Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Στις υπό κρίση συνεκδικαζόμενες υποθέσεις, το Tribunale di Genova (Ιταλία) υπέβαλε δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την επίδραση του κοινοτικού δικαίου, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, επί ορισμένων προϋποθέσεων της ασκήσεως του δικαιώματος αναζητήσεως φορολογικών επιβαρύνσεων αχρεωστήτως εισπραχθεισών από τις ιταλικές αρχές. Συγκεκριμένα, πρόκειται για την επιστροφή των ποσών που κατέβαλαν ορισμένες επιχειρήσεις προς εξόφληση εθνικού φόρου αντιβαίνοντος στο κοινοτικό δίκαιο.
Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία στις κύριες δίκες και τα προδικαστικά ερωτήματα
2 Στις υποθέσεις C-279/96 και C-281/96, προσφεύγουσες είναι εταιρίες οι οποίες, δυνάμει του προεδρικού διατάγματος (Decreto del Presidente della Repubblica) 641, της 26ης Οκτωβρίου 1972 (στο εξής: DPR 641/72), κατέβαλαν στο Ιταλικό Δημόσιο, επί σειράν ετών, διάφορα ποσά ως ετήσιο τέλος υπέρ του Δημοσίου για την εγγραφή της εταιρίας στο Μητρώο Επιχειρήσεων. Στην υπόθεση C-280/96, προσφεύγουσα είναι η ιταλική δημοσιονομική υπηρεσία, η οποία είχε υποχρεωθεί να επιστρέψει τα τέλη αυτά σε άλλη επιχείρηση.
3 Μετά την απόφαση την οποία εξέδωσε το Δικαστήριο στις 20 Απριλίου 1993 στην υπόθεση Ponente Carni και Cispadana Costruzioni (1) (στο εξής: απόφαση Ponente Carni) απαντώντας σε διάφορα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων (2), ο Ιταλός νομοθέτης κατάργησε το ετήσιο τέλος και μείωσε σε 500 000 ιταλικές λίρες (LIT) το ποσό του τέλους της πρώτης εγγραφής των εταιριών στο Μητρώο (3).
4 Από την πλευρά τους, τα ιταλικά δικαστήρια αναγνώρισαν και αυτά το ασυμβίβαστο του ετησίου τέλους με το κοινοτικό δίκαιο (4) και, κατά συνέπεια, έκριναν ότι τα εισπραχθέντα στο πλαίσιο αυτό ποσά είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως.
5 Οι προσφεύγουσες εταιρίες, αφού ζήτησαν ανεπιτυχώς από την ιταλική διοίκηση την επιστροφή των τελών που είχαν αχρεωστήτως καταβάλει, ζήτησαν από το Tribunale di Genova να υποχρεώσει το Ministero delle Finanze να επιστρέψει τα εν λόγω τέλη. Στην περίπτωση της επιχειρήσεως Marine Insurance Consultants Srl, ο πρόεδρος του Tribunale δέχθηκε το αίτημα αυτό με διάταξη της 21ης Ιουλίου 1995, την οποία και προσέβαλε η δημοσιονομική αρχή.
6 Το Tribunale di Genova, προτού αποφανθεί οριστικώς επί των υποθέσεων αυτών, αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα δύο προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει, για την άσκηση δικαστικής προσφυγής προς κατοχύρωση δικαιώματος απονεμομένου από την κοινοτική έννομη τάξη, αποκλειστική προθεσμία αρχόμενη από χρονικό σημείο προγενέστερο της ορθής και πλήρους μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας που αναγνώρισε το δικαίωμα αυτό;
2) Συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο ρύθμιση προβλέπουσα, για την αποζημίωση προσώπου του οποίου το δικαίωμα έχει προσβληθεί και στο οποίο επιδικάζεται η επιστροφή των ζητουμένων ποσών, κανόνες υπολογισμού οι οποίοι είναι διαφορετικοί και λιγότερο ευνοϋκοί από εκείνους που προβλέπονται για τις αγωγές περί αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων μεταξύ ιδιωτών και οι οποίοι καθορίζονται κατ' ουσίαν με πράξη της ίδιας της δημόσιας αρχής η οποία, με τη συμπεριφορά της, προσέβαλε το δικαίωμα αυτό;»
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
7 Ενόψει της ομοιότητας μεταξύ αυτού του προδικαστικού ερωτήματος και των ερωτημάτων που υπέβαλε το Tribunale civile di Genova στην υπόθεση Edis (C-231/96), επί των οποίων αναπτύσσω επίσης τις προτάσεις μου σήμερα, θα μπορούσα να αρκεστώ απλώς να παραπέμψω στις άλλες προτάσεις. Όμως, εφόσον δεν αποφασίστηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων, διαφέρουν δε τα αιτούντα δικαστήρια και οι διάδικοι των κυρίων δικών, προτίμησα να επαναλάβω τουλάχιστον τις ίδιες βασικές σκέψεις στις δύο αυτές υποθέσεις, προσθέτοντας, ενδεχομένως, κάποιες ειδικές παρατηρήσεις ή παραπέμποντας στις προτάσεις της υποθέσεως Edis επί ορισμένων κοινών σημείων.
8 Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν πρέπει να θεωρούνται ότι συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο εθνικές ρυθμίσεις οι οποίες, όσον αφορά τις ένδικες προσφυγές περί αναζητήσεως κακώς καταβληθέντων φόρων, καθορίζουν ως ημερομηνία ενάρξεως της τριετούς αποκλειστικής προθεσμίας την ημερομηνία καταβολής, ενώ κατά την ημερομηνία αυτή η εφαρμοστέα κοινοτική οδηγία δεν είχε ακόμα μεταφερθεί ορθώς στο εθνικό δίκαιο.
9 Οι γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλαν οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις, η Επιτροπή και διάφορα κράτη μέλη είχαν ως επίκεντρο τα αποτελέσματα, όσον αφορά το ζήτημα αυτό, της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 1991 στην υπόθεση Emmott (5). Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι «(...) μέχρι το χρονικό σημείο της ορθής μεταφοράς της οδηγίας, το κράτος μέλος που δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του δεν μπορεί να προβάλλει την εκπρόθεσμη κίνηση από έναν ιδιώτη της σχετικής κατ' αυτού ένδικης διαδικασίας για την προστασία των δικαιωμάτων που του αναγνωρίζονται από τις διατάξεις της οδηγίας αυτής, η δε σχετική προθεσμία δεν μπορεί να αρχίσει να τρέχει παρά μόνο μετά από το χρονικό αυτό σημείο» (6).
10 Είναι αληθές ότι, αργότερα, το Δικαστήριο περιόρισε την έκταση εφαρμογής της αποφάσεως Emmott, υπογραμμίζοντας ότι η εφαρμογή της είναι δυνατή μόνον εφόσον συντρέχουν οι αυτές ιδιαίτερες περιστάσεις που συνέτρεχαν στην υπόθεση εκείνη. Με τις αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 1993, Steenhorst-Neerings (7), και της 6ης Δεκεμβρίου 1994, Johnson (8), το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τη δυνατότητα εφαρμογής των εθνικών προθεσμιών παραγραφής στις αιτήσεις κοινωνικών παροχών οι οποίες στηρίζονται στην εφαρμογή ορισμένων οδηγιών, ακόμα και στην περίπτωση που οι οδηγίες αυτές δεν είχαν ακόμα μεταφερθεί δεόντως στο εθνικό δίκαιο.
11 Ενόσω ήταν ακόμα εκκρεμής η παρούσα διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το Δικαστήριο εξέδωσε τις αποφάσεις Haahr Petroleum (9) και Texaco και Olieselskabet Danmark (10). Με τις αποφάσεις αυτές, το Δικαστήριο απέρριψε και πάλι την εφαρμογή των νομολογιακών αρχών που διατυπώθηκαν με την απόφαση Emmott. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, οι δανικές τελωνειακές αρχές είχαν απορρίψει αίτηση περί επιστροφής - στηριζόμενη σε παράβαση του άρθρου 95 της Συνθήκης -, επικαλούμενες μια διάταξη του εθνικού δικαίου δυνάμει της οποίας η ένδικη προσφυγή για την επιστροφή των κακώς καταβληθέντων φόρων υπόκειται σε πενταετή παραγραφή από της ημερομηνίας καταβολής του φόρου. Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι, έστω και αν η διάταξη αυτή εμπόδιζε την επιστροφή, εν όλω ή εν μέρει, των επιδίκων φόρων, η εφαρμογή της σε αμφότερες τις περιπτώσεις δεν αντέβαινε στο κοινοτικό δίκαιο.
12 Τέλος, δύο μήνες πριν από την προφορική διαδικασία στις υπό κρίση υποθέσεις, το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1997, Fantask κ.λπ. (11) η οποία έχει ιδιαίτερη σημασία για την παρούσα διαδικασία, καθόσον επρόκειτο για υπόθεση της οποίας τα πραγματικά περιστατικά και τα νομικά στοιχεία είναι ανάλογα με αυτά των υπό κρίση υποθέσεων. Η υπόθεση Fantask κ.λπ. έχει ως αντικείμενο την επιστροφή αχρεωστήτως εισπραχθέντων ποσών και αφορά:
- το ίδιο είδος εθνικού φόρου με τον επίδικο (δανικό τέλος εγγραφής των εταιριών στο οικείο μητρώο)·
- το ίδιο είδος ασυμβιβάστου της εθνικής νομοθεσίας που διέπει το εν λόγω τέλος με το κοινοτικό δίκαιο (συγκεκριμένα με την οδηγία 69/335)·
- την ίδια αντίθεση μεταξύ αποκλειστικής προθεσμίας και προθεσμίας παραγραφής του εθνικού δικαίου (πενταετούς κατά το εθνικό δίκαιο, από της ημερομηνίας της καταβολής του φόρου).
13 Όπως και στις υπό κρίση υποθέσεις, στην υπόθεση Fantask κ.λπ. το εθνικό δικαστήριο, επιληφθέν διαφοράς εμφανίζουσας τα χαρακτηριστικά που ανέφερα ανωτέρω, ερώτησε το Δικαστήριο «(...) αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει σε κράτος μέλος να αντιτάσσει στις αξιώσεις επιστροφής τελών, που εισπράχθηκαν κατά παράβαση της οδηγίας, προθεσμία παραγραφής κατά το εθνικό δίκαιο εφόσον το εν λόγω κράτος μέλος δεν έχει μεταφέρει ορθά στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία αυτή». Τα επιχειρήματα των προσφευγουσών στην κύρια δίκη εταιριών και της Επιτροπής στηρίζονταν και επί της απόψεως που υιοθετήθηκε με την απόφαση Emmott, στην εφαρμογή της οποίας αντιτάχθηκαν οι κυβερνήσεις που υπέβαλαν παρατηρήσεις στην εν λόγω προδικαστική διαδικασία.
14 Το Δικαστήριο προέκρινε, για μια ακόμα φορά, την τελευταία αυτή λύση, επαναλαμβάνοντας τη συλλογιστική στην οποία αναφέρθηκα ανωτέρω.
15 Πρώτον, το Δικαστήριο υπενθύμισε, ως γενική αρχή, ότι, ελλείψει σχετικής κοινοτικής ρυθμίσεως, στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους εναπόκειται να ρυθμίσει τις διαδικαστικές λεπτομέρειες ασκήσεως αγωγών προς απόδοση του αχρεωστήτως καταβληθέντος, εφόσον οι λεπτομέρειες αυτές δεν είναι λιγότερο ευνοϋκές από εκείνες που αφορούν παρόμοιες αγωγές της εσωτερικής έννομης τάξεως ούτε καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγεί η κοινοτική έννομη τάξη.
16 Δεύτερον, το Δικαστήριο, αφού υπογράμμισε ότι συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο ο καθορισμός ευλόγων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων προσφυγών, προς το συμφέρον της ασφαλείας δικαίου που προστατεύει συγχρόνως και τον ενδιαφερόμενο φορολογούμενο και τη εμπλεκόμενη διοίκηση, τόνισε ότι τέτοιες προθεσμίες δεν μπορούν να θεωρηθούν ικανές να καταστήσουν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η κοινοτική έννομη τάξη, έστω και αν, εξ ορισμού, η πάροδος των προθεσμιών αυτών συνεπάγεται την απόρριψη, εν όλω ή εν μέρει, του ασκηθέντος ενδίκου βοηθήματος. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η πενταετής προθεσμία παραγραφής του δανικού δικαίου είναι εύλογη και εφαρμόζεται αδιακρίτως στις ένδικες προσφυγές που στηρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο και σ' εκείνες που στηρίζονται στο εσωτερικό δίκαιο.
17 Τρίτον, το Δικαστήριο απέρριψε για μία ακόμα φορά την εφαρμογή, σ' αυτού του είδους τις διαφορές, της νομολογίας Emmott, η λύση της οποίας δικαιολογούνταν από τις περιστάσεις που χαρακτήριζαν την υπόθεση εκείνη, όπου η αποκλειστική προθεσμία είχε ως αποτέλεσμα να στερεί πλήρως την αιτούσα της κύριας δίκης από τη δυνατότητα να προβάλει το απορρέον από κοινοτική οδηγία δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως.
18 Τέλος, το Δικαστήριο κατέληξε στο ότι, «στο παρόν στάδιο εξελίξεώς του, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος, το οποίο δεν μετέφερε ορθώς στο εσωτερικό του δίκαιο την οδηγία, να αντιτάσσει στις αξιώσεις επιστροφής τελών τα οποία εισπράχθηκαν κατά παράβαση της οδηγίας αυτής προθεσμία παραγραφής του εσωτερικού δικαίου η οποία αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία κατά την οποία τα τέλη αυτά κατέστησαν απαιτητά, εφόσον μια τέτοια προθεσμία δεν είναι λιγότερο ευνοϋκή για τις ένδικες προσφυγές που στηρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο απ' ό,τι για τις ένδικες προσφυγές που στηρίζονται στο εσωτερικό δίκαιο και δεν καθιστά πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η κοινοτική έννομη τάξη».
19 Ενόψει της σαφήνειας της διατυπωθείσας θέσεως και της προφανούς αναλογίας των πραγματικών και νομικών καταστάσεων μεταξύ των υποθέσεων Fantask κ.λπ. και της υπό κρίση υποθέσεως, η Επιτροπή εγκατέλειψε, κατά την προφορική διαδικασία, την προηγούμενη θέση της και αναγνώρισε ότι το ζήτημα είχε οριστικώς κριθεί με την έκδοση της αποφάσεως Fantask κ.λπ. Αντιθέτως, οι προσφεύγουσες των κυρίων δικών επιχείρησαν, στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας (12), να υπογραμμίσουν την ύπαρξη στοιχείων διαφοροποιήσεως μεταξύ της δανικής και της ιταλικής έννομης τάξεως, τα οποία, κατ' αυτές, καθιστούν ανεφάρμοστη τη νομολογία Fantask κ.λπ. στην υπό κρίση υπόθεση.
20 Κατά τη γνώμη μου, η απόπειρα αυτή είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Πρώτον, το σημείο εκκινήσεως της απόψεως αυτής είναι εσφαλμένο: αντί να αναζητούν τυχόν διαφορές μεταξύ της υποθέσεως Fantask κ.λπ. και της υπό κρίση υποθέσεως, θα έπρεπε να αποδείξουν την αντιστοιχία των καταστάσεων μεταξύ της υποθέσεως Emmott και της παρούσας υποθέσεως, δεδομένου ότι η μεταγενέστερη της αποφάσεως Emmott νομολογία ενέμεινε στο γεγονός ότι η λύση που υιοθετήθηκε με την τελευταία αυτή απόφαση υπαγορευόταν απο τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως. Κατά την προφορική διαδικασία, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υπογράμμισε συναφώς ότι - μεταξύ άλλων περιστάσεων - οι ίδιες οι αρχές, στην υπόθεση εκείνη, είχαν ζητήσει από την Τ. Emmott να μην κινήσει τη σχετική ένδικη διαδικασία. Αντιθέτως, τίποτα δεν εμπόδισε τις ιταλικές εταιρίες να ασκήσουν το δικαίωμά τους προς άσκηση ένδικης προσφυγής κατά των αντιστοίχων εκκαθαρίσεων φόρου (13).
21 Δεύτερον, και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, οι υποτιθέμενες διαφορές μεταξύ των δύο αυτών εθνικών νομοθεσιών στερούνται σημασίας όσον αφορά τις επιπτώσεις της νομολογίας Fantask κ.λπ. στην υπό κρίση περίπτωση. Είτε η προθεσμία είναι πενταετής είτε είναι τριετής, είτε προβλέπεται σε γενική διάταξη είτε προβλέπεται σε ειδική διάταξη ισχύουσα για ορισμένη κατηγορία τελών, είτε υπήρξε είτε όχι μεταστροφή της νομολογίας όσον αφορά την ερμηνεία της προϋπάρχουσας αυτής διατάξεως, σημασία έχει ότι το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι η - τριετής ή πενταετής - αποκλειστική προθεσμία που ισχύει για τις ένδικες προσφυγές περί αναζητήσεως φόρων οι οποίες στηρίζονται σε λόγους κοινοτικού δικαίου μπορεί να αρχίσει να τρέχει ήδη από το χρονικό σημείο κατά το οποίο οι φόροι αυτοί καταβλήθηκαν και όχι από το χρονικό σημείο κατά το οποίο το κράτος μετέφερε ορθώς την οδηγία στο εσωτερικό του δίκαιο.
22 Το βάσιμο της θέσεως αυτής - η οποία, προδήλως, προϋποθέτει απουσία συναφών κανόνων κοινοτικού δικαίου και ύπαρξη κανόνα της εθνικής νομοθεσίας ο οποίος καθορίζει αποκλειστική προθεσμία κατά τρόπο μη εισάγοντα διακρίσεις - δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι η εκπνοή της προθεσμίας αυτής αποκλείει, όπως είναι εύλογο, την επιστροφή του ήδη εισπραχθέντος φόρου. Αυτό είναι ίδιον μιας τέτοιας αποκλειστικής προθεσμίας εμφανίζουσας αυτά τα χαρακτηριστικά και εμπνεομένης από την αρχή της ασφαλείας δικαίου· αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί την αποτελεσματικότητα του δικαιώματος στην ένδικη προστασία: επί τρία έτη μετά την καταβολή, οι φορολογούμενοι είχαν τη δυνατότητα να προσβάλουν την εκκαθάριση του φόρου.
23 Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η λύση αυτή δεν είναι ιδιαίτερα ικανοποιητική από πλευράς των φορολογουμένων οι οποίοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν φόρο αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο. Και αυτό είναι αλήθεια. Μια δυνατή λύση, καίτοι ενέχουσα σοβαρές δυσκολίες, θα ήταν να θεσπιστεί ένας ενιαίος κοινοτικός κανόνας ως προς το ζήτημα αυτό, ο οποίος θα εναρμόνιζε τα διάφορα εθνικά συστήματα. Επί όσο χρονικό διάστημα δεν θα υφίσταται τέτοιος κανόνας, θα εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίζουν, σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν επανειλημμένως διατυπωθεί, τις προϋποθέσεις στις οποίες υπόκεινται οι ένδικες προσφυγές περί αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος.
24 Είναι αληθές ότι, κάνοντας χρήση της ευχέρειας αυτής, τα κράτη μέλη - και, εν προκειμένω, η Ιταλική Δημοκρατία - οφείλουν να ενεργούν σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΚ. Είναι επίσης αληθές ότι, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις των μερών, η πολιτική που εφαρμόζουν οι ιταλικές αρχές όσον αφορά την επιστροφή του επιδίκου τέλους φαίνεται ότι, από ορισμένες πλευρές, δημιούργησε για τις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής του τέλους περισσότερα εμπόδια απ' όσα θα μπορούσαν να θεωρηθούν εύλογα κατά το άρθρο αυτό (14). Η παρούσα όμως προδικαστική διαδικασία δεν μπορεί να μετατραπεί σε διαδικασία λόγω παραβάσεως κράτους κατά το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΚ και, επιπλέον, δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι η επίσημη συμπεριφορά της Ιταλικής Δημοκρατίας υπήρξε, κατ' ουσίαν, σύμφωνη προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Συνθήκη: τα νομοθετικά της όργανα κατάργησαν το μέρος εκείνο του εθνικού φόρου το οποίο αντέβαινε στο κοινοτικό δίκαιο και αναγνώρισαν ρητώς το δικαίωμα στην επιστροφή του φόρου αυτού (15), δικαίωμα το οποίο τα ιταλικά δικαιοδοτικά όργανα προάσπισαν, καίτοι - είναι αλήθεια - εντός των ορίων των κανόνων του εθνικού δικαίου περί αποκλειστικής προθεσμίας για την άσκηση των ενδίκων προσφυγών.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
25 Το αιτούν δικαστήριο δεν είναι καθόλου σαφές όσον αφορά την περιγραφή του συνόλου των εθνικών διατάξεων των οποίων το συμβατό από πλευράς κοινοτικού δικαίου θέτει υπό αμφισβήτηση με το δεύτερο προδικαστικό του ερώτημα. Καίτοι διατυπωμένο με ιδιαίτερα ευρείς όρους, το ερώτημα αυτό, αναφερόμενο σε «όλους τους κανόνες αποζημιώσεως», αφορά στην πραγματικότητα την ύπαρξη δύο νομικών καθεστώτων που διέπουν την καταβολή τόκων υπερημερίας σε περίπτωση επιστροφής κακώς εισπαχθέντων ποσών. Αυτό προκύπτει από το σκεπτικό της διατάξεως περί παραπομπής.
26 Στη διάταξη περί παραπομπής, οι κανόνες αυτοί περιγράφονται ως εξής:
- «(...) κατά τις παραδοσιακές αρχές που διέπουν την αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων, επιδικάζονται νόμιμοι τόκοι (προς 10 % ετησίως, βάσει της ισχύουσας ρυθμίσεως) επί των αναγνωρισθέντων ποσών από της αιτήσεως, στην περίπτωση που αναγνωρισθεί ότι, όταν εισέπραξε τα χρηματικά ποσά, ο λήπτης διατελούσε εν καλή πίστει.
Όμως, στην υπό εξέταση περίπτωση, ο δικαστικός αντιπρόσωπος του Δημοσίου, επικαλούμενος τις διατάξεις του άρθρου 3 του νομοθετικού διατάγματος 307, της 25ης Μαρτίου 1994, το οποίο μετατράπηκε στον νόμο 457, της 22ας Ιουλίου 1994, θεωρεί εφαρμοστέο το επιτόκιο προς 3 % ανά εξάμηνο, όπως ισχύει, γενικότερα, για τις υποχρεώσεις του Δημοσίου προς επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων.
Αν θεωρηθούν εφαρμοστέες οι διατάξεις του προαναφερθέντος νομοθετικού διατάγματος, το οποίο μάλιστα παραπέμπει για τον υπολογισμό των τόκων σε κατοπινή διοικητική πράξη, προκύπτουν οι εξής περαιτέρω επιβλαβείς συνέπειες για τον πολίτη που κατέβαλε αχρεωστήτως χρηματικά ποσά: στην περίπτωση που γίνει δεκτό ότι η εισπράξασα Δημόσια Διοίκηση ήταν καλής πίστεως, οι τόκοι επί των ποσών για τα οποία αυτός πέτυχε την έκδοση αποφάσεως περί επιστροφής θα αναγνωριστούν υπέρ αυτού μόνον από της ασκήσεως της αγωγής και, επί πλέον, θα φαλκιδευτούν καθ' ο μέτρο θα προσδιορίσει το ίδιο το κράτος που παρέβη την υποχρέωση μεταφοράς της κοινοτικής οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο».
27 Το υποβληθέν με τον τρόπο αυτόν ερώτημα θίγει δύο ζητήματα:
α) το ζήτημα αν πρέπει να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο εθνική νομοθεσία η οποία ρυθμίζει την καταβολή τόκων υπερημερίας στο πλαίσιο της αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος κατά διαφορετικό τρόπο, αναλόγως του αν πρόκειται για χρέη μεταξύ ιδιωτών ή για οφειλές του Δημοσίου·
β) την επιρροή που ασκεί ενδεχομένως το γεγονός ότι το επιτόκιο καθορίζεται «με πράξη της ίδιας της δημόσιας αρχής η οποία, με τη συμπεριφορά της, προσέβαλε το δικαίωμα αυτό».
28 Θα αναλύσω εν πρώτοις το τελευταίο αυτό ζήτημα. Τόσο η Επιτροπή όσο και η Ιταλική Κυβέρνηση υπογραμμίζουν ότι ο τρόπος με τον οποίο τίθεται το ζήτημα αυτό δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη το γεγονός ότι ο επίδικος κανόνας δεν εφαρμόστηκε στα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν το αντικείμενο των κυρίων δικών και ούτε καν ετέθη σε εφαρμογή στην εσωτερική έννομη τάξη.
29 Πράγματι, το άρθρο 3 του νομοθετικού διατάγματος 307, της 23ης Μαου 1994 (μετατραπέντος στον νόμο 457, της 22ας Ιουλίου 1994), το οποίο, από της ενάρξεως της ισχύος του (16), εξουσιοδοτούσε τον Υπουργό Οικονομικών να καθορίζει, με υπουργική απόφαση, τα επιτόκια των πιστώσεων και οφειλών του Δημοσίου αναλόγως της εξελίξεως της χρηματαγοράς, δεν εφαρμόστηκε, καθόσον ο Υπουργός Οικονομικών ουδέποτε έκανε χρήση της εξουσιοδοτήσεως αυτής.
30 Ως εκ τούτου, τα επιτόκια που ισχύουν για τους τόκους υπερημερίας καθορίζονταν και εξακολουθούν να καθορίζονται από διατάξεις της τάξεως νόμου (17), οι οποίες έχουν γενική ισχύ. Συγκεκριμένα, οι εφαρμοστέες διατάξεις ήταν οι διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος 557, της 30ής Δεκεμβρίου 1993, με το οποίο το εξαμηνιαίο επιτόκιο καθορίστηκε σε 3 % όσον αφορά τις φορολογικού χαρακτήρα πιστώσεις και οφειλές.
31 Συνεπώς, δεν χρειάζεται να ληφθεί υπόψη στο στοιχείο στο οποίο αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο, δεδομένου ότι έχει καθαρά υποθετικό χαρακτήρα και δεν εμφανίζει κανένα σύνδεσμο με την πραγματικότητα των περιστατικών στις υπό κρίση υποθέσεις.
32 Ο πυρήνας του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος έγκειται, σύμφωνα με τις σκέψεις που εκτίθενται στη διάταξη περί παραπομπής, στο γεγονός ότι οι διατάξεις αυτές προβλέπουν, όσον αφορά τις οφειλές και πιστώσεις του Δημοσίου, επιτόκια για τους τόκους υπερημερίας τα οποια διαφέρουν από εκείνα που ισχύουν στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών. Και μ' αυτό ακριβώς το ζήτημα θα πρέπει να ασχοληθώ.
33 Όσον αφορά την άσκηση του δικαιώματος στην επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων, όταν το δικαίωμα αυτό πηγάζει από το γεγονός ότι ο εσωτερικός φόρος είναι ασυμβίβαστος με το κοινοτικό δίκαιο, πάγια νομολογία, η οποία αναπτύχθηκε από τις αποφάσεις Rewe (18) και Comet (19) και εντεύθεν, υπογράμμισε τόσο την υποχρέωση των κρατών μελών να επιστρέφουν τα έσοδα αυτά, αντιστοιχούσα στο δικαίωμα των φορολογουμένων να απαιτούν την επιστροφή τους (20), όσο και την εξάρτηση του δικαιώματος αυτού από τους συνήθεις όρους ασκήσεως των δικαιωμάτων στην έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους.
34 Συνοψίζοντας αυτή τη θέση της νομολογίας, η απόφαση της 29ης Ιουνίου 1988, C-240/87, Deville (21), ανέφερε τα εξής: «(...) ελλείψει κοινοτικής ρυθμίσεως όσον αφορά την απόδοση των αχρεωστήτως εισπραχθέντων εθνικών φόρων, στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους εναπόκειται να ορίσει τα αρμόδια δικαιοδοτικά όργανα και να ρυθμίσει τις διαδικαστικές λεπτομέρειες των εν ευρεία εννοία ενδίκων μέσων που αποβλέπουν στην εξασφάλιση της προστασίας των δικαιωμάτων τα οποία οι φορολογούμενοι έλκουν από το άμεσο αποτέλεσμα του κοινοτικού δικαίου, εξυπακουομένου ότι οι διαδικαστικές αυτές λεπτομέρειες δεν μπορούν να είναι ούτε λιγότερο ευνοϋκές από εκείνες που διέπουν ομοειδείς εσωτερικής φύσεως απαιτήσεις ούτε διαμορφωμένες κατά τρόπον ώστε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη την άσκηση των δικαιωμάτων, το σεβασμό των οποίων έχουν την υποχρέωση να διασφαλίζουν τα εθνικά δικαστήρια (...)» (22).
35 Όπως και όλα τα κράτη μέλη που κατέθεσαν εν προκειμένω παρατηρήσεις, δεν βλέπω κανένα λόγο να μην επιτρέπεται στον εθνικό νομοθέτη να επιβάλλει για τις ένδικες προσφυγές περί αναζητήσεως των κακώς καταβληθέντων φόρων προϋποθέσεις ασκήσεως διαφορετικές από εκείνες που ισχύουν για τις αντίστοιχες αγωγές μεταξύ ιδιωτών.
36 Κατά τα λοιπά, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τον νόμιμο χαρακτήρα της διακρίσεως αυτής με τις σκέψεις 22 έως 25 της προμνησθείσας αποφάσεως Denkavit italiana. Αφού αναγνώρισε ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαιτεί αναγκαστικά ενιαίο και κοινό κανόνα σε όλα τα κράτη μέλη για τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η αμφισβήτηση ή η αναζήτηση φορολογικών επιβαρύνσεων που αντίκεινται στο δίκαιο αυτό, καθώς και ότι η ρύθμιση του ζητήματος αυτού ποικίλλει από το ένα κράτος μέλος σε άλλο, ακόμα δε και στο εσωτερικό κάθε κράτους, αναλόγως των διαφόρων ειδών των επιμάχων φόρων, το Δικαστήριο δέχθηκε το νόμιμο των δύο πιο σημαντικών ειδών των συναφών εθνικών καθεστώτων:
- Σε ορισμένες περιπτώσεις, η εθνική νομοθεσία εξαρτά τις αμφισβητήσεις ή τις αναζητήσεις των παρανόμως εισπραχθέντων φόρων από συγκεκριμένες τυπικές προϋποθέσεις και προϋποθέσεις προθεσμίας, τόσο όσον αφορά τις διοικητικές προσφυγές που απευθύνονται στη φορολογική διοίκηση όσο και όσον αφορά τις ένδικες προσφυγές.
- Σε άλλες περιπτώσεις, οι ένδικες προσφυγές περί αναζητήσεως των φορολογικών επιβαρύνσεων που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως πρέπει να ασκούνται ενώπιον των κοινών δικαστηρίων, ιδίως υπό τη μορφή αγωγών περί αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος. Οι ένδικες αυτές προσφυγές υπόκεινται σε μακρές λίγο-πολύ προθεσμίες, οι οποίες μπορεί ενίοτε να αντιστοιχούν στην προθεσμία παραγραφής του κοινού δικαίου.
37 Ευθύς αμέσως, το Δικαστήριο υποστήριξε, υπενθυμίζοντας την προμνησθείσα νομολογία Rewe και Comet, ότι, από πλευράς κοινοτικού δικαίου, οι προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούν τα διάφορα εθνικά καθεστώτα όσον αφορά τις ένδικες προσφυγές περί αναζητήσεως των ποσών που ειπράττονται κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου είναι οι ήδη προμνησθείσες προϋποθέσεις να μην υπάρχει διάκριση και να μην καθίσταται πρακτικώς αδύνατη η άσκηση των αντιστοίχων προσφυγών. Αμφότερες οι προϋποθέσεις, σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση της 10ης Ιουλίου 1997, Palmisani (23), αποτελούν, αντιστοίχως, έκφραση της «αρχής της ισοδυναμίας» (σε σχέση προς τις απαιτήσεις που επιβάλλονται για τις ανάλογες προσφυγές του εσωτερικού δικαίου) και της «αρχής της αποτελεσματικότητας» του κοινοτικού δικαίου.
38 Οι προϋποθέσεις αυτές ισχύουν τόσο για την κύρια υποχρέωση επιστροφής των κακώς εισπραχθέντων ποσών όσο και για την παρεπόμενη υποχρέωση καταβολής των αντιστοίχων τόκων. Συνεπώς, και η υποχρέωση αυτή πρέπει να διέπεται από τους εθνικούς κανόνες που ισχύουν εν προκειμένω, ανεξαρτήτως του αν οι απαιτήσεις γεννήθηκαν κατ' εφαρμογήν του εσωτερικού ή του κοινοτικού δικαίου.
39 Αυτό επιβεβαιώθηκε ρητώς από το Δικαστήριο με την απόφαση της 12ης Ιουνίου 1980, Express Dairy Foods (24): ελλείψει συναφών κοινοτικών διατάξεων, εναπόκειται στις εθνικές αρχές, και ιδιαίτερα στα εθνικά δικαστήρια στις περιπτώσεις αποδόσεως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ποσών, να ρυθμίσουν όλα τα παρεπόμενα ζητήματα σχετικά με την απόδοση αυτή, όπως είναι η καταβολή τόκων, εφαρμόζοντας τους εσωτερικούς τους κανόνες όσον αφορά το επιτόκιο και την ημερομηνία από την οποία πρέπει να υπολογίζονται οι τόκοι.
40 Με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Edis, υποστήριξα ότι κανένας κανόνας ή αρχή του κοινοτικού δικαίου δεν εμποδίζουν τον εθνικό νομοθέτη να τάσσει, για την παραγραφή των δικαιωμάτων ή την άσκηση των ενδίκων προσφυγών, προθεσμίες διαφορετικές αναλόγως του συγκεκριμένου κλάδου δικαίου, υπό την προϋπόθεση ότι οι προθεσμίες αυτές εφαρμόζονται αδιακρίτως στα δικαιώματα που απορρέουν από εθνικούς κανόνες και σ' εκείνα που απορρέουν από κοινοτικούς κανόνες. Πράγματι, ο εθνικός νομοθέτης είναι ελεύθερος να επιβάλλει αποκλειστικές προθεσμίες ή προθεσμίες παραγραφής στον φορολογικό τομέα, οι δε προθεσμίες αυτές δεν πρέπει αναγκαστικά να συμπίπτουν μ' εκείνες που καθορίζονται για άλλου είδους σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου. Κανένας κανόνας ή αρχή του κοινοτικού δικαίου δεν τον υποχρεώνουν να εξομοιώνει συναφώς τις φορολογικές σχέσεις προς τις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών.
41 Η θέση αυτή ισχύει και και μια άλλη πτυχή της ρυθμίσεως του δικαιώματος στην επιστροφή των φόρων, ήτοι το ζήτημα της καταβολής τόκων. Το κοινοτικό δίκαιο δεν απαιτεί να είναι το επιτόκιο και τα λοιπά στοιχεία που καθορίζουν τους τόκους τα ίδια τόσο όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών όσο και όσον αφορά τις φορολογικές σχέσεις. Αντιθέτως, επιβάλλει να εφαρμόζονται τα επιτόκια και τα λοιπά στοιχεία αδιακρίτως στις αξιώσεις που απορρέουν από το εσωτερικό δίκαιο και σ' εκείνες που στηρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο.
42 Συνεπώς, θα υφίστατο δυσμενής διάκριση αν ο ιταλικός κανόνας περί των τόκων που εφαρμόζονται επί των αξιώσεων επιστροφής των κακώς καταβληθέντων φόρων προέβλεπε διαφορετικά επιτόκια αναλόγως του αν η υποχρέωση επιστροφής απορρέει από το εθνικό ή από το κοινοτικό δίκαιο. Αυτό θα συνέβαινε αν τα επιτόκια που ισχύουν για την επιστροφή του κακώς απαιτηθέντος φόρου λόγω ασυμβιβάστου του φόρου αυτού με το κοινοτικό δίκαιο ήταν χαμηλότερα από εκείνα που θα εφαρμόζονταν αν η αναζήτηση του ίδιου αυτού φόρου στηριζόταν σε άλλη αιτία του εσωτερικού δικαίου. Όμως, εφόσον αυτό δεν συμβαίνει, οι δε τόκοι τους οποίους οφείλει να καταβάλλει η δημοσιονομική αρχή, σύμφωνα με τις διατάξεις που παρέθεσε το αιτούν δικαστήριο, εφαρμόζονται αδιακρίτως σε όλες τις αξιώσεις περί επιστροφής του φόρου, ανεξαρτήτως της βάσεώς τους, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι οι διατάξεις αυτές συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο.
43 Όσον αφορά τις λοιπές πτυχές του ερωτήματος αυτού, τις οποίες δεν έθιξε μεν άμεσα το αιτούν δικαστήριο, αλλά στις οποίες αναφέρθηκαν η Επιτροπή και μία από τις προσφεύγουσες επιχειρήσεις με τις παρατηρήσεις τους (25), παραπέμπω στις προτάσεις μου στην υπόθεση Edis (σημεία 51 έως 65).
Πρόταση
44 Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα του Tribunale di Genova:
«1) Το κοινοτικό δίκαιο δεν αποκλείει την εφαρμογή, σε αίτηση περί επιστροφής φόρου ο οποίος δεν συμβιβάζεται με οδηγία, εθνικής ρυθμίσεως δυνάμει της οποίας η ένδικη προσφυγή προς ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων υπόκειται σε τριετή αποκλειστική προθεσμία από της ημερομηνίας της καταβολής του φόρου, ακόμα και όταν η ρύθμιση αυτή έχει ως συνέπεια να εμποδίζει, εν όλω ή εν μέρει, την εν λόγω επιστροφή του φόρου.
2) Το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει να επιβάλλουν οι εθνικές έννομες τάξεις, στο πλαίσιο των προσφυγών κατά των δημοσιονομικών αρχών με αίτημα την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων, επιτόκια διαφορετικά από αυτά που ισχύουν για τις αγωγές περί αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος μεταξύ ιδιωτών, υπό την προϋπόθεση ότι τα επιτόκια αυτά εφαρμόζονται αδιακρίτως στις ένδικες προσφυγές περί επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος οι οποίες στηρίζονται σε λόγους απτόμενους του εσωτερικού δικαίου και σ' εκείνες που στηρίζονται σε λόγους απορρέοντες από την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων.»
(1) - Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-71/91 και C-178/91, Συλλογή 1993, σ. Ι-1915.
(2) - ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 20.
(3) - Βλ. νομοθετικό διάταγμα 331, της 30ής Αυγούστου 1993, το οποίο κατέστη νόμος 427, της 29ης Οκτωβρίου 1993.
(4) - Συναφώς, βλ. τις αποφάσεις του Corte suprema di cassazione (πρώτο πολιτικό τμήμα) της 28ης Μαρτίου 1994, αριθ. 2992, και της 23ης Νοεμβρίου 1994, αριθ. 9900, καθώς και την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1996, αριθ. 4468/96 και 3458/96, η οποία εκδόθηκε από την ολομέλεια (sezioni unite) του Corte suprema di cassazione. Ομοίως, στη δεύτερη σκέψη της αποφάσεως αριθ. 56, της 24ης Φεβρουαρίου 1995, το Corte costituzionale, αφού υπενθύμισε τις νομοθετικές περιπέτειες του τέλους, έκρινε όσον αφορά τα προ της καταργήσεώς του (1993) έτη τα εξής: «Δεδομένου ότι το τέλος εισπράχθηκε αχρεωστήτως από το Ιταλικό Δημόσιο, κατά παράβαση του άρθρου 10 της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ της 17ης Ιουλίου 1969, όπως αυτό ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων με την απόφαση της 20ής Απριλίου 1993 στις υποθέσεις C-71/91 και C-178/91, τα καταβληθέντα ποσά μπορούν να αναζητηθούν βάσει του κοινοτικού δικαίου, το οποίο έχει άμεση εφαρμογή στην ιταλική έννομη τάξη».
(5) - C-208/90, Συλλογή 1991, σ. Ι-4269.
(6) - Σκέψη 23.
(7) - C-338/91, Συλλογή 1993, σ. Ι-5475.
(8) - C-410/92, Συλλογή 1994, σ. Ι-5483.
(9) - Απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, C-90/94 (Συλλογή 1997, σ. Ι-4085).
(10) - Απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, C-114/95 και C-115/95 (Συλλογή 1997, σ. Ι-4263).
(11) - C-188/95, Συλλογή 1997, σ. Ι-6783, σκέψεις 42 έως 52.
(12) - Διεξήχθη κοινή προφορική διαδικασία για τις ακόλουθες υποθέσεις: Edis (C-231/96), Spac (C-260/96), Ansaldo Energia (C-279/96), Marine Insurance Consultants (C-280/96) και GMB κ.λπ. (C-281/96).
(13) - Ο δικηγόρος της εταιρίας Edis το τόνισε αυτό όταν, κατά την προφορική διαδικασία, αναγνώρισε ότι ήδη το 1989 (και, συνεπώς, όχι μόνο πριν από την έκδοση της αποφάσεως Ponente Carni, αλλά και πριν από την υποβολή της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή) μια άλλη εταιρία Edis, συνδεδεμένη με την πελάτισσά του εταιρία, και ορισμένες ιταλικές επιχειρήσεις είχαν προσβάλει ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων την εκκαθάριση του τέλους εγγραφής στο Μητρώο. Οι προσφυγές αυτές, καίτοι απορρίφθηκαν για ζητήματα ουσίας, καταδεικνύουν ότι ουδείς αρνήθηκε στις εν λόγω εταιρίες το δικαίωμα ένδικης προστασίας.
(14) - Μεταξύ των δυσκολιών αυτών περιλαμβάνεται και η υποχρέωση της ασκήσεως ένδικης προσφυγής προς απόκτηση εκτελεστού τίτλου κατά του Δημοσίου, απαίτηση η οποία, εξάλλου, μπορεί να δημιουργήσει αδικαιολόγητη εμπλοκή της διαδικασίας - και, κατά συνέπεια, καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης - σε βάρος των φορολογουμένων.
(15) - Το άρθρο 61 του νομοθετικού διατάγματος 331, της 30ής Αυγούστου 1993, καθορίζει τους λεπτομερείς κανόνες της επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών του φόρου, ήτοι προβλέποντας την υποβολή διοικητικής ενστάσεως (για τα ποσά που καταβλήθηκαν για το φορολογικό έτος 1992) ή συμψηφισμό (για τα ποσά που καταβλήθηκαν για το έτος 1993).
(16) - Την 1η Ιανουαρίου 1995.
(17) - Οι νόμοι και τα νομοθετικά διατάγματα που διέπουν τα επιτόκια όσον αφορά τους τόκους αυτούς αποτέλεσαν, στη διάρκεια των τελευταίων ετών, αντικείμενο πολλαπλών τροποποιήσεων, λόγω προφανώς της εξελίξεως των επιτοκίων στις χρηματαγορές.
(18) - Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1976, Συλλογή τόμος 1976, σ. 747.
(19) - Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1976, Συλλογή τόμος 1976, σ. 765.
(20) - Το έρεισμα του δικαιώματος αυτού, όταν πρόκειται για την επιστροφή εθνικών φόρων ασυμβιβάστων με το κοινοτικό δίκαιο, μπορεί να αναζητηθεί σε διάφορους κανόνες ή αρχές, ορισμένοι από τους οποίους μνημονεύονται στις αποφάσεις του Δικαστηρίου. Έτσι, έγινε επίκληση του άρθρου 5 της Συνθήκης, στο μέτρο που το άρθρο αυτό επιβάλλει στα κράτη να εξασφαλίζουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη αυτή· σε άλλες περιπτώσεις, προβλήθηκε η ανάγκη προστασίας του αμέσου αποτελέσματος του κοινοτικού κανόνα στον οποίο αντέβαινε η θεσπίζουσα τον φόρο εθνική διάταξη· επίσης, έγινε επίκληση της γενικής αρχής της απαγορεύσεως του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ο οποίος θα υπήρχε εάν το κράτος δεν υπεχρεούτο να επιστρέψει τα κακώς εισπραχθέντα ποσά.
(21) - Συλλογή 1988, σ. 3513.
(22) - Η διατύπωση αυτή επαναλαμβάνεται παγίως σε μια ήδη μακρά σειρά αποφάσεων οι οποίες, από τις υποθέσεις Rewe και Comet, εκδόθηκαν συναφώς: μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 1979, 177/78, Mc Carren (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 67)· της 27ης Φεβρουαρίου 1980, 68/79, Just (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 253)· της 5ης Μαρτίου 1980, 265/78, Ferwerda (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 313)· της 27ης Μαρτίου 1980, 61/79, Denkavit italiana (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 605)· της 10ης Ιουλίου 1980, 811/79, Ariete (Συλλογή 1980/ΙΙ, σ. 637)· της 10ης Ιουλίου 1980, 826/79, MIRECO (Συλλογή 1980/ΙΙ, σ. 643)· της 9ης Νοεμβρίου 1983, 199/82, San Giorgio (Συλλογή 1983, σ. 3595)· της 25ης Φεβρουαρίου 1988, 331/85, 376/85 και 378/85, Bianco και Girard (Συλλογή 1988, σ. 1099), και της 23ης Μαου 1996, C-5/94, Hedley Lomas (Συλλογή 1996, σ. Ι-2553).
(23) - C-261/95, Συλλογή 1997, σ. Ι-4025.
(24) - 130/79, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 271, σκέψη 17.
(25) - Στην υπό κρίση περίπτωση, η Επιτροπή περιορίστηκε να παραπέμψει στις παρατηρήσεις της στην υπόθεση Edis.
Full & Egal Universal Law Academy