Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Mε τις υπό κρίση προσφυγές, το Βασίλειο της Δανίας (C-289/96), η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (C-293/96) και η Γαλλική Δημοκρατία (C-299/96) ζητούν την ακύρωση του κανονισμού (ΕΚ) 1107/96 της Επιτροπής, της 12ης Ιουνίου 1996, σχετικά με την καταχώρηση των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92 του Συμβουλίου (1), στο μέτρο που αφορά την καταχώρηση της ονομασίας «φέτα» ως προστατευόμενης ονομασίας προελεύσεως. Ειδικότερα, οι προσφεύγουσες κυβερνήσεις υποστηρίζουν ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2081/92 (2), ώστε να μπορεί η φέτα να τύχει της προστασίας που παρέχει ο κανονισμός αυτός.
Το κανονιστικό και το πραγματικό πλαίσιο
2 Προκειμένου να περιορίσει τα εμπόδια της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που συνδέονται με τη συνύπαρξη διαφόρων εθνικών ρυθμίσεων περί προστασίας των ονομασιών προελεύσεως και των γεωγραφικών ενδείξεων, ο κανονισμός 2081/92 θέσπισε μια ομοιόμορφη κοινοτική ρύθμιση, η οποία καθιστά δυνατή την προστασία των εν λόγω ονομασιών και ενδείξεων στο έδαφος όλων των κρατών μελών.
Οι έννοιες «ονομασία προελεύσεως» και «γεωγραφική ένδειξη» διευκρινίζονται, προς τους σκοπούς της εφαρμογής του κανονισμού, στο άρθρο 2, παράγραφος 2, αυτού, κατά το οποίο νοούνται ως:
«α) "ονομασία προέλευσης": το όνομα μιας περιοχής, ενός συγκεκριμένου τόπου ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μιας χώρας, το οποίο χρησιμοποιείται στην περιγραφή ενός γεωργικού προϋόντος ή ενός τροφίμου:
- που κατάγεται από αυτή την περιοχή, τον συγκεκριμένο τόπο ή τη χώρα αυτή
και
- του οποίου η ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά οφείλονται κυρίως ή αποκλειστικά στο γεωγραφικό περιβάλλον που περιλαμβάνει τους φυσικούς και ανθρώπινους παράγοντες, και του οποίου η παραγωγή, η μεταποίηση και η επεξεργασία λαμβάνουν χώρα στην οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή·
β) "γεωγραφική ένδειξη": το όνομα μιας περιοχής, ενός συγκεκριμένου τόπου ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μιας χώρας, το οποίο χρησιμοποιείται στην περιγραφή ενός γεωργικού προϋόντος ή ενός τροφίμου:
- που κατάγεται από την περιοχή αυτή, το συγκεκριμένο τόπο ή τη χώρα αυτή
και
- του οποίου μια συγκεκριμένη ποιότητα, η φήμη ή άλλο χαρακτηριστικό μπορούν να αποδοθούν στη γεωγραφική αυτή καταγωγή και του οποίου η παραγωγή ή/και η μεταποίηση ή/και η επεξεργασία πραγματοποιούνται στην οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή».
H παράγραφος 3 του ιδίου αυτού άρθρου προβλέπει, επιπλέον, τα ακόλουθα:
«Θεωρούνται ωσαύτως ως ονομασίες προέλευσης ορισμένες παραδοσιακές, γεωγραφικές ή μη, ονομασίες, που περιγράφουν γεωργικό προϋόν ή τρόφιμο καταγωγής μιας περιοχής ή ενός συγκεκριμένου τόπου και το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2, στοιχείο αα, δεύτερη περίπτωση.»
Η έκταση της προστασίας που παρέχει ο κανονισμός ορίζεται στο άρθρο 13, το οποίο προβλέπει τα εξής:
«1. Οι καταχωρημένες ονομασίες προέλευσης προστατεύονται από:
α) οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση εμπορική χρήση μιας καταχωρημένης ονομασίας για προϋόντα που δεν καλύπτονται από την καταχώρηση, εφόσον τα προϋόντα αυτά είναι συγκρίσιμα με τα προϋόντα που έχουν καταχωρηθεί με την ονομασία αυτή ή εφόσον η χρήση αυτή αποτελεί εκμετάλλευση της φήμης της προστατευόμενης ονομασίας·
β) κάθε αντιποίηση, απομίμηση ή υπαινιγμό, ακόμη και αν αναφέρεται η πραγματική καταγωγή του προϋόντος ή εάν η προστατευόμενη ονομασία χρησιμοποιείται σε μετάφραση ή συνοδεύεται από εκφράσεις όπως: "είδος", "τύπος", "μέθοδος", "τρόπος", "απομίμηση" ή παρόμοιες·
γ) οποιαδήποτε άλλη ψευδή ή απατηλή ένδειξη όσον αφορά την προέλευση, την καταγωγή, τη φύση ή τις ουσιαστικές ιδιότητες του προϋόντος, αναγραφόμενη στη συσκευασία ή το περιτύλιγμα, στο διαφημιστικό υλικό ή σε έγγραφα που αφορούν το συγκεκριμένο προϋόν, καθώς και τη χρησιμοποίηση για τη συσκευασία του προϋόντος δοχείου που μπορεί να οδηγήσει σε εσφαλμένη εντύπωση ως προς την καταγωγή του·
δ) οποιαδήποτε άλλη πρακτική ικανή να παραπλανήσει το κοινό όσον αφορά την πραγματική καταγωγή του προϋόντος.
(...)»
Επιπλέον, κατά το άρθρο 8, «οι ενδείξεις "ΠΟΠ" [προστατευόμενη ονομασία προελεύσεως], "ΠΓΕ" [προστατευόμενη γεωγραφική ένδειξη] ή οι ισοδύναμες παραδοσιακές εθνικές ενδείξεις δεν μπορούν να αναγράφονται παρά μόνο στα γεωργικά προϋόντα και τα τρόφιμα που συμφωνούν με τον παρόντα κανονισμό».
Το άρθρο 3, κατά το οποίο «οι ονομασίες που έχουν καταστεί κοινές δεν καταχωρούνται», έχει θεμελιώδη σημασία στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως. Το άρθρο 3 δευκρινίζει, επιπλέον, τα ακόλουθα:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως "ονομασία που έχει καταστεί κοινή" νοείται το όνομα ενός γεωργικού προϋόντος ή ενός τροφίμου το οποίο, αν και αναφέρεται στον τόπο ή την περιοχή όπου το εν λόγω γεωργικό προϋόν ή τρόφιμο έχει αρχικά παραχθεί ή [διατεθεί στο εμπόριο], έχει πλέον καταστεί κοινό όνομα ενός γεωργικού προϋόντος ή ενός τροφίμου.
Για να διαπιστωθεί αν ένα όνομα έχει καταστεί κοινό, λαμβάνονται υπόψη όλοι οι παράγοντες, και ιδίως:
- η υφισταμένη κατάσταση στο κράτος μέλος από το οποίο προέρχεται το όνομα και στις περιοχές κατανάλωσης
- η κατάσταση που επικρατεί σε άλλα κράτη μέλη
- η οικεία, εθνική ή κοινοτική, νομοθεσία.
Εάν, κατά την εφαρμογή της διαδικασίας των άρθρων 6 και 7, μια αίτηση καταχώρησης απορρίπτεται διότι μια ονομασία έχει καταστεί κοινή, η Επιτροπή δημοσιεύει την απόφαση αυτή στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων.
2. Ένα όνομα δεν μπορεί να καταχωρηθεί ως ονομασία προέλευσης ή ως γεωγραφική ένδειξη όταν συγκρούεται με το όνομα φυτικής ποικιλίας ή ζωικής φυλής και μπορεί, ως εκ τούτου, να παραπλανήσει το κοινό ως προς την πραγματική καταγωγή του προϋόντος.
3. Πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία βάσει πρότασης της Επιτροπής, καταρτίζει και δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων έναν μη διεξοδικό ενδεικτικό κατάλογο των ονομασιών των γεωργικών προϋόντων ή τροφίμων τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και θεωρούνται, σύμφωνα με την παράγραφο 1, ότι έχουν καταστεί κοινές και ως εκ τούτου δεν μπορούν να καταχωρηθούν σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.»
Η προστασία που παρέχει ο κανονισμός εξαρτάται από την προϋπόθεση να έχει καταχωρηθεί η οικεία ονομασία στο «μητρώο προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης και προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων»· η καταχώρηση πρέπει να γίνει με τους τρόπους που ορίζει ο ίδιος αυτός κανονισμός. Στην υπό κρίση υπόθεση, πρέπει να ληφθεί υπόψη η, τρόπον τινά, «συντομευμένη» διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 17, το οποίο αφορά την καταχώρηση των ήδη υφισταμένων ονομασιών. Η διάταξη αυτή προβλέπει τα εξής:
«1. Εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή ποιες από τις νομίμως προστατευόμενες ονομασίες τους ή, στα κράτη μέλη όπου δεν υπάρχει σύστημα προστασίας, ποιες από τις ονομασίες που έχουν καθιερωθεί με τη χρήση, επιθυμούν να καταχωρήσουν δυνάμει του παρόντος κανονισμού.
2. Η Επιτροπή καταχωρεί, με τη διαδικασία του άρθρου 15, τις ονομασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 οι οποίες συμφωνούν με τα άρθρα 2 και 4. Το άρθρο 7 δεν εφαρμόζεται. Ωστόσο, οι κοινές ονομασίες δεν καταχωρούνται.
3. Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν την εθνική προστασία των ονομασιών που ανακοινώνονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 μέχρι την ημερομηνία που θα ληφθεί απόφαση για την καταχώρηση.»
3 Έρχομαι τώρα στα πραγματικά περιστατικά που αποτέλεσαν την αφορμή για την άσκηση των υπό κρίση προσφυγών. Κατ' αρχάς, πρέπει να περιγραφούν εν συντομία τα χαρακτηριστικά του τυριού φέτα. Ο όρος - που προέρχεται από τον ιταλικό όρο «fetta» και σημαίνει «πλατύ και λεπτό τεμάχιο» - περιγράφει ένα παραδοσιακό λευκό τυρί σε άλμη, που παρασκευάζεται, από αμνημονεύτων χρόνων, σε ολόκληρη την Ελλάδα καθώς και σε άλλα κράτη των Βαλκανίων (3). Η μέθοδος παρασκευής συνίσταται στη φυσική πήξη χωρίς πίεση (4), ενώ το κατ' αυτόν τον τρόπο παραγόμενο τυρί χαρακτηρίζεται από τη συμπαγή μάζα του, το φυσικό λευκό χρώμα του, μια χαρακτηριστική οσμή και μια γεύση που είναι ελαφρώς όξινη, αλμυρή και λιπαρή.
Μέχρι το 1988 δεν υπήρχε στην Ελλάδα ρύθμιση σχετικά με την παραγωγή της φέτας. Υπάρχουν πάρα πολλοί τόποι παραγωγής, με αποτέλεσμα να υπάρχουν διάφορες τοπικές ή περιφερειακές ποικιλίες του προϋόντος. Επιπλέον, λόγω της ανυπαρξίας τεχνικών προδιαγραφών σε διεθνές επίπεδο, αναπτύχθηκαν σε διάφορα κράτη μέλη της Κοινότητας, καθώς και σε τρίτα κράτη, διαφορετικές μέθοδοι παραγωγής της φέτας, οι οποίες διακρίνονται, πάντως, από εκείνες που χρησιμοποιούνται στην Ελλάδα. Η διαφορά έγκειται στη χρήση του αγελαδινού γάλακτος αντί του πρόβειου και/ή του γίδινου γάλακτος - που χρησιμοποιούνται στην Ελλάδα - και στη χρήση μιας βιομηχανικής μεθόδου επεξεργασίας - της υπερδιηθήσεως -, που είναι πιο εξελιγμένη και λιγότερο δαπανηρή από τη φυσική στράγγιση. Εκτός του ελληνικού εδάφους, η παραγωγή φέτας συγκεντρώνεται, όσον αφορά την κοινοτική αγορά, κυρίως στη Δανία (που είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός), όπου η παραγωγή άρχισε κατά τη δεκαετία του '60, καθώς και στη Γερμανία, στις Κάτω Ξώρες και στη Γαλλία (5).
4 Όπως προαναφέρθηκε, ρυθμίσεις σχετικά με τους όρους παραγωγής και διαθέσεως της φέτας στο εμπόριο θεσπίστηκαν στην Ελλάδα το 1988 (6), με αποκορύφωμα την έκδοση μιας υπουργικής αποφάσεως του 1994 (7), με την οποία καθιερώθηκε, σε εθνικό επίπεδο, η ονομασία προελεύσεως «φέτα».
Με έγγραφο της 21ης Ιανουαρίου 1994, η Ελληνική Κυβέρνηση ζήτησε την καταχώρηση του όρου «φέτα» ως ΠΟΠ, στο πλαίσιο της συντομευμένης διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 17 του κανονισμού 2081/92. Στις 19 Ιανουαρίου 1996, η Επιτροπή υπέβαλε, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού, στην προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή επιτροπή έναν κατάλογο ονομασιών των οποίων ζητούνταν η καταχώρηση. Ο κατάλογος περιελάμβανε τη «φέτα». Δεδομένου ότι η επιτροπή δεν διατύπωσε τη γνώμη της εντός της προθεσμίας που της είχε ταχθεί, η Επιτροπή υπέβαλε, στις 6 Μαρτίου 1996, πρόταση στο Συμβούλιο, όπως προβλέπει το τέταρτο εδάφιο του προαναφερθέντος άρθρου 15. Ωστόσο, ούτε το Συμβούλιο αποφάσισε εντός της ταχθείσας ημερομηνίας. Κατά συνέπεια, στις 12 Ιουνίου 1996, η Επιτροπή εξέδωσε, δυνάμει του πέμπτου εδαφίου του άρθρου 15, τον επίδικο κανονισμό, με τον οποίο η φέτα καταχωρήθηκε ως ΠΟΠ (8).
5 Αυτός είναι ο κανονισμός κατά του οποίου το Βασίλειο της Δανίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και η Γαλλική Δημοκρατία άσκησαν προσφυγή ακυρώσεως (9). Η Ελληνική Δημοκρατία παρενέβη στις υπό κρίση υποθέσεις προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής, που είναι το καθού όργανο.
Ως προς την ουσία
Οι προσφεύγουσες κυβερνήσεις υποστηρίζουν, κατ' ουσίαν, ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός είναι άκυρος, καθόσον προβλέπει την καταχώρηση του όρου «φέτα» ως ΠΟΠ, τούτo δε για δύο λόγους. Πρώτον, φρονούν ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 2 του κανονισμού 2081/92 για να μπορεί να δοθεί σ' ένα προϋόν μια ΠΟΠ. Επιπλέον, η σημασιολογική έκφραση «φέτα» αποτελεί γενική έννοια και δεν μπορεί, επομένως, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 3 και 17 του ιδίου αυτού κανονισμού, να τύχει προστασίας ως ΠΟΠ.
Ως προς την παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2081/92
6 Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι η καταχώρηση της φέτας ως ΠΟΠ αντιβαίνει προς το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2081/92, δεδομένου ότι η γεωγραφική περιοχή εντός της οποίας ισχύει η προστασία της καταχωρημένης ονομασίας θα εκτεινόταν, κατ' ουσίαν, σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια· τούτο όμως αποκλείεται από τον κανονισμό, όσον αφορά τις μη γεωγραφικές παραδοσιακές ονομασίες, όπως είναι η εν προκειμένω επίμαχη. Επιπλέον, η φέτα δεν κατάγεται αποκλειστικά και μόνον από την Ελλάδα, αλλά από ολόκληρη την περιοχή των Βαλκανίων.
Ωστόσο, η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Ελληνική Κυβέρνηση, αμφισβητεί την εκτίμηση αυτή. Παρατηρεί ότι η οριοθέτηση της γεωγραφικής περιοχής προελεύσεως της φέτας δεν καλύπτει ολόκληρη την Ελλάδα. Πράγματι, η περιοχή αυτή δεν περιλαμβάνει τα νησιωτικά συμπλέγματα των Κυκλάδων και των Σποράδων ούτε τη νήσο Κρήτη, μολονότι οι νήσοι αυτές παράγουν παραδοσιακώς λευκά τυριά άλμης, συγκρίσιμα με τη φέτα. Επομένως, η περιοχή από την οποία κατάγεται η φέτα είναι η Στερεά Ελλάδα και ο νομός Λέσβου· επιπλέον, η οριοθετούμενη κατ' αυτόν τον τρόπο περιοχή χαρακτηρίζεται από ομοιογένεια των κλιματολογικών συνθηκών και της χλωρίδας, η οποία προσδίδει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στην παραγόμενη στην περιοχή αυτή φέτα.
7 Φρονώ ότι η άποψη των προσφευγουσών κυβερνήσεων πρέπει να γίνει δεκτή. Εκ προοιμίου, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι ορθώς οι διάδικοι θεώρησαν ότι η εν προκειμένω κρίσιμη ονομασία εντάσσεται στην κατηγορία των μη γεωγραφικών «παραδοσιακών ονομασιών» που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 3. Πράγματι, ο όρος «φέτα» προέρχεται από τη λατινική γλώσσα και σημαίνει «λεπτό και πλατύ τεμάχιο»· κατά συνέπεια, δεν αποτελεί «το όνομα μιας περιοχής, ενός συγκεκριμένου τόπου ή (...) μιας χώρας», όπως απαιτεί το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο αα, όσον αφορά τις γεωγραφικές ονομασίες. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του προαναφερθέντος άρθρου 2, παράγραφος 3, προκειμένου να δοθεί στη φέτα μια μη γεωγραφική ονομασία.
Κατά την άποψή μου, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση, τούτο δε για τους λόγους που εκθέτω αμέσως κατωτέρω.
Πρώτον, κατά τον κανονισμό 2081/92, μόνον ένα προϋόν «καταγωγής μιας περιοχής ή ενός συγκεκριμένου τόπου» (10) μπορεί να τύχει προστατευομένης ονομασίας· επιπλέον, πρέπει να «πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2, στοιχείο αα, δεύτερη περίπτωση», δηλαδή η ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά του πρέπει να «οφείλονται κυρίως ή αποκλειστικά στο γεωγραφικό περιβάλλον που περιλαμβάνει τους φυσικούς και ανθρώπινους παράγοντες (...), η [δε] παραγωγή, η μεταποίηση και η επεξεργασία [του πρέπει να] λαμβάνουν χώρα στην οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή». Περαιτέρω, είναι χαρακτηριστικό ότι, όσον αφορά τις εν προκειμένω κρίσιμες ονομασίες - ήτοι τις μη γεωγραφικές παραδοσιακές ονομασίες -, ο κανονισμός αποκλείει τη δυνατότητα να συμπίπτει η οικεία γεωγραφική περιοχή με τη γεωγραφική έκταση μιας ολόκληρης χώρας· ωστόσο, η δυνατότητα αυτή προβλέπεται από τον ίδιο αυτό κανονισμό στην περίπτωση ονομασιών άλλου είδους (11).
Κατά το γράμμα τους, οι προαναφερθείσες διατάξεις εκφράζουν μια θεμελιώδη απαίτηση όσον αφορά τις προστατευόμενες ονομασίες: το προϋόν που φέρει την ονομασία πρέπει να έχει, πράγματι, ιδιαίτερη σχέση με μια οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή. Τούτο δε διττώς: κατ' αρχάς, το προϋόν πρέπει να κατάγεται από συγκεκριμένη, οριοθετημένη περιοχή. Επιπλέον, η καταγωγή του προϋόντος πρέπει να του προσδίδει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά όσον αφορά την ποιότητα και τη φήμη· αυτές είναι οι απαιτήσεις που θέτει ο κανονισμός (12), καθόσον επιβάλλει να οφείλονται η ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά «κυρίως ή αποκλειστικά στο [οικείο] γεωγραφικό περιβάλλον». Θεωρώ σκόπιμο να προσθέσω ότι ο σύνδεσμος μεταξύ του προϋόντος και της περιοχής πρέπει να είναι αποκλειστικός, υπό την έννοια ότι η σύλληψη, η διαμόρφωση και η αναγνώριση του προϋόντος πρέπει να έχει πραγματοποιηθεί αποκλειστικά στην περιοχή αυτή και πουθενά αλλού. Μόνον ο εν λόγω αποκλειστικός σύνδεσμος δικαιολογεί τη χορήγηση συλλογικού μονοπωλίου για την εκμετάλλευση της ονομασίας από ομάδα παραγωγών, οι οποίοι επωφελούνται απ' αυτό ακριβώς επειδή είναι εγκατεστημένοι στον συγκεκριμένο τόπο.
8 Όμως, οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνται εν προκειμένω. Ορθώς οι προσφεύγουσες κυβερνήσεις τόνισαν ότι, εν προκειμένω, ελλείπει ο σύνδεσμος μεταξύ του προϋόντος και μιας σαφώς οριζομένης γεωγραφικής περιοχής, δεδομένου ότι η γεωγραφική περιοχή την οποία καλύπτει η ονομασία «φέτα» εκτείνεται, κατ' ουσίαν, σε ολόκληρη σχεδόν την ελληνική επικράτεια. Συμφωνώ με την παρατήρηση αυτή. Βέβαια, όπως παρατήρησε η Επιτροπή, ο όρος «περιοχή», όπως αναφέρεται στον κανονισμό, δεν πρέπει να ερμηνεύεται υπό τη διοικητική της έννοια· επομένως, μπορούν να υπάρχουν «περιοχές», υπό την έννοια του κανονισμού, οι οποίες καλύπτουν μία ή περισσότερες διοικητικές περιφέρειες. Ωστόσο, η επίμαχη γεωγραφική περιοχή πρέπει να χαρακτηρίζεται, σε όλα τα μέρη της, από κλιματολογικές και μορφολογικές συνθήκες ικανές να διασφαλίζουν την ομοιόμορφη ποιότητα του προϋόντος. Επομένως, οι ιδιαίτερες συνθήκες που επηρεάζουν τα χαρακτηριστικά του προϋόντος πρέπει να παρατηρούνται πράγματι σε ολόκληρη την οικεία περιοχή. Είναι πρόδηλον ότι η πιθανότητα αυτή μειώνεται όσο μεγαλύτερη είναι η έκταση του γεωγραφικού χώρου στον οποίο θα έπρεπε να αναφέρεται η ονομασία, κατά μείζονα δε λόγο όταν πρόκειται για περιοχή που καλύπτει ολόκληρη σχεδόν την επικράτεια. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο επίμαχος κανονισμός περιορίζει την προστασία των ονομασιών προϋόντων που κατάγονται από μια ολόκληρη χώρα σε «εξαιρετικές περιπτώσεις» (13), οι οποίες εξάλλου διαφέρουν από τις περιπτώσεις που αφορούν μη γεωγραφικές ονομασίες, όπως είναι οι εν προκειμένω επίμαχες.
Ακόμη κι αν δεν ληφθεί υπόψη η τελευταία αυτή παρατήρηση, υπάρχει, εν πάση περιπτώσει, ένας γενικός λόγος ο οποίος, κατά την άποψή μου, αποκλείει εκ προοιμίου να γίνει δεκτό ότι η φέτα κατάγεται από την Ελλάδα, υπό την έννοια του κανονισμού περί των ΠΟΠ. Είναι αληθές ότι η φέτα είναι ένα παραδοσιακό ελληνικό προϋόν. Ωστόσο, φρονώ ότι δεν μπορεί να οριστεί ως προϋόν καταγόμενο από συγκεκριμένη περιοχή της Ελλάδος, υπό την έννοια ότι το προϋόν αυτό διαμορφώθηκε και αναγνωρίστηκε αποκλειστικά στην περιοχή αυτή και έχει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που συνδέονται ακριβώς με τον τόπο καταγωγής. Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι η φέτα κατάγεται από τα Βαλκάνια και ότι, επομένως, αντλεί την καταγωγή της από μια γεωγραφική περιοχή που είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από μια συγκεκριμένη περιοχή ή ακόμη και από μια ολόκληρη χώρα. Επομένως, πρόκειται για προϋόν καταγόμενο από μια περιοχή που απαρτίζεται από πλείονα κράτη και έχει, κατά συνέπεια, μεγαλύτερη έκταση από εκείνη την οποία προβλέπει ο κανονισμός. Επομένως, δεν υπάρχει η ιδιαίτερη και στενή σχέση μεταξύ προϋόντος και περιοχής η οποία δικαιολογεί, στο πλαίσιο του συστήματος του κανονισμού, την απονομή μιας ΠΟΠ.
Τούτο δεν σημαίνει ότι αρνούμαι ότι η φέτα συνδέεται στενά με την κληρονομιά των ελληνικών παραδοσιακών γαστρονομικών αξιών. Ωστόσο, η λειτουργία των ΠΟΠ, στο πλαίσιο του συστήματος του κανονισμού, δεν έγκειται στην προστασία απλώς και μόνον των μαγειρικών και γαστρονομικών παραδόσεων: η παράδοση προστατεύεται μέσω της παροχής αποκλειστικού δικαιώματος χρήσεως μιας ονομασίας επειδή η ονομασία αυτή αναγνωρίστηκε και διαμορφώθηκε εντός μιας οριοθετημένης γεωγραφικής περιοχής και, κυρίως, εφόσον η ιδιαίτερη ποιότητα του προϋόντος οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι κατάγεται από την περιοχή αυτή, η οποία είναι η μόνη η οποία συγκεντρώνει το σύνολο των «φυσικών και ανθρώπινων παραγόντων» που χαρακτηρίζουν το προϋόν ως μοναδικό και το καθιστούν, επομένως, άξιο προστασίας.
9 Κατά την άποψή μου, οι προεκτεθείσες παρατηρήσεις δικαιολογούν την ακύρωση του επίδικου κανονισμού καθόσον προβλέπει την καταχώρηση του όρου «φέτα» ως ΠΟΠ. Πράγματι, το προϋόν που περιγράφει η ονομασία αυτή δεν κατάγεται από ιδιαίτερη γεωγραφική περιοχή της Ελλάδος, στην οποία οφείλει την ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά του. Εξάλλου, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ούτε ότι το προϋόν αυτό κατάγεται από ολόκληρη την Ελλάδα, αποκλειομένων των λοιπών κρατών, δεδομένου ότι, από αμνημονεύτων χρόνων, το προϋόν αυτό συνδέεται με την παραδοσιακή τυροκομία ολόκληρης της περιοχής των Βαλκανίων. Επομένως, δεν πληρούται η απαίτηση που θέτει το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2081/92 ως θεμελιώδη προϋπόθεση για την καταχώρηση μιας ΠΟΠ, ήτοι να έχει το προϋόν ιδιαίτερη σχέση με μια οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή· τούτο δε τόσο υπό την έννοια ότι κατάγεται αποκλειστικά από την περιοχή αυτή όσο και υπό την έννοια ότι η ιδιαίτερη ποιότητά του και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του οφείλονται «αποκλειστικά ή κυρίως στο [οικείο] γεωγραφικό περιβάλλον».
Ως προς τον κοινό χαρακτήρα της ονομασίας «φέτα»
10 Από τα προεκτεθέντα καθίσταται επομένως δυνατή η αξιολόγηση του άλλου επιχειρήματος που προέβαλαν οι προσφεύγουσες κυβερνήσεις, το οποίο αφορά τον κοινό χαρακτήρα του όρου «φέτα». Κρίσιμη συναφώς είναι η διάταξη του άρθρου 3 του κανονισμού 2081/92, κατά το οποίο «οι ονομασίες που έχουν καταστεί κοινές δεν καταχωρούνται» (14). Η διάταξη αυτή διευκρινίζει ότι, «για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως "ονομασία που έχει καταστεί κοινή" νοείται το όνομα ενός γεωργικού προϋόντος ή ενός τροφίμου το οποίο, αν και αναφέρεται στον τόπο ή την περιοχή όπου το εν λόγω γεωργικό προϋόν ή τρόφιμο έχει αρχικά παραχθεί ή [διατεθεί στο εμπόριο], έχει πλέον καταστεί κοινό όνομα ενός γεωργικού προϋόντος ή τροφίμου».
Kατ' αρχάς, διαπιστώνεται ότι η διάταξη που παρατέθηκε αμέσως ανωτέρω αντιμετωπίζει το πρόβλημα του κοινού χαρακτήρα υπό μια εξελικτική οπτική γωνία. Πράγματι, ο κοινοτικός νομοθέτης αναφέρεται σε «ονομασίες που έχουν καταστεί κοινές» με την πάροδο του χρόνου, μολονότι «αρχικά» αναφέρονταν στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή από την οποία κατάγεται η ονομασία του οικείου προϋόντος. Όπως όμως ορθώς παρατήρησε η Γαλλική Κυβέρνηση, η εν προκειμένω κρίσιμη ονομασία δεν περιγράφει ένα προϋόν που κατάγεται ειδικά από συγκεκριμένη περιοχή της Ελλάδας και το οποίο κατέστη, με την πάροδο του χρόνου, κοινό όνομα ενός γεωργικού προϋόντος ή τροφίμου. Όπως προαναφέρθηκε, η φέτα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι «κατάγεται» από την Ελλάδα, ακόμη δε λιγότερο από συγκεκριμένη περιοχή της Ελλάδας. Επομένως, σύμφωνα με τους αυστηρούς κανόνες της λογικής, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ονομασία «φέτα» δεν «κατέστη κοινή»· πολλώ μάλλον, ουδέποτε αποτέλεσε ειδική ονομασία, υπό την έννοια ότι ουδέποτε δήλωσε το τάδε ιδιαίτερο προϋόν, που κατάγεται από την τάδε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή και το οποίο έχει τα τάδε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που οφείλονται ακριβώς στην καταγωγή του προϋόντος από την οικεία περιοχή. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με την άποψη που υποστηρίζω, ο όρος «φέτα» δεν κατέστη κοινός, αλλά ήταν ανέκαθεν κοινός. Εάν, κατά το άρθρο 3, δεν επιτρέπεται η καταχώρηση ονομασιών που έχουν καταστεί κοινές, κατά μείζονα λόγο δεν μπορούν να καταχωρηθούν εκείνες που ήσαν ευθύς εξαρχής κοινές.
11 Όμως - για να διερευνήσω εξαντλητικά το ζήτημα - θα δεχθώ απλώς ότι η ονομασία «φέτα» συνδεόταν αρχικά με συγκεκριμένο τόπο ή συγκεκριμένη περιοχή. Εν πάση περιπτώσει, φρονώ ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να γίνει δεκτό ότι κατέστη στη συνέχεια κοινή, υπό την έννοια του άρθρου 3. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ο ερμηνευτής του δικαίου πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλους τους παράγοντες και τα στοιχεία αναφοράς που διαλαμβάνονται σ' αυτήν, όπως είναι, «ιδίως:
- η υφιστάμενη κατάσταση στο κράτος μέλος από το οποίο προέρχεται το όνομα και στις περιοχές καταναλώσεως,
- η κατάσταση που επικρατεί σε άλλα κράτη μέλη,
- η οικεία, εθνική κοινοτική, νομοθεσία.»
Πώς πρέπει να εφαρμόζονται τα προαναφερθέντα κριτήρια; Εάν ληφθεί υπόψη η κατάσταση που επικρατεί εντός της Ελλάδας, μπορεί να προκύψει επίσης ότι οι καταναλωτές της εν λόγω χώρας δεν θεωρούν τον όρο «φέτα» κοινή ονομασία. Το ζήτημα αυτό εξετάστηκε, στην υπόθεση Canadane Cheese Trading και Koυρή, από τον γενικό εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer, αποκλειστικά όμως σε σχέση με το ερώτημα αν ο ενδεχόμενος κοινός χαρακτήρας του όρου «φέτα» είχε μετατεθεί στην εσωτερική ελληνική αγορά. Με την ευκαιρία αυτή, ο γενικός εισαγγελέας διατύπωσε την άποψη ότι «η παραγωγή, σε άλλα κράτη μέλη, μιας ποικιλίας φέτας διαφορετικής από την επικρατούσα στην Ελλάδα κατέστησε δυνατή τη μετατροπή της ονομασίας "φέτα" σε κοινή ονομασία στα εν λόγω κράτη» (15). Και ακριβώς μια τέτοιου είδους συνολική θεώρηση, εκτεινόμενη σε ολόκληρο το κοινοτικό έδαφος, επιβάλλεται δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 3. Πράγματι, από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το αν μια ονομασία έχει υποστεί ή όχι μια μη αναστρέψιμη διαδικασία γενικεύσεως πρέπει να εξετάζεται λαμβανομένων υπόψη - κατά το ίδιο το γράμμα του άρθρου 3 - «όλων των παραγόντων» (16), ήτοι, λαμβανομένης υπόψη όχι μόνον της καταστάσεως που υφίσταται στην ελληνική επικράτεια, αλλά επίσης της καταστάσεως που επικρατεί στα άλλα κράτη μέλη (17).
Εντός της προοπτικής αυτής, αποκτά αποφασιστική σημασία το γεγονός ότι στη Δανία, στη Γερμανία και στις Κάτω Ξώρες η παραγωγή και η διάθεση της φέτας στο εμπόριο αποτελούν το αντικείμενο εθνικών ρυθμίσεων προγενεστέρων εκείνης που θέσπισε η ίδια η Ελληνική Δημοκρατία. Εξάλλου, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η φέτα που αποτελεί το αντικείμενο ρυθμίσεων σ' αυτές τις χώρες διαφέρει ουσιωδώς από εκείνη που παράγεται παραδοσιακώς στην Ελλάδα. Είναι βέβαια αληθές ότι η παρασκευή παρουσιάζει διαφορές, οι οποίες αφορούν, όπως προαναφέρθηκε, το είδος του χρησιμοποιούμενου γάλακτος (αγελαδινό γάλα, αντί γίδινου και/ή πρόβειου γάλακτος) και, δευτερευόντως, τη μέθοδο παρασκευής (υπερδιήθηση αντί της φυσικής στραγγίσεως). Όπως, όμως, τόνισε ο γενικός εισαγγελέας Ruiz-Jarabo Colomer στην υπόθεση Canadane Cheese Trading και Koυρή (18), παρά ταύτα, «δεν υπάρχει ουσιώδης διαφορά μεταξύ της φέτας από πρόβειο και/ή γίδινο γάλα και της φέτας από αγελαδινό γάλα. Πράγματι, οι διεθνείς κανονιστικές ρυθμίσεις, οι αναφορές στη φέτα που περιλαμβάνονται στις κοινοτικές κανονιστικές πράξεις, οι εσωτερικές διατάξεις όλων των κρατών μελών, πλην της Ελλάδας, καθώς και οι προσδοκίες των καταναλωτών όλων αυτών των κρατών, καθιστούν προφανές ότι το τυρί φέτα μπορεί να παρασκευάζεται από πρόβειο, γίδινο ή αγελαδινό γάλα, χωρίς αυτό να συνεπάγεται την ύπαρξη (...) ουσιωδών διαφορών μεταξύ των διαφόρων ποικιλιών φέτας (...)».
12 Επιπλέον, η κοινοτική νομοθεσία - στην οποία ακριβώς παραπέμπει το άρθρο 3 - ουδέποτε θεώρησε τη φέτα ως ονομασία προελεύσεως ενός ειδικά ελληνικού προϋόντος ή ως τυρί το οποίο πρέπει να παράγεται οπωσδήποτε με βάση το πρόβειο και/ή γίδινο γάλα (19). Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι η επίμαχη νομοθεσία θεσπίστηκε στον τελωνειακό τομέα και, επομένως, δεν έχει επίπτωση στον κοινό χαρακτήρα της ονομασίας. Ωστόσο, το καθού όργανο παραβλέπει το γεγονός ότι το ίδιο άρθρο 3 του κανονισμού 2081/92 επιβάλλει να λαμβάνεται υπόψη η κοινοτική νομοθεσία στο πλαίσιο της εξετάσεως του εάν μια ονομασία είναι ενδεχομένως κοινή (20). Η νομοθεσία αυτή, μολονότι δεν αφορά ρητά το ζήτημα αν η ονομασία έχει κοινό χαρακτήρα, συνηγορεί σαφώς υπέρ του ότι η φέτα ουδέποτε θεωρήθηκε προϋόν προερχόμενο οπωσδήποτε από την Ελλάδα ή από ιδιαίτερη περιοχή της Ελλάδας ή, ακόμη, προϋόν που παράγεται αποκλειστικά με τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται στη χώρα αυτή. Τούτο επιβεβαιώνει το συμπέρασμα ότι η ονομασία «φέτα» δεν μπορεί να θεωρηθεί κοινή. Δεν πρόκειται ούτε για ονομασία περιγράφουσα προϋόν αποκλειστικής προελεύσεως, υπό την έννοια ότι κατάγεται κατά κανόνα από συγκεκριμένη περιοχή και παρασκευάζεται με παραδοσιακές μεθόδους παραγωγής της περιοχής αυτής, αλλά, μάλλον, για όρο που προσδιορίζει, στη γλώσσα που χρησιμοποιούν συνήθως ο κοινοτικός νομοθέτης και οι καταναλωτές, ένα ευρέως διαδεδομένο είδος τυριού, το οποίο παρασκευάζεται σε διάφορα κράτη μέλη της Κοινότητας καθώς και σε διάφορες τρίτες χώρες.
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι τα αιτήματα των προσφευγουσών κυβερνήσεων πρέπει να γίνουν δεκτά και υπό το πρίσμα του κοινού χαρακτήρα.
13 Οι προσφεύγουσες κυβερνήσεις προβάλλουν και άλλα επιχειρήματα προς στήριξη της απόψεως ότι ο επίδικος κανονισμός είναι άκυρος. Ειδικότερα, η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι η καταχώρηση του όρου «φέτα» ως ΠΟΠ αντιβαίνει προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο είναι δεσμεύει όχι μόνο τα κράτη μέλη, αλλά και την Επιτροπή. Συναφώς, υπενθυμίζει την προγενέστερη υπόθεση Exportur, στην οποία το Δικαστήριο δέχθηκε ότι «ένα κράτος μέλος παραβιάζει τις διατάξεις του άρθρου 30 αν επιτρέπει, με νομοθετική πράξη, μόνο στα εγχώρια προϋόντα να φέρουν ονομασίες που έχουν χρησιμοποιηθεί προς καθορισμό προϋόντων μιας οποιασδήποτε προελεύσεως, υποχρεώνοντας τις επιχειρήσεις των άλλων κρατών μελών να χρησιμοποιούν άγνωστες για το κοινό ονομασίες ή ονομασίες τις οποίες το κοινό εκτιμά λιγότερο. Επειδή η ρύθμιση αυτή εισάγει δυσμενείς διακρίσεις, δεν μπορεί να γίνει επίκληση υπέρ αυτής της δυνατότητας παρεκκλίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 36» (21).
Η Δανική Κυβέρνηση προβάλλει περαιτέρω την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας (22): κατά την άποψή της, η ελληνική φέτα μπορούσε (και έπρεπε) να προστατευθεί μέσω της χρήσεως συνθέτων ονομασιών, μέσω, δηλαδή, της προσθήκης στην κοινή ονομασία «φέτα» του ονόματος της περιοχής όπου παρασκευάζεται παραδοσιακώς, όπως «φέτα Μακεδονίας», «φέτα Θράκης» κ.ο.κ.
Επιπλέον, η Δανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ, που επιβάλλει στα κράτη μέλη και στα κοινοτικά όργανα αμοιβαίες υποχρεώσεις καλόπιστης συνεργασίας, καθόσον δεν έλαβε υπόψη την αντίθεση που εξέφρασαν πολλά κράτη μέλη όσον αφορά την καταχώρηση του όρου «φέτα» ως ΠΟΠ.
Ωστόσο, ενόψει των ανωτέρω παρατηρήσεων, βάσει των οποίων προτείνω στο Δικαστήριο να ακυρώσει τον επίδικο κανονισμό, δεν θεωρώ αναγκαίο να σταθώ στα επιχειρήματα αυτά, η εξέταση των οποίων πλεονάζει λόγω της αποδοχής των λοιπών λόγων ακυρώσεως που προέβαλαν οι προσφεύγουσες κυβερνήσεις.
Πρόταση
Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο
«- να ακυρώσει την καταχώρηση του όρου "φέτα" ως ΠΟΠ, η οποία περιλαμβάνεται στο μέρος Α του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) 1107/96 της Επιτροπής, της 12ης Ιουνίου 1996, σχετικά με την καταχώρηση των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92 του Συμβουλίου·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.»
(1) - ΕΕ L 148, σ. 1.
(2) - Κανονισμός του Συμβουλίου της 14ης Ιουλίου 1992, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϋόντων και των τροφίμων (ΕΕ L 208, σ. 1).
(3) - Οι βαλκανικές χώρες που ασχολούνται κατά κύριο λόγο με την παραδοσιακή παραγωγή φέτας είναι, ειδικότερα, η Αλβανία, η Βουλγαρία, η Κύπρος, η Ρουμανία και η πρώην Γιουγκοσλαβία.
(4) - Στις προτάσεις του της 24ης Ιουνίου 1997 στην υπόθεση C-317/95, Canadane Cheese Trading και Koυρή (Συλλογή 1997, σ. Ι-4681), η οποία διαγράφηκε από το Πρωτόκολλο του Δικαστηρίου με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 8ης Αυγούστου 1997, ο γενικός εισαγγελέας Ruiz-Jarabo Colomer περιέγραψε τα βασικά στάδια της διαδικασίας παραγωγής ως εξής:
«- Η πήξη του γάλακτος γίνεται με παραδοσιακή πυτιά ή άλλα ένζυμα ζωικής προελεύσεως με ανάλογη δράση.
- Το τυρόπηγμα τοποθετείται σε ειδικά καλούπια όπου γίνεται η φυσική στράγγιση χωρίς πίεση. Αφού στραγγίξει από τον ορό, το τυρόπηγμα στερεοποιείται και υποβάλλεται σε επιφανειακό αλάτισμα, με αποτέλεσμα να αναπτύσσεται στην επιφάνεια του τυροπήγματος μικροχλωρίδα που συμβάλλει στην ωρίμανση.
- Εν συνεχεία, το τυρόπηγμα τοποθετείται σε ξύλινους ή μεταλλικούς υποδοχείς και προστίθεται άλμη περιεκτικότητας σε χλωριούχο νάτριο 7 %. Οι υποδοχείς τοποθετούνται σε θαλάμους ωριμάνσεως με ελεγχόμενες συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας.
- Η ωρίμανση του τυριού διαρκεί δύο μήνες, κατά τις πρώτες δεκαπέντε ημέρες σε θαλάμους ωριμάνσεως και τις υπόλοιπες ημέρες σε ψυκτικές εγκαταστάσεις» (παράγραφος 15).
(5) - Στην τελευταία αυτή χώρα, πέραν της παραγωγής φέτας από αγελαδινό γάλα, εφαρμόζεται επίσης μια μέθοδος στο πλαίσιο της οποίας χρησιμοποιείται πρόβειο γάλα. Οι οικείες περιοχές είναι η Κορσική και ορισμένες περιοχές του Massif central (οροσειρά στην κεντρική Γαλλία), όπως το Roquefort. Όσον αφορά τις τρίτες χώρες, παραγωγή και κατανάλωση φέτας υπάρχει στο Ιράν και στη Σαουδική Αραβία, όπου το προϋόν παράγεται κυρίως από πρόβειο και/ή γίδινο γάλα, καθώς και στη Νέα Ζηλανδία και στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου όμως κυριαρχεί η φέτα από αγελαδινό γάλα.
(6) - Υπουργική απόφαση 2109/88, της 5ης Δεκεμβρίου 1988.
(7) - Απόφαση του Υφυπουργού Γεωργίας 313025/94, της 11ης Ιανουαρίου 1994.
(8) - Βλ. παράρτημα Α, υπό «Τυριά», Ελλάδα.
(9) - Η συνεκδίκαση των τριών υποθέσεων αποφασίστηκε με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Νοεμβρίου 1997. Πρέπει να τονιστεί ότι ορισμένες επιχειρήσεις που παράγουν φέτα στη Δανία, στη Γερμανία και στη Γαλλία άσκησαν συγχρόνως ενώπιον του Πρωτοδικείου τρεις προσφυγές με αίτημα την ακύρωση του εν προκειμένω επίμαχου κανονισμού (υποθέσεις Τ-139/96, Τ-140/96 και Τ-141/96). Με τρεις διατάξεις της 20ής Φεβρουαρίου 1997, το Πρωτοδικείο απεκδύθη της αρμοδιότητάς του υπέρ του Δικαστηρίου. Ακολούθως, όμως, με διατάξεις της 29ης Μαου 1998, το Δικαστήριο ανέπεμψε τις υποθέσεις ενώπιον του Πρωτοδικείου. Όσον αφορά το ζήτημα της ονομασίας «φέτα», πρέπει να υπομνηστούν περαιτέρω οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer στην προαναφερθείσα στην υποσημείωση 4 υπόθεση Canadane Cheese Trading και Koυρή, η οποία, όμως, αφορούσε διαφορετικά προβλήματα από τα εν προκειμένω κρίσιμα. Πράγματι, στις εν λόγω προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας ανέφερε τα εξής: «Θα ήταν νοητό ότι η ονομασία "φέτα" δεν πληροί τις προϋποθέσεις που επιβάλλει ο κανονισμός 2081/92 για να θεωρηθεί ως ΠΟΠ σε κοινοτικό επίπεδο, πληροί όμως τα κριτήρια που καθιέρωσε η κοινοτική νομολογία στον τομέα των γεωγραφικών ονομασιών και, επομένως, δικαιολογείται από το άρθρο 36 της Συνθήκης» (παράγραφος 44).
(10) - Βλ. άρθρο 2, παράγραφος 3. Η υπογράμμιση δική μου.
(11) - Πράγματι, η δυνατότητα καταχωρήσεως ονομασίας περιγράφουσας προϋόν που κατάγεται από μια ολόκληρη χώρα προβλέπεται - αν και μόνο «σε εξαιρετικές περιπτώσεις» - μόνο στη διάταξη της πρώτης περιπτώσεως του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο αα. Ωστόσο, η εν προκειμένω κρίσιμη διάταξη - ήτοι το άρθρο 2, παράγραφος 3 - δεν παραπέμπει παρά μόνο στη δεύτερη περίπτωση, η οποία δεν προβλέπει τη δυνατότητα αυτή, και όχι στην πρώτη. Η διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 3, αφορά «παραδοσιακές, γεωγραφικές ή μη, ονομασίες, που περιγράφουν γεωργικό προϋόν ή τρόφιμο καταγωγής μιας περιοχής ή ενός συγκεκριμένου τόπου», όχι όμως μιας ολόκληρης χώρας.
(12) - Βλ. άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο αα, δεύτερη περίπτωση.
(13) - Βλ. άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο αα.
(14) - Στην προαναφερθείσα υπόθεση Canadane Cheese Trading και Koυρή, ο γενικός εισαγγελέας Ruiz-Jarabo Colomer προέβη σε ανασκόπηση της νομολογίας σχετικά με τις κοινές ονομασίες, οι οποίες ορίζονται ως «ονομασίες που περιλαμβάνονται στη γενική πολιτισμική και γαστρονομική κληρονομιά και, κατ' αρχήν, μπορούν να χρησιμοποιηθούν από οποιονδήποτε παραγωγό» (παράγραφος 28). Ο εν λόγω γενικός εισαγγελέας ανέφερε περαιτέρω ότι είναι μάταιη η αναζήτηση «στη νομολογία του Δικαστηρίου [ενός ορισμού] σχετικά με την έννοια της κοινής ονομασίας». Στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, είναι σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι η νομολογία απέκτησε τον προσανατολισμό αυτό κυρίως πριν από την έκδοση του κανονισμού 2081/92 και ότι, στην προκείμενη περίπτωση, η έρευνα πρέπει να στηριχθεί στα κριτήρια του άρθρου 3 του προαναφερθέντος κανονισμού· ωστόσο, τα κριτήρια αυτά συμπίπτουν, κατ' ουσίαν, με τα διαμορφωθέντα από τη μέχρι τούδε νομολογία.
(15) - Προαναφερθείσες προτάσεις στην υπόθεση Canadane Cheese Trading και Koυρή, παράγραφος 77.
(16) - Τούτο καθιστά δυνατό τον μετριασμό της αποφασιστικής σημασίας που αποδίδει η Επιτροπή σε μια δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε μεταξύ των καταναλωτών το 1994 και από την οποία προέκυψε ότι η πλειονότητα των ερωτηθέντων συνέδεε τον όρο «φέτα» με τυρί, ενώ πολλοί μεταξύ αυτών τον συνέδεαν με ελληνικό τυρί.
(17) - Εξάλλου, θεωρώ ότι το κριτήριο αυτό είναι το μόνο σύμφωνο προς τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία οι συνήθειες των καταναλωτών μπορούν να ποικίλλουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, ενώ μπορούν επίσης να μεταβληθούν σε ένα και το αυτό κράτος μέλος· οι μεταβολές αυτές συνιστούν μία από τις συνέπειες της υλοποιήσεως της εσωτερικής αγοράς. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι νομοθεσίες των κρατών μελών δεν πρέπει «να ευνοούν την αποκρυστάλλωση συγκεκριμένων καταναλωτικών συνηθειών και τη σταθεροποίηση των πλεονεκτημάτων που έχουν αποκτήσει οι εθνικές βιομηχανίες που ασχολούνται με την ικανοποίησή τους» (βλ. αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 1980, 170/78, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 207, και της 12ης Μαρτίου 1987, 178/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1987, σ. 1227, σκέψη 32).
(18) - Όπ.π., παράγραφος 67.
(19) - Κρίσιμοι συναφώς είναι οι κανονισμοί της Επιτροπής (ΕΟΚ) 3266/75, της 15ης Δεκεμβρίου 1975 (JO L 324, σ. 12), και (ΕΟΚ) 3322/75, της 19ης Δεκεμβρίου 1975, (JO L 328, σ. 40), περί καθορισμού των επιστροφών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων, οι οποίοι προέβλεψαν τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή της φέτας, χωρίς να προβούν σε διάκριση ανάλογα με το γάλα που χρησιμοποιείται για την παρασκευή της. Επιπλέον, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3167/86 της Επιτροπής, της 16ης Οκτωβρίου 1986 (ΕΕ L 294, σ. 28), μολονότι διακρίνει μεταξύ της φέτας που παρασκευάζεται αποκλειστικά από πρόβειο και από γίδινο γάλα και εκείνης που παρασκευάζεται από άλλα υλικά, χορήγησε το ευεργέτημα των επιστροφών σ' όλα αυτά τα προϋόντα. Με το ίδιο πνεύμα, βλ. τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3846/87 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1987, που καθορίζει την ονοματολογία των γεωργικών προϋόντων για τις επιστροφές κατά την εξαγωγή (ΕΕ L 366, σ. 1).
(20) - Σε μια ανακοίνωση του 1991 (ερμηνευτική ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις ονομασίες πωλήσεως των ειδών διατροφής, ΕΕ C 270, σ. 2), η ίδια η Επιτροπή πρότεινε να λαμβάνονται υπόψη, ως κριτήρια που ενδείκνυνται για τη διαπίστωση των «χαρακτηριστικών ενός προϋόντος» τα οποία μπορούν να το καταστήσουν ακατάλληλο προς πώληση υπό μια κοινή ονομασία στο κράτος προορισμού, μεταξύ άλλων, «οι αναφορές που περιλαμβάνονται, ενδεχομένως, σε κοινοτικές πράξεις και, ιδίως, η δασμολογική ονοματολογία που χρησιμοποιείται για την εφαρμογή του κοινού δασμολογίου» (η υπογράμμιση δική μου).
(21) - Απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1992, C-3/91 (Συλλογή 1992, σ. Ι-5529, σκέψη 29).
(22) - Εκτός από την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, η Δανική Κυβέρνηση διατείνεται ότι δεν τηρήθηκε ούτε η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων: συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι η «φέτα» είναι κοινή ονομασία και ότι θα έπρεπε, επομένως, να τύχει της ίδιας μεταχειρίσεως με τις άλλες κοινές ονομασίες - όπως η ονομασία «brie» -, των οποίων η καταχώρηση δεν επιτράπηκε.
Full & Egal Universal Law Academy