Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με το προδικαστικό ερώτημα που αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως, το Amtsgericht Reutlingen ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί ως προς την ερμηνεία του άρθρου 6 της Συνθήκης ΕΚ, προκειμένου να κρίνει κατά πόσον το γεγονός ότι η εισαγγελία δεν χρησιμοποιεί, αναφερόμενη στον κατηγορούμενο στο πλαίσιο ποινικής δίκης, την προσαγόρευση ευγενείας συνιστά παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων που περιέχεται στη διάταξη αυτή.
Το νομικό πλαίσιο, τα πραγματικά περιστατικά, το προδικαστικό ερώτημα
2 Το άρθρο 407 του Strafprozessordnung (γερμανικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, στο εξής: StPO) προβλέπει ότι, στο πλαίσιο της ασκήσεως της ποινικής διώξεως, η εισαγγελία μπορεί, αν θεωρεί ότι δεν απαιτείται ακροαματική διαδικασία, να απευθυνθεί γραπτώς στον αρμόδιο ποινικό δικαστή και να ζητήσει την έκδοση ποινικής διατάξεως. Δυνάμει του άρθρου 408 του StPO, ο επιληφθείς δικαστής μπορεί να ορίσει ημερομηνία διεξαγωγής ακροαματικής διαδικασίας μόνον αν θεωρεί ότι υφίστανται νομικά επιχειρήματα που δεν του επιτρέπουν να κάνει δεκτή την αίτηση της εισαγγελίας. Αντιθέτως, αν δεν υφίστανται τέτοια επιχειρήματα, είναι υποχρεωμένος να τη δεχθεί επιθέτοντας την υπογραφή του και την ημερομηνία και μετατρέποντάς την έτσι σε ποινική διάταξη παράγουσα αποτέλεσμα ανάλογο προς το της ποινικής αποφάσεως.
3 Τα πραγματικά περιστατικά έλαβαν χώρα το 1996, όταν η εισαγγελία του Tόbingen άσκησε ποινικές διώξεις κατά των Μ. Grado (Ιταλού υπηκόου) και S. Bashir (μη κοινοτικού υπηκόου), κατηγορουμένων ότι εγκατέλειψαν ως μη όφειλαν τον τόπο όπου είχαν προξενήσει ζημίες σε αλλότριο αυτοκίνητο όχημα.
Με έγγραφο της 9ης Απριλίου 1996, η εισαγγελική αρχή, διά του εισαγγελέως του 35ου τμήματος της εισαγγελίας, ζήτησε από το αιτούν δικαστήριο να καταδικάσει τους κατηγορουμένους για το αδίκημα που είχαν διαπράξει. Ειδικότερα, ζήτησε την έκδοση ποινικής διατάξεως «κατά των
1) Martino Grado (...) 2) Shahid Bashir (...)».
4 Ο επιληφθείς δικαστής αρνήθηκε να υπογράψει και να χρονολογήσει την αίτηση εκδόσεως διατάξεως την οποία είχε συντάξει η εισαγγελική αρχή, κρίνοντας ότι η διατύπωσή της αντέβαινε στο Γερμανικό Σύνταγμα (1), καθώς και στην απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 6 της Συνθήκης. Ειδικότερα, προσήψε στην εισαγγελική αρχή ότι δεν χρησιμοποίησε την προσαγόρευση ευγενείας «Κύριος» για τους κατηγορουμένους.
Η εισαγγελική αρχή προσέβαλε την άρνηση αυτή ενώπιον του Landgericht Tόbingen, το οποίο ενέκρινε τον τρόπο διατυπώσεως της επίδικης αιτήσεως διευκρινίζοντας, επιπλέον, ότι ο αρμόδιος δικαστής δεν είχε εξουσία, σύμφωνα με τον νόμο, να μη συνεχίσει τη διαδικασία.
5 Το Amtsgericht Reutlingen αποφάσισε, ωστόσο, να αναστείλει τη διαδικασία και να απευθυνθεί (αυτή τη φορά) στο Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, ζητώντας του να αποφανθεί επί του ακολούθου προδικαστικού ερωτήματος:
«Συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο ή αντίκειται στην αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που καθιερώνει το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση το γεγονός ότι ένας εισαγγελέας, στο πλαίσιο αιτήσεως εκδόσεως διατάξεως επιβάλλουσας ποινή, συνταχθείσας από τον ίδιο και προοριζομένης στη συνέχεια να υπογραφεί από το δικαστήριο, ρητώς αρνείται την προσαγόρευση ευγενείας "κύριος" σε αλλοδαπό εργαζόμενο (υπό την έννοια των άρθρων 48 έως 51 της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση) υπήκοο κράτους μέλους της Ευρωπαϋκής Ενώσεως, και τούτο αντίθετα προς τη συνήθη πρακτική της εισαγγελίας καθώς και προς την πρακτική που ακολουθεί συνήθως ο συγκεκριμένος εισαγγελέας σε άλλες περιπτώσεις;» (2)
Το εθνικό δικαστήριο διευκρινίζει επίσης, με τη διάταξη περί παραπομπής, ότι θεωρεί ότι υποχρεούται εκ του νόμου να υπογράψει την αίτηση εκδόσεως ποινικής διατάξεως όπως αυτή έχει ήδη διατυπωθεί από την εισαγγελία και, επομένως, δεν έχει εξουσία, προσυπογράφοντάς την, να την τροποποιήσει και/ή να τη συμπληρώσει.
Επί του παραδεκτού
6 Λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου του ερωτήματος, σε σχέση με αυτό που φαίνεται να είναι το αντικείμενο της κύριας δίκης όπως αυτό απορρέει από την αιτιολογία της διατάξεως περί παραπομπής, τίθεται το προκαταρκτικό ζήτημα αυτού καθεαυτό του κρισίμου του ερωτήματος και, ως εκ τούτου, της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να απαντήσει στο ερώτημα αυτό. Πράγματι, είναι πασιφανές ότι το γεγονός ότι η εισαγγελική αρχή παρέλειψε να προσαγορεύσει «κύριο» τον κατηγορούμενο, στη διατύπωση της αιτήσεως με την οποία ζήτησε την επιβολή ποινικής κυρώσεως, δεν είναι ικανή να επηρεάσει, ως προς την ουσία, την έκβαση της διαδικασίας που έχει κινηθεί κατά του ενδιαφερομένου.
Το ζήτημα δεν είναι νέο. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κληθεί να αποφανθεί προδικαστικώς επί ερωτημάτων των οποίων το κρίσιμο σε σχέση προς την ουσία της διαφοράς που εκκρεμούσε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ήταν αμφίβολο.
7 Η θέση που υιοθέτησε το Δικαστήριο επί του ζητήματος αυτού μπορεί πλέον να θεωρηθεί πάγια (3). Σεβόμενο μεν την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του κοινοτικού δικαστηρίου, επί της οποίας είναι θεμελιωμένος ο μηχανισμός της προδικαστικής παραπομπής, και χωρίς να ανατρέπει την αρχή η οποία διατυπώθηκε ήδη με τις πρώτες συναφείς αποφάσεις και σύμφωνα με την οποία στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει κατά πόσον η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαραίτητη για τη λύση της διαφοράς που του έχει υποβληθεί (4), το Δικαστήριο έκρινε, ωστόσο, ότι ήταν αναρμόδιο να εξετάσει ερωτήματα τα οποία θεώρησε ότι προδήλως δεν είχαν σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης (5).
8 Υιοθετώ πλήρως την προσέγγιση αυτή, και τούτο όχι μόνο διότι δικαιολογείται από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (6), αλλά και διότι ανατοποθετεί την προδικαστική διαδικασία εντός των ορίων της συνήθους λειτουργίας της, αποφεύγοντας η διαδικασία αυτή να αποτελεί αντικείμενο χρήσεων τις οποίες η νομική θεωρία δεν διστάζει να χαρακτηρίσει ως «καταχρηστικές» (7).
Είναι πρόδηλο ότι η προσέγγιση αυτή πρέπει να εφαρμοστεί και στην περίπτωση που μας απασχολεί σήμερα. Πράγματι, όπως ήδη ανέφερα, η πρακτική που ακολουθεί η εισαγγελία του Tόbingen να μη χρησιμοποιείται, σύμφωνα με όσα αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, η προσαγόρευση ευγενείας «κύριος» προκειμένου για αλλοδαπούς κατηγορουμένους αποτελεί στοιχείο το οποίο, καίτοι ενδεχομένως ενέχει έναντι των αλλοδαπών τον χαρακτήρα δυσμενούς διακρίσεως, δεν έχει καμία σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, στην οποία - υπενθυμίζω - το αιτούν δικαστήριο καλείται να εκδώσει απόφαση επιβάλλουσα ποινική κύρωση στον κατηγορούμενο, ο οποίος διώκεται για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος.
9 Προτείνω, συνεπώς, στο Δικαστήριο να κρίνει εαυτό αναρμόδιο να αποφανθεί επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Amtsgericht Reutlingen, καθόσον είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου στερείται οιουδήποτε συνδέσμου με το υποστατό και το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης.
(1) - Συγκεκριμένα, στα άρθρα 1 και 3, παράγραφος 3, που καθιερώνουν, αντιστοίχως, το δικαίωμα της προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και το δικαίωμα της ίσης μεταχειρίσεως.
(2) - Στην πραγματικότητα, από την πράξη την οποία συνέταξε η αστυνομία σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που καταλογίζονται στους κατηγορουμένους φαίνεται να προκύπτει ότι ο M. Grado την εποχή εκείνη ήταν άνεργος. Ωστόσο, από τη δικογραφία δεν προκύπτουν επαρκή στοιχεία προς αμφισβήτηση των πραγματικών διαπιστώσεων του αιτούντος δικαστηρίου. Αντιθέτως, είναι πρόδηλο ότι, εν πάση περιπτώσει, το ερώτημα δεν μπορεί να εκληφθεί παρά υπό την έννοια ότι αφορά την υποτιθέμενη δυσμενή διάκριση σε βάρος του M. Grado, ο οποίος είναι Ιταλός υπήκοος· δεν μπορεί να αφορά την κατάσταση του δευτέρου κατηγορουμένου, του S. Bashir, στο μέτρο που αυτός δεν είναι κοινοτικός υπήκοος.
(3) - Για μια σχετικά πλήρη ανασκόπηση της συναφούς νομολογίας του Δικαστηρίου, βλ. την απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-343/90, Lourenηo Dias (Συλλογή 1992, σ. Ι-4673, σκέψεις 13 έως 20).
(4) - Βλ., ειδικότερα, την απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1978, 83/78, Pigs Marketing Board (Συλλογή τόμος 1978, σ. 739).
(5) - Τα σχετικά παραδείγματα είναι άφθονα: χωρίς να χρειάζεται να ληφθούν υπόψη οι δύο αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 1980, 104/79, Foglia (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 403), και της 16ης Δεκεμβρίου 1981, 244/80, Foglia (Συλλογή 1981, σ. 3045), οι οποίες, καίτοι εκθέτουν πληρέστατα το λογικό οικοδόμημα επί του οποίου στηρίζεται η συναφής νομολογία, είναι επηρεασμένες από τις ιδιαιτερότητες του ειδικού πλαισίου εντός του οποίου εκδόθηκαν, μπορούν να αναφερθούν η διάταξη της 26ης Ιανουαρίου 1990, C-286/88, Falciola Angelo (Συλλογή 1990, σ. Ι-191), και, με την ίδια οπτική, η διάταξη της 16ης Μαου 1994, C-428/93, Monin Automobiles ΙΙ (Συλλογή 1994, σ. Ι-1707), στις οποίες το Δικαστήριο έκρινε εαυτό αναρμόδιο. Εν πάση περιπτώσει, η αρχή αυτή επαναλαμβάνεται σε πλείστες άλλες αποφάσεις: βλ., συναφώς, τις αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 1981, 126/80, Salonia (Συλλογή 1981, σ. 1563)· της 28ης Νοεμβρίου 1991, C-186/90, Durighello (Συλλογή 1991, σ. Ι-5773), και της 11ης Ιουλίου 1991, C-368/89, Crispoltoni (Συλλογή 1991, σ. Ι-3695).
(6) - Υπενθυμίζω (repetita iuvant) το κείμενο του δευτέρου εδαφίου: «Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ' αυτού» (η υπογράμμιση δική μου).
(7) - Βλ., ειδικότερα, Pescatore «Il rinvio pregiudiziale di cui all'art. 177 del Trattato CEE e la cooperazione tra la Corte e i giudici nazionali», στο Foro italiano, 1986, μέρος V, σ. 26 επ.
Full & Egal Universal Law Academy