Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε στο Δικαστήριο, το Finanzgericht Hamburg ερωτά, αφενός, αν κανόνας κοινοτικού δικαίου, ο οποίος καθιστά δυνατό στον κοινοτικό νομοθέτη να τροποποιήσει την τελωνειακή ονοματολογία χωρίς να προβλέψει μεταβατικές διατάξεις, είναι σύμφωνος προς τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αφετέρου δε, ποιες είναι οι συνέπειες ενδεχομένου ασυμβάτου.
I - Οι συναφείς κοινοτικές διατάξεις
2 Ο όρος «δεσμευτική δασμολογική πληροφορία», στο επίκεντρο της παρούσας υποθέσεως, δηλώνει μια πληροφορία αφορώσα την κατάταξη εμπορευμάτων στο πλαίσιο της τελωνειακής ονοματολογίας (1), χορηγηθείσα από τις τελωνειακές αρχές και έχουσα ως αποτέλεσμα τη δέσμευση της διοικήσεως (2).
3 Το άρθρο 13 του κανονισμού του 1990 ορίζει τα εξής:
«Αν, κατόπιν της εκδόσεως:
- είτε κανονισμού τροποποιητικού της τελωνειακής ονοματολογίας,
- είτε κανονισμού ο οποίος καθορίζει ή επηρεάζει την κατάταξη εμπορεύματος στην τελωνειακή ονοματολογία,
μια προγενέστερη δεσμευτική πληροφορία αντίκειται στο ούτως διαμορφωμένο κοινοτικό δίκαιο, η πληροφορία αυτή παύει να ισχύει αφότου εφαρμόζεται ο εν λόγω κανονισμός.
Πάντως, σε περίπτωση κανονισμού - όπως αυτός που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση - στον οποίο υπάρχει ρητή πρόβλεψη, ο κάτοχος δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας δύναται να συνεχίσει να την επικαλείται κατά τη χρονική περίοδο που καθορίζεται στον εν λόγω κανονισμό, εφόσον έχει συνάψει σύμβαση κατά τα οριζόμενα στο κατωτέρω άρθρο 14, παράγραφος 3, στοιχείο αα ή ββ.» (3)
4 Το άρθρο 14, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού προβλέπει:
«3. Όταν πρόκειται για προϋόντα για τα οποία κατατίθεται πιστοποιητικό εισαγωγής, εξαγωγής ή προκαθορισμού κατά τη διεκπεραίωση των τελωνειακών διατυπώσεων, τη δεσμευτική δασμολογική πληροφορία η οποία παύει να ισχύει κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1 (4) μπορεί να την επικαλείται ο κάτοχός της καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος του εν λόγω πιστοποιητικού.
(...)
4. Η εφαρμογή, υπό τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 3, της κατατάξεως που εμφαίνεται στη δεσμευτική δασμολογική πληροφορία, δεν ισχύει παρά μόνον ως προς:
- τον καθορισμό των εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών,
- τον υπολογισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή και κάθε άλλου ποσού που χορηγείται κατά την εισαγωγή ή εξαγωγή στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής,
- τη χρησιμοποίηση των αδειών εισαγωγής ή εξαγωγής ή των πιστοποιητικών προκαθορισμού τα οποία κατατίθενται κατά τη διεκπεραίωση των διατυπώσεων για την αποδοχή της τελωνειακής διασάφησης για το συγκεκριμένο εμπόρευμα, εφόσον αυτές οι άδειες ή τα πιστοποιητικά χρησιμοποιήθηκαν βάσει της εν λόγω πληροφορίας.»
5 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (EΟΚ) 3798/91 του Συμβουλίου (5) τροποποίησε τη Συνδυασμένη Ονοματολογία που προσαρτάται στον κανονισμό 2658/87 (6) εγγράφοντας τον τροποποιημένο ορό γάλακτος, έως τότε υπαγόμενο στον κωδικό ΣΟ 0404 90, στον κωδικό ΣΟ 0404 10. Από την 1η Ιανουαρίου 1992, ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του τροποποιητικού κανονισμού, ο κωδικός ΣΟ 0404 10 καλύπτει τον ορό γάλακτος, τροποποιημένο ή μη.
6 Η τροποποίηση αυτή δεν συνοδεύτηκε από μεταβατικό καθεστώς.
II - Τα πραγματικά περιστατικά και η εθνική διαδικασία
7 Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά τη χορήγηση επιστροφής λόγω εξαγωγής για την εξαγωγή ορού γάλακτος σε σκόνη, μερικώς αποζαχαρωμένου, διατεθέντος στο εμπόριο με την ονομασία Anilac, την οποία η προσφεύγουσα της κύριας δίκης Lopex Export GmbH (στο εξής: Lopex) πραγματοποίησε στις 29 και 30 Ιουνίου 1992. Η εν λόγω επιστροφή ζητήθηκε στις 6 Ιουλίου 1992.
8 Η εξαγωγή πραγματοποιήθηκε βάσει αδείας εξαγωγής που χορηγήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1991, ίσχυε έως τις 30 Ιουνίου 1992 και συνοδευόταν από ένα πιστοποιητικό προκαθορισμού με ημερομηνία 20 Δεκεμβρίου 1991.
9 Με μια πρώτη δεσμευτική δασμολογική πληροφορία, χορηγηθείσα την 5η Δεκεμβρίου 1988 στους προμηθευτές της Lopex, οι τελωνειακές αρχές επιβεβαίωσαν ότι το συγκεκριμένο προϋόν έπρεπε να καταταγεί στη διάκριση 0404 90 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας. Λόγω κάποιου δισταγμού μεταξύ των διακρίσεων 90 και 10, οι τελωνειακές αρχές ανακάλεσαν την εν λόγω δασμολογική πληροφορία στις 30 Οκτωβρίου 1990.
10 Στις 14 Δεκεμβρίου 1990, ζήτησε η ίδια η Lopex τη χορήγηση δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας για το συγκεκριμένο προϋόν. Οι τελωνειακές αρχές χορήγησαν τη δασμολογική αυτή πληροφορία στις 5 Ιουνίου 1991, επιβεβαιώνοντας την κατάταξη στη διάκριση 0404 9013 0000 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας. Μόλις η Lopex έλαβε την πληροφορία αυτή, ζήτησε να διευκρινισθούν οι τελευταίες διακρίσεις. Οι τελωνειακές αρχές εξέδωσαν τότε, στις 26 Αυγούστου 1991, πρόσθετη δεσμευτική δασμολογική πληροφορία προκειμένου να επιβεβαιωθεί η κατάταξη στη διάκριση 0404 9013 1200. Με τις δύο αυτές δασμολογικές πληροφορίες, οι τελωνειακές αρχές απέκλεισαν ρητώς την κατάταξη στη διάκριση 0404 10 για τον λόγο ότι η σύνθεση του προϋόντος Anilac διέφερε ουσιαστικά από αυτήν του ορού γάλακτος.
11 Εντούτοις, με νέα δεσμευτική δασμολογική πληροφορία της 28ης Οκτωβρίου 1991, η οποία απαντά ρητώς στην από 14 Δεκεμβρίου 1990 αρχική αίτηση της προσφεύγουσας, η διοίκηση κατέταξε το προϋόν «σύμφωνα με τη σύνθεσή του» στη διάκριση 0404 10.
12 Κατόπιν της λήψεως της δασμολογικής αυτής πληροφορίας, η Lopex ζήτησε τη διατήρηση του κύρους της προγενέστερης κατατάξεως στον κωδικό 0404 9013 1200 έως τις 30 Απριλίου 1992. Κατόπιν σχετικής αλληλογραφίας μεταξύ της Lopex και των τελωνειακών αρχών, οι τελευταίες αποφάσισαν, στις 9 Δεκεμβρίου 1991, την προσωρινή διατήρηση του κύρους της δασμολογικής πληροφορίας για διάρκεια έξι μηνών μετά την ανάκλησή της.
13 Ο θεσπισθείς στις 19 Δεκεμβρίου 1991 κανονισμός 3798/91 προβλέπει ότι ο μη τροποποιημένος ορός γάλακτος θα υπάγεται στο εξής στη διάκριση 0404 10, αλλά δεν προβλέπει μεταβατικές ρυθμίσεις.
14 Στις 11 Αυγούστου 1992, το Hauptzollamt Hamburg-Jonas, καθού της κύριας δίκης, ανακοίνωσε την απόρριψη της αιτήσεως περί επιστροφής λόγω εξαγωγής που είχε υποβάλει η Lopex στις 6 Ιουλίου 1992. Αιτιολόγησε την άρνησή του λέγοντας ότι το Zolltechnische Prόfungs- und Lehranstalt (Ίδρυμα Ερευνών και Εκπαιδεύσεως επί της Δασμολογικής Τεχνικής) είχε κατατάξει το επίμαχο προϋόν στη διάκριση 0404 1011 0000 - που δεν παρέχει δικαίωμα επιστροφής λόγω εξαγωγής - και ότι η προηγουμένη δεσμευτική δασμολογική πληροφορία, η οποία περιείχε διαφορετική γνώμη, είχε παύσει να ισχύει στις 28 Απριλίου 1992.
15 Την 1η Σεπτεμβρίου 1992, η Lopex υπέβαλε ένσταση κατά της απορρίψεως της αιτήσεώς της περί επιστροφής λόγω εξαγωγής, στηριζομένη τόσο στη συνοδευομένη από το πιστοποιητικό προκαθορισμού άδεια εξαγωγής που της είχε χορηγηθεί και η οποία ίσχυε έως τις 30 Ιουνίου 1992 όσο και στη φερομένη ακυρότητα του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού του 1990, στο μέτρο που αυτό προβλέπει ότι μια δεσμευτική δασμολογική πληροφορία παύει να ισχύει άνευ μεταβατικής περιόδου.
16 Το καθού της κύριας δίκης απέρριψε την ένσταση αυτή στηριζόμενο στην τροποποίηση της τελωνειακής ονοματολογίας, που πραγματοποιήθηκε με τον κανονισμό του 1991, και στο άρθρο 13, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού του 1990.
17 Κατόπιν αυτού, η Lopex άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht Hamburg επιδιώκουσα να λάβει επιστροφή λόγω εξαγωγής ύψους 889 880,04 γερμανικών μάρκων (DM), σύμφωνα προς την από 6 Ιουλίου 1992 αίτησή της. Στο πλαίσιο της προσφυγής αυτής υποστήριξε ότι το άρθρο 13, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού του 1990 είναι ασύμβατο προς την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου, εφόσον ορίζει ότι η έκδοση κανονισμού περί τροποποιήσεως της τελωνειακής ονοματολογίας συνεπάγεται την ακυρότητα προγενέστερης δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας χωρίς να προβλέπει μεταβατικές ρυθμίσεις κατά την έννοια του άρθρου 14, παράγραφος 3, του ιδίου κανονισμού. Η Lopex ισχυρίστηκε συναφώς ότι, έχοντας παράσχει εμπιστοσύνη στη χορηγηθείσα στις 28 Αυγούστου 1991 δασμολογική πληροφορία (7), σύναψε συμβάσεις που δεν μπορούσαν να ακυρωθούν και ότι άμεση τροποποίηση του δικαιώματός της για επιστροφή συνεπάγεται, επομένως, σημαντική εμπορική ζημία.
III - Τα προδικαστικά ερωτήματα
18 Διαπιστώνοντας ότι το εξαγόμενο από τη Lopex προϋόν Anilac έπρεπε να κατατάσσεται, από την 1η Ιανουαρίου 1992, στη διάκριση 0404 10 η οποία, αντίθετα προς τη διάκριση 0404 90, δεν παρέχει δικαίωμα επιστροφής λόγω εξαγωγής και ότι, μετά την ημερομηνία αυτή, η Lopex δεν μπορούσε να επικαλείται δικαίωμα επιστροφής παρά μόνον αν η προηγουμένως χορηγηθείσα δεσμευτική δασμολογική πληροφορία εξακολουθούσε να ισχύει, το Finanzgericht Hamburg αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία έως ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί των ακολούθων προδικαστικών ερωτημάτων:
«1) Συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, υπό το πρίσμα των αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου, το άρθρο 13, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1715/90, καθόσον ορίζει ότι μια δεσμευτική δασμολογική πληροφορία παύει αμέσως να ισχύει μετά την έκδοση κανονισμού περί τροποποιήσεως της τελωνειακής ονοματολογίας, χωρίς να προβλέπει μεταβατική ρύθμιση;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, ποιες είναι οι σχετικές συνέπειες, ιδίως στην περίπτωση κατά την οποία χορηγήθηκε δεσμευτική δασμολογική πληροφορία αποκλίνουσα από την τροποποιηθείσα ονοματολογία και/ή υφίσταται άδεια εξαγωγής με πιστοποιητικό προκαθορισμού ισχύος ακόμη έξι μηνών;
Πρέπει η απόφαση για την προσωρινή διατήρηση του κύρους της δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας να εκτιμάται ως προς τις αναπτυχθείσες γενικώς προϋποθέσεις για την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης; ειδικότερα, προϋποθέτει μια υπό την έννοια αυτή απόφαση, έναντι του κοινοτικού συμφέροντος, εμπιστοσύνη του εξαγωγέα άξια προστασίας; Ισχύουν τα ίδια όσον αφορά το άρθρο 14, παράγραφος 4, τρίτη περίπτωση, του προπαρατεθέντος κανονισμού, καθόσον αυτό προβλέπει ότι το πιστοποιητικό προκαθορισμού πρέπει να χορηγείται "βάσει της εν λόγω πληροφορίας";»
IV - Επί του πρώτου ερωτήματος
19 Πριν να εξετάσουμε το κύρος του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού του 1990, όπως το αιτούν δικαστήριο μας ζητεί να πράξουμε, επισημαίνουμε ότι ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε με τον προπαρατεθέντα κανονισμό 2913/92, (στο εξής: κώδικας).
20 Ένα από τα νέα στοιχεία που εισήγαγε το άρθρο 12, παράγραφοι 5 και 6, του κώδικα (8), του οποίου οι διατάξεις αντικατέστησαν εκείνες του άρθρου 13 του κανονισμού του 1990, περιλαμβάνεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 6, το οποίο καθιστά δυνατό στον κοινοτικό νομοθέτη να προβλέπει μεταβατική περίοδο παρατάσεως του κύρους δασμολογικής πληροφορίας η οποία δεν είναι σύμφωνη με τροποποιητικό κανονισμό.
21 Εντούτοις, τα υποβληθέντα από το αιτούν δικαστήριο ερωτήματα εξακολουθούν να είναι επίκαιρα, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται μόνο για απλή ευχέρεια που παρέχεται στον νομοθέτη. Επομένως, δεν μπορεί να αποκλειστεί, κατά την έκδοση κανονισμού άμεσης εφαρμογής, η αμφισβήτηση της νομιμότητας του άρθρου 12 του κώδικα έναντι των ανωτέρω αρχών, με όρους παρόμοιους με αυτούς της παρούσας υποθέσεως, ώστε η εκτίμηση του Δικαστηρίου ως προς το κύρος του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού του 1990 θα μπορεί να ισχύει, κατά πάσα πιθανότητα, για τις αντίστοιχες διατάξεις του κώδικα, λαμβανομένης υπόψη της ομοιότητας των δύο κειμένων. Ας προστεθεί, και αυτό είναι ουσιώδες, ότι η διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί το εθνικό δικαστήριο είναι προγενέστερη της 1ης Ιανουαρίου 1994, δηλαδή της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του κώδικα (9).
Η προβλεπομένη από το άρθρο 13 διάκριση
22 Μπορεί να φανεί παράδοξο ότι το κύρος κειμένου που έχει ως σκοπό να «εξασφαλιστεί μια ορισμένη ασφάλεια δικαίου στους συναλλασσομένους κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους (...)» (10) αμφισβητείται, ακριβώς, βάσει των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου.
23 Το άρθρο 13 του κανονισμού του 1990 διακρίνει δύο ρυθμίσεις όσον αφορά τον χρόνο εφαρμογής των κανονισμών σχετικά με την τελωνειακή ονοματολογία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο κοινοτικός νομοθέτης μπορεί να διατηρήσει για ορισμένη χρονική περίοδο το κύρος δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας που κατέστη ασύμβατη προς τους νέους κανόνες, ενώ, σε άλλες περιπτώσεις, δεν προβλέπονται μεταβατικές διατάξεις.
24 Οι διαφορετικές ρυθμίσεις εφαρμογής αντιστοιχούν με την παραδοσιακή διάκριση των τροποποιητικών κανονισμών από τους κανονισμούς κατατάξεως, η οποία προκύπτει από τον κανονισμό 2658/87.
25 Υπενθυμίζεται ότι, εκτός της εξουσίας του για την τροποποίηση της τελωνειακής ονοματολογίας, ο κοινοτικός νομοθέτης, ειδικότερα η Επιτροπή, διαθέτει την ευχέρεια διευκρινίσεως του περιεχομένου των δασμολογικών κλάσεων που λαμβάνονται υπόψη για την κατάταξη συγκεκριμένου εμπορεύματος (11).
26 Δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, του κανονισμού του 1990, οι εν λόγω κανονισμοί κατατάξεως μπορούν να συνοδεύονται από μεταβατικές διατάξεις (12), πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει στην περίπτωση των κανονισμών περί τροποποιήσεως της τελωνειακής ονοματολογίας (13).
27 Ο κανονισμός του 1991 υπάγεται αναμφίβολα στην τελευταία αυτή κατηγορία εφόσον κατατάσσει στο εξής τον τροποποιημένο ορό γάλακτος στον κωδικό ΣΟ 0404 10. Επομένως, το Hauptzollamt Hamburg-Jonas έκρινε ότι η δεσμευτική δασμολογική πληροφορία, επειδή χορηγήθηκε πριν από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του κανονισμού, έπαυσε από το χρονικό αυτό σημείο να ισχύει.
28 Η Lopex εκθέτει ότι, δεδομένου ότι είχε λάβει την άδεια να επικαλείται τη δεσμευτική δασμολογική πληροφορία για μεταβατική περίοδο έξι μηνών, η εμπιστοσύνη της επλήγη με την εφαρμογή του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού του 1990.
Η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
29 Η χορηγηθείσα στη Lopex απόφαση περί διατηρήσεως του κύρους της ανακληθείσας στις 28 Οκτωβρίου 1991 δασμολογικής πληροφορίας, καθώς και η χορήγηση στις 20 Δεκεμβρίου 1991 πιστοποιητικού προκαθορισμού, και η χορήγηση αδείας εξαγωγής στις 31 Δεκεμβρίου 1991, μετά τη δημοσίευση του κανονισμού του 1991, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την εμπιστοσύνης της Lopex στο δικαίωμα να τύχει επιστροφής λόγω εξαγωγής.
30 Πάντως, το βάσιμο της προβαλλομένης εμπιστοσύνης αποδεικνύεται αμφίβολο όταν καθορίζεται το ακριβές περιεχόμενο των δύο κανονισμών καθώς και του άρθρου 13 του κανονισμού του 1990, και χρονολογείται η διαφορά με ακρίβεια.
31 Προς τον σκοπό αυτό, είναι αναγκαίο να υπομνησθεί το νόημα και το περιεχόμενο των αρχών του κοινοτικού δικαίου ως προς τις οποίες το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί να διαφωτισθεί.
32 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, θεωρουμένη ως θεμελιώδης αρχή της Κοινότητας (14), δεν κλονίζεται οσάκις οι επιχειρηματίες είναι σε θέση να προβλέψουν τις τροποποιήσεις της ρυθμίσεως που μπορούν να βλάψουν τα συμφέροντά τους. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, δυνάμει των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, «(...) η κοινοτική νομοθεσία [έπρεπε] να είναι σαφής και να μπορεί να προβλεφθεί από τους πολίτες» (15). Αυτοί μπορούν ακόμη λιγότερο να προβάλλουν κεκτημένα δικαιώματα καθόσον έχουν τύχει σαφούς πληροφορίας ως προς τις προοπτικές εξελίξεως του νομικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται η δραστηριότητά τους.
33 Έχει σημασία, επίσης, ο κοινοτικός νομοθέτης να μπορεί να ασκεί τις κανονιστικές αρμοδιότητές του, πράγμα το οποίο προϋποθέτει ότι είναι ελεύθερος να τροποποιεί την υπάρχουσα ρύθμιση.
34 Με την απόφαση της 13ης Μαρτίου 1997, Eridania Beghin-Say, το Δικαστήριο ανεγνώρισε στο Συμβούλιο αρκετά ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως κατά την άσκηση των εξουσιών του όσον αφορά την τροποποίηση της τελωνειακής ονοματολογίας (16).
35 Το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί επί του κύρους, έναντι των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου, ενός κανονισμού που εξαρτούσε τη δυνατότητα προσφυγής στο σύστημα της ενεργητικής τελειοποιήσεως με συμψηφισμό στο ισοδύναμο από την προϋπόθεση να υπάγονται τα ισοδύναμα εμπορεύματα στην ίδια διάκριση του Κοινού Δασμολογίου με τα εμπορεύματα εισαγωγής. Όμως, τα δύο προϋόντα που αφορούσε ο συμψηφισμός στο ισοδύναμο - η ζάχαρη από ζαχαροκάλαμο και η ζάχαρη από τεύτλα - βρέθηκαν, σε διάστημα ολίγων ετών, στην ίδια δασμολογική διάκριση, στη συνέχεια σε διαφορετικές διακρίσεις, πριν να υπαχθούν εκ νέου στην ίδια δασμολογική διάκριση. Ο επιχειρηματίας είχε δει τις υποχρεώσεις έναντι των τελωνειακών αρχών να αλλάζουν ανάλογα με το πεδίο εφαρμογής του συστήματος της ενεργητικής τελειοποιήσεως, το οποίο κάλυπτε ή δεν κάλυπτε τα οικεία προϋόντα ανάλογα με τις τροποποιήσεις της δασμολογικής ονοματολογίας.
36 Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το κείμενο του οποίου το κύρος είχε αμφισβητηθεί εξαρτούσε «(...) την έκταση εφαρμογής του συστήματος [συμψηφισμού στο ισοδύναμο] από κριτήριο το οποίο εντάσσεται σε ρύθμιση διαφορετική από τη σχετική με την ενεργητική τελειοποίηση και του οποίου το περιεχόμενο μπορεί να ποικίλλει, ιδίως ανάλογα με τις περιοδικές τροποποιήσεις της δασμολογικής ονοματολογίας» (17). Το Δικαστήριο συνήγαγε, επομένως, ότι «η μόνη νόμιμη προσδοκία που θα μπορούσε να τρέφει [ο επιχειρηματίας] (...) θα ήταν ότι μπορεί να προσφύγει στον συμψηφισμό στο ισοδύναμο, όταν τα οικεία εμπορεύματα υπάγονται, σύμφωνα με την ισχύουσα κατά τον χρόνο του συμψηφισμού ονοματολογία, στην ίδια διάκριση» (18).
37 Η απόφαση Eridania Beghin-Say επιτρέπει να διακρίνεται καλύτερα το περιθώριο χειρισμού, που το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να αναγνωρίζεται στο Συμβούλιο όσον αφορά την τροποποίηση της Συνδυασμένης Ονοματολογίας. Επομένως, το Δικαστήριο έκρινε, εμμέσως πλην σαφώς, ότι ένας επιχειρηματίας δεν μπορεί να στηρίζει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του στη διατήρηση δασμολογικής διακρίσεως, δεδομένου ότι η ονοματολογία, αν μπορεί να λεχθεί, έχει μεταβλητό χαρακτήρα, οφειλόμενο στην αναγκαία προσαρμοστικότητά της προς την οικονομική πραγματικότητα.
38 Εντούτοις, τα ερωτήματα στα οποία ανάγεται η απόφαση αυτή δεν αφορούσαν την αναγκαιότητα προβλέψεως μεταβατικών διατάξεων οι οποίες, κατά τη Lopex, όφειλαν να συμπληρώνουν τους τροποποιητικούς κανονισμούς της τελωνειακής ονοματολογίας.
39 Γνωρίζοντας ότι η δασμολογική ονοματολογία πρέπει να μπορεί να τροποποιείται κατά τρόπο απλό και ταχύ, πρέπει να καθοριστούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένας επιχειρηματίας όπως η Lopex μπορεί να θεωρηθεί ως διαθέτων το δικαίωμα να επικαλείται την επίδικη δασμολογική πληροφορία και, επομένως, να τύχει της ρυθμίσεως που είχε εφαρμογή πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού του 1991.
40 Σστο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, η εφαρμογή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προϋποθέτει πράγματι ότι έχει δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν η Lopex μπορεί να επικαλείται κεκτημένα δικαιώματα ή, τουλάχιστον, «βάσιμες προσδοκίες», για να επαναλάβουμε τη χρησιμοποιηθείσα από το Δικαστήριο διατύπωση (19), που μπορούν να της παρέχουν δικαίωμα για τη διατήρηση της δασμολογικής πληροφορίας που επικαλείται προς στήριξη της αιτήσεώς της.
41 Ας υπενθυμίσουμε ότι η Lopex έτυχε της προσωρινής διατηρήσεως της ισχύος της δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας για έξι μήνες μετά την ανάκλησή της, και ότι της χορηγήθηκε πιστοποιητικό προκαθορισμού οκτώ ημέρες πριν από τη δημοσίευση του κανονισμού του 1991. Η ένσταση κατά της απορρίψεως της αιτήσεώς της περί επιστροφής επίσης απορρίφθηκε λόγω, κυρίως, της τροποποιήσεως της τελωνειακής ονοματολογίας από το τελευταίο αυτό κείμενο (20).
42 Επομένως, η προβαλλομένη από τη Lopex ζημία δεν απορρέει άμεσα από τον κανονισμό του 1990, του οποίου το άρθρο 13 αποτελεί αντικείμενο του παρόντος προδικαστικού ερωτήματος, αλλά μάλλον από τον κανονισμό του 1991, ακόμη και αν η έλλειψη μεταβατικής ρυθμίσεως αποτελεί την αυστηρή εφαρμογή του πρώτου κανονισμού.
43 Όμως - το σημείο δε αυτό μου φαίνεται καθοριστικό - ακόμη και αν τα στοιχεία που διαθέτουμε δεν μας επιτρέπουν να σκεφθούμε ότι η Lopex ήταν ενήμερη του επικειμένου κανονισμού του 1991, πρέπει να τονισθεί ότι ο κανονισμός του 1990 είχε δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων της 26ης Ιουνίου 1990 και κατέστη εφαρμοστέος την 1η Ιανουαρίου 1991 (21). Επομένως, διαπιστώνεται κατ' ανάγκην ότι, εξαιρέσει της χορηγήσεως μιας πρώτης δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας προς τους προμηθευτές της Lopex, όλα τα στάδια που διέτρεξε η Lopex για την πραγματοποίηση των επίδικων εξαγωγών εξελίχθηκαν στο πλαίσιο κοινοτικής νομοθεσίας προβλέπουσας ότι το κύρος δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας μπορούσε να αμφισβητηθεί, χωρίς να προηγηθούν μεταβατικές διατάξεις, με την άμεση εφαρμογή κανονισμού περί τροποποιήσεως της τελωνειακής ονοματολογίας.
44 Ο κανονισμός του 1990, όντας ένας τέτοιος κανονισμός, δεν βλάπτει τα συμφέροντα των επιχειρηματιών εφόσον, ορίζοντας για το μέλλον, καθορίζει κανόνες εφαρμοστέους σε κανονισμούς που δεν υφίστανται ακόμη κατά την ημερομηνία της δημοσιεύσεώς του. Ενόσω οι κανονισμοί αυτοί δεν εκδίδονται, το εφαρμοστέο δίκαιο στις τρέχουσες εμπορικές συναλλαγές δεν τροποποιείται ουδόλως. Επιπλέον, ο κανόνας που αναγγέλλει την απουσία μεταβατικής ρυθμίσεως στους τροποποιητικούς κανονισμούς της τελωνειακής ονοματολογίας ενημερώνει τους επιχειρηματίες για τον διαρκή κίνδυνο της τροποποιήσεως της ονοματολογίας.
45 Το άρθρο 13 του κανονισμού του 1990 εξασφαλίζει με τον τρόπο αυτό τη δυνατότητα προβλέψεως, αν όχι των κανονιστικών τροποποιήσεων που πρόκειται να επέλθουν, τουλάχιστον των προϋποθέσεων υπό τις οποίες αυτές θα επέλθουν, Η εν λόγω δυνατότητα προβλέψεως μου φαίνεται ότι είναι αντίθετη προς τη διατήρηση εκ μέρους των επιχειρηματιών εμπιστοσύνης όχι μόνο στη μονιμότητα δεδομένης κοινοτικής νομοθεσίας αλλά επίσης στην προοπτική μεταβατικών διατάξεων όσον αφορά την έναρξη της ισχύος των εν λόγω τροποποιήσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να διατηρήσουν τα δικαιώματά τους ή τις προσδοκίες τους (22).
46 Θεωρώ, επομένως, ότι η εφαρμογή του άρθρου 13, όταν η Lopex αρχίζει τις εξαγωγές της, απαγορεύει στην τελευταία να επικαλείται «(...) τις διοικητικές πράξεις που απονέμουν δικαιώματα (...) που μπορούν να δημιουργήσουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη» ή να προβάλλει «πραγματικές καταστάσεις ήδη διαμορφωθείσες, κατ' ουσίαν, κατά τον χρόνο της ενάρξεως της ισχύος μιας νέας κανονιστικής ρυθμίσεως», οι οποίες έπρεπε να εξακολουθήσουν να διέπονται από το προηγουμένως ισχύον δίκαιο (23).
47 Μια δεσμευτική δασμολογική πληροφορία, η οποία δεσμεύει τη διοίκηση μόνον ως προς την κατάταξη εμπορεύματος στην τελωνειακή ονοματολογία (24), δεν μπορεί πράγματι να είναι δημιουργός κεκτημένων δικαιωμάτων δυναμένων να αντιταχθούν στον νομοθέτη αν η πληροφορία αυτή χορηγήθηκε ενώ υπάρχει κείμενο το οποίο καθιστά δυνατές τις τροποποιήσεις της ονοματολογίας χωρίς να μεσολαβεί μεταβατική περίοδος.
48 Ομοίως, δεν μου φαίνεται βάσιμη η επίκληση της αποφάσεως του Δικαστηρίου CNTA κατά Επιτροπής (25) προκειμένου να αιτιολογηθεί η ύπαρξη δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που προκλήθηκε από «σχετικές με συναλλαγές υποχρεώσεις που έχει αμετάκλητα αναλάβει [διότι έλαβε] πιστοποιητικά για εξαγωγές συνεπαγόμενα προκαθορισμό του ποσού της επιστροφής (...)» (26). Αυτό θα σήμαινε, στην πραγματικότητα, ότι δεν θα ληφθούν υπόψη τα άλλα στοιχεία της εν λόγω αποφάσεως, η οποία ορίζει ότι η τοιουτοτρόπως χαρακτηριζομένη εμπιστοσύνη συνιστά εγγύηση κατά οποιασδήποτε «απρόβλεπτης μεταβολής» της νομοθεσίας (27). Αυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση της συναφούς με την παρούσα υπόθεση κανονιστικής ρυθμίσεως εφόσον, όπως είδαμε, η τελωνειακή ονοματολογία αποτελεί μεταβλητό κανόνα, του οποίου οι τροποποιήσεις διατυπώνονται ως απαλλαγμένες από οποιαδήποτε μεταβατική ρύθμιση.
49 Επιπλέον, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ένας επιχειρηματίας μπορεί να επικαλείται την άγνοιά του όσον αφορά το περιεχόμενο της εφαρμοστέας κανονιστικής ρυθμίσεως, ακόμη και αν αυτή αρκείται στον καθορισμό των κανόνων που διέπουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής μελλοντικών κανονιστικών ρυθμίσεων. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, από την ημερομηνία της δημοσιεύσεώς τους, οι κοινοτικές διατάξεις αποτελούν το μόνο θετικό στον τομέα αυτό δίκαιο και ότι άγνοια του δικαίου αυτού δεν δικαιολογείται (28), ανεξαρτήτως του περιεχομένου των διατυπουμένων κανόνων.
50 Επιπλέον, οι δισταγμοί των τελωνειακών αρχών ως προς την κατάταξη του προϋόντος της Lopex, εκδηλούμενοι με διαδοχικές δεσμευτικές δασμολογικές πληροφορίες που το κατέτασσαν σε διαφορετικές διακρίσεις, έπρεπε να έχουν ειδοποιήσει τη Lopex για τους κινδύνους τροποποιήσεων της ονοματολογίας και να την έχουν ωθήσει να ενημερωθεί επί των πιθανοτήτων μεταβολής της δασμολογικής κατατάξεως, καθώς και επί των λεπτομερειών σύμφωνα με τις οποίες μια τέτοια μεταβολή θα μπορούσε να επέλθει.
51 Κατ' άλλη διατύπωση, η Lopex, από τις 26 Ιουνίου 1990, δεν μπορούσε να αγνοεί ότι, από την 1η Ιανουαρίου 1991, όλες οι συμβάσεις που παρείχαν δικαίωμα για την καταβολή επιστροφής λόγω εξαγωγής ήταν εκτεθειμένες σε μεταβολή δασμολογικής κατατάξεως, εφαρμοστέας, άνευ μεταβατικών μέτρων, στις τρέχουσες συναλλαγές και δυναμένης να θέσει υπό αμφισβήτηση την αναμενομένη επιστροφή.
52 Είναι αληθές ότι ένας τόσο απαιτητικός κανόνας επιβάλλεται μόνον αν η οικεία διάταξη είναι σύμφωνη προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου.
Η αρχή της ασφάλειας δικαίου
53 Η ασφάλεια δικαίου, όπως και η τήρηση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, συνιστά θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου (29). Το Δικαστήριο έκρινε ότι η αρχή αυτή «απαιτεί να είναι σαφής και ακριβής η ρύθμιση που επιβάλλει βάρη στον φορολογούμενο για να δύναται να γνωρίζει σαφώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του και κατά συνέπεια να λαμβάνει τα μέτρα του» (30). Αυτό που ισχύει για μια κανονιστική ρύθμιση η οποία επιβάλλει βάρη σε φορολογούμενο μου φαίνεται ότι ισχύει και για ένα κείμενο που καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες πρέπει να τροποποιούνται οι κανονιστικές ρυθμίσεις που παρέχουν πλεονεκτήματα σε ορισμένους επιχειρηματίες.
54 Το άρθρο 13 του κανονισμού του 1990 προβλέπει μια ρύθμιση, ιδία των κανονισμών που τροποποιούν την τελωνειακή ονοματολογία, της οποίας το περιεχόμενο και το πεδίο εφαρμογής δεν είναι αμφίβολα. Αφού διατυπώνει, στο πρώτο εδάφιο, τον κανόνα σύμφωνα με τον οποίο μια δεσμευτική δασμολογική πληροφορία ασύμβατη προς ένα κανονισμό σχετικά με την ονοματολογία παύει να ισχύει από την εφαρμογή αυτού, διακρίνει, στο δεύτερο εδάφιο, τους τροποποιητικούς κανονισμούς από τους κανονισμούς κατατάξεως επιφυλάσσοντας στους τελευταίους τη δυνατότητα να προβλέπουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ότι μια τέτοια πληροφορία μπορεί να παράγει αποτελέσματα, για ορισμένη χρονική περίοδο, παρόλον ότι υφίσταται η νέα κανονιστική ρύθμιση. Όπως είδαμε, ο κανονισμός του 1990 καθορίζει την ημερομηνία εφαρμογής του την 1η Ιανουαρίου 1991.
55 Η ασφάλεια δικαίου μου φαίνεται επίσης ότι τηρείται λόγω του ότι ο κανονισμός του 1990 διακρίνει σαφώς το άρθρο 13, εφαρμοστέο μόνο στους κανονισμούς, από τις διατάξεις οι οποίες, όπως το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού του 1990, προβλέπουν την παράταση των αποτελεσμάτων δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας της οποίας το κύρος τίθεται υπό αμφισβήτηση με άλλες νομικές πράξεις.
56 Η μεταβατική ρύθμιση διαφέρει ανάλογα με το αν πρόκειται για προϋόντα για τα οποία προσκομίζεται άδεια εισαγωγής, εξαγωγής ή πιστοποιητικό προκαθορισμού κατά τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, ή για προϋόντα μη συνοδευόμενα από ένα των εγγράφων αυτών.
57 Εντούτοις, και στις δύο περιπτώσεις, το κείμενο αναφέρεται ρητώς στην παράγραφο 1 του άρθρου 14, το οποίο εφαρμόζεται στις δασμολογικές πληροφορίες που κατέστησαν «ασυμβίβαστ[-ες] με την ερμηνεία της τελωνειακής ονοματολογίας (...)» (31), πράγμα το οποίο αποκλείει ρητώς δυνατότητες παρατάσεως του κύρους των πληροφοριών που δεν είναι σύμφωνες προς τους κανονισμούς και, κατά μείζονα λόγο, προς τους τροποποιητικούς κανονισμούς της τελωνειακής ονοματολογίας. Επομένως, ο διατυπωθείς κανόνας δεν δημιουργεί καμία σύγχυση.
58 Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι διατάξεις των άρθρων 13 και 14 του κανονισμού του 1990 είναι επαρκώς σαφείς και ακριβείς ώστε να καθίσταται δυνατό σε έναν σώφρονα και συνετό επιχειρηματία, που ενδιαφέρεται να ενημερωθεί επί των νομίμων προϋποθέσεων των εμπορικών συναλλαγών που σκέπτεται να πραγματοποιήσει, να λαμβάνει υπόψη το ενδεχόμενο μιας μεταβολής κατατάξεως λαμβάνοντας όλες τις προφυλάξεις που θα του φανούν χρήσιμες κατά την υπογραφή των συμβάσεων με τους αντισυμβαλλομένους του.
59 Επομένως, δεν θεωρώ ότι πρέπει να επανεξετασθεί το κύρος του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού του 1990. Συνεπώς, το δεύτερο ερώτημα δεν χρήζει απαντήσεως.
Πρόταση
60 Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα ως εξής:
«Από την εξέταση του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού (EΟΚ) 1715/90 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1990, περί των πληροφοριών οι οποίες παρέχονται από τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών σχετικά με την κατάταξη των εμπορευμάτων στην τελωνειακή ονοματολογία, ως προς τις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου, δεν προέκυψε η ύπαρξη στοιχείων δυναμένων να θίξουν το κύρος του.»
(1) - Το άρθρο 20, παράγραφος 6, του κανονισμού (EΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, ορίζει τη δασμολογική κατάταξη εμπορεύματος ως τον καθορισμό της διακρίσεως της Συνδυασμένης Ονοματολογίας στην οποία πρέπει να καταταγεί ένα εμπόρευμα (ΕΕ L 302, σ. 1).
(2) - Τρίτη και πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (EΟΚ) 1715/90 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1990, περί των πληροφοριών οι οποίες παρέχονται από τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών σχετικά με την κατάταξη των εμπορευμάτων στην τελωνειακή ονοματολογία (ΕΕ 1990, L 160, σ. 1, στο εξής: κανονισμός του 1990»).
(3) - Η κατηγορία αυτή συμβάσεων περιλαμβάνει τις «οριστικές και απαρέγκλιτες» συμβάσεις που συνήφθησαν για την αγορά ή την πώληση εμπορευμάτων στο εξωτερικό ή το εσωτερικό της Κοινότητας.
(4) - Η παράγραφος 1 του άρθρου 14 ορίζει ότι: «Εκτός των περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 13, μια δεσμευτική δασμολογική πληροφορία παύει να ισχύει όταν αυτή καθίσταται ασυμβίβαστη με την ερμηνεία της τελωνειακής ονοματολογίας όπως απορρέει (...)» από διάφορα κοινοτικά ή διεθνή δασμολογικά μέτρα.
(5) - Κανονισμός της 19ης Δεκεμβρίου 1991 για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το Κοινό Δασμολόγιο, καθώς και του κανονισμού (ΕΟΚ) 2915/79 περί καθορισμού των ομάδων προϋόντων και των ειδικών διατάξεων σχετικά με τον υπολογισμό των εισφορών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων (ΕΕ L 357, σ. 3, στο εξής: κανονισμός του 1991).
(6) - Κανονισμός του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1987 (ΕΕ L 256, σ. 1).
(7) - Η απόφαση περί παραπομπής αναφέρεται σε δύο ημερομηνίες χορηγήσεως της δασμολογικής πληροφορίας, την 26η και την 28η Αυγούστου 1991, αλλά η ασάφεια αυτή δεν έχει καμία επίπτωση στα δεδομένα της διαφοράς και, συνεπώς, στην απάντηση των υποβληθέντων ερωτημάτων.
(8) - Το άρθρο 12, παράγραφοι 5 και 6, του κώδικα ορίζει:«5. Μια δεσμευτική πληροφορία παύει να ισχύει:α) όταν, μετά την έκδοση κανονισμού, δεν είναι σύμφωνη με το δίκαιο που έχει θεσπισθεί με τον τρόπο αυτό·β) όταν καθίσταται ασυμβίβαστη με την ερμηνεία μιας των τελωνειακών ονοματολογιών που αναφέρονται στο άρθρο 20 παράγραφος 6, είτε σε κοινοτικό επίπεδο (...) είτε σε διεθνές επίπεδο (...)·γ) όταν η ανάκληση ή η τροποποίηση της δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας γνωστοποιείται στον δικαιούχο.6. Ο δικαιούχος δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας που έχει παύσει να ισχύει σύμφωνα με την παράγραφο 5, στοιχεία ββ ή γγ, μπορεί να συνεχίσει να κάνει χρήση της επί έξι μήνες μετά τη σχετική δημοσίευση ή γνωστοποίηση, εφόσον έχει συνάψει, βάσει της δεσμευτικής πληροφορίας και πριν από τη λήψη του δασμολογικού μέτρου, οριστικές συμβάσεις σχετικά με την αγορά ή την πώληση των εν λόγω εμπορευμάτων. Ωστόσο, όταν πρόκειται για προϋόντα για τα οποία προσκομίζεται πιστοποιητικό εισαγωγής, εξαγωγής ή προκαθορισμού κατά την εκπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων, η περίοδος ισχύος του πιστοποιητικού αντικαθιστά την περίοδο των έξι μηνών.Στην περίπτωση της παραγράφου 5, στοιχείο αα, ο κανονισμός μπορεί να προβλέπει προθεσμία για την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου.»
(9) - Άρθρο 253, παράγραφος 2.
(10) - Τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.
(11) - Αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 1994, C-401/93, GoldStar Europe (Συλλογή 1994, σ. I-5587, σκέψεις 18 και 19), και της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-267/94, Γαλλία κατά Επιτροπής, (Συλλογή 1995, σ. I-4845, σκέψη 19). Το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του προπαρατεθέντος κανονισμού 2658/87 καθιστά δυνατό στην Επιτροπή να λαμβάνει, σύμφωνα με ακριβείς διαδικαστικές λεπτομέρειες, συμπεριλαμβανομένης της διαβουλεύσεως των τελωνειακών εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών, μέτρα σχετικά με την εφαρμογή της Συνδυασμένης Ονοματολογίας και αυτής του Taric όσον αφορά ιδίως την κατάταξη των εμπορευμάτων στις εν λόγω ονοματολογίες.
(12) - Άρθρο 13, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση.
(13) - Άρθρο 13, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση.
(14) - Αποφάσεις της 3ης Μαου 1978, 112/77, Tφpfer κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1978, σ. 325, σκέψη 19)· της 5ης Μαου 1981, 112/80, Dόrbeck (Συλλογή 1981, σ. 1095, σκέψη 48), και της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, 205/82 έως 215/82, Deutsche Milchkontor κ.λπ. (Συλλογή 1983, σ. 2633, σκέψη 30).
(15) - Απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1981, 212/80 έως 217/80, Salumi κ.λπ. (Συλλογή 1981, σ. 2735, σκέψη 10). Βλ., επίσης, την απόφαση της 8ης Ιουνίου 1977, 97/76, Merkur κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1977, σ. 331, σκέψη 5), η οποία εξαρτά την ευθύνη της Κοινότητας λόγω της ενάρξεως της ισχύος, άνευ μεταβατικών διατάξεων, μιας νέας ρυθμίσεως από το ότι αυτή δεν μπορεί να προβλεφθεί από έναν συνετό επιχειρηματία. Πλέον προσφάτως, βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1991, C-368/89, Crispoltoni (Συλλογή 1991, σ. I-3695, σκέψη 21). Ως προς το κριτήριο του προβλεπτέου, στη θεωρία, βλ., ιδίως, Gilsdorf, P.: «Confiance lιgitime, droits acquis et rιtroactivitι en droit communautaire», Actes du sιminaire sur la jurisprudence de la CJCE dans le domaine de la PAC, Βρυξέλλες 1981, σ. 97, σημείο 3· Hubeau, F.: «Le principe de la protection de la confiance lιgitime dans la jurisprudence de la Cour de justice des Communautιs europιennes», Cahiers de Droit Europιen, 1983, n_ 2-3, σ. 162· Puissochet, J.-P.: «Vous avez dit confiance lιgitime?», L'Ιtat de droit, Mιlanges en l'honneur de Guy Braibant, 1996, σ. 581, II, B.
(16) - Υπόθεση C-103/96, Συλλογή 1997, σ. I-1453.
(17) - Σκέψη 36, η υπογράμμιση είναι δική μου.
(18) - Όπ.π., σκέψη 37.
(19) - Απόφαση της 19ης Μαου 1983, 289/81, Μαυρίδης κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1983, σ. 1731, σκέψη 21).
(20) - Η αρχική αίτηση είχε απορριφθεί λόγω της λήξεως της προθεσμίας παρατάσεως του κύρους της δασμολογικής πληροφορίας. Δεδομένου ότι το στοιχείο αυτό δεν εμπίπτει στο πεδίο των υποβληθέντων ερωτημάτων, δεν συντρέχει λόγος, κατά τη γνώμη μου, να διατυπώσω την άποψή μου ως προς το σημείο αυτό.
(21) - Άρθρο 19.
(22) - Ο F. Hubeau, στο προπαρατεθέν άρθρο του, διατυπώνει τη σκέψη αυτή όταν εκθέτει ότι: «La reconnaissance d'une violation du principe de la confiance lιgitime apparaξt (...) comme la rιaction du juge sanctionnant l'utilisation, en soi rιguliθre, par l'auteur de la norme juridique critiquιe, de ses pouvoirs dans des conditions qui surprennent toutefois la confiance que les destinataires de la norme en cause pouvaient lιgitimement avoir que l'ιtat du droit ne serait pas modifiι sans mesure transitoire» (η αναγνώριση παραβιάσεως της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εμφανίζεται (...) ως η αντίδραση του δικαστή που επιβάλλει κυρώσεις για τη χρησιμοποίηση, νόμιμη καθεαυτήν, εκ μέρους του συντάκτη του αμφισβητουμένου νομικού κανόνα των εξουσιών του υπό συνθήκες που πάντως καταλαμβάνουν εξ απροόπτου τους αποδέκτες του οικείου κανόνα λόγω της εμπιστοσύνης που μπορούσαν θεμιτώς να έχουν ότι, δηλαδή, το δίκαιο δεν θα ετροποποιείτο χωρίς μεταβατικές διατάξεις, σ. 144, η υπογράμμιση είναι δική μου).
(23) - Σελίδες 6 και 7 της γαλλικής μεταφράσεως των γραπτών παρατηρήσεών της.
(24) - Άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού του 1990.
(25) - Σελίδες 7 και 8 της γαλλικής μεταφράσεως των γραπτών παρατηρήσεων της Lopex.
(26) - Απόφαση της 14ης Μαου 1975, 74/74 (Συλλογή τόμος 1975, σ. 157, σκέψη 42).
(27) - Όπ.π.
(28) - Αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1989, 161/88, Binder (Συλλογή 1989, σ. 2415, σκέψη 19), και της 28ης Ιουνίου 1990, C-80/89, Behn Verpackungsbedarf (Συλλογή 1990, σ. I-2659, σκέψη 13).
(29) - Προπαρατεθείσα απόφαση Deutsche Milchkontor κ.λπ., σκέψη 30, και αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 1996, C-143/93, Van Es Douane Agenten (Συλλογή 1996, σ. I-431, σκέψη 27), και της 16ης Οκτωβρίου 1997, C-177/96, Banque Indosuez κ.λπ. (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 27). Ως προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου βλ., ιδίως, Naτmι, C.: «La notion de sιcuritι juridique dans la jurisprudence de la Cour de justice et du Tribunal de premiθre instance des Communautιs europιennes», Rivista di Diritto Europeo, 1993, n_ 2, σ. 223.
(30) - Βλ., ιδίως, τις αποφάσεις της 9ης Ιουλίου 1981, 169/80, Gondrand Frθres και Garancini (Συλλογή 1981, σ. 1931, σκέψη 17)· της 22ας Φεβρουαρίου 1989, 92/87 και 93/87, Επιτροπή κατά Γαλλίας και Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1989, σ. 405, σκέψη 22)· προπαρατεθείσα απόφαση Eridania Beghin-Say, σκέψη 40, και προπαρατεθείσα απόφαση Banque Indosuez κ.λπ., σκέψη 27.
(31) - Η υπογράμμιση είναι δική μου.
Full & Egal Universal Law Academy