Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Το tribunal de grande instance de Briey υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εμποδίζει την εφαρμογή μιας μεθόδου προσδιορισμού της φορολογήσιμης ιπποδυνάμεως των αυτοκινήτων οχημάτων η οποία έχει ως αποτέλεσμα να προσδίδει υψηλότερη φορολογήσιμη ιπποδύναμη σε ορισμένα αυτοκίνητα οχήματα και, επομένως, να αποτρέπει την αγορά τέτοιων αυτοκινήτων, δεδομένου ότι τα αυτοκίνητα που περιλαμβάνονται στις βαρύτερα φορολογούμενες κατηγορίες είναι αποκλειστικώς εισαγόμενα τα οποία ανταγωνίζονται ευθέως τα πωλούμενα εντός της Γαλλίας παρόμοια αυτοκίνητα και κατατασσόμενα σε ευνοϋκότερες φορολογικές κατηγορίες;
2) Πρέπει το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εμποδίζει την ταυτόχρονη χρήση δύο τρόπων προσδιορισμού της φορολογήσιμης ιπποδυνάμεως των αυτοκινήτων οχημάτων, από τις οποίες μεθόδους η μία - περισσότερο δυσμενής - εφαρμόζεται ιδίως στα εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη αυτοκίνητα και έχει ως αποτέλεσμα να αποτρέπει τους Γάλλους από την αγορά τέτοιων αυτοκινήτων προς όφελος των πωλουμένων εντός της Γαλλίας παρομοίων αυτοκινήτων;»
2 Η υπόθεση αυτή είναι η τελευταία σε μια σειρά υποθέσεων σχετικών με τα τέλη κυκλοφορίας των αυτοκινήτων στη Γαλλία. Ειδικότερα, αφορά τη μέθοδο υπολογισμού της φορολογήσιμης ιπποδυνάμεως. Ο D. Tabouillot, προσφεύγων της κύριας δίκης, ισχυρίζεται ότι η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε για τον προσδιορισμό των τελών κυκλοφορίας που οφείλει ως ο κύριος μιας Chevrolet Corvette είναι αντίθετη με το άρθρο 95 της Συνθήκης. Η μέθοδος αυτή περιέχεται σε διοικητική εγκύκλιο του 1956, η οποία έχει εφαρμογή σε εξαιρετικές περιπτώσεις, και διαφέρει της συνήθους μεθόδου που περιέχεται σε διοικητική εγκύκλιο του 1977. Πριν εισέλθω στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, θα αναφερθώ στη σχετική γαλλική νομοθεσία και τις παλαιότερες αποφάσεις του Δικαστηρίου ως προς αυτήν. Θα αναφερθώ στη γαλλική νομοθεσία με βάση τα πληροφοριακά στοιχεία που αντλούνται από τη νομολογία του Δικαστηρίου και τις παρατηρήσεις της Γαλλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, καθότι στην απόφαση περί παραπομπής δεν περιγράφονται επαρκώς οι εφαρμοστέοι κανόνες.
Η σχετική γαλλική νομοθεσία και οι παλαιότερες αποφάσεις του Δικαστηρίου ως προς αυτήν
3 Τα άρθρα 1599 C έως 1599 J του code gιnιral des impτts (γενικού φορολογικού κώδικα) αποτελούν τις βασικές διατάξεις σχετικά με τα κλιμακούμενα τέλη κυκλοφορίας των αυτοκινήτων. Η δομή των τελών αυτών καθορίζεται για ολόκληρη την επικράτεια, αλλά τα τέλη εισπράττονται από τις αρχές κάθε νομού. Για κάθε τύπο αυτοκινήτου που διατίθεται στο εμπόριο εντός της Γαλλίας υπολογίζεται η «φορολογήσιμη ιπποδύναμη» σύμφωνα με έναν περίπλοκο τύπο, στον οποίο θα επανέλθω. Οι φορολογήσιμες ιπποδυνάμεις κατανέμονται σε κλιμάκια, κάθε ένα από τα οποία περιλαμβάνει δύο ή τρεις ιπποδυνάμεις. Για κάθε κλιμάκιο έχει καθοριστεί σε εθνικό επίπεδο ένας συντελεστής. Κάθε χρόνο, μια βασική τιμή καθορίζεται για κάθε νομό από το οικείο νομαρχιακό συμβούλιο. Η καθοριζόμενη κατά τον τρόπο αυτόν βασική τιμή πολλαπλασιάζεται με τους συντελεστές για να καθοριστεί το ποσό των κλιμακουμένων τελών κυκλοφορίας που αντιστοιχεί σε κάθε κλιμάκιο. Έτσι, το καταβλητέο ποσό των τελών κυκλοφορίας για δεδομένο όχημα ενδέχεται να ποικίλλει από νομό σε νομό, αλλά η δομή των τελών καθορίζεται σε εθνικό επίπεδο και είναι η ίδια για ολόκληρη την επικράτεια.
4 Το Δικαστήριο έχει ήδη εκδώσει τέσσερις αποφάσεις σχετικά με το συμβατό του γαλλικού συστήματος τελών κυκλοφορίας των αυτοκινήτων προς το άρθρο 95 της Συνθήκης. Στην πρώτη υπόθεση, ονόματι Humblot (1), το Δικαστήριο ρωτήθηκε αν συμβιβάζεται με το άρθρο 95 της Συνθήκης η επιβολή κλιμακουμένων τελών επί των αυτοκινήτων με φορολογήσιμη ιπποδύναμη ίση ή κατώτερη των 16 ίππων και ειδικών τελών, τα οποία ήσαν ενιαία και σαφώς υψηλότερα, επί των αυτοκινήτων με φορολογήσιμη ιπποδύναμη ανώτερη των 16 ίππων. Το Δικαστήριο προέβη πρωτ' απ' όλα στην ακόλουθη γενική παρατήρηση σχετικά με τα συστήματα προοδευτικών τελών κυκλοφορίας:
«(...) στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να υποβάλουν προϋόντα όπως τα αυτοκίνητα σε σύστημα τελών κυκλοφορίας, το ύψος των οποίων αυξάνει προοδευτικά βάσει αντικειμενικού κριτηρίου, όπως η φορολογική ιπποδύναμη, η οποία μπορεί να καθορίζεται κατά διαφορετικούς τρόπους» (2).
5 Όμως, το Δικαστήριο προσέθεσε ότι ένα τέτοιο σύστημα εσωτερικής φορολογίας συμβιβάζεται με το άρθρο 95 μόνον εφόσον είναι απαλλαγμένο από κάθε αποτέλεσμα που εισάγει διακρίσεις ή είναι προστατευτικό (3).
6 Το Δικαστήριο έκρινε ότι η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούνταν από ένα σύστημα όπως το γαλλικό, όπου τα ειδικά τέλη αποτελούσαν πολλαπλάσιο του υψηλότερου ποσού των προοδευτικών τελών για τα αυτοκίνητα με φορολογήσιμη ιπποδύναμη ίση ή κατώτερη των 16 ίππων και όπου τα μοναδικά αυτοκίνητα που υπέκειντο στα ειδικά τέλη ήσαν εισαγόμενα, ιδίως δε προελεύσεως άλλων κρατών μελών.
7 Στη συνέχεια, ο Γάλλος νομοθέτης θέσπισε το άρθρο 18 του νόμου 85-695 της 11ης Ιουλίου 1985, προκειμένου να συμμορφωθεί προς την απόφαση εκείνη. Το άρθρο 18 κατάργησε τα ειδικά τέλη επί των αυτοκινήτων με φορολογήσιμη ιπποδύναμη ανώτερη των 16 ίππων. Έτσι, παρέμεινε μόνο το σύστημα των κλιμακουμένων τελών. Το σύστημα αυτό είχε όπως περιγράφεται πιο πάνω. Όμως, με το άρθρο 18 του νόμου αυτού δημιουργήθηκαν τέσσερα νέα κλιμάκια, με αποτέλεσμα να υφίστανται συνολικά εννέα κλιμάκια, δηλαδή: μέχρι 4 ίππους, από 5 έως 7 ίππους, 8 και 9 ίπποι, 10 και 11 ίπποι, από 12 έως 16 ίππους, 17 και 18 ίπποι, 19 και 20 ίπποι, 21 και 22 ίπποι, και άνω των 23 ίππων. Καθιερώθηκε επίσης ένας συντελεστής για κάθε κλιμάκιο (1· 1,9· 4,5· 5,3· 9,4· 14,1· 21,1· 31,7· 47,6 αντιστοίχως). Ο τύπος για τον υπολογισμό της φορολογήσιμης ιπποδυνάμεως καθορίστηκε με διοικητική εγκύκλιο της 23ης Δεκεμβρίου 1977.
8 Στη δεύτερη υπόθεση, ονόματι Feldain (4), το Δικαστήριο ρωτήθηκε αν το σύστημα, όπως τροποποιήθηκε μετά την απόφαση Humblot από τον νόμο 85-695, συμβιβάζεται με το άρθρο 95 της Συνθήκης. Ένα από τα ζητήματα ήταν αν συμβιβάζεται με το άρθρο 95 της Συνθήκης η καθιέρωση ενός συστήματος όπου η πρόοδος των συντελεστών ήταν «εκθετική» μετά το κλιμάκιο των 12 έως 16 φορολογησίμων ίππων, το οποίο ήταν το τελευταίο κλιμάκιο που περιελάμβανε αυτοκίνητα γαλλικής κατασκευής. Το Δικαστήριο έκρινε ότι από την πρόοδο των συντελεστών δεν προέκυπτε σημαντική διαφορά που να δικαιολογεί τη σκέψη ότι υφίσταται αποτέλεσμα που εισάγει διακρίσεις ή είναι προστατευτικό (5). Ωστόσο, το Δικαστήριο εκτίμησε ότι δύο πτυχές του συστήματος τελών κυκλοφορίας συνεπάγονταν τη δημιουργία διακρίσεων.
9 Πρώτον, η διαμόρφωση των φορολογικών κλιμακίων ήταν τέτοια ώστε τα πολυτελή αυτοκίνητα γαλλικής κατασκευής να εμπίπτουν στο κλιμάκιο των 12 έως 16 φορολογησίμων ίππων και μόνον αυτοκίνητα από άλλα κράτη μέλη να εμπίπτουν στα κλιμάκια άνω των 16 φορολογησίμων ίππων. Δεδομένου ότι το κλιμάκιο των 12 έως 16 φορολογησίμων ίππων ήταν ευρύ (το μοναδικό που περιελάμβανε πέντε ιπποδυνάμεις ενώ όλα τα άλλα περιελάμβαναν δύο ή τρεις), τα πολυτελή αυτοκίνητα γαλλικής κατασκευής προστατεύονταν έναντι της κανονικής προόδου των τελών (6).
10 Δεύτερον, αυτή η μέθοδος υπολογισμού της φορολογήσιμης ιπποδυνάμεως, όπως καθοριζόταν στη διοικητική εγκύκλιο της 23ης Δεκεμβρίου 1977, δεν ήταν αντικειμενική και ευνοούσε τα αυτοκίνητα γαλλικής κατασκευής (7). Η μέθοδος αυτή συνίστατο στον ακόλουθο τύπο:
P = m (0,0458 · C/K) 1,48
Στον τύπο αυτόν, P είναι η φορολογήσιμη ιπποδύναμη, το m είναι ίσο με τη μονάδα για τα βενζινοκίνητα αυτοκίνητα και με το 0,7 για τα πετρελαιοκίνητα αυτοκίνητα, C είναι ο κυβισμός της μηχανής σε κυβικά εκατοστά. Ο κυβισμός διαιρούνταν με μια παράμετρο, που ήταν γνωστή ως παράμετρος Κ, η οποία ήταν ίση με «τον μέσον όρο των ταχυτήτων σε χιλιόμετρα ανά ώρα που επιτυγχάνει θεωρητικώς το όχημα όταν ο κινητήρας αναπτύσσει χίλιες στροφές το λεπτό στις διάφορες θέσεις εμπροσθίας κινήσεως του κιβωτίου ταχυτήτων» (8). Όμως το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι για τα αυτοκίνητα με πραγματική ιπποδύναμη ανώτερη των 100 kW, η παράμετρος K είχε ως ανώτατο όριο το 21.
11 Το Δικαστήριο έκρινε ότι, με το να περιοριστεί κατά τον πιο πάνω τρόπο η παράμετρος Κ, οι επίμαχοι κανόνες είχαν ως αποτέλεσμα να έχουν φορολογήσιμη ιπποδύναμη μεγαλύτερη των 16 ίππων τα αυτοκίνητα με απλό κιβώτιο ταχυτήτων και κυβισμό ανώτερο των 3 109,7 cm3. Επί πλέον, περιοριζομένης της παραμέτρου Κ, η φορολογήσιμη ιπποδύναμη εξηρτάτο μόνον από τον κυβισμό. Εφόσον ο κυβισμός υψωνόταν στη δύναμη 1,48 κάθε αύξησή του είχε ως αποτέλεσμα να εμπίπτουν τα αυτοκίνητα αυτά στα υψηλότερα κλιμάκια (9).
12 Το Δικαστήριο διαπίστωσε επίσης ότι κανένα αυτοκίνητο γαλλικής κατασκευής δεν είχε κυβισμό ανώτερο των 3 109,7 cm3. Κατά συνέπεια, το αποτέλεσμα του περιορισμού της παραμέτρου Κ στο 21 ήταν να εμπίπτουν στα υψηλότερα κλιμάκια μόνον εισαγόμενα αυτοκίνητα, ενώ, χωρίς τον περιορισμό αυτόν, τα αυτοκίνητα αυτά θα είχαν μικρότερη φορολογήσιμη ιπποδύναμη. Ο περιορισμός αυτός δεν δικαιολογούνταν από σκέψεις αναγόμενες στην κατανάλωση καυσίμων. Στο σημείο αυτό, δεν υπήρχε σημαντική διαφορά μεταξύ των αυτοκινήτων για τα οποία ίσχυε ο περιορισμός της παραμέτρου Κ και των άλλων παρομοίων αυτοκινήτων για τα οποία δεν ίσχυε ο περιορισμός αυτός. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι η πιο πάνω μέθοδος υπολογισμού της φορολογήσιμης ιπποδυνάμεως δεν ήταν αντικειμενική και ευνοούσε τα αυτοκίνητα γαλλικής κατασκευής (10).
13 Στην τρίτη υπόθεση, ονόματι Seguela κ.λπ. (11), το Δικαστήριο κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα με το συμπέρασμα στην υπόθεση Feldain.
14 Ο Γάλλος νομοθέτης θέσπισε νέα νομοθεσία προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση Feldain. Το άρθρο 20 του νόμου 87-1061 της 30ής Δεκεμβρίου 1987 τροποποίησε το άρθρο 1599 G του γενικού φορολογικού κώδικα διαιρώντας το παλαιό κλιμάκιο των 12 έως 16 φορολογησίμων ίππων σε δύο κλιμάκια, οπότε δημιουργήθηκαν συνολικά 10 αντί 9 κλιμακίων. Κατά συνέπεια, τώρα υφίσταται ένα κλιμάκιο για 12 έως 14 φορολογησίμους ίππους και ένα άλλο για 15 έως 16 φορολογησίμους ίππους. Επί πλέον, μια νέα εγκύκλιος της 12ης Ιανουαρίου 1988 τροποποίησε τη μέθοδο υπολογισμού της φορολογήσιμης ιπποδυνάμεως που καθόριζε η εγκύκλιος της 23ης Δεκεμβρίου 1977. Η νέα εγκύκλιος άλλαξε το τμήμα της μεθόδου που το Δικαστήριο έκρινε αντίθετο προς το άρθρο 95 της Συνθήκης και κατάργησε το ανώτατο όριο της παραμέτρου Κ. Ο νόμος 93-859 της 22ας Ιουνίου 1993 επικύρωσε με αναδρομική ισχύ την εγκύκλιο αυτή.
15 Στη συνέχεια, το Δικαστήριο αντιμετώπισε πάλι το γαλλικό σύστημα κλιμακουμένων τελών κυκλοφορίας στην υπόθεση Jacquier (12), όπου κρίθηκε ότι το άρθρο 95 της Συνθήκης δεν αντιτίθεται σ' ένα σύστημα προοδευτικής φορολογίας όπως αυτό που διαμορφώθηκε μετά τις τελευταίες τροποποιήσεις των γαλλικών διατάξεων. Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο δεν εξέτασε τη μέθοδο υπολογισμού της φορολογήσιμης ιπποδυνάμεως των αυτοκινήτων.
16 Η μέθοδος αυτή είναι εκ νέου επίμαχη στην παρούσα υπόθεση. Η εγκύκλιος του 1977, όπως τροποποιήθηκε, δεν έχει εφαρμογή σε όλες τις περιπτώσεις. Υπάρχει μια δεύτερη μέθοδος, η οποία καθορίζεται σε εγκύκλιο της 28ης Δεκεμβρίου 1956 και η οποία εξακολουθεί να έχει εφαρμογή σε τρεις ουσιαστικώς περιπτώσεις, και ειδικότερα για:
α) τα αυτοκίνητα των οποίων ο τύπος έχει εγκριθεί στη Γαλλία πριν από την 1η Ιανουαρίου 1978·
β) τα αυτοκίνητα που δεν ανήκουν σε τύπο αυτοκινήτου έχοντα εγκριθεί στη Γαλλία μετά την 1η Ιανουαρίου 1978·
γ) τα αυτοκίνητα που ανήκουν σε τύπο αυτοκινήτου έχοντα εγκριθεί μετά την 1η Ιανουαρίου 1978 αλλά που, από απόψεως φορολογήσιμης ιπποδυνάμεως, δεν θεωρούνται ανάλογα με τον τύπο αυτόν.
17 Για τη μέθοδο που καθορίζεται στην εγκύκλιο του 1956 ισχύει ο ακόλουθος τύπος:
P = K·n·D2·L·ω,
όπου P είναι η φορολογήσιμη ιπποδύναμη, K ένας αριθμητικός συντελεστής, n ο αριθμός των κυλίνδρων, D η διάμετρος κάθε κυλίνδρου σε εκατοστά του μέτρου, L η διαδρομή των εμβόλων σε εκατοστά του μέτρου και ω η ταχύτητα περιστροφής σε στροφές ανά δευτερόλεπτο.
18 Με τις γραπτές της παρατηρήσεις, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο τύπος αυτός μπορεί να διατυπωθεί απλούστερα ως το γινόμενο του κυβισμού σε λίτρα επί τον συντελεστή 5,7294 για τα βενζινοκίνητα αυτοκίνητα και 4,0106 για τα πετρελαιοκίνητα αυτοκίνητα. Σε απάντηση γραπτής ερωτήσεως του Δικαστηρίου, η Γαλλική Κυβέρνηση επιβεβαίωσε ότι, βάσει του τύπου αυτού, η φορολογήσιμη ιπποδύναμη των αυτοκινήτων εξαρτάται άμεσα από τον κυβισμό τους.
19 Πάλι σε απάντηση γραπτής ερωτήσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση παρατήρησε ότι ο πιο πάνω τύπος χρησιμοποιείται μόνο στις περιπτώσεις που τα τεχνικά στοιχεία του οχήματος που απαιτούνται για την εφαρμογή του συνήθους τύπου της εγκυκλίου του 1977 δεν μπορούν να ληφθούν ή μπορούν να ληφθούν μόνο με μεγάλη δυσκολία (π.χ. κατόπιν αποσυναρμολογήσεως του οχήματος). Αντιθέτως, ο κυβισμός μπορεί, κατά κανόνα, να ληφθεί εύκολα.
20 Η εγκύκλιος του 1956 ήταν επίμαχη στην υπόθεση Bresle (13), αλλά στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο εξέδωσε διάταξη με την οποία κήρυξε την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως πληροφοριακών στοιχείων.
Τα πραγματικά περιστατικά και η κύρια δίκη
21 Ο D.Tabouillot είναι κύριος μιας Chevrolet Corvette η οποία τέθηκε για πρώτη φορά σε κυκλοφορία την 1η Ιανουαρίου 1980. Στις 10 Σεπτεμβρίου 1994 διαπιστώθηκε από την αστυνομία ότι ο D. Tabouillot δεν είχε επικολλήσει στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου του το ειδικό σήμα καταβολής των τελών κυκλοφορίας για το έτος αυτό. Του ζητήθηκε να καταβάλει 6 031 γαλλικά φράγκα (FF) ως τέλη κυκλοφορίας και 11 710 FF ως πρόστιμο βάσει του άρθρου 1840 N quater του γενικού φορολογικού κώδικα. Ο D. Tabouillot υπέβαλε αίτηση θεραπείας κατά της σχετικής καταλογιστικής πράξεως, αλλά η εφορία απέρριψε την αίτηση αυτή. Κατόπιν αυτού, άσκησε προσφυγή ζητώντας α) να αναγνωριστεί ότι οι διατάξεις περί κλιμακουμένων τελών κυκλοφορίας των αυτοκινήτων άνω των 16 ίππων αντίκεινται προς το άρθρο 95 της Συνθήκης και, επομένως, δεν έχουν εφαρμογή και β) να ακυρωθεί η ανωτέρω καταλογιστική πράξη.
22 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι ο D. Tabouillot αμφισβήτησε τόσο την προοδευτικότητα των γαλλικών τελών κυκλοφορίας όσο και τη μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό της φορολογήσιμης ιπποδυνάμεως του αυτοκινήτου του. Η μέθοδος αυτή είναι εκείνη που καθορίζει η εγκύκλιος του 1956. Το αιτούν δικαστήριο απέρριψε την πρώτη αιτίαση στηριζόμενο στην απόφαση Jacquier (14) και υπέβαλε τα προπαρατεθέντα προδικαστικά ερωτήματα (15) σχετικά με τη μέθοδο υπολογισμού της φορολογήσιμης ιπποδυνάμεως.
Παραδεκτό
23 Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, αν και όχι κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβήτησε το παραδεκτό της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Ισχυρίστηκε ουσιαστικώς ότι η απόφαση περί παραπομπής δεν περιέχει επαρκή πληροφοριακά στοιχεία. Δεν παραθέτει την περίπλοκη μέθοδο υπολογισμού της φορολογήσιμης ιπποδυνάμεως κατά την εγκύκλιο του 1956 και δεν αναφέρει σε ποιες περιπτώσεις εφαρμόζεται η μέθοδος αυτή. Επί πλέον, δεν καθιστά σαφές για ποιους λόγους το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες ως προς το αν οι γαλλικοί κανόνες συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, η απόφαση περί παραπομπής δεν παρέσχε στα άλλα κράτη μέλη ή στα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα να υποβάλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
24 Κατά την άποψή μου, μπορεί κάλλιστα να υπάρξουν αμφιβολίες ως προς το αν το Δικαστήριο πρέπει να δώσει απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα, και τούτο για τους ακόλουθους λόγους.
25 Πρώτον, κατά πάγια νομολογία, για να δοθεί ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που να είναι χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο, απαιτείται το τελευταίο να έχει προσδιορίσει το πραγματικό και νομοθετικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται τα ερωτήματα που έχει υποβάλει ή, τουλάχιστον, να έχει διευκρινίσει τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά (16). Η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται στην παρούσα υπόθεση, καθόσον στην απόφαση περί παραπομπής λείπουν διάφορα βασικά πληροφοριακά στοιχεία. Η απόφαση περί παραπομπής δεν αναφέρει τη χώρα καταγωγής του αυτοκινήτου του D. Tabouillot (ζήτημα στο οποίο θα επανέλθω). Δεν εκθέτει με επαρκείς λεπτομέρειες τους σχετικούς εθνικούς κανόνες: δεν περιγράφονται οι δύο τύποι για τον υπολογισμό της φορολογήσιμης ιπποδυνάμεως και δεν εξηγείται σε ποιες ακριβώς περιπτώσεις εφαρμόζεται ο τύπος που περιέχει η εγκύκλιος του 1956. Η απόφαση περί παραπομπής δεν αναφέρει ποια επίπτωση έχει η επιλογή του τύπου γενικά για τα τέλη κυκλοφορίας στη Γαλλία και ειδικά για τα τέλη κυκλοφορίας των αυτοκινήτων που εισάγονται εξ άλλων κρατών μελών. Επομένως, το αιτούν δικαστήριο δεν εξήγησε τις αμφιβολίες του ως προς το αν οι γαλλικοί κανόνες συμβιβάζονται με το άρθρο 95 της Συνθήκης. Τέλος, η απόφαση περί παραπομπής δεν αναφέρει κατά ποιο τρόπο η απόφαση του Δικαστηρίου θα μπορούσε να είναι λυσιτελής στο πλαίσιο της κύριας δίκης (πάλι ένα ζήτημα στο οποίο θα επανέλθω): αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει την εφαρμογή της εγκυκλίου του 1956, σημαίνει τούτο ότι έχει εφαρμογή η εγκύκλιος του 1977 και, αν ναι, οδηγεί τούτο στην επιβολή διαφορετικών τελών κυκλοφορίας;
26 Είναι αλήθεια ότι το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι η προϋπόθεση να προσδιορίσει το εθνικό δικαστήριο το πραγματικό και νομοθετικό πλαίσιο είναι λιγότερο επιτακτική όταν τα ερωτήματα αφορούν συγκεκριμένα τεχνικά σημεία και παρέχουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να δώσει χρήσιμη απάντηση, έστω και αν το εθνικό δικαστήριο δεν προέβη σε εξαντλητική περιγραφή της πραγματικής και νομικής καταστάσεως (17). Στη συγκεκριμένη υπόθεση, πολλά πληροφοριακά στοιχεία μπορούν να αντληθούν από τη νομολογία του Δικαστηρίου, από τις παρατηρήσεις της Επιτροπής και από τις απαντήσεις της Γαλλικής Κυβερνήσεως και του D. Tabouillot στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου. Ωστόσο, είναι αμφισβητήσιμο αν όλα αυτά τα πληροφοριακά στοιχεία αποτελούν την κατάλληλη βάση για να δοθεί λυσιτελής απάντηση από το Δικαστήριο. Παραδείγματος χάριν, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση προέκυψε ότι η Επιτροπή και η Γαλλική Κυβέρνηση δεν συμφωνούν α) ως προς τις περιπτώσεις στις οποίες έχει εφαρμογή η εγκύκλιος του 1956 και β) ως προς τις επιπτώσεις τις οποίες η εφαρμογή της εγκυκλίου του 1956 έχει στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Για να δώσει λυσιτελή απάντηση στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου, το Δικαστήριο θα χρειαστεί να διατυπώσει διάφορες υποθέσεις και, έτσι, θα υπάρξει ο κίνδυνος να αποφανθεί επί υποθετικής περιπτώσεως. Θα χρειαστεί επίσης να αποφανθεί γενικά ως προς το αν το γαλλικό σύστημα συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, και μου φαίνεται ότι τούτο θα πρέπει μάλλον να γίνει στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 169 της Συνθήκης σχετικά με τη διαπίστωση παραβάσεως κράτους μέλους (υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι η Επιτροπή έχει την άποψη ότι πρέπει να κινηθεί η διαδικασία αυτή).
27 Ακόμη και αν το Δικαστήριο θελήσει να παρακάμψει τις αντιρρήσεις αυτές, παραμένει το ζήτημα ότι, όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο, τα πληροφοριακά στοιχεία που περιέχονται στις αποφάσεις περί παραπομπής όχι μόνον παρέχουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να δώσει χρήσιμες απαντήσεις, αλλά και επιτρέπουν στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξασφαλίζει ότι διατηρείται η δυνατότητα υποβολής παρατηρήσεων, λαμβανομένου υπόψη ότι, βάσει της ανωτέρω διατάξεως, μόνον οι αποφάσεις περί παραπομπής κοινοποιούνται στα ενδιαφερόμενα μέρη (18). Δεν είμαι πεπεισμένος ότι στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο θα τηρήσει το καθήκον αυτό αν δώσει απάντηση στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου.
28 Πέραν της ελλείψεως πληροφοριακών στοιχείων στην απόφαση περί παραπομπής, υφίστανται και άλλοι λόγοι για τους οποίους η παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως θα μπορούσε να κηρυχθεί απαράδεκτη. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, μόνο στα εθνικά δικαστήρια απόκειται να εκτιμούν, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών χαρακτηριστικών κάθε υποθέσεως, τόσο την ανάγκη εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για να μπορέσουν να αποφανθούν όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλουν στο Δικαστήριο. Η υποβληθείσα από εθνικό δικαστήριο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως μπορεί να απορριφθεί μόνον αν είναι φανερό ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει σχέση με την πραγματική φύση της υποθέσεως ή με το αντικείμενο της κύριας δίκης (19). Στην παρούσα υπόθεση είναι αμφισβητήσιμο αν η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου την οποία ζητεί το αιτούν δικαστήριο έχει πράγματι σχέση με το αντικείμενο της κύριας δίκης, και τούτο για δύο λόγους.
29 Πρώτον, ο D. Tabouillot ανέφερε, σε απάντηση γραπτής ερωτήσεως του Δικαστηρίου, ότι αγόρασε το αυτοκίνητό του στις Ηνωμένες Πολιτείες· προκύπτει ότι το αγόρασε στη Νέα Υερσέη στις 27 Αυγούστου 1991 και το εισήγαγε απ' ευθείας στη Γαλλία, όπου οι αρμόδιες αρχές χορήγησαν άδεια κυκλοφορίας στις 29 Μαου 1992. Συνεπώς, η εκκρεμής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαφορά σε καμία περίπτωση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 95 της Συνθήκης, το οποίο αφορά ρητώς «προϋόντα των άλλων κρατών μελών». Είναι αλήθεια ότι οι όροι αυτοί καταλαμβάνουν και προϋόντα καταγωγής τρίτων χωρών τα οποία έχουν εισαχθεί σε κράτος μέλος και, στη συνέχεια, βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας (20). Όμως η Chevrolet Corvette του D. Tabouillot δεν είναι τέτοιο προϋόν. Εισήχθη απ' ευθείας στη Γαλλία από τις Ηνωμένες Πολιτείες και, επομένως, δεν μπορεί να επωφεληθεί από την ελεύθερη κυκλοφορία των προϋόντων εντός της Κοινότητας. Είναι αμφίβολο αν το αιτούν δικαστήριο, στην περίπτωση που γνώριζε τα περιστατικά αυτά, θα έκρινε ότι η απόφαση του Δικαστηρίου επί της ερμηνείας του άρθρου 95 της Συνθήκης είναι αναγκαία για την απόφανση του αιτούντος δικαστηρίου, όπως απαιτεί το άρθρο 177 της Συνθήκης.
30 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο δικηγόρος του D. Tabouillot ισχυρίστηκε ότι, βάσει της κατά το γαλλικό δίκαιο αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των φορολογουμένων, ο D. Tabouillot θα μπορούσε, παρά ταύτα, να επικαλεστεί μια απόφαση του Δικαστηρίου επί του συμβιβαστού του γαλλικού συστήματος με το άρθρο 95 της Συνθήκης. Όμως, στην απόφαση περί παραπομπής δεν υπάρχει καμία ένδειξη προς τούτο· αντιθέτως, το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε τα ερωτήματά του με αφετηρία ότι το αυτοκίνητο εισήχθη εξ άλλου κράτους μέλους. Εν πάση περιπτώσει, είναι δύσκολο να δει κανείς πώς θα μπορούσε να εφαρμοστεί οποιαδήποτε αρχή ίσης μεταχειρίσεως των φορολογουμένων. Είναι αμφίβολο αν ο φορολογούμενος του οποίου το αυτοκίνητο εισήχθη απ' ευθείας από χώρα μη μέλος βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με τον φορολογούμενο του οποίου το αυτοκίνητο εισήχθη από άλλο κράτος μέλος.
31 Δεύτερον, η λυσιτέλεια τουλάχιστον του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος είναι αμφίβολη, καθόσον, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, από απόψεως τελών κυκλοφορίας δεν έχει σημασία αν η φορολογήσιμη ιπποδύναμη του αυτοκινήτου του D. Tabouillot υπολογίζεται σύμφωνα με την εγκύκλιο του 1956 ή, αντιθέτως, σύμφωνα με την εγκύκλιο του 1977: λόγω του μεγάλου κυβισμού της, η περί ης πρόκειται Chevrolet Corvette, της οποίας η φορολογήσιμη ιπποδύναμη υπολογίζεται τώρα σε 33 ίππους, θα είχε ούτως ή άλλως φορολογήσιμη ιπποδύναμη ανώτερη των 23 ίππων και έτσι θα ενέπιπτε στο υψηλότερο κλιμάκιο. Ο D. Tabouillot δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό αυτόν, οι δε παρατηρήσεις της Επιτροπής τον επιβεβαιώνουν. Πράγματι, η Επιτροπή, βασιζόμενη σε ανάλυση της επιπτώσεως που αμφότερες οι μέθοδοι υπολογισμού της φορολογήσιμης ιπποδυνάμεως έχουν σε ευρύ φάσμα τύπων αυτοκινήτων, ισχυρίζεται ότι η διαφορά ποτέ δεν είναι μεγαλύτερη των 3 φορολογησίμων ίππων. Εφόσον ακριβώς η ταυτόχρονη ύπαρξη στη Γαλλία δύο διαφορετικών μεθόδων υπολογισμού της φορολογήσιμης ιπποδυνάμεως είναι εκείνη της οποίας το συμβιβαστό με το άρθρο 95 της Συνθήκης τίθεται υπό αμφισβήτηση στην παρούσα υπόθεση, συνάγεται ότι η απόφαση του Δικαστηρίου δεν μπορεί να έχει σχέση με το αντικείμενο της κύριας δίκης.
32 Για τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί απαράδεκτη. Ωστόσο, όπως και να έχουν τα πράγματα, μπορεί να είναι χρήσιμο να εξετάσω εν συντομία την ουσία της υποθέσεως.
Επί της ουσίας
33 Εφόσον στην απόφαση περί παραπομπής περιέχονται λίγα πληροφοριακά στοιχεία, οποιαδήποτε εξέταση των ερωτημάτων που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο πρέπει αναγκαστικά να είναι αρκετά γενική. Στην ουσία, τα ερωτήματα αυτά αφορούν το ζήτημα κάτω από ποιες συνθήκες ένα κράτος μέλος μπορεί να χρησιμοποιεί, στο πλαίσιο ενός συστήματος κλιμακουμένων τελών κυκλοφορίας, δύο διαφορετικές μεθόδους υπολογισμού της φορολογήσιμης ιπποδυνάμεως των αυτοκινήτων. Το ζήτημα αυτό πρέπει να εξεταστεί εντός του εξής πλαισίου: δεν χωρεί αμφιβολία ότι η εφαρμογή της πρώτης μεθόδου (ο τύπος του 1956) οδηγεί πάντοτε σε μεγαλύτερη ιπποδύναμη και, έτσι, οδηγεί συχνά και σε υψηλότερα τέλη κυκλοφορίας απ' ό,τι η εφαρμογή της δεύτερης μεθόδου (ο τύπος του 1977) που είναι η συνήθης. Μάλιστα, τούτο προκύπτει από αριθμητικά στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν. Όμως εκείνο που αμφισβητήθηκε είναι α) αν η εφαρμογή της εγκυκλίου του 1956 αφορά κατά κύριον λόγο εισαγόμενα αυτοκίνητα και β) αν η εγκύκλιος αυτή έχει εφαρμογή μόνον όταν είναι στην ουσία αδύνατον να εφαρμοστεί η εγκύκλιος του 1977.
34 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου είναι σαφές ότι η προοδευτική φορολογία είναι επιτρεπτή, αρκεί να είναι ουδέτερη όσον αφορά τα αποτελέσματά της επί των εγχωρίων προϋόντων και των εισαγωγών. Η πιο πάνω προϋπόθεση ουδετερότητας ισχύει, στην περίπτωση των αυτοκινήτων, και για τη μέθοδο υπολογισμού της φορολογήσιμης ιπποδυνάμεως (21). Όταν χρησιμοποιούνται δύο διαφορετικές μέθοδοι που καταλήγουν σε διαφορετικά επίπεδα φορολογίας, όπως φαίνεται να συμβαίνει εν προκειμένω, το σύστημα πρέπει πάλι να είναι ουδέτερο: οι κανόνες που διέπουν την επιλογή μεθόδου πρέπει να στηρίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια μη δημιουργούντα διακρίσεις εις βάρος παρομοίων εισαγομένων προϋόντων και μη έχοντα ως αποτέλεσμα την προστασία της εγχώριας παραγωγής.
35 Δεν είναι καθόλου σαφές αν το γαλλικό σύστημα πληροί τις προϋποθέσεις αυτές και φαίνεται ότι, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, δεν υφίσταται διαφάνεια ως προς τον τρόπο με τον οποίο το σύστημα αυτό εφαρμόζεται στην πράξη. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, όταν δεν υφίσταται διαφάνεια, το περί ου πρόκειται κράτος μέλος φέρει το βάρος αποδείξεως ότι το επίμαχο σύστημα σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται τη δημιουργία διακρίσεων (22). Παρ' όλον ότι η κρίση αυτή διατυπώθηκε στο πλαίσιο δίκης επί προσφυγής που ασκήθηκε βάσει τoυ άρθρου 169 της Συνθήκης λόγω παραβάσεως κράτους μέλους, είναι σαφές ότι έχει γενική εφαρμογή. Το άρθρο 95 της Συνθήκης έχει άμεσο αποτέλεσμα και μπορεί να γίνει επίκλησή του ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Ένα σύστημα φορολογίας που χαρακτηρίζεται από τέτοια έλλειψη διαφάνειας, ώστε τα εθνικά δικαστήρια να μη μπορούν να κρίνουν αν αυτό εισάγει διακρίσεις, θα καθιστούσε αδύνατον για τον φορολογούμενο να επικαλεστεί το άρθρο 95. Ένα τέτοιο σύστημα θα ήταν, μόνο και μόνο για τον λόγο αυτόν, αντίθετο προς το άρθρο 95. Η αποτελεσματικότητα της απαγορεύσεως των φορολογικών διακρίσεων ενδέχεται να περιοριστεί τα μέγιστα, αν επιτραπεί σε κράτος μέλος να εισαγάγει ή διατηρήσει ένα αδιαφανές φορολογικό σύστημα, ιδίως δε όταν ο φόρος είναι κλιμακούμενος και επιβάλλεται σε προϋόν που είναι άκρως ευαίσθητο στη φορολογία και αποτελεί, σε μεγάλες ποσότητες, αντικείμενο του διεθνούς εμπορίου, όπως συμβαίνει με τα αυτοκίνητα.
36 Λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αποτελεσματικότητας, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η απαγόρευση των διακρίσεων σε άλλους τομείς - ιδίως δε οι αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και ίσης αμοιβής των ανδρών και γυναικών - μπορεί να τύχει επικλήσεως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων· το Δικαστήριο έχει κρίνει αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο ένα σύστημα του οποίου η έλλειψη διαφάνειας εμποδίζει οποιαδήποτε μορφή ελέγχου εκ μέρους των εθνικών δικαστηρίων και έχει εκτιμήσει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτείται, για την ουσιαστική εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να τροποποιηθούν οι εθνικοί κανόνες περί του βάρους αποδείξεως (23).
37 Για παρόμοιους λόγους, η αρχή ότι οι κανόνες που διέπουν την επιλογή μεθόδου πρέπει να είναι αντικειμενικοί και ουδέτεροι καταλαμβάνει, κατά την άποψή μου, και τις προϋποθέσεις αποδείξεως. Αν η λιγότερο ευνοϋκή μέθοδος υπολογισμού του φόρου εφαρμόζεται μόνον όταν δεν είναι διαθέσιμα τα τεχνικά χαρακτηριστικά του εισαγομένου προϋόντος που καθιστούν δυνατό να εφαρμοστεί η περισσότερο ευνοϋκή μέθοδος, ο φορολογούμενος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αποδείξει με κάθε εύλογο μέσο τα τεχνικά αυτά χαρακτηριστικά. Και στο σημείο αυτό ανέκυψαν αμφιβολίες, καθότι η Επιτροπή και ο D. Tabouillot ισχυρίστηκαν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι γαλλικές αρχές δεν δέχθηκαν αξιόπιστα τεχνικά στοιχεία που καθιστούσαν δυνατό να εφαρμοστεί η περισσότερο ευνοϋκή εγκύκλιος του 1977.
Συμπέρασμα
38 Κατά συνέπεια, υφίστανται, κατά την άποψή μου, σοβαρές αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό της παρούσας αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Ωστόσο, αν δοθεί απάντηση στα ερωτήματα, αυτή πρέπει να έχει ως εξής:
«1) Το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚ δεν απαγορεύει την εφαρμογή από κράτος μέλος μιας μεθόδου υπολογισμού της φορολογήσιμης ιπποδυνάμεως των αυτοκινήτων που στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια έχοντα αδιακρίτως εφαρμογή και επί των αυτοκινήτων που κατασκευάζονται εντός αυτού του κράτους μέλους και επί των αυτοκινήτων που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη.
2) Το άρθρο 95 της Συνθήκης δεν απαγορεύει την εφαρμογή από κράτος μέλος δύο διαφορετικών κανόνων για τον υπολογισμό της φορολογήσιμης ιπποδυνάμεως των αυτοκινήτων, αρκεί η επιλογή μεταξύ των κανόνων αυτών να στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια που δεν δημιουργούν διακρίσεις εις βάρος παρομοίων εισαγομένων προϋόντων και δεν έχουν ως αποτέλεσμα την προστασία της εγχώριας παραγωγής.
3) Όταν δεν υφίσταται διαφάνεια στο σύστημα που χρησιμοποιείται από κράτος μέλος για τον υπολογισμό της φορολογήσιμης ιπποδυνάμεως των αυτοκινήτων, το κράτος μέλος φέρει το βάρος αποδείξεως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ότι το σύστημα δεν έχει ως συνέπεια τη δυνατότητα δημιουργίας διακρίσεων.»
(1) - Απόφαση της 9ης Μαου 1985, 112/84 (Συλλογή 1985, σ. 1367).
(2) - Σκέψη 12.
(3) - Σκέψη 13.
(4) - Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1987, 433/85 (Συλλογή 1987, σ. 3521).
(5) - Σκέψη 13.
(6) - Σκέψη 14.
(7) - Σκέψεις 15 και 16.
(8) - Σκέψη 6.
(9) - Σκέψη 15.
(10) - Σκέψη 16.
(11) - Απόφαση της 28ης Απριλίου 1988, 76/87, 86/87, 87/87, 88/87, 89/87 και 149/87 (Συλλογή 1988, σ. 2397).
(12) - Απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1995, C-113/94 (Συλλογή 1995, σ. Ι-4203).
(13) - Διάταξη της 2ας Φεβρουαρίου 1996, C-257/95 (Συλλογή 1996, σ. Ι-233).
(14) - Προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 12.
(15) - Σημείο 1 των προτάσεών μου.
(16) - Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993, C-320/90, C-321/90 και C-322/90, Telemarsicabruzzo κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. Ι-393, σκέψη 6), και τις διατάξεις της 19ης Μαρτίου 1993, C-157/92, Banchero (Συλλογή 1993, σ. Ι-1085, σκέψη 4)· της 9ης Αυγούστου 1994, C-378/93, La Pyramide (Συλλογή 1994, σ. Ι-3999, σκέψη 14)· της 23ης Μαρτίου 1995, C-458/93, Saddik (Συλλογή 1995, σ. Ι-511, σκέψη 12), και Bresle, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 16.
(17) - Απόφαση της 3ης Μαρτίου 1994, C-316/93, Vaneetveld (Συλλογή 1994, σ. Ι-763, σκέψη 13), και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 διάταξη Saddik, σκέψη 14.
(18) - Βλ. την απόφαση της 1ης Απριλίου 1982, 141/81, 142/81 και 143/81, Holdijk κ.λπ. (Συλλογή 1982, σ. 1299, σκέψη 6), και την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 διάταξη Saddik, σκέψη 13.
(19) - Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 1981, 126/80, Salonia (Συλλογή 1981, σ. 1563, σκέψη 6)· της 16ης Ιουλίου 1992, C-343/90, Lourenηo Dias (Συλλογή 1992, σ. Ι-4673, σκέψη 18)· της 26ης Οκτωβρίου 1995, C-143/94, Furlanis (Συλλογή 1995, σ. Ι-3633, σκέψη 12)· της 28ης Μαρτίου 1996, C-129/94, Ruiz Bernαldez (Συλλογή 1996, σ. Ι-1829, σκέψη 7)· της 17ης Οκτωβρίου 1996, C-283/94, C-291/94 και C-292/94, Denkavit κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. Ι-5063, σκέψη 44), και της 12ης Δεκεμβρίου 1996, C-320/94, C-328/94, C-329/94, C-337/94, C-338/94 και C-339/94, Reti Televisive Italiane κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. Ι-6471, σκέψη 23).
(20) - Απόφαση της 7ης Μαου 1987, 193/85, Co-Frutta (Συλλογή 1987, σ. 2085, σκέψεις 24 έως 29).
(21) - Βλ. ανωτέρω τα σημεία 10 έως 12.
(22) - Αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 1991, C-152/89, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 1991, σ. Ι-3141, σκέψη 25), και C-153/89, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1991, σ. Ι-3171, σκέψη 16).
(23) - Βλ. τις αποφάσεις της 30ής Ιουνίου 1988, 318/86, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1988, σ. 3559, σκέψη 27), και της 17ης Οκτωβρίου 1989, 109/88, Danfoss (Συλλογή 1989, σ. 3199).
Full & Egal Universal Law Academy