80. Η διάταξη αυτή είναι εν δυνάμει πανομοιότυπη με εκείνη του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 και έχει ως εξής:
«Τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη και για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις της παρούσας αποφάσεως, υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του, υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων της παρούσας αποφάσεως.»
6 Τέλος, για τους σκοπούς των υπό ανάπτυξη προτάσεων ενδιαφέρον παρουσιάζει το άρθρο 32 της αποφάσεως 3/80, που περιλαμβάνεται μεταξύ των τελικών διατάξεων· κατά το άρθρο αυτό «η Τουρκία και η Κοινότητα λαμβάνουν, καθεμία καθ' ό,τι την αφορά, τα μέτρα που συνεπάγεται η εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας αποφάσεως». Εξάλλου, η πρόταση κανονισμού (ΕΟΚ) του Συμβουλίου, περί της εφαρμογής στην Ευρωπαϋκή Οικονομική Κοινότητα της αποφάσεως 3/80, που υπέβαλε η Επιτροπή στις 8 Φεβρουαρίου 1983 (στο εξής: πρόταση κανονισμού εφαρμογής) (6) δεν υιοθετήθηκε.
7 Προς συμπλήρωση της περιγραφής του κανονιστικού πλαισίου της υποθέσεως της κύριας δίκης, επιβάλλεται να υπομνηστούν οι ασκούσες επιρροή διατάξεις του γερμανικού δικαίου στον τομέα παραμονής των αλλοδαπών και των οικογενειακών παροχών.
Όπως διευκρινίζει το παραπέμπον δικαστήριο, ο νόμος περί της παραμονής των αλλοδαπών (Auslδndergesetz) προβλέπει τέσσερις διαφορετικούς τίτλους υπό τη γενική έννοια της «άδειας παραμονής» (Aufenthaltsgenehmigung). Οι τίτλοι που έχουν σημασία, για τους σκοπούς των υπό ανάπτυξη προτάσεων, είναι η γενικής ισχύος άδεια παραμονής (Aufenthaltsberechtigung), η περιορισμένης ισχύος άδεια παραμονής (Aufenthaltserlaubnis) και η προσωρινή άδεια παραμονής (Aufenthaltsbewilligung) (7).
8 Η γενικής ισχύος άδεια παραμονής είναι ο τίτλος που παρέχει στον αλλοδαπό την πλέον σταθερή μορφή παραμονής στη Γερμανία. Όχι μόνον παρέχει στον κάτοχό της αυτοτελές και απεριόριστο δικαίωμα παραμονής, αλλά του προσφέρει την ίδια προστασία κατά ενδεχομένων μέτρων απελάσεως με την προστασία που εξασφαλίζεται συνταγματικά στα πρόσωπα τα οποία απολαύουν του δικαιώματος ασύλου.
9 Η περιορισμένης ισχύος άδεια παραμονής χορηγείται και αυτή χωρίς η διοίκηση να τη συνδέει με ειδικούς σκοπούς και για αόριστη διάρκεια, ή τουλάχιστον, που μπορεί να παραταθεί. Ο τίτλος αυτός μπορεί επομένως να παρέχει στον αλλοδαπό τη δυνατότητα παραμονής στο γερμανικό έδαφος για μη συγκυριακή χρονική διάρκεια.
10 Διαφορετική είναι η περίπτωση της προσωρινής άδειας παραμονής, η οποία χορηγείται για συγκεκριμένο σκοπό (για παράδειγμα, για λόγους τουριστικούς ή επαγγελματικής καταρτίσεως), της οποία η διάρκεια περιορίζεται και δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να έχει ως αποτέλεσμα τη μεταγενέστερη έκδοση ενός διαρκούς τίτλου παραμονής. Ξορηγείται επίσης στα μέλη της οικογένειας του αλλοδαπού στα οποία έχει επιτραπεί να διαμένουν μαζί μ' αυτόν προς δημιουργία ή διατήρηση του οικογενειακού πυρήνα. Το δικαίωμα παραμονής αυτών των μελών της οικογένειας εξαρτάται από τη διατήρηση της ισχύος της προσωρινής άδειας παραμονής του κυρίως ενδιαφερομένου, που χορηγήθηκε στον αλλοδαπό στον οποίο έχει επιτραπεί να ζει μαζί με την οικογένειά του.
11 Το άρθρο 1, παράγραφος 3, του Bundeskindergeldgesetz (ομοσπονδιακού νόμου περί οικογενειακών επιδομάτων), όπως ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1994, ορίζει ότι μόνον οι αλλοδαποί οι οποίοι έχουν γενικής ισχύος άδεια παραμονής ή περιορισμένης ισχύος άδεια παραμονής δικαιούνται οικογενειακών επιδομάτων. Όπως αναφέρει η διάταξη περί παραπομπής, με τη θέσπιση της διατάξεως αυτής ο Γερμανός νομοθέτης θέλησε να περιορίσει τους δικαιούχους μόνο στους αλλοδαπούς των οποίων η παραμονή στη Γερμανία έχει μόνιμο και διαρκή χαρακτήρα.
12 Εξάλλου, το γερμανικό δίκαιο περιλαμβάνει έναν ειδικό αυτοματισμό στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως όσον αφορά την ανατροφή των τέκνων που γίνεται στη Γερμανία (η προϋπόθεση αυτή θεωρείται ότι συντρέχει όταν ο γονέας που έχει τη σχετική ευθύνη έχει τη συνήθη κατοικία του στη Γερμανία). Ειδικότερα, για τα τέκνα τα οποία έχουν γεννηθεί μετά την 31η Δεκεμβρίου 1991, η μητέρα (ή ο πατέρας αν έχει δηλωθεί ως έχων την ευθύνη της ανατροφής του τέκνου) θεωρείται ότι έχει καταβάλει τις εισφορές (οι οποίες, στην πραγματικότητα, βαρύνουν την υποχρεωτική ασφάλιση αναπηρίας και γήρατος) για περίοδο 36 μηνών (8).
13 Τέλος, επιβάλλεται να γίνει σύντομη υπόμνηση των περιστατικών της κύριας δίκης, όπως περιγράφονται από το Sozialgericht. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης είναι Τουρκίδα υπήκοος, κάτοικος Γερμανίας από το 1991, όπου αντάμωσε τον σύζυγό της ο οποίος είχε μεταναστανεύσει εκεί το 1987 για λόγους σπουδών. Το 1992, το ζεύγος Sόrόl έχει προσωρινή άδεια παραμονής.
Η άδεια παραμονής του συζύγου της προσφεύγουσας φέρει τον περιοριστικό όρο: «Ισχύει μόνον για σπουδές/πρακτική άσκηση. Επιτρέπεται η άσκηση εξαρτημένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων μόνον κατά τη διάρκεια των διακοπών και η απασχληση για την οποία δεν απαιτείται η άδεια εργασίας (...), παράλληλα με τις σπουδές. Επιτρέπεται η άσκηση δραστηριότητας εκτάκτου υπαλλήλου (...) στην εταιρία Schoeller (...) μέχρι 16 ώρες εβδομαδιαίως». Στο πλαίσιο της μόλις προηγουμένως αναφερθείσας σχέσεως απασχολήσεως, ο κ. Sόrόl, κάτοχος της άδειας εργασίας που απαιτείται για τον έκτακτο υπάλληλο, είναι ασφαλισμένος κατά εργατικών ατυχημάτων στο Papiermacher-Βerufsgenossenschaft, το επικουρικό ταμείο των εργαζομένων στη βιομηχανία χάρτου (9) με εισφορές που βαρύνουν εξ ολοκλήρου τον εργοδότη του. Αντιθέτως, ο κ. Sόrόl δεν υποχρεούται στην καταβολη εισφορών για την υποχρεωτική ασφάλιση ασθενείας και αναπηρίας. Επειδή οι αποδοχές του δεν υπερβαίνουν το ελάχιστο όριο επιβιώσεως (όπως αυτό ορίζεται από τον νόμο περί του φόρου εισοδήματος), ο κ. Sόrόl - όπως παρατηρεί το Sozialgericht - λαμβάνει από την οικογένεια καταγωγής του μέρος των οικονομικών μέσων που είναι αναγκαία προς αντιμετώπιση των εξόδων συντηρήσεως της δικής του οικογένειας.
Η προσωρινή άδεια παραμονής της προσφεύγουσας φέρει τον περιοριστικό όρο: «δεν επιτρέπεται η ανάληψη εργασίας και η άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας· διαμονή στο πλαίσιο της διαμονής του συζύγου».
Από την ημέρα γεννήσεως του τέκνου της, τον Σεπτέμβριο του 1992, η προσφεύγουσα ελάμβανε τις παροχές που προβλέπουν τα άρθρα 10 και 11a του ομοσπονδιακού νόμου περί των οικογενειακών επιδομάτων, δηλαδή μηνιαίο οικογενειακό επίδομα 70 γερμανικών μάρκων (DM) και, από 1ης Ιανουαρίου 1993, συμπληρωματικό ποσό καταβαλλόμενο στα άτομα που έχουν μικρό εισόδημα. Τον Δεκέμβριο του 1993, το BfA αποφάσισε την κατάργηση από 1ης Ιανουαρίου 1994 του προαναφερθέντος επιδόματος επειδή, από την ημέρα αυτή, η S. Sόrόl αφού δεν είχε τίτλο ή άδεια παραμονής, δεν πληρούσε πλέον τις προϋποθέσεις του νόμου (βλ., πιο πάνω, σημείο 11) (10). Με μεταγενέστερη απόφαση της 14ης Μαου 1994, το BfA αρνήθηκε επίσης να καταβάλει το πρόσθετο επίδομα, δηλώνοντας ότι αυτό δεν οφειλόταν αφού δεν υπήρχε δικαίωμα επιδόματος.
Στις 14 Ιουνίου 1994, το BfA απέρριψε ως αβάσιμες τις διοικητικές ενστάσεις που υπέβαλε η S. Sόrόl κατά των δύο προηγουμένων αποφάσεων του BfA. Η υπόθεση της κύριας δίκης οφείλεται ακριβώς στο ότι η S. Sόrόl άσκησε προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ζητώντας την ακύρωση της από 14 Ιουνίου 1994 αποφάσεως.
14 Στη διάταξη περί παραπομπής, το Sozialgericht παρατηρεί ότι η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 42 του ομοσπονδιακού νόμου περί οικογενειακών επιδομάτων για να επιτύχει την ίδια μεταχείριση όπως οι Γερμανοί υπήκοοι, δηλαδή να μην έχει εφαρμογή στην περίπτωσή της το άρθρο 1, παράγραφος 3, του νόμου αυτού (βλ., πιο πάνω, σημείο 11). Συγκεκριμένα, το εν λόγω άρθρο 42, το οποίο φαίνεται ότι, στον τομέα αυτόν, μεταφέρει στο εθνικό δίκαιο την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων του άρθρου 6 της Συνθήκης ΕΚ, προστατεύει αποκλειστικά τους πολίτες των άλλων κρατών μελών των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, τους πρόσφυγες και τους απάτριδες. Η S. Sόrόl δεν ανήκει σε καμία από τις κατηγορίες αυτές.
Πάντως, αν το Δικαστήριο ερμηνεύσει τις ασκούσες επιρροή διατάξεις της αποφάσεως 3/80 υπό την έννοια ότι άτομο ευρισκόμενο στην κατάσταση της προσφεύγουσας εμπίπτει στο προσωπικό και καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως αυτής και δικαιούται της ίδιας μεταχειρίσεως με τους Γερμανούς πολίτες, θα πρέπει να κριθεί νόμιμο το αίτημα της S. Sόrόl να λάβει τις αιτούμενες οικογενειακές παροχές υπό τις ίδιες προϋποθέσεις προς εκείνες των Γερμανών πολιτών και, κατά συνέπεια, ως εάν το δικαίωμά της δεν εξαρτάται από τις προϋποθέσεις του άρθρου 1, παράγραφος 3, του ομοσπονδιακού νόμου περί των οικογενειακών παροχών.
Τα επιχειρήματα των διαδίκων της κύριας δίκης, καθώς και οι παρατηρήσεις που υπέβαλαν τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και η Επιτροπή
15 Κατά την προσφεύγουσα της κύριας δίκης, η επίδικη κατάσταση εμπίπτει στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 3/80, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο ηη, που παρατέθηκε προηγουμένως (βλ. σημείο 4). Η S. Sόrόl φαίνεται να θεωρεί ότι η απόφαση 3/80 έχει επίσης εφαρμογή ratione personae στην περίπτωσή της, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα ώστε να μην υποβάλει παρατηρήσεις σχετικά με το σημείο αυτό.
16 Όσον αφορά την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που διακηρύσσει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι η διάταξη αυτή συγκεντρώνει τις αναγκαίες προϋποθέσεις ώστε να αναπτύσσει άμεσο αποτέλεσμα. Αν ληφθεί υπόψη το γράμμα, ο σκοπός και η φύση τόσο του άρθρου 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 όσο και της συμφωνίας προς την οποία συνδέεται, η S. Sόrόl θεωρεί ότι το εν λόγω άρθρο 3, παράγραφος 1, συνεπάγεται σαφείς και ανεπιφύλακτες υποχρεώσεις των οποίων η εκπλήρωση ή τα αποτελέσματα δεν εξαρτώνται από τη θέσπιση οποιασδήποτε μεταγενέστερης πράξεως.
Ειδικότερα, η διάταξη αυτή συνεπάγεται, για κάθε κράτος μέλος, τη γενική απαγόρευση εφαρμογής στους Τούρκους πολίτες μεταχειρίσεως λιγότερο ευνοϋκής από εκείνην που επιφυλάσσουν στους πολίτες των άλλων κρατών μελών: απαγόρευση εν όψει της οποίας τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να διασφαλίσουν στους πολίτες πρόσφορη δικαστική προστασία. Επομένως, η S. Sόrόl θεωρεί παράνομο το ότι, εκτός της κατοικίας, ο ομοσπονδιακός νόμος περί οικογενειακών παροχών περιλαμβάνει έμμεση αναφορά στην ιθαγένεια (με τον αποκλεισμό ορισμένων κατηγοριών τίτλων διαμονής), ως κριτήριο χορηγήσεως του δικαιώματος οικογενειακών παροχών.
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης θεωρεί επίσης ότι δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι, με την απόφαση Taflan-Met (11) το Δικαστήριο απέκλεισε το ότι τα άρθρα 12 και 13 της αποφάσεως 3/80 αναπτύσσουν άμεσο αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα, κατά την S. Sόrόl, το Δικαστήριο αναγνώρισε παρεμπιπτόντως ότι η απόφαση 3/80 περιλαμβάνει τουλάχιστον ορισμένες σαφείς και ανεπιφύλακτες διατάξεις.
17 Επικουρικώς, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης μνημονεύει τη διάταξη του άρθρου 9 της συμφωνίας ΕΟΚ-Τουρκίας, κατά το οποίο «τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι, στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας (...), κάθε διάκριση που βασίζεται στην ιθαγένεια απαγορεύεται, σύμφωνα με την αρχή η οποία εκτίθεται στο άρθρο [6 (προηγουμένως 7)] της Συνθήκης». Βάσει της κατ' αναλογίαν εφαρμογής των αρχών που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Pabts & Richarz - αφορώσα άλλη συμφωνία συνδέσεως συναφθείσα με την ΕΟΚ (η συναφθείσα με την Ελλάδα στις 9 Ιουλίου 1961) (12) η S. Sόrόl ισχυρίζεται ότι το άρθρο 9 της συμφωνίας ΕΟΚ-Τουρκίας επιτελεί, στο πλαίσιο της συμφωνίας στην οποία εντάσσεται, πανομοιότυπη λειτουργία προς εκείνη της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων του άρθρου 6 της Συνθήκης, θεσπίζοντας σαφή και ανεπιφύλακτη υποχρέωση, της οποίας η εκπλήρωση ή τα αποτελέσματα δεν εξαρτώνται από την έκδοση άλλης μεταγενέστερης πράξεως.
Κατά την προσφεύγουσα της κύριας δίκης, επομένως, το δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως με τους εργαζομένους που έχουν την ιθαγένεια του κράτους μέλους υποδοχής, δικαίωμα το οποίο έχουν οι απασχολούμενοι εντός της Κοινότητας Τούρκοι εργαζόμενοι και τα μέλη της οικογένειάς τους, απορρέει ήδη ευθέως από το εν λόγω άρθρο 9 της συμφωνίας, ανεξάρτητα από τα άμεσα αποτελέσματα του άρθρου 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80.
18 Τέλος, η S. Sόrόl μνημονεύει την πρόσφατη απόφαση Gaygusuz του Ευρωπαϋκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (13). Κατά την απόφαση αυτή, υπάρχει παραβίαση της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων στον τομέα της ειρηνικής απολαύσεως των οικονομικών δικαιωμάτων, που διασφαλίζει το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϋκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (στο εξής: σύμβαση) όταν ένα κράτος αρνείται τη χορήγηση ενός τέτοιου δικαιώματος (όπως το δικαίωμα προκαταβολής επί της εντάξεως υπό μορφή επείγουσας ενισχύσεως που προβλέπει - ως παροχή η οποία εν μέρει μόνο στηρίζεται στις εισφορές - η αυστριακή νομοθεσία περί ασφαλίσεως κατά της ανεργίας) (για τον μόνο λόγο ότι ο αιτών δεν είναι πολίτης του κράτους αυτού.
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης προβάλλει, με ανάλογους όρους, το δικαίωμά της να μην υποστεί δυσμενή διάκριση λόγω της ιθαγενείας της όσον αφορά την απόλαυση της οικογενειακής παροχής και του πρόσθετου επιδόματος που προβλέπει ο ομοσπονδιακός νόμος περί οικογενειακών παροχών. Το δικαίωμα αυτό, όπως εκείνο του συμπατριώτη της Gaygusuz στην προπαρατεθείσα απόφαση - είναι θεμελιώδες δικαίωμα το οποίο, ως τέτοιο, περιλαμβάνεται στις γενικές αρχές του δικαίου την τήρηση των οποίων οφείλει να διασφαλίζει το Δικαστήριο.
19 Παρόμοια προς εκείνην της προσφεύγουσας της κύριας δίκης είναι και η άποψη της Επιτροπής. Η απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Τaflan-Met πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι στερούνται αμέσου αποτελέσματος μόνον οι επίδικες στην εν λόγω διαφορά διατάξεις της αποφάσεως 3/80, οι οποίες όντως επέβαλλαν τη λήψη εκτελεστικών μέτρων και δεν είναι τυχαίο το ότι η πρόταση κανονισμού εφαρμογής τις είχε ακριβώς προβλέψει (στο κεφάλαιο 3). Κατά την Επιτροπή, αντιθέτως, το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να επεκταθεί συνολικά σε όλες τις διατάξεις της αποφάσεως 3/80.
20 Όσον αφορά την απάντηση στα δύο άλλα προδικαστικά ερωτήματα, η Επιτροπή, κληθείσα συναφώς από το Δικαστήριο, υπέβαλε, κατά την προφορική διαδικασία, τις παρατηρήσεις της ως προς την ενδεχόμενη επίπτωση των αποφάσεων Stφber και Piosa Pereira (14) και Merino Garcia (15), που αμφότερες εκδόθηκαν μετά την κατάθεση των γραπτών παρατηρήσεων στην παρούσα υπόθεση.
Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι, με τις αποφάσεις αυτές, το Δικαστήριο διακήρυξε την αρχή ότι απαιτείται η ιδιότητα του εργαζομένου για τον εξεταζόμενο συγκεκριμένο κλάδο κοινωνικής ασφαλίσεως, αναλόγως της περιπτώσεως. Κατά συνέπεια, η S. Sόrόl δεν εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 3/80, είτε ως εργαζομένη - για τη μεταγενέστερη των τριών ετών περίοδο ανατροφής του τέκνου της - είτε ως μέλος της οικογένειας εργαζομένου. Πάντως, όπως το Δικαστήριο, με τις αποφάσεις Stφber και Piosa Pereira και Merino Garcia, δέχθηκε ότι υπήρχε έμμεση διάκριση εις βάρος των ενδιαφερομένων εργαζομένων και έκρινε ότι οι συναφείς εσωτερικές διατάξεις ήσαν ασυμβίβαστες προς τα άρθρα 48 και 52 της Συνθήκης, η Επιτροπή θεωρεί ότι πρέπει, στην προκειμένη περίπτωση, να γίνει δεκτό ότι υπήρξε παραβίαση, εις βάρος της S. Sόrόl, της απαγορεύσεως κάθε δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγενείας που καθιερώνει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 (ή, επικουρικώς, το άρθρο 9 της συμφωνίας ΕΟΚ-Τουρκίας) (16).
21 Το BfA, καθού της κύριας δίκης, δεν κατέθεσε παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου· όμως, παρατηρήσεις κατέθεσε η Γερμανική Κυβέρνηση. Μολονότι αναγνωρίζει ότι η απόφαση Taflan-Met δεν αφορά αφεαυτής το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80, η Γερμανική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι, στις σκέψεις 33 και 37 της αποφάσεως αυτής (17), το Δικαστήριο διαπίστωσε, με κρίσεις γενικού περιεχομένου, ότι η απόφαση 3/80 προϋποθέτει, εκ φύσεως, μεταγενέστερη πράξη του Συμβουλίου προς συμπλήρωσή της και θέση της σε εφαρμογή εντός της Κοινότητας και ότι, ακόμη και αν ορισμένες από τις διατάξεις της είναι σαφείς και ακριβείς, δεν μπορεί να εφαρμοστεί εφόσον δεν έχουν θεσπιστεί συμπληρωματικά μέτρα εφαρμογής. Εφόσον το Συμβούλιο δεν έχει εγκρίνει την πρόταση κανονισμού εφαρμογής (βλ. πιο πάνω, σημείο 6), οι διατάξεις της αποφάσεως 3/80 - περιλαμβανομένου και του άρθρου 3, παράγραφος 1 - στερούνται επομένως αμέσου αποτελέσματος. Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε στο Δικαστήριο το Sozialgericht πρέπει, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, να δοθεί αρνητική απάντηση.
22 Την άποψη αυτή συμμερίζονται οι Κυβερνήσεις Αυστρίας, Γαλλίας, Ολλανδίας και Ηνωμένου Βασιλείου.
Οι αρχές των Κάτω Ξωρών υπενθυμίζουν την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία το διατακτικό μιας πράξεως (περιλαμβανομένου και του διατακτικού μιας αποφάσεως ερμηνείας εκδοθείσας βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης) είναι αδιάσπαστα συνδεδεμένο με την αντίστοιχη αιτιολογία και δεν μπορεί να ερμηνεύεται ανεξάρτητα απ' αυτήν. Θεωρούν ότι επιβάλλεται η εφαρμογή της αρχής αυτής προκειμένου να προσδιοριστεί ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να συνεκτιμηθεί η απόφαση Taflan-Met για την απάντηση που πρέπει να δοθεί εν προκειμένω στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα.
23 Η Γαλλική και η Βρετανική Κυβέρνηση παρατηρούν εξάλλου ότι, αντίθετα προς τις συμφωνίες συνεργασίας που η ΕΟΚ συνήψε με το Μαρόκο και την Αλγερία, η συμφωνία ΕΟΚ-Τουρκίας και το πρόσθετο πρωτόκολλο δεν περιλαμβάνουν, στον τομέα κοινωνικής ασφαλίσεως, καμία γενική αρχή περί ίσης μεταχειρίσεως η οποία να έχει εφαρμογή στους Τούρκους εργαζομένους και στα μέλη της οικογένειάς τους, αφού τα συμβαλλόμενα μέρη αποφάσισαν απλώς ότι εμπνέονται από τα άρθρα 48, 49 και 50 της Συνθήκης για τη σταδιακή πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων μεταξύ τους. Αντιθέτως, τα συμβαλλόμενα μέρη δεν επικαλέστηκαν το άρθρο 51 το οποίο αποτελεί τη νομική βάση του κανονισμού του 1408/71 και, γενικά, τα μέτρα συντονισμού, αναγκαία για την εγκαθίδρυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, τα οποία το Συμβούλιο θεσπίζει στον τομέα κοινωνικής ασφαλίσεως. Επομένως, ο σχετικός τομέας κείται εκτός του πεδίου εφαρμογής της συμφωνίας ΕΟΚ-Τουρκίας. Η Γαλλική και η Βρετανική Κυβέρνηση προβάλλουν ότι, επιπροσθέτως, η διατύπωση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως που περιλαμβάνεται στις συμφωνίες ΕΟΚ-Μαρόκου και ΕΟΚ-Αλγερίας (βλ., παρακάτω, υποσημειώσεις 42 και 43) διαφέρει αισθητά από εκείνην του άρθρου 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80.
Εξάλλου, κατά τις γαλλικές αρχές, η επιφύλαξη που περιλαμβάνεται στο τέλος του άρθρου 3, παράγραφος 1, η οποία εξαιρεί τις ειδικές διατάξεις της αποφάσεως 3/80, επιτρέπει να αποκλειστεί το ότι η διάταξη αυτή - ακόμη και αν θεωρηθεί ως σαφής και ακριβής - είναι ανεπιφύλακτη, κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου.
24 Η Ολλανδική Κυβέρνηση διατύπωσε επίσης άποψη επί των συνεπειών που η προσφεύγουσα της κύριας δίκης θέλει να συναγάγει, σχετικά με τα εν προκειμένω προδικαστικά ερωτήματα, από την απόφαση Gaygusuz του Ευρωπαϋκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ., πιο πάνω, σημείο 18). Αντίθετα προς ό,τι ισχυρίστηκε η S. Sόrόl, οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 14 της Συμβάσεως και του άρθρου 1 του πρώτου πρωτοκόλλου έχουν εφαρμογή στην απόλαυση των δικαιωμάτων που αφορούν παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως μόνον όταν αυτές βασίζονται σε εισφορές. Στην προκειμένη περίπτωση, επομένως, το Sozialgericht θα κληθεί να προσδιορίσει αν η παροχή και το πρόσθετο επίδομα που διεκδικεί η προσφεύγουσα της κύριας δίκης βασίζονται ή όχι σε εισφορές και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν η άρνηση του BfA να χορηγήσει τις παροχές αυτές, υπό τις εν προκειμένω περιστάσεις, συνεπάγεται αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση.
25 Η Γερμανική Κυβέρνηση υπέβαλε επίσης παρατηρήσεις, επικουρικώς, σχετικά με το δεύτερο και τρίτο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου και υποστήριξε ότι - έστω και αν γίνει δεκτό το άμεσο αποτέλεσμα της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως που διακηρύσσει η απόφαση 3/80 - η S. Sόrόl δεν εμπίπτει, εν πάση περιπτώσει, στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του μέτρου αυτού.
Θεωρεί, πρωτίστως, ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «εργαζόμενος» υπαγόμενος στη νομοθεσία κράτους μέλους, κατά την έννοια και για τους σκοπούς του άρθρου 2, πρώτη περίπτωση. Μολονότι αναγνωρίζει ότι η έννοια του «εργαζομένου» που ορίζει το άρθρο 1, στοιχείο ββ, της αποφάσεως 3/80 προκύπτει ουσιαστικά από την εφαρμογή κριτηρίων που αντλούνται από το δίκαιο κοινωνικής ασφαλίσεως μάλλον παρά από το καθαυτό εργατικό δίκαιο, η Γερμανική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι οι ορισμοί που περιέχονται στα σημεία Ι και ΙΙ δεν πρέπει να ερμηνεύονται ως εναλλακτικοί αλλά ως ειδικότερα εφαρμοστέοι σε κινδύνους και σε συστήματα καλώς καθορισμένα και αυτοτελή. Υποστηρίζει ότι έτσι έκρινε πρόσφατα το Δικαστήριο - σχετικά με ανάλογη διάταξη του άρθρου 1, στοιχείο αα, του κανονισμού 1408/71 (18) - με τις αποφάσεις Stφber και Piosa Pereira και Merino Garcia.
26 Στον τομέα των οικογενειακών παροχών, η γερμανική νομοθεσία θέσπισε ένα «σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως που έχει εφαρμογή σε όλους τους κατοίκους», ανεξάρτητα από την επαγγελματική τους κατάσταση (και υπό την επιφύλαξη παρεκκλίσεων που απορρέουν από την κανονιστική ρύθμιση περί της παραμονής των αλλοδαπών). Με άλλα λόγια, το δικαίωμα για τις παροχές αυτές δεν εξαρτάται από την ύπαρξη υποχρεωτικής ή προαιρετικής υπαγωγής σε κοινωνική ασφάλιση. Ωστόσο, για τη λήψη οικογενειακών παροχών βάσει της γερμανικής νομοθεσίας, η Γερμανική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι, σύμφωνα πάντα με την απόφαση 3/80, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως εργαζόμενοι παρά μόνον οι Τούρκοι πολίτες οι οποίοι καλύπτονται «δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής συνεχίσεως ασφαλίσεως κατά άλλου κινδύνου καθοριζομένου στο παράρτημα, στο πλαίσιο συστήματος δημιουργηθέντος προς όφελος των μισθωτών» (βλ. άρθρο 1, στοιχείο ββ, σημείο ii, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως 3/80).
Είναι ακριβές ότι, για την εφαρμογή της προαναφερθείσας διατάξεως, το παράρτημα της αποφάσεως 3/80 - μολονότι διευκρινίζει, στο μέρος ΙΙ, τους «[άλλους κινδύνους]» έναντι των οποίων ο «εργαζόμενος» πρέπει να είναι ασφαλισμένος στο πλαίσιο ενός συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που έχει εφαρμογή σε όλους τους κατοίκους, αντιστοίχως στη δανική, ιρλανδική και βρετανική έννομη τάξη, δεν προβλέπει ειδικές λεπτομέρειες εφαρμογής της γερμανικής νομοθεσίας. Ωστόσο - κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση - το κενό αυτό πρέπει να πληρωθεί ερμηνευτικώς, κατ' εφαρμογή του άρθρου 25, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80, κατά την οποία «τα παραρτήματα Ι, ΙΙΙ και IV του κανονισμού 1408/71 ισχύουν για την εφαρμογή της παρούσας αποφάσεως». Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η διάταξη του παραρτήματος Ι, σημείο i, Γ (19), του κανονισμού 1408/71 έχει εν προκειμένω εφαρμογή.
27 Όμως, η S. Sόrόl θεωρείται ως υποχρεωτικά ασφαλισμένη μόνο βάσει του εκ του νόμου συστήματος ασφαλίσεως αναπηρίας και γήρατος, λόγω του ότι λαμβάνεται υπόψη η περίοδος (από 1ης Οκτωβρίου 1992 έως 30 Σεπτεμβρίου 1995) που αφιέρωσε για την ανατροφή του τέκνου της, κατά την οποία θεωρείται κατά νόμον ότι πληρούσε την υποχρέωση εισφοράς. Δεδομένου ότι δεν είναι «ασφαλισμένη υποχρεωτικά κατά του κινδύνου ανεργίας» και η εν λόγω ασφάλιση δεν της επιτρέπει να λαμβάνει «παροχές εις χρήμα λόγω ασθενείας ή ανάλογες παροχές», η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν πληροί, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, τις προϋποθέσεις που θέτει το παράρτημα Ι, σημείο i, Γ, του κανονισμού 1408/71, που μνημονεύει εμμέσως το άρθρο 1, στοιχείο ββ, σημείο ii, της αποφάσεως 3/80. Επομένως, η εν λόγω απόφαση δεν έχει εφαρμογή σε άτομο ευρισκόμενο στην κατάσταση της S. Sόrόl.
Η Γερμανική Κυβέρνηση δέχεται ότι θα ήταν ασφαλώς δυνατό να επιτευχθεί το αντίθετο αποτέλεσμα με ερμηνεία αποβλέπουσα στο να επιτρέψει την εναλλακτική εφαρμογή του σημείου i του άρθρου 1, στοιχείο ββ, της αποφάσεως 3/80, υποστηρίζει όμως ότι παρόμοια προσέγγιση πρέπει να απορριφθεί διότι, αντίθετα προς τη σαφή πρόθεση του Συμβουλίου Συνδέσεως, θα καθιστούσε περιττή τη διάταξη του σημείου ii, δεύτερη περίπτωση, του άρθρου 1, στοιχείο ββ.
28 Τέλος, οι γερμανικές αρχές ισχυρίζονται ότι η S. Sόrόl δεν εμπίπτει ούτε στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 3/80 βάσει του άρθρου 2, δεύτερη περίπτωση, δηλαδή ως μέλος της οικογένειας Τούρκου εργαζομένου υπαγομένου στη νομοθεσία κράτους μέλους, που κατοικεί στο έδαφος του κράτους αυτού. Ακόμη και αν ο κ. Sόrόl ασκούσε μισθωτή δραστηριότητα κατά τον χρόνο των επίδικων περιστατικών, εκτός των πανεπιστημιακών του σπουδών, η δραστηριότητα αυτή, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, δεν συνεπαγόταν καμία υποχρέωση ασφαλιστικής εισφοράς για τους κινδύνους ανεργίας, ασθενείας και γήρατος. Ο σύζυγος της προσφεύγουσας της κύριας δίκης ήταν ασφαλισμένος μόνον έναντι των εργατικών ατυχημάτων, με εισφορές οι οποίες βάρυναν εξ ολοκλήρου τον εργοδότη του.
Η Γερμανική Κυβέρνηση καταλήγει στο ότι, εφόσον οι ορισμοί των σημείων i και ii του άρθρου 1, στοιχείο ββ, της αποφάσεως 3/80 αφορούν ειδικούς και αυτοτελείς κινδύνους και συστήματα, ο κ. Sόrόl δεν εμπίπτει στην έννοια του εργαζομένου παρά μόνον για την εφαρμογή των διατάξεων της αποφάσεως 3/80, οι οποίες αφορούν τις παροχές λόγω εργατικού ατυχήματος, όχι όμως την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν τους άλλους κλάδους του γερμανικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που έχει εφαρμογή στους μισθωτούς εργαζομένους, ειδικότερα τον κλάδο οικογενειακών παροχών.
29 Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Sozialgericht υπό την έννοια που επιθυμεί η προσφεύγουσα της κύριας δίκης και η Επιτροπή, αναθεωρώντας τη θέση που έλαβε προηγουμένως με την απόφαση Taflan-Met, η Γαλλική, η Βρετανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζουν, επικουρικώς, ότι η εκδοθησόμενη στην προκειμένη περίπτωση απόφαση ερμηνείας θα πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις ώστε το Δικαστήριο να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματά της, επιφυλάσσοντας τη δυνατότητα επικλήσεως των κοινοτικών διατάξεων που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως, προς στήριξη αιτημάτων τα οποία αφορούν τις επίδικες οικογενειακές παροχές, μόνο στα πρόσωπα τα οποία, πριν από την ανάγνωση των υπό ανάπτυξη προτάσεων ή τη δημοσίευση της αποφάσεως του Δικαστηρίου, είχαν ασκήσει προσφυγή ενώπιον εθνικού δικαστηρίου ή προβάλει άλλα ισότιμα μέσα προστασίας κατά των αρμοδίων αρχών του οικείου κράτους μέλους.
Νομική ανάλυση
i) Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου
30 Πρωτίστως υπενθυμίζω, παρεμπιπτόντως, ότι το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διευκρινίσει ότι οι διατάξεις που θεσπίζει το Συμβούλιο το οποίο δημιουργήθηκε με συμφωνία συνδέσεως συναφθείσα μεταξύ της Κοινότητας και τρίτης χώρας, κατ' εφαρμογήν της συμφωνίας αυτής, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της κοινοτικής έννομης τάξης, όπως και η ίδια η συμφωνία, αυτό δε από της ενάρξεως ισχύος της. Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφαίνεται δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης επί της συμφωνίας, ως πράξεως εκδοθείσας από ένα όργανο της Κοινότητας, εκτείνεται επομένως στην ερμηνεία τέτοιων διατάξεων, πράγμα που συμβάλλει στη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου εντός όλων των κρατών μελών (20). Με αυτό το δεδομένο, είναι βέβαιο ότι εναπόκειται στο Δικαστήριο να ερμηνεύει προδικαστικά τις διατάξεις της αποφάσεως 3/80.
ii) Απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα
31 Αιτούμενο από το Δικαστήριο τα αναφερθέντα στοιχεία ερμηνείας του άρθρου 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80, το Sozialgericht έθεσε το Δικαστήριο ενώπιον του ζητήματος του επακριβούς καθορισμού των όρων της αποφάσεως Taflan-Met, η οποία έχει επανειλημμένως παρατεθεί. Είναι ακόμη απαραίτητο, κατά τη γνώμη μου, το πρόβλημα αυτό να αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως: μολονότι το αρμόδιο δικαστήριο δεν διατύπωσε ρητώς τα ερωτήματά του υπό την έννοια αυτή, τούτο οφείλεται αποκλειστικά στο ότι η υπόθεση Taflan-Met εκδόθηκε μετά τη διάταξη περί παραπομπής (21).
32 Στην υπόθεση Taflan-Met, το Δικαστήριο κλήθηκε να ερμηνεύσει τα άρθρα 12 και 13 της αποφάσεως 3/80, που αφορούν αντιστοίχως τις παροχές αναπηρίας, καθώς και τις συντάξεις γήρατος και τις παροχές λόγω θανάτου (22).
Απαντώντας στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι - ελλείψει ρητών διατάξεων επί του σημείου αυτού - η απόφαση 3/80 άρχισε να ισχύει την ημέρα εκδόσεώς της, δηλαδή στις 19 Σεπτεμβρίου 1980, και έκτοτε δεσμεύει τα συμβαλλόμενα κράτη (23). Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αποφάσεις του Συμβουλίου Συνδέσεως υλοποιούν τους στόχους που έχουν τεθεί με τη συμφωνία ΕΟΚ-Τουρκίας, συνδέονται επομένως άμεσα προς αυτήν και έχουν ως αποτέλεσμα, δυνάμει του άρθρου 22, παράγραφος 1, της διεθνούς αυτής συμφωνίας, να δεσμεύουν τα συμβαλλόμενα μέρη (24). Κατά συνέπεια - προσθέτει το Δικαστήριο - «(τα συμβαλλόμενα μέρη αποδέχονται ότι δεσμεύονται από τις αποφάσεις αυτές και) η εκ μέρους τους μη τήρηση της δεσμεύσεως συνιστά παράβαση της ίδιας της συμφωνίας (25)». Με τη σκέψη 20 της αποφάσεως διευκρινίζεται ότι «το δεσμευτικό αποτέλεσμα των αποφάσεων του Συμβουλίου Συνδέσεως δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν πράγματι θεσπίσει μέτρα εκτελέσεως» και, ειδικότερα, από τη θέσπιση, εκ μέρους του Συμβουλίου της Ευρωπαϋκής Ενώσεως - σύμφωνα με ό,τι ορίζει το άρθρο 2, παράγραφος 1, της συμφωνίας περί των μέτρων που πρέπει να ληφθούν και περί των διαδικασιών για την εφαρμογή της συμφωνίας ΕΟΚ-Τουρκίας (26) -, των πράξεων που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των μέτρων (αποφάσεων και συστάσεων) που υιοθετούνται από το Συμβούλιο Συνδέσεως στους τομείς οι οποίοι, βάσει της Συνθήκης, εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Κοινότητας.
33 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα που είχε υποβάλει στο Δικαστήριο, στην υπόθεση Taflan-Met κ.λπ., το εθνικό δικαστήριο είχε ζητήσει: «(...) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, είναι τα άρθρα 12 και 13 της αποφάσεως 3/80 αρκούντως σαφή και ακριβή ώστε να εφαρμόζονται απευθείας χωρίς να χρειάζονται μέτρα εκτελέσεως, κατά την έννοια του άρθρου 32 της αποφάσεως 3/80;».
Φαίνεται ότι το Δικαστήριο ερμήνευσε το ερώτημα αυτό ευρέως, θεωρώντας ότι τούτο απέβλεπε στο να διαπιστωθεί αν οι διατάξεις της αποφάσεως 3/80, γενικά, «ειδικότερα δε τα άρθρα 12 και 13 αυτής» (27), έχουν άμεσο αποτέλεσμα. Συναφώς, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι από τη σύγκριση μεταξύ της αποφάσεως 3/80 αφενός, και των κανονισμών 1408/71 και 574/72, αφετέρου, προκύπτει ότι η απόφαση «δεν περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό ακριβών και λεπτομερών διατάξεων οι οποίες, ωστόσο, θεωρήθηκαν απαραίτητες για τη θέση σε εφαρμογή του κανονισμού 1408/71 εντός της Κοινότητας» (28). Έτσι, υπενθύμισε, για παράδειγμα, ότι για τη συγκεκριμένη εφαρμογή των κανόνων που περιλαμβάνει ο κανονισμός 1408/71 σχετικά με τον συνυπολογισμό όλων των περιόδων που λαμβάνουν υπόψη η διάφορες νομοθεσίες των κρατών μελών, στις οποίες είχε υπαχθεί ο εργαζόμενος, απαιτήθηκε η θέσπιση του άρθρου 15 του κανονισμού 574/72. Ομοίως - συνέχισε το Δικαστήριο - για να μπορεί να εφαρμοστεί η αρχή του συνυπολογισμού στο πλαίσιο της αποφάσεως 3/80, πρέπει να ληφθούν προηγουμένως συμπληρωματικά μέτρα (29).
Αφού διαπίστωσε «ότι η απόφαση 3/80 προϋποθέτει, εκ φύσεως, μεταγενέστερη πράξη του Συμβουλίου προς συμπλήρωσή της και θέση της σε εφαρμογή εντός της Κοινότητας», όμως η πρόταση κανονισμού δεν έχει ακόμη εγκριθεί, το Δικαστήριο κατέληξε στο ότι «ακόμη και αν ορισμένες από τις διατάξεις της είναι σαφείς και ακριβείς, η απόφαση 3/80 δεν μπορεί να εφαρμοστεί καθόσον το Συμβούλιο δεν θεσπίζει συμπληρωματικά μέτρα εφαρμογής» (30).
34 Πάντως, προέχει να παρατηρηθεί ότι, με το διατακτικό της αποφάσεως, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «καθόσον το Συμβούλιο δεν θεσπίζει τα απαραίτητα συμπληρωματικά μέτρα για τη θέση σε εφαρμογή της αποφάσεως 3/80, τα άρθρα 12 και 13 της αποφάσεως αυτής δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα στο έδαφος των κρατών μελών και, συνεπώς, δεν μπορούν να συνεπάγονται το δικαίωμα των ιδιωτών να τα επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων» (η υπογράμμιση δική μου).
35 Εν όψει των προαναφερθέντων, αναγνωρίζω ότι το επιχείρημα που επικαλούνται εν προκειμένω οι εκπρόσωποι των πέντε εθνικών κυβερνήσεων που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο (βλ. πιο πάνω παραγράφους 21 και 22) δεν είναι καθόλου αβάσιμο: το σκεπτικό της αποφάσεως Taflan-Met, τουλάχιστον αν ερμηνευθεί κατά τρόπο καθαρά γραμματικό, επιτρέπει τον ισχυρισμό ότι καμία από τις διατάξεις της αποφάσεως 3/80 - και επομένως ούτε το άρθρο 3, παράγραφος 1 - έχει άμεσο αποτέλεσμα στις έννομες τάξεις των κρατών μελών. Στην προκειμένη περίπτωση, επομένως, το πρώτο προδικαστικό ερώτημα συνεπάγεται αρνητική απάντηση.
36 Πάντως, υπάρχουν, κατά τη γνώμη μου, σοβαροί λόγοι αμφισβητήσεως της ορθότητας μιας τέτοιας αναγνώσεως της αποφάσεως αυτής (31). Πρέπει να γίνει εντελώς σαφές ότι πρόθεσή μου δεν είναι να αντιτάξω ότι η κρίση (έμμεση) ως προς την απουσία μέσω αποτελέσματος του άρθρου 3, παράγραφος 1, βρίσκεται εκτός του ratio decidendi της αποφάσεως Taflan-Met κ.λπ. και αποτελεί απλώς obiter dictum που στερείται πρακτικού ενδιαφέροντος (32).
Πράγματι, συμφωνώ ότι «έχει δευτερεύουσα σημασία το να αναζητείται, στις αποφάσεις, εκεί όπου παύουν οι αποφασιστικές σκέψεις και εκεί όπου ενδεχομένως γίνεται παρεμπιπτόντως μνεία». Εν πάση περιπτώσει, όλες οι γνώμες που εκφράζονται στο κείμενο της αποφάσεως αποτελούν την έκφραση της βουλήσεως του Δικαστηρίου (33). Η αρχή αυτή απορρέει άλλωστε, από το ότι ο κανόνας του δικαστικού προηγουμένου δεν έχει καθιερωθεί στο κοινοτικό δικαστικό σύστημα. Ασφαλώς, το Δικαστήριο δεν παραλείπει να μεριμνά για την ύπαρξη συνέχειας στη νομολογία του και να ενεργεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι αποφάσεις του να εμφανίζουν μια λογική συνοχή και να μην είναι αντιφατικές. Ωστόσο, δεν δεσμεύεται, τυπικά, από τις προηγούμενες αποφάσεις του (34) και μπορεί έτσι - περιλαμβανομένου και αυτού που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση - να επιλύσει κατά τρόπο διαφορετικό προδικαστικό ζήτημα το οποίο είχε ήδη επιλυθεί, αν ένα τέτοιο αποτέλεσμα δικαιολογείται από τα νέα στοιχεία εκτιμήσεως που του είχαν υποβληθεί σε μεταγενέστερη υπόθεση (35).
37 Καθόσον με αφορά, επομένως, τείνω να μην υπερεκτιμώ τη σημασία του ζητήματος αν με την απόφαση Taflan-Met κ.λπ. το Δικαστήριο όντως απέκλεισε ή όχι το άμεσο αποτέλεσμα της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως που καθιερώνει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80. Αν υποτεθεί ότι οι κυβερνήσεις που παρενέβησαν στην παρούσα υπόθεση έδωσαν ακριβή εικόνα της γνώμης που εξέφρασε παρεμπιπτόντως το Δικαστήριο με την απόφαση αυτή, η θέση που υιοθέτησε το Δικαστήριο μπορούσε σήμερα να αναθεωρηθεί, εφόσον το κριτήριο που γίνεται δεκτό στηρίζεται σε πρόσφορη και λογική αιτιολογία και σύμφωνη με τα δικαστικά προηγούμενα στον τομέα αυτόν.
38 Τα επιχειρήματα υπέρ του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 υπερτερούν, κατά τη γνώμη μου, εκείνων που συνηγορούν υπέρ της αντίθετης απόψεως (36). Με κάθε ειλικρίνεια, δεν μπορώ να μην παρατηρήσω την αντιστοιχία μεταξύ της θέσεως του Δικαστηρίου (υπό την επιφύλαξη της ορθότητας της γραμματικής ερμηνείας που μνημονεύθηκε προηγουμένως) και εκείνης που είχα υιοθετήσει με τις προτάσεις μου τις οποίες ακριβώς είχα αναπτύξει στην υπόθεση Taflan-Met κ.λπ. Αφού υπογράμμισα, αφενός, τον ατελή χαρακτήρα του κανονιστικού περιεχομένου της αποφάσεως 3/80 και, αφετέρου, τη βούληση του εκδότη της πράξεως - εκφρασθείσα στο τελικό μέρος του άρθρου 32 (βλ., πιο πάνω, σημεία 6 και 33) - οι διατάξεις της πράξεως αυτής να τεθούν σε εφαρμογή με μεταγενέστερα μέτρα, είχα υποστηρίξει ότι η εφαρμογή της αποφάσεως 3/80 εντός της Κοινότητας επέβαλλε την προηγούμενη θέσπιση επακριβώς και λεπτομερών μέτρων εφαρμογής και συμπληρώσεως. «Πράγματι, νομίζω ότι δεν μπορεί να νοηθεί λειτουργία καθεστώτος κοινωνικής ασφαλίσεως - είχα παρατηρήσει - χωρίς συγκεκριμένο πλαίσιο διατάξεων εφαρμογής (...) [με] ένα ολόκληρο σύνολο κανόνων για τη ρύθμιση του περίπλοκου τομέα που εξετάζεται εν προκειμένω» (37).
39 Πάντως, στις προτάσεις αυτές, είχα επιμείνει (πέραν του περιεχομένου της αποφάσεως 3/80 και των σημαντικών οικονομικών επιπτώσεών της) επί της ανάγκης να προβλεφθούν τα κατάλληλα μέτρα εφαρμογής της αποφάσεως αυτής, προβάλλοντας ένα επιχείρημα εντελώς διαφορετικό από αυτό που επικαλούνται στην παρούσα υπόθεση τα πέντε κράτη μέλη τα οποία υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, είχα υποστηρίξει την ιδέα ότι - λαμβάνοντας υπόψη τη σιωπή των συμβαλλομένων μερών όσον αφορά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της πράξεως και δεδομένου ότι δεν προέκυπτε από αλλού καμία σαφής πρόθεση για να θεωρηθεί ότι άρχιζε να ισχύει από τη μέρα θεσπίσεώς της - η απόφαση 3/80 δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι τέθηκε σε ισχύ ούτε, επομένως, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της έννομης κοινοτικής τάξεως.
Το πρόβλημα της ενάρξεως ισχύος της αποφάσεως 3/80 εξακολουθεί πάντως να διακρίνεται - δεν χρειάζεται καν να διευκρινιστεί - από εκείνο της δυνατότητας επικλήσεώς της σε δικαιοδοτικό πλαίσιο. Άλλωστε, στην υπόθεση Taflan-Met κ.λπ., είχα παρατηρήσει: «Εν προκειμένω, η ανάγκη θεσπίσεως εκτελεστικών μέτρων αποτελεί προϋπόθεση όχι για την εφαρμογή ενός κανόνος ο οποίος ήδη ισχύει, αλλά ακριβώς για τη θέση ενός κανόνος σε ισχύ. Κατά συνέπεια, η περίπτωση αυτή διαφέρει από τις περιπτώσεις που έχουν ήδη εξεταστεί από το Δικαστήριο, στις οποίες κρίθηκε ότι δεν υπήρχε λόγος εκδόσεως διατάξεων θέσεως σε εφαρμογή ορισμένων αποφάσεων του Συμβουλίου Συνδέσεως, οι οποίες είναι αρκούντως σαφείς και ακριβείς ώστε να έχουν άμεση εφαρμογή. Συγκεκριμένα, στις προπαρατεθείσες περιπτώσεις, επρόκειτο περί αποφάσεων που είχαν ήδη τεθεί σε ισχύ. Είναι σαφές ότι, εάν ο κανόνας ισχύει ήδη και δεν απαιτεί μεταγενέστερες διευκρινίσεις, μπορεί να παράγει αμέσως τα αποτελέσματά του.» (38)
40 Βάσει ακριβώς των σκέψεων αυτών πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να απορριφθεί η καθαρά γραμματική ανάγνωση της αποφάσεως Taflan-Met κ.λπ., που προτείνουν η Γερμανική Κυβέρνηση και τα άλλα κράτη μέλη (βλ., πιο πάνω, παράγραφος 35) κατά την οποία ούτε το άρθρο 3, παράγραφος 1, ούτε καμία άλλη διάταξη της αποφάσεως 3/80 έχει άμεσο αποτέλεσμα, μολονότι η απόφαση αυτή άρχισε να ισχύει την ημέρα της εκδόσεώς της. Ερμηνευόμενη κατ' αυτόν τον τρόπο, η απόφαση του Δικαστηρίου συνεπάγεται μεταβολή της παγίας νομολογίας του κατά την οποία, προκειμένου να αποφευχθεί ο άσκοπος πολλαπλασιασμός του κοινοτικού νομοθετικού εξοπλισμού και η διεύρυνση του πεδίου πραγματικής δικαστικής προστασίας των πολιτών, δεν επιβάλλεται να γίνει τυπική μεταφορά των αποφάσεων του Συμβουλίου Συνδέσεως, όταν «η εσωτερική από άποψη κοινοτικού δικαίου συνέπεια είναι απόρροια της ίδιας της πράξεως ή επέρχεται κατ' άλλο τρόπο» και το περιεχόμενο της πράξεως επιτρέπει, επομένως, στο εθνικό δικαστήριο να εφαρμόσει αμέσως την πράξη αυτή (39). Αν το Δικαστήριο ήθελε πραγματικά να αποκλίνει απ' αυτόν τον προσανατολισμό, τον οποίο είχε σαφώς επιβεβαιώσει με προηγούμενες αποφάσεις του, νομίζω ότι θα ανέφερε τούτο ρητά. Αντιθέτως, με την απόφαση Taflan-Met κ.λπ., το Δικαστήριο διατήρησε την προγενέστερη νομολογία του, αφού απέρριψε ρητά το επιχείρημα, το οποίο προέβαλαν οι καθών διάδικοι της κύριας δίκης και οι εθνικές κυβερνήσεις οι οποίες «παρενέβησαν», επιχείρημα κατά το οποίο το δεσμευτικό αποτέλεσμα των αποφάσεων του Συμβουλίου Συνδέσεως εξαρτάται πραγματικά από τη θέσπιση, εκ μέρους των συμβαλλομένων μερών, των αντίστοιχων εκτελεστικών μέτρων (βλ., πιο πάνω, σημείο 32).
41 Προπάντων, για να νοηθεί η απόφαση Taflan-Met κ.λπ. όπως την ερμηνεύουν οι παρεμβαίνουσες στην προκειμένη υπόθεση εθνικές κυβερνήσεις, πρέπει να υποτεθεί ότι η αδυναμία επικλήσεως της αποφάσεως 3/80 ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων προκύπτει από την αναγκαία «αδυναμία διακρίσεως» μεταξύ των διαφόρων διατάξεων που περιέχει. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να υποτεθεί ότι όλες αυτές οι διατάξεις στερούνται, συνολικά, απευθείας εφαρμογής· επιπλέον, θα επρόκειτο για μη δυνατότητα εφαρμογής που βεβαιώνεται υπό μορφή τεκμηρίου, η οποία δεν θα επέτρεπε στον εφαρμόζοντα την απόφαση να εξακριβώνει ποιές είναι οι διατάξεις οι οποίες αναπτύσσουν άμεσο αποτέλεσμα και ποιές όχι. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα ακριβώς θα αντέφασκε προς την προγενέστερη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία επιβάλλεται να εξακριβώνεται, κατά περίπτωση, αν οι συγκεκριμένες διατάξεις, της διεθνούς συμφωνίας ή της αποφάσεως που εξέδωσε το Συμβούλιο Συνδέσεως, οι οποίες ασκούν επιρροή στην εξεταζόμενη περίπτωση, έχουν καθαρά προγραμματικό χαρακτήρα (40) ή συνεπάγονται σαφείς και ακριβείς υποχρεώσεις, οι οποίες δεν εξαρτώνται, για την εκτέλεσή τους ή ως προς τα αποτελέσματά τους, από την έκδοση οποιασδήποτε μεταγενέστερης πράξεως των συμβαλλομένων μερών (41). Στην περίπτωση αυτή, τα δικαιώματα του πολίτη μπορούν να προστατεύονται από το εθνικό δικαστήριο. Η προγενέστερη νομολογία του Δικαστηρίου εμπνέεται σαφώς από την ανάγκη να διασφαλίζεται, κατά το μέτρο του δυνατού, η άμεση προστασία των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη διεθνή συμφωνία και την παράγωγη κανονιστική ρύθμιση, εφόσον η συμφωνία τέθηκε σε ισχύ. Πρόκειται για απαίτηση προστασίας της οποίας το Δικαστήριο κατέστη ο εκφραστής, σύμφωνα με τις αρχές που χαρακτηρίζουν μια Κοινότητα δικαίου. Στην υπό εξέταση περίπτωση - αυτό έκρινε το Δικαστήριο - πρόκειται για απόφαση η οποία τέθηκε ήδη σε ισχύ: Πώς θα ήταν λοιπόν δυνατό να δικαιολογηθεί η αδυναμία άμεσης εφαρμογής, από το εθνικό δικαστήριο, διατάξεων για τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ρητά και πέραν πάσης αμφιβολίας ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις ώστε αυτές να αναπτύσσουν άμεσο αποτέλεσμα; Όπως παρατήρησε η Επιτροπή, η απόφαση Taflan-Met κ.λπ. δεν περιέχει τίποτε που να επιτρέπει τη σκέψη, και ακόμη λιγότερο την υπόθεση, ότι το Δικαστήριο θέλησε να αποκλίνει από την προγενέστερη νομολογία του την οποία ακόμη υπενθυμίζει ρητά στις σκέψεις 24 και 25.
42 Τούτου λεχθέντος, δεν μπορεί να γίνει κατανοητό σε τι οι διαπιστώσεις γενικού χαρακτήρα που περιέχουν οι σκέψεις 33 και 37 της αποφάσεως αυτής, κατά τις οποίες η απόφαση 3/80 δεν μπορεί να έχει άμεση εφαρμογή ελλείψει συμπληρωματικών εκτελεστικών μέτρων, μπορούν, εν πάση περιπτώσει, να εφαρμόζονται στις διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 1 (το οποίο, σε τελική ανάλυση, είναι η μόνη σημαντική διάταξη για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης).
Αυτό που διακηρύσσει το εν λόγω άρθρο 3, παράγραφος 1, δεν είναι τίποτε άλλο από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Η αρχή όμως αυτή - όπως η απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων λόγω ιθαγενείας που περιέχει η Συνθήκη (για παράδειγμα, στις διατάξεις των άρθρων 6, 48, παράγραφος 2, 95 και 119) - δεν χρειάζεται μεταγενέστερα μέτρα για την εφαρμογή της. Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η ίδια η πρόταση κανονισμού εφαρμογής δεν προβλέπει καμία διάταξη εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 1. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί για τον κανονισμό 574/72, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 1408/71: δεν περιέχει διατάξεις αποβλέπουσες στην εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως που διακηρύσσει ο δεύτερος αυτός κανονισμός με το άρθρο 3, παράγραφος 1.
Άλλωστε, μια από τις εθνικές κυβερνήσεις, οι οποίες ωστόσο υποστηρίζουν την άποψη ότι είναι αδύνατη η άμεση εφαρμογή της αποφάσεως 3/80 στο σύνολό της, στηριζόμενες προς τούτο στην απόφαση Taflan-Met κ.λπ., δεν ήταν ικανή να αναφέρει ποια πρόσθετα μέτρα πρέπει συγκεκριμένα να θεσπιστούν για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
43 Πρέπει να προστεθεί ότι το Δικαστήριο κατέληξε ήδη στην άμεση εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως στην περίπτωση των αντιστοίχων διατάξεων του άρθρου 39, παράγραφος 1, της συμφωνίας συνεργασίας ΕΟΚ-Αλγερίας (42) και του άρθρου 41, παράγραφος 1, της συμφωνίας συνεργασίας ΕΟΚ-Μαρόκου (43), διατάξεις οι οποίες, αντίθετα προς ό,τι ισχυρίστηκαν οι γαλλικές και βρετανικές αρχές, δεν έχουν διαφορετική διατύπωση από τις διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80.
Όσον αφορά το άρθρο 41, παράγραφος 1, της συμφωνίας συνεργασίας ΕΟΚ-Μαρόκου, το Δικαστήριο κατέληξε στην άμεση εφαρμογή του άρθρου αυτού, παρά το γεγονός ότι το άρθρο 42, παράγραφος 1, παρέχει στο αρμόδιο συμβούλιο συνεργασίας την εξουσία να θεσπίσει (προ του τέλους του πρώτου έτους μετά την έναρξη ισχύος της συμφωνίας) μέτρα εφαρμογής του άρθρου 41, προκειμένου να διευκολύνει την τήρηση της απαγορεύσεως των διακρίσεων υπό ορισμένες ειδικές επόψεις. Το Δικαστήριο παρατήρησε, επί του σημείου αυτού, ότι ο ρόλος τον οποίο το άρθρο 42, παράγραφος 1, αναθέτει στο συμβούλιο συνεργασίας συνίσταται στο «να διευκολύνεται η τήρηση της απαγορεύσεως των διακρίσεων και, ενδεχομένως, να λαμβάνονται τα απαραίτητα μέτρα για την εφαρμογή της θεσπιζόμενης στην παράγραφο 2 του άρθρου 41 αρχής του συνυπολογισμού, πλην όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξαρτά από προσθέτους όρους την έχουσα απευθείας εφαρμογή αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων» (44).
Όμως, η συμφωνία συνδέσεως εγκαθιδρύει, μεταξύ της Κοινότητας και του ενδιαφερομένου τρίτου κράτους, στενότερο δεσμό από ό,τι η συμφωνία συνεργασίας (45), «που δημιουργεί ιδιαίτερους και προνομιακούς δεσμούς με τρίτο κράτος που, τουλάχιστον εν μέρει, μετέχει του κοινοτικού συστήματος» (46). Επομένως, το άμεσο αποτέλεσμα της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως πρέπει, κατά μείζονα λόγο, να γίνει δεκτό στην υπό εξέταση υπόθεση.
Ειδικότερα, η συμφωνία ΕΟΚ-Τουρκίας έχει ως «αντικείμενο την προαγωγή της συνεχούς και ισορρόπου ενισχύσεως των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ των μερών, λαμβανομένης πλήρως υπόψη της ανάγκης εξασφαλίσεως της επιταχυνομένης αναπτύξεως της τουρκικής οικονομίας και της ανυψώσεως του επιπέδου απασχολήσεως και των όρων διαβιώσεως του τουρκικού λαού [προκειμένου να διευκολυνθεί] μεταγενέστερα η ένταξη της Τουρκίας στην Κοινότητα» (47). Για την πραγματοποίηση των στόχων αυτών, η εν λόγω συμφωνία προβλέπει την ενίσχυση του συντονισμού της οικονομικής πολιτικής των συμβαλλομένων μερών και εγκαθιδρύει τελωνειακή ένωση μεταξύ αυτών, της οποίας η πραγματοποίηση είναι σταδιακή. Πράγματι, η συμφωνία ΕΟΚ-Τουρκίας διαρθρώνεται σε μια προπαρασκευαστική φάση, μια μεταβατική φάση και σε μια οριστική φάση.
Είναι αληθές ότι η συμφωνία ΕΟΚ-Τουρκίας - και, ειδικότερα, το άρθρο 12 το οποίο περιορίζεται στο να ορίσει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να εμπνέονται από τα άρθρα 48, 49 και 50 της Συνθήκης (48) - αποβλέπει μόνο στη σταδιακή προσαρμογή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων μεταξύ των κρατών μελών και της Τουρκίας στις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου. Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή δεν επιτρέπει, κατά την άποψή μου, να αποκλειστεί καταρχήν κάθε δυνατότητα αμέσου αποτελέσματος των διατάξεων που αποβλέπουν στην πραγματοποίηση της προσαρμογής αυτής (49). Πράγματι, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι «μια συμφωνία δεν πρέπει απαραίτητα να είναι "ευρείας εκτάσεως" (ή, αλλιώς, να αποσκοπεί στην ενσωμάτωση στην Κοινότητα) και να είναι δυνατό οι διατάξεις της να εφαρμόζονται απευθείας». Αρκεί, προς τούτο, ότι η συμφωνία αυτή περιλαμβάνει «κάτι περισσότερο από την απλή επιβολή αμοιβαίων υποχρεώσεων στα συμβαλλόμενα κράτη, με άλλα λόγια αν η συμφωνία είναι τέτοιας φύσεως ή έχει τέτοιο αντικείμενο, ώστε να διέπει τη νομική κατάσταση των ιδιωτών» (50).
Το κριτήριο αυτό εφαρμόζεται χωρίς διάκριση - όπως έχω αναφέρει προηγουμένως - τόσο στις διατάξεις της ίδιας της συμφωνίας όσο και στις περιλαμβανόμενες στις αποφάσεις του συμβουλίου συνδέσεως που ενδεχομένως δημιουργείται με τη συμφωνία. Υπενθύμισα ήδη τι έκρινε το Δικαστήριο: οι διατάξεις που θεσπίζει το συμβούλιο συνδέσεως θέτουν σε εφαρμογή τους στόχους που καθορίζει η συμφωνία, επομένως συνδέονται ευθέως προς αυτήν, έχουν ως αποτέλεσμα να δεσμεύουν τα συμβαλλόμενα μέρη κατά τον ίδιο τρόπο και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της κοινοτικής έννομης τάξης (βλ. πιο πάνω, σημείο 32). Επομένως, φαίνεται ότι η Γαλλική και η Βρετανική Κυβέρνηση προέβαλαν ένα αλυσιτελές επιχείρημα υποστηρίζοντας ότι ο τομέας της κοινωνικής ασφαλίσεως είναι ξένος προς το πεδίο της συμφωνίας ΕΟΚ-Τουρκίας και η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που αποτελεί αντικείμενο της υποθέσεως της κύριας δίκης, αρχή η οποία δεν προβλέπεται ευθέως στη συμφωνία ΕΟΚ-Τουρκίας, δεν μπορεί να τύχει άμεσης εφαρμογής (βλ., πιο πάνω, σημείο 23).
44 Τέλος, όπως παρατήρησε η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, το γεγονός ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, διακηρύσσει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων υπό τη ρητή επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της αποφάσεως 3/80 δεν φαίνεται να έχει καμία σημασία για την απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα. Συγκεκριμένα, η απόφαση δεν περιέχει καμία διάταξη περιορίζουσα το δικαίωμα οικογενειακών παροχών. Επομένως, η επιφύλαξη που περιέχει το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι στερεί την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων από τον ακριβή και ανεπιφύλακτο χαρακτήρα της.
45 Εν όψει των προηγούμενων παρατηρήσεων - και λαμβάνοντας υπόψη, ειδικότερα, το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80, καθώς και τον σκοπό και τη φύση της συμφωνίας ΕΟΚ-Τουρκίας, επιβάλλεται να συναχθεί ότι η επίμαχη διάταξη επιβάλλει στα κράτη μέλη τη σαφή, ακριβή και ανεπιφύλακτη υποχρέωση να μην εφαρμόζουν στους Τούρκους υπηκόους, καθώς και στα μέλη της οικογένειάς τους και στους επιζώντες αυτών, μεταχείριση λιγότερο ευνοϋκή από ό,τι επιφυλάσσουν στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών στον κλάδο της κοινωνικής ασφαλίσεως που αφορά τις οικογενειακές παροχές. Επομένως, σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως αυτής, οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται τα μέσα δικαστικής προστασίας που διαθέτουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
Αναγνωρίζω ότι η λύση αυτή - που είναι δυνατό να επεκταθεί σε άλλους κλάδους της κοινωνικής ασφαλίσεως, για τους οποίους η απόφαση 3/80 δεν προβλέπει ειδικές διατάξεις περιορίζουσες το δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως - μπορεί να συνεπάγεται σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις για τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών και δεν νομίζω ότι είναι εντελώς τυχαίο το ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων δεν έχει περιληφθεί στις διατάξεις των ευρωπαϋκών συμφωνιών συνδέσεως με τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης (51) που συνήψε η Κοινότητα και τα κράτη μέλη μετά την προηγουμένως παρατεθείσα απόφαση Kziber (52). Ωστόσο, γεγονός είναι ότι, στην προκειμένη περίπτωση, αναγνωρίστηκε στο Συμβούλιο Συνδέσεως και, επομένως, έμμεσα σε μία τρίτη χώρα «άποψη επί του ζητήματος» του συντονισμού των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών (53).
46 Εφόσον δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα σχετικά με τη δυνατότητα επικλήσεως, ενώπιον του Sozialgericht, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως που διακηρύσσει η απόφαση 3/80, επιβάλλεται να εξεταστούν άλλα προβλήματα. Η αρχή για την οποία γίνεται λόγος έχει προγραμματικό χαρακτήρα, και όχι ουσιαστικό - ακόμη και στον τομέα εφαρμογής στους Τούρκους εργαζομένους (και στα εξομοιούμενα προς αυτούς πρόσωπα) των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών και στο πλαίσιο της αποφάσεως 3/80. Επομένως, είναι στο επίπεδο εφαρμογής, εκ μέρους των χωρών μελών, άλλων κανονιστικών διατάξεων σε καταστάσεις προβλεπόμενες και ρυθμιζόμενες από το συμβατικό δίκαιο, που το εν λόγω άρθρο 3, παράγραφος 1, επιβάλλει στις χώρες αυτές την υποχρέωση να μην μεταχειρίζονται διαφορετικά τους δικούς τους υπηκόους και τους Τούρκους υπηκόους οι οποίοι κατοικούν στο έδαφος των χωρών αυτών.
Τούτου δοθέντος, επιβάλλεται προπάντων να εξακριβωθεί αν προσδίδεται ή όχι άμεσο αποτέλεσμα στους άλλους (ουσιαστικούς) κανόνες συντονισμού που ενδεχομένως περιέχει η οικεία απόφαση, στους οποίους στηρίζεται η απαίτηση της προσφεύγουσας της κύριας δίκης (υπό την επιφύλαξη, επί του παρόντος, του ζητήματος αν η απόφαση 3/80 έχει ή όχι εφαρμογή ratione personae στη νομική κατάσταση της προσφεύγουσας της κύριας δίκης).
Περίπτωση όπως εκείνη της S. Sόrόl αφορά, κατά τη γνώμη μου, κατάσταση η οποία μπορεί ευθέως να εκτιμηθεί σε σχέση με την περιγραφείσα υποχρέωση ίσης μεταχειρίσεως: το προβαλλόμενο από την προσφεύγουσα της κύριας δίκης δικαίωμα να λάβει για την εξεταζόμενη περίοδο τις επίδικες οικογενειακές παροχές - οι οποίες προφανώς εμπίπτουν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 3/80 (βλ. άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο ηη) - απορρέει από τη συνδυασμένη εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της γερμανικής νομοθεσίας περί οικογενειακών παροχών. Επομένως, αρκεί να αναγνωριστεί ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, το οποίο επικαλείται η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, έχει άμεσο αποτέλεσμα, οπότε αυτή έχει τη δυνατότητα να επιτύχει δικαστική προστασία του δικαιώματός της για το οικογενειακό επίδομα και το συμπλήρωμά του, υπό την επιφύλαξη φυσικά ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις δυσμενούς διακρίσεως.
47 Έρχομαι έτσι στο ζήτημα αν η διαφορετική μεταχείριση για την οποία παραπονείται η προσφεύγουσα της κύριας δίκης στηρίζεται σε αντικειμενικούς λόγους και, επομένως, δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας. Μπορεί να είναι χρήσιμο, συναφώς, να υπομνηστούν οι αρχές που συνήγαγε το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 6 (προηγουμένως 7) της Συνθήκης, σχετικά με τον γενικό κανόνα απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας και το ειδικό ζήτημα της διαφορετικής μεταχειρίσεως μεταξύ εργαζομένων. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη οφείλουν, καταρχήν, να εξασφαλίζουν στους κοινοτικούς αλλοδαπούς τη μεταχείριση που επιφυλάσσουν στους δικούς τους υπηκόους· αυτό δεν εμποδίζει το ότι η διαφορετική μεταχείριση δύο κατηγοριών μπορεί να δικαιολογείται, όταν πρόκειται για καταστάσεις οι οποίες μπορούν, νομίμως, να διαφοροποιηθούν σύμφωνα με μη αυθαίρετα και λογικά κριτήρια (54). Ειδικότερα, η γενική απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας συνεπάγεται ότι οι πολίτες των κρατών μελών δεν μπορούν να τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως από ό,τι οι πολίτες του κράτους μέλους υποδοχής όσον αφορά τις προϋποθέσεις προσβάσεως στην απασχόληση και τις συνθήκες εργασίας, ειδικότερα στον τομέα των αμοιβών, της απολύσεως, της επαναπροσλήψεως και της κοινωνικής προστασίας (55). Εξάλλου, όπως ακριβώς έκρινε το Δικαστήριο στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων, σχετικά με το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης, «ο κανόνας της ίσης μεταχειρίσεως δεν απαγορεύει μόνο τις εμφανείς δυσμενείς διακρίσεις που στηρίζονται στην ιθαγένεια, αλλά και όλες τις συγκεκαλυμμένες μορφές δυσμενούς διακρίσεως, οι οποίες, με την εφαρμογή άλλων κριτηρίων διακρίσεως, καταλήγουν στην πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα» (56).
Έχω αναφέρει το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης διότι εμφανίζει ενδιαφέρον στο πλαίσιο των υπό ανάπτυξη προτάσεων: ας εξετάσω τον επιδιωκόμενο σκοπό, στους αντιστοίχους τομείς, με τη διάταξη αυτή και το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 και ας συγκρίνω τους στόχους και το πλαίσιο της συμφωνίας ΕΟΚ-Τουρκίας, αφενός, και εκείνων της Συνθήκης, αφετέρου (βλ. πιο πάνω, σημείο 43). Θα δούμε ότι η δοθείσα από το Δικαστήριο ερμηνεία του άρθρου 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης περί κοινωνικής ασφαλίσεως μπορεί δικαιολογημένα να επεκταθεί στο άρθρο 3, παράγραφος 1. Πράγματι, η διάταξη αυτή, μολονότι έχει διαφορετική γραμματική διατύπωση, είναι θεμελιωδώς ανάλογη ως προς την ουσία προς την αντίστοιχη διάταξη της Συνθήκης. Υπενθυμίζω ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, «η επέκταση της ερμηνείας μιας διατάξεως της Συνθήκης σε διάταξη με αντίστοιχη, όμοια ή ακόμα πανομοιότυπη διατύπωση που περιλαμβάνεται σε συμφωνία που συνήψε η Κοινότητα με τρίτη χώρα, εξαρτάται ιδίως από τον σκοπό που επιδιώκει η κάθε μία από τις διατάξεις αυτές στο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και (...) αποκτά ιδιαίτερη σημασία η σύγκριση των στόχων και του γενικότερου πλαισίου συμφωνίας, αφενός, και της Συνθήκης, αφετέρου. Πράγματι [όπως προβλέπει το άρθρο 31 της Συμβάσεως της Βιέννης περί του δικαίου των συνθηκών, της 23ης Μαου 1969] οι συνθήκες πρέπει να ερμηνεύονται με καλή πίστη, σύμφωνα με τη συνήθη έννοια των όρων τους, λαμβανομένων υπόψη των συμφραζομένων, και υπό το φως του αντικειμένου και του σκοπού τους» (57).
48 Η μεταφορά της προηγουμένως παρατεθείσας νομολογίας Pinna (58) στην εξέταση του άρθρου 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να διαφεύγουν την υποχρέωσή τους να διασφαλίζουν την ίση μεταχείριση ακόμη και λαμβάνοντας μέτρα βασιζόμενα σε ένα μεικτό κριτήριο, το οποίο συνδυάζει το κριτήριο της ιθαγένειας του δικαιούχου παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως και το κριτήριο της (προσωρινής ή μόνιμης) κατοικίας του δικαιούχου στο εθνικό έδαφος. Όμως αυτό ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση της ομοσπονδιακής νομοθεσίας περί των οικογενειακών παροχών, η οποία έμμεσα διαφοροποιεί, όσον αφορά την «υπαγωγή τους στα ευεργετήματα της νομοθεσίας», τη μεταχείριση των Γερμανών ή των κοινοτικών υπηκόων και των λοιπών, σύμφωνα με τον τύπο του τίτλου διαμονής που έχει ο ενδιαφερόμενος.
Καθ' όλη τη διάρκεια των σπουδών και της πρακτικής ασκήσεως του κ. Sόrόl, εν όψει των οποίων οι γερμανικές αρχές του είχαν χορηγήσει, καθώς και στη σύζυγό του, ειδική άδεια παραμονής, όλες οι προϋποθέσεις συνέτρεχαν ώστε να είναι δυνατό για την προσφεύγουσα της κύριας δίκης να λαμβάνει το οικογενειακό επίδομα και το συμπλήρωμά του. Οι παροχές αυτές δεν είχαν χορηγηθεί στην S. Sόrόl παρά μόνον υπό την ιδιότητά της ως πολίτη τρίτη χώρας. Η Επιτροπή ορθώς παρατήρησε ότι, αντίθετα προς τους μη κοινοτικούς αλλοδαπούς που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με την προσφεύγουσα της κύριας δίκης, οι Γερμανοί πολίτες οι οποίοι διαμένουν προσωρινά στη Γερμανία δικαιούνται οικογενειακών παροχών σε όλες τις περιπτώσεις: πληρούν, εξ ορισμού, την προϋπόθεση που επιβάλλει προς τούτο η γερμανική νομοθεσία περί των οικογενειακών παροχών, ήτοι την προϋπόθεση ότι τους έχει επιτραπεί να διαμένουν νομίμως και συνεχώς στο εθνικό έδαφος.
Όμως, ενόψει του σκοπού των επίδικων παροχών, ο οποίος συνίσταται στην ελάφρυνση - για όλες τις οικογένειες οι οποίες διαμένουν στη Γερμανία - των οικονομικών βαρών που συνδέονται με την ανατροφή των τέκνων, η περιγραφείσα διαφορετική μεταχείριση, η οποία στηρίζεται (εμμέσως) στην ιθαγένεια μέσω του κριτηρίου της φύσεως του τίτλου διαμονής, φαίνεται αυθαίρετη και, εν πάση περιπτώσει, εκφεύγει από τους σκοπούς που επιδιώκει ο εθνικός νομοθέτης. Η εισαχθείσα με τον γερμανικό νόμο, από 1ης Ιανουαρίου 1994, δυσμενής διάκριση εις βάρος των μη κοινοτικών αλλοδαπών στηρίζεται στην υφέρπουσα ιδέα, σιωπηρή αλλά σαφή, ότι η ύπαρξη και το ποσό των εξόδων ανατροφής των τέκνων που συντηρούν οι οικογένειες οι οποίες διαμένουν συνήθως στη Γερμανία και, επομένως, η ανάγκη οικονομικής υποστηρίξεως εκ μέρους του κράτους πρέπει να διαφέρουν ανάλογα με την ιθαγένεια του γονέα ο οποίος έχει τη γονική μέριμνα και - όταν είναι αλλοδαπός - σε συνάρτηση με τον τίτλο παραμονής που κατέχει, ο οποίος μπορεί να είναι μόνιμος ή όχι. Το κριτήριο της διακρίσεως που υιοθετήθηκε δεν δικαιολογείται, κατά τη γνώμη μου, εφόσον γίνεται σχεδόν ομόφωνα δεκτό ότι η ευθύνη του συγχρόνου κράτους στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως στο έδαφός του δεν περιορίζεται στους δικούς του υπηκόους (59). Πράγματι, όλες οι οικογένειες οι οποίες διαμένουν στο έδαφός της χρειάζονται το οικογενειακό επίδομα κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στη Γερμανία. Δεν είναι τυχαίο το ότι ο αυτόματος μηχανισμός κοινωνικής προστασίας (καταβολή των εισφορών επί τρία έτη από το σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως αναπηρίας και γήρατος), που προβλέπει ο κώδικας κοινωνικής ασφαλίσεως για την ανατροφή των τέκνων υπέρ του γονέα που έχει τη σχετική φροντίδα (βλ. πιο πάνω, σημείο 12), συνδέεται προς την απαίτηση της συνήθους κατοικίας στο γερμανικό έδαφος, και όχι προς την ιθαγένεια ή τον τύπο του τίτλου διαμονής που επιτρέπει την κατοικία. Η διάκριση μεταξύ των γονέων γερμανικής ιθαγενείας (στους οποίους χορηγείται η παροχή έστω και αν διαμένουν στο εθνικό έδαφος μόνον ευκαιριακά και προσωρινά) και στους γονείς στους οποίους έχει νομίμως δοθεί άδεια παραμονής περιορισμένης διάρκειας και που δεν μπορεί να παραταθεί (οι οποίοι είναι κατ' ανάγκη μη κοινοτικοί αλλοδαποί) φαίνεται επομένως ότι στερείται λογικής και πειστικής δικαιολογίας.
49 Για τους εκτεθέντες λόγους, και πάντοτε υπό την επιφύλαξη ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης μπορεί να χαρακτηριστεί εργαζόμενη ή μέλος της οικογενείας εργαζομένου (60), προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει καταφατικά στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα του Sozialgericht.
iii) Απάντηση στο δεύτερο και τρίτο προδικαστικό ερώτημα
50 Όπως είχα ήδη την ευκαιρία να παρατηρήσω, η διατύπωση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος προϋποθέτει ότι το άτομο το οποίο ζητεί την επίδικη οικογενειακή παροχή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής ratione personae της αποφάσεως 3/80. Προκειμένου ακριβώς να δοθεί η δυνατότητα στο εθνικό δικαστήριο να γνωρίζει αν η S. Sόrόl μπορεί να χαρακτηριστεί «εργαζόμενη» ή «μέλος της οικογενείας εργαζομένου», και να είναι έτσι σε θέση να προβάλει δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, το Δικαστήριο καλείται, με τα δύο εναπομένοντα ερωτήματα, να ερμηνεύσει τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 2 και του άρθρου 1, στοιχείο ββ, της αποφάσεως αυτής.
51 Όσον αφορά το άρθρο 1, στοιχείο ββ, ας μου επιτραπεί να μνημονεύσω τις παρατηρήσεις που διατύπωσαν οι γενικοί εισαγγελείς Fenelly και Van Gerven σχετικά με παρόμοια διάταξη του άρθρου 1, στοιχείο ββ, του κανονισμού 1408/71 (61): λόγω της ανάγκης να χρησιμοποιηθεί μια ενιαία έννοια για τον «μισθωτό εργαζόμενο» σε σχέση με έναν μεγάλο αριθμό συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως, η σύνταξη του κανονιστικού κειμένου κατέληξε σε μια εκτεταμένη και περίπλοκη διάταξη (62) στην οποία η σχέση μεταξύ των διαφόρων περιπτώσεων δεν είναι καθόλου προφανής (63). Ως γνωστό, το άρθρο 1, στοιχείο αα, του κανονισμού 1408/71 αποτελεί την κωδικοποίηση της αρχής που διακήρυξε το Δικαστήριο σχετικά με τον προηγούμενο κανονισμό (ΕΟΚ) 3/58, περί της κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων, κατά την οποία η έννοια του μισθωτού εργαζομένου πρέπει να έχει κοινοτικό περιεχόμενο και να αφορά όλους εκείνους οι οποίοι, υπό την έννοια αυτή και ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε ονομασία τους, καλύπτονται από τα διάφορα εθνικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως (64).
52 Έχω ήδη υπενθυμίσει (βλ. πιο πάνω σημεία 25 έως 28) ότι, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 3/80 για τους σκοπούς καταβολής οικογενειακών παροχών βάσει της γερμανικής νομοθεσίας. Δεν εμπίπτει ούτε κατ' εφαρμογή της πρώτης περιπτώσεως του άρθρου 2 της αποφάσεως («εργαζόμενοι») ούτε κατ' εφαρμογή της δεύτερης («μέλη της οικογενείας» εργαζομένου). Πράγματι, κανένας από το ζεύγος Sόrόl δεν ήταν υποχρεωτικά ασφαλισμένος κατά του κινδύνου ανεργίας ούτε ελάμβανε, λόγω της υπαγωγής αυτής, παροχές σε χρήμα από την ασφάλιση ασθενείας ή ανάλογες παροχές. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, επομένως, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του παραρτήματος Ι, σημείο i, Γ, του κανονισμού 1408/71 (65). Το άρθρο 1, στοιχείο ββ, ii, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως 3/80, παραπέμπει εμμέσως στο παράρτημα αυτό με την παραπομπή του άρθρου 25, παράγραφος 1.
53 Με την απόφαση Garcνa (66) το Δικαστήριο έκρινε ότι η έννοια του μισθωτού εργαζομένου για τους σκοπούς καταβολής οικογενειακών παροχών βάσει της γερμανικής νομοθεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 73 του κανονισμού 1408/71 (67) αφορά μόνον τους εργαζομένους οι οποίοι εμπίπτουν τον ορισμό που προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 1, στοιχείο αα, ii, του κανονισμού 1408/71 (68) και του παραρτήματος Ι, σημείο i, Γ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο αυτό. Κατά το Δικαστήριο, η ευρεία ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στην έννοια του μισθωτού εργαζομένου κατά τον κανονισμό 1408/71, σύμφωνα με τον στόχο της ελεύθερης κυκλοφορίας που επιδιώκει η Κοινότητα, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να στερεί κάθε πρακτικής αποτελεσματικότητας τις διατάξεις του παραρτήματος Ι, με τις οποίες ο κοινοτικός νομοθέτης αποφάσισε ποιοι είναι οι μισθωτοί εργαζόμενοι οι οποίοι απολαύουν των ευεργετικών διατάξεων του τίτλου ΙΙΙ, κεφάλαιο 7, του εν λόγω κανονισμού (69). Καθόσον με αφορά, με τις προτάσεις που ανέπτυξα στις υποθέσεις Stφber και Piosa Pereira, παρατήρησα ότι «οι διατάξεις του κανονισμού, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του παραρτήματος, συνηγορούν υπέρ της υπάρξεως μιας πολύ συγκεκριμένης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του είδους των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως που ζητεί ο εργαζόμενος (στην προκειμένη περίπτωση των οικογενειακών παροχών) και των προϋποθέσεων που πρέπει να πληροί ο εν λόγω εργαζόμενος, προκειμένου να του αναγνωριστεί το δικαίωμα επί των παροχών αυτών (70)». Επομένως, ο M. Garcνa δικαιούνταν τις επίδικες παροχές μόνο για την περίοδο κατά την οποία είχε καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές ανεργίας· η περίοδος αυτή περιελάμβανε τις δύο άδειες άνευ αποδοχών όχι στο σύνολό τους, αλλά εξαιρουμένων δύο ολοκλήρων μηνών (Φεβρουάριος 1996 και 1997) (71).
54 Πάντως, το Δικαστήριο παρατήρησε επίσης ότι, ενόψει της εργασιακής του σχέσεως, ο M. Garcνa εξακολουθούσε να είναι ασφαλισμένος, στη Γερμανία, έναντι του κινδύνου ασθενείας ακόμη και κατά την αντίστοιχη περίοδο των επίμαχων μηνών. Ακόμη και αν ο προσφεύγων της κύριας δίκης δεν εμπίπτει στην έννοια του μισθωτού εργαζομένου για τους σκοπούς του δικαιώματος λήψεως των οικογενειακών παροχών βάσει της εν λόγω εθνικής νομοθεσίας, η απαγόρευση κάθε διακρίσεως - προφανούς ή συγκεκαλυμμένης (72) - που στηρίζεται στην ιθαγένεια «όσον αφορά την απασχόληση, τις αμοιβές και τις άλλες συνθήκες εργασίας», που θεσπίζει το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης, είχε επομένως εφαρμογή στην κατάστασή του.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης απαγορεύει την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως, όπως ο ομοσπονδιακός νόμος περί οικογενειακών παροχών, η οποία - μολονότι χορηγεί τις οικογενειακές παροχές στους εργαζομένους των οποίων τα τέκνα έχουν τη κατοικία ή τη συνήθη διαμονή τους στο έδαφος του αρμοδίου κράτους μέλους ακόμη και για τους πλήρεις ημερολογιακούς μήνες κατά τους οποίους βρίσκονται σε άδεια άνευ αποδοχών μεγάλης διάρκειας - δεν αναγνωρίζει τη χορήγηση τέτοιων παροχών, για την ίδια περίοδο, σε μισθωτό εργαζόμενο του οποίου τα τέκνα κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος (δηλαδή, κατ' εξοχήν, στον διακινούμενο εργαζόμενο) (73).
55 Το ενδιαφέρον που ενέχουν οι αποφάσεις Stφber και Piosa Pereira και M. Garcίa για τους σκοπούς της παρούσας διαφοράς μου φαίνεται το εξής: με τις αποφάσεις αυτές, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τον εναλλακτικό χαρακτήρα των ορισμών που περιέχει το άρθρο 1 του κανονισμού 1408/71 οσάκις επιβάλλεται να διαφυλαχθεί η πρακτική αποτελεσματικότητα ενός ενδεχομένου ειδικού ορισμού που εισάγει ο κοινοτικός νομοθέτης προκειμένου να οριοθετήσει τον κύκλο των προσώπων τα οποία δικαιούνται κοινωνικών παροχών μιας ορισμένης κατηγορίας.
Αυτό ακριβώς τον κίνδυνο καλύπτουν οι δύο μνημονευθείσες υποθέσεις: από το παράρτημα Ι, σημείο i, Γ, του κανονισμού 1408/71 προκύπτει ότι το δικαίωμα εξαγωγής των οικογενειακών παροχών αναγνωρίζεται αποκλειστικά, στη Γερμανία, σε εκείνους τους εργαζομένους οι οποίοι περιλαμβάνονται στην κοινότητα αλληλεγγύης που αποτελεί το γερμανικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, με την καταβολή εισφορών σε ειδικό υποχρεωτικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως (της ανεργίας για τους μισθωτούς εργαζομένους, της ασφαλίσεως αναπηρίας ή γήρατος για τους μη μισθωτούς εργαζομένους). Επιβάλλεται να γίνει σεβαστή η βούληση του κοινοτικού νομοθέτη - όπως παρατήρησε το Δικαστήριο - αυτός δε είναι ο λόγος για τον οποίο εκουσίως ή υποχρεωτικά ασφαλισμένοι, έναντι άλλων κινδύνων, δεν πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν τις γερμανικές οικογενειακές παροχές καταφεύγοντας σε έναν από τους λοιπούς ορισμούς του «μισθωτού εργαζομένου» (ή, ανάλογα με την περίπτωση, του «μη μισθωτού εργαζομένου») του άρθρου 1, στοιχείο αα,του κανονισμού 1408/71.
56 Ωστόσο, οι ίδιες αυτές αποφάσεις επιτρέπουν, κατά τη γνώμη μου, να συναχθεί και μια άλλη αρχή: στην περίπτωση κατά την οποία τα κράτη μέλη δεν επιθυμούν να περιορίσουν το ευεργέτημα των οικογενειακών παροχών μόνο στα πρόσωπα τα οποία ανήκουν σε μια κοινότητα αλληλεγγύης, αποτελούμενη από σύστημα ασφαλίσεως έναντι ρητά προσδιορισμένου κινδύνου, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην θεωρηθεί η ομάδα προσώπων που δικαιούνται της παροχής αυτής ως εκτεινόμενη σε όλους τους εργαζομένους, υπό την πλέον ευρεία έννοια του όρου αυτού. Πρόκειται, όσον αφορά τους μισθωτούς εργαζομένους, για κάθε πρόσωπο το οποίο είναι ασφαλισμένο στο πλαίσιο ενός από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1, στοιχείο αα, συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως κατά των κινδύνων και υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στη διάταξη αυτή (74).
57 Θα εξετάσω τώρα ποια απάντηση πρέπει να δοθεί εν προκειμένω στο δεύτερο και τρίτο προδικαστικό ερώτημα. Υπάρχει ένα στοιχείο το οποίο πρέπει να διατηρούμε κατά νου: είναι αληθές ότι το άρθρο 25, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 ορίζει ότι το παράρτημα Ι του κανονισμού 1408/71 «ισχύει» για την εφαρμογή της αποφάσεως αυτής· ωστόσο, το σημείο i, Γ, του εν λόγω παραρτήματος εφαρμόζεται «αν ο γερμανικός φορέας είναι ο αρμόδιος φορέας για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών, σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙΙ, κεφάλαιο 7 του κανονισμού [1408/71]» (η υπογράμμιση δική μου).
Για τον προσδιορισμό του προσωπικού πεδίου εφαρμογής της αποφάσεως 3/80, επιβάλλεται επομένως να επεκταθει η παραπομπή στο παράρτημα Ι που περιέχει το άρθρο 25, παράγραφος 1, ως περιοριζόμενη στις μόνες καταστάσεις που διέπονται από τις διατάξεις του τίτλου ΙΙΙ, κεφάλαιο 7, του κανονισμού 1408/71. Οι καταστάσεις αυτές είναι εκείνες στις οποίες τίθεται γενικά το πρόβλημα διασφαλίσεως στους εργαζομένους, κατά τη στιγμή που διακινούνται μέσω της Κοινότητας, των ήδη κεκτημένων δικαιωμάτων ή ευεργετημάτων ή, εν πάση περιπτώσει, εκείνων που χαρακτηρίζονται από ένα αναγκαίο ενδοκοινοτικό στοιχείο (75). Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται: α) για το δικαίωμα συνυπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή μη μισθωτής δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος, όταν το αρμόδιο κράτος μέλος εξαρτά την κτήση του δικαιώματος οικογενειακών παροχών από τη συμπλήρωση ελαχίστων περιόδων (άρθρο 72)· β) για το δικαίωμα του μισθωτού εργαζομένου, σε κατάσταση πλήρους ανεργίας, ο οποίος απασχολήθηκε προηγουμένως σε άλλο κράτος μέλος, να λαμβάνει τις εν λόγω παροχές για τα μέλη της οικογενείας του που κατοικούν στο έδαφος του ιδίου κράτους μέλους με τον εργαζόμενο (άρθρο 72α)· γ) για το δικαίωμα του εργαζομένου επί οικογενειακών παροχών για τα μέλη της οικογενείας του που κατοικούν σε κράτος μέλος διαφορετικό από το αρμόδιο κράτος (άρθρο 73) (76) και δ) για το δικαίωμα του εργαζομένου σε κατάσταση ανεργίας, ο οποίος λαμβάνει παροχές ανεργίας, επί των οικογενειακών παροχών που προβλέπει η νομοθεσία του αρμοδίου κράτους μέλους για τα μέλη της οικογενείας του εργαζομένου που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος (άρθρο 74).
58 Η προσεκτική εξέταση της υποθέσεως της κύριας δίκης δεν αποκαλύπτει καμία από τις μόλις προηγουμένως αναφερθείσες καταστάσεις: η S. Sόrόl περιορίζεται στο να ζητεί την εφαρμογή της ειδικής διατάξεως στην κατάστασή της ως αυτή να είχε τη γερμανική ιθαγένεια (ή εκείνην άλλου κράτους μέλους) και επικαλείται δικαίωμα το οποίο απορρέει ευθέως και αποκλειστικά από την ομοσπονδιακή νομοθεσία περί των οικογενειακών παροχών. Οι γερμανικές αρχές δεν εξαρτούν τη χορήγηση του δικαιώματος αυτού από καμία δυσμενή προϋπόθεση για τους διακινουμένους εργαζομένους σε άλλο κράτος μέλος. Προκειμένου να λάβει την οικογενειακή παροχή και το συμπλήρωμά της, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης - αντίθετα προς τις περιπτώσεις των Stφber, Piosa Pereira και M. Garcνa, δεν επικαλείται κοινοτική διάταξη συντονισμού των νομοθεσιών των κρατών μελών, όπως μια συγκεκριμένη διάταξη του κανονισμού 1408/71 (για παράδειγμα, το προαναφερθέν άρθρο 72, περί του συνυπολογισμού, στο οποίο παραπέμπει ρητά το άρθρο 18 της αποφάσεως 3/80 «για την κτήση του δικαιώματος [οικογενειακών] παροχών») ή του κανονισμού 574/72. Ελλείψει οποιουδήποτε ενδοκοινοτικού στοιχείου, η παραπομπή στο παράρτημα Ι του κανονισμού 1408/71 νομίζω ότι είναι εντελώς αλυσιτελής. Ο προσδιορισμός του προσωπικού πεδίου εφαρμογής της οικείας κανονιστικής ρυθμίσεως - που θέσπισε ειδικά ο κοινοτικός νομοθέτης για τις οικογενειακές παροχές τις οποίες χορηγούν οι αρμόδιες γερμανικές αρχές και για τις καταστάσεις στις οποίες τίθεται πρόβλημα συντονισμού των εθνικων νομοθεσιών περί κοινωνικής ασφαλίσεως - δεν μπορεί επομένως να ισχύσει στην προκειμένη περίπτωση.
59 Εξάλλου, και η ίδια η Γερμανική Κυβέρνηση αναγνωρίζει τούτο, οι ειδικές λεπτομέρειες εφαρμογής του ομοσπονδιακού νόμου περί των οικογενειακών παροχών δεν προβλέπονται ούτε στο παράρτημα της αποφάσεως 3/80 το οποίο ωστόσο διευκρινίζει, στο μέρος ΙΙ, τους «άλλους κινδύνους» κατά των οποίων ο «εργαζόμενος» οφείλει να ασφαλίζεται, στο πλαίσιο ενός συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως το οποίο έχει εφαρμογή σε όλους τους κατοίκους, στη Δανία, στην Ιρλανδία και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η άποψη των γερμανικών αρχών, ότι το Συμβούλιο Συνδέσεως θέσπισε στον τομέα αυτόν έναν lex specialis ο οποίος υπερισχύει του γενικού κανόνα του άρθρου 1, στοιχείο ββ, της αποφάσεως 3/80, και του οποίου πρέπει να διασφαλιστεί η πρακτική αποτελεσματικότητα (βλ. πιο πάνω, σημείο 26), δεν φαίνεται να στηρίζεται σε κανονιστικές διατάξεις. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, αντίθετα προς τις υποθέσεις Stφber και Piosa Pereira και M. Garcνa, αφού το δικαίωμα επί της επίδικης κοινωνικής παροχής δεν εξαρτάται από την υπαγωγή του ενδιαφερομένου σε ειδικό σύστημα ασφαλίσεως, δεν υπάρχει, στην προκειμένη περίπτωση, η ανάγκη να αποφευχθεί η έλλειψη συνοχής που μπορούσε να δημιουργηθεί αν η πρόσβαση στο δικαίωμα αυτό αναγνωριζόταν συγχρόνως στον ενδιαφερόμενο και δια μιας άλλης οδού (77).
60 Ελλείψει ρητής διατάξεως παρόμοιας με εκείνην του παραρτήματος Ι, σημείο i, Γ, του κανονισμού 1408/71 (που δεν ενδιαφέρει για τους σκοπούς των υπό ανάπτυξη προτάσεων: βλ. πιο πάνω, παραγράφους 57 και 58), ο τεκμαιρόμενος κανόνας της αυστηρής αντιστοιχίας μεταξύ, αφενός, των ορισμών που περιέχονται στα σημεία i και ii του άρθρου 1, στοιχείο ββ, της αποφάσεως 3/80 και, αφετέρου, των αυτονόμων συστημάτων και των ειδικών κινδύνων που προσδιορίζει το αρμόδιο κράτος μέλος, νομίζω ότι δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση του γερμανικού συστήματος οικογενειακών παροχών. Όπως αναφέρει η διάταξη περί παραπομπής, για τη χορήγηση των συγκεκριμένων παροχών για τις οποίες πρόκειται, οι ενδιαφερόμενοι δεν υποχρεούνται να υπαχθούν σε ειδικά προσδιορισμένη (υποχρεωτική ή επικουρική) ασφάλιση και να καταβάλλουν εισφορές: δεν είναι τυχαίο το ότι το σύστημα εφαρμόζεται στο σύνολο των κατοίκων ανεξάρτητα από την κατάστασή τους ως μισθωτών εργαζομένων. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, οποιοσδήποτε συμμετέχει, υπό οποιαδήποτε ιδιότητα, στην κοινότητα αλληλεγγύης που αποτελεί το γερμανικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως πρέπει κατ' ανάγκη να εμπίπτει στην έννοια του «εργαζομένου» για τους σκοπούς χορηγήσεως της οικογενειακής παροχής.
61 Η προϋπόθεση αυτή συντρέχει τόσο για την προσφεύγουσα της κύριας δίκης, όσο και για τον σύζυγό της. Κατά την επίμαχη περίοδο (δηλαδή, από 1ης Ιανουαρίου 1994), αμφότεροι ήσαν υποχρεωτικά ασφαλισμένοι έναντι των κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους ενός συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που έχει εφαρμογή στους μισθωτούς εργαζομένους, έστω και αν δεν κατέβαλαν ευθέως τις αντίστοιχες εισφορές (αλλά, αντιστοίχως, πλασματικώς και μέσω τρίτου· βλ. πιο πάνω, σημεία 12 και 13). Η ομοσπονδιακή νομοθεσία περί οικογενειακών παροχών θεωρεί την S. Sόrόl ως καλυπτόμενη από το εκ του νόμου σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως έναντι αναπηρίας και γήρατος επί τρία έτη· ο Sόrόl καλυπτόταν από την υποχρεωτική ασφάλιση έναντι των εργατικών ατυχημάτων με εισφορές που κατέβαλε ο εργοδότης του. Δεν βλέπω για ποιους λόγους οι καταστάσεις αυτές δεν θα μπορούσαν, ή δεν θα έπρεπε, να παρέχουν αυτοδικαίως στους ενδιαφερομένους την ιδιότητα του μέλους της κοινότητας αλληλεγγύης του γερμανικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, αντίθετα προς την υποχρεωτική ασφάλιση έναντι του κινδύνου ανεργίας στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71.
62 Επομένως, θεωρώ ότι, βάσει του άρθρου 1, στοιχείο ββ, περίπτωση i, της αποφάσεως 3/80, η S. Sόrόl εμπίπτει επίσης στην έννοια του εργαζομένου ως προς τους σκοπούς του κλάδου κοινωνικής ασφαλίσεως που αφορά τις οικογενειακές παροχές, έστω και αν ο κλάδος αυτός είναι διαφορετικός και πρέπει υποχρεωτικά να είναι διαφορετικός από εκείνον που αντιστοιχεί στους κινδύνους έναντι των οποίων ήταν αυτόματα ασφαλισμένη. Ομοίως, ο κ. Sόrόl, ο οποίος ασκεί πραγματικά δραστηριότητα μισθωτού εργαζομένου πρέπει να χαρακτηριστεί «εργαζόμενος» κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως. Αντιθέτως, δεν μπορεί να αποδοθεί η ελάχιστη σημασία, ειδικότερα, στον μικρό αριθμό ωρών που αφιερώνει στην εργασία (78) ή στο ποσό της αμοιβής του (79). Κατά συνέπεια, μετά την περίοδο των τριών ετών προς ανατροφή του τέκνου της, η S. Sόrόl ήταν (και είναι) «μέλος της οικογενείας εργαζομένου», τούτο δε ισχύει έστω και αν αυτή δεν είχε (και δεν έχει) πλέον ασφαλιστική κάλυψη από υποχρεωτικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ή από προαιρετική ασφάλιση.
63 Η λύση που προοιωνίζομαι στην προκειμένη περίπτωση ουδόλως συνιστά παρεμβολή στις διακηρυχθείσες από το Δικαστήριο αρχές με τις αποφάσεις Stφber και Piosa Pereira και M. Garcνa. Εξάλλου, σε καταστάσεις όπως αυτή της παρούσας υποθέσεως, η αποδοχή μιας περιοριστικής έννοιας του «εργαζομένου» θα είχε τελικά ως αποτέλεσμα να περιορίσει αδικαιολόγητα την ευχέρεια των Τούρκων υπηκόων να διακινούνται, ενδεχομένως με την οικογένειά τους, στο εσωτερικό της Κοινότητας προς άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας· αυτό θα ισοδυναμούσε με άρνηση της κατάλληλης προστασίας των Τούρκων εργαζομένων οι οποίοι υπόκεινται στη νομοθεσία κράτους μέλους, αντίθετα προς τον σκοπό και το πνεύμα της αποφάσεως 3/80 και της συμφωνίας ΕΟΚ-Τουρκίας με την οποία συνδέεται η απόφαση αυτή.
64 Προτού διατυπώσω την πρότασή μου σύμφωνα με ό,τι έχω εκθέσει ως τώρα, φαίνεται σκόπιμη μια ακόμη παρατήρηση. Δεν αγνοώ ότι η παραπομπή στο παράρτημα Ι του κανονισμού 1408/71, που περιέχει το άρθρο 25, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80, επιτρέπει διαφορετική ερμηνεία από εκείνην που μου φαίνεται ως η περισσότερο λογική και η περισσότερο αυστηρή (βλ. πιο πάνω, σημείο 57). Αυτή την προσέγγιση ακολούθησαν οι γερμανικές αρχές (βλ. πιο πάνω, σημείο 26): η παραπομπή αυτή έγινε αποκλειστικά προκειμένου να εξατομικευθεί η κατάσταση σχετικά με την υπαγωγή στο εθνικό ασφαλιστικό σύστημα (ασφαλισμένος «υποχρεωτικά κατά του κινδύνου της ανεργίας ή λαμβάνει, σε συνάρτηση με την ασφάλιση αυτή, παροχές εις χρήμα λόγω ασθενείας ή ανάλογες παροχές»), και δεν αφορούσε τις συγκεκριμένες προστατευόμενες καταστάσεις, που προβλέπουν τα άρθρα 72 έως 74 του ίδιου αυτού κανονισμού. Ο Τούρκος υπήκοος ο οποίος - όπως η προσφεύγουσα της κύριας δίκης - απαιτεί τη χορήγηση οικογενειακής παροχής εκτός των συγκεκριμένων αυτών καταστάσεων και, ως εκ τούτου, ελλείψει οποιουδήποτε ενδοκοινοτικού στοιχείου πρέπει, επομένως, να πληροί και ο ίδιος την προϋπόθεση υπαγωγής που αναφέρει το παράρτημα για να είναι δυνατή η χορήγηση του διεκδικούμενου δικαιώματος.
65 Νομίζω, πάντως, ότι υπάρχουν επίσης επιχειρήματα τεχνικής φύσεως και ουσιαστικά επιχειρήματα τα οποία συνηγορούν κατά της ερμηνείας αυτής. Το άρθρο 25, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 παραπέμπει «συνολικά», και χωρίς καμία διευκρίνιση, στο παράρτημα Ι του κανονισμού 1408/71. Εν συνεχεία, η απόφαση 3/80 έχει επίσης εφαρμογή στους Τούρκους εργαζομένους οι οποίοι διακινούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας («που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη», βλ. άρθρο 2, πρώτη περίπτωση) και οι οποίοι μπορεί, επομένως, να βρεθούν σε ειδικές καταστάσεις διεπομένες από τις διατάξεις του τίτλου ΙΙΙ, κεφάλαιο 7, του εν λόγω κανονισμού. Επομένως, ενόψει αποκλειστικά τέτοιων καταστάσεων μπορεί να «γίνει επίκληση» του παραρτήματος Ι του κανονισμού 1408/71 για τους σκοπούς συγκεκριμένης εφαρμογής της αποφάσεως 3/80.
Εξάλλου, είναι σύμφωνη προς τη νομολογία του Δικαστηρίου η συσταλτική ερμηνεία των εξαιρέσεων και παρεκκλίσεων από τους κανόνες της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων - περιλαμβανομένων και των διατάξεων που περιορίζουν ενδεχομένως την ίδια τη νομική έννοια του «εργαζομένου», η οποία προσδιορίζει το πεδίο εφαρμογής της θεμελιώδους ελευθερίας για την οποία πρόκειται (80).
66 Ωστόσο, αν το Δικαστήριο δεχθεί το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως και κρίνει ότι, για τη χορήγηση της οικογενειακής παροχής και του συμπληρώματός της λόγω συντηρούμενου τέκνου, που προβλέπει η ομοσπονδιακή νομοθεσία περί των οικογενειακών παροχών, η S. Sόrόl δεν εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 3/80, η συλλογιστική αυτή δεν μπορεί οπωσδήποτε, κατά τη γνώμη μου, να έχει ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της νομιμότητας και του βασίμου της απαιτήσεως της προσφεύγουσας της κύριας δίκης. Υπενθυμίζω αυτό που έκρινε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις Stφber και Piosa Pereira και M. Garcνa: τα άρθρα 48, παράγραφος 2, και 52 της Συνθήκης πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι εμποδίζουν την εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία συνεπάγεται δυσμενή διάκριση εις βάρος των διακινουμένων εργαζομένων (μισθωτών εργαζομένων στη μια περίπτωση, μη μισθωτών στην άλλη) σε σχέση με εκείνους οι οποίοι δεν έκαναν χρήση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, θέτοντας ως προϋπόθεση - για την αναγνώριση του δικαιώματος οικογενειακών παροχών ή για τον υπολογισμό των παροχών αυτών - τα τέκνα να έχουν την κατοικία τους στο αρμόδιο κράτος μέλος.
Μεταφέροντας την αρχή αυτή στην περίπτωση που αποτελεί αντικείμενο της υποθέσεως της κύριας δίκης, παρατηρώ ότι, έστω και αν για τη χορήγηση των οικογενειακών παροχών από τους γερμανικούς φορείς η έννοια του εργαζομένου δεν αφορούσε πρόσωπο ευρισκόμενο στην κατάσταση της S. Sόrόl ή του συζύγου της, δεν μπορεί σοβαρά να αμφισβητηθεί ότι αυτοί εμπίπτουν στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 3/80, τουλάχιστον για τον κλάδο της κοινωνικής ασφαλίσεως που αντιστοιχεί στον κίνδυνο για τον οποίο ήσαν ασφαλισμένοι (αντιστοίχως αναπηρία και γήρας, αφενός, και εργατικά ατυχήματα, αφετέρου). Επομένως, η απαγόρευση όλων των διακρίσεων (εμφανών ή συγκεκαλυμμένων) λόγω ιθαγενείας, που θεσπίζει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 έχει πάντοτε εφαρμογή στην κατάστασή τους. Η διάταξη αυτή - στην οποία πρέπει να επεκταθεί η ερμηνεία του άρθρου 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης (βλ. πιο πάνω, παράγραφο 47), και η οποία έχει επίσης (όπως παρατήρησα ήδη, βλ. παραγράφους 38 έως 45) άμεσο αποτέλεσμα, εμποδίζει την εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία εξαρτά το δικαίωμα οικογενειακής παροχής, όπως το επίδομα για συντηρούμενο τέκνο, που προβλέπει η ομοσπονδιακή νομοθεσία περί των οικογενειακών παροχών, από την προϋπόθεση κατοχής τίτλου διαμονής που μπορεί να επιτρέπει στον κάτοχό του μόνιμη διαμονή επί του εθνικού εδάφους, όπως η γενικής ισχύος άδεια παραμονής ή η περιορισμένης ισχύος άδεια παραμονής που ορίζει η γερμανική νομοθεσία περί αλλοδαπών.
iv) Διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων της αποφάσεως στην παρούσα υπόθεση
67 Τέλος, πρέπει να γίνουν μερικές σύντομες παρατηρήσεις σχετικά με το επιχείρημα της Γαλλικής, Βρετανικής και Ολλανδικής Κυβερνήσεως, κατά το οποίο το Δικαστήριο πρέπει να περιορίσει διαχρονικά τα αποτελέσματα της αποφάσεώς του περί ερμηνείας - στην περίπτωση που θα θελήσει να ακολουθήσει τη λύση που προτείνω - δυνάμει της γενικής αρχής της ασφαλείας δικαίου που είναι συμφυής με την κοινοτική έννομη τάξη (βλ. πιο πάνω, σημείο 29). Συναφώς, είναι χρήσιμη η υπόμνηση ότι, κατά την άσκηση της σχετικής με ερμηνεία αρμοδιότητάς του δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης, μόνον εξαιρετικώς και σε επακριβώς καθορισμένες περιστάσεις μπορεί το Δικαστήριο - με την ίδια την απόφαση με την οποία το αυτό αποφαίνεται επί της αιτηθείσας ερμηνείας - να περιορίσει τη δυνατότητα που έχει κάθε ενδιαφερόμενος να επικαλείται, προκειμένου να θέσει υπό αμφισβήτηση έννομες σχέσεις που έχουν καλοπίστως συναφθεί, τις διατάξεις που αποτέλεσαν αντικείμενο αποφάσεως εκδοθείσας επί προδικαστικής υποθέσεως. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου, καίτοι οι πρακτικές συνέπειες κάθε δικαστικής αποφάσεως πρέπει να σταθμίζονται με προσοχή, δεν μπορεί, εντούτοις, μια τέτοια μέριμνα να καταλήγει στο «να περιορίζεται» η αντικειμενικότητα του δικαίου και να διακυβεύεται η μελλοντική του εφαρμογή λόγω των επιπτώσεων που μια δικαστική απόφαση μπορεί να συνεπάγεται για το παρελθόν (81).
Τα μνημονευθέντα κράτη μέλη δήλωσαν ότι ανησυχούν από το γεγονός ότι απόφαση με την οποία θα γινόταν δεκτή η πρότασή μου θα έθετε υπό αμφισβήτηση τεράστιο αριθμό εννόμων σχέσεων που έχουν καλοπίστως συναφθεί βάσει εθνικής νομοθεσίας η οποία είχε θεωρηθεί έγκυρη και οι οποίες σχέσεις είχαν εξαντλήσει τα αποτελέσματά τους στο παρελθόν, πράγμα που θα ανέπτυσσε ακόμη καταστροφικά αναδρομικά αποτελέσματα για τα διάφορα εθνικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως. Έστω και αν δεν έχουν προσκομιστεί στο Δικαστήριο συγκεκριμένα στοιχεία για να καταδειχθεί αυτός ο κίνδυνος σοβαρών οικονομικών επιπτώσεων, πρόκειται κατ' εμέ, για πραγματικό και γνήσιο κίνδυνο (82).
Προπάντων, εγώ ο ίδιος αναγνωρίζω ότι, πρώτον, έως την απόφαση Taflan-Met και για λόγους που είχα ευρέως αναπτύξει με τις προτάσεις μου στην υπόθεση αυτή (83), υπήρχε αντικειμενική και σημαντική αβεβαιότητα ως προς το ζήτημα αν η απόφαση 3/80 είχε ή όχι τεθεί σε ισχύ. Μολονότι κρίθηκε ότι η απόφαση 3/80 ανέπτυσσε τα αποτελέσματά της από τις 19 Σεπτεμβρίου 1980, ημερομηνία εκδόσεώς της, με την απόφαση του Δικαστηρίου Taflan-Met ανέκυψαν στοιχεία αβεβαιότητας, τα οποία δεν είναι λιγότερο σοβαρά και αντικειμενικά, υπό μια άλλη πτυχή: η δυνατότητα επικλήσεως ενώπιον των δικαστηρίων της ίδιας της αποφάσεως και, κατά συνέπεια, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως που καθιερώνει το άρθρο 3, παράγραφος 1, ελλείψει εκτελεστικών μέτρων που να έχει θεσπίσει το Συμβούλιο. Αυτή η κατάσταση συνεχούς αβεβαιότητας - που η ίδια είχε επιπτώσεις στη νομιμότητα των ασκουσών επιρροή νομοθεσιών των κρατών μελών και επί των συγκεκριμένων ορίων του κύκλου των Τούρκων υπηκόων που δικαιούνται οικογενειακών παροχών χορηγουμένων από εθνικό οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως - δεν πρόκειται να παύσει παρά μόνο με την απόφαση περί ερμηνείας με την οποία το Δικαστήριο θα επιλύσει την παρούσα διαφορά.
Επομένως, αν το Δικαστήριο προσχωρούσε στη λύση που προτείνω να δοθεί ως απάντηση στα ερωτήματα του Sozialgericht, θα προέκυπταν, κατά τη γνώμη μου, επιτακτικοί λόγοι ασφαλείας δικαίου οι οποίοι θα δικαιολογούσαν τον περιορισμό των διαχρονικών αποτελεσμάτων στην ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως που θα εκδώσει εν προκειμένω το Δικαστήριο, υπό την επιφύλαξη των μέτρων που επιβάλλει η απαίτηση πλήρους και πραγματικής δικαστικής προστασίας εκείνων οι οποίοι, πριν από την έκδοση της αποφάσεως, είχαν ασκήσει ένδικες προσφυγές ή ισοδύναμες διοικητικές ενστάσεις.
Πρόταση
Για τους προεκτεθέντες λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Sozialgericht:
«1) Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, περί της εφαρμογής των καθεστώτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στους Τούρκους εργαζομένους και στα μέλη των οικογενειών τους, επιβάλλει στα κράτη μέλη τη σαφή, ακριβή και ανεπιφύλακτη υποχρέωση να μη μεταχειρίζονται τους Τούρκους διακινουμένους εργαζομένους, καθώς και τα μέλη της οικογενείας τους ή τους επιζώντες τους, κατά τρόπο δυσμενέστερο απ' ό,τι τους δικούς τους υπηκόους, ως προς τον κλάδο κοινωνικής ασφαλίσεως που αφορά τις οικογενειακές παροχές.
Δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 3, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 1, στοιχείο ηη, της αποφάσεως 3/80, Τούρκος υπήκοος, ο οποίος εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως αυτής, δυνάμει του άρθρου 2 της εν λόγω αποφάσεως, και ο οποίος διαμένει σε κράτος μέλος και διαθέτει τίτλο παραμονής χορηγηθέντα για συγκεκριμένο σκοπό και περιορισμένη διάρκεια (όπως είναι η η προσωρινής ισχύος άδεια παραμονής, την οποία προβλέπει η γερμανική νομοθεσία περί αλλοδαπών), δικαιούται να λάβει από τις αρμόδιες για την κοινωνική ασφάλιση αρχές οικογενειακή παροχή όπως είναι το οικογενειακό επίδομα που προβλέπει η γερμανική νομοθεσία. Το δικαίωμα αυτό, το οποίο μπορούν να προβάλουν οι ιδιώτες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων σε περίπτωση προσβολής του, απονέμεται εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται για τους υπηκόοους του αρμόδιου κράτους μέλους και δεν μπορεί να εξαρτηθεί από την κατοχή συγκεκριμένου τίτλου διαμονής, ο οποίος επιτρέπει στον δικαιούχο του τη σταθερή διαμονή στην εθνική επικράτεια, όπως είναι η γενικής ισχύος άδεια παραμονής και η περιορισμένης ισχύος άδεια παραμονής τις οποίες προβλέπει η γερμανική νομοθεσία.
2) Δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 2 και του άρθρου 1, στοιχείο ββ, σημείο i, της αποφάσεως 3/80, Τούρκος υπήκοος που διαμένει στο έδαφος κράτους μέλους έχει την ιδιότητα του "εργαζομένου" καθόλη τη διάρκεια κατά την οποία, δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους αυτού, θεωρείται ότι έχουν καταβληθεί υπέρ αυτού οι υποχρεωτικές εισφορές για την εκ του νόμου ασφάλιση αναπηρίας και γήρατος, για την περίοδο ενασχολήσεως με την ανατροφή τέκνου.
3) Δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 2 και 1, στοιχείο ββ, σημείο i, της αποφάσεως 3/80, ο Τούρκος υπήκοος ο οποίος διαμένει στο έδαφος κράτους μέλους, όπου ασκεί, παράλληλα με τις σπουδές του, έμμισθη δραστηριότητα μη υπερβαίνουσα τις 16 ώρες εβδομαδιαίως βάσει παρεπόμενης άδειας εργασίας, και ο οποίος καλύπτεται από την υποχρεωτική ασφάλιση κατά των εργατικών ατυχημάτων έχει την ιδιότητα του "εργαζομένου".
Ειδικότερα, ο Τούρκος υπήκοος που πληροί τις προϋποθέσεις αυτές (ή τις αναγραφόμενες στην παράγραφο 2) έχει επίσης την ιδιότητα του "εργαζομένου" όσον αφορά τη χορήγηση οικογενειακών παροχών από γερμανικό φορέα, αν το δικαίωμα λήψεως των παροχών αυτών απορρέει απευθείας από νομοθετική διάταξη του αρμοδίου κράτους μέλους και ο ενδιαφερόμενος δεν επικαλείται κανόνα εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών προβλεπόμενο από την απόφαση 3/80.
4) Τούρκος υπήκοος που εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 3/80, δυνάμει του άρθρου 2 της αποφάσεως αυτής, δεν μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 3, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως 3/80 προς στήριξη αιτήσεως για τη χορήγηση οικογενειακής παροχής, όπως το οικογενειακό επίδομα που προβλέπει η γερμανική νομοθεσία, για περίοδο ενασχολήσεως με την ανατροφή τέκνου προγενέστερη της παρούσας αποφάσεως, εκτός αν, πριν από την ημερομηνία αυτή, άσκησε ένδικο βοήθημα ή υπέβαλε αντίστοιχη διοικητική ένσταση κατά της αρνητικής αποφάσεως του αρμοδίου οργανισμού κοινωνικής ασφαλίσεως.»
(1) - ΕΕ 1983, C 110, σ. 60. Το Συμβούλιο Συνδέσεως δημιουργήθηκε με το άρθρο 6 της Συμφωνίας Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας (στο εξής: συμφωνία ΕΟΚ-Τουρκίας), υπογραφείσα στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 στην Άγκυρα μεταξύ, αφενός, της Τουρκικής Δημοκρατίας και, αφετέρου, των κρατών μελών της ΕΟΚ και της Κοινότητας. Η συμφωνία ΕΟΚ-Τουρκίας έχει συναφθεί, εγκριθεί και επικυρωθεί εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 48). Βάσει του άρθρου 22, παράγραφος 1, της συμφωνίας ΕΟΚ-Τουρκίας, «για την πραγματοποίηση των στόχων οι οποίοι καθορίζονται στη συμφωνία και στις περιπτώσεις που προβλέπονται από αυτή, το Συμβούλιο Συνδέσεως έχει εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις. Καθένα από τα συμβαλλόμενα δύο μέρη έχει την υποχρέωση να λαμβάνει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση των αποφάσεων (...)». Για τη θέσπιση των όρων, του τρόπου και του ρυθμού εφαρμογής της μεταβατικής φάσεως που προβλέπει η συμφωνία ΕΟΚ-Τουρκίας (βλ., πιο κάτω, παράγραφο 43), στις 23 Νοεμβρίου 1970 τα συμβαλλόμενα μέρη υπέγραψαν στις Βρυξέλλες το πρόσθετο πρωτόκολλο (στο εξής: πρόσθετο πρωτόκολλο). Το πρόσθετο πρωτόκολλο, που επισυνάπτεται στη συμφωνία ΕΟΚ-Τουρκίας, εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2760/72 του Συμβουλίου, της 19ης Σεπτεμβρίου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ., 11/002, σ. 149)· σύμφωνα με το άρθρο 63, παράγραφος 2, ο κανονισμός τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1973. Η απόφαση 3/80 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 39 του πρόσθετου πρωτοκόλλου, βάσει του οποίου «προ του τέλους του πρώτου έτους μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου, το Συμβούλιο Συνδέσεως θεσπίζει διατάξεις στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως για τους τουρκικής ιθαγένειας εργαζομένους που διακινούνται στο εσωτερικό της Κοινότητος και των οικογενειών τους που κατοικούν εντός της Κοινότητος».
(2) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73 (όπως τροποποιήθηκε και προσαρμόστηκε μεταγενέστερα).
(3) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138 (όπως τροποποιήθηκε και προσαρμόστηκε μεταγενέστερα).
(4) - Στην ελληνική μετάφραση εσφαλμένως αναφέρεται ως ο «παρών κανονισμός».
(5) - Από τώρα παρατηρώ ότι, όσον αφορά τους σκοπούς της αναλύσεως που ακολουθεί, το άρθρο 1, στοιχείο ββ, της αποφάσεως 3/80, του οποίου το κείμενο μόλις προηγουμένως παρέθεσα στις προτάσεις μου, επαναλαμβάνει σχεδόν κατά λέξη τον ορισμό του «μισθωτού εργαζομένου» του άρθρου 1, στοιχείο αα, περιπτώσεις i και ii, του κανονισμού 1408/71 [εξάλλου, η παρατεθείσα διάταξη του τελευταίου διευκρινίζει συγχρόνως τις έννοιες του μισθωτού εργαζομένου και του μη μισθωτού εργαζομένου και περιλαμβάνει και άλλες διατάξεις υπό τις περιπτώσεις iii και v].
(6) - ΕΕ C 110, σ. 1. Η πρόταση κανονισμού εφαρμογής προβλέπει, στο άρθρο 1, ότι η απόφαση 3/80 «εφαρμόζεται εντός της Κοινότητας». Η πρόταση περιλαμβάνει, προς τούτο, 80 άρθρα και 7 παραρτήματα σχετικά με τις πρόσθετες λεπτομέρειες εφαρμογής της αποφάσεως αυτής και καθορίζει ακριβείς διατάξεις για την εφαρμογή των διατάξεων της αποφάσεως για κάθε κατηγορία παροχών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της. Επιπλέον, η απόφαση περιλαμβάνει διευκρινίσεις οι οποίες αφορούν, ειδικότερα, την απαγόρευση σωρεύσεως των παροχών, τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας διατάξεως, τον συνυπολογισμό των περιόδων, καθώς και δημοσιονομικές και μεταβατικές διατάξεις. Αυτές οι διατάξεις εφαρμογής της αποφάσεως 3/80 αποτελούν εν πολλοίς μεταφορά των διατάξεων του κανονισμού 574/72.
(7) - Ο τέταρτος τίτλος παραμονής που προβλέπει ο νόμος περί αλλοδαπών είναι η άδεια παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους (Aufenthaltsbefugnis), που χορηγείται στους αλλοδαπούς (και ενδεχομένως στα μέλη της οικογένειάς τους στα οποία επιτρέπεται η είσοδος στη Γερμανία για λόγους συνενώσεως της οικογένειας) για λόγους ανθρωπιστικούς, πολιτικούς ή, εν πάση περιπτώσει, για την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων.
(8) - Βλ. άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, περίπτωση 1, και άρθρο 56 του Βιβλίου VI του Sozialgesetzbuch (κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων).
(9) - Όπως επιβάλλει το άρθρο 539, παράγραφος 1, περίπτωση 1, του Reichsversicherungsordnung (κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων).
(10) - Ειδικότερα, όπως διευκρίνισε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο εκπρόσωπος της Κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, από το ότι η S. Sόrόl είχε προσωρινή άδεια παραμονής, περιορισμένης διάρκειας και η οποία δεν μπορούσε να παραταθεί, προέκυπτε ότι ο συνήθης χαρακτήρας παραμονής του γονέα που ήταν επιφορτισμένος με την ανατροφή του τέκνου, όπως επιβάλλει το άρθρο 56, παράγραφος 3, του Βιβλίου VI του κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων ως μια από τις προϋποθέσεις στις οποίες υπόκειται το δικαίωμα συνυπολογισμού της τριετίας ως περιόδου υποχρεωτικών εισφορών δεν συνέτρεχε. Η προσφεύγουσα, με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε στο Δικαστήριο, διευκρίνισε ότι το ζεύγος Sόrόl έλαβε, μετά την επίδικη περίοδο και, συγκεκριμένα, από τις 4 Οκτωβρίου 1996, γενικής ισχύος άδεια παραμονής (δηλαδή οριστικό τίτλο παραμονής, βλ. πιο πάνω, σημείο 8) βάσει του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας. Κατά τη διάταξη αυτή, Τούρκος υπήκοος ο οποίος έχει ολοκληρώσει την επαγγελματική του κατάρτιση εντός κράτους μέλους στο οποίο ένας από τους γονείς του, έστω και τουρκικής ιθαγενείας, έχει εργαστεί κανονικά επί τρία έτη δικαιούται - ανεξάρτητα από τη διάρκεια παραμονής του στο κράτος μέλος υποδοχής - να αποδέχεται οποιαδήποτε προσφορά εργασίας και, κατά συνέπεια, να λαμβάνει παράταση της άδειας παραμονής του στο εν λόγω κράτος (βλ. απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-355/93, Eroglu (Συλλογή 1994, σ. Ι-5113, σκέψεις 17 έως 20).
(11) - Απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, C-277/94, Taflan-Met (Συλλογή 1996, σ. Ι-4085).
(12) - Απόφαση της 29ης Απριλίου 1982, 17/81 (Συλλογή 1982, σ. 1331, σκέψεις 25 έως 27), με την οποία το Δικαστήριο συνήγαγε από τη διατύπωση του άρθρου 53, παράγραφος 1, της συμφωνίας ΕΟΚ-Ελλάδος - διατύπωση παρόμοια με εκείνη του άρθρου 95 της Συνθήκης - καθώς και από τον σκοπό και τη φύση της συμφωνίας αυτής, ότι, στο πλαίσιο της συνδέσεως μεταξύ της Κοινότητας και της Ελλάδος, η εν λόγω διάταξη επιτελούσε «την ίδια λειτουργία όπως το άρθρο 95 και περιλαμβάνεται μεταξύ των διατάξεων που είχαν ως σκοπό να προετοιμάσουν την είσοδο της Ελλάδος στην Κοινότητα με τη δημιουργία μιας τελωνειακής ενώσεως, με την εναρμόνιση της γεωργικής πολιτικής, με τη θέσπιση της ελευθέρας κυκλοφορίας των εργαζομένων και με άλλα μέτρα προοδευτικής προσαρμογής στις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου».
(13) - Απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1996, Gaygusuz κατά Αυστρίας (Eur.Hum.Rts.Reps., 1997, σ. 364).
(14) - Απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1997, C-4/95 και C-5/95 (Συλλογή 1997, σ. Ι-511).
(15) - Απόφαση της 12ης Ιουνίου 1997, C-266/95 (Συλλογή 1997, σ. Ι-3279).
(16) - Κατά την Επιτροπή, η απαγόρευση έχει εν προκειμένω εφαρμογή καθόσον οι όροι εργασίας των Τούρκων εργαζομένων που απασχολούνται εντός της Κοινότητας εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ίδιας της συμφωνίας, δυνάμει του άρθρου 37 του πρόσθετου πρωτοκόλλου. Όμως, στην έννοια των «όρων εργασίας» - που, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως και που περιλαμβάνει τις καταστάσεις οι οποίες διέπονται από τις διατάξεις περί κοινωνικής ασφαλίσεως - εμπίπτει ακριβώς, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα επί παροχών, όπως οι οικογενειακές παροχές.
(17) - Βλ., παρακάτω, υποσημείωση 30 και αντίστοιχο κείμενο.
(18) - Βλ., πιο πάνω, υποσημείωση 5 και αντίστοιχη παραπομπή.
(19) - Το παράρτημα Ι του κανονισμού 1408/71, με τίτλο «Προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού», ορίζει στο σημείο Ι («Μισθωτοί ή/και μη μισθωτοί [άρθρο 1, στοιχείο αα, σημεία ii και iii του κανονισμού]») στοιχείο Γ: «Γ. ΓΕΡΜΑΝΙΑ Αν γερμανικός φορέας είναι ο αρμόδιος φορέας για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών, σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙΙ, κεφάλαιο 7, του κανονισμού, θεωρείται, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο αα, σημείο ii, του κανονισμού: α) ως μισθωτός, πρόσωπο ασφαλισμένο υποχρεωτικά κατά του κινδύνου της ανεργίας ή πρόσωπο το οποίο λαμβάνει, σε συνάρτηση με την ασφάλιση αυτή, παροχές εις χρήμα λόγω ασθένειας ή ανάλογες παροχές (...).»
(20) - Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C-192/89, Sevince (Συλλογή 1990, σ. Ι-3461, σκέψεις 8 έως 11).
(21) - Την ευχέρεια υποβολής εκ νέου ερωτήματος επί του οποίου το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί προδικαστικώς έχει όχι μόνον το εθνικό δικαστήριο το οποίο ήταν άμεσος αποδέκτης της αποφάσεως (όταν αυτό αντιμετωπίζει δυσχέρειες κατανοήσεως ή εφαρμογής της αποφάσεως· βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 5ης Μαρτίου 1986, 69/85, Wόnsche κατά Γερμανίας (Συλλογή 1986, σ. 947), και απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C-169/91, B & Q (Συλλογή 1992, σ. Ι-6635), αλλά και οποιοδήποτε άλλο δικαιοδοτικό όργανο για το οποίο η προηγούμενη απόφαση δεν είναι δεσμευτική (βλ. αποφάσεις της 13ης Μαου 1981, 66/80, International Chemical Corporation (Συλλογή 1981, σ. 1191, σκέψεις 9 έως 17), και της 11ης Ιουνίου 1987, 14/86, Pretore di Salo κατά Ξ (Συλλογή 1987, σ. 2545, σκέψη 12). Είναι εξάλλου ακριβές ότι, προς επίλυση των δυσχερειών που ανακύπτουν σχετικά με την έννοια και την έκταση των αποτελεσμάτων προηγούμενης αποφάσεως, το άρθρο 40 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου προβλέπει ειδική διαδικασία η οποία κινείται «αιτήσει του έχοντος συμφέρον διαδίκου ή οργάνου της Κοινότητας». Πάντως, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα άρθρα 38 έως 41 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, τα οποία απαριθμούν περιοριστικά τα έκτακτα ένδικα μέσα που επιτρέπουν την αμφισβήτηση του κύρους με το οποίο περιβάλλονται οι αποφάσεις του Δικαστηρίου, λαμβανομένης υπόψη της απουσίας διαδίκων κατά τη διαδικασία, δεν εφαρμόζονται στις αποφάσεις που εκδίδονται σε προδικαστικές υποθέσεις (βλ. διατάξεις της 18ης Οκτωβρίου 1979, 40/70, Sirena (Rec., σ. 3169) [μη δημοσιευθείσα στην ελληνική], και 5ης Μαρτίου 1986, προπαρατεθείσα, σκέψη 14). Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι η διαδικασία αυτή μπορεί να κινηθεί με πρωτοβουλία ενός κοινοτικού οργάνου δεν αποκλείει το ότι ο κοινοτικός δικαστής είναι αρμόδιος να αναζητεί την έννοια και το περιεχόμενο προηγούμενης αποφάσεως εφόσον η ερμηνεία αυτή είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί [βλ. απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994, C-412/92 P, Κοινοβούλιο κατά Mekens (Συλλογή 1994, σ. Ι-3757, σκέψη 35).
(22) - Στην υπόθεση Taflan-Met κ.λπ., οι προσφεύγουσες στις τέσσερις υποθέσεις των κυρίων δικών που εκκρεμούσαν ενώπιον του Arrondissementsrechtbank Amsterdam ήσαν, αντιστοίχως, τρεις Τουρκίδες υπήκοοι κατοικούσες στην Τουρκία, χήρες Τούρκων εργαζομένων οι οποίοι είχαν εργαστεί ως μισθωτοί εντός διαφόρων κρατών μελών, μεταξύ των οποίων οι Κάτω Ξώρες, και ένας Τούρκος εργαζόμενος, κάτοικος Γερμανίας, ο οποίος είχε εργαστεί αρχικά στις Κάτω Ξώρες και στη συνέχεια στη Γερμανία, όπου κατέστη ανίκανος προς εργασία. Κατόπιν του θανάτου των συζύγων τους, οι τρεις προσφεύγουσες ζήτησαν - και έλαβαν εκ μέρους των αρμοδίων φορέων της Γερμανίας και του Βελγίου - συντάξεις χήρας εντός των κρατών μελών όπου ο σύζυγός τους είχε εργαστεί. Οι ολλανδικές αρχές απέρριψαν τις αιτήσεις με την αιτιολογία ότι οι σύζυγοι των τριών προσφευγουσών είχαν αποβιώσει στην Τουρκία, ενώ, σύμφωνα με την ολλανδική νομοθεσία, ο ασφαλισμένος ή τα πρόσωπα που έλκουν δικαίωμα από αυτόν μπορούν να αξιώσουν παροχή μόνον αν ο κίνδυνος που καλύπτει η ασφάλιση επέλθει ενόσω ο ενδιαφερόμενος υπάγεται στη νομοθεσία αυτή. Ο προσφεύγων της τετάρτης κυρίας δίκης είχε ζητήσει να λάβει σύνταξη αναπηρίας τόσο στη Γερμανία όσο και στις Κάτω Ξώρες. Ο αρμόδιος ολλανδικός οργανισμός αρνήθηκε να χορηγήσει την παροχή (αντιθέτως προς τον γερμανικό οργανισμό) με βάση ανάλογη αιτιολογία: η ανικανότητα προς εργασία του αιτούντος είχε επέλθει σε χρόνο κατά τον οποίο ο ενδιαφερόμενος δεν εργαζόταν πλέον στις Κάτω Ξώρες και, ως εκ τούτου, δεν καλυπτόταν από την ολλανδική νομοθεσία. Κατά το εθνικό δικαστήριο, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης - μολονότι δεν ήσαν ασφαλισμένοι κατά την έννοια των ασκουσών επιρροή διατάξεων του εθνικού δικαίου - μπορούσαν να λάβουν τις αιτούμενες αντιστοίχως από τις Κάτω Ξώρες παροχές δυνάμει της αποφάσεως 3/80 και ειδικότερα των άρθρων 12 και 13. Τα άρθρα 12, στοιχείο ββ, και 13 της αποφάσεως 3/80 ορίζουν ότι, όσον αφορά τις παροχές αναπηρίας και γήρατος, καθώς και τις παροχές επιζώντων, το άρθρο 45 του κανονισμού 1408/71 εφαρμόζεται κατ' αναλογία. Σύμφωνα όμως με την παράγραφο 4 της διατάξεως αυτής (κατά τη διατύπωση που ίσχυε την 1η Ιουνίου 1992, εφαρμοστέα στα περιστατικά της υποθέσεως), οι μισθωτοί εργαζόμενοι οι οποίοι είχαν υπαχθεί σε σύστημα εθνικής ασφαλίσεως αλλά οι οποίοι δεν ήσαν πλέον ασφαλισμένοι κατά τον χρόνο επελεύσεως του κινδύνου για τον οποίο ήσαν ασφαλισμένοι, θεωρούνταν ότι εξακολουθούσαν να είναι ασφαλισμένοι αν ήσαν ασφαλισμένοι βάσει νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ή αν μπορούσαν να προβάλλουν δικαιώματα επί παροχών δυνάμει νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους. Αφού στον προσφεύγοντα και στις προσφεύγουσες είχαν αναγνωριστεί, αντιστοίχως, δικαιώματα επί παροχών αναπηρίας και επί παροχών λόγω θανάτου σε άλλα κράτη μέλη, αυτοί μπορούσαν, καταρχήν, να αξιώσουν επίσης τις επίδικες παροχές στις Κάτω Ξώρες βάσει της νομοθεσίας περί ασφαλίσεως κατά της ανικανότητας προς εργασία για τον προσφεύγοντα, και βάσει του γενικού συστήματος που έχει εφαρμογή στις χήρες και τα ορφανά στην περίπτωση των προσφευγουσών.
(23) - Βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 1996 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11), σκέψεις 17 έως 22.
(24) - Το κείμενο του άρθρου 22, παράγραφος 1, της συμφωνίας ΕΟΚ-Τουρκίας παρατίθεται πιο πάνω (υποσημείωση 1η).
(25) - Βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 1996 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11), σκέψη 19.
(26) - Βλ. συμφωνία περί των μέτρων που πρέπει να ληφθούν και περί των διαδικασιών για την εφαρμογή της συμφωνίας συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας 64/737/ΕΟΚ (ΕΕ ειδ. έκδ., 11/001, σ. 65).
(27) - Βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 1996 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11), σκέψη 23 (η υπογράμμιση δική μου).
(28) - Προπαρατεθείσα απόφαση, σκέψη 30.
(29) - Προπαρατεθείσα απόφαση, σκέψεις 31 και 32.
(30) - Προπαρατεθείσα απόφαση, σκέψεις 33 έως 37.
(31) - Γι' αυτό νομίζω ότι ήταν βιαστικός ο εκ μέρους μερίδας της νομικής θεωρίας χαρακτηρισμός της αποφάσεως Taflan-Met ως «εντελώς παράλογης», «ολίγωρης - ή απλώς εσφαλμένης - ως προς το ζήτημα των ίσων δικαιωμάτων στον τομέα κοινωνικής ασφαλίσεως» (βλ. S. Peers, Equality, Free Movement and Social Security, Eur. L. Rev., 1997, σ. 342 και ειδικότερα, σ. 350 και 351).
(32) - Καλώς εξεταζόμενο το ζήτημα, μια υποθετική απόφαση του Δικαστηρίου ως προς το άμεσο αποτέλεσμα της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως (ή των διατάξεων της αποφάσεως 3/80, πλην των άρθρων 12 και 13), θα ήταν όντως όχι μόνον αυθαίρετη αλλά ακόμη και άχρηστη, στο πλαίσιο των περιστατικών της υποθέσεως: όχι μόνον τα ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου δεν αφορούσαν το άρθρο 3, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως, αλλά το ίδιο το Δικαστήριο δεν έκρινε σκόπιμο να διευρύνει την ισχύ της αποφάσεώς του - όπως δεν παραλείπει ωστόσο να το πράξει στις κατάλληλες περιπτώσεις - παρέχοντας στοιχεία ερμηνείας (μη αιτηθέντα) και ως προς τη διάταξη αυτή. Ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο, το Δικαστήριο έδειξε ότι συμμεριζόταν τη γνώμη του εθνικού δικαστηρίου κατά την οποία, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο της διαφοράς, το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεν ασκούσε επιρροή στην επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Για ένα άλλο παράδειγμα προδικαστικής αποφάσεως της οποίας το διατακτικό είναι διατυπωμένο περισσότερο περιοριστικά από ό,τι το αντίστοιχο μέρος του σκεπτικού, βλ. απόφαση της 10ης Απριλίου 1984, 14/83, Von Colson και Kamann (Συλλογή 1984, σ. 1891). Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι «το εθνικό δικαστήριο, εξαντλώντας τα περιθώρια εκτίμησης που του παρέχει το εθνικό δίκαιο, οφείλει να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει τον νόμο που έχει εκδοθεί σε εκτέλεση της οδηγίας [76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ L 39, σ. 40)] σύμφωνα με τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου». Η διατύπωση διαφέρει ελαφρώς στη σκέψη 26 της αποφάσεως, όπου γίνεται αναφορά στις υποχρεώσεις που έχει το εθνικό δικαστήριο «εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο και ιδίως τις διατάξεις εθνικού νόμου που έχει θεσπιστεί ειδικά για την εκτέλεση της οδηγίας 76/207» (η υπογράμμιση δική μου). Η ευρύτερη αυτή διατύπωση επιτρέπει να συναχθεί ότι όλες οι εθνικές διατάξεις - περιλαμβανομένων και των προγενέστερων της εκδόσεως μιας οδηγίας ή, εν πάση περιπτώσει, αυτές που δεν έχουν θεσπιστεί με σκοπό την εφαρμογή της οδηγίας - πρέπει, κατά το μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύονται λαμβανομένου υπόψη του γράμματος και του σκοπού της οικείας οδηγίας. Την ερμηνεία αυτή απέρριψε αργότερα, στην υπόθεση Marshall, ο γενικός εισαγγελέας Slynn, ο οποίος προτίμησε να περιοριστεί στη λύση που εκφράζεται με το διατακτικό της αποφάσεως Von Colson και Kamann, και όχι στο obiter dictum της σκέψεως 26 (βλ. προτάσεις που αναπτύχθηκαν στις 18 Σεπτεμβρίου 1985 στην υπόθεση 152/84 (Συλλογή 1986, σ. 725 και ειδικότερα σ. 732 και 733). Το εν λόγω obiter dictum εξέφραζε πιστά τη σκέψη του Δικαστηρίου, όπως τελικά αποδείχθηκε με την απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-106/89, Marleasing (Συλλογή 1990, σ. Ι-4135, σκέψη 8), στην οποία το Δικαστήριο μνημόνευσε την υποχρέωση του εθνικού δικαστή να ερμηνεύει το εθνικό του δίκαιο υπό το φως της κοινοτικής οδηγίας η οποία ενδιαφέρει το αντικείμενο της διαφοράς, «είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε για μεταγενέστερες της οδηγίας διατάξεις». Βλ. επίσης, Arnull A.: Owning up to Fallability: Precedent and the Court of Justice, Common MKt. L. Rev., 1993, σ. 247 και, ειδικότερα, σ. 250 και 251.
(33) - Δανείζομαι στην προκειμένη περίπτωση τη διατύπωση που χρησιμοποίησε ο γενικός εισαγγελέας Roemer στις προτάσεις της 7ης Ιουνίου 1962, στην υπόθεση Κάτω Ξώρες κατά Ανωτάτης Αρχής (Rec. 1962, σ. 445 και, ειδικότερα, σ. 468 [συνοπτική μετάφραση στην ελληνική, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 775]). Αντιθέτως, η διάκριση μεταξύ ratio decidendi και obiter dictum είναι σημαντική για τις χώρες του Common Law καθόσον μόνον η πρώτη μπορεί να δεσμεύει αργότερα τους άλλους δικαστές (βλ., Α. Arnull, όπ.π., υποσημείωση 32, σ. 249).
(34) - Όπ.π., σ. 248 και 249 (με παραπομπές σε συμπληρωματική βιβλιογραφία) και H. G. Schermers-D. Waelbroeck, Judicial protection in the European Communities, Deventer 1992 (5η έκδοση) σ. 96 και 495. Η εκφρασθείσα στο κείμενο των προτάσεων αρχή εξηγεί, για παράδειγμα, γιατί δεν απαγορεύεται στα εθνικά δικαστήρια να χρησιμοποιούν τον μηχανισμό συνεργασίας του άρθρου 177 της Συνθήκης για να ζητήσουν από το Δικαστήριο την έκδοση αποφάσεως περί ερμηνείας για ζήτημα το οποίο έχει ήδη επιλυθεί από το κοινοτικό δικαστήριο [βλ. πιο πάνω, υποσημείωση 21 και αντίστοιχο κείμενο των προτάσεων· βλ. επίσης απόφαση της 3ης Απριλίου 1968, 28/67, Molkerei-Zentrale (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 715), με την οποία το Δικαστήριο, αιτήσει εθνικού δικαστηρίου, επιβεβαίωσε προηγούμενη απόφαση εκδοθείσα βάσει του άρθρου 177 δύο έτη προηγουμένως και έκρινε «ότι δεν συντρέχει λόγος νέας ερμηνείας του άρθρου 95, παράγραφος 1, της Συνθήκης» (όπ.π., σ. 723)]. Όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας Warner, ο κανόνας του δεσμευτικού αποτελέσματος των προηγουμένων αποφάσεων του Δικαστηρίου ισχύει, αντιθέτως, έναντι των εθνικών δικαστηρίων: «όλα τα δικαστήρια του συνόλου της Κοινότητας, εκτός από αυτό το ίδιο το Δικαστήριο, δεσμεύονται από τη ratio decidendi μιας αποφάσεως που εκδίδει το Δικαστήριο» (βλ. προτάσεις που αναπτύχθηκαν στις 20 Σεπτεμβρίου 1977, 112/76, Συλλογή 1977, σ. 497 και, ειδικότερα, σ. 503).
(35) - Βλ. απόφαση της 11ης Ιουνίου 1987 (προπαρατεθείσα, υποσημείωση 21), σκέψη 12. Οι περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο αναθεώρησε ρητά την προγενέστερη νομολογία του είναι τόσο μεμονωμένες όσο και περίφημες (βλ. αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 1990, C-10/89, HAG GF, Συλλογή 1990, σ. Ι-3711, στον τομέα του δικαίου των σημάτων, της 24ης Νοεμβρίου 1993, C-267/91 και C-268/91, Keck και Mithouard, Συλλογή 1993, σ. Ι-6097, στον τομέα των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς κατά την εισαγωγή και της 30ής Απριλίου 1996, C-308/93, Cabanis-Issarte, Συλλογή 1996, σ. Ι-2097, σχετικά με τη σημασία της διακρίσεως στην οποία προβαίνουν τα εθνικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων για τους σκοπούς εφαρμογής ratione personae πολλών διατάξεων του κανονισμού 1408/71).
(36) - Βλ., Μαυρίδης Π.: trangers sans prestations sociales, L'observateur de Bruxelles, αριθ. 20/1996, σ. 29 και, ειδικότερα, σ. 31, κατά τον οποίο είναι καθ' όλα σύμφωνο προς τη νομολογία του Δικαστηρίου το να συναχθεί ότι είναι δυνατή η ενώπιον των δικαστηρίων επίκληση του άρθρου 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80.
(37) - Βλ. προτάσεις αναπτυχθείσες στις 26 Μαρτίου 1996 στην υπόθεση C-277/94 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 11), σημείο 12.
(38) - Όπ.π., υποσημείωση 27.
(39) - Βλ. απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1989, 30/88, Ελλάδα κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 3711, σκέψεις 10 έως 17), και προτάσεις στην υπόθεση αυτή που ανέπτυξε στις 4 Ιουλίου 1989 ο γενικός εισαγγελέας Tesauro (Συλλογή 1989, σ. 3723, σημείο 9).
(40) - Βλ. απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1987, 12/86, Demirel (Συλλογή 1987, σ. 3719). Το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 12 της συμφωνίας ΕΟΚ-Τουρκίας (το οποίο προβλέπει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη εμπνέονται από τα άρθρα 48, 49 και 50 της Συνθήκης για να πραγματοποιήσουν σταδιακά μεταξύ αυτών την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων) και του άρθρου 36 του πρόσθετου πρωτοκόλλου (κατά το οποίο η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων θα πραγματοποιηθεί σταδιακά σύμφωνα με τις αρχές του εν λόγω άρθρου 12, μεταξύ του τέλους του 12ου και του 22ου έτους μετά την έναρξη ισχύος της συμφωνίας, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που θα αποφασιστούν, αν τούτο είναι αναγκαίο, από το Συμβούλιο Συνδέσεως) έχουν ουσιαστικά προγραμματικό περιεχόμενο. Το Δικαστήριο έκρινε, εξάλλου, ότι το άρθρο 7 της συμφωνίας (δυνάμει του οποίου τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν όλα τα μέτρα, γενικά ή ειδικά, που είναι ικανά να διασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της συμφωνίας και απέχουν από κάθε μέτρο ικανό να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των σκοπών της συμφωνίας) δεν μπορούν να παρέχουν απευθείας στους ιδιώτες δικαιώματα που δεν τους αναγνωρίζονται ήδη από άλλες διατάξεις της συμφωνίας.
(41) - Βλ. απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1990 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 20), σκέψεις 17 έως 25, που αφορά i) το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ββ (το οποίο ορίζει ότι, μετά πέντε έτη κανονικής απασχολήσεως σε κράτος μέλος, ο Τούρκος εργαζόμενος δικαιούται να έχει ελεύθερη πρόσβαση σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα της επιλογής του) και του άρθρου 7 (το οποίο ορίζει ότι τα κράτη μέλη και η Τουρκία απέχουν από την επιβολή νέων περιορισμών ως προς την πρόσβαση σε απασχόληση των εργαζομένων, και των μελών των οικογενειών τους, οι οποίοι νομίμως διαμένουν και απασχολούνται στο έδαφος των συμβαλλομένων μερών) της αποφάσεως 2/76 του Συμβουλίου Συνδέσεως σχετικά με την εφαρμογή της συμφωνίας ΕΟΚ-Τουρκίας, καθώς και ii) του άρθρου 6, παράγραφος 1 (το οποίο προβλέπει ότι ο Τούρκος εργαζόμενος που απασχολείται στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους έχει, εντός αυτού του κράτους μέλους, ύστερα από τέσσερα έτη νόμιμης εργασίας, ελεύθερη πρόσβαση σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα της επιλογής του) και του άρθρου 13 (που περιλαμβάνει ρήτρα standstill ανάλογη προς εκείνη του άρθρου 7 της αποφάσεως 2/76) της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, σχετικά με την ανάπτυξη της συνδέσεως. Βλ. επίσης απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 10), σκέψεις 17 έως 20, σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, της προπαρατεθείσας αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως.
(42) - Βλ. αποφάσεις της 5ης Απριλίου 1995, C-103/94, Krid (Συλλογή 1995, σ. Ι-719), και της 15ης Ιανουαρίου 1998, C-113/97, Babahenini (Συλλογή 1998, σ. Ι-183, σκέψεις 17 και 18). Το άρθρο 39, παράγραφος 1, περιλαμβάνεται στον τίτλο ΙΙΙ (σχετικό με τη συνεργασία στον τομέα του εργατικού δυναμικού) της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Λαϋκής Δημοκρατίας της Αλγερίας, που υπεγράφη στο Αλγέρι στις 26 Απριλίου 1976 και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2210/78 του Συμβουλίου, της 26ης Σεπτεμβρίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/010, σ. 3). Προβλέπει ότι «με την επιφύλαξη των διατάξεων των ακολούθων παραγράφων [οι οποίες αφορούν τον συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως, απασχολησεως ή διαμονής στα διάφορα κράτη μέλη, τη χορήγηση των οικογενειακών παροχών για τα μέλη της οικογενείας τους που κατοικούν εντός της Κοινότητας και τη μεταφορά των συντάξεων και των προσόδων στην Αλγερία], οι εργαζόμενοι αλγερινής υπηκοότητος και τα μέλη της οικογενείας τους, που διαμένουν με αυτούς, απολαύουν στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως καθεστώτος που χαρακτηρίζεται από την απουσία κάθε διακρίσεως βασιζομένης στην ιθαγένεια, σε σχέση με τους υπηκόους των κρατών μελών, στα οποία απασχολούνται».
(43) - Βλ. αποφάσεις της 31ης Ιανουαρίου 1991, C-18/90, Kziber (Συλλογή 1991, σ. Ι-199), της 20ής Απριλίου 1994, C-58/93, Yousfi (Συλλογή 1994, σ. Ι-1353), και της 3ης Οκτωβρίου 1996, C-126/95, Hallouzi-Choho (Συλλογή 1996, σ. Ι-4807, σκέψεις 19 και 20). Το μνημονευθέν άρθρο 41, παράγραφος 1, περιλαμβάνεται στον τίτλο ΙΙΙ (σχετικά με τη συνεργασία στον τομέα του εργατικού δυναμικού) της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και του Βασιλείου του Μαρόκου, που υπεγράφη στο Ραμπάτ, στις 27 Απριλίου 1976 και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2211/78 του Συμβουλίου, της 26ης Σεπτεμβρίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/010, σ. 130). Ορίζει ότι: «με την επιφύλαξη των διατάξεων των ακολούθων παραγράφων [οι οποίες αφορούν τον συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως, απασχολησεως ή διαμονής στα διάφορα κράτη μέλη, τη χορήγηση των οικογενειακών παροχών για τα μέλη της οικογενείας τους που κατοικούν εντός της Κοινότητας και τη μεταφορά των συντάξεων και των προσόδων στο Μαρόκο], οι εργαζόμενοι μαροκινής υπηκοότητος και τα μέλη της οικογενείας τους, που διαμένουν με αυτούς, απολαύουν στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως καθεστώτος που χαρακτηρίζεται από την απουσία κάθε διακρίσεως βασιζομένης στην ιθαγένεια, σε σχέση με τους υπηκόους των κρατών μελών, στα οποία απασχολούνται». Με τις παρατεθείσες αποφάσεις, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο στόχος της συμφωνίας ΕΟΚ-Μαρόκου, δηλαδή η προαγωγή της συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών σε όλους τους τομείς και ιδίως στον τομέα του εργατικού δυναμικού επιβεβαιώνει ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, που θεσπίζει το άρθρο 41, παράγραφος 1, είναι ικανή να διέπει απευθείας τη νομική κατάσταση των ιδιωτών.
(44) - Απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1991 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 43), σκέψη 19.
(45) - Παρά την ταυτότητα της νομικής βάσεως (άρθρο 238 της Συνθήκης), ο σκοπός των συμφωνιών συνεργασίας είναι διαφορετικός, και περισσότερο περιορισμένος, από αυτόν των συμφωνιών οι οποίες προβλέπουν σύνδεση ή μεταγενέστερη προσχώρηση στην Κοινότητα του οικείου κράτους. Για παράδειγμα, κάθε μία από τις μνημονευθείσες συμφωνίες ΕΟΚ-Αλγερίας και ΕΟΚ-Μαρόκου έχει απλώς ως σκοπό «να προαγάγει τη συνεργασία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών σε όλους τους τομείς, για να συμβάλει στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη [του τρίτου κράτους] και να ευνοήσει την ενίσχυση των σχέσεων των δύο μερών» (βλ. άρθρο 1 της συμφωνίας ΕΟΚ-Αλγερίας και ΕΟΚ-Μαρόκου) και προβλέπει, προς τούτο, τη θέσπιση διατάξεων και την ανάληψη ενεργειών στον τομέα της οικονομικής, τεχνικής και χρηματοδοτικής συνεργασίας, καθώς και στον τομέα των εμπορικών συναλλαγών και τον κοινωνικό τομέα.
(46) - Βλ. απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1987 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 40), σκέψη 9.
(47) - Βλ. προοίμιο και άρθρο 2, παράγραφος 1, της συμφωνίας ΕΟΚ-Τουρκίας (η υπογράμμιση δική μου).
(48) - Βλ., πιο πάνω, υποσημείωση 40.
(49) - Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Darmon της 15ης Μαου 1990 στην υπόθεση C-192/89 (βλ., πιο πάνω, υποσημείωση 20, σ. Ι-3473), σημεία 27 έως 29.
(50) - Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven της 6ης Δεκεμβρίου 1990 στην υπόθεση C-18/90 (βλ., πιο πάνω, υποσημείωση 43), σ. Ι-208, σημείο 8· βλ. επίσης την απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1995, C-469/93, Chiquita Italia (Συλλογή 1995, σ. Ι-4533), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ιδιαιτερότητες της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (GATT), η οποία χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη ελαστικότητα των διατάξεών της, κυρίως εκείνων που αφορούν τις δυνατότητες παρεκκλίσεως, τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν σε περίπτωση εξαιρετικών δυσκολιών και τη ρύθμιση των διαφορών μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, απέκλειαν τη δυνατότητα οι διατάξεις της συμφωνίας να έχουν άμεσο αποτέλεσμα· αντιθέτως, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η τέταρτη Σύμβαση ΑΚΕ-ΕΟΚ, έστω και αν (όπως άλλωστε οι προηγούμενες συμβάσεις ΑΚΕ-ΕΟΚ ή οι συμβάσεις συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και των κρατών της Αφρικής και της Μαδαγασκάρης) μπορούσε να χαρακτηρίζεται από έλλειψη ισορροπίας ιδιαίτερα αισθητή στο επίπεδο των δεσμεύσεων που αναλαμβάνουν τα συμβαλλόμενα μέρη, - έλλειψη η οποία εντάσσεται στην ίδια τη λογική του ειδικού χαρακτήρα τέτοιων συμβάσεων - μπορούσε να περιέχει διατάξεις που παρέχουν στους πολίτες δικαιώματα τα οποία αυτοί μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων προκειμένου να αντιταχθούν στην εφαρμογή αντίθετων εθνικών διατάξεων.
(51) - Βλ. τις ευρωπαϋκές συμφωνίες για την εγκαθίδρυση σύνδεσης μεταξύ των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας (συναφθείσα με την απόφαση 93/742/Ευρατόμ, ΕΚΑΞ, ΕΚ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1993, ΕΕ L 347, σ. 1), της Δημοκρατίας της Πολωνίας (συναφθείσα με την απόφαση 93/743/ΕΚΑΞ, ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1993, ΕΕ L 348, σ. 1), της Δημοκρατίας της Ρουμανίας (συναφθείσα με την απόφαση 94/907/ΕΚΑΞ, ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1994, ΕΕ L 357, σ. 1), της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας (συναφθείσα με την απόφαση 94/908/Ευρατόμ, ΕΚΑΞ, ΕΚ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1994, ΕΕ L 358, σ. 1), της Σλοβακικής Δημοκρατίας (συναφθείσα με την απόφαση 94/909/Ευρατόμ, ΕΚΑΞ, ΕΚ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1994, ΕΕ L 359, σ. 1), και της Δημοκρατίας της Τσεχίας (συναφθείσα με την απόφαση 94/910/ΕΚΑΞ, ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1994, ΕΕ L 360, σ. 1).
(52) - Βλ. υποσημειώσεις 43 και 44 και αντίστοιχα μέρη του κειμένου. Κατά τους Pieters και Pizarro, το ότι στις παρατεθείσες ευρωπαϋκές συμφωνίες δεν γίνεται μνεία της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, που το Δικαστήριο μπορούσε να κηρύξει απευθείας εφαρμοστέα, εξηγείται πιθανόν από την αμηχανία με την οποία η απόφαση Kziber έγινε δεκτή σε ορισμένα κράτη μέλη [βλ. Pieters D.: «Enquiry into the Legal Foundations of a Possible Extension of Community Provisions on Social Security to Third-County-Nationals Legally Residing and/or working in the European Union», στα πρακτικά του σεμιναρίου «Social Security in Europe. Equality between Nationals and Non-Nationals» (Oporto, 10-12 Νοεμβρίου 1994), Λισσαβώνα 1995, σ. 189 και ειδικότερα σ. 232· βλ. επίσης Pizarro S.: The Agreements on Social Security Between the Community and Third States: Legal Basis and Analisis, όπ.π., σ. 105, ειδικότερα σ. 115].
(53) - Βλ. Pieters, (όπ.π., υποσημείωση 52, σ. 227, 228) ο οποίος σημειώνει την πολύ αισθητή ανισορροπία μεταξύ των υποχρεώσεων που ανέλαβαν τα συμβαλλόμενα μέρη στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως και υπογραμμίζει ότι η απόφαση 3/80 δεν κάνει καν μνεία ενός συντονισμού με το τουρκικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και ότι, επιπροσθέτως, οι τουρκικές αρχές δεν χορηγούν την αμοιβαιότητα μεταχειρίσεως στους υπηκόους της Κοινότητας.
(54) - Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 8ης Οκτωβρίου 1980, 810/79, άberschδr (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 43), της 13ης Φεβρουαρίου 1985, 293/83, Gravier (Συλλογή 1985, σ. 593), της 14ης Ιουνίου 1988, 308/86, Ποινική δίκη κατά Lambert (Συλλογή 1988, σ. 4369), της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 42/87, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1988, σ. 5445), της 26ης Φεβρουαρίου 1992, C-357/89, Raulin (Συλλογή 1992, σ. Ι-1027), και της 13ης Οκτωβρίου 1992, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-63/90 και C-67/90, Πορτογαλία και Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1992, σ. Ι-5073).
(55) - Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 1972, 44/72, Marsman (Συλλογή τόμος 1972, σ. 1243), και της 12ης Ιουλίου 1984, 237/83, Prodest (Συλλογή 1984, σ. 3153).
(56) - Βλ. απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986, 41/84, Pinna (Συλλογή 1986, σ. 1, σκέψη 23). Βλ. επίσης, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 12ης Φεβρουαρίου 1974, 152/73, Sotgiu (Συλλογή τόμος 1974, σ. 87), της 16ης Φεβρουαρίου 1978, 61/77, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή τόμος 1978, σ. 417), της 14ης Φεβρουαρίου 1995, C-279/93, Schumacker (Συλλογή 1995, σ. Ι-225), και της 23ης Μαου 1996, C-237/94, O'Flynn (Συλλογή 1996, σ. I-2617). Η επέκταση της απαγορεύσεως των συγκεκαλυμμένων διακρίσεων, όλων των μορφών, επαναλήφθηκε από το Δικαστήριο σχετικά με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 (βλ. αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1979, 237/78, Toia, Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 293), και της 25ης Ιουνίου 1997, C-131/96, Mora Romero, Συλλογή 1997, σ. Ι-3659).
(57) - Βλ. απόφαση της 1ης Ιουλίου 1993, C-312/91, Metalsa (Συλλογή 1993, σ. Ι-3751, σκέψεις 11 και 12). Εφαρμόζοντας την αναφερθείσα αρχή, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 18, πρώτο εδάφιο, της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Αυστρίας έπρεπε να ερμηνευθεί διαφορετικά από το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ έστω και αν οι δύο διατάξεις είχαν ως στόχο την απαγόρευση όλων των φορολογικών διακρίσεων που έχουν άμεση ή έμμεση επίπτωση στα προϋόντα του άλλου συμβαλλομένου μέρους ή των κρατών μελών. Κατά την απόφαση του Δικαστηρίου, το άρθρο 95, έπρεπε να ερμηνευθεί λαμβάνοντας υπόψη τους σκοπούς της Συνθήκης, μεταξύ των οποίων πρωτεύουσα θέση κατέχει η δημιουργία κοινής αγοράς, στην οποία θα εξαλειφθούν όλα τα εμπόδια στο εμπόριο, προκειμένου να συγχωνευθούν οι εθνικές αγορές σε μια ενιαία αγορά που να είναι κατά το δυνατόν όμοια με μια πραγματική εσωτερική αγορά. Αντιθέτως, η συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών μεταξύ της ΕΟΚ και της Αυστρίας, στην οποία περιλαμβάνεται το εν λόγω άρθρο 18, πρώτο εδάφιο, είχε περισσότερο περιορισμένους στόχους, ήτοι την ενίσχυση και επέκταση των υφισταμένων οικονομικών σχέσεων μεταξύ της Κοινότητας και της Αυστρίας και την εξασφάλιση, υπό συνθήκες ισότητας των όρων ανταγωνισμού, της αρμονικής αναπτύξεως του εμπορίου τους. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κατέληξε στο ότι το άρθρο 18, πρώτο εδάφιο, της συμφωνίας ΕΟΚ-Αυστρίας δεν εμπόδιζε την εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία προβλέπει αυστηρότερες κυρώσεις για παραβάσεις σχετικές με τον ΦΠΑ που επιβάλλεται λόγω μεταβιβάσεως αγαθών στο εσωτερικό της χώρας, έστω και αν η διαφοροποίηση αυτή ήταν δυσανάλογη σε σχέση με την ανομοιότητα των δύο κατηγοριών παραβάσεων (όπ.π., σκέψεις 14 έως 21). Βλ. επίσης την απόφαση της 29ης Απριλίου 1982 (προπαρατεθείσα, υποσημείωση 12) και την απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-163/90, Legros κ.λπ. (Συλλογή 1992, σ. Ι-4625), με την οποία κρίθηκε ότι η συμφωνία ΕΟΚ-Σουηδίας, η οποία έχει ως αντικείμενο την ενίσχυση και την επέκταση των υφισταμένων οικονομικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, ειδικότερα με την εξάλειψη των εμποδίων στις συναλλαγές σύμφωνα με τις διατάξεις της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (GATT) σχετικά με την ίδρυση ζωνών ελευθέρων συναλλαγών, θα στερούνταν σημαντικού μέρους της πρακτικής τους αποτελεσματικότητας αν η έννοια της «φορολογικής επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος», που περιλαμβάνεται στο άρθρο 6 της εν λόγω συμφωνίας, ερμηνευόταν ως έχουσα πεδίο εφαρμογής στενότερο από τον πανομοιότυπο όρο που περιλαμβάνεται στα άρθρα 9, 12 και 13 της Συνθήκης ΕΟΚ.
(58) - Βλ., πιο πάνω, υποσημείωση 56 και αντίστοιχο μέρος του κειμένου.
(59) - Βλ. Baron von Maydell B.: «Treatment of Third-Country Nationals in the Member States of the European Union and the European Economic Area in Terms of Social Law (General Report)», στα πρακτικά το σεμιναρίου Social Security in Europe, όπ.π., υποσημείωση 52, σ. 137, και ειδικότερα σ. 149.
(60) - Το ότι την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που διακηρύσσει η απόφαση 3/80 μπορούν να επικαλούνται επίσης τα μέλη της οικογενείας εργαζομένου «που διαμένουν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη» απορρέει από τις σαφείς διατάξεις του άρθρου 2, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως 3/80, καθώς και από την κατ' αναλογία εφαρμογή των αρχών που έθεσε με την απόφαση Hallouzi-Choho το Δικαστήριο σχετικά με τα μέλη της οικογενείας ενός εργαζομένου που συγκατοικούν με αυτόν (βλ. απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1996, παρατεθείσα στην υποσημείωση 43).
(61) - Βλ., πιο πάνω, υποσημείωση 5 και αντίστοιχο μέρος του κειμένου.
(62) - Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven της 14ης Μαρτίου 1989, 388/87, Warmerdam-Steggerda (Συλλογή 1989, σ. Ι-1212, σημείο 6).
(63) - Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Fennelly της 6ης Μαρτίου 1997 στην υπόθεση C-266/95 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15), σημείο 17.
(64) - Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro της 22ας Φεβρουαρίου 1990, στην υπόθεση C-2/89, Kits (Συλλογή 1990, σ. Ι-1764, σημείο 14).
(65) - Βλ., πιο πάνω, υποσημείωση 19 και αντίστοιχο μέρος του κειμένου.
(66) - Βλ. απόφαση, της 12ης Ιουνίου 1997 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 15). Ο Merino Garcνa, Ισπανός εργαζόμενος ο οποίος μετανάστευσε στη Γερμανία, υπέβαλε αίτηση στο BfA προκειμένου να λάβει τις οικογενειακές παροχές βάσει του γερμανικού νόμου για τα τέκνα του τα οποία διέμεναν στην Ισπανία, για την περίοδο μεταξύ Ιανουαρίου 1986 και Δεκεμβρίου 1988. Η γερμανική νομοθεσία περί των οικογενειακών παροχών προβλέπει ότι τα πρόσωπα τα οποία έχουν την κατοικία τους ή τη διαμονή τους στο γερμανικό έδαφος δικαιούνται οικογενειακών παροχών για τα τέκνα τους και τα εξομοιούμενα προς αυτά πρόσωπα· ωστόσο, τα τέκνα τα οποία δεν έχουν την κατοικία ή τη διαμονή τους στη Γερμανία δεν λαμβάνονται υπόψη για τις παροχές αυτές, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της ασκούσας επιρροή κοινοτικής νομοθεσίας. Το δικαίωμα καταβολής των παροχών αυτών αναγνωρίζεται από την αρχή του μηνός κατά τον οποίο οι προϋποθέσεις προς λήψη παροχών συντρέχουν και έως το τέλος του μηνός κατά τη διάρκεια του οποίου οι προϋποθέσεις αυτές παύουν να υπάρχουν. Ο M. Garcνa έλαβε άδεια άνευ αποδοχών το 1986 (20 Ιανουαρίου έως 2 Μαρτίου) και το 1987 (13 Ιανουαρίου έως 2 Μαρτίου). Σε περίπτωση αδείας άνευ αποδοχών, η γερμανική νομοθεσία προβλέπει, αφενός, ότι ο Γερμανός εργαζόμενος εξακολουθεί να υπάγεται στο γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας επί τρεις εβδομάδες. Αφετέρου, για τον υπολογισμό των περιόδων που παρέχουν δικαίωμα επιδόματος ανεργίας, οι περίοδοι για τις οποίες δεν είχε καταβληθεί καμία αμοιβή συνυπολογίζονται, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπερβαίνουν τέσσερις εβδομάδες εκάστη. Σε περίπτωση μεγαλύτερης διάρκειας, η εργασιακή σχέση θεωρείται διακοπείσα από την αρχή της οικείας περιόδου. Επειδή ο M. Garcνa εξακολουθούσε να υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση ασθενείας και, επομένως, να εμπίπτει στον ορισμό του «μισθωτού εργαζομένου» του άρθρου 1, στοιχείο αα, περίπτωση i, του κανονισμού 1408/71 έως το τέλος της 3ης εβδομάδας υπολογιζομένης από την αρχή κάθε μιας από τις δύο περιόδους αδείας, θεωρούσε ότι είχε δικαίωμα οικογενειακών παροχών για το σύνολο της περιόδου την οποία αφορούσε η αίτησή του, περιλαμβανομένων και των δύο περιόδων αδείας.
(67) - Το άρθρο 73 του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3427/89 του Συμβουλίου, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (ΕΕ L 331, σ. 1) έχει τίτλο «Μισθωτοί ή μη μισθωτοί, τα μέλη της οικογένειας των οποίων κατοικούν σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος». Ορίζει ότι ο μισθωτός ή μη μισθωτός που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους δικαιούται, για τα μέλη της οικογένειάς του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τις οικογενειακές παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφος του κράτους αυτού. Όπως παρατήρησε το Δικαστήριο, με την απόφαση M. Garcνa, από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι δεν απονέμει, αφεαυτής, δικαίωμα επί οικογενειακών παροχών. Οι οικογενειακές παροχές χορηγούνται βάσει των εφαρμοστέων εθνικών διατάξεων [βλ. απόφαση της 12ης Ιουνίου 1997 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 15), σκέψη 29].
(68) - Του οποίου το κείμενο επαναλαμβάνεται στο άρθρο 1, στοιχείο ββ, ii της αποφάσεως 3/80 (βλ. πιο πάνω, υποσημείωση 5).
(69) - Βλ. απόφαση της 12ης Ιουνίου 1997 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 15), σκέψη 25.
(70) - Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα La Pergola της 6ης Ιουνίου 1996, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-4/95 και C-5/95 (παρατεθείσες πιο πάνω, υποσημείωση 14), Συλλογή 1997, σ. Ι-513, σημείο 28.
(71) - Βλ. πιο πάνω, υποσημείωση 66 και αντίστοιχο μέρος του κειμένου.
(72) - Βλ. πιο πάνω, υποσημείωση 56 και αντίστοιχο μέρος στο κείμενο.
(73) - Βλ. απόφαση της 12ης Ιουνίου 1997 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 15), σκέψεις 33 έως 36. Παρατηρώ επίσης ότι το Δικαστήριο κατέληξε σε ανάλογα συμπεράσματα για την έννοια του μη μισθωτού εργαζομένου του άρθρου 73 του κανονισμού 1408/71 και σχετικά με το ασυμβίβαστο της ίδιας γερμανικής νομοθεσίας προς τον κανόνα της ίσης μεταχειρίσεως του άρθρου 52 της Συνθήκης, με την προγενέστερη απόφασή του Stφber και Piosa Pereira, μνημονευθείσα προηγουμένως (βλ. πιο πάνω, υποσημείωση 14).
(74) - Βλ. απόφαση της 12ης Ιουνίου 1997 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 15), σκέψη 22.
(75) - Βλ. απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1992, C-153/91, Petit (Συλλογή 1992, σ. Ι-4973), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 2ας Μαου 1996, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-245/94 και C-312/94, Hoever και Zachov (Συλλογή 1996, σ. Ι-4898, σημείο 41).
(76) - Υπενθυμίζω ότι πρόκειται για την επίμαχη διάταξη στις υποθέσεις Stφber και Piosa Pereira και M. Garcνa (βλ. πιο πάνω, υποσημειώσεις 14, 15 και 67 και αντίστοιχα μέρη των προτάσεων).
(77) - Βλ. τις προτάσεις μου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-4/95 και C-5/95 (παρατεθείσες στην υποσημείωση 70), σημείο 31.
(78) - Βλ. απόφαση της 3ης Μαου 1990 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 64, Συλλογή 1990, σ. Ι-1755), σκέψη 10.
(79) - Βλ. απόφαση της 23ης Μαρτίου 1982, 53/81, Levin (Συλλογή 1982, σ. 1035).
(80) - Βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της 3ης Ιουνίυ 1986, 139/85, Kempf (Συλλογή 1986, σ. 1741).
(81) - Βλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 57).
(82) - Βλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 1996 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 47) με την οποία το Δικαστήριο αποφάσισε να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεώς του, δεχόμενο έτσι το σχετικό αίτημα που είχαν υποβάλει οι κυβερνήσεις των κρατών μελών οι οποίες «είχαν παρέμβει» στη διαδικασία, μολονότι αυτές δεν ήσαν σε θέση να αξιολογήσουν, έστω και κατά προσέγγιση, τις χρηματοοικονομικές συνέπειες που θα είχε η απόφαση στη χρηματοδότηση των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως.
(83) - Βλ. πιο πάνω, υποσημειώσεις 37 και 38 και αντίστοιχα μέρη του κειμένου.
Full & Egal Universal Law Academy