Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 H παρούσα υπόθεση, την οποία παρέπεμψε το Kammarrδtt (Διοικητικό Εφετείο), Sundsvall (Σουηδία), αφορά την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του κανονισμού (EOK) 1408/71 (στο εξής: κανονισμός) (1) σχετικά με ένα άτομο στο οποίο καταβαλλόταν σουηδικό γονικό επίδομα και το οποίο ισχυρίζεται ότι δικαιούται βάσει του κανονισμού να συνεχίσει να λαμβάνει το επίδομα αυτό μετά τη μετοίκησή του στη Φινλανδία. Το Δικαστήριο ερωτάται ειδικότερα αν η εφεσείουσα της κύριας δίκης εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού και αν συμβιβάζεται προς τον κανονισμό η διάταξη της σουηδικής νομοθεσίας που απαιτεί ο λαμβάνων γονικό επίδομα να κατοικεί στη Σουηδία.
Σχετικές κοινοτικές διατάξεις
2 Το άρθρο 1 του κανονισμού, καθόσον αφορά την παρούσα υπόθεση, ορίζει τα ακόλουθα:
«Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού:
α) ως "μισθωτός" και "μη μισθωτός" νοείται, αντίστοιχα, κάθε πρόσωπο:
(...)
ii) το οποίο είναι ασφαλισμένο υποχρεωτικά κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους στους οποίους εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, στο πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που καλύπτει όλους τους κατοίκους ή το σύνολο του ενεργού πληθυσμού:
- όταν οι τρόποι διαχειρίσεως ή χρηματοδοτήσεως του συστήματος αυτού επιτρέπουν τον χαρακτηρισμό του ως μισθωτού ή μη μισθωτού
(...)».
3 Το άρθρο 2 τιτλοφορείται «Προσωπικό πεδίο εφαρμογής». Το άρθρο 2, παράγραφος 1, ορίζει τα εξής:
«Ο παρών κανονισμός ισχύει για μισθωτούς ή μη μισθωτούς που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη ή απάτριδες ή πρόσφυγες που κατοικούν στο έδαφος ενός κράτους μέλους, καθώς και για τα μέλη της οικογενείας τους και για τους επιζώντες τους.»
4 Το άρθρο 4 τιτλοφορείται «Πεδίο εφαρμογής καθ' ύλη». Το άρθρο 4, παράγραφος 1, καθόσον αφορά την παρούσα υπόθεση, ορίζει τα εξής:
«1. Ο παρών κανονισμός ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους ακόλουθους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως:
α) παροχές ασθενείας και μητρότητας·
(...)
ζ) παροχές ανεργίας·
(...).»
5 Το άρθρο 13, το οποίο τιτλοφορείται «Γενικοί κανόνες», αποτελεί την πρώτη διάταξη του τίτλου ΙΙ του κανονισμού 1408/71, ο οποίος επιγράφεται «Προσδιορισμός της εφαρμοστέας νομοθεσίας».
6 Το άρθρο 13, παράγραφος 1, ορίζει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη του άρθρου 14γ, τα πρόσωπα για τα οποία ισχύει ο παρών κανονισμός υπόκεινται στη νομοθεσία ενός μόνον κράτους μέλους. Η νομοθεσία αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος τίτλου.»
7 Το άρθρο 14γ περιέχει ειδικούς κανόνες που εφαρμόζονται στα πρόσωπα που ασκούν ταυτόχρονα μισθωτή και μη μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος διαφορετικών κρατών μελών και οι οποίοι δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση.
8 Το άρθρο 13, παράγραφος 2, περιλαμβάνει ορισμένους κανόνες για τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας σε ειδικές περιστάσεις. Οι κανόνες παρατίθενται με την επιφύλαξη των άρθρων 14 έως 17, που αποτελούν το υπόλοιπο του τίτλου ΙΙ και περιέχουν διάφορους ειδικούς κανόνες, από τους οποίους κανένας δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση.
9 Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, ορίζει τα εξής:
«Το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού, ακόμη και αν κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ή αν η επιχείρηση ή ο εργοδότης που το απασχολεί έχει την έδρα της ή την κατοικία του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.»
10 Oι διατάξεις του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχεία ββ έως εε, αφορούν αντιστοίχως τα άτομα που ασκούν μη μισθωτή δραστηριότητα, τα άτομα που ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα σε πλοίο υπό σημαία κράτους μέλους, τους δημοσίους υπαλλήλους και τα άτομα που καλούνται για την εκπλήρωση στρατιωτικής θητείας ή πολιτικής υπηρεσίας.
11 Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, το οποίο προσέθεσε στον κανονισμό 1408/71, με ισχύ από 29 Ιουλίου 1991, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2195/91 (2), ορίζει τα εξής:
«Το άτομο στο οποίο η νομοθεσία κράτους μέλους παύει να έχει εφαρμογή, χωρίς νομοθεσία άλλου κράτους μέλους να καταστεί εφαρμοστέα κι αυτό σύμφωνα με έναν από τους κανόνες που αναφέρονται στα προηγούμενα στοιχεία ή με μία από τις εξαιρέσεις ή ειδικούς κανόνες που αναφέρονται στα άρθρα 14 έως 17, υπόκειται στη νομοθεσία κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής και μόνον της νομοθεσίας.»
12 Το άρθρο 10β του κανονισμού (EOK) 574/72 (3), το οποίο επίσης προστέθηκε με τον κανονισμό 2195/91, τιτλοφορείται «Προβλεπόμενες διατυπώσεις κατ' εφαρμογή του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, του κανονισμού» και ορίζει τα εξής:
«Η ημερομηνία και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η νομοθεσία κράτους μέλους παύει να εφαρμόζεται σε ένα άτομο που αναφέρεται στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, του κανονισμού προσδιορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας αυτής. Η υπηρεσία που ορίζεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, του οποίου η νομοθεσία καθίσταται εφαρμοστέα για το άτομο αυτό, απευθύνεται στην υπηρεσία που έχει ορισθεί από την αρμόδια αρχή του πρώτου κράτους μέλους προκειμένου να γνωστοποιηθεί σ' αυτήν η εν λόγω ημερομηνία.»
13 Το άρθρο 22 του κανονισμού 1408/71, το οποίο έχει εφαρμογή στις παροχές ασθενείας και μητρότητας, προβλέπει, καθόσον αφορά την παρούσα υπόθεση, τα εξής:
«1. Ο μισθωτός ή μη μισθωτός, ο οποίος πληροί τις απαιτούμενες από τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους προϋποθέσεις για να έχει δικαίωμα παροχών, αφού ληφθούν υπόψη ενδεχομένως οι διατάξεις του άρθρου 18, και:
(...)
β) ο οποίος, αφού απέκτησε το δικαίωμα παροχών εις βάρος του αρμοδίου φορέα, έλαβε την έγκριση του φορέα αυτού να επιστρέψει στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί ή να μεταφέρει την κατοικία του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους·
(...)
έχει δικαίωμα:
(...)
ii) παροχών εις χρήμα που καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον φορέα αυτόν. (...)
2. Η έγκριση που απαιτείται, δυνάμει της παραγράφου 1, στοιχείο ββ, δύναται να μην δοθεί μόνον αν διαπιστωθεί ότι η μετακίνηση του ενδιαφερομένου θα εδύνατο να θέσει σε κίνδυνο την κατάσταση της υγείας του ή την εφαρμογή ιατρικής θεραπείας.
(...)»
Το άρθρο 18 αφορά τον συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή κατοικίας που συμπληρώθηκαν υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους και δεν είναι σχετικό με την παρούσα υπόθεση.
14 Το άρθρο 94 του κανονισμού, καθόσον αφορά την παρούσα υπόθεση, ορίζει τα εξής:
«1. Ο παρών κανονισμός δεν δημιουργεί κανένα δικαίωμα παροχών για περίοδο προγενέστερη (...) της ημερομηνίας εφαρμογής του στο έδαφος του ενδιαφερομένου κράτους μέλους (...).
2. Κάθε περίοδος ασφαλίσεως, καθώς και, κατά περίπτωση, κάθε περίοδος απασχολήσεως ή κατοικίας, η οποία [συμπληρώθηκε] υπό τη νομοθεσία κράτους μέλους (...) προ της ημερομηνίας εφαρμογής του παρόντος κανονισμού στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού (...) λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων που γεννώνται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.
3. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1, δικαίωμα γεννάται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, ακόμη και αν αναφέρεται σε γεγονός προ (...) της ημερομηνία εφαρμογής του στο έδαφος του ενδιαφερομένου κράτους μέλους (...).»
15 H Σουηδία και η Φινλανδία προσχώρησαν στις Ευρωπαϋκές Κοινότητες την 1η Ιανουαρίου 1995. Ο κανονισμός 1408/71 και ο κανονισμός 574/72 κατέστησαν, ωστόσο, εφαρμοστέοι και στις δύο αυτές χώρες την 1η Ιανουαρίου 1994, δυνάμει της συμφωνίας για τον Ευρωπαϋκό Οικονομικό Ξώρο (4). Συνεπώς, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης ο κανονισμός δεν ίσχυε ως κοινοτικό νομοθέτημα. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό δεν τέθηκε ούτε από το εθνικό δικαστήριο ούτε από κανέναν από τους διαδίκους που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο. Υπό τις περιστάσεις αυτές, υποθέτω ότι το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι είναι αναγκαία η προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου για να μπορέσει να εκδώσει απόφαση, λόγω του ότι το δικαίωμα της εφεσείουσας της κύριας δίκης επί του σουηδικού οικογενειακού επιδόματος, αν αναγνωριζόταν, θα μπορούσε να συνεχίσει να υφίσταται και μετά την 1η Ιανουαρίου 1995, οπότε το ζήτημα εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.
Η εθνική νομοθεσία
16 Ο νόμος περί κοινωνικής ασφαλίσεως (5) (στο εξής: νόμος) προβλέπει ότι οι Σουηδοί υπήκοοι και όσοι κατοικούν στη Σουηδία ασφαλίζονται βάσει του νόμου. Ο ασφαλισμένος που εγκαταλείπει τη Σουηδία εξακολουθεί να θεωρείται κάτοικος Σουηδίας, αν η διαμονή του στην αλλοδαπή πρόκειται να διαρκέσει το πολύ ένα έτος (6).
17 Ο νόμος προβλέπει ότι εγγράφονται στο ταμείο κοινωνικής ασφαλίσεως όλα τα άτομα που είναι ασφαλισμένα και έχουν συμπληρώσει το 16ο έτος της ηλικίας τους, εφόσον κατοικούν στη Σουηδία (7). Η εγγραφή διέπεται από τις διατάξεις που έχει θεσπίσει ο Riksfφrsδkringsverk (εθνικός οργανισμός κοινωνικής ασφαλίσεως) (8) και οι οποίες προβλέπουν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα.
18 Ένα άτομο θεωρείται ότι είναι κάτοικος Σουηδίας εάν έχει την πραγματική κατοικία του εκεί ή εάν μεταβαίνει στη Σουηδία με πρόθεση είτε να κατοικήσει εκεί μονίμως είτε να διαμείνει επί ένα και πλέον έτος για εργασία ή για σπουδές (9). Ένα άτομο το οποίο έχει δικαίωμα επί των κατά τη σουηδική νομοθεσία παροχών, σύμφωνα με τον κανονισμό 1408/71, θεωρείται κάτοικος Σουηδίας ενόσω έχει δικαίωμα επί των παροχών αυτών, έστω και αν δεν πληροί τις ως άνω προϋποθέσεις περί κατοικίας. Αν ένας ασφαλισμένος μεταβαίνει στην αλλοδαπή με την πρόθεση να διαμείνει εκεί πλέον του έτους, σε περίπτωση που διακινείται προς χώρα του Βορρά, διαγράφεται από το ταμείο κοινωνικής ασφαλίσεως από της ημερομηνίας διαγραφής του από το εθνικό μητρώο πληθυσμού (Folkbokfφring) στη Σουηδία (10). Ωστόσο, αν ένα άτομο που καλύπτεται από τον κανονισμό 1408/71 φύγει από τη Σουηδία προς άλλο κράτος μέλος, διαγράφεται από το ταμείο κοινωνικής ασφαλίσεως αφ' ης το άτομο αυτό καλυφθεί, σύμφωνα με τον κανονισμό, από τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους, έστω και αν προτίθεται να διαμείνει εκεί λιγότερο του έτους.
19 Το κεφάλαιο 4 του νόμου θεσπίζει τους κανόνες περί του δικαιώματος επί του γονικού επιδόματος (fφrδldrapenning). Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ο ασφαλισμένος γονέας που είναι εγγεγραμμένος στο ταμείο κοινωνικής ασφαλίσεως δικαιούται το γονικό επίδομα λόγω γεννήσεως τέκνου επί 450 ημέρες κατ' ανώτατο όριο. Για τις πρώτες 360 ημέρες, το ύψος του επιδόματος εξαρτάται από το προηγούμενο εισόδημα του γονέα, πέραν ενός εγγυημένου κατωτάτου ποσού· για τις τελευταίες 90 ημέρες, το ποσό ισούται προς το εγγυημένο κατώτατο όριο. Το δικαίωμα λήψεως του επιδόματος για ποσό άνω του εγγυημένου κατωτάτου για τις πρώτες 180 ημέρες εξαρτάται από ορισμένες προϋποθέσεις που αφορούν την υπαγωγή στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως πριν από την γέννηση του τέκνου· περαιτέρω, το επίδομα καταβάλλεται ανεξάρτητα από το πότε ο αιτών κατέστη κάτοικος Σουηδίας, εφόσον το τέκνο δεν έχει συμπληρώσει το όγδοο έτος της ηλικίας του. Μολονότι ο νόμος δεν περιέχει διατάξεις που να ορίζουν ευθέως το χρονικό διάστημα κατά το οποίο το επίδομα μπορεί να καταβάλλεται σε ασφαλισμένο που κατοικεί στην αλλοδαπή, σύμφωνα με το εθνικό δικαστήριο, από την προϋπόθεση περί εγγραφής προκύπτει ότι ένα άτομο παύει να είναι ασφαλισμένο και να έχει δικαίωμα, μεταξύ άλλων, γονικού επιδόματος, στην περίπτωση κατά την οποία η παραμονή στην αλλοδαπή διαρκεί πλέον του έτους ή, και νωρίτερα, εφόσον το άτομο αυτό καλύπτεται από τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους. Για το γονικό επίδομα δεν καταβάλλονται εισφορές.
20 Η Σουηδική Κυβέρνηση θέτει με τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις της το ερώτημα αν το γονικό επίδομα αποτελεί επίδομα μητρότητας ή πρέπει μάλλον να θεωρηθεί οικογενειακό επίδομα, οπότε το άρθρο 22 του κανονισμού 1408/71 δεν έχει εφαρμογή. Εφόσον όμως το ζήτημα του ορθού χαρακτηρισμού του επιδόματος δεν τέθηκε από το εθνικό δικαστήριο και εφόσον από τις γραπτές παρατηρήσεις της Σουηδικής Κυβερνήσεως προκύπτει ότι, κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος της συμφωνίας για τον Ευρωπαϋκό Οικονομικό Ξώρο, όταν τέθηκε σε ισχύ στη Σουηδία ο κανονισμός 1408/71, το γονικό επίδομα κοινοποιήθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 97 ως επίδομα μητρότητας και δεν αναφέρεται πουθενά ότι η κοινοποίηση αυτή αντικαταστάθηκε, θα θεωρήσω, για τους σκοπούς των προτάσεων αυτών, ότι το γονικό επίδομα αποτελεί επίδομα μητρότητας για τους σκοπούς του κανονισμού 1408/71.
Τα πραγματικά περιστατικά και η κύρια δίκη
21 Η Anne Kuusijδrvi, φινλανδικής ιθαγενείας, εργάστηκε στη Σουηδία επί ένδεκα μήνες, με τελευταία ημέρα εργασίας την 10η Φεβρουαρίου 1993. Εν συνεχεία, της καταβλήθηκε επίδομα ανεργίας μέχρι τη γέννηση του τέκνου της την 1η Φεβρουαρίου 1994, οπότε απέκτησε δικαίωμα επιδόματος τέκνου και γονικού επιδόματος. Την 1η Ιουλίου 1994, μετοίκησε στη Φινλανδία όπου εξακολούθησε να είναι άνεργη. Στις 2 Ιουλίου 1994 διαγράφηκε από το σουηδικό ταμείο κοινωνικής ασφαλίσεως και από την ημερομηνία αυτή σταμάτησε η καταβολή του γονικού επιδόματος.
22 Η Anne Κuusijδrvi υπέβαλε αίτηση για να συνεχίσει να λαμβάνει το σουηδικό επίδομα μετά τη μετοικεσία της στη Φινλανδία, η οποία όμως απορρίφθηκε από το ταμείο κοινωνικής ασφαλίσεως του νομού Norrbotten. Το Lδnstrδtt (διοικητικό δικαστήριο) του Norrbotten απέρριψε την προσφυγή της, κρίνοντας ότι οι σχετικές διατάξεις του κανονισμού 1408/71 και του κανονισμού 574/72 είχαν την έννοια ότι είχε δικαίωμα επί των σουηδικών παροχών βάσει του κανονισμού 1408/71 ενόσω πληρούνταν οι προϋποθέσεις καταβολής βάσει των σουηδικών κανόνων· σύμφωνα με τους κανόνες, μεταξύ άλλων, περί διαγραφής από το σουηδικό ταμείο κοινωνικής ασφαλίσεως μετά τη μετοικεσία της από τη Σουηδία, δεν είχε δικαίωμα για συνέχιση της εισπράξεως του γονικού επιδόματος μετά την 1η Ιουλίου 1994. Η Anne Kuusijδrvi άσκησε έφεση ενώπιον του Kammarrδtt i Sundsvall, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Έχει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 εφαρμογή επί ατόμου το οποίο, πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού αυτού εντός της Σουηδίας, μετοίκησε από τη Φινλανδία στη Σουηδία όπου και εργάστηκε, αλλά το οποίο δεν εργαζόταν στη Σουηδία όταν ο κανονισμός τέθηκε σε ισχύ εντός της Σουηδίας και δεν έφθασε στη Σουηδία ως άνεργος αφότου ο κανονισμός κατέστη εφαρμοστέος στη Σουηδία, αλλ' απλώς κατοικούσε εκεί κατά το χρονικό αυτό σημείο ως άνεργος αφού είχε προηγουμένως συμπληρώσει περίοδο απασχολήσεως και ελάμβανε σουηδικό επίδομα ανεργίας; Μπορεί δηλαδή ένα άτομο, με αυτά τα δεδομένα, να ισχυρισθεί ότι, μετά την 1η Ιανουαρίου 1994, καλύπτεται, βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, από τη σουηδική νομοθεσία όσον αφορά το δικαίωμα επί σουηδικών κοινωνικοασφαλιστικών παροχών υπό τη μορφή γονικού επιδόματος (fφrδldrapenning);
Αν στο ερώτημα αυτό δοθεί καταφατική απάντηση, ζητείται απάντηση και στα ακόλουθα ερωτήματα:
2) Έχει το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, σε συνδυασμό με το άρθρο 10β του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72, την έννοια ότι δεν απαγορεύεται η εκ μέρους κράτους μέλους θέσπιση προϋποθέσεως περί κατοικίας εντός της χώρας για να μπορεί ένα άτομο, το οποίο έπαυσε να εργάζεται εκεί, να εξακολουθεί να καλύπτεται από τη νομοθεσία του κράτους αυτού όσον αφορά τις χρηματικές παροχές μητρότητας;
3) Έχει το άρθρο 22 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 την έννοια ότι ένα άτομο που έχει αρχίσει να λαμβάνει χρηματικές παροχές μητρότητας εντός του αρμόδιου κράτους εξακολουθεί να δικαιούται, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού, τις εν λόγω χρηματικές παροχές όταν μετοικεί σε άλλο κράτος μέλος μόνον υπό τον όρον ότι το εν λόγω άτομο πληροί όλες τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι διατάξεις της νομοθεσίας που εφαρμόζει το αρμόδιο κράτος, περιλαμβανομένης δηλαδή της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις αυτές προϋποθέσεως ότι το ενδιαφερόμενο άτομο πρέπει να κατοικεί στο έδαφός του, ή πρέπει το άρθρο 22 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το δικαίωμα αυτό υφίσταται ενόσω το εν λόγω άτομο πληροί όλες τις προϋποθέσεις της εθνικής νομοθεσίας του κράτους από το οποίο μετοικεί εκτός από την προϋπόθεση περί κατοικίας;»
23 Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο Riksfφrsδkringsverk, η Επιτροπή και η Φινλανδική, η Ολλανδική, η Νορβηγική και η Σουηδική Κυβέρνηση. Οι διάδικοι αυτοί, εξαιρουμένης της Νορβηγικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπήθηκαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
Το πρώτο ερώτημα
24 Το πρώτο ερώτημα αφορά το αν ο κανονισμός έχει εφαρμογή σε άτομο το οποίο δεν εργαζόταν στη Σουηδία όταν ο κανονισμός τέθηκε σε ισχύ εκεί, αλλά κατοικούσε στη Σουηδία ως άνεργος με δικαίωμα, στηριζόμενο σε προηγούμενη απασχόληση εκεί, να λαμβάνει επίδομα ανεργίας. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το ερώτημα τέθηκε μάλλον λόγω αμφιβολιών περί του αν, υπό τις περιστάσεις αυτές, η εφεσείουσα της κύριας δίκης εμπίπτει στον ορισμό του «μισθωτού» των άρθρων 1, στοιχείο αα, και 2, παράγραφος 1, παρά λόγω του ότι τα πραγματικά περιστατικά χρονολογούνται πριν από την προσχώρηση της Σουηδίας στην Κοινότητα.
25 Συνομολογείται απ' όλους όσους κατέθεσαν παρατηρήσεις ότι ο κανονισμός έχει εφαρμογή υπό τις περιστάσεις αυτές, μολονότι οι λόγοι τους οποίους παραθέτουν είναι ελαφρώς διαφορετικοί.
26 Η εφεσείουσα της κύριας δίκης δεν κατέθεσε παρατηρήσεις· η άποψή της ωστόσο μπορεί να συναχθεί από τη διάταξη περί παραπομπής. Φαίνεται ότι υποστήριξε ενώπιον του Kammarrδtt ότι ο κανονισμός είχε εφαρμογή λόγω της απασχολήσεώς της και λόγω της μετέπειτα περιόδου ανεργίας της στη Σουηδία προτού ο κανονισμός τεθεί σε ισχύ στο κράτος αυτό.
27 Το Riksfφrsδkringsverk αναφέρεται στην αρχή που καθιέρωσε το Δικαστήριο ότι η έννοια του μισθωτού αποτελεί έννοια του κοινοτικού δικαίου, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως ώστε να διασφαλίζεται στο μέγιστο βαθμό η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας. Το σχετικό κριτήριο είναι αν ένα άτομο καλύπτεται από την κοινωνικοασφαλιστική νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους (11).
28 Η Σουηδική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι, προτού ο κανονισμός τεθεί σε ισχύ, η εφεσείουσα της κύριας δίκης είχε εργαστεί στη Σουηδία επί ένδεκα μήνες και κατόπιν έλαβε επίδομα ανεργίας. Επομένως, καλυπτόταν από τη σουηδική κοινωνική ασφάλιση και ενέπιπτε συνεπώς στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού.
29 Η Φινλανδική Κυβέρνηση αναφέρει το άρθρο 2 του κανονισμού, το οποίο ορίζει ότι ο κανονισμός ισχύει «για μισθωτούς ή μη μισθωτούς που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη», και το άρθρο 1, στοιχείο αα, σημείο i, το οποίο ορίζει περαιτέρω ότι ως «μισθωτός» νοείται το πρόσωπο το οποίο υπάγεται σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως για μισθωτούς. Το Δικαστήριο έχει περαιτέρω κρίνει ότι ο όρος «εργαζόμενος» δεν περιορίζεται στους εργαζομένους που ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα (12). Ο κανονισμός καλύπτει συνεπώς ένα άτομο που λαμβάνει επίδομα ανεργίας κατά τον χρόνο που κατέστη εφαρμοστέος στο οικείο κράτος μέλος.
30 Η Νορβηγική Κυβέρνηση αναφέρει το άρθρο 94, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού, το οποίο προβλέπει ότι κάθε περίοδος ασφαλίσεως και απασχολήσεως που συμπληρώθηκε υπό τη νομοθεσία κράτους μέλους πριν από την ημερομηνία ενάρξεως της εφαρμογής του στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό των δικαιωμάτων που γεννώνται σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό και ότι δικαίωμα γεννάται έστω και αν αφορά γεγονός προ της ημερομηνίας αυτής.
31 Η Oλλανδική Κυβέρνηση αναφέρει ότι η έννοια του «εργαζομένου» περιλαμβάνει, σύμφωνα με τον ευρύ ορισμό που της δίδει το Δικαστήριο, «κάθε πρόσωπο το οποίο (...) έχει την ιδιότητα του ασφαλισμένου βάσει της νομοθεσίας της κοινωνικής ασφαλίσεως ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών» (13). Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να καθορίσει αν η εφεσείουσα της κύριας δίκης υπάγεται στο σουηδικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, ώστε να περιλαμβάνεται στην έννοια αυτή και να εμπίπτει στον ορισμό του «μισθωτού» του άρθρου 1, στοιχείο αα, σημείο ii.
32 Η Επιτροπή αναφέρει το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού, το οποίο ορίζει ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του οι μισθωτοί που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός κράτους μέλους. Δεδομένου ότι η εφεσείουσα της κύριας δίκης υπαγόταν στη σουηδική νομοθεσία ενόσω εργαζόταν και ενόσω ελάμβανε επίδομα ανεργίας και κατόπιν γονικό επίδομα, η Επιτροπή συνάγει από αυτό ότι η εφεσείουσα της κύριας δίκης είναι «μισθωτός» για τους σκοπούς του κανονισμού. Το γεγονός ότι η εφεσείουσα της κύριας δίκης δεν ασκούσε επαγγελματική δραστηριότητα όταν απέκτησε δικαίωμα γονικού επιδόματος δεν επηρεάζει το συμπέρασμα αυτό: η Επιτροπή παραπέμπει στον ορισμό του «μισθωτού» του άρθρου 1, στοιχείο αα, και στην απόφαση Pierik (14) και επισημαίνει ότι η εφεσείουσα της κύριας δίκης, εφόσον της καταβλήθηκε επίδομα ανεργίας και γονικό επίδομα στη Σουηδία, πρέπει να ήταν ασφαλισμένη κατά των σχετικών κινδύνων, σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο αα.
33 Κατά τη γνώμη μου, από τον συνδυασμό των άρθρων 1, στοιχείο αα, και 2, παράγραφος 1, προκύπτει ότι ο κανονισμός έχει εφαρμογή, μεταξύ άλλων, σε κάθε άτομο που είναι ασφαλισμένο για έναν ή περισσοτέρους κινδύνους καλυπτομένους από τους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως τους οποίους αφορά ο κανονισμός, στο πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως καλύπτοντος όλους τους κατοίκους, και το οποίο υπάγεται ή υπήχθη στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών. Αυτοί οι κλάδοι κοινωνικής ασφαλίσεως περιλαμβάνουν τα επιδόματα μητρότητας και ανεργίας. Το εθνικό δικαστήριο είναι, υποθέτω, σε θέση να καθορίσει αν, όπως φαίνεται, κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού στη Σουηδία η εφεσείουσα της κύριας δίκης ήταν, κατά τα ανωτέρω, ασφαλισμένη και υπαγόταν στη νομοθεσία κράτους μέλους, δεδομένου ότι ελάμβανε ειδικό επίδομα και ήταν κάτοικος Σουηδίας. Αν αυτό ισχύει, είναι σαφές ότι εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Αν χρειαζόταν περαιτέρω στήριξη της απόψεως αυτής, μπορεί να αναζητηθεί στο άρθρο 94, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού και στην απόφαση Pierik του Δικαστηρίου.
34 Η απόφαση Pierik αφορούσε την ερμηνεία του όρου «εργαζόμενος» ο οποίος, στο κείμενο του κανονισμού, ως είχε κατά τον χρόνο που εξετάστηκε από το Δικαστήριο (15), οριζόταν στο άρθρο 1, στοιχείο αα, ως «κάθε πρόσωπο το οποίο είναι ασφαλισμένο δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων» που καλύπτονται από σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως όπως αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 1, στοιχείο αα, σημεία i, ii ή iii. Ο ορισμός αυτός είναι σχεδόν πανομοιότυπος με τον ορισμό του «μισθωτού» στο άρθρο 1, στοιχείο αα, του κειμένου του κανονισμού όπως έχει σήμερα. Το Δικαστήριο είπε τα εξής:
«Ένας τέτοιος ορισμός, διδόμενος "για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού", έχει γενική εφαρμογή και καλύπτει, ενόψει αυτής της σκέψεως, κάθε πρόσωπο το οποίο, ασκώντας ή μη επαγγελματική δραστηριότητα, έχει την ιδιότητα του ασφαλισμένου βάσει της νομοθεσίας κοινωνικής ασφαλίσεως ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών. Από αυτό έπεται ότι οι δικαιούχοι συντάξεως οφειλόμενης βάσει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, ακόμη και αν δεν ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα, [εμπίπτουν], λόγω της υπαγωγής σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, στις διατάξεις του κανονισμού που αφορούν τους "εργαζόμενους", εκτός αν αποτελούν αντικείμενο ειδικών διατάξεων που θεσπίστηκαν γι' αυτούς» (16).
35 Επομένως, καταλήγω ότι ένα άτομο που τελεί στην κατάσταση της εφεσείουσας της κύριας δίκης εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο του κανονισμού.
Το δεύτερο ερώτημα
36 Με το δεύτερο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, έχει την έννοια ότι επιτρέπεται σε κράτος μέλος να αξιώνει από άτομο που έπαυσε να εργάζεται στο κράτος αυτό να κατοικεί εκεί, προκειμένου να εξακολουθεί να καλύπτεται από την κοινωνικοασφαλιστική νομοθεσία του κράτους αυτού. Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, προβλέπει ότι το άτομο στο οποίο η νομοθεσία κράτους μέλους παύει να έχει εφαρμογή, χωρίς η νομοθεσία άλλου κράτους μέλους να καταστεί εφαρμοστέα σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙ του κανονισμού, υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί.
Επιχειρήματα των διαδίκων
37 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η εφεσείουσα της κύριας δίκης ισχυρίστηκε ενώπιον του Κammarrδtt κυρίως ότι, λόγω της προηγουμένης απασχολήσεώς της στη Σουηδία και του συνακόλουθου δικαιώματός της επιδόματος ανεργίας, από το άρθρο 13 προέκυπτε ότι, μολονότι κατοικούσε σε άλλο κράτος μέλος, καλυπτόταν από τη σουηδική νομοθεσία έως ότου έπαυε η νομοθεσία αυτή να έχει εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ. Η εφεσείουσα της κύριας δίκης φρονεί ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, σε συνδυασμό με το άρθρο 10β του κανονισμού 574/72, δεν επιτρέπει στη Σουηδία να προβάλλει την απαίτηση περί κατοικίας, η οποία κατά την άποψή της σημαίνει ότι ως άνεργη απώλεσε το δικαίωμα επί του γονικού επιδόματος αμέσως μόλις μετοίκησε στη Φινλανδία, χωρίς να έχει καλυφθεί από τη φινλανδική νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως βάσει του κανονισμού.
38 Ο Riksfφrsδkringsverk αναφέρει ότι, σύμφωνα με το γράμμα του άρθρου 10β του κανονισμού 574/72, η ημερομηνία και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η νομοθεσία κράτους μέλους παύει να εφαρμόζεται σε ένα άτομο που αναφέρεται στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, προσδιορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας αυτής. Οι σουηδικοί κανόνες ορίζουν ότι ο ασφαλισμένος ο οποίος μετοικεί σε άλλο κράτος του Βορρά παύει να έχει ασφαλιστική κάλυψη από της ημερομηνίας της μετοικήσεως. Ο Riksfφrsδkringsverk φρονεί ότι αυτό αποτελεί έγκυρη προϋπόθεση, εφόσον έχει εφαρμογή στους υπηκόους όλων των κρατών μελών.
39 Η Σουηδική Κυβέρνηση, αντιθέτως, φρονεί ότι εφαρμοστέα διάταξη αποτελεί το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα (το οποίο ορίζει ότι εφαρμοστέα νομοθεσία είναι εκείνη του κράτους μέλους όπου ασκείται η μισθωτή δραστηριότητα), και όχι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ. Η Σουηδική Κυβέρνηση παραπέμπει στην απόφαση του Δικαστηρίου Ten Holder (17), η οποία ώθησε στην τροποποίηση του κανονισμού 1408/71, με την οποία προστέθηκε το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ (18). Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι ένας εργαζόμενος, που έπαυσε να ασκεί δραστηριότητα σε κράτος μέλος και μετοίκησε σε άλλο κράτος μέλος χωρίς να εργάζεται εκεί, εξακολουθούσε να υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους μέλους της τελευταίας απασχολήσεως, ανεξάρτητα από το χρονικό διάστημα που παρήλθε μετά τη διακοπή της δραστηριότητας. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση Twomey (19) ότι μόνον οι εργαζόμενοι που σταμάτησαν οριστικά κάθε επαγγελματική δραστηριότητα εκφεύγουν του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα. Η Σουηδική Κυβέρνηση φρονεί ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, προοριζόταν να καλύψει αυτήν την τελευταία κατάσταση· δεν έχει εφαρμογή στα άτομα που έχουν προσωρινώς διακόψει την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, επί παραδείγματι για προσωρινούς λόγους υγείας. Για τα άτομα αυτά, η εφαρμοστέα νομοθεσία καθορίζεται βάσει του γενικού κανόνα, ήτοι του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, εφόσον δεν υφίσταται κάποια ειδική περίσταση λόγω της οποίας πρέπει να εφαρμοστεί άλλος κανόνας του τίτλου ΙΙ. Η Σουηδική Κυβέρνηση καταλήγει ότι άτομο που τελεί στην κατάσταση της εφεσείουσας της κύριας δίκης καλύπτεται από τη νομοθεσία του κράτους όπου απασχολήθηκε για τελευταία φορά και συνεπώς από τη νομοθεσία της Σουηδίας εν προκειμένω. Η νομοθεσία αυτή εξαρτά το δικαίωμα γονικού επιδόματος από την προϋπόθεση περί κατοικίας. Η Σουηδική Κυβέρνηση δέχεται ότι η προϋπόθεση αυτή δεν μπορεί να ισχύει στην περίπτωση κατά την όποια, όπως κατά την άποψή της συμβαίνει εν προκειμένω, έχει εφαρμογή το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα (20).
40 Η Νορβηγική Κυβέρνηση αναφέρει την αρχή που καθιερώθηκε με πολλές αποφάσεις του Δικαστηρίου ότι ο σκοπός της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων θα ματαιωνόταν αν οι διακινούμενοι εργαζόμενοι έχαναν τα επιδόματα που λαμβάνουν υπό τη νομοθεσία κράτους μέλους, λόγω της διακινήσεως αυτής. Η απόφαση Ten Holder έχει ως συνέπεια ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, έχει εφαρμογή και η εφεσείουσα της κύριας δίκης εξακολουθεί να καλύπτεται από τη σουηδική νομοθεσία έως ότου το δικαίωμά της επί των επιδομάτων παύσει να υφίσταται για άλλους λόγους πέραν της αλλαγής κατοικίας, δεδομένου ότι η προϋπόθεση περί κατοικίας δεν μπορεί να αντιταχθεί σε εργαζόμενο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα (21). Η Νορβηγική Κυβέρνηση φρονεί ότι από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, προκύπτει ότι το άρθρο αυτό είναι δευτερεύον σε σχέση με όλες τις άλλες διατάξεις του τίτλου ΙΙ και εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που έχει λήξει η περίοδος καταβολής επιδομάτων από το κράτος της τελευταίας απασχολήσεως. Αν ένα κράτος μέλος ήταν ελεύθερο να αποφασίζει ότι η νομοθεσία του παύει να έχει εφαρμογή σε εργαζόμενο που μετοίκησε από το κράτος αυτό, ενώ είχε δικαίωμα επιδομάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στο εν λόγω κράτος, προτού όμως αποκτήσει δικαίωμα τέτοιων επιδομάτων στο κράτος στο οποίο μετοίκησε, το πρώτο κράτος θα μπορούσε, αφενός, να επιβάλλει διακοπή των κοινωνικοασφαλιστικών δικαιωμάτων τα οποία το κοινοτικό δίκαιο θέλησε να προστατεύσει και, αφετέρου, να εφαρμόζει τις διατάξεις του κανονισμού μόνον εφόσον πληρούνται βάσει των εθνικών κανόνων οι προϋποθέσεις για κάλυψη και για καταβολή των επιδομάτων, πράγμα το οποίο είναι αντίθετο προς το συνολικό σύστημα του κανονισμού. Τέλος, η Νορβηγική Κυβέρνηση φρονεί ότι το άρθρο 10β του κανονισμού 574/72 αποτελεί έναν εκτελεστικό διοικητικό κανόνα και δεν μπορεί να προβάλλεται το άρθρο αυτό ως αυτοτελής νομική διάταξη με άμεσες και επιζήμιες συνέπειες για το ενδιαφερόμενο άτομο: ειδικότερα, δεν μπορεί να επιτρέπει σ' ένα κράτος μέλος να θεσπίζει για τα άτομα που λαμβάνουν επιδόματα και εξακολουθούν να κατοικούν στο αρμόδιο κράτος διαφορετικές προϋποθέσεις απ' ό,τι για τους εργαζομένους που μετοικούν σε άλλα κράτη μέλη.
41 Η Επιτροπή φρονεί ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, δεν κατέστησε την απόφαση Ten Holder άνευ αντικειμένου: αντιθέτως, η συμπληρωματική αυτή διάταξη εφαρμόζεται μόνον από την ημερομηνία κατά την οποία λήγει το δικαίωμα επιδόματος καταβαλλομένου από το άλλο κράτος και καθορίζει τη νομοθεσία που εφαρμόζεται εφεξής. Τούτο δεν ισχύει όταν το ενδιαφερόμενο άτομο έχει διακόψει κάθε επαγγελματική δραστηριότητα (βλ. τις αποφάσεις Noij (22), Daalmeijer (23) και Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών (24)), αλλά αυτό δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση: δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η εφεσείουσα της κύριας δίκης έχει οριστικώς σταματήσει κάθε επαγγελματική δραστηριότητα απλώς και μόνον διότι προσωρινώς αφιερώνεται στην ανατροφή του τέκνου της.
42 Η Φινλανδική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι με την απόφαση Ten Holder το Δικαστήριο επεξέτεινε το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, στον εργαζόμενο ο οποίος σταμάτησε να εργάζεται, ανεξάρτητα από το χρονικό διάστημα που παρήλθε μετά την τελευταία απασχόληση· με μεταγενέστερες αποφάσεις, ωστόσο, το πεδίο εφαρμογής περιορίστηκε, ούτως ώστε να μην έχει εφαρμογή στα άτομα τα οποία σταμάτησαν οριστικά να εργάζονται (25). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το ζήτημα της εφαρμοστέας νομοθεσίας διέπεται από το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ. Η Φινλανδική Κυβέρνηση φρονεί ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υπάρχει μόνιμη παύση εργασίας και υποστηρίζει ότι το άρθρο αυτό έχει εφαρμογή στην περίπτωση που μπορεί να συναχθεί βάσει αντικειμενικών λόγων ότι ο εργαζόμενος σταμάτησε οριστικά να εργάζεται σε ένα κράτος και μετοίκησε σε άλλο· αυτό μπορεί να συμβαίνει και για λόγους άλλους πέραν της συνταξιοδοτήσεως. Το εν λόγω άρθρο όμως δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως επιτρέπον σε ένα κράτος μέλος να αποφασίζει ελεύθερα σε ποιο χρονικό σημείο η νομοθεσία του παύει να έχει εφαρμογή υπό την έννοια της διατάξεως αυτής· το ζήτημα της εφαρμοστέας νομοθεσίας πρέπει πάντοτε να λύεται με αναφορά στους κανόνες του τίτλου ΙΙ. Ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση δεν είναι αποφασιστικό το αν έχει ή όχι εφαρμογή το άρθρο 13, παράγραφος, στοιχείο σττ· αυτό που είναι αποφασιστικό είναι ότι η Σουηδία ήταν το αρμόδιο κράτος κατά τον χρόνο χορηγήσεως του επίμαχου επιδόματος, οπότε, όποια και αν είναι η εφαρμοστέα νομοθεσία, το άρθρο 22 απαγορεύει στη Σουηδία να προβάλλει την προϋπόθεση περί κατοικίας για να αμφισβητήσει το δικαίωμα της εφεσείουσας της κύριας δίκης επί του επιδόματος αυτού: η Φινλανδική Κυβέρνηση ασχολήθηκε με το σημείο αυτό στις παρατηρήσεις της επί του τρίτου ερωτήματος.
43 Η Ολλανδική Κυβέρνηση φρονεί ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, περιέχει ένα ρητό κανόνα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, ο οποίος εφαρμόζεται σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση και σημαίνει ότι η νομολογία από την οποία μπορεί να προκύπτει ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, ειδικότερα η απόφαση Twomey, έχει καταστεί έωλη. Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία ένα άτομο έχει οριστικά διακόψει τις δραστηριότητές του σ' ένα κράτος μέλος και κατοικεί σε άλλο. Ωστόσο, δεν περιορίζεται σε συνταξιούχους, αλλά καλύπτει οποιονδήποτε διακόπτει οριστικά την αμειβόμενη απασχόλησή του σε συγκεκριμένο κράτος. Ο συνιστάμενος στην εργασία σύνδεσμος παύει να υφίσταται στην περίπτωση αυτή και το κράτος μπορεί - όπως προκύπτει από το άρθρο 10β - να καθορίζει αν και υπό ποιες προϋποθέσεις τα άτομα αυτά εξακολουθούν να υπάγονται στην κοινωνικοασφαλιστική νομοθεσία τους. Η Ολλανδική Κυβέρνηση φρονεί ότι, για τον καθορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας, μεταξύ των προϋποθέσεων αυτών μπορεί να περιλαμβάνεται και η προϋπόθεση περί κατοικίας, οπότε η σουηδική νομοθεσία δεν έχει πλέον εφαρμογή στην εφεσείουσα της κύριας δίκης αφότου μετοίκησε στη Φινλανδία. Η Ολλανδική Κυβέρνηση φρονεί, ωστόσο, ότι το συμπέρασμά της σε σχέση με την εφαρμοστέα νομοθεσία δεν σημαίνει ότι το δικαίωμα της εφεσείουσας της κύριας δίκης επί του γονικού επιδόματος έπαυσε να ισχύει όταν επέστρεψε στη Φινλανδία: το ζήτημα αυτό διέπεται από το άρθρο 22, το οποίο εξετάζει στο πλαίσιο του τρίτου ερωτήματος.
Το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ
44 Το άρθρο 13 αποτελεί την πρώτη διάταξη του τίτλου ΙΙ του κανονισμού 1408/71 ο οποίος τιτλοφορείται «Προσδιορισμός της εφαρμοστέας νομοθεσίας». Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι οι διατάξεις του τίτλου ΙΙ συνιστούν ένα πλήρες και ενιαίο σύστημα κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, σκοπός του οποίου είναι να διασφαλίζεται ότι οι διακινούμενοι εντός της Κοινότητας εργαζόμενοι θα υπάγονται στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ενός μόνον κράτους μέλους, ώστε να αποφεύγονται η σώρευση εφαρμοστέων εθνικών νομοθεσιών και οι εντεύθεν δυνάμενες να προκύψουν περιπλοκές (26).
45 Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, προστέθηκε στον κανονισμό 1408/71 με τον κανονισμό 2195/91 (27). Η τρίτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού 2195/91 έχει ως εξής:
«[Εκτιμώντας] ότι κρίθηκε απαραίτητο, μετά την έκδοση της από 12 Ιουνίου 1986 αποφάσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στην υπόθεση 302/84 (Ten Holder), να εισαχθεί ένα στοιχείο σττ στο άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, προκειμένου να προσδιοριστεί η νομοθεσία που εφαρμόζεται στα άτομα στα οποία παύει να εφαρμόζεται νομοθεσία κράτους μέλους χωρίς να εφαρμόζεται γι' αυτά η νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, σύμφωνα με έναν από τους κανόνες που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο 2 του άρθρου 13 ή μία από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 14 έως 17 (...).»
46 Συνεπώς, στην απόφαση του Δικαστηρίου Ten Holder (28) μπορούν να αναζητηθούν οι κατευθύνσεις όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής και τον σκοπό του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ. Δεδομένου όμως ότι η απόφαση Ten Holder εφάρμοσε μια αρχή που έθεσε προηγουμένως το Δικαστήριο με την απόφαση Coppola (29), η απόφαση αυτή αποτελεί ίσως καλύτερη αφετηρία.
47 Και οι δύο υποθέσεις αφορούσαν το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, το οποίο περιέχει τον κύριο κανόνα του τίτλου ΙΙ περί της lex loci laboris, ήτοι ότι το άτομο που απασχολείται στο έδαφος κράτους μέλους υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους αυτού έστω και αν κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.
48 Η υπόθεση Coppola αφορούσε τη νομοθεσία που ήταν εφαρμοστέα σε εργαζόμενο ο οποίος είχε απασχοληθεί αρχικά στο Ηνωμένο Βασίλειο και κατόπιν στην Ιταλία, προτού ασθενήσει. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, μολονότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, δεν ανέφερε ρητά την περίπτωση εργαζομένου που δεν απασχολείται κατά τον χρόνο που ζητεί να του χορηγηθούν παροχές λόγω ασθενείας, το άρθρο αυτό έπρεπε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αναφέρεται, ενδεχομένως, στη νομοθεσία του κράτους στο έδαφος του οποίου ο εργαζόμενος απασχολήθηκε για τελευταία φορά (30).
49 Η υπόθεση Ten Holder αφορούσε μια Ολλανδή υπήκοο η οποία εργαζόταν στη Γερμανία όταν κατέστη ανίκανη προς εργασία και απέκτησε δικαίωμα παροχής λόγω ασθενείας. Το άτομο αυτό επέστρεψε και εγκαταστάθηκε στις Κάτω Ξώρες· εν συνεχεία, η γερμανική παροχή λόγω ασθενείας έπαυσε να καταβάλλεται, λόγω παρελεύσεως του μέγιστου χρόνου καταβολής της. Το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας την απόφαση Coppola, έκρινε ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, έχει την έννοια ότι ο εργαζόμενος ο οποίος έπαυσε να ασκεί δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους και δεν απασχολείται σε άλλο κράτος μέλος εξακολουθεί να υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους της τελευταίας απασχολήσεώς του, ανεξάρτητα από τον χρόνο που παρήλθε από τη λήξη της εν λόγω απασχολήσεως και το τέλος της εργασιακής σχέσεως (31).
50 Η εφαρμογή αυτής της εμφανώς πολύ ευρείας κρίσεως περιορίστηκε με τρεις μετέπειτα αποφάσεις. Με την απόφαση Noij (32), το Δικαστήριο έκρινε ότι ούτε το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, ούτε κάποια άλλη διάταξη του τίτλου ΙΙ είχε εφαρμογή σε εργαζόμενο ο οποίος συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα και συνεπώς σταμάτησε οριστικά να εργάζεται. Με το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, επιδιώκεται ειδικότερα η επίλυση των μεταξύ των νομοθεσιών συγκρούσεων που μπορούν να ανακύψουν όταν, κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, ο τόπος κατοικίας και ο τόπος εργασίας δεν βρίσκονται στο ίδιο κράτος μέλος: τέτοιες συγκρούσεις δεν μπορούν πλέον να υπάρξουν όσον αφορά τους εργαζομένους που έχουν σταματήσει οριστικά κάθε επαγγελματική δραστηριότητα (33). Η αρχή αυτή επικυρώθηκε με την απόφαση Daalmeijer (34), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, το οποίο ορίζει ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι υπόκεινται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται η υπηρεσία που τους απασχολεί, δεν έχει εφαρμογή στα άτομα τα οποία έχουν οριστικά παύσει να ασκούν κάθε είδους επαγγελματική δραστηριότητα (35), και με την απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών (36), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, δεν έχει εφαρμογή σε προώρως συνταξιοδοτηθέντες εργαζομένους (37).
51 Τέλος, η απόφαση Twomey (38) αφορούσε μια Βρετανή υπήκοο που εργάστηκε και κατοίκησε για ορισμένο χρόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο, σταμάτησε την εργασία της και μετοίκησε στην Ιρλανδία όπου δεν εργαζόταν. Μερικούς μήνες μετά τη μετάβασή της στην Ιρλανδία έλαβε πιστοποιητικό ανικανότητας προς εργασία και ζήτησε να λάβει επίδομα ασθενείας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά τον χρόνο της αιτήσεως ήταν είκοσι ετών. Στο προδικαστικό ερώτημα δεν αναφέρθηκε το άρθρο 13, αλλά η Γερμανική Κυβέρνηση υποστήριξε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, δεν είχε εφαρμογή στα άτομα που τελούν στην κατάσταση της Twomey, στο μέτρο που δεν είχε πλέον απασχόληση στο Ηνωμένο Βασίλειο. Επομένως, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, η Twomey υπόκειτο στη νομοθεσία του κράτους κατοικίας. Το Δικαστήριο απέρριψε την άποψη αυτή, επικυρώνοντας την αρχή που τέθηκε με την απόφαση Holder ότι ο εργαζόμενος που έπαυσε να ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους εξακολουθεί να υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους αυτού, εφόσον δεν απασχολήθηκε εντός άλλου κράτους μέλους, καθώς και την αρχή που τέθηκε με την απόφαση Noij ότι μόνον οι εργαζόμενοι που σταμάτησαν οριστικά κάθε επαγγελματική δραστηριότητα εκφεύγουν του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα.
52 Είναι σαφές ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, επιδιώκει να καλύψει, τουλάχιστον, την κατάσταση εργαζομένου ο οποίος έχει οριστικά σταματήσει κάθε επαγγελματική δραστηριότητα και κατοικεί εντός κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος της τελευταίας απασχολήσεως (39). Εφαρμοστέα στον εργαζόμενο αυτόν είναι τώρα η νομοθεσία του κράτους κατοικίας.
53 Ωστόσο, το ζήτημα στην υπό κρίση υπόθεση είναι αν το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, είναι πλέον ευρύτερο, ούτως ώστε η διάταξη να έχει εφαρμογή και στην περίπτωση ατόμου το οποίο κατοικεί σε κράτος διαφορετικό από το κράτος της τελευταίας απασχολήσεως και σταμάτησε προσωρινά να εργάζεται, για παράδειγμα λόγω ασθένειας ή γεννήσεως τέκνου, η δε νομοθεσία του κράτους της τελευταίας απασχολήσεως προβλέπει ότι παύει να έχει εφαρμογή υπό τις περιστάσεις αυτές.
54 Κατά τη γνώμη μου, από κανένα στοιχείο της διατυπώσεως του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, δεν προκύπτει ότι το άρθρο αυτό περιορίζεται στους εργαζομένους που σταμάτησαν οριστικά κάθε επαγγελματική δραστηριότητα. Αντιθέτως, από τη διατύπωση και την ιστορία του άρθρου προκύπτει ότι προοριζόταν μάλλον να αποτελέσει, πράγματι, μια εναλλακτική γενική διάταξη. Συνεπώς, το σύστημα του άρθρου 13, παράγραφος 2, έγκειται σε γενικές γραμμές στο ότι το δίκαιο του κράτους απασχολήσεως, όπως αναλύεται στα στοιχεία αα έως εε, έχει εφαρμογή όταν το ενδιαφερόμενο άτομο εργάζεται και το δίκαιο του κράτους της κατοικίας έχει εφαρμογή όταν το άτομο αυτό δεν εργάζεται. Η νομοθεσία του κράτους μέλους της τελευταίας απασχολήσεως καθορίζει, σύμφωνα με το άρθρο 10β του κανονισμού 574/72, την ημερομηνία και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το δίκαιο αυτό παύει να εφαρμόζεται. Όπως θα φανεί, ωστόσο, στο πλαίσιο του τρίτου ερωτήματος, στην περίπτωση κατά την οποία κατά τον χρόνο αυτόν ένα άτομο έχει δικαίωμα ειδικής παροχής καταβλητέας από το κράτος της τελευταίας απασχολήσεως, το γεγονός ότι η νομοθεσία του κράτους αυτού παύει να έχει εφαρμογή δεν σημαίνει κατ' ανάγκη, ή έστω συνήθως, ότι το άτομο αυτό χάνει ταυτόχρονα το δικαίωμά του επί της συνεχίσεως της καταβολής της παροχής αυτής.
55 Η άποψη αυτή επιρρωννύεται περαιτέρω από το προοίμιο του κανονισμού 2195/91, το οποίο αναφέρει ότι με το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, επιδιώχθηκε να καλυφθεί ακριβώς η περίπτωση περί της οποίας επρόκειτο στην υπόθεση Ten Holder, ήτοι η μετοίκηση ατόμου λαμβάνοντος παροχή, για παράδειγμα ασθενείας η οποία είναι μάλλον προσωρινή, οπότε αναιρέθηκε έτσι στην πράξη η απόφαση. Το προοίμιο αναφέρει τα εξής: «[Εκτιμώντας] ότι κρίθηκε απαραίτητο, μετά την έκδοση της (...) απόφασης (...) να εισαχθεί ένα στοιχείο σττ (...)» (40).
56 Οι προθέσεις της Επιτροπής διευκρινίζονται περαιτέρω από την αιτιολογική έκθεση σχετικά με την πρόταση (41), η οποία αναφέρει τα εξής:
«Η απόφαση Ten Holder έδειξε ότι υπάρχει ένα κενό στον τίτλο ΙΙ του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71. Πραγματικά, δεν υπάρχει ρητή διάταξη που να προσδιορίζει τη νομοθεσία που θα εφαρμόζεται για τα άτομα τα οποία έπαυσαν να ασκούν οποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα υπό τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους και διαμένουν στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους.
Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, που προτείνεται, αποβλέπει στην κάλυψη του κενού αυτού.»
Από κανένα στοιχείο της εξηγήσεως αυτής ή της αιτιολογικής εκθέσεως γενικά δεν προκύπτει ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, αποσκοπούσε να καλύψει μόνο τα άτομα που έχουν σταματήσει οριστικά να εργάζονται.
57 Σημειωτέον επίσης ότι, όταν η Επιτροπή κατέθεσε την πρότασή της για τον κανονισμό 2195/91, το Δικαστήριο δεν είχε ακόμη εκδώσει τις αποφάσεις Noij και Daalmeijer, οπότε είναι μάλλον απίθανο να θέλησε η Επιτροπή να μεριμνήσει μόνον για μια κατηγορία ατόμων τα οποία δεν είχαν ακόμη αποκλεισθεί από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71.
58 Με ευρύτερη ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, αποφεύγονται επίσης οι συνέπειες της εναλλακτικής απόψεως - που υποστήριξε η Ολλανδική Κυβέρνηση κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση - ότι το άτομο που λαμβάνει μακρόχρονη παροχή από ένα κράτος μέλος και το οποίο μετοικεί σε άλλο κράτος μέλος χωρίς να εργάζεται εκεί διατηρεί επ' αόριστον το δικαίωμά του επί της ως άνω παροχής από το πρώτο κράτος μέλος, άποψη η οποία δεν φαίνεται απολύτως εύλογη. Τις ίδιες συνέπειες έχει και η λύση που προτείνει η Επιτροπή, ήτοι ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, καθίσταται εφαρμοστέο μετά τη λήξη οποιουδήποτε υφιστάμενου δικαιώματος παροχών βάσει της νομοθεσίας του κράτους μέλους της τελευταίας απασχολήσεως.
59 Τέλος, θέλω να διασκεδάσω τις ανησυχίες που εξέφρασε η Νορβηγική Κυβέρνηση σχετικά με το ότι, αν το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, είχε εφαρμογή στις υπό εξέταση περιστάσεις, το σύστημα του κανονισμού, και ειδικότερα ο σκοπός του που συνίσταται στη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, θα ματαιωνόταν. Η Νορβηγική Κυβέρνηση φοβάται ότι, αν κριθεί ότι, υπό περιστάσεις όπως εκείνες τις παρούσας υποθέσεως, εφαρμοστέα νομοθεσία είναι εκείνη του κράτους κατοικίας, η συνέπεια θα είναι ότι τα άτομα που τελούν στην κατάσταση της εφεσείουσας της κύριας δίκης θα χάσουν το δικαίωμα παροχών το οποίο υφίστατο κατά τον χρόνο της μετοικήσεώς τους. Ωστόσο, η συνέπεια αυτή δεν θα επέλθει κατ' ανάγκη εφόσον, όπως θα φανεί στο πλαίσιο της απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα, τόσο το επίμαχο εν προκειμένω επίδομα όσο και πολλές άλλες παροχές που εμπίπτουν στο πεδίο του κανονισμού καλύπτονται από διατάξεις που αποσκοπούν στη διασφάλιση της συνεχούς καταβολής τους, παρά την ενδεχόμενη μετοίκηση, σε περιπτώσεις ανάλογες με εκείνη της εφεσείουσας της κύριας δίκης.
60 Έχω συνεπώς την άποψη ότι υπάρχουν βάσιμα επιχειρήματα για να ερμηνευθεί το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, υπό την έννοια ότι όταν άτομο που έχει προσωρινά ή οριστικά παύσει να ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα μετοικεί από το κράτος μέλος της τελευταίας απασχολήσεως σε άλλο κράτος μέλος και η νομοθεσία του πρώτου κράτους προβλέπει ότι παύει να έχει εφαρμογή σε περίπτωση μετοικήσεως, η νομοθεσία του κράτους κατοικίας καθίσταται εφαρμοστέα νομοθεσία από τον χρόνο της μετοικήσεως. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν τόσο η Ολλανδική όσο και η Φινλανδική Κυβέρνηση, η ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, δεν θίγει, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της παρούσας υποθέσεως, το δικαίωμα της εφεσείουσας της κύριας δίκης να συνεχίσει να λαμβάνει το γονικό επίδομα. Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται από την ορθή ερμηνεία του άρθρου 22, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο του τρίτου και τελευταίου ερωτήματος του εθνικού δικαστηρίου με το οποίο θα ασχοληθώ αμέσως. Επομένως, δεν είναι απαραίτητο, εν όψει της απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα, να διατυπωθεί οριστική άποψη όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ.
Το τρίτο ερώτημα
61 Το άρθρο 22 περιλαμβάνεται στον τίτλο ΙΙΙ του κανονισμού 1408/71. Ο τίτλος αυτός επιγράφεται «Ειδικές διατάξεις για τις διάφορες κατηγορίες παροχών». Το κεφάλαιο 1 του τίτλου ΙΙΙ, που περιλαμβάνει τα άρθρα 18 έως 36, αφορά τις παροχές ασθένειας και μητρότητας. Το άρθρο 22 ορίζει ότι ο μισθωτός, ο οποίος πληροί τις απαιτούμενες από τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους προϋποθέσεις για να έχει δικαίωμα παροχών και ο οποίος, αφού απέκτησε το δικαίωμα παροχών εις βάρος του αρμοδίου φορέα, έλαβε την έγκριση του φορέα αυτού να μεταφέρει την κατοικία του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, έχει δικαίωμα επί παροχών εις χρήμα που καταβάλλονται από τον φορέα αυτόν σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας που εφαρμόζει. Η έγκριση για μεταφορά της κατοικίας δύναται να μη δοθεί μόνον αν διαπιστωθεί ότι η μετακίνηση του ενδιαφερομένου θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την κατάσταση της υγείας του ή την εφαρμογή ιατρικής θεραπείας.
62 Για την εφαρμογή του κανονισμού, ως «μισθωτός» νοείται κάθε πρόσωπο το οποίο είναι ασφαλισμένο κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως στους οποίους εφαρμόζεται ο κανονισμός, στο πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που καλύπτει όλους τους κατοίκους (42), ως «αρμόδιο κράτος» νοείται «το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο αρμόδιος φορέας» (43) και ως «αρμόδιος φορέας» νοείται, μεταξύ άλλων, «ο φορέας στον οποίο ο ενδιαφερόμενος υπάγεται κατά τον χρόνο της αιτήσεως παροχών» (44) και «ο φορέας από τον οποίο ο ενδιαφερόμενος δικαιούται παροχές ή θα εδικαιούτο παροχές, αν (...) κατοικούσε στο έδαφος κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκεται ο φορέας αυτός» (45).
63 Το άρθρο 22 έχει συνεπώς εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση, ανεξάρτητα από την εφαρμοστέα νομοθεσία, δεδομένου ότι ακόμη και αν το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο σττ, έχει την έννοια ότι η φινλανδική νομοθεσία κατέστη εφαρμοστέα, αποκλειομένης της σουηδικής νομοθεσίας, αφότου η εφεσείουσα της κύριας δίκης μετοίκησε στη Φινλανδία, η Σουηδία εξακολουθεί να είναι το αρμόδιο κράτος για την εφαρμογή του άρθρου 22 σε σχέση με το επίμαχο επίδομα μητρότητας.
64 Με το τρίτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ρωτά κατ' ουσίαν αν η προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 22, ότι τα άτομα στα οποία έχει εφαρμογή πρέπει να πληρούν τις απαιτούμενες από την εθνική νομοθεσία προϋποθέσεις, σημαίνει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία η νομοθεσία αυτή περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την προϋπόθεση περί κατοικίας στο εθνικό έδαφος, το άτομο στο οποίο χορηγείται παροχή και το οποίο μετοικεί σε άλλο κράτος μέλος παύει να έχει δικαίωμα επί της παροχής αυτής.
65 Το άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, έχει, σύμφωνα με το γράμμα του, εφαρμογή στην περίπτωση κατά την οποία ένα άτομο που δικαιούται παροχές ασθένειας ή μητρότητας επιστρέφει στο κράτος μέλος στο οποίο κατοικεί ή μεταφέρει την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος και διασφαλίζει ότι υπό τις περιστάσεις αυτές το εν λόγω άτομο διατηρεί το δικαίωμά του επί των εν λόγω παροχών. Είναι προφανές ότι, αν κατά του δικαιώματος αυτού μπορούσε να αντιταχθεί μια εθνική προϋπόθεση περί κατοικίας, η διάταξη θα ήταν εντελώς άσκοπη, πράγμα το οποίο μάλλον δεν μπορεί να ήταν στις προθέσεις του νομοθέτη. Το άρθρο 22 συγκαταλέγεται περαιτέρω στις διατάξεις του κανονισμού οι οποίες σκοπούν να διασφαλίσουν ότι τα κράτη μέλη δεν θα έχουν γενικώς τη δυνατότητα να αρνούνται την καταβολή παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως στο πλαίσιο του κανονισμού για τον μοναδικό λόγο ότι ο υποτιθέμενος δικαιούχος κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος: βλ., για παράδειγμα, άρθρα 10 (παροχές αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων, συντάξεις εργατικών ατυχημάτων ή επαγγελματικής ασθένειας και επιδόματα θανάτου), 52 και 55 (εργατικά ατυχήματα και επαγγελματικές ασθένειες), 69 έως 71 (παροχές ανεργίας) και 73 (οικογενειακές παροχές). Επομένως, από τα ανωτέρω συνάγω ότι στο δικαίωμα συνεχούς καταβολής των παροχών, το οποίο παρέχει το άρθρο 22, δεν μπορεί να αντιταχθεί μια προϋπόθεση περί κατοικίας την οποία επιβάλλει η εθνική νομοθεσία ως προϋπόθεση του δικαιώματος επί των παροχών αυτών.
66 Σημειωτέον ότι την άποψη αυτή συμμερίζονται όλοι οι διάδικοι εκτός από τον Riksfφrsδkringsverk, ο οποίος θεωρεί ότι το άρθρο 22 δεν ρυθμίζει το είδος των προϋποθέσεων από τις οποίες το αρμόδιο κράτος μπορεί να εξαρτήσει το δικαίωμα παροχών, αλλ' απλώς απαιτεί να πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές. Επομένως, κατά την άποψή του, το άρθρο αυτό δεν έχει εφαρμογή, δεδομένου ότι η εφεσείουσα της κύριας δίκης έφυγε από τη Σουηδία για να παραμείνει στη Φινλανδία για διάστημα μεγαλύτερο του έτους. Αντιθέτως, η εφεσείουσα της κύριας δίκης, η Σουηδική, η Φινλανδική, η Ολλανδική και η Νορβηγική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, συγκλίνουν στην άποψη ότι το άρθρο 22 παρέχει το δικαίωμα στο άτομο που λαμβάνει την παροχή να εξακολουθεί να τη λαμβάνει και μετά τη μεταφορά της κατοικίας του σε άλλο κράτος μέλος, υπό τον όρον ότι πληρούνται οι λοιπές πλην της κατοικίας προϋποθέσεις, από τις οποίες η εθνική νομοθεσία εξαρτά το σχετικό δικαίωμα. Η Επιτροπή και η Ολλανδική Κυβέρνηση επισημαίνουν επιπροσθέτως ότι η έγκριση για τη μεταφορά της κατοικίας δύναται να μη δοθεί μόνον αν αποδεικνύεται ότι η μετακίνηση του ενδιαφερομένου ατόμου θα ήταν επιζήμια για την κατάσταση της υγείας του, πράγμα το οποίο δεν φαίνεται να συμβαίνει εν προκειμένω, και υποστηρίζουν ότι ο περιορισμός του δικαιώματος επί της παροχής με την επιβολή της προϋποθέσεως περί κατοικίας θα ήταν αντίθετος προς την έννοια και τον σκοπό του άρθρου 22.
67 Οι απόψεις αυτές είναι καθόλα βάσιμες και καταλήγω συνεπώς ότι ένα άτομο στο οποίο χορηγείται παροχή μητρότητας εις χρήμα εντός κράτους μέλους διατηρεί το δικαίωμα επί της παροχής αυτής μετά τη μετοίκησή του σε άλλο κράτος μέλος, υπό τον όρον ότι πληροί όλες τις προϋποθέσεις της εθνικής νομοθεσίας του πρώτου κράτους μέλους, εξαιρουμένης οποιασδήποτε προϋποθέσεως περί κατοικίας.
Πρόταση
68 Επομένως, η άποψή μου είναι ότι στα ερωτήματα που υπέβαλε το Kammarrδtt i Sundsvall πρέπει να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις:
1) Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, έχει εφαρμογή σε άτομο το οποίο ήταν ασφαλισμένο σε κράτος μέλος υπό την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο αα, και υπαγόταν στη νομοθεσία του κράτους αυτού όταν ο κανονισμός κατέστη εφαρμοστέος στο εν λόγω κράτος, έστω και αν κατά τον χρόνο εκείνο το εν λόγω άτομο ούτε ασκούσε μισθωτή δραστηριότητα ούτε ελάμβανε παροχή ανεργίας στο κράτος αυτό.
2) Το άρθρο 22 του κανονισμού 1408/71 απαγορεύει στα κράτη μέλη να αρνούνται τη συνέχιση της καταβολής παροχής μητρότητας σε ένα άτομο το οποίο κατά τα λοιπά δικαιούται την παροχή αυτή, για τον μοναδικό λόγο ότι μετέφερε την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος.
(1) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73). Το κείμενο του κανονισμού ως είχε κατά το τέλος του 1995 περιλαμβάνεται στο παράρτημα Α, μέρος Ι, του κανονισμού (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996, για τροποποίηση και ενημέρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (ΕΕ 1997, L 28, σ. 1).
(2) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 2195/91 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1991, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 (ΕΕ 1991, L 206, σ. 2).
(3) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138)· για το πλέον πρόσφατο κωδικοποιημένο κείμενο βλ. μέρος ΙΙ του παραρτήματος Α του κανονισμού 118/97, όπ.π. στην υποσημείωση 1.
(4) - ΕΕ 1994, L 1, σ. 3· βλ., ειδικότερα, το άρθρο 29, το πρωτόκολλο 1 και το παράρτημα VI.
(5) - Lagen (1962:381) om allmδn fφrsδkring.
(6) - Κεφάλαιο 1, άρθρο 3.
(7) - Κεφάλαιο 1, άρθρο 4.
(8) - Εγκύκλιοι (RFFS 1985:16), περί εγγραφής και διαγραφής στα ταμεία κοινωνικής ασφαλίσεως.
(9) - Άρθρο 3.
(10) - Άρθρα 9 και 11.
(11) - Απόφαση της 19ης Μαρτίου 1964, 75/63, Unger, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1069.
(12) - Απόφαση της 31ης Μαου 1979, 182/78, Pierik, Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 3, και απόφαση της 10ης Μαρτίου 1992, C-215/90, Twomey, Συλλογή 1992, σ. Ι-1823.
(13) - Απόφαση Pierik, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 4.
(14) - Παρατεθείσα στην υποσημείωση 12.
(15) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73.
(16) - Σκέψη 4 της αποφάσεως.
(17) - Απόφαση της 12ης Ιουνίου 1986, 302/84, Συλλογή 1986, σ. 1821.
(18) - Βλ. σημεία 45 έως 49 κατωτέρω.
(19) - Παρατεθείσα στην υποσημείωση 12.
(20) - Απόφαση της 3ης Μαου 1990, C-2/89, Kits van Heijningen, Συλλογή 1990, σ. Ι-1755.
(21) - Απόφαση Kits van Heijningen, παρατεθείσα στην υποσημείωση 20.
(22) - Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1991, C-140/88, Συλλογή 1991, σ. Ι-387.
(23) - Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1991, C-245/88, Συλλογή 1991, σ. Ι-555.
(24) - Απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1991, C-198/90, Συλλογή 1991, σ. Ι-5799.
(25) - Απόφαση Noij, παρατεθείσα στην υποσημείωση 22, απόφαση Daalmeijer, παρατεθείσα στην υποσημείωση 23, και απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών, παρατεθείσα στην υποσημείωση 24.
(26) - Βλ., ως πλέον πρόσφατη, απόφαση της 13ης Μαρτίου 1997, C-131/95, Huijbrechts, Συλλογή 1997, σ. Ι-1409, σκέψη 17.
(27) - Παρατεθέντα στην υποσημείωση 2.
(28) - Παρατεθείσα στην υποσημείωση 17.
(29) - Απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 1983, 150/82, Συλλογή 1983, σ. 43.
(30) - Σκέψη 11 της αποφάσεως.
(31) - Σκέψεις 14 και 15 και διατακτικό.
(32) - Παρατεθείσα στην υποσημείωση 22.
(33) - Σκέψη 10 της αποφάσεως.
(34) - Παρατεθείσα στην υποσημείωση 23.
(35) - Σκέψεις 12 και 13 της αποφάσεως.
(36) - Παρατεθείσα στην υποσημείωση 24.
(37) - Σκέψη 10 της αποφάσεως.
(38) - Παρατεθείσα στην υποσημείωση 12.
(39) - Βλ. την αιτιολογική έκθεση σχετικά με την πρόταση κανονισμού (ΕΟΚ) του Συμβουλίου, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 [COM(90) 335 τελικό, ΕΕ 1990, C 221, σ. 3].
(40) - Τρίτη αιτιολογική σκέψη.
(41) - Παρατεθείσα στην υποσημείωση 39.
(42) - Άρθρο 1, στοιχείο αα, σημείο ii.
(43) - Άρθρο 1, στοιχείο ιζζ.
(44) - Άρθρο 1, στοιχείο ιεε.
(45) - Άρθρο 1, στοιχείο ιεε, σημείο ii.
Full & Egal Universal Law Academy