Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Εισαγωγή
1 Το tribunal de travail de Bruxelles ζητεί εν προκειμένω από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τις μεταβατικές διατάξεις που περιλαμβάνονται στον τροποποιητικό κανονισμό του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (1) (στο εξής: κανονισμός 1408/71), όσον αφορά τον υπολογισμό της συντάξεως αναπηρίας.
Οι ασκούντες επιρροή κοινοτικοί κανόνες
2 Ο κανονισμός 1408/71 προβλέπει, μεταξύ άλλων, κανόνες σχετικά με τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των μισθωτών ή μη μισθωτών που είχαν διαδοχικώς υπαχθεί στη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών. Το άρθρο 46 καθόριζε τις σχετικές με τον υπολογισμό λεπτομέρειες όσον αφορά τη χορήγηση και εκκαθάριση των παροχών αυτών.
3 Ο κανονισμός 1408/71 τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1248/92 του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 1992 (2) (στο εξής: τροποποιητικός κανονισμός). Ο κανονισμός αυτός τροποποίησε, μεταξύ άλλων, το άρθρο 46 και, ως εκ τούτου, τον τρόπο υπολογισμού των παροχών συντάξεως. Εξάλλου, ο τροποποιητικός κανονισμός περιλαμβάνει την ακόλουθη μεταβατική διάταξη:
«Άρθρο 95α
Μεταβατικές διατάξεις για την εφαρμογή του [τροποποιητικού κανονισμού]
1. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1248/92 δεν δημιουργεί κανένα δικαίωμα για τις περιόδους πριν από την 1η Ιουνίου 1992.
2. Όλες οι περίοδοι ασφάλισης ή κατοικίας που συμπληρώθηκαν υπό τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους πριν από την 1η Ιουνίου 1992, λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων που γεννώνται σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1248/92.
3. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1, δικαίωμα γεννάται, δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1248/92, ακόμη και αν αναφέρεται σε ασφαλιστικό κίνδυνο που επήλθε πριν από την 1η Ιουνίου 1992.
4. Τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων, οι οποίοι επέτυχαν πριν από την 1η Ιουνίου 1992 την εκκαθάριση συντάξεως, δύνανται να αναθεωρούνται, κατόπιν αιτήσεώς τους, αφού ληφθούν υπόψη οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1248/92.
5. Αν η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 υποβληθεί εντός δύο ετών από την 1η Ιουνίου 1992, τα δικαιώματα που γεννώνται δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1248/92 αποκτώνται από την ημερομηνία αυτή, χωρίς να είναι δυνατόν να αντιτάσσονται στους ενδιαφερόμενους οι διατάξεις της νομοθεσίας κράτους μέλους περί εκπτώσεως ή παραγραφής δικαιωμάτων.
6. Αν η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 υποβληθεί μετά το τέλος της διετούς περιόδου από την 1η Ιουνίου 1992, τα δικαιώματα εκ των οποίων δεν εξέπεσε ο δικαιούχος ή τα οποία δεν παραγράφονται, αποκτώνται από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως, με την επιφύλαξη τυχόν ευνοϋκότερων διατάξεων της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους.»
Διαδικασία της κύριας δίκης και προδικαστικά ερωτήματα
4 Ο Salvatore Baldone κατέστη ανίκανος προς εργασία στο Βέλγιο, στις 4 Μαου 1970, και λαμβάνει, μετά τις 4 Μαου 1971, παροχή αναπηρίας. Προγενέστερα, υπήρξε, διαδοχικώς, ασφαλισμένος στην Ιταλία (169 εβδομάδες), στη Γερμανία (30 μήνες) και στο Βέλγιο (2 366 ημέρες).
5 Τα δικαιώματα του Baldone για παροχές εξετάστηκαν από την Ιταλική Δημοκρατία, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Βασίλειο του Βελγίου δυνάμει του άρθρου 40 του κανονισμού 1408/71 και εκκαθαρίστηκαν σύμφωνα με το άρθρο 46 του ίδιου κανονισμού. Το Institut national d'assurance maladie-invaliditι (στο εξής: ΙΝΑΜΙ) έλαβε απόφαση, στις 13 Σεπτεμβρίου 1985, σχετικά με το ποσό της βελγικής παροχής.
6 Την 1η Οκτωβρίου 1985 ο Baldone προσέβαλε ενώπιον του tribunal de travail de Bruxelles την απόφαση του ΙΝΑΜΙ, υποστηρίζοντας ότι το ποσό της παροχής δεν είχε υπολογιστεί ορθώς. Ωστόσο, το tribunal αυτό ανέστειλε τη σχετική διαδικασία έως ότου εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου σε ανάλογη υπόθεση. Με την απόφασή του της 18ης Φεβρουαρίου 1993 (3), το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι βελγικές αρχές δεν είχαν υπολογίσει ορθώς τις χορηγούμενες στους διακινούμενους εργαζομένους παροχές αναπηρίας.
7 Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, το ΙΝΑΜΙ ανεκάλεσε, στις 4 Μαου 1994, την αρχική του απόφαση και διόρθωσε, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, το ποσό της παροχής αναπηρίας του Baldone. Το αποτέλεσμα αυτού του νέου υπολογισμού, που έγινε σύμφωνα με τους μέχρι τότε ισχύοντες κανόνες του κανονισμού 1408/71, ήταν ευνοϋκό για τον Baldone σε σχέση με το προηγουμένως καταβαλλόμενο ποσό. Όμως, το ΙΝΑΜΙ δεν χορήγησε στον Baldone αυτή την επανεκτιμηθείσα παροχή παρά μόνο για τον χρόνο μέχρι τις 31 Μαου 1992. Για τον μετέπειτα της ημερομηνίας αυτής χρόνο, το ΙΝΑΜΙ χορήγησε στον Baldone παροχή υπολογισθείσα σύμφωνα με τους νέους κανόνες του τροποποιητικού κανονισμού.
8 Στις 30 Μαου 1994, ο Baldone προσφεύγει εκ νέου κατά του ΙΝΑΜΙ ενώπιον του tribunal de travail de Bruxelles. Εκτιμά ότι η απόφαση της 4ης Μαου 1994 δεν πρέπει να θεωρηθεί ως η πρώτη απόφαση περί παροχής συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, οπότε, δυνάμει του άρθρου 95α, παράγραφοι 4 έως 6, του τροποποιητικού κανονισμού, ο αρμόδιος φορέας δεν μπορεί να αναθεωρήσει αυτεπαγγέλτως, κατά τρόπο δυσμενή για τον ενδιαφερόμενο, μια παροχή συντάξεως. Αντιθέτως, το ΙΝΑΜΙ θεωρεί ότι η απόφαση της 4ης Μαου 1994 είναι η πρώτη ορθή περί καθορισμού των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του Baldone απόφαση, οπότε πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 95α, παράγραφοι 1 έως 3, του τροποποιητικού κανονισμού, να τύχουν εφαρμογής οι νέοι κανόνες υπολογισμού.
9 Κατόπιν τούτου, το tribunal de travail de Bruxelles αποφάσισε, με διάταξη της 5ης Σεπτεμβρίου 1996, να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει οι παράγραφοι 1 έως 3 του άρθρου 95α του κανονισμού 1408/71 το οποίο προστέθηκε με τον κανονισμό 1248/92 να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ένας φορέας κράτους μέλους οφείλει, όταν προβαίνει, μετά τις 31 Μαου 1992, στην εκκαθάριση των δικαιωμάτων αναπήρου στο πλαίσιο των κανονισμών, να εφαρμόσει, για την περίοδο που έληξε στις 31 Μαου 1992, τις διατάξεις του κανονισμού 1408/71 (μεταξύ άλλων το άρθρο 46) όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό 2001/83 και, για τον μετά την 1η Ιουνίου 1992 χρόνο, τις διατάξεις του κανονισμού 1408/71 όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1248/92;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, εφαρμόζονται, καθ' όμοιο τρόπο, οι σχετικές διατάξεις
α) όταν η εν λόγω απόφαση αποτελεί την πρώτη εκκαθάριση, από τον φορέα αυτό, των δικαιωμάτων του ασφαλισμένου στο πλαίσιο των κανονισμών,
β) όταν με την πρώτη απόφαση, που ελήφθη πριν από την 1η Ιουνίου 1992, δεν είχαν εκκαθαριστεί ορθώς τα δικαιώματα από πλευράς των κανονισμών, οπότε η απόφαση αυτή πρέπει να ανακληθεί και να αντικατασταθεί, ύστερα από την 1η Ιουνίου 1992, με διορθωτική απόφαση, πράγμα που σημαίνει ότι η τελευταία αυτή απόφαση είναι η πρώτη με την οποία εκκαθαρίζονται ορθώς τα δικαιώματα στο πλαίσιο των κανονισμών,
γ) όταν η πρώτη απόφαση που ελήφθη πριν από την 1η Ιουνίου 1992, και είναι κατά τα λοιπά ορθή, πρέπει να ανακληθεί και να αντικατασταθεί μετά την 1η Ιουνίου 1992 για τον λόγο ότι έτερος οικείος φορέας έχει λάβει διορθωτική απόφαση;
3) Σε περίπτωση που οι απαντήσεις στα δύο πρώτα ερωτήματα είναι καταφατικές, μπορεί η εκκαθάριση της παροχής κατά την 1η Ιουνίου 1992 να έχει ως συνέπεια τη μείωση της οφειλομένης παροχής σε σχέση με το ποσό που οφειλόταν στις 31 Μαου 1992 βάσει των ισχυουσών μέχρι την ημερομηνία εκείνη κανονιστικών διατάξεων, και τούτο εφόσον ο κανονισμός 1248/92 δεν τροποποίησε ούτε συμπλήρωσε τις διατάξεις των άρθρων 118 έως 119α του κανονισμού 574/72 (4) ώστε να τυγχάνουν αυτές εφαρμογής κατά την 1η Ιουνίου 1992;»
10 Στην πραγματικότητα, το εθνικό δικαστήριο ζητεί, μέσω των υποβληθέντων ερωτημάτων, να διαφωτιστεί σχετικά με τους κανόνες που ισχύουν για τον καθορισμό των δικαιωμάτων δικαιούχου συντάξεως αναπηρίας όταν ο ενδιαφερόμενος είχε μεν αποκτήσει, πριν από τις 31 Μαου 1992, δικαιώματα για σύνταξη αναπηρίας σύμφωνα με τους τότε ισχύοντες κανόνες του κανονισμού 1408/71, πλην όμως η απόφαση σχετικά με τη σύνταξη εκείνη αποτέλεσε το αντικείμενο διορθωτικής αποφάσεως, μετά τις 31 Μαου 1992, κατόπιν της διαπιστώσεως, από το Δικαστήριο του εσφαλμένου της αρχικής εκκαθαρίσεως.
Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
11 Ο Baldone ισχυρίζεται ότι, όταν ο αρμόδιος φορέας αναγκάζεται, λόγω λάθους στους υπολογισμούς το οποίο είχε αντίκτυπο στην εκκαθάριση μιας παροχής, να αναθεωρήσει, μετά την 1η Ιουνίου 1992, τα δικαιώματα για σύνταξη αναπηρίας που εργαζόμενος είχε προηγουμένως αποκτήσει βάσει των κανόνων του κανονισμού 1408/71, ο φορέας αυτός δεν μπορεί, για τον μετά την 1η Ιουνίου 1992 χρόνο, να μειώσει αυτεπαγγέλτως, βάσει των νέων κανόνων του τροποποιητικού κανονισμού, την προηγουμένως χορηγηθείσα παροχή.
12 Το ΙΝΑΜΙ και η Βελγική Κυβέρνηση επισημαίνουν ότι ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους υποχρεούται, όταν προβαίνει, μετά τις 31 Μαου 1992, στον καθορισμό των δικαιωμάτων δικαιούχου συντάξεως αναπηρίας, καθόσον αφορά τον μέχρι 31 Μαου χρόνο, να εφαρμόζει τις προηγουμένως ισχύσασες διατάξεις του κανονισμού 1408/71 και, καθόσον αφορά τον μετά την 1η Ιουνίου 1992 χρόνο, να εφαρμόζει τις νέες διατάξεις του τροποποιητικού κανονισμού. Τούτο συμβαίνει ακόμα και όταν η προηγουμένως ληφθείσα απόφαση ανακαλείται, μετά την 1η Ιουνίου 1992, και αντικαθίσταται από διορθωτική απόφαση.
13 Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι οι κανόνες του άρθρου 95α, παράγραφοι 1 έως 3, του τροποποιητικού κανονισμού δεν εφαρμόζονται επί παροχών που έχουν χορηγηθεί πριν από την 1η Ιουνίου 1992 και ότι ο κανόνας του άρθρου 95α, παράγραφος 4, έχει την έννοια ότι ο αρμόδιος φορέας δεν μπορεί να αναθεωρήσει αυτεπαγγέλτως τα αποκτηθέντα πριν από την ημερομηνία εκείνη δικαιώματα για παροχές.
Ανάλυση
14 Οι τρεις πρώτες παράγραφοι του άρθρου 95α του τροποποιητικού κανονισμού ορίζουν μεν ότι ο κανονισμός αυτός δεν γεννά κανένα δικαίωμα για παροχές όσον αφορά τον προ της θέσεώς του σε ισχύ χρόνο (παράγραφος 1), πλην όμως προβλέπουν ότι κατά τον προσδιορισμό του δικαιώματος για παροχές σύμφωνα με τις διατάξεις του τροποποιητικού κανονισμού πρέπει να λαμβάνονται υπόψη δικαιώματα που αποκτήθηκαν πριν από την ημερομηνία εκείνη, για περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας (παράγραφος 2) ή από επελθόντα ασφαλιστικό κίνδυνο (παράγραφος 3). Επομένως, οι κανόνες αυτοί αφορούν παροχές που πρέπει να χορηγηθούν, για πρώτη φορά, σε ημερομηνία μεταγενέστερη της θέσεως σε ισχύ του τροποποιητικού κανονισμού.
15 Αντιθέτως, οι διατάξεις του άρθρου 95α, παράγραφοι 4 έως 6, του τροποποιητικού κανονισμού αφορούν δικαιώματα που έχουν ήδη αποκτηθεί σε ημερομηνία προγενέστερη της θέσεως σε ισχύ του τροποποιητικού κανονισμού. Σύμφωνα με την παράγραφο 4, οι χορηγηθείσες δυνάμει των μέχρι τότε ισχυόντων κανόνων παροχές δεν επηρεάζονται από τους τροποποιηθέντες κανόνες, εκτός εάν οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι ζητήσουν την αναθεώρηση των χορηγουμένων σύμφωνα με τους προηγουμένως ισχύοντες κανόνες παροχών. Τέτοια αίτηση αναθεωρήσεως των ήδη χορηγουμένων παροχών πρέπει να υποβληθεί εντός προθεσμίας δύο ετών. Αν η αίτηση αναθεωρήσεως υποβληθεί ύστερα από την εκπνοή της προθεσμίας αυτής, η ημερομηνία της αιτήσεως είναι αυτή που χρησιμεύει εν προκειμένω ως αφετηρία, και τούτο υπό την επιφύλαξη ότι δεν έχει επέλθει παραγραφή ή έκπτωση από τα δικαιώματα (παράγραφοι 5 και 6) κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως.
16 Κατ' αυτόν τον τρόπο, το ζήτημα αν μια κατάσταση διέπεται από τις παραγράφους 1 έως 3 ή από τις παραγράφους 4 έως 6 του άρθρου 95α του τροποποιητικού κανονισμού εξαρτάται από τον χρόνο κατά τον οποίο οι αρχές κράτους μέλους αποφάνθηκαν σχετικά με την ύπαρξη ή μη δικαιώματος συνταξιοδοτήσεως πρώην εργαζομένου. Εάν η σχετική απόφαση ελήφθη πριν από τη θέση σε ισχύ του άρθρου 95α του τροποποιητικού κανονισμού, υπό την έννοια ότι ο ενδιαφερόμενος έχει τέτοιο δικαίωμα, τυγχάνουν εφαρμογής οι παράγραφοι 4 έως 6 του άρθρου 95α του τροποποιητικού κανονισμού. Συναφώς, πρέπει να θεωρηθεί ως άνευ σημασίας το γεγονός ότι οι αρχές του κράτους μέλους τροποποιούν, στη συνέχεια, επί τα βελτίω το περιεχόμενο αυτού του δικαιώματος για σύνταξη. Θα ήταν δυνατόν, π.χ., να υποτεθεί ότι οι αρχές κράτους μέλους διαπιστώνουν, πριν από τη θέση σε ισχύ του τροποποιητικού κανονισμού, ότι ένας πρώην εργαζόμενος δικαιούται συντάξεως, πλην όμως το ποσό αυτής αντιστοιχεί, κατά τον χρόνο εκείνο, σε μηδέν. Όμως, αν οι συνθήκες αλλάξουν στο μέλλον, η έκταση του δικαιώματος αυτού μπορεί επίσης να γνωρίσει διακυμάνσεις, εξυπακουομένου βεβαίως ότι το δικαίωμα για σύνταξη εξακολουθεί να υφίσταται.
17 Σύμφωνα με το άρθρο 95α, παράγραφος 4, του τροποποιητικού κανονισμού, ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να υποβάλει ο ίδιος αίτηση αναθεωρήσεως της προηγουμένως χορηγηθείσας παροχής ώστε να καταστεί δυνατόν οι νέοι κανόνες υπολογισμού του τροποποιητικού κανονισμού να εφαρμοστούν επί των παρασχεθέντων πριν από τη θέση σε εφαρμογή του τροποποιητικού κανονισμού δικαιωμάτων. Συναφώς, είναι πιθανόν ο νέος τρόπος υπολογισμού να συνεπάγεται είτε αύξηση είτε και μείωση της προηγουμένως καταβαλλομένης παροχής. Ασχέτως του αν προκύπτουν από το άρθρο 46 του κανονισμού 1408/71 ή από το άρθρο 46 του τροποποιητικού κανονισμού, οι κανόνες υπολογισμού των παροχών συντάξεως προς εργαζομένους έχοντες προηγουμένως εργαστεί σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη είναι λίαν περίπλοκοι. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατό να αναμένεται από τον ενδιαφερόμενο να είναι άριστος γνώστης αυτών των κανόνων και να γνωρίζει αν ο υπολογισμός που θα γίνει σύμφωνα με τους νέους κανόνες θα συνεπάγεται ευνοϋκό γι' αυτόν αποτέλεσμα. Επομένως, η γνώμη μου είναι ότι ο κάτοχος συνταξιοδοτικού δικαιώματος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να υποβάλει αίτηση αναθεωρήσεως υπό αίρεση, υπό την έννοια ότι ο ενδιαφερόμενος θα ζητήσει νέο καθορισμό της προηγουμένως καταβαλλομένης παροχής μόνον εφόσον το ποσό της βάσει των νέων κανόνων υπολογισμού παροχής θα είναι μεγαλύτερο.
18 Κατ' αυτόν τον τρόπο, από τις διατάξεις του άρθρου 95α προκύπτει ότι οι παράγραφοι 1 έως 3 αφορούν τα δικαίωματα που πρόκειται να παρασχεθούν μετά την 1η Ιουνίου 1992, ενώ οι παράγραφοι 4 έως 6 καλύπτουν τα παρασχεθέντα πριν από την 1η Ιουνίου 1992 δικαιώματα. Βάσει των χορηγηθέντων εν προκειμένω από το εθνικό δικαστήριο στοιχείων θεωρείται δεδομένο ότι στον Baldone αναγνωρίστηκε, με απόφαση του ΙΝΑΜΙ της 13ης Δεκεμβρίου 1985, δικαίωμα για σύνταξη, μόνο που ο υπολογισμός (το ποσό) ήταν εσφαλμένο. Αν δεν εκκρεμούσε το πρόβλημα σχετικά με την εκκαθάριση της βάσει των μέχρι τότε ισχυόντων κανόνων παροχής, αν δηλαδή η παροχή είχε εξ αρχής καθοριστεί ορθώς, οι βελγικές αρχές δεν θα είχαν πλέον την ευκαιρία να επανεξετάσουν τη χορηγηθείσα στον Baldone παροχή μετά την 1η Ιουνίου 1992, και τούτο εφόσον δεν υπήρξε καμιά αλλαγή στην κατάστασή του. Απλώς θα έπρεπε αυτός να εξακολουθήσει να λαμβάνει τη χορηγηθείσα σ' αυτόν παροχή. Ουδεμία αμφιβολία υφίσταται ότι σε μια τέτοια περίπτωση η κατάστασή του θα ενέπιπτε στις παραγράφους 4 έως 6 του άρθρου 95α.
19 Το ότι μεταγενέστερα - εννέα ολόκληρα έτη αφότου ο Baldone άσκησε προσφυγή σχετικά με τον υπολογισμό της παροχής συντάξεως -, μετά την 1η Ιουνίου 1992, ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του τροποποιητικού κανονισμού, οι βελγικές αρχές αναγνώρισαν ότι η αρχική εκκαθάριση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχαν παρασχεθεί στον ενδιαφερόμενο ήταν εσφαλμένη δεν μεταβάλλει, κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι τα δικαιώματα είχαν αποκτηθεί ήδη από το 1985. Η ληφθείσα από το ΙΝΑΜΙ στις 4 Μαου 1994 απόφαση είχε ως μόνη συνέπεια το ότι οι βελγικές αρχές θα χορηγούσαν στον Baldone παροχή συντάξεως υπολογιζόμενη σύμφωνα με αυτό που ο ενδιαφερόμενος πάντοτε δικαιούνταν βάσει του κοινοτικού δικαίου. Η απόφαση αυτή ουδόλως μετέβαλε το γεγονός ότι στον Baldone είχε αναγνωριστεί από το 1985 συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Το γεγονός ότι οι βελγικές αρχές είχαν αρχικώς υπολογίσει εσφαλμένως την παροχή και χρειάστηκε να παρέλθουν εννέα έτη για να διορθώσουν το λάθος τους δεν μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος του ενδιαφερομένου.
20 Επομένως, φρονώ ότι η υπό κρίση υπόθεση καλύπτεται από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 95α, παράγραφος 4, εφόσον η παροχή στον Baldone συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων ανατρέχει (και ορθώς) στον προ της 1ης Ιουνίου 1992 χρόνο. Όπως έχω ανωτέρω αναφέρει, μόνον ο δικαιούχος του συνταξιοδοτικού δικαιώματος μπορεί να ζητήσει, σε παρόμοια περίπτωση, αναθεώρηση των χορηγουμένων παροχών. Αντιθέτως, η διάταξη αυτή δεν παρέχει στην αρμόδια αρχή τη δυνατότητα να μειώσει αυτεπαγγέλτως παροχή που έχει ήδη χορηγηθεί βάσει των προηγουμένως ισχυόντων κανόνων.
21 Υπ' αυτή την έννοια, το Δικαστήριο, με την απόφασή του της 13ης Οκτωβρίου 1976 (5), στο πλαίσιο υποθέσεως σχετικής με την ερμηνεία του άρθρου 94, παράγραφος 5, του κανονισμού 1408/71, που ήταν πανομοιότυπο προς το άρθρο 95α, παράγραφος 4, αναγνώρισε ότι:
«οι μεταβατικές διατάξεις του κανονισμού, μεταξύ των οποίων και η προπαρατεθείσα παράγραφος, διαπνέονται από την αρχή ότι οι παροχές που έχουν χορηγηθεί βάσει προηγουμένως ισχυόντων κανόνων, και οι οποίες είναι ευνοϋκότερες από αυτές που προκύπτουν από τον νέο κανονισμό, δεν μειώνονται· [σκέψη 15]
σκοπός της διατάξεως είναι να παρασχεθεί στον ενδιαφερόμενο το δικαίωμα να ζητήσει την προς όφελός του αναθεώρηση παροχών που έχουν εκκαθαριστεί υπό το καθεστώς του παλαιού κανονισμού· [σκέψη 16]
Θα ήταν αντίθετο προς τον σκοπό αυτό να αναγνωριστεί στον αρμόδιο φορέα δικαίωμα αυτεπάγγελτης αναθεωρήσεως, σε βάρος του ενδιαφερομένου, τέτοιων παροχών· [σκέψη 17]
επομένως, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 94, παράγραφος 5, έχει την έννοια ότι ο αρμόδιος φορέας ενός κράτους μέλους δεν μπορεί να υποκατασταθεί στη θέση ασφαλισμένου για την αναθεώρηση των δικαιωμάτων που είχε αποκτήσει αυτός πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού» (σκέψη 18).
22 Για λόγους πληρότητας, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι οι διάδικοι έχουν μνημονεύσει, στο πλαίσιο της δίκης, το άρθρο 51 του κανονισμού 1408/71. Όμως, η γνώμη μου είναι ότι παρέλκει η λεπτομερής εξέταση της διατάξεως αυτής δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, δεν πρόκειται για τροποποίηση των βελγικών κανόνων σχετικά με τον καθορισμό ή την εκκαθάριση παροχών.
Πρόταση
23 Ενόψει των προηγουμένων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:
«Οι κανόνες του άρθρου 95α, παράγραφοι 1 έως 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1248/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι οι κανόνες αυτοί δεν έχουν εφαρμογή όταν το δικαίωμα για παροχή έχει αποκτηθεί πριν από τη θέση σε ισχύ του προπαρατεθέντος κανονισμού, και τούτο παρά το γεγονός ότι η σχετική απόφαση ανακλήθηκε μεταγενέστερα και αντικαταστάθηκε με άλλη απόφαση, προκειμένου να διορθωθεί ο εσφαλμένος υπολογισμός του ποσού των παροχών σύμφωνα με τους προηγουμένως ισχύοντες κανόνες.
Η αυτεπάγγελτη εκ μέρους των αρχών κράτους μέλους μείωση παροχών που είχαν χορηγηθεί πριν από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού αντίκειται προς τον κανόνα του άρθρου 95α, παράγραφος 4, του ίδιου αυτού κανονισμού.»
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ.73, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6).
(2) - ΕΕ L 136, σ. 7.
(3) - Υπόθεση C-193/92, Bogana (Συλλογή 1993, σ. Ι-755).
(4) - Το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται αναμφιβόλως στον κανονισμό (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 2001/83 (ΕΕ L 230, σ. 6).
(5) - Υπόθεση 32/76, Saieva (Συλλογή τόμος 1976, σ. 573).
Full & Egal Universal Law Academy