Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Αντιβαίνει στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ η ρήτρα συμβάσεως επιλεκτικής διανομής συναφθείσας μεταξύ προμηθευτή και διανομέως, αμφοτέρων εγκατεστημένων εντός της Κοινότητας, και αφορώσας την επικράτεια τρίτης χώρας, με την οποία απαγορεύεται στον διανομέα να πωλεί τα προϋόντα που αφορά η σύμβαση, είτε απευθείας είτε διά επανεισαγωγής από την τρίτη χώρα, εντός κάθε άλλης περιοχής, άρα και στο έδαφος των κρατών μελών; Στην περίπτωση κατά την οποία η ρήτρα αυτή κριθεί ασυμβίβαστη με το άρθρο 85, παράγραφος 1, είναι ωσαύτως ασυμβίβαστη αν ο προμηθευτής εμπορεύεται τα προϋόντα του στο έδαφος της Κοινότητας μέσω δικτύου επιλεκτικής διανομής που έχει αποτελέσει αντικείμενο αποφάσεως περί εξαιρέσεως, υπό την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 3;
Αυτά είναι κατ' ουσίαν τα υποβληθέντα από το cour d'appel de Versailles ερωτήματα, τα οποία παρέχουν στο Δικαστήριο την ευκαιρία να αποφανθεί επί του αν οι ρήτρες εξαγωγής και οι απαγορεύσεις επανεισαγωγής που περιέχονται στις συμβάσεις διανομής συμβιβάζονται με τους κοινοτικούς κανόνες περί ανταγωνισμού. Εν προκειμένω, το σύστημα εμπορικής διανομής έχει την ιδιομορφία ότι συνδυάζει ένα κοινοτικό σύστημα επιλεκτικής διανομής, το οποίο έχει τύχει της δέουσας εξαιρέσεως από την Επιτροπή, με συμβάσεις διανομής για τις τρίτες χώρες, οι οποίες περιλαμβάνουν ρήτρες περί συγκεκριμένου προορισμού, νοούμενες τόσο ως υποχρεώσεις εξαγωγής όσο και ως απαγορεύσεις επανεισαγωγής.
Τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και τα προδικαστικά ερωτήματα
2 Το ιστορικό της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου είναι μάλλον απλό. Η διαφορά αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο του τομέα της διανομής καλλυντικών προϋόντων πολυτελείας, τα οποία είναι είδη αρίστης ποιότητας που διατίθενται στο εμπόριο σε υψηλές τιμές και φέρουν σήματα μεγάλης φήμης. Στον κλάδο αυτόν ασκεί δραστηριότητα η εταιρία Yves Saint Laurent Parfums SA, με έδρα τη Γαλλία (στο εξής: YSLP), η οποία διανέμει τα προϋόντα της εντός της Ευρωπαϋκής Ενώσεως μέσω ενός δικτύου επιλεκτικής διανομής στο οποίο η Επιτροπή έχει χορηγήσει εξαίρεση, υπό την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 3, με απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1991 (1).
Εξάλλου, η YSLP συνήψε δύο συμβάσεις διανομής για τις αγορές της Ανατολικής Ευρώπης, τη μία για το έδαφος των Δημοκρατιών της Ρωσίας και της Ουκρανίας και την άλλη για τη Σλοβενία, με την εταιρία Javico International (στο εξής: Javico), η οποία εταιρία εδρεύει στη Γερμανία και ειδικεύεται στην εμπορική διανομή στις αγορές της Ανατολικής Ευρώπης. Πρέπει να διευκρινιστεί ότι η Javico δεν ανήκει στο δίκτυο των διανομέων των προϋόντων YSLP εντός της Ευρωπαϋκής Ενώσεως.
3 Η συναφθείσα τον Φεβρουάριο του 1992 σύμβαση που αφορά τη διανομή στη Ρωσία και στην Ουκρανία περιλαμβάνει τις δύο ακόλουθες ρήτρες:
«1. Τα προϋόντα μας προορίζονται για αποκλειστική πώληση στο έδαφος των Δημοκρατιών της Ρωσίας και της Ουκρανίας.
Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εξέλθουν του εδάφους των Δημοκρατιών της Ρωσίας και της Ουκρανίας.
2. Η εταιρία σας υπόσχεται και εγγυάται ότι τελικός προορισμός των προϋόντων θα είναι το έδαφος των Δημοκρατιών της Ρωσίας και της Ουκρανίας και ότι θα πωλεί τα προϋόντα μόνο σε εμπόρους εγκατεστημένους στο έδαφος των Δημοκρατιών της Ρωσίας και της Ουκρανίας. Κατά συνέπεια, η εταιρία σας θα γνωστοποιήσει τις διευθύνσεις των σημείων διανομής των προϋόντων στο έδαφος των Δημοκρατιών της Ρωσίας και της Ουκρανίας καθώς και κατάλογο των προϋόντων ανά σημείο διανομής.»
Η σύμβαση περιλαμβάνει επίσης και άλλες ρήτρες που σκοπούν στην ενίσχυση της υποχρεώσεως της Javico να διασφαλίσει ότι τα προϋόντα δεν προορίζονται για άλλες περιοχές εκτός αυτών που προβλέπει η σύμβαση (2). Πράγματι, ολόκληρη σχεδόν η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αφιερώνεται στη σαφή ρύθμιση της υποχρεώσεως συγκεκριμένου προορισμού και στις κυρώσεις σε περίπτωση παραβάσεώς της.
Η σύμβαση του Μαου 1992 που αφορά τη διανομή στη Σλοβενία περιλαμβάνει την εξής ρήτρα: «Για την προστασία της εξαιρετικής ποιότητας διανομής των προϋόντων σε άλλες χώρες του κόσμου, ο διανομέας αποδέχεται να μην πωλεί τα προϋόντα εκτός της περιοχής ή σε μη εγκεκριμένους μεταπωλητές της περιοχής».
Δεν αμφισβητείται ότι οι συμβάσεις διανομής μεταξύ της YSLP και της Javico δεν τυγχάνουν ατομικής εξαιρέσεως και δεν έχουν καν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή.
4 Λίγο μετά τη σύναψη των επιμάχων συμβάσεων, η YSLP διαπίστωσε ότι κυκλοφορούσαν στο έδαφος της Κοινότητας (συγκεκριμένα στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Βέλγιο και τις Κάτω Ξώρες) προϋόντα που είχε πωλήσει στη Javico για να τα διανείμει στη Ρωσία, στην Ουκρανία και στη Σλοβενία. Ως εκ τούτου, η YSLP κατήγγειλε τη σύμβαση και άσκησε αγωγή ενώπιον του tribunal de commerce de Nanterre ζητώντας, μεταξύ άλλων, την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη. Δεδομένου ότι η αγωγή της YSLP έγινε δεκτή πρωτοδίκως, οι εναγόμενες γερμανικές εταιρίες άσκησαν έφεση ενώπιον του cour d'appel de Versailles προβάλλοντας, αφενός, την ακυρότητα των συμβατικών ρητρών που είχαν παραβεί, καθόσον οι ρήτρες αυτές αντιβαίνουν στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, και, αφετέρου, ισχυριζόμενες ότι η απόφαση περί εξαιρέσεως της 16ης Δεκεμβρίου 1991 δεν ασκεί επιρροή.
5 Προκειμένου να λύσει την ενώπιόν του εκκρεμούσα διαφορά, το αιτούν δικαστήριο έκρινε αναγκαίο να ζητήσει από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Ειδικότερα, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Σε περίπτωση όπου μια επιχείρηση (ο προμηθευτής), εγκατεστημένη σε κράτος μέλος της Ευρωπαϋκής Ενώσεως, αναθέτει διά συμβάσεως σε άλλη επιχείρηση (τον διανομέα), εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος, τη διανομή των προϋόντων της επί περιοχής εκτός της Ενώσεως, πρέπει το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει την ύπαρξη, στην εν λόγω σύμβαση, διατάξεων με τις οποίες απαγορεύεται στον διανομέα να προβαίνει σε οποιαδήποτε πώληση εντός περιοχής εκτός της συμβατικώς ορισθείσας και, επομένως, σε οποιαδήποτε πώληση εντός της Ενώσεως, τόσο δι' απευθείας διαθέσεως όσο και δι' επαναποστολής από τη συμβατικώς ορισθείσα περιοχή;
2) Σε περίπτωση που το ανωτέρω άρθρο 85, παράγραφος 1, απαγορεύει την ύπαρξη τέτοιων συμβατικών όρων, πρέπει το εν λόγω άρθρο να ερμηνευθεί ως μη δυνάμενο να εφαρμοστεί όταν ο προμηθευτής διανέμει κατ' άλλον τρόπο τα προϋόντα του στο έδαφος της Ενώσεως μέσω δικτύου επιλεκτικής διανομής, έχοντος αποτελέσει το αντικείμενο αποφάσεως περί εξαιρέσεως κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
6 Οι επίδικες ρήτρες επιβάλλουν στον διανομέα δύο αυτοτελείς υποχρεώσεις, στενά αλληλοσυνδεόμενες και αλληλεξαρτώμενες. Πράγματι, η σύμβαση προβλέπει, αφενός, υποχρέωση εξαγωγής, υπό την έννοια ότι ο διανομέας υποχρεούται να εξάγει το εμπόρευμα στις τρίτες χώρες που προβλέπει η σύμβαση και, αφετέρου, απαγόρευση εμπορίας εκτός της προβλεπομένης από τη σύμβαση περιοχής. Η δεύτερη αυτή υποχρέωση καλύπτει τόσο την περίπτωση απευθείας πωλήσεων σε μεταπωλητές εγκατεστημένους εκτός της περιοχής αυτής όσο και την περίπτωση επανεισαγωγής των προϋόντων που προέρχονται από την εν λόγω περιοχή.
7 Κατά την YSLP, η υποχρέωση εξαγωγής δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης, διότι η σύμβαση αφορά αποκλειστικώς την οργάνωση του εμπορίου των προϋόντων εντός τρίτων χωρών, χωρίς να αναφέρεται στο μεταξύ των κρατών μελών εμπόριο. Ακόμη και αν γίνει δεκτή η άποψη ότι έχει εφαρμογή το άρθρο 85, πρέπει να αναγνωριστεί ότι πρόκειται περί ασήμαντης ζημίας και ότι, εν πάση περιπτώσει, οι επίδικες συμβάσεις εμπίπτουν στις κατηγορίες συμφωνιών αποκλειστικής διανομής επί των οποίων το άρθρο 85, παράγραφος 1, δεν έχει εφαρμογή, δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1983/83 (3). Όσον αφορά την απαγόρευση επανεξαγωγής προς την Κοινότητα, η ίδια η YSLP αναγνωρίζει, όπως και η Επιτροπή, ότι η ρήτρα αυτή θα μπορούσε να εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, αλλά μόνον υπό την προϋπόθεση ότι οι εισαγωγές θα ήταν ενδεχομένως δυνατές από οικονομικής απόψεως και ότι θα θιγόταν το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο· οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνται εν προκειμένω, ενόψει της δομής της αγοράς και των εμποδίων στα οποία προσκρούει η συγκεκριμένη επανεισαγωγή των εμπορευμάτων στην Ευρωπαϋκή Ένωση. Αντιθέτως, η Javico φρονεί ότι οι επίμαχες συμβάσεις έχουν ακριβώς ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού εντός της Ευρωπαϋκής Ενώσεως και ότι, εν πάση περιπτώσει, έχουν βλαπτικά για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα και επομένως αντιβαίνουν οπωσδήποτε στο άρθρο 85, παράγραφος 1.
Περί του ότι ο κανονισμός 1983/83 δεν ασκεί επιρροή
8 Πρέπει καταρχάς να εξετασθεί εν συντομία το ζήτημα αν ο κανονισμός 1983/83 έχει εφαρμογή στις επίδικες συμφωνίες. Από την απλή ανάγνωση του άρθρου 1 του κανονισμού αυτού, το οποίο ορίζει το πεδίο εφαρμογής του, προκύπτει ότι τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Πράγματι, η κατά κατηγορία εξαίρεση την οποία προβλέπει ο κανονισμός αφορά τις συμφωνίες «(...) στις οποίες ο ένας συμβαλλόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση, έναντι του άλλου, να διαθέτει μόνο σε αυτόν ορισμένα προϋόντα με σκοπό τη μεταπώληση, μέσα σε ολόκληρη την κοινή αγορά ή σε ορισμένο τμήμα αυτής» (4). Συνεπώς, για να ισχύει η εξαίρεση είναι απαραίτητο η καλυπτόμενη από την αποκλειστικότητα περιοχή να είναι τμήμα της κοινής αγοράς ή ολόκληρη η κοινή αγορά (5). Αντιθέτως, οι συναφθείσες μεταξύ της YSLP και της Javico συμβάσεις αφορούν αποκλειστικώς τη διανομή των προϋόντων της πρώτης στην επικράτεια τρίτων χωρών. Επομένως, οι επίμαχες συμπράξεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της κατά κατηγορία εξαιρέσεως που προβλέπει ο κανονισμός 1983/83.
Η εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης
9 Θα ήθελα να εξετάσω τώρα το ζήτημα αν το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης έχει σημασία για την εκτίμηση των επιδίκων συμφωνιών και να υπενθυμίσω προπάντων ότι, για να κριθεί αν μια σύμπραξη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής της Συνθήκης, πρέπει, κατά παγία νομολογία, να εξακριβώνεται πρώτα αν η σύμπραξη συνεπάγεται, ως εκ του αντικειμένου της, περιορισμό του ανταγωνισμού (6). Η εξακρίβωση αυτή προϋποθέτει την εκτίμηση των σκοπών τους οποίους οι συμβαλλόμενοι είχαν την πρόθεση να επιδιώξουν κατά τη σύναψη της συμβάσεως, υπό το πρίσμα του οικονομικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται η συμφωνία αυτή.
Εν προκειμένω, πρόκειται περί συμβατικού μηχανισμού ο οποίος, αφενός, υποχρεώνει έναν κοινοτικό διανομέα να εξάγει προς ορισμένες τρίτες χώρες και, αφετέρου, απαγορεύει στον ίδιο αυτό διανομέα να εμπορεύεται τα προϋόντα που αφορά η σύμβαση εκτός της επικρατείας των τρίτων χωρών που προβλέπονται στη σύμβαση, είτε η εμπορία αυτή πραγματοποιείται δι' απευθείας πωλήσεως είτε δι' επανεισαγωγής από την τρίτη χώρα.
10 Όπως παρατηρεί το εθνικό δικαστήριο με τη διάταξη περί παραπομπής, αυτό που έχει προπάντων (αν όχι αποκλειστικώς) σημασία είναι η απαγόρευση εισαγωγής ή επανεισαγωγής των προϋόντων YSLP στο έδαφος της Κοινότητας, μολονότι η απαγόρευση εμπορίας εκτός της συμβατικώς ορισθείσας περιοχής αφορά οποιοδήποτε κράτος, κοινοτικό ή μη. Το περιεχόμενο της συμβάσεως αφορά σχεδόν αποκλειστικώς τη σαφή ρύθμιση της απαγορεύσεως εμπορίας των προϋόντων εκτός της συμβατικώς ορισθείσας περιοχής και είναι αναμφισβήτητο ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων ήταν ακριβώς να εμποδισθεί η διάθεση των πωλουμένων στη Javico προϋόντων στην κοινή αγορά. Τούτο παρέσχε στη YSLP τη δυνατότητα να αντιτάσσεται στις παράλληλες εισαγωγές στην αγορά αυτή, στην οποία αναπτύσσει δράση μέσω ενός συστήματος επιλεκτικής διανομής, η αποτελεσματικότητα του οποίου κινδυνεύει να θιγεί από την κυκλοφορία στην αγορά προϋόντων διανεμομένων από μεταπωλητές που δεν ανήκουν στο δίκτυο (7).
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι οι ρήτρες εξαγωγής και απαγορεύσεως της επανεισαγωγής που περιλαμβάνονται στη συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έχουν κατ' ουσίαν αντικείμενο που θίγει τον ανταγωνισμό. Εξάλλου, οι ρήτρες αυτές δεν είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση του ότι η σύμβαση διανομής θα εκπληρώνει την ιδιαίτερη οικονομική της λειτουργία, δηλαδή το να καθιστά δυνατή τη διείσδυση των προϋόντων YSLP στις αγορές της Ανατολικής Ευρώπης.
Επομένως, οι ρήτρες εξαγωγής πρέπει να θεωρηθούν ως καταρχήν απαγορευόμενες, λόγω του αντικειμένου τους και μόνο.
11 Οι παρατηρήσεις που μόλις εξέθεσα βρίσκονται σε αρμονία με τη νομολογία του Δικαστηρίου που υπογραμμίζει, όσον αφορά μια ρήτρα ανάλογη προς την υπό κρίση, ότι η επιβληθείσα από τον διανομέα υποχρέωση εξαγωγής των προϋόντων σε τρίτη χώρα «είχ[ε] ουσιωδώς ως αντικείμενο να εμποδίσ[ει] την επανεξαγωγή του εμπορεύματος προς τη χώρα παραγωγής», προκειμένου να περιοριορισθεί ο ελεύθερος ανταγωνισμός στην κοινή αγορά (8) και να διατηρηθεί διαφορετικό επίπεδο τιμών.
Εξάλλου, το γεγονός ότι η σύμβαση διανομής έχει τυπικώς ως αντικείμενο την προώθηση των πωλήσεων σε τρίτη χώρα δεν αρκεί αφ' εαυτού για να αποκλεισθεί το ότι οι ρήτρες που περιέχει έχουν κατ' ουσίαν ως σκοπό την αλλοίωση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς (9) και ότι, ως εκ τούτου, εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1 (10).
12 Μολονότι είμαι πεπεισμένος ότι οι επίδικες συμφωνίες έχουν αντικείμενο που θίγει τον ανταγωνισμό και απαγορεύονται, αυτές καθαυτές, από το άρθρο 85, παράγραφος 1, φρονώ ωστόσο ότι πρέπει να εξεταστούν και τα συγκεκριμένα αποτελέσματα επί του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς τα οποία μπορεί να παραγάγει η συγκεκριμένη σύμπραξη (11). Όπως είναι γνωστό, η νομολογία του Δικαστηρίου επιτάσσει τα αντιβαίνοντα στην εύρυθμη λειτουργία του ανταγωνισμού αποτελέσματα να είναι αρκούντως αισθητά και, ως εκ τούτου, όλες οι συμπράξεις των οποίων το βλαπτικό αποτέλεσμα είναι ασήμαντο αποκλείονται του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1 (12).
13 Η εκτίμηση του αντίθετου προς τον ανταγωνισμό αποτελέσματος πρέπει να πραγματοποιείται με γνώμονα ένα πλέγμα πραγματικών περιστατικών, όπως το υφιστάμενο στην αγορά επίπεδο ανταγωνισμού, ανεξαρτήτως της επίμαχης συμπράξεως, και το οικονομικό και κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται η συμφωνία, ώστε να ερευνάται το κατά πόσο αυτή είναι συγκεκριμένα ικανή να αλλοιώσει τον ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς. Όσον αφορά τις ρήτρες περί συγκεκριμένου προορισμού, η Επιτροπή έχει διαμορφώσει με την πάροδο των ετών ορισμένη πρακτική, η οποία, μολονότι είναι κάπως διφορούμενη, εμφαίνει τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση του αντίθετου προς τον ανταγωνισμό αποτελέσματος. Τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι ιδίως η επιρροή που ασκούν οι δασμοί στους οποίους υπόκειται το προϋόν κατά την επανεισαγωγή του στην Κοινότητα (13), η ύπαρξη διαφοράς μεταξύ των τιμών που ισχύουν στο έδαφος της Κοινότητας και στην τρίτη χώρα, η οποία πρέπει να είναι αρκούντως μεγάλη ώστε να καθιστά δυνατή την απορρόφηση του επιπλέον κόστους μεταφοράς, και τα περιθώρια κέρδους όσων μετέχουν στην επανεισαγωγή και στη διανομή στο έδαφος της Κοινότητας (14), το επίπεδο του ανταγωνισμού μεταξύ προϋόντων του αυτού σήματος που υφίσταται εντός της Κοινότητας.
Στην περίπτωση κατά την οποία, βάσει της αναλύσεως των προεκτεθέντων παραγόντων, μπορεί να θεωρηθεί ότι η επανεισαγωγή των προϋόντων που αφορά η σύμβαση από την τρίτη χώρα και προς το έδαφος της Κοινότητας είναι οικονομικώς εφικτή ή ακόμη και πιθανή, το αντίθετο προς τον ανταγωνισμό αποτέλεσμα της συμπράξεως πρέπει να θεωρείται αποδειχθέν, δεδομένου ότι αν δεν είχε τεθεί η απαγόρευση θα υπήρχε, κατά το μέτρο που είναι οικονομικώς συμφέρουσα, παράλληλη εισαγωγή των προϋόντων που αφορά η σύμβαση στο έδαφος των κρατών μελών.
14 Στο εθνικό δικαστηριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν έχει εφαρμογή το άρθρο 85, παράγραφος 1, στηριζόμενο στα προμνησθέντα στοιχεία τα οποία απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Η διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου δεν καθιστά δυνατή τη διατύπωση περαιτέρω διευκρινίσεων, διότι δεν έχουν επαληθευθεί σημαντικά πραγματικά στοιχεία τα οποία εκθέτουν μόνον οι διάδικοι, αντιφατικώς άλλωστε, στις υποβληθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου παρατηρήσεις τους. Ωστόσο, νομίζω ότι μπορεί να διαπιστωθεί ότι, εν προκειμένω, το από οικονομικής απόψεως εφικτό και σκόπιμο της επανεισαγωγής των προϋόντων είναι βέβαιο, έστω και μόνον διότι πράγματι μεσολάβησε τέτοια επανεισαγωγή. Πράγματι, η κυκλοφορία μεγάλης ποσότητας των προϋόντων που αφορά η σύμβαση στις αγορές του Ηνωμένου Βασιλείου, του Βελγίου και των Κάτω Ξωρών, διανεμομένων σε τιμές αισθητώς χαμηλότερες από μεταπωλητές ξένους προς το σύστημα διανομής της YSLP, δεν αμφισβητείται, πράγμα το οποίο αποδεικνύει σαφώς ότι οι παράλληλες εισαγωγές είναι επικερδείς και επομένως εφικτές.
15 Η εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1, εξαρτάται από μια ακόμη προϋπόθεση: την πρόκληση βλάβης στο μεταξύ κρατών μελών εμπόριο. Κατά παγία νομολογία, η βλάβη πρέπει να θεωρείται αποδειχθείσα εφόσον, βάσει ενός συνόλου νομικών και πραγματικών αντικειμενικών στοιχείων, είναι αρκούντως πιθανό ότι η συμφωνία μπορεί να επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο, κατά τρόπο που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την υλοποίηση της ενιαίας αγοράς. Πρέπει, επιπλέον, η επιρροή αυτή να μην είναι ασήμαντη (15), χωρίς εξάλλου να χρειάζεται να αποδειχθεί η ύπαρξη πραγματικής βλάβης, δεδομένου ότι αρκεί η συμφωνία να είναι ικανή να την προκαλέσει (16).
Συναφώς, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι, βάσει των κριτηρίων που χρησιμοποιούνται για τη διερεύνηση της υπάρξεως αποτελέσματος που περιορίζει τον ανταγωνισμό, ιδίως δε βάσει της υπάρξεως σημαντικών διαφορών μεταξύ της ισχύουσας εντός της κοινής αγοράς τιμής και της ισχύουσας στην αγορά της τρίτης χώρας, κρίθηκε επίσης ότι δεν υπάρχει πιθανότητα η επανεισαγωγή στο κοινοτικό έδαφος να ακολουθηθεί από μεταγενέστερη εξαγωγή σε άλλο κράτος μέλος και συνήχθη ότι δεν προκαλείται βλάβη στο ενδοκοινοτικό εμπόριο (17).
Εν προκειμένω, οι ισχύουσες στις αγορές τρίτων χωρών χαμηλότερες τιμές δεν επιτρέπουν να αποκλείεται, θεωρητικώς, η επανεξαγωγή προς άλλο κράτος μέλος. Επιπλέον και εν πάση περιπτώσει, μπορεί επίσης να ευσταθεί η εκτίμηση στην περίπτωση των προϋόντων YSLP ότι, ενόψει της εμπορικής πολιτικής των μεγάλων ομίλων που προμηθεύονται τα προϋόντα τους πραγματοποιώντας τις αγορές τους στην ευρωπαϋκή αγορά στο σύνολό της, η βλάβη στις μεταξύ κρατών μελών εμπορικές συναλλαγές πρέπει να θεωρηθεί αποδειχθείσα (18).
16 Εν κατακλείδι, φρονώ ότι στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης έχει την έννοια ότι απαγορεύει ρήτρα επιβάλλουσα στους διανομείς, στο πλαίσιο συμβάσεως διανομής προϋόντων εντός περιοχής ευρισκομένης εκτός της Ενώσεως, την υποχρέωση να εγγυώνται ότι δεν θα υπάρξει επανεισαγωγή στο έδαφος της Κοινότητας, τούτο δε, προφανώς, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της κανονιστικής ρυθμίσεως, δηλαδή το αντίθετο προς τον ανταγωνισμό αντικείμενο και/ή αποτέλεσμα και η βλάβη στο μεταξύ κρατών μελών εμπόριο.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
17 Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο, στην περίπτωση κατά την οποία οι επίδικες ρήτρες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, ποια σημασία αποκτά το γεγονός ότι ο παραγωγός διαθέτει στο έδαφος της Κοινότητας σύστημα επιλεκτικής διανομής που έχει τύχει εξαιρέσεως από την Επιτροπή υπό την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 3. Με άλλα λόγια, το εθνικό δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν από την εξαίρεση που χορηγήθηκε στο σύστημα επιλεκτικής διανομής το οποίο αφορά το έδαφος της Κοινότητας μπορεί να συναχθεί ότι το άρθρο 85, παράγραφος 1, δεν έχει εφαρμογή στις επίδικες ρήτες περί συγκεκριμένου προορισμού.
18 Επισημαίνω εκ προοιμίου ότι, αν θεωρηθεί ότι το άρθρο 85, παράγραφος 1, δεν έχει εφαρμογή στις επίμαχες συμβάσεις λόγω της υπάρξεως συστήματος επιλεκτικής διανομής στο οποίο έχει χορηγηθεί εξαίρεση από την Επιτροπή, τούτο σημαίνει, λογικώς, ότι διασφαλίζεται η στεγανότητα του συστήματος αυτού, διά της παρεμποδίσεως της εμφανίσεως κάθε παράλληλης εισαγωγής, τουλάχιστον προερχομένης από τις οικείες τρίτες χώρες. Τούτο θα καθιστούσε αδύνατο στους επιχειρηματίες να δράττονται των οικονομικών ευκαιριών που απορρέουν από τις διάφορες τιμές που εφαρμόζει η YSLP, με τον πρόσθετο κίνδυνο του βεβαίου κατακερματισμού των αγορών που βρίσκονται εντός της κοινοτικής αγοράς και της αγοράς αυτής στο σύνολό της.
Πρέπει να υπομνησθεί καταρχάς ότι η στεγανότητα ενός συστήματος επιλεκτικής διανομής δεν συνιστά ουσιώδη προϋπόθεση για τη νομιμότητά του υπό το πρίσμα του άρθρου 85, ιδίως διότι τούτο θα είχε «το παράδοξο αποτέλεσμα να υπάρχει ευμενέστερη μεταχείριση (...) των πιο άκαμπτων και κλειστών συστημάτων επιλεκτικής διανομής σε σχέση με τα πιο εύκαμπτα και τα πιο ανοικτά στο παράλληλο εμπόριο συστήματα» (19). Εξάλλου, το χαρακτηριστικό αυτό δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε από την ανάγκη αποτελεσματικής προστασίας του ανταγωνισμού. Πράγματι, όπως είχα ήδη την ευκαιρία να παρατηρήσω (20), ενόψει της σταθερής τάσεως του Δικαστηρίου, η δυνατότητα πραγματοποιήσεως πωλήσεων εκτός του δικτύου μπορεί να έχει ευεργετικό αποτέλεσμα, διατηρώντας ορισμένο χώρο της αγοράς στη διάθεση του παραλλήλου εμπορίου και μετριάζοντας έτσι την υπερβολική ακαμψία του συστήματος, ιδίως όσον αφορά τις τιμές. Η ύπαρξη παραλλήλου εμπορίου μπορεί προφανώς να διαταράξει την ισορροπία του συστήματος επιλεκτικής διανομής, αλλά, σε τελευταία ανάλυση, πρόκειται περί συνεπειών που απορρέουν από την επιλογή του παραγωγού, ο οποίος μπορεί να εκτιμήσει τα αποτελέσματά τους βάσει αναλύσεως κόστους/οφέλους και, αν κρίνει ότι είναι σκόπιμο, είτε να επιλέξει συστήματα ελεύθερης διανομής ή να αναδιαρθρώσει το σύστημα ειδικευμένης διανομής, είτε να μεταβάλει τις τιμές καθιστώντας τις ομοιόμορφες και, επομένως, να εξαλείψει «σε προηγούμενο στάδιο» τον μόνο λόγο υπάρξεως των παραλλήλων διαύλων διανομής.
Αυτό που εννοώ είναι ότι το παράλληλο εμπόριο - κάθε άλλο παρά αποτέλεσμα ενός ανώμαλου οικονομικού καιροσκοπισμού και, επομένως, παράνομο, όπως πολλοί τείνουν εκ του πονηρού να το παρουσιάζουν - αποτελεί εγγύηση της ζωτικότητας ολοκλήρου του συστήματος διανομής το οποίο, από κοινού με τα επιλεκτικά δίκτυα, καταλήγει να ευνοεί τον τελικό καταναλωτή, το συμφέρον του οποίου αποτελεί πάντοτε (τουλάχιστον) έναν από τους στόχους του άρθρου 85, παράγραφοι 1 και 3.
19 Κατά συνέπεια, υπ' αυτό το πρίσμα πρέπει να εξεταστεί η επίπτωση της αποφάσεως περί εξαιρέσεως του συστήματος διανομής της YSLP επί των σχέσεων μεταξύ της YSLP και της Javico, διανομέως ξένου προς το δίκτυο.
Η απόφαση περί εξαιρέσεως δεν μπορεί να παρέχει «κάλυψη» σε συμβάσεις διανομής που δεν υποβλήθηκαν στον έλεγχο της Επιτροπής και δεν έτυχαν ρητώς εξαιρέσεως εκ μέρους της. Καταρχάς, δεδομένου ότι οι εξαιρέσεις αποτελούν παρέκκλιση από την απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, το οποίο περιέχει τον θεμελιώδη κανόνα ως προς το ζήτημα των περιοριστικών του ανταγωνισμού συμπράξεων, οι αποφάσεις περί εξαιρέσεως, τόσο ατομικές όσο και κατά κατηγορία, πρέπει να ερμηνεύονται πάντοτε συσταλτικώς και δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή σε άλλες περιπτώσεις πλην αυτών στις οποίες ρητώς αναφέρονται. Η αρχή αυτή δικαιολογείται τόσο βάσει ενός αυτονόητου ερμηνευτικού κανόνα, όσο και από την επιταγή να μην θίγεται η αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής για την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3 (21).
Πράγματι, οσάκις η Επιτροπή αποφασίζει αν θα χορηγήσει εξαίρεση ή όχι, αρμοδιότητα που της απονέμεται αποκλειστικώς με το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 (22), πρέπει να μπορεί να ελέγχει αν η συμφωνία πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 85, παράγραφος 3. Η επέκταση του περιεχομένου μιας αποφάσεως περί εξαιρέσεως σε συμφωνίες τις οποίες δεν αφορά θα σήμαινε, μέχρις ορισμένου βαθμού, ότι επιτρέπεται στο εθνικό δικαστήριο να εφαρμόζει απευθείας το άρθρο 85, παράγραφος 3, εξουσία την οποία έχει αντιθέτως μόνον ως προς την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού (23). Προφανώς, η βαλλομένη συμφωνία, συνοδευόμενη από αίτηση για τη χορήγηση εξαιρέσεως, μπορούσε να υποβληθεί στην έγκριση της Επιτροπής, η οποία θα μπορούσε έτσι να εκτιμήσει κατά πόσο η συμφωνία αυτή είναι, όπως υποστηρίζεται, πρόσφορη για την προστασία του συστήματος επιλεκτικής διανομής εντός του κοινοτικού πλαισίου, τούτο όμως δεν συνέβη. Δεδομένου ότι η συμφωνία αυτή δεν μπορεί να τύχει εξαιρέσεως, λόγω του ότι δεν κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή (24), στο εθνικό δικαστήριο δεν απομένει παρά να εφαρμόσει το άρθρο 85, παράγραφος 1, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του.
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι στο δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης πρέπει να εφαρμοσθεί στις επίδικες ρήτρες, ακόμη και οσάκις ο προμηθευτής εμπορεύεται τα προϋόντα του στο έδαφος της Κοινότητας μέσω δικτύου επιλεκτικής διανομής έχοντος αποτελέσει το αντικείμενο αποφάσεως περί εξαιρέσεως.
Πρόταση
20 Επομένως, βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα υποβληθέντα από το cour d'appel de Versailles ερωτήματα τις ακόλουθες απαντήσεις:
«1) Το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται σε ρήτρα η οποία προβλέπεται από σύμβαση περί εμπορίας εντός ορισμένων τρίτων χωρών, συναφθείσα μεταξύ προμηθευτή εγκατεστημένου εντός ενός κράτους μέλους και διανομέα εγκατεστημένου εντός άλλου κράτους μέλους, και με την οποία απαγορεύεται στον διανομέα να προβαίνει σε οποιαδήποτε πώληση εντός περιοχής άλλης εκτός της συμβατικώς ορισθείσας και, επομένως, σε οποιαδήποτε πώληση στο έδαφος της Κοινότητας, τόσο δι' απευθείας διαθέσεως όσο και δι' επαναποστολής από τη συμβατικώς ορισθείσα περιοχή. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει, βάσει των πραγματικών στοιχείων της συγκεκριμένης υποθέσεως, ιδίως δε του εφικτού, του μεγέθους και της σκοπιμότητας των επανεισαγωγών στην κοινοτική αγορά, καθώς και της βλάβης για το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο, αν η ρήτρα αυτή είναι άκυρη διότι αντιβαίνει στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
2) Στην περίπτωση κατά την οποία το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης απαγορεύει τέτοιες ρήτρες, το άρθρο αυτό έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται ωσαύτως στις περιπτώσεις όπου ο προμηθευτής εμπορεύεται τα προϋόντα του στο κοινοτικό έδαφος μέσω δικτύου επιλεκτικής διανομής έχοντος αποτελέσει το αντικείμενο αποφάσεως περί εξαιρέσεως κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου.»
(1) - Απόφαση 92/33/ΕΟΚ της Επιτροπής, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/33.242 - Yves Saint Laurent Parfums) (ΕΕ 1992, L 12, σ. 24). Επί της αποφάσεως αυτής εκδόθηκε η απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 1996, T-19/92, Leclerc κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. II-1851), με την οποία η απόφαση της Επιτροπής κηρύχθηκε άκυρη καθόσον ορίζει ότι μια διάταξη που επιτρέπει στην YSLP να αντιμετωπίζει δυσμενώς την υποψηφιότητα ορισμένων εμπόρων λιανικής πωλήσεως, οι οποίοι δεν έχουν ως προέχουσα δραστηριότητα την πώληση αρωμάτων, δεν εμπίπτει στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Κατ' ουσίαν, και ειδικότερα καθόσον μας ενδιαφέρει εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο επιβεβαίωσε το κύρος της χορηγηθείσας εξαιρέσεως.
(2) - Η YSLP, για να διασφαλισθεί ότι τα προϋόντα θα διανέμονται στο έδαφος της Ρωσίας και της Ουκρανίας, υποχρέωσε τη Javico να της διαβιβάζει, ήδη πριν από την παράδοση και, ει δυνατόν, ήδη από τον χρόνο της παραγγελίας, όλα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πραγματική ύπαρξη αγοράς για τα προϋόντα αυτά στις συμβατικώς ορισθείσες περιοχές. Εξάλλου, η Javico υποχρεούται να ελέγχει αν οι τοπικοί έμποροι έχουν την πρόθεση να πωλούν αποκλειστικά εντός της Ρωσίας και της Ουκρανίας. Προβλέπεται μάλιστα και ποινική ρήτρα, σε συνδυασμό με τη σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως, για την περίπτωση κατά την οποία μέρος των παραδοθέντων προϋόντων μεταπωληθεί εκτός της Ρωσίας και της Ουκρανίας και, γενικότερα, εκτός των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης.
(3) - Κανονισμός της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 1983, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών αποκλειστικής διανομής (ΕΕ 1983, L 173, σ. 1).
(4) - Η υπογράμμιση δική μου.
(5) - Βλ. την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, 170/83, Hydrotherm (Συλλογή 1984, σ. 2999, σκέψεις 13 έως 16).
(6) - Η εκτίμηση του συμβατού σε διαδοχικά στάδια, πρώτα σε σχέση με το αντικείμενο και στη συνέχεια με βάση τα αποτελέσματα της συμπράξεως, αποτελεί μέθοδο την οποία έχει επιβεβαιώσει η νομολογία του Δικαστηρίου: βλ. τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως στην οποία εκδόθηκε η απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1994, C-250/92, DLG (Συλλογή 1994, σ. I-5641, σημείο 16)· βλ., εξάλλου, την απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1991, C-234/89, Δηλιμίτης (Συλλογή 1991, σ. I-935, σκέψη 9). Περιττό να υπομνησθεί ότι για την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1, δεν απαιτείται η σύμπραξη να έχει αντικείμενο και αποτέλεσμα το οποίο να θίγει τον ανταγωνισμό, δεδομένου ότι οι δύο αυτές προϋποθέσεις τίθενται εναλλακτικώς: βλ. την απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, C-219/95 P, Ferriere Nord κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. Ι-4411, σκέψεις 14 και 15).
(7) - Η ποινική ρήτρα εις βάρος της Javico, η οποία προβλέπεται μόνο για την περίπτωση κατά την οποία τα προϋόντα μεταπωλούνται εκτός της περιοχής των «χωρών της Ανατολικής Ευρώπης», επομένως ανεξαρτήτως του αν τα προϋόντα έχουν άλλον τελικό προορισμό εκτός της συμβατικώς ορισθείσας περιοχής, αρκεί πάντως ο προορισμός αυτός να περιορίζεται στην Ανατολική Ευρώπη, αποτελεί στοιχείο ενδεικτικό του ότι οι επίδικες ρήτρες σκοπούν κατ' ουσίαν να εμποδίσουν τη διάθεση των προϋόντων που αφορά η σύμβαση στην κοινή αγορά.
(8) - Βλ. την απόφαση της 28ης Μαρτίου 1984, 29/83 και 30/83, CRAM και Rheinzink (Συλλογή 1984, σ. 1679, σκέψεις 24 έως 31). Η Επιτροπή παρατήρησε στην προσβαλλομένη στην υπόθεση εκείνη απόφασή της ότι «ο περιορισμός του ανταγωνισμού, που απορρέει από την υποχρέωση μεταπωλήσεως σε ορισμένη χώρα, είναι δυνατό να επηρεάσει αισθητά το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, λόγω του γεγονότος ότι ο μεταπωλητής είναι εγκατεστημένος στο εσωτερικό της κοινής αγοράς, εντός της οποίας πρέπει να παραμένει ελεύθερος να διαθέτει το εμπόρευμα οπουδήποτε επιθυμεί ανάλογα με τις περιστάσεις και ιδίως με τις προσφερόμενες προς αυτόν τιμές»: βλ. την απόφαση 82/866/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 1982, σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/29.629 - Ελασματοποιημένα προϋόντα και κράματα ψευδαργύρου) (ΕΕ 1982, L 362, σ. 40).
(9) - Βλ. συναφώς την απόφαση 68/376/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 6ης Νοεμβρίου 1968, σχετικά με τη διαδικασία του άρθρου 85 της Συνθήκης (IV/23077 - Rieckermann/AEG - Elotherm) (GU 1968, L 276, σ. 25).
(10) - Η XXI Έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού 1991 αναφέρει στη σελίδα 378 την υπόθεση Iqbal, στην οποία η Επιτροπή έκρινε ότι η σύμβαση βάσει της οποίας ένας μεταπωλητής φαρμακευτικών προϋόντων ήταν υποχρεωμένος να εμπορεύεται τα προϋόντα αποκλειστικά σε ορισμένη τρίτη χώρα δεν αντέβαινε στο άρθρο 85, παράγραφος 1, σκοπός του οποίου δεν είναι «η απαγόρευση καθέτων συμφωνιών που περιορίζουν τον ανταγωνισμό σχετικά με προϋόντα της ίδιας μάρκας μεταξύ της Κοινότητας ως συνόλου και τρίτων χωρών ώστε να διευκολύνουν τον παραγωγό να ασκήσει ανεξάρτητη πολιτική τιμών, προσαρμοσμένη στις συνθήκες των αγορών αυτών των τρίτων χωρών». Προφανώς, στην περίπτωση εκείνη, η χρήση ρητρών εξαγωγής δεν συνδεόταν με πράξεις που σκοπούσαν ειδικώς στην παρεμπόδιση του μεταξύ κρατών μελών εμπορίου. Υπό την αίρεση ότι μπορεί να προσδίδεται ειδική έννοια στο στοιχείο αυτό και με κάθε επιφύλαξη λόγω των ελλιπών στοιχείων που διαθέτω, η λύση που δόθηκε στην υπόθεση Iqbal, η οποία εξάλλου δεν περιέχεται σε απόφαση αλλά, προφανώς, σε έγγραφο κατά το άρθρο 6 του κανονισμού 99/63/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1963, περί των ακροάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 19, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 37), μου φαίνεται μάλλον ασυμβίβαστη με την ερμηνεία στην οποία στηρίζεται η απόφαση CRAM και Rheinzink που υπενθύμισα ανωτέρω. Για μια ανάλογη εκτίμηση βλ. I. Van Bael και F. Bellis: Il Diritto della Concorrenza nella Comunitΰ Europea, Τορίνο 1995, σ. 126, ειδικότερα υποσημείωση 24.
(11) - Βλ. τις αποφάσεις της 30ής Ιουνίου 1966, 56/65, Sociιtι technique miniθre (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 313), της 12ης Δεκεμβρίου 1967, 23/67, Brasserie de Haecht (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 629), και Δηλιμίτης, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6.
(12) - Πρόκειται για τον πασίγνωστο κανόνα de minimis, τον οποίο διατύπωσε για πρώτη φορά το Δικαστήριο (απόφαση της 9ης Ιουλίου 1969, 5/69, Vφlk, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 91, συγκεκριμένα σκέψη 7) και στη συνέχεια κωδικοποίησε η Επιτροπή με την ανακοίνωση της 3ης Σεπτεμβρίου 1986, όσον αφορά τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας που δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ 1986, C 231, σ. 2), η οποία αναθεωρήθηκε με την ενημέρωση εκ μέρους της Επιτροπής που δημοσιεύθηκε στην ΕΕ 1994, C 368, σ. 20.
(13) - Βλ. την απόφαση 64/233/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 11ης Μαρτίου 1964, σχετικά με αίτηση αρνητικής πιστοποιήσεως υποβληθείσα σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου (IV/A-00061 - Grosfillex/Fillistorf) (GU 1964, 58, σ. 915). Η σπουδαιότητα των δασμών ως στοιχείου αναγκαίου για τον έλεγχο της πιθανότητας επανεισαγωγής προκύπτει από τις αποφάσεις της Επιτροπής που λαμβάνουν υπόψη την ύπαρξη συμφωνιών ελευθέρων συναλλαγών: βλ. την απόφαση 76/159/EΟΚ της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 1975, σχετικά με διαδικασία του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/847 - SABA) (GU 1976, L 28, σ. 19), στην οποία η απαγόρευση εξαγωγής προς τρίτες χώρες και επανεισαγωγής από τις χώρες αυτές θεωρήθηκε ότι δεν εμπίπτει στο άρθρο 85, παράγραφος 1, λόγω της διπλής εισπράξεως δασμών και λόγω του ότι τα προϋόντα δεν πωλούνται εντός των τρίτων χωρών σε τιμές περισσότερο συμφέρουσες από τις ισχύουσες εντός των κρατών μελών. Ωστόσο, η απαγόρευση αυτή επετράπη μέχρι την 1η Ιουλίου 1977, καθόσον, ακριβώς, είχε προβλεφθεί η κατάργηση των δασμών έναντι των χωρών της ΕΖΕΣ από την ημερομηνία αυτή. Βλ., με το ίδιο πνεύμα, τις αποφάσεις 77/100/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/5715 - Junghans) (GU 1977, L 30, σ. 10), και 78/253/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1977, σχετικά με διαδικασίες του άρθρου 85 της Συνθήκης EΟΚ (IV/171, 856, 172, 117, 28.173 - Campari) (GU 1978, L 70, σ. 69). Πιο πρόσφατα, η σύναψη συμφωνιών ελευθέρων συναλλαγών μεταξύ της Κοινότητας και τρίτων χωρών, συνοδευόμενη από την κατάργηση των δασμών και των λοιπών εμποδίων κατά τη διέλευση των συνόρων, ώθησε την Επιτροπή να απαιτήσει την κατάργηση, στις συμφωνίες διανομής, των απαγορεύσεων προς τους αντιπροσώπους να εξάγουν προς τις χώρες αυτές: βλ. την ανακοίνωση της Επιτροπής κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 3, του κανονισμού 17 (ΕΕ 1994, C 334, σ. 11) στην υπόθεση Chanel.
(14) - Βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση της Επιτροπής στην υπόθεση Grosfillex-Fillistorf, στην οποία η Επιτροπή δέχεται ότι είναι δυνατός ο εντοπισμός περιορισμού του ανταγωνισμού στην περίπτωση κατά την οποία οι τιμές που εφαρμόζει ο παραγωγός στην ελβετική αγορά είναι κατώτερες από αυτές που εφαρμόζει για την κοινή αγορά. Βλ. επίσης την προπαρατεθείσα απόφαση της Επιτροπής στην υπόθεση SABA και την απόφαση 75/94/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, σχετικά με διαδικασία του άρθρου 85 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας (IV/23 013 - Goodyear Italiana - Euram) (GU 1975, L 38, σ. 10), με την οποία η μεταπώληση στο έδαφος της Κοινότητας του επανεισαχθέντος προϋόντος κρίθηκε ελάχιστα πιθανή καθόσον «(...) δεν υπάρχουν (...) και δεν θα υπάρξουν, στο προσεχές μέλλον, τόσο μεγάλες διαφορές τιμών μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και των τρίτων χωρών ώστε να μπορούν να απορροφηθούν αυτές οι πρόσθετες δαπάνες». Βλ. επίσης την απόφαση 94/987/EΚ της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ (IV/32.948 και IV/34.590 - Tretorn κ.λπ.) (ΕΕ 1994, L 378, σ. 45), όσον αφορά τη σπουδαιότητα της διαφοράς τιμών για την εκτίμηση της πιθανότητας επανεξαγωγής από την τρίτη χώρα.
(15) - Βλ. την απόφαση της 13ης Ιουλίου 1966, 56/64 και 58/64, Consten και Grundig (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 363), καθώς και τις πιο πρόσφατες αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 14ης Ιουλίου 1994, T-77/92, Parker Pen κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. II-549, σκέψη 39), και της 14ης Μαου 1997, T-77/94, VGB κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. II-759, σκέψη 132).
(16) - Βλ., ως πλέον πρόσφατη, την απόφαση Ferriere Nord κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6.
(17) - Βλ. την απόφαση 70/332/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1970, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/24055 - Kodak) (GU 1970, L 147, σ. 24).
(18) - Βλ. την απόφαση 93/252/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 10ης Νοεμβρίου 1992, σχετικά με διαδικασία των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ (υποθέσεις IV/33.440 Warner Lambert/Gillette κ.λπ. και IV/33.486 BIC/Gillette κ.λπ.) (ΕΕ 1993, L 116, σ. 21).
(19) - Βλ. απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 1994, C-376/92, Cartier (Συλλογή 1994, σ. I-15, σκέψη 26).
(20) - Βλ. τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Cartier, προπαρατεθείσας στην προηγούμενη υποσημείωση, σημεία 21 και 22.
(21) - Βλ. την απόφαση Δηλιμίτης, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψεις 44 έως 46. Όσον αφορά, ειδικότερα, την ανάγκη συσταλτικής ερμηνείας, βλ. τις αποφάσεις της 22ας Απριλίου 1993, T-9/92, Peugeot κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. II-493, σκέψη 37), και της 24ης Οκτωβρίου 1995, C-266/93, Volkswagen και VAG Leasing (Συλλογή 1995, σ. I-3477, σκέψη 33).
(22) - Κανονισμός του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25).
(23) - Ως προς τη δυνατότητα του εθνικού δικαστηρίου να εφαρμόζει απευθείας τα άρθρα 85, παράγραφος 1, και 86 της Συνθήκης, βλ. τις αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 1974, 127/73, BRT και SABAM (Συλλογή τόμος 1974, σ. 35), και Δηλιμίτης, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψεις 45 έως 47. Όσον αφορά την αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής για την έκδοση αποφάσεων εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 3, βλ. τη δεύτερη από αυτές τις αποφάσεις, σκέψη 44. Η προπαρατεθείσα νομολογία «κωδικοποιήθηκε» με την ανακοίνωση σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ των Επιτροπής και των εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων για την εφαρμογή των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ (ΕΕ 1993, C 39, σ. 6).
(24) - Για τις συμφωνίες που είναι μεταγενέστερες της 13ης Μαρτίου 1962, οπότε άρχισε να ισχύει ο κανονισμός 17, η εξαίρεση εξαρτάται από την προηγούμενη κοινοποίηση, εξαιρουμένων των συμφωνιών που απαλλάσσονται της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, μεταξύ των οποίων ωστόσο δεν περιλαμβάνονται οι συναφθείσες μεταξύ της YSLP και της Javico συμφωνίες.
Full & Egal Universal Law Academy